ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 6ης Μαΐου 2004
Υπόθεση T-34/03
André Hecq
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπάλληλοι – Βλαπτική πράξη – Ενεργητική νομιμοποίηση – Υπάλληλος ενεργών ιδίω ονόματι και όχι για λογαριασμό συνδικαλιστικής οργανώσεως – Απαράδεκτο»
Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα II - 0000
Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή έχουσα ως αντικείμενο, αφενός, αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 4ης Οκτωβρίου 2002, με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση που υπέβαλε ο A. Hecq, ενεργών τόσο ιδίω ονόματι όσο και υπό την ιδιότητα του προέδρου της Syndicat des fonctionnaires internationaux et européens, κατά διαφόρων αποφάσεων σχετικών με την εκπροσώπηση του προσωπικού και με τους πόρους που θέτει στη διάθεσή της η Επιτροπή, και, αφετέρου, αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας που του προκάλεσε η Επιτροπή.
Απόφαση: Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο προσφεύγων-ενάγων φέρει τα δικαστικά έξοδά του και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Ταυτότητα αντικειμένου και αιτίας – Ισχυρισμοί και επιχειρήματα που δεν περιέχονται στη διοικητική ένσταση, αλλά συνδέονται στενά με αυτήν – Παραδεκτό
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
2. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Ενεργητική νομιμοποίηση – Προσφυγή υπαλλήλου ενεργούντος ιδίω ονόματι κατά αποφάσεως περί καταγγελίας συμφωνίας συναφθείσας μεταξύ των οργάνων και των συνδικαλιστικών οργανώσεων και διέπουσα μόνον τις συλλογικές σχέσεις εργασίας – Απαράδεκτο
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
3. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προσφυγή βάλλουσα, ελλείψει βλαπτικής πράξεως, κατά πράξεως γενικής ισχύος – Απαράδεκτο
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
4. Υπάλληλοι – Αγωγή – Αγωγή αποζημιώσεως που συνδέεται με προσφυγή ακυρώσεως – Το απαράδεκτο του ακυρωτικού αιτήματος συνεπάγεται απαράδεκτο του αιτήματος της αγωγής
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
1. Η διαδικασία που προηγείται της δίκης έχει ως σκοπό να επιτρέψει την εξώδικη διευθέτηση των διαφορών που ανέκυψαν μεταξύ των μονίμων ή μη μονίμων υπαλλήλων και της διοικήσεως. Για να μπορέσει να επιτύχει τον σκοπό της η διαδικασία αυτή, πρέπει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να είναι σε θέση να γνωρίζει κατά τρόπον αρκετά ακριβή τις αιτιάσεις που διατυπώνουν οι ενδιαφερόμενοι κατά της αμφισβητουμένης αποφάσεως. Εξάλλου, στις προσφυγές υπαλλήλων, τα αιτήματα που υποβάλλονται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορούν να έχουν παρά το ίδιο αντικείμενο με τα αιτήματα που εκτέθηκαν στη διοικητική ένσταση και να μην περιλαμβάνουν παρά αμφισβητήσεις που προβλήθηκαν στην ένσταση. Οι αμφισβητήσεις αυτές μπορούν να αναπτυχθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με την προβολή λόγων ακυρώσεως και επιχειρημάτων που δεν περιλαμβάνονται αναγκαστικά στην ένσταση, με την οποία συνδέονται όμως στενά. Τέλος εφόσον η διαδικασία που προηγείται της δίκης έχει άτυπο χαρακτήρα, οι δε ενδιαφερόμενοι ενεργούν γενικά στο στάδιο αυτό χωρίς την επικουρία δικηγόρου, η διοίκηση δεν πρέπει να ερμηνεύει τις ενστάσεις κατά τρόπο συσταλτικό, αλλά πρέπει αντιθέτως να τις ερευνά με ευρύτητα πνεύματος.
(βλ. σκέψη 21)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 14 Μαρτίου 1989, 133/88, Del Amo Martinez κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1989 σ. 696, σκέψεις 9 έως 11· ΠΕΚ, 11 Σεπτεμβρίου 2002, T-127/00, Nevin κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I-A-149 και II-781, σκέψη 28
2. Μια συμφωνία-πλαίσιο μεταξύ ενός οργάνου και των συνδικαλιστικών και επαγγελματικών οργανώσεων που αποσκοπεί στον καθορισμό των σχέσεών τους αποτελεί πράξη γενικής ισχύος και προορίζεται να διέπει μόνον τις συλλογικές σχέσεις εργασίας μεταξύ, αφενός, του εν λόγω οργάνου και, αφετέρου, των συνδικαλιστικών και επαγγελματικών οργανώσεων. Η συμφωνία αυτή δεν δημιουργεί, έναντι κάθε υπαλλήλου λαμβανομένου υπόψη ατομικώς, καμία υποχρέωση αλλ’ ούτε και δικαίωμα και δεν εντάσσεται στη σφαίρα των ατομικών σχέσεων εργασίας μεταξύ του εργοδότη και του υπαλλήλου, αλλά στο ευρύτερο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ ενός οργάνου και των συνδικαλιστικών και επαγγελματικών οργανώσεων. Η καταγγελία μιας τέτοιας συμφωνίας δεν αποτελεί μέτρο το οποίο παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν άμεσα και ατομικά τα συμφέροντα συνδικαλισμένου υπαλλήλου μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση ως υπαλλήλου και κατά του οποίου μέτρου ο υπάλληλος μπορεί, ως εκ τούτου, να ασκήσει προσφυγή.
(βλ. σκέψεις 33 έως 35 )
Παραπομπή: ΠΕΚ, 15 Ιουλίου 1994, T-576/93 έως T‑582/93, Browet κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. II-677, σκέψη 44
3. Στο πλαίσιο του συστήματος προσφυγών που καθιερώνουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, ο υπάλληλος μπορεί να προσβάλει μόνο μια πράξη η οποία τον βλάπτει ατομικώς, και μόνο στο πλαίσιο αυτό μπορεί να επικαλεστεί, προβάλλοντας ένσταση ελλείψεως νομιμότητας, το ανεφάρμοστο μιας πράξεως γενικής ισχύος.
(βλ. σκέψεις 39 και 57)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 16 Ιουλίου 1981, 153/79, Bowden κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 2111, σκέψη 13· ΠΕΚ, 22 Ιουνίου 1994, T-97/92 και T-111/92, Rijnoudt και Hocken κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I-A-159 και II-511, σκέψη 41
4. Όταν ασκείται προσφυγή‑αγωγή με την οποία ζητείται συγχρόνως η ακύρωση πράξεως κοινοτικού οργάνου και η επιδίκαση αποζημιώσεως για την προκληθείσα από την εν λόγω πράξη ζημία, τα αιτήματα αυτά τελούν σε τόσο στενή σχέση μεταξύ τους ώστε το απαράδεκτο του ακυρωτικού αιτήματος συνεπάγεται και το απαράδεκτο του αιτήματος της αγωγής.
(βλ. σκέψη 64)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 24 Ιουνίου 1992, T-11/90, H. S. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1992, σ. II-1869, σκέψη 25· ΠΕΚ, 14 Δεκεμβρίου 2000, T-213/99, Verheyden κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A-297 και II-1355, σκέψη 35
Top