Υπόθεση T-370/02
Alpenhain-Camembert-Werk κ.λπ.
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Κανονισμός (ΕΚ) 1829/2002 – Καταχώριση ονομασίας προελεύσεως – “Φέτα” – Προσφυγή ακυρώσεως – Ενεργητική νομιμοποίηση – Απαράδεκτο»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (τρίτο τμήμα) της 6ης Ιουλίου 2004
Περίληψη της διατάξεως
1. Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά – Κανονισμός σχετικά με την καταχώριση των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης – Προσφυγή των επιχειρήσεων που παράγουν το τυρί «Φέτα» σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος προελεύσεως – Απαράδεκτο
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ· κανονισμός 2081/92 του Συμβουλίου· κανονισμός 1829/2002 της Επιτροπής)
2. Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά – Contra legem ερμηνεία της προϋποθέσεως κατά την οποία οι πράξεις πρέπει να τα αφορούν ατομικά – Δεν επιτρέπεται
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ)
1. Ο κανονισμός 1829/2002, για την τροποποίηση του παραρτήματος του κανονισμού 1107/96, σχετικά με την καταχώριση των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17 του κανονισμού 2081/92, όσον αφορά την ονομασία «Φέτα» ως προστατευόμενη ονομασία προελεύσεως, συνιστά κανονισμό γενικής ισχύος, υπό την έννοια του άρθρου 249, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, δεδομένου ότι, αναγνωρίζοντας σε όλες τις επιχειρήσεις των οποίων τα προϊόντα πληρούν τις προβλεπόμενες γεωγραφικές και ποιοτικές απαιτήσεις το δικαίωμα εμπορίας των προϊόντων αυτών υπό την ανωτέρω ονομασία και αρνούμενη το δικαίωμα αυτό σε εκείνες των οποίων τα προϊόντα δεν πληρούν αυτές τις ίδιες για όλες τις επιχειρήσεις προϋποθέσεις, εφαρμόζεται επί αντικειμενικώς προσδιοριζομένων καταστάσεων και παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων, λαμβανομένων γενικώς και αφηρημένως.
Ο κανονισμός αυτός δεν μπορεί επομένως να αφορά ατομικά ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο παρά μόνον όταν η εν λόγω πράξη το θίγει λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών της ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως η οποία το διακρίνει έναντι κάθε άλλου προσώπου και, ως εκ τούτου, το εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο με εκείνον με τον οποίο εξατομικεύεται ο αποδέκτης της αποφάσεως. Αυτό δεν ισχύει εν προκειμένω για ορισμένες επιχειρήσεις που παράγουν τη φέτα εκτός Ελλάδας, που είναι το κράτος μέλος παραγωγής του τυριού αυτού.
Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις αυτές περιλαμβάνονται μεταξύ των σημαντικότερων παραγωγών φέτας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ο αριθμός των οποίων είναι περιορισμένος, και παράγουν περισσότερο από το 90 % της φέτας που παρασκευάζεται στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένες και διαθέτουν στο εμπόριο τα προϊόντα τους με την προστατευόμενη ονομασία δεν αρκεί αφ’ εαυτού για να τις χαρακτηρίσει σε σχέση με κάθε άλλον επιχειρηματία τον οποίον αφορά ο κανονισμός 1829/2002, εφόσον η γενική ισχύς και, επομένως, ο κανονιστικός χαρακτήρας μιας πράξεως δεν θίγεται από τη δυνατότητα, κατά το μάλλον ή ήττον, ακριβούς προσδιορισμού του αριθμού ή ακόμα και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου επί των οποίων εφαρμόζεται σε μια δεδομένη στιγμή.
Επιπλέον, το γεγονός της προσφυγής στην απλοποιημένη διαδικασία για την καταχώριση της προστατευόμενης ονομασίας δεν αποτελεί απώλεια των διαδικαστικών δικαιωμάτων των επιχειρήσεων αυτών, εφόσον ο κανονισμός 2081/92 δεν θεσπίζει ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις, σε κοινοτικό επίπεδο, υπέρ των ιδιωτών.
(βλ. σκέψεις 54-56, 58-59, 67)
2. Μολονότι αληθεύει ότι η προϋπόθεση του ατομικού συμφέροντος που απαιτεί το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αρχής της παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων περιστάσεων που είναι δυνατό να εξατομικεύουν τον προσφεύγοντα, η ερμηνεία αυτή δεν είναι δυνατόν να καταλήξει στο να μη λαμβάνεται υπόψη η εν λόγω προϋπόθεση, η οποία ρητώς προβλέπεται στη Συνθήκη, χωρίς να υπάρξει υπέρβαση των αρμοδιοτήτων που αναγνωρίζει στα κοινοτικά δικαστήρια. Επομένως, αν δεν πληρούται η προϋπόθεση αυτή, σε καμία περίπτωση δεν είναι παραδεκτή η προσφυγή ακυρώσεως που ασκεί κατά κανονισμού ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
(βλ. σκέψη 72)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 6ης Ιουλίου 2004 (*)
«Κανονισμός (ΕΚ) 1829/2002 – Καταχώριση ονομασίας προελεύσεως – “Φέτα” – Προσφυγή ακυρώσεως – Ενεργητική νομιμοποίηση – Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T-370/02,
Alpenhain-Camembert-Werk, με έδρα τη Lehen/Pfaffing (Γερμανία),
Bergpracht Milchwerk GmbH & Co. KG, με έδρα την Tettnang (Γερμανία),
Käserei Champignon Hofmeister GmbH & Co. KG, με έδρα τη Lauben (Γερμανία),
Bayerland eG, με έδρα τη Nürnberg (Γερμανία),
Hochland AG, με έδρα τη Heimenkirch (Γερμανία),
Milchwerk Crailsheim-Dinkelsbühl eG, με έδρα την Crailsheim (Γερμανία),
Rücker GmbH, με έδρα την Aurich (Γερμανία),
προσφεύγουσες,
εκπροσωπούμενες από τους J. Salzwedel και J. Werner, avocats, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
υποστηριζόμενες από το
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τον P. Ormond,
παρεμβαίνον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους J. L. Iglesias Buhigues, S. Grünheid και την A.-M. Rouchaud-Joët,
καθής,
υποστηριζόμενης από την
Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους Β. Κοντολαίμο, Ι. Χαλκιά και M. Τασοπούλου,
και από τον
Σύνδεσμο Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (ΣΕΒΓΑΠ), εκπροσωπούμενο από τον N. Κορογιαννάκη, δικηγόρο,
παρεμβαίνοντες,
με αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως του κανονισμού (ΕΚ) 1829/2002 της Επιτροπής, της 14ης Οκτωβρίου 2002, για την τροποποίηση του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) 1107/96 όσον αφορά την ονομασία «Φέτα» (ΕΕ L 277, σ. 10), ως προστατευόμενη ονομασία προελεύσεως,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Azizi, πρόεδρο, M. Jaeger και F. Dehousse, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Νομικό πλαίσιο
1 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (ΕΕ L 208, σ. 1, στο εξής: βασικός κανονισμός), θεσπίζει, με το άρθρο του 1, τους κανόνες περί κοινοτικής προστασίας των ονομασιών προέλευσης και των γεωγραφικών ενδείξεων, της οποίας μπορούν να τύχουν ορισμένα γεωργικά προϊόντα και ορισμένα τρόφιμα.
2 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του βασικού κανονισμού, η «ονομασία προέλευσης» είναι «το όνομα μιας περιοχής, ενός συγκεκριμένου τόπου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μιας χώρας, το οποίο χρησιμοποιείται στην περιγραφή ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου:
– που κατάγεται από αυτή την περιοχή, το συγκεκριμένο τόπο ή τη χώρα αυτή
– του οποίου η ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά οφείλονται κυρίως ή αποκλειστικά στο γεωγραφικό περιβάλλον που περιλαμβάνει τους φυσικούς και ανθρώπινους παράγοντες, και του οποίου η παραγωγή, η μεταποίηση και η επεξεργασία λαμβάνουν χώρα στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή».
3 Το άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού προβλέπει:
«Θεωρούνται ωσαύτως ως ονομασίες προέλευσης, ορισμένες παραδοσιακές, γεωγραφικές ή μη, ονομασίες, που περιγράφουν γεωργικό προϊόν ή τρόφιμο καταγωγής μιας περιοχής ή ενός συγκεκριμένου τόπου και το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2, στοιχείο α΄, δεύτερη περίπτωση.»
4 Κατά το άρθρο 3 του βασικού κανονισμού, οι ονομασίες που έχουν καταστεί κοινές δεν καταχωρίζονται. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως «ονομασία που έχει καταστεί κοινή» νοείται το όνομα ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου το οποίο, αν και αναφέρεται στον τόπο ή την περιοχή όπου το εν λόγω γεωργικό προϊόν ή τρόφιμο έχει αρχικώς κυκλοφορήσει στο εμπόριο, έχει πλέον καταστεί κοινό όνομα ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου.
5 Για να διαπιστωθεί αν μια ονομασία έχει καταστεί κοινή, λαμβάνονται υπόψη όλοι οι παράγοντες, και ιδίως:
– η υφισταμένη κατάσταση στο κράτος μέλος καταγωγής της ονομασίας και στις περιοχές κατανάλωσης,
– η κατάσταση που επικρατεί σε άλλα κράτη μέλη,
– η οικεία, εθνική ή κοινοτική, νομοθεσία.
6 Η καταχώριση ως προστατευομένης της ονομασίας προελεύσεως ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου οφείλει, συναφώς, να πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο βασικός κανονισμός και, ειδικότερα, να ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές που ορίζει το άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού. Η καταχώριση αυτή παρέχει στην εν λόγω ονομασία κοινοτική προστασία.
7 Τα άρθρα 5 έως 7 του βασικού κανονισμού θεσπίζουν διαδικασία καταχωρίσεως μιας ονομασίας, την καλούμενη «συνήθη διαδικασία», στο πλαίσιο της οποίας μπορεί κάθε ομάδα, που ορίζεται ως οργάνωση παραγωγών ή/και μεταποιητών τους οποίους αφορά το ίδιο γεωργικό προϊόν ή τρόφιμο, ή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, να υποβάλει αίτηση καταχώρισης στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η σχετική γεωγραφική περιοχή. Το κράτος μέλος ελέγχει αν η αίτηση είναι αιτιολογημένη και τη διαβιβάζει στην Επιτροπή. Αυτή, αν κρίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την προστασία της ονομασίας, δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα τωνΕυρωπαϊκών Κοινοτήτων τα συγκεκριμένα στοιχεία που αναλυτικώς προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού.
8 Το άρθρο 7 του βασικού κανονισμού, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) 535/97 του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1997 (ΕΕ L 83, σ. 3), ορίζει:
«1. Εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία της δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, κάθε κράτος μέλος μπορεί να προβάλει ένσταση κατά της [καταχωρίσεως].
2. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μεριμνούν ώστε κάθε πρόσωπο που μπορεί να αποδείξει έννομο οικονομικό συμφέρον να έχει τη δυνατότητα να λάβει γνώση της αίτησης. Επιπλέον, σύμφωνα με την κατάσταση που επικρατεί σ’ αυτά, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν την πρόσβαση και άλλων ενδιαφερομένων που έχουν έννομο συμφέρον.
3. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να προβάλει ένσταση για την καταχώριση αποστέλλοντας δήλωση δεόντως αιτιολογημένη στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί ή είναι εγκατεστημένο. Η αρμόδια αρχή λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να ληφθούν υπόψη οι εν λόγω παρατηρήσεις ή η προβληθείσα ένσταση εντός των τασσομένων προθεσμιών.
[…]»
9 Εάν δεν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή καμία ένσταση κατά της καταχωρίσεως, η ονομασία καταχωρίζεται σε μητρώο που τηρεί η Επιτροπή με τίτλο «Μητρώο προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων».
10 Σε περίπτωση παραδεκτώς ασκηθείσας ενστάσεως, εάν τα κράτη μέλη δεν καταλήξουν σε συμφωνία, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση κατά τη διαδικασία του άρθρου 15 του ίδιου κανονισμού (διαδικασία της κανονιστικής επιτροπής). Το άρθρο 7, παράγραφος 5, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού ορίζει ότι η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της, για την έκδοση της αποφάσεώς της, «τις θεμιτές και παραδοσιακές χρήσεις και τους πράγματι υφιστάμενους κινδύνους σύγχυσης».
11 Το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού προβλέπει διαδικασία καταχωρίσεως, την καλούμενη «απλοποιημένη διαδικασία», που διαφέρει από τη συνήθη διαδικασία. Σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή ποιες από τις νομίμως προστατευόμενες ονομασίες τους ή από τις ονομασίες που έχουν καθιερωθεί με τη χρήση επιθυμούν να καταχωρίσουν δυνάμει του βασικού κανονισμού. Η διαδικασία του άρθρου 15 του βασικού κανονισμού εφαρμόζεται κατ’ αναλογία. Το άρθρο 17, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού αυτού, διευκρινίζει ότι η κατά το άρθρο 7 διαδικασία ενστάσεως δεν εφαρμόζεται στο πλαίσιο της απλοποιημένης διαδικασίας.
Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς
12 Με έγγραφο της 21ης Ιανουαρίου 1994, η Ελληνική Κυβέρνηση ζήτησε από την Επιτροπή την καταχώριση της ονομασίας «Φέτα» ως προστατευόμενης ονομασίας προελεύσεως, σύμφωνα με το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού.
13 Στις 19 Ιανουαρίου 1996, η Επιτροπή κατέθεσε στην κατά το άρθρο 15 του βασικού κανονισμού κανονιστική επιτροπή πρόταση κανονισμού που περιλάμβανε κατάλογο των ονομασιών που ήταν δυνατόν να καταχωρισθούν ως γεωγραφικές ενδείξεις ή προστατευόμενες ονομασίες προελεύσεως, σύμφωνα με το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού. Στον κατάλογο αυτό περιλαμβανόταν η ονομασία «Φέτα». Δεδομένου ότι η κανονιστική επιτροπή δεν αποφάνθηκε επί της προτάσεως αυτής εντός της προθεσμίας που της είχε ταχθεί, η Επιτροπή υπέβαλε την πρόταση στο Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 15, τέταρτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, στις 6 Μαρτίου 1996. Το Συμβούλιο δεν αποφάσισε επί της προτάσεως αυτής εντός της τρίμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 15, πέμπτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού.
14 Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 15, πέμπτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 12 Ιουνίου 1996, τον κανονισμό (ΕΚ) 1107/96 σχετικά με την καταχώριση των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17 του βασικού κανονισμού (ΕΕ L 299, σ. 31). Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 1107/96, η ονομασία «Φέτα», που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του εν λόγω κανονισμού, στο τμήμα Α, υπό τον τίτλο «Τυριά» και κάτω από το όνομα της χώρας «Ελλάδα», καταχωρίσθηκε ως προστατευόμενη ονομασία προελεύσεως.
15 Με απόφαση της 16ης Μαρτίου 1999, C-289/96, C-293/96 και C-299/96, Δανία, Γερμανία και Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-1541), το Δικαστήριο ακύρωσε τον κανονισμό 1107/96 στο μέτρο που περιέλαβε την καταχώριση της ονομασίας «Φέτα» ως προστατευόμενης ονομασίας προελεύσεως. Το Δικαστήριο δέχθηκε με την απόφασή του ότι η Επιτροπή, κατά την εξέταση του ζητήματος εάν η «Φέτα» συνιστά κοινή ονομασία, δεν έλαβε δεόντως υπόψη όλους τους παράγοντες που όφειλε να λάβει υπόψη δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού.
16 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 25 Μαΐου 1999, τον κανονισμό (ΕΚ) 1070/1999 για την τροποποίηση του παραρτήματος του κανονισμού 1107/96 διαγράφοντας την ονομασία «Φέτα» από το μητρώο των προστατευόμενων ονομασιών προελεύσεως και των γεωγραφικών ενδείξεων καθώς και από το παράρτημα του κανονισμού 1107/96 (ΕΕ L 130, σ. 18).
17 Επανεξετάζοντας στη συνέχεια την αίτηση καταχωρίσεως της Ελληνικής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή υπέβαλε στην κανονιστική επιτροπή σχέδιο κανονισμού, σύμφωνα με το άρθρο 15, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, προτείνοντας την καταχώριση της ονομασίας «Φέτα» βάσει του άρθρου 17 του βασικού κανονισμού, ως προστατευόμενης ονομασίας προελεύσεως, στο μητρώο των προστατευόμενων ονομασιών προελεύσεως και των προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων. Δεδομένου ότι η κανονιστική επιτροπή δεν αποφάνθηκε επί της προτάσεως αυτής εντός της προθεσμίας που της είχε ταχθεί, η Επιτροπή υπέβαλε την πρόταση στο Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 15, τέταρτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού.
18 Δεδομένου ότι το Συμβούλιο δεν αποφάσισε επί της προτάσεως αυτής εντός της τρίμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 15, πέμπτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 14 Οκτωβρίου 2002, τον κανονισμό (ΕΚ) 1829/2002 για την τροποποίηση του παραρτήματος του κανονισμού 1107/96 όσον αφορά την ονομασία «Φέτα» (ΕΕ L 277, σ. 10, στο εξής: ο προσβαλλόμενος κανονισμός). Δυνάμει του κανονισμού αυτού, η ονομασία «Φέτα» καταχωρίσθηκε εκ νέου ως προστατευόμενη ονομασία και περιλήφθηκε στο παράρτημα του κανονισμού 1107/96, στο μέρος Α, υπό τους τίτλους «Τυριά» και «Ελλάδα».
19 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 12 Δεκεμβρίου 2002, οι προσφεύγουσες άσκησαν την παρούσα προσφυγή.
20 Με έγγραφο της 14ης Φεβρουαρίου 2003, η Επιτροπή ζήτησε την αναστολή της εκδικάσεως της υποθέσεως μέχρι την έκδοση αποφάσεως στις υποθέσεις C‑465/02 και C‑466/02.
21 Με έγγραφο της 17ης Μαρτίου 2003, οι προσφεύγουσες δήλωσαν ότι αντιτίθενται στην αίτηση αναστολής και ότι ζητούν από το Πρωτοδικείο να παραπέμψει την υπό κρίση υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου προκειμένου να συνεκδικασθεί με τις υποθέσεις C‑465/02 και C‑466/02.
22 Με την απόφαση της 19ης Μαρτίου 2003, το Πρωτοδικείο απέρριψε την αίτηση αναστολής της διαδικασίας καθώς και την αίτηση παραπομπής της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου και διέταξε τη συνέχιση της διαδικασίας.
23 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 12 Ιουνίου 2003, η Επιτροπή προέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ένσταση απαραδέκτου. Την 1η Αυγούστου 2003, οι προσφεύγουσες κατέθεσαν τις γραπτές παρατηρήσεις τους επί της ενστάσεως αυτής.
24 Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 16 Απριλίου και στις 2 Μαΐου 2003 αντίστοιχα, η Ελληνική Δημοκρατία και ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (ΣΕΒΓΑΠ) ζήτησαν να παρέμβουν υπέρ της Επιτροπής.
25 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία στις 28 Απριλίου 2003, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας ζήτησε να παρέμβει υπέρ των προσφευγουσών.
26 Με διατάξεις της 4ης Μαρτίου 2004, επετράπη στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας και στη ΣΕΒΓΑΠ να παρέμβουν.
27 Στις 30 Μαρτίου 2004, η Ελληνική Δημοκρατία κατέθεσε το υπόμνημά της παρεμβάσεως υπέρ της Επιτροπής.
28 Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας δεν κατέθεσε εμπροθέσμως υπόμνημα παρεμβάσεως.
29 Δεδομένου ότι η παρέμβαση της ΣΕΒΓΑΠ επετράπη δυνάμει του άρθρου 116, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας, αυτή περιορίστηκε στη διατύπωση παρατηρήσεων κατά την προφορική διαδικασία.
Αιτήματα των διαδίκων
30 Με την προσφυγή τους οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει τον προσβαλλόμενο κανονισμό κατά το μέρος που αφορά την καταχώριση της ονομασίας «Φέτα» ως προστατευομένης ονομασίας προελεύσεως·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
31 Με την ένσταση απαραδέκτου η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
– να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
32 Με τις παρατηρήσεις τους επί της ενστάσεως απαραδέκτου οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο να απορρίψει την ένσταση.
33 Με το υπόμνημα παρεμβάσεως η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Πρωτοδικείο να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
34 Με την παρούσα προσφυγή, οι προσφεύγουσες, επτά γερμανικές εταιρίες που παρασκευάζουν τυρί φέτα από γάλα αγελάδος, ζητούν την ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού. Προβάλλουν, ειδικότερα, παράβαση των άρθρων 3 και 17 του βασικού κανονισμού και, επικουρικώς, των άρθρων 2 και 4 του εν λόγω κανονισμού καθώς και του άρθρου 30 ΕΚ και των θεμελιωδών δικαιωμάτων που προασπίζει η κοινοτική έννομη τάξη των σχετικών με την προστασία της ιδιοκτησίας και το δικαίωμα ασκήσεως επαγγέλματος.
35 Η Επιτροπή εκτιμά ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη διότι οι προσφεύγουσες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
36 Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν ένας διάδικος το ζητήσει, το Πρωτοδικείο μπορεί να κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει επί της ουσίας. Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, η διαδικασία συνεχίζεται προφορικώς, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από την εξέταση των στοιχείων της δικογραφίας ώστε να αποφανθεί επί της ενστάσεως που πρότεινε η Επιτροπή χωρίς να κινήσει την προφορική διαδικασία.
Επιχειρήματα των διαδίκων
37 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή στρέφεται κατά κανονισμού γενικής ισχύος, υπό την έννοια του άρθρου 249, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, και ότι οι προσφεύγουσες δεν θίγονται ατομικά από τον προσβαλλόμενο κανονισμό.
38 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή.
39 Οι προσφεύγουσες προβάλλουν, πρώτον, ότι, εξαιρέσει των Ελλήνων παραγωγών, αυτές είναι, μαζί με έναν μόνο Δανό παραγωγό, οι σημαντικότερες παραγωγοί φέτας στην Κοινότητα και παράγουν περισσότερο από το 90 % του τυριού φέτα που παρασκευάζεται στη Γερμανία.
40 Δεδομένου ότι παράγουν τυρί φέτα επί σειρά ετών σε μεγάλες ποσότητες, μπορούν να επικαλεστούν εμπορικές σχέσεις και παραδοσιακές δυνατότητες διαθέσεως, εδραιωμένες και σταθερές, που συνεπάγονται μακροπρόθεσμες συμβάσεις πωλήσεως. Ως εκ τούτου, ο προσβαλλόμενος κανονισμός τις αφορά ιδιαιτέρως υπό την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 1965, 106/63 και 107/63, Toepfer και Getreide‑Import Gesellschaft κατά Επιτροπής ΕΟΚ, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 101, και της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 207).
41 Οι προσφεύγουσες προβάλλουν, δεύτερον, ότι η εφαρμογή από την Επιτροπή της απλοποιημένης διαδικασίας του άρθρου 17 του βασικού κανονισμού τις αποστέρησε από τις διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται από τη συνήθη διαδικασία η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 7 του βασικού κανονισμού, παρέχει τη δυνατότητα στους έχοντες έννομο συμφέρον να προβάλουν ένσταση κατά της καταχωρίσεως. Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνουν ότι η Επιτροπή, με την πρόταση τροποποιήσεως του βασικού κανονισμού για την κατάργηση της απλοποιημένης διαδικασίας του άρθρου 17 του εν λόγω κανονισμού, προβάλλει ρητώς προς αιτιολόγηση της πρότασής της το γεγονός ότι το δικαίωμα ενστάσεως που προβλέπεται στη συνήθη διαδικασία αποτελεί «βασική προϋπόθεση για την εξασφάλιση των κεκτημένων δικαιωμάτων ή για την αποφυγή ζημιών κατά την καταχώριση».
42 Τρίτον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι νομιμοποιούνται ενεργητικώς βάσει της νομολογίας που διαμορφώθηκε με την απόφαση του Πρωτοδικείου της 3ης Μαΐου 2002, T-177/01, Jégo-Quéré κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II-2365), καθώς και με τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs επί της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 2002, C‑50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. ΙI‑6677, I-6681), και σύμφωνα με την οποία πρέπει να θεωρηθεί ότι μια κοινοτική διάταξη γενικής ισχύος που αφορά άμεσα ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο το αφορά επίσης ατομικά αν επηρεάζει κατά τρόπο σαφή και ενεστώτα τη νομική του κατάσταση, περιορίζοντας τα δικαιώματά του ή επιβάλλοντάς του υποχρεώσεις. Πάντως, ο προσβαλλόμενος κανονισμός βλάπτει τα συμφέροντά τους, εφόσον ως αποτέλεσμα αυτού δεν θα μπορούν πλέον να κάνουν χρήση της ονομασίας «Φέτα» μετά το τέλος της μεταβατικής περιόδου.
43 Με τις παρατηρήσεις τους επί της ενστάσεως απαραδέκτου, οι προσφεύγουσες, καίτοι παραδέχονται ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός είναι μέτρο γενικής ισχύος, τονίζουν ότι, ναι μεν αυτός παράγει ευνοϊκά αποτελέσματα προς όφελος των ήδη υφισταμένων αλλά και των μελλοντικών Ελλήνων παραγωγών φέτας από γάλα προβατίνας και αίγας, οι οποίοι στο εξής θα είναι οι μόνοι που θα μπορούν να χρησιμοποιούν νόμιμα την ονομασία αυτή, αλλά συνεπάγεται δυσμενή αποτελέσματα σε βάρος όλων των υπαρχόντων σήμερα μη Ελλήνων παραγωγών φέτας από αγελαδινό γάλα, στους οποίους θα απαγορευθεί η χρήση της εν λόγω ονομασίας μετά την εκπνοή της μεταβατικής περιόδου. Υπογραμμίζουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη παράγει τα δυσμενή αποτελέσματά της στην αγορά σε βάρος αυτών των τελευταίων.
44 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η ονομασία «Φέτα» αποτελεί, σε παγκόσμιο επίπεδο, κοινή ονομασία από μακρού χρόνου και ότι δεν είναι δυνατόν ως εκ τούτου, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, να καταχωρισθεί στο μητρώο των προστατευόμενων ονομασιών προελεύσεως και γεωγραφικών ενδείξεων στο πλαίσιο του προσβαλλόμενου κανονισμού. Η Επιτροπή πεπλανημένως εξέδωσε τον προσβαλλόμενο κανονισμό πιστεύοντας ότι οι μη ελληνικές αγορές της παραγόμενης από αγελαδινό γάλα φέτας αναπτύχθηκαν με την παράνομη εκμετάλλευση του γοήτρου της παραγόμενης από πρόβειο γάλα ελληνικής φέτας.
45 Λόγω της αναδρομικής και διορθωτικής παρεμβάσεως της Επιτροπής στην αγορά, ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παράγει αποτελέσματα «γενικά και αφηρημένα», διότι απευθύνεται μόνο σε έναν περιορισμένο κύκλο επιχειρηματιών που βρίσκονται σε ειδική κατάσταση στην αγορά και που θίγονται ατομικά ως προς ειδικά δικαιώματά τους. Ο προσβαλλόμενος κανονισμός επιφέρει στην πραγματικότητα την καταστροφή της αγοράς της φέτας από αγελαδινό γάλα που έχει αναπτυχθεί στη Γερμανία και, ευρύτερα, στην Ευρώπη, δεδομένου ότι ο καταναλωτής που έχει συνηθίσει στο τυρί φέτα από αγελαδινό γάλα δεν θα αναγνωρίσει γρήγορα το προϊόν αυτό με οποιαδήποτε άλλη ονομασία.
46 Οι προσφεύγουσες εκτιμούν ότι δεν θα ανταποκρινόταν στις προσδοκίες που δικαιολογεί, εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η ένδικη προστασία που παρέχει το Δικαστήριο, η μη παροχή δυνατότητας στους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες να υποβάλουν σε δικαστικό έλεγχο τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου κανονισμού, ο οποίος συνεπάγεται την ολοκληρωτική εξάλειψη των δυνατοτήτων τους διαθέσεως στην αγορά.
47 Το Πρωτοδικείο έχει δεχθεί ότι ούτε η προσφυγή ενώπιον εθνικού δικαστηρίου με προδικαστική παραπομπή ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 234 ΕΚ, ούτε η άσκηση αγωγής λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, κατά τα άρθρα 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, συνιστούν αποτελεσματικό μέσο ένδικης προστασίας που θα παρείχε στους ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα των κοινοτικών διατάξεων γενικής ισχύος που περιορίζουν ευθέως τη νομική κατάστασή τους. Οι αγωγές αποζημιώσεως των άρθρων 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, διότι δεν παρέχουν τη δυνατότητα ακυρώσεως πράξεως της κοινοτικής έννομης τάξεως όταν αυτή αποδειχθεί παράνομη.
48 Εξάλλου, δεδομένου ότι η απαγόρευση της συνεχίσεως χρήσεως της κοινής ονομασίας «Φέτα» για το τυρί φέτα από γάλα αγελάδος μετά την ημερομηνία που προβλέπεται στον προσβαλλόμενο κανονισμό έχει άμεσο αποτέλεσμα και δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη εκτελεστικά μέτρα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση προσφυγής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, οι προσφεύγουσες δεν έχουν τη δυνατότητα να προβάλουν την παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους από το εν λόγω μέτρο παρά μόνον παραβαίνοντας τις προβλεπόμενες από το εν λόγω μέτρο διατάξεις και επικαλούμενες τον παράνομο χαρακτήρα τους στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας κινηθείσας εναντίον τους.
49 Σύμφωνα με πρόσφατη νομολογία του Πρωτοδικείου, πρέπει να ληφθεί ως βάση η αρχή ότι η αποτελεσματική ένδικη προστασία των ιδιωτών εξασφαλίζεται μόνον όταν επιχειρήσεις τις οποίες αφορά άμεσα και ατομικά μια κοινοτική διάταξη γενικής ισχύος έχουν επίσης τη δυνατότητα προσφυγής ενώπιον του κοινοτικού δικαστηρίου. Το μέτρο αφορά ατομικά μια επιχείρηση όταν αυτή θίγεται αναμφισβήτητα και πραγματικά από το γεγονός ότι με αυτό περιορίζονται τα δικαιώματά της ή της επιβάλλονται υποχρεώσεις. Το γεγονός αυτό είναι αναμφισβήτητο όσον αφορά τις προσφεύγουσες, οι οποίες κινδυνεύουν να απολέσουν τη δυνατότητα διαθέσεως στην αγορά καθώς και τα μερίδια αγοράς που κατέχουν, τουλάχιστον σε ένα προβλεπόμενο χρονικό διάστημα.
50 Οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν ότι το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι η πρόσβαση στον κοινοτικό δικαστή είναι ένα από τα συστατικά στοιχεία μιας κοινότητας δικαίου και βασίζεται στις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και στα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Υπογραμμίζουν την επιβεβαίωση από το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης του δικαιώματος αποτελεσματικής ένδικης προστασίας για κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάσθηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
51 Το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται με τις ίδιες προϋποθέσεις να ασκεί προσφυγή κατά των αποφάσεων που απευθύνονται σ’ αυτό, καθώς και κατά αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί, το αφορούν άμεσα και ατομικά.
52 Κατά πάγια νομολογία, το κριτήριο διακρίσεως μεταξύ μιας πράξεως κανονιστικού χαρακτήρα και μιας αποφάσεως κατά την έννοια του τελευταίου αυτού άρθρου πρέπει να αναζητηθεί στη γενική ή όχι ισχύ της εν λόγω πράξεως (διατάξεις του Δικαστηρίου της 23ης Νοεμβρίου 1995, C‑10/95 P Asocarne κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1995, σ. I-4149, σκέψη 28, και της 24ης Απριλίου 1996, C‑87/95 P, Cassa nazionale di previdenza ed assistenza a favore degli avvocati e dei procuratori κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. I‑2003, σκέψη 33). Μια πράξη έχει γενική ισχύ αν εφαρμόζεται σε αντικειμενικώς προσδιοριζόμενες καταστάσεις και αν παράγει τα έννομα αποτελέσματά της έναντι κατηγοριών προσώπων λαμβανομένων in abstracto (απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 1996, T‑482/93, Weber κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II-609, σκέψη 55, και η νομολογία που παρατίθεται εκεί).
53 Εν προκειμένω, ο προσβαλλόμενος κανονισμός εξασφαλίζει στην ονομασία «Φέτα» την προστασία που προβλέπεται από τον βασικό κανονισμό για τις ονομασίες προελεύσεως. Η ονομασία προελεύσεως ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, ως το όνομα μιας περιοχής, ενός συγκεκριμένου τόπου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μιας χώρας, το οποίο χρησιμοποιείται στην περιγραφή ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου που κατάγεται από αυτή την περιοχή, τον συγκεκριμένο τόπο ή τη χώρα αυτή και του οποίου η ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά οφείλονται κυρίως ή αποκλειστικά στο γεωγραφικό περιβάλλον που περιλαμβάνει τους φυσικούς και ανθρώπινους παράγοντες, και του οποίου η παραγωγή, η μεταποίηση και η επεξεργασία λαμβάνουν χώρα στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή.
54 Η προστασία αυτή συνίσταται στο γεγονός της επιφυλάξεως της χρησιμοποιήσεως της ονομασίας «Φέτα» υπέρ των παραγωγών που κατάγονται από την περιγραφείσα γεωγραφική περιοχή, των οποίων τα προϊόντα τηρούν τις γεωγραφικές και ποιοτικές προδιαγραφές που επιβάλλονται για την παραγωγή της φέτας. Όπως ορθώς υπογράμμισε η Επιτροπή, ο προσβαλλόμενος κανονισμός, όχι μόνο δεν απευθύνεται σε καθορισμένους επιχειρηματίες, όπως οι προσφεύγουσες, αλλά πολλώ μάλλον αναγνωρίζει σε όλες τις επιχειρήσεις των οποίων τα προϊόντα πληρούν τις προβλεπόμενες γεωγραφικές και ποιοτικές απαιτήσεις το δικαίωμα εμπορίας των προϊόντων αυτών υπό την ανωτέρω ονομασία και αρνείται το δικαίωμα αυτό σε εκείνες των οποίων τα προϊόντα δεν πληρούν αυτές τις ίδιες για όλες τις επιχειρήσεις προϋποθέσεις. Ο προσβαλλόμενος κανονισμός εφαρμόζεται εξίσου σε όλους τους παραγωγούς φέτας –υφιστάμενους και μελλοντικούς– οι οποίοι έχουν λάβει νόμιμα άδεια να χρησιμοποιούν την ονομασία αυτή καθώς και σε όλους αυτούς στους οποίους θα απαγορευθεί η χρήση στο τέλος της μεταβατικής περιόδου. Δεν έχει ως αντικείμενό του αποκλειστικά τους παραγωγούς των κρατών μελών, αλλά παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι απροσδιόριστου αριθμού κατασκευαστών τρίτων χωρών που θα είχαν την πρόθεση να προβούν σε εισαγωγές τυριού φέτα στην Κοινότητα, σήμερα ή στο μέλλον.
55 Ο προσβαλλόμενος κανονισμός αποτελεί επομένως μέτρο γενικής ισχύος, υπό την έννοια του άρθρου 249, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ. Εφαρμόζεται επί αντικειμενικώς προσδιοριζομένων καταστάσεων και παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων, λαμβανομένων γενικώς και αφηρημένως (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, διατάξεις του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, T‑109/97, Molkerei Großbraunshain και Bene Nahrungsmittel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II‑3533, της 26ης Μαρτίου 1999, T-114/96, Biscuiterie-confiserie LOR και Confiserie du Tech κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-913, σκέψεις 27 έως 29, και της 9ης Νοεμβρίου 1999, T‑114/99, CSR Pampryl κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II‑3331, σκέψεις 42 και 43). Το γενικό αυτό πεδίο εφαρμογής προκύπτει, κατά τα λοιπά, από το αντικείμενο της εν λόγω ρυθμίσεως, δηλαδή την προστασία, έναντι πάντων και στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως που έχουν καταχωρισθεί εγκύρως.
56 Ωστόσο, δεν αποκλείεται μια διάταξη που από τη φύση της και το πεδίο εφαρμογής της έχει κανονιστικό χαρακτήρα να αφορά ατομικά ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Η περίπτωση αυτή υφίσταται όταν η εν λόγω πράξη το θίγει λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών της ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως η οποία το διακρίνει έναντι κάθε άλλου προσώπου και, ως εκ τούτου, το εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο με εκείνον με τον οποίο εξατομικεύεται ο αποδέκτης της αποφάσεως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937, της 18ης Μαΐου 1994, C-309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. I-1853, σκέψεις 19 και 20, και απόφαση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 42 ανωτέρω, σκέψη 36, απόφαση Weber κατά Επιτροπής, σκέψη 52 ανωτέρω, σκέψη 56).
57 Εν προκειμένω, οι ισχυρισμοί που πρόβαλαν οι προσφεύγουσες, ακόμη και εάν υποτεθεί ότι είναι ορθοί, δεν επιτρέπουν να αποδοθεί σε αυτές κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ή πραγματική κατάσταση που θα τις χαρακτήριζε και, ως εκ τούτου, θα τις εξατομίκευε σε σχέση με τους άλλους επιχειρηματίες. Αντιθέτως, ο κανονισμός δεν αφορά τις προσφεύγουσες παρά μόνον ως προς την ιδιότητα των παραγωγών ή εμπορευομένων τυριού που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για τη χρήση της ονομασίας προελεύσεως «Φέτα». Οι προσφεύγουσες θίγονται επομένως κατά τον ίδιο τρόπο με όλες τις άλλες επιχειρήσεις των οποίων τα προϊόντα επίσης δεν πληρούν τις απαιτήσεις των σχετικών κοινοτικών διατάξεων.
58 Όσον αφορά τον ισχυρισμό των προσφευγουσών σύμφωνα με τον οποίο αυτές είναι, εξαιρέσει των Ελλήνων παραγωγών και ενός Δανού, οι σημαντικότερες παραγωγοί φέτας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και παράγουν περισσότερο από το 90 % της φέτας που παρασκευάζεται στη Γερμανία, αρκεί να υπομνησθεί ότι το γεγονός ότι μια επιχείρηση κατέχει μεγάλο μερίδιο της οικείας αγοράς δεν αρκεί αφ’ εαυτού για να τη χαρακτηρίσει σε σχέση με κάθε άλλον επιχειρηματία τον οποίον αφορά ο προσβαλλόμενος κανονισμός (διάταξη CSR Pampryl κατά Επιτροπής, σκέψη 55 ανωτέρω, σκέψη 46).
59 Ομοίως, ο ισχυρισμός των προσφευγουσών σύμφωνα με τον οποίο ο προσβαλλόμενος κανονισμός θίγει, ουσιαστικά, οκτώ μόνον παραγωγούς, εκτός του ότι έρχεται σε αντίθεση με το δικόγραφο της προσφυγής όπου αναφέρεται ότι το τυρί φέτα παρασκευάζεται σε σημαντικές ποσότητες σε έξι κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και σε πολλές τρίτες χώρες, δεν ασκεί, εν πάση περιπτώσει, επιρροή εφόσον, κατά πάγια νομολογία, η γενική ισχύς και επομένως ο κανονιστικός χαρακτήρας μιας πράξεως δεν θίγεται από τη δυνατότητα, κατά το μάλλον ή ήττον, ακριβούς προσδιορισμού του αριθμού ή ακόμα και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου επί των οποίων εφαρμόζεται σε μια δεδομένη στιγμή, εφόσον διαπιστώνεται ότι η εφαρμογή αυτή πραγματοποιείται δυνάμει αντικειμενικής νομικής ή πραγματικής καταστάσεως καθοριζόμενης από την πράξη σε σχέση με τον σκοπό που αυτή επιδιώκει (απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1968, 6/68, Zuckerfabrik Watenstedt κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 791, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 29ης Ιουνίου 1995, T‑183/94, Cantina cooperativa fra produttori vitivinicoli di Torre di Mosto κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II‑1941, σκέψη 48). Αυτό συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον ο προσβαλλόμενος κανονισμός θίγει αδιακρίτως όλους τους υφιστάμενους και μέλλοντες παραγωγούς που επιθυμούν να διαθέσουν στο εμπόριο τυρί με την ονομασία «Φέτα» εντός της Κοινότητας.
60 Οι προσφεύγουσες προβάλλουν επίσης ότι η διάταξη είναι εξατομικευμένη διότι τις αφορά οικονομικά. Αναφερόμενες στις υποθέσεις Toepfer και Getreide-Import Gesellschaft κατά Επιτροπής ΕΟΚ, σκέψη 40 ανωτέρω, και Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 40 ανωτέρω, ισχυρίζονται ότι η απαγόρευση της χρήσεως της ονομασίας «Φέτα», που προκύπτει από τον προσβαλλόμενο κανονισμό για τις επιχειρήσεις που παράγουν φέτα από γάλα αγελάδος, καθιστά πρακτικά αδύνατη τη συνέχιση της διαθέσεως στο εμπόριο του τυριού αυτού και ότι οι επιχειρήσεις αυτές δεν θα μπορέσουν να τηρήσουν και να διατηρήσουν σε ισχύ τις μακροπρόθεσμες συμβάσεις πωλήσεως.
61 Πρέπει να τονιστεί, συναφώς, πρώτον, ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν θίγει τις τυχόν μακροπρόθεσμες συμβάσεις πωλήσεως, αλλά απαγορεύει απλώς, σε συνδυασμό με το άρθρο 13 του βασικού κανονισμού και μετά το τέλος μιας μεταβατικής περιόδου, κάθε αντιποίηση, απομίμηση ή υπαινιγμό της προστατευόμενης ονομασίας «Φέτα». Η απαγόρευση αυτή ισχύει τόσο για τις προσφεύγουσες όσο και για οποιονδήποτε άλλον παραγωγό που βρίσκεται πραγματικά ή δυνητικά στην ίδια κατάσταση.
62 Επιβάλλεται, στη συνέχεια, η υπόμνηση ότι, εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι πράξη γενικής ισχύος μπορεί να έχει διαφορετικά συγκεκριμένα αποτελέσματα για τα διάφορα υποκείμενα δικαίου στα οποία έχει εφαρμογή δεν μπορεί να τα εξατομικεύσει σε σχέση με όλους τους άλλους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες, εφόσον –όπως στην υπό κρίση περίπτωση– η πράξη αυτή εφαρμόζεται δυνάμει μιας αντικειμενικώς προσδιοριζομένης καταστάσεως (απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Φεβρουαρίου 2000, Τ-138/98, ACAV κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-341, σκέψη 66, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 30ής Ιανουαρίου 2001, T‑215/00, La Conqueste κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II-181, σκέψη 37). Το Δικαστήριο έχει ρητώς αποφανθεί ότι το γεγονός ότι η προσφεύγουσα βρίσκεται, κατά τον χρόνο εκδόσεως κανονισμού που προβαίνει στην καταχώριση ονομασίας προελεύσεως, σε κατάσταση που την υποχρεώνει να προβεί σε προσαρμογές στη διάρθρωση της παραγωγής της προκειμένου να πληροί τις εν λόγω προϋποθέσεις δεν αρκεί προκειμένου να θεωρηθεί ότι ο κανονισμός την αφορά ατομικά κατά τρόπο ανάλογο με εκείνον του αποδέκτη μιας πράξεως (διάταξη του Δικαστηρίου της 30ής Ιανουαρίου 2002, C‑151/01 P, La Conqueste κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑1179, σκέψη 35).
63 Οι προσφεύγουσες πεπλανημένως ισχυρίζονται ότι βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με τις προσφεύγουσες στις υποθέσεις Toepfer και Getreide-Import Gesellschaft κατά Επιτροπής ΕΟΚ, σκέψη 40 ανωτέρω, και Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 40 ανωτέρω.
64 Πράγματι, στην υπόθεση Toepfer και Getreide-Import Gesellschaft κατά Επιτροπής ΕΟΚ, σκέψη 40 ανωτέρω, το προσβαλλόμενο μέτρο είχε ως αντικείμενο αποκλειστικά εισαγωγείς των οποίων ο αριθμός και η ταυτότητα ήταν γνωστοί και οι οποίοι είχαν ζητήσει, πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πιστοποιητικά εισαγωγής τα οποία δεν κατέστη δυνατόν να εκδοθούν λόγω αυτής της αποφάσεως. Ομοίως, στην υπόθεση Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 40, ανωτέρω, που αφορούσε τη νομιμότητα αποφάσεως της Επιτροπής που επέτρεπε στη Γαλλία να υποβάλει σε καθεστώς ποσοστώσεων την εισαγωγή νημάτων ελληνικής προελεύσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση αφορούσε ατομικά τις προσφεύγουσες διότι ήταν μέλη ενός περιορισμένου κύκλου επιχειρήσεων τις οποίες έθιγε ειδικά η προσβαλλόμενη απόφαση επειδή είχαν συνάψει προγενέστερες συμβάσεις πωλήσεως, καλή τη πίστει, των οποίων η εκτέλεση, η οποία έπρεπε να γίνει κατά την περίοδο ισχύος του μέτρου διασφαλίσεως της αποφάσεως, είχε καταστεί ολικώς ή μερικώς αδύνατη λόγω της υπερβάσεως της επιτρεπόμενης ποσοστώσεως.
65 Εξάλλου, ούτε από την απόφαση στην υπόθεση Codorniu κατά Συμβουλίου, σκέψη 56 ανωτέρω, μπορεί να συναχθεί ότι η διάταξη αφορά ατομικά τις προσφεύγουσες, διότι στην υπόθεση αυτή η κανονιστική διάταξη που ρύθμιζε τη χρήση ονομασίας εμπόδιζε την προσφεύγουσα επιχείρηση να χρησιμοποιεί τη γραφική παράσταση που είχε καταχωρίσει ως σήμα και χρησιμοποιήσει επί μακρό χρονικό διάστημα πριν από την έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού, οπότε η προσφεύγουσα διαφοροποιούνταν έναντι όλων των άλλων επιχειρηματιών. Εν προκειμένω, πράγματι, οι προσφεύγουσες δεν αποδεικνύουν, αλλά ούτε άλλωστε και ισχυρίζονται, ότι η χρήση της ονομασίας «Φέτα», την οποία επικαλούνται, προκύπτει από παρόμοιο ειδικό δικαίωμα, το οποίο απέκτησαν σε εθνικό ή κοινοτικό επίπεδο πριν από την έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού και το οποίο θίγεται.
66 Το γεγονός, ειδικότερα, ότι οι προσφεύγουσες διέθεταν στο εμπόριο τα προϊόντα τους με την ονομασία «Φέτα» δεν τους απονέμει ειδικό δικαίωμα υπό την έννοια της ανωτέρω νομολογίας. Η κατάσταση των προσφευγουσών δεν διαχωρίζεται, από το γεγονός αυτό, από την κατάσταση των άλλων παραγωγών που επίσης διέθεταν στο εμπόριο τα προϊόντα τους ως «Φέτα» και στους οποίους δεν επιτρέπεται πλέον να χρησιμοποιούν την ονομασία αυτή η οποία προστατεύεται στο εξής με την καταχώρισή της ως ονομασία προελεύσεως. Η έλλειψη ειδικού δικαιώματος οποιουδήποτε επιχειρηματία επιβεβαιώνεται, κατά τα λοιπά, από το γεγονός ότι η κατάσταση αυτή διέπεται ρητά κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο από το άρθρο 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, το οποίο προβλέπει μια μεταβατική περίοδο που εξασφαλίζει σε όλους αδιακρίτως τους παραγωγούς, τηρουμένων ορισμένων προϋποθέσεων, μια αρκούντως μακρά περίοδο προσαρμογής, προς αποφυγήν οποιασδήποτε ζημίας.
67 Όσον αφορά, τέλος, το επιχείρημα των προσφευγουσών που βασίζεται στην απώλεια των διαδικαστικών τους δικαιωμάτων λόγω της προσφυγής στην απλοποιημένη διαδικασία για την καταχώριση της ονομασίας «Φέτα», επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, όπως έχει ήδη επανειλημμένα αποφανθεί το Πρωτοδικείο, η νομολογία την οποία επικαλούνται οι προσφεύγουσες απορρέει κυρίως από υποθέσεις δικαίου αντιντάμπινγκ, ανταγωνισμού και κρατικών ενισχύσεων και δεν μπορεί να εφαρμοστεί στη διαδικασία καταχωρίσεως των προστατευόμενων ονομασιών δυνάμει του βασικού κανονισμού (διάταξη Molkerei Großbraunshain και Bene Nahrungsmittel κατά Επιτροπής, σκέψη 55 ανωτέρω), εφόσον ο κανονισμός αυτός δεν θεσπίζει ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις, σε κοινοτικό επίπεδο, υπέρ των ιδιωτών (διάταξη CSR Pampryl κατά Επιτροπής, σκέψη 55 ανωτέρω).
68 Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη νομολογία αυτή στη διάταξη της 26ης Οκτωβρίου 2000, C-447/98 P, Molkerei Großbraunshain και Bene Nahrungsmittel κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑9097, σκέψεις 71 έως 73· βλ., επίσης, υπ’ αυτή την έννοια, διάταξη της 30ής Ιανουαρίου 2002, La Conqueste κατά Επιτροπής, σκέψη 62 ανωτέρω, σκέψεις 43 και 44), αναφέροντας:
«71 Συγκεκριμένα, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 17 του [βασικού] κανονισμού ήταν παράνομη και ότι η ύπαρξη δικονομικών δικαιωμάτων, τα οποία εγγυάται ρητά στους ιδιώτες η οικεία ρύθμιση, ή η απλή συμμετοχή του ιδιώτη στη διαδικασία εκπονήσεως κανονιστικής πράξεως από κοινοτικό όργανο μπορεί να εξατομικεύσει τον ιδιώτη αυτό υπό την έννοια του άρθρου [230], τέταρτο εδάφιο, [ΕΚ], η άσκηση της ευχέρειας προβολής ενστάσεως, η οποία προβλέπεται στο πλαίσιο της συνήθους διαδικασίας καταχωρίσεως, δεν θα μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να έχει ως αποτέλεσμα να αναγνωριστεί το δικαίωμα των αναιρεσειουσών να ασκήσουν προσφυγή κατά της πράξεως που εκδόθηκε μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής.
72 Συναφώς τονίζεται κατ’ αρχάς ότι, κατά το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 3, του [βασικού] κανονισμού, ένσταση ενώπιον της Επιτροπής κατά της σχεδιαζόμενης καταχώρισης μπορεί να προβάλει μόνο ένα κράτος μέλος, εφόσον προηγουμένως του έχει υποβληθεί σχετική ένσταση από φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μπορεί να αποδείξει έννομο οικονομικό συμφέρον.
73 Εξάλλου, από το άρθρο 7, παράγραφος 5, του [βασικού] κανονισμού προκύπτει ότι, όταν στην Επιτροπή έχει υποβληθεί παραδεκτή ένσταση, το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη που έχουν προβάλει ένσταση για την καταχώριση αντιπαρατίθενται, κατά τη διαδικασία της ενστάσεως, προς το κράτος μέλος που έχει ζητήσει την καταχώριση. Συγκεκριμένα, δυνάμει της εν λόγω διατάξεως, τα «ενδιαφερόμενα κράτη μέλη» καλούνται να επιδιώξουν την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ τους και, αν το επιτύχουν, να κοινοποιήσουν τη συμφωνία στην Επιτροπή.»
69 Επομένως, το επιχείρημα που αντλείται από την ύπαρξη διαδικαστικών δικαιωμάτων δεν είναι ικανό να εξατομικεύσει τις προσφεύγουσες.
70 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, εφόσον ο προσβαλλόμενος κανονισμός συνιστά μέτρο γενικής ισχύος και οι προσφεύγουσες δεν θίγονται λόγω ορισμένων χωριστών ιδιοτήτων ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τις χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι τις εξατομικεύει, η προσφυγή είναι απαράδεκτη.
71 Το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να αναιρεθεί από το επιχείρημα των προσφευγουσών που αντλείται από την απαίτηση για αποτελεσματική δικαστική προστασία.
72 Κατά συνέπεια, εκτός από το ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να προβλέψουν ένα σύστημα ένδικων βοηθημάτων και διαδικασιών προκειμένου να εξασφαλίσουν τον σεβασμό του δικαιώματος για παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεν θα μπορούσε να ασκηθεί παραδεκτώς ευθεία προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του κοινοτικού δικαστή ακόμη και αν ήταν δυνατόν να αποδειχθεί, κατόπιν συγκεκριμένου ελέγχου από αυτόν των εθνικών δικονομικών κανόνων, ότι οι κανόνες αυτοί δεν επιτρέπουν στον ιδιώτη την άσκηση ένδικου βοηθήματος με το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει το κύρος της προσβαλλόμενης κοινοτικής πράξεως (διάταξη του Δικαστηρίου της 12ης Δεκεμβρίου 2003, C-258/02 P, Bactria κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. Ι‑15105, σκέψη 58). Το Δικαστήριο έχει διασαφηνίσει ότι, όσον αφορά την προϋπόθεση του ατομικού συμφέροντος που απαιτεί το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, αν αληθεύει ότι η προϋπόθεση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αρχής της παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων περιστάσεων που είναι δυνατό να εξατομικεύουν τον προσφεύγοντα, η ερμηνεία αυτή δεν είναι δυνατόν να καταλήξει στο να μη λαμβάνεται υπόψη η εν λόγω προϋπόθεση, η οποία ρητώς προβλέπεται στη Συνθήκη, χωρίς να υπάρξει υπέρβαση των αρμοδιοτήτων που αναγνωρίζει στα κοινοτικά δικαστήρια. Επομένως, αν δεν πληρούται η προϋπόθεση αυτή, σε καμία περίπτωση δεν είναι παραδεκτή η προσφυγή ακυρώσεως που ασκεί κατά κανονισμού ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο (απόφαση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 42 ανωτέρω, σκέψεις 36 και 37).
73 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν αφορά ατομικά τις προσφεύγουσες υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ και ότι, επομένως, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
74 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι υπάρχει σχετικό αίτημα της Επιτροπής, οι προσφεύγουσες, οι οποίες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά τους έξοδα καθώς και στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.
75 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Εν προκειμένω, η Ελληνική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά τους έξοδα.
76 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 4, τρίτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, οι παρεμβαίνοντες, εξαιρέσει των κρατών μελών και των οργάνων της Κοινότητας, μπορούν να καταδικαστούν να φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Εν προκειμένω, η ΣΕΒΓΑΠ πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά της έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Οι προσφεύγουσες φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα καθώς και τα έξοδα της Επιτροπής.
3) Η Ελληνική Δημοκρατία, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας και ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (ΣΕΒΓΑΠ) φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Λουξεμβούργο, 6 Ιουλίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
J. Azizi
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Top