ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-117/88 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, επιχείρηση εμπορίας υφασμάτων, εισήγαγε, κατά το διάστημα μεταξύ Μαρτίου 1980 και Μαρτίου 1981, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υφάσματα από τις Κάτω Χώρες χωρίς να καταβάλει δασμούς. Επειδή η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να προσκομίσει έγγραφα αποστολής από τα οποία να προκύπτει ότι επρόκειτο για εμπορεύματα καταγόμενα από την Κοινότητα ή για εμπορεύματα καταγόμενα από τρίτες χώρες, ευρισκόμενα όμως σε ελεύθερη κυκλοφορία· εντός της Κοινότητας, οι γερμανικές αρχές της ζήτησαν να καταβάλει, ως συνοφειλέτρια ( « weitere Zollschuldnerin » ), εισαγωγικούς δασμούς ύψους 29890,90 γερμανικών μάρκων (DM).
2.
Πράγματι, οι γερμανικές αρχές αρνήθηκαν να δεχθούν ως έγκυρες αποδείξεις τις δηλώσεις και τα έγγραφα που υπέβαλε η προσφεύγουσα, με τις οποίες ο ολλανδός προμηθευτής πιστοποιούσε ότι τα εμπορεύματα κατάγονται από την Κοινότητα εντός της οποίας ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία· γερμανικές αρχές έκριναν ότι, κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3), το στοιχείο αυτό μπορεί να αποδειχθεί μόνο με έγγραφο διαμετακομίσεως Τ2 ή T2L που να αφορά τα συγκεκριμένα εμπορεύματα.:
3.
Καίτοι το Finanzegericht Düsseldorf, όπως και η προσφεύγουσα, φρονεί ότι πρέπει να επιτραπούν και άλλα αποδεικτικά μέσα, πέραν των προαναφερθέντων εγγράφων, ώστε να διασφαλιστεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 9, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, τα επιχειρήματα που διατύπωσαν οι γερμανικές αρχές, στηριζόμενες στο γράμμα του κανονισμού 222/77 του δημιούργησαν ορισμένες αμφιβολίες ως προς την ορθότητα αυτής της απόψεως. Για το λόγο αυτό υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας έχει μήπως την έννοια οτι τα εμπορεύματα δεν μπορούν να θεωρούνται ως καταγόμενα από κράτος μέλος και, κατά συνέπεια, να απαλλάσσονται από τους δασμούς, παρά μόνο όταν αυτό προκύπτει από έγγραφο διαμετακομίσεως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 4, και του άρθρου 9 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 222/77; »
4.
Η Διάταξη του Finanzgericht Düsseldorf πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Απριλίου 1988.
5.
Κατά το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις, στις 4 Ιουλίου 1988 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Jörn Sack, στις 6 Ιουλίου 1988 η γερμανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Martin Seidel, και στις 19 Ιουλίου 1988 η ισπανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Javier Conde de Saro, γενικό διευθυντή της συντονιστικής υπηρεσίας για νομικά και θεσμικά θέματα των Κοινοτήτων, και από τον Rafael García-Valdecasas y Fernández, προϊστάμενο της νομικής υπηρεσίας για το Δικαστήριο.
6.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στη προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
7.
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας το Δικαστήριο, με απόφαση της 7ης Ιουνίου 1989, ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο τέταρτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
8.
Η Επιτροπή παρατηρεί, καταρχάς, ότι τα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης συνιστούν διατάξεις αρχής η εφαρμογή των οποίων πρέπει να διασφαλισθεί με διατάξεις του παραγώγου κοινοτικού δικαίου ή, αν ελλείπουν οι τελευταίες, με διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας. Μόνον με λεπτομερείς τελωνειακές διατάξεις θα μπορούσε να καθορισθεί το συγκεκριμένο περιεχόμενο της έννοιας « εμπορεύματα προελεύσεως κρατών μελών » ή της έννοιας « προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών που ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών». Βεβαίως, το παράγωγο δίκαιο δεν μπορεί να αντιβαίνει προς τις αρχές την εφαρμογή των οποίων οφείλει να διασφαλίζει. Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτό δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση.
9.
Συγκεκριμένα, οι διατάξεις εφαρμογής των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης ΕΟΚ περιέχονται στον κανονισμό 222/77. Σκοπός του εν λόγω κανονισμού είναι να διευκολύνει τη μεταφορά εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας παρακάμπτοντας τις διαφορετικές εθνικές διαδικασίες που θα έπρεπε, σε εναντία περίπτωση, να εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή και εξαγωγή των εμπορευμάτων. Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί αν ο εν λόγω κανονισμός επιτρέπει μόνο τα προβλεπόμενα από τον ίδιο έγγραφα Τ2 και T2L προς απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα ενός εμπορεύματος.
10.
Η Επιτροπή παρατηρεί σχετικώς ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 3, του εν λόγω κανονισμού, η διαδικασία της κοινοτικής διαμετακομίσεως εφαρμόζεται υποχρεωτικώς επί όλων των εμπορευμάτων που διακινούνται μεταξύ δύο σημείων της Κοινότητας. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τα « κοινοτικά εμπορεύματα » ( δηλαδή τα εμπορεύματα που πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης ΕΟΚ) από το άρθρο 39 του εν λόγω κανονισμού προκύπτει ότι πρέπει να έχουν περιληφθεί σε δήλωση Τ2 για να μπορούν να διακινούνται κατά τη διαδικασία της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.
11.
Το τεκμήριο που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 222/77, εκτός από το ότι υπογραμμίζει την ανάγκη χρησιμοποιήσεως καταρχήν του εγγράφου Τ2 προκειμένου να αποδειχθεί ο κοινοτικός χαρακτήρας των εμπορευμάτων, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην παρούσα υπόθεση, καθόσον τα εν λόγω εμπορεύματα δεν διακινήθηκαν μεταξύ Κάτω Χωρών και Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατά τη διαδικασία της κοινοτικής διαμετακομίσεως.
12.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει, επίσης, ότι καίτοι, δυνάμει ορισμένων εξαιρετικών διατάξεων, όπως π. χ. των διατάξεων των άρθρων 48 και 49 του κανονισμού 222/77, απλές επίσημες ή ιδιωτικές δηλώσεις αρκούν προς απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα ενός εμπορεύματος, ωστόσο, το στοιχείο αυτό υπογραμμίζει ότι, κατά κανόνα, η σχετική απόδειξη πρέπει να συνάγεται από τα προβλεπόμενα έγγραφα της κοινοτικής διαμετακομίσεως.
13.
Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις που ειδικώς αναφέρονται στον κανονισμό 222/77, οι σχετικές με τη διαδικασία της κοινοτικής διαμετακομίσεως διατάξεις δεν έχουν μεν εφαρμογή αλλά, ακόμα και στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται η προσκόμιση κοινοτικού εγγράφου αποστολής, προκειμένου να εφαρμοστούν οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων ( βλέπε άρθρο 47 ).
14.
Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 του κανονισμού 222/77 και τα άρθρα 69 επ. του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 223/73 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1976 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/012, σ. 27), το προβλεπόμενο σχετικώς έγγραφο ( έγγραφο T2L ) μπορεί να χορηγηθεί εκ των υστέρων από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους όπου ευρίσκεται το σημείο αναχωρήσεως του εμπορεύματος. Προς τούτο, ο αιτών οφείλει απλώς να αποδείξει, καταλλήλως, έναντι των τελωνειακών αρχών του εν λόγω κράτους μέλους τον κοινοτικό χαρακτήρα του εμπορεύματος χρησιμοποιώντας κάθε διαθέσιμο αποδεικτικό μέσο. Αντιθέτως, οι αρχές του κράτους μέλους στο οποίο εισήχθησαν τα εμπορεύματα δεν μπορούν, καταρχήν, να δεχθούν οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο εκτός από τα έγγραφα Τ2 και T2L ούτε, ιδίως, να αναγνωρίσουν ως αποδεικτικό μέσο ενδεχόμενες δηλώσεις των προμηθευτών. Η κανονιστική αυτή ρύθμιση δικαιολογείται από το γεγονός ότι αρμόδιες να αποφανθούν επί του αληθούς χαρακτήρα του εμπορεύματος είναι οι αρχές εκείνες που έχουν περισσότερο τη δυνατότητα να κρίνουν το βάσιμο των προτεινομένων αποδεικτικών στοιχείων, δηλαδή οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους προελεύσεως του εμπορεύματος.
15.
Κατά την Επιτροπή, οι λόγοι αυτοί οδήγησαν το Δικαστήριο, στην απόφαση του της 22ας Οκτωβρίου 1970, Craeynest ( 12/70, Sig. 1970, σ. 905 ), που αναφερόταν στις ισχύουσες πριν από την εισαγωγή της διαδικασίας της κοινοτικής διαμετακομίσεως διατάξεις, να αποφανθεί ότι «... οι εισαγωγείς εμπορευμάτων προερχομένων από άλλο κράτος μέλος δεν μπορούν να επικαλεστούν τις ευεργετικές διατάξεις του ενδοκοινοτικού συστήματος παρά μόνο για τα εμπορεύματα εκείνα που καλύπτονται με το πιστοποιητικό DD4 » και ότι ο κανόνας αυτός ισχύει «... μολονότι η κοινοτική προέλευση του συγκεκριμένου προϊόντος μπορεί να αποδειχθεί και με άλλα μέσα εκτός του εν λόγω πιστοποιητικού ». Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι αρχές που συνάγονται από την εν λόγω απόφαση ισχύουν, επίσης, και για τα έγγραφα που προβλέπει η διαδικασία κοινοτικής διαμετακομίσεως.
16.
Η γερμανική κυβέρνηση παρατηρεί, καταρχάς, ότι μολονότι τα ουσιαστικά κριτήρια για την εκτίμηση του κοινοτικού χαρακτήρα ενός εμπορεύματος προκύπτουν από τις διατάξεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης EOK και μόνο, ωστόσο, ο τρόπος κατά τον οποίο πρέπει να αποδειχθεί ο χαρακτήρας αυτός προκύπτει από τον κανονισμό 222/77 του Συμβουλίου και τον κανονισμό 223/77 της Επιτροπής [ ο οποίος εκδόθηκε προς εφαρμογή του κανονισμού 222/77 και αντικαταστάθηκε κατόπιν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1062/87 της Επιτροπής].
17.
Οι διατάξεις των εν λόγω κανονισμών καθιερώνουν την αρχή « της αποδείξεως του αντιθέτου », κατά την οποία τα εμπορεύματα που εισάγονται κανονικώς στο έδαφος κράτους μέλους, κατόπιν διελεύσεως εσωτερικών συνόρων, θεωρούνται ως κοινοτικά εμπορεύματα, εκτός αν προσκομιστεί έγγραφο εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως (έγγραφο ΤΙ).
18.
Οι προϋποθέσεις της κανονικής μεταφοράς εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθορίζονται επακριβώς από τους ιδίους αυτούς κανονισμούς. Οι κανονισμοί αυτοί καθιερώνουν την αρχή της διακινήσεως του κοινοτικού εμπορεύματος υπό το καθεστώς της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. Οι εξαιρέσεις από την αρχή αυτή προβλέπονται ρητώς (άρθρα 1, παράγραφο 4, 41 και 48 του κανονισμού 222/77 ).
19.
Αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις κανονικότητας της μεταφοράς, η μόνη δυνατότητα που απομένει για την απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων είναι η εκ των υστέρων έκδοση του εγγράφου διαμετακομίσεως T2L ( άρθρο 9 του κανονισμού 222/77 ). Ειδικότερα, είναι τελείως αδύνατο να αποδειχθεί ο κοινοτικός χαρακτήρας των εμπορευμάτων διά της υποβολής άλλων δικαιολογητικών εγγράφων, εφόσον ο κανονισμός 222/77 και οι διατάξεις που ελήφθησαν προς εφαρμογή του απαριθμούν περιοριστικώς τους τρόπους αποδείξεως του κοινοτικού χαρακτήρα ενός εμπορεύματος. Σκοπός της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως είναι να διασφαλιστεί, στον τομέα της διακινήσεως εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών, η κατά αυστηρώς όμοιο τρόπο εφαρμογή των ενιαίων αποδεικτικών μέσων που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο και η μη χρησιμοποίση άλλων αποδεικτικών μέσων την αξία των οποίων δεν θα μπορούσαν, ή δύσκολα μόνο θα μπορούσαν να εκτιμήσουν τα κράτη μέλη.
20.
Η ίδια αυτή αρχή, την οποία διατύπωσε το Δικαστήριο στη προαναφερθείσα απόφαση του της 22ας Οκτωβρίου 1970, πρέπει, επίσης, να εφαρμοστεί, κατ' αναλογία, στην παρούσα υπόθεση.
21.
Η ισπανική κυβέρνηση αναφέρει, στις παρατηρήσεις της, τους διαφόρους τύπους εγγράφων που απαιτούνται από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση περί εσωτερικής διαμετακομίσεως (έγγραφα Τ2, T2L και Τ5) και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κοινοτική νομοθεσία καθιερώνει, γενικώς, την αρχή κατά την οποία, για όλα τα εμπορεύματα που διακινούνται υπό το καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως και, εν πάση περιπτώσει, κάθε φορά που τίθεται θέμα αποδείξεως του κοινοτικού τους χαρακτήρα, επιβάλλεται να χρησιμοποιούνται τα προβλεπόμενα σχετικώς έγγραφα.
22.
Κατ' εξαίρεση μόνο και σε σαφώς καθορισμένες και περιορισμένες περιπτώσεις, επιτρέπεται απόκλιση από τον κανόνα αυτό (π.χ., δυνάμει των άρθρων 55 και 56, καθώς και των άρθρων 62 και 63 του κανονισμού 223/77 ).
23.
Κατά συνέπεια, η κοινοτική νομοθεσία σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπει να αποδεικνύεται ή « καταγωγή » ενός εμπορεύματος ή το γεγονός ότι αυτό ευρίσκεται « σε ελεύθερη κυκλοφορία», με άλλο τρόπο εκτός από τα έγγραφα διαμετακομίσεως και τούτο ακόμη και στην περίπτωση που δεν υπάρχει διαμετακόμιση, καθόσον, για την περίπτωση αυτή, προβλέπεται το έγγραφο T2L, αποκλειστικός σκοπός του οποίου είναι να αποδεικνύει τον κοινοτικό χαρακτήρα του εμπορεύματος.
24.
Την αρχή αυτή διατύπωσε το Δικαστήριο στη προαναφερθείσα απόφαση του της 22ας Οκτωβρίου 1970.
25.
Η ισπανική κυβέρνηση τονίζει, επίσης, ότι ο δεσμευτικός χαρακτήρας των αποδεικτικών μέσων που προβλέπει η κοινοτική νομοθεσία προς απόδειξη της καταγωγής των εμπορευμάτων προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου, της 7ης Φεβρουαρίου 1979, Γαλλία κατά Επιτροπής ( 15/76 και 16/76, Sig. 1979, σ. 321 ).
Κ. Ν. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Top