ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-229/89 ( *1 )
Ι — Τα πραγματικά περιστατικά
1. Το ιστορικό νης διαφοράς
Η οδηγία 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160), προβλέπει τη βαθμιαία εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως. Εφαρμόζεται « επί του ενεργού πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων και των ανεξάρτητα εργαζομένων, των εργαζομένων των οποίων η δραστηριότητα έχει διακοπεί λόγω (...) μη ηθελημένης ανεργίας και επί των προσώπων που αναζητούν εργασία (...)»· η εν λόγω οδηγία αφορά τα νομικά συστήματα που διασφαλίζουν την προστασία από τους κινδύνους που απαριθμούνται στο άρθρο 3, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η αναπηρία και η ανεργία. Αναφέρει ότι « η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως, που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά (...) τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών ».
Τα κράτη μέλη όφειλαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να καταργήσουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήταν αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και να θεσπίσουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν με την οδηγία πριν από τις 22 Δεκεμβρίου 1984.
Η σχετική με τις παροχές ανεργίας βελγική νομοθεσία, η οποία εξακολούθησε να ισχύει μετά την ημερομηνία αυτή, επεφύλασσε, όσον αφορά τον υπολογισμό των παροχών, μία προτιμησιακή μεταχείριση στους ανέργους που είχαν την ιδιότητα του αρχηγού οικογενείας· δεδομένου ότι η κατηγορία αυτή αποτελείται κυρίως από άνδρες, η Επιτροπή έκρινε ότι η προτιμησιακή αυτή μεταχείριση καταλήγει σε έμμεση διάκριση βασιζόμενη στο φύλο. Με έγγραφο της 2ας Ιουνίου 1986, διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά την οποία το Βασίλειο του Βελγίου, διατηρώντας ένα σύστημα υπολογισμού των παροχών ανεργίας με το οποίο προκαλούνται έμμεσες και αντικειμενικά αδικαιολόγητες διακρίσεις σε βάρος των γυναικών δικαιούχων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
Το Βασίλειο του Βελγίου τροποποίησε τη νομοθεσία του με βασιλικό διάταγμα της 8ης Αυγούστου 1986 και υπουργική απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1987.
2. Η βελγική κανονιστική ρύθμιση
α) Η ασφάλιση κατά της ανεργίας
Το βελγικό σύστημα ασφαλίσεως κατά της ανεργίας χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο επιδόματα ανεργίας χωρίς χρονικό περιορισμό. Λαμβάνει υπόψη τις διάφορες κοινωνικές καταστάσεις χωρίζοντας τους δικαιούχους των επιδομάτων ανεργίας σε τρεις ομάδες:
—
εργαζόμενος συμβίών με σύζυγο ή σύσκηνο, γονέα ή τέκνο που δεν διαθέτει εισοδήματα ούτε από επάγγελμα ούτε από άλλες πηγές·
—
εργαζόμενος κατοικών μόνος·
—
εργαζόμενος συμβίών με πρόσωπο που έχει εισοδήματα.
Το ποσό των επιδομάτων υπολογίζεται σε συνάρτηση προς το τελευταίο, ανώτατο, εισόδημα από επάγγελμα και υποδιαιρείται σε τρία μέρη:
1)
ένα βασικό επίδομα που αντιστοιχεί στο 35 ο/ο του τελευταίου εισοδήματος· πάντως, μετά από δεκαοκτώ μήνες ανεργίας παρατεινόμενους κατά τρεις μήνες για κάθε έτος προηγούμενων επαγγελματικών παροχών, οι δικαιούχοι που ανήκουν στην τρίτη ομάδα δεν λαμβάνουν πλέον ένα κατ' αναλογία ποσό αλλά ένα κατ' αποκοπή επίδομα συνοδευόμενο από συμπλήρωμα στην περίπτωση κατά την οποία τα σωρευτικά μηνιαία επιδόματα των προσώπων που συγκατοικούν δεν φθάνουν ορισμένο ποσό·
2)
μία προσαύξηση 5 ο/ο του τελευταίου εισοδήματος για απώλεια του μοναδικού εισοδήματος, που αφορά τις δύο πρώτες ομάδες δικαιούχων·
3)
ένα συμπλήρωμά καθοριζόμενο στο 20 ο/ο του τελευταίου εισοδήματος για το σύνολο των επιδομάτων αλλά περιοριζόμενο στο πρώτο έτος ανεργίας γι' αυτούς που ανήκουν στη δεύτερη και τρίτη ομάδα. Συμπλήρωμα λόγω ηλικίας χορηγείται, μετά το πρώτο έτος ανεργίας, στους ηλικιωμένους ανέργους που αποδεικνύουν επαγγελματική δραστηριότητα είκοσι ετών.
Από αυτό προκύπτει ότι, χωρίς να ληφθεί υπόψη το συμπλήρωμα λόγω ηλικίας, τα μηνιαία ποσά που χορηγούνται κατανέμονται κατά τον εξής τρόπο, σύμφωνα με τους αριθμούς που έχουν ανακοινώσει οι βελγικές αρχές:
Ομάδα 1
Ομάδα 2
Ομάδα 3
πρώτο έτος
ανώτατο όριο
29 198
29 198
26 754
κατώτατο όριο
24 284
17 368
14 638
μετά από 12 μήνες
ανώτατο όριο
29 198
19 448
17 030
κατώτατο όριο
24 284
17 368
14 638
μετά από 18 μήνες
29 198
19 448
10 920
Όσον αφορά την ομάδα 3, μετά από 18 μήνες ενδεχομένως παραταθέντες, στην περίπτωση κατά την οποία τα εισοδήματα του συζύγου ή του συσκήνου υπερβαίνουν τις 600000 βελγικά φράγκα ( BFR ) κατ' έτος, το δικαίωμα επιδόματος αναστέλλεται μετά από ορισμένο αριθμό ετών ανεργίας που καθορίζεται βάσει της μέσης διάρκειας της ανεργίας στην περιοχή.
β) Ασφάλιση κατά της αναπηρίας
Το σύστημα που θεσπίστηκε με το βασιλικό διάταγμα της 30ής Ιουλίου 1986 μπορεί να συγκριθεί με εκείνο της ασφαλίσεως κατά της ανεργίας. Διακρίνει τρεις κατηγορίες δικαιούχων αποζημιώσεων λόγω αναπηρίας:
—
δικαιούχοι συμβιούντες με ένα ή περισσότερα προστατευόμενα πρόσωπα που δεν έχουν καθαρό εισόδημα ανώτερο από 19445 BFR μηνιαίως·
—
δικαιούχοι διαβιούντες μόνοι, χωρίς προστατευόμενα πρόσωπα, οι οποίοι χάνουν το μοναδικό τους εισόδημα·
—
δικαιούχοι συμβιούντες με πρόσωπο που έχει μηνιαίο καθαρό εισόδημα ίσο προς 19445 BFR τουλάχιστον.
Το ποσό της αποζημιώσεως είναι ανάλογο προς το τελευταίο ανώτατο εισόδημα· αντιπροσωπεύει το 65 ο/ο του εν λόγω εισοδήματος για την πρώτη ομάδα, το 45 ο/ο για τη δεύτερη ομάδα, το 40 ο/ο για την τρίτη ομάδα. Κατ' αυτό τον τρόπο, τα ημερήσια ποσά κατανέμονται ως εξής:
Ομάδα 1
Ομάδα 2
Ομάδα 3
ανώτατο όριο
1 857
1 238
1 238
κατώτατο όριο
1 064
851
785
Στις 17 Ιουλίου 1987, η Επιτροπή απηύθυνε προς το Βασίλειο του Βελγίου νέες παρατηρήσεις, εν συνεχεία της κριτικής που άσκησαν γυναικείες οργανώσεις και κατόπιν πολλών παραπόνων εξάλλου, η Επιτροπή έστρεψε την προσοχή της στο βασιλικό διάταγμα της 30ής Ιουλίου 1986, που τροποποιεί το σύστημα ασφαλίσεως κατά της αναπηρίας επεκτείνοντας στον τομέα αυτό ένα σύστημα υπολογισμού των παροχών παρόμοιο με αυτό που εφαρμόζεται στον τομέα της ασφαλίσεως κατά της ανεργίας.
Αφού εξέτασε την απάντηση, με έγγραφο της 17ης Σεπτεμβρίου 1987, των βελγικών αρχών, η Επιτροπή διατύπωσε, στις 20 Ιουνίου 1988, δυνάμει του άρθρου 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, αιτιολογημένη γνώμη διαπιστώνουσα ότι η νέα βελγική ρύθμιση περιορίστηκε σε ένα καθαρά τυπικό καλλωπισμό των νομοθετικών κειμένων, χωρίς εντούτοις να εξαφανίσει την έμμεση διάκριση που απορρέει από την πραγματική κατάσταση. Η Βελγική Κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 9ης Δεκεμβρίου 1988.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Το δικόγραφο της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Ιουλίου 1989. Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικώς.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε, στις 13 Ιουνίου 1990, να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της προθεσμίας του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ όλα τα αναγκαία μέτρα για την πλήρη και ακριβή εφαρμογή της οδηγίας αυτής και, ιδίως, διατηρώντας μέχρι σήμερα σε ισχύ ένα σύστημα υπολογισμού των επιδομάτων ανεργίας και των αποζημιώσεων λόγω αναπηρίας, προβλεπόμενο αντίστοιχα στο βασιλικό διάταγμα της 8ης Αυγούστου 1986 (που τροποποίησε το άρθρο 160 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963 ) και στο βασιλικό διάταγμα της 30ής Ιουλίου 1986 (που τροποποίησε τα άρθρα 226, δεύτερο εδάφιο, και 227, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος της 4ης Νοεμβρίου 1963), (σύστημα) το οποίο εισάγει έμμεσες και αντικειμενικά αδικαιολόγητες διακρίσεις σε βάρος των γυναικών δικαιούχων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη·
—
να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Το Βασίλειο του Βελγίου, καθού, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής ως αβάσιμη·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή είχε καταδείξει ήδη από το 1986 ότι κατά τον υπολογισμό των παροχών επιφυλασσόταν προτιμησιακή μεταχείριση στην κατηγορία των ανέργων που έχουν την ιδιότητα του αρχηγού οικογενείας. Αποκάλυπτε με αυτό μία έμμεση διάκριση βασιζόμενη στο φύλο καθόσον η κατηγορία αυτή αποτελείται, σε μεγάλο βαθμό, από άνδρες. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η κατάργηση του όρου « αρχηγός οικογενείας» στη νέα βελγική ρύθμιση δεν μεταβάλλει, εντούτοις, την πραγματική κατάσταση και ότι τα κείμενα ευνοούν την κατηγορία των εργαζομένων που έχουν υπό την προστασία τους πρόσωπα χωρίς εισοδήματα, σε βάρος των άλλων εργαζομένων. Λόγω της διατηρήσεως της κατανομής των εργαζομένων σε τρεις κατηγορίες, στις οποίες αντιστοιχούν διαφορετικοί συντελεστές επιδομάτων, της φαίνεται πρόδηλο ότι η κατάσταση των πρώην αρχηγών οικογενείας, κατηγορία που περιλαμβάνει κυρίως άνδρες, εξακολουθεί να πλεονεκτεί, ενώ η κατάσταση των πρώην συγκατοίκων, εργαζομένων που ζουν με έναν σύντροφο, σύσκηνο ή τέκνο που διαθέτει εισοδήματα, κατηγορία που περιλαμβάνει κυρίως γυναίκες, έχει ζημιωθεί. Ειδικότερα, η Επιτροπή θεωρεί ότι η μείωση της διάρκειας των περιόδων καταβολής επιδόματος ανεργίας και η αναστολή του δικαιώματος επιδομάτων από της εκδόσεως της υπουργικής αποφάσεως της 23ης Ιανουαρίου 1987 ζημιώνουν μόνο τους πρώην συγκατοίκους.
Ομοίως, η Επιτροπή θεωρεί ότι το σύστημα ασφαλίσεως κατά της αναπηρίας θίγει έμμεσα τις γυναίκες διότι, κατά τις στατιστικές, οι άνδρες αντιπροσωπεύουν το 69 % του συνολικού αριθμού των αναπήρων από τους οποίους το 57 ο/ο με προστατευόμενα πρόσωπα και, εξάλλου, το 91,71 ο/ο των αναπήρων με προστατευόμενα πρόσωπα είναι άνδρες ενώ οι ανάπηρες γυναίκες αντιπροσωπεύουν το 31 % του συνολικού αριθμού των αναπήρων, από αυτές δε το 8,29 % έχουν προστατευόμενα πρόσωπα. Ως προς το επικαλούμενο από τη Βελγική Κυβέρνηση γεγονός, ότι η κατάσταση αυτή είναι εξελισσόμενη, η Επιτροπή τονίζει ότι τίποτε δεν μπορεί να εγγυηθεί την κατεύθυνση της εξελίξεως αυτής και ότι η υφιστάμενη διάκριση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί λόγω της προβαλλομένης μελλοντικής της εξαφανίσεως.
Το Βασίλειο του Βελγίου απαντά ότι το εθνικό του σύστημα αποβλέπει στο να δίδεται, εντός των ορίων που κατ' ανάγκη επιβάλλουν οι δημοσιονομικοί πόροι, σε κάθε άτομο και χωρίς χρονικό περιορισμό, ένα επαρκές αναπληρωματικό εισόδημα, η δε κατανομή των διατιθεμένων ποσών μεταξύ των δικαιούχων ομάδων αποτελεί έκφραση της εννοίας της αλληλεγγύης. Θεωρεί ότι το σύστημα αυτό υπάγεται στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, έχει δε διορθωθεί με στοιχεία της κοινωνικής αρωγής που βασίζεται στην έννοια των αναγκών και στην έννοια της αλληλεγγύης, όπως είναι η λήψη υπόψη των οικογενειακών βαρών και των εισοδημάτων του συζύγου· ως προς το σημείο αυτό υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο ρητώς ανέφερε την έννοια των αναγκών στην απόφαση της 11ης Ιουνίου 1987, υπόθεση 30/85, Teuling (Συλλογή 1987, σ. 2523, σκέψη 22). Προσθέτει ότι, σε αντίθεση προς άλλα συστήματα των κρατών μελών, εξαιρέσει της Δανίας, το βελγικό σύστημα ασφαλίσεως κατά της ανεργίας χορηγεί επιδόματα χωρίς χρονικό περιορισμό, για κάθε πρόσωπο. Ενόψει της αυξήσεως των δαπανών ασφαλίσεως κατά της ανεργίας που οφείλεται στην αύξηση του αριθμού των ανέργων, η Βελγική Κυβέρνηση υποχρεώθηκε να επιλέξει ένα σύστημα το οποίο αποβλέπει στη διατήρηση του ύψους του επιδόματος για τον άνεργο που έχει προστατευόμενα πρόσωπα και το οποίο λαμβάνει υπόψη την ενίσχυση που αντιπροσωπεύουν για τον άνεργο τα εισοδήματα του συζύγου ή του συσκήνου. Ως προς την ασφάλιση κατά της αναπηρίας, η οποία έχει ως σκοπό να παρέχει ένα αναπληρωματικό εισόδημα, μετριάζεται από την αρχή της αλληλεγγύης αυτό εκφράζεται ιδίως με την προσαρμογή στην οικογενειακή κατάσταση.
Από νομική άποψη, η Βελγική Κυβέρνηση παραπέμπει στην ερμηνεία της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ στην οποία προέβη το Δικαστήριο, ιδίως, με τις αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1981, υπόθεση 96/80, Jenkins (Συλλογή 1981, σ. 911), και της 13ης Ιουλίου 1989, υπόθεση 171/88, Rinner ( Συλλογή 1989, σ. 2743).
Υπενθυμίζει ότι από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι το Δικαστήριο τεκμαίρει ότι υπάρχει διάκριση αν διαπιστώνεται η αποκλειστική ή σημαντικώς υπερτερούσα παρουσία των γυναικών στην κοινωνική ομάδα την πλέον ζημιούμενη' στο οικείο κράτος μέλος εναπόκειται να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό δικαιολογώντας την προσβαλλόμενη ρύθμιση με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων ξένων προς το φύλο.
Η Βελγική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η έμμεση διάκριση προϋποθέτει μία πολύ διαφορετική κατανομή των δύο φύλων στις ομάδες των δικαιούχων επιδομάτων ανεργίας και αποζημιώσεων λόγω αναπηρίας' σε περίπτωση που η ποσοστιαία διαφορά στην τρίτη ομάδα είναι πραγματική, δεν φαίνεται να είναι τοιαύτη ώστε να μπορεί να συναχθεί από αυτή έλλειψη ισορροπίας δυνάμενη να συγκαλύπτει έμμεση διάκριση.
Το καθού θεωρεί ότι η βελγική ρύθμιση βασίζεται σε αντικειμενικούς παράγοντες ξένους προς το φύλο και ότι η Επιτροπή δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα που να καθιστά δυνατή την αμφισβήτηση της.
Εξάλλου, η Βελγική Κυβέρνηση δεν αντιλαμβάνεται την κατ' αυτής αιτίαση ότι καθορίζει τις αποζημιώσεις σε συνάρτηση προς ποικίλα στοιχεία με αναφορά στον τελευταίως εισπραχθέντα μισθό' παρατηρεί ότι ορισμένος βαθμός αναλογικότητας φαίνεται δίκαιος και ότι, εξάλλου, λόγω του τρόπου υπολογισμού των αποζημιώσεων, το σύστημα μπορεί να θεωρηθεί ως σχεδόν κατ' αποκοπή. Αντιθέτως, ισχυρίζεται κατ' επανάληψη ότι τροποποίηση του συστήματος κατανομής, εντός των ορίων που επιβάλλουν οι δημοσιονομικοί πόροι, σε βάρος των προσώπων με οικογενειακά βάρη και αυτών που ζουν μόνοι τους, θα αποτελούσε αρνητικό μέτρο από κοινωνική άποψη. Παρατηρεί ότι ένα σύστημα στηριζόμενο αποκλειστικά στην ατομική ασφάλιση είναι δυσμενές για τις γυναίκες, λαμβάνοντας υπόψη τη συντομότερη επαγγελματική τους σταδιοδρομία και τα χαμηλότερα εισοδήματά τους έναντι των ανδρών.
Συνεπώς, κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, η διαφορά κατανομής των ανδρών και των γυναικών μεταξύ των τριών κατηγοριών δικαιούχων αντανακλά ένα κοινωνικό φαινόμενο, ουδαμώς προσιδιάζον στο Βέλγιο, κατά το οποίο ο αριθμός των επαγγελματικά δραστηριοποιημένων γυναικών είναι κατώτερος από αυτόν των ανδρών η Βελγική Κυβέρνηση δεν φρονεί ότι πρέπει να τροποποιηθεί το σύστημα προς μία κατεύθυνση λιγότερο δίκαιη από κοινωνική άποψη, προκειμένου να εκλείψει το αποτέλεσμα ενός κοινωνικού φαινομένου στην κατανομή των επιδομάτων ανεργίας και των αποζημιώσεων λόγω αναπηρίας.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει τις θεμελιώδεις αρχές στον τομέα της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών και, ιδίως, την απαγόρευση των εμμέσων διακρίσεων, στις οποίες ρητώς αναφέρεται το άρθρο 4, της οδηγίας 79/7, υπό τη μορφή συσχετισμού με την οικογενειακή κατάσταση, ιδίως στην περίπτωση των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου.
Προσθέτει ότι, όπως έχει διατυπωθεί με αυτή τη διάταξη, η έννοια της έμμεσης διάκρισης απηχεί την έννοια της « συγκαλυμμένης διάκρισης » που αναφέρεται από το Δικαστήριο σε άλλους τομείς. Η ίδια δε η Επιτροπή, στην προσωρινή της έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ ανέφερε «ότι ένα τεκμήριο έμμεσης διάκρισης μπορεί να ληφθεί υπόψη αφής ένα μέτρο, φαινομενικά ουδέτερο, πλήττει, στην πραγματικότητα, κατά κύριο λόγο, τους εργαζομένους ορισμένου φύλου, χωρίς να πρέπει να αποδειχθεί η πρόθεση διακρίσεως » · η Επιτροπή αναφέρει υπό την ιδία έννοια το άρθρο 5 της προτάσεως οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με το βάρος αποδείξεως (ΕΕ 1988, C 176, σ. 5).
Ως προς τις αντικειμενικές δικαιολογίες που μπορούν να καλύπτουν την έμμεση διάκριση, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι κατά τη νομολογία πρέπει να ερμηνεύονται στενώς και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Κ Επιτροπή θεωρεί ότι έλαβε υπόψη την αρχή αυτή, όσον αφορά τις προσαυξήσεις για προστατευόμενα πρόσωπα, στην προαναφερθείσα προσωρινή της έκθεση και ότι το Δικαστήριο την εφάρμοσε στην προαναφερθείσα απόφαση Teuling (σκέψεις 16 έως 18).
Υπό το φως των γενικών αυτών σκέψεων, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ύπαρξη της έμμεσης διάκρισης στο πλαίσιο των επίμαχων βελγικών συστημάτων είναι αναμφισβήτητη. Διαπιστώνει ότι, παρά την ανακρίβεια των βελγικών στατιστικών στον εν λόγω τομέα, η μεγάλη πλειοψηφία των γυναικών που δικαιούνται επιδομάτων ανεργίας ή αποζημιώσεων λόγω αναπηρίας εμπίπτουν στην τρίτη ομάδα που είναι η λιγότερο ευνοούμενη ( 79,7 ο/ο για τα επιδόματα ανεργίας και 69,1 % για τις αποζημιώσεις λόγω αναπηρίας ), ενώ μία μειονότητα μόνο περιλαμβάνεται στην πρώτη ομάδα, την πλέον ευνοούμενη (αντίστοιχα 12,7 % και 17,2 % ). Τέλος, προσθέτει ότι οι άνδρες και γυναίκες άνεργοι που περιλαμβάνονται σε κάθε μία από τις τρεις ομάδες κατανέμονται με τις ακόλουθες αναλογίες: πρώτη ομάδα, 68 0/0 άνδρες και 32 ο/ο γυναίκες· δεύτερη ομάδα, 59 % άνδρες και 41 % γυναίκες· τρίτη ομάδα, 25 % άνδρες και 75 ο/ο γυναίκες.
Η Επιτροπή αναφέρει ότι η εισαγωγή διακρίσεων με τα προσβαλλόμενα συστήματα επιβεβαιώθηκε από τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτά εφαρμόστηκαν: εν συνεχεία της πρώτης αιτιολογημένης γνώμης του 1986, το Βασίλειο του Βελγίου ανασκεύασε τις εν λόγω διατάξεις διευκρινίζοντας. « ότι είχαν ληφθεί υπόψη ιδίως οι παρατηρήσεις που περιλαμβάνονταν στην αιτιολογημένη γνώμη » · εξάλλου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η εισαγωγή παρόμοιου συστήματος στον τομέα των αποζημιώσεων λόγω αναπηρίας, τομέας στον οποίο δεν αναφερόταν η πρώτη αιτιολογημένη γνώμη, συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως του « standstill » που συνεπάγεται κάθε οδηγία.
Τέλος, θεωρεί ότι το νέο σύστημα επιδομάτων ανεργίας επιδεινώνει την κατάσταση των γυναικών ανέργων, καθόσον η μείωση των επιδομάτων έχει επιταθεί. Πράγματι, εκθέτει η Επιτροπή, οι άνεργοι της τρίτης κατηγορίας δεν μπορούν να αποδείξουν την απώλεια ενός μοναδικού εισοδήματος και λαμβάνουν, κατά το πρώτο έτος ανεργίας, μόνον' το 55 % του απολεσθέντος μισθού. Κατά τη διάρκεια των έξι επομένων μηνών, χάνουν το συμπλήρωμα προσαρμογής, το δε επίδομα περιορίζεται στο 35 ο/ο του απολεσθέντος μισθού. Κατά την τρίτη περίοδο, το επίδομα κατέρχεται στο κατ' αποκοπή ποσό που έχει καθοριστεί σε 10920 BFR μηνιαίως. Κατά την Επιτροπή, αυτό συνεπάγεται απώλεια εισοδήματος 1,4% του μισθού κατά την πρώτη περίοδο, 2,6 % κατά τη δεύτερη περίοδο και πλέον των 8000 BFR κατά την τρίτη περίοδο, σε σχέση προς την παλαιά ρύθμιση' η Επιτροπή αναφέρει ότι η διάρκεια της δεύτερης περιόδου συντομεύθηκε και ότι το νέο σύστημα περί ανεργίας μακράς διαρκείας πλήττει αποκλειστικώς τους δικαιούχους της τρίτης κατηγορίας.
Ως προς την ύπαρξη ενδεχομένως αντικειμενικών λόγων, η Επιτροπή θεωρεί καταρχάς ότι η κοινωνιολογική πραγματικότητα την οποία ανέφερε η Βελγική Κυβέρνηση δεν μπορεί να δικαιολογήσει μεταχείριση εισάγουσα διακρίσεις· κάθε άλλο μάλιστα. Αναφερόμενη στην απόφαση Teuling, παρατηρεί ότι οι προσαυξήσεις για οικογενεικά βάρη δεν εμφανίζουν, ούτε ως προς τη σύλληψη τους ούτε ως προς τις λεπτομέρειες τους, καμία σχέση καταλληλότητας, αναγκαιότητας και αντιστοιχίας προς τον σκοπό της διασφαλίσεως στους δικαιούχους ενός κατωτάτου ορίου διαβιώσεως.
Κατά την Επιτροπή, ο υπολογισμός των προσαυξήσεων σε ποσοστά του τελευταίου εισοδήματος έχει ως αποτέλεσμα να αντισταθμίζεται το βάρος της συγκατοικήσεως όχι σε μία κατ' αποκοπή και ακριβοδίκαιη βάση αλλά σε μία μεταβαλλόμενη ανάλογα με τα άτομα βάση, σε συνάρτηση προς τον τελευταίο τους μισθό, χωρίς να διασφαλίζεται η σχέση προς τον σκοπό τον οποίο νομίμως μπορεί να επιδιώξει η προσαύξηση των παροχών, συνδεόμενη με την ύπαρξη προστατευομένων προσώπων. Η Επιτροπή δεν δέχεται ως λυσιτελές το βελγικό επιχείρημα ότι το σύστημα είναι « σχεδόν κατ' αποκοπή »: πρώτον, το σύστημα αυτό δεν εμποδίζει ώστε, ενόψει του ποσοστού του επιδόματος ανεργίας που χορηγείται στους δικαιούχους της τρίτης κατηγορίας, οι διαφορές μεταξύ των ανωτάτων και κατωτάτων ποσών σε σχέση προς την πρώτη κατηγορία να μπορούν να είναι ουσιώδεις' δεύτερον, ο καθορισμός του ανωτάτου ορίου πραγματοποιείται βάσει εργασίας πλήρους απασχολήσεως, ενώ μεγάλος αριθμός γυναικών εργάζονται με μερική απασχόληση' τρίτον, το ανώτατο όριο καθορίζεται σε τέτοιο επίπεδο ώστε να αφορά μόνο ένα μέρος των ανδρών ανέργων μακράς διαρκείας.
Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με την ερμηνεία που δίνει το Βέλγιο στην απόφαση Teuling, η οποία θα δικαιολογούσε το να λαμβάνει υπόψη του το κράτος μέλος, προκειμένου να ελέγχει τις κοινωνικές του δαπάνες, τις ανάγκες των προσώπων με οικογενειακά βάρη σε σχέση προς τις ανάγκες των προσώπων που ζουν μόνα τους. Κατά την Επιτροπή, το Δικαστήριο, στην υπόθεση αυτή, περιορίζεται να αναγνωρίσει ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν αντιτίθεται σε μία σφαιρική μείωση της κοινωνικής προστασίας, η οποία επιβάλλεται από δημοσιονομικές πιέσεις, εφόσον η μείωση αυτή δεν εισάγει διακρίσεις. Αντιθέτως, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι δημοσιονομικές δυσχέρειες δεν επιτρέπουν τη λήψη μέτρων που είναι αντίθετα προς το κοινοτικό δίκαιο ( απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1984, υπόθεση 238/82, Duphar, Συλλογή 1984, σ. 523 ).
Ως προς το επιχείρημα που αντλείται από τη λήψη υπόψη των διαφορετικών κοινωνικών καταστάσεων, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό καθόσον πρόκειται για αναγνωρισμένες διαφορές, πράγμα που δεν συμβαίνει στην περίπτωση των προσαυξήσεων για προστατευόμενα πρόσωπα. Εξάλλου, οι εν λόγω καταστάσεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, κατ' εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, στον απολύτως αναγκαίο βαθμό.
Τέλος, κατά την Επιτροπή, δεν είναι εύλογο να γίνει αναφορά σε κάποια αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης' είναι μεν αληθές ότι το κοινοτικό δίκαιο αφήνει στα κράτη μέλη πλήρη αυτονομία ως προς τις βασικές αρχές που διέπουν τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως αλλά είναι επίσης βέβαιο ότι η άσκηση της αυτονομίας αυτής περιορίζεται από την τήρηση των θεμελιωδών αρχών, μεταξύ των οποίων η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών.
Εξάλλου, η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι παράδοξη η εμμονή στο γεγονός ότι στο βελγικό σύστημα τα επιδόματα ανεργίας χορηγούνται χωρίς χρονικό περιορισμό· πράγματι, ένα μέτρο αποκλεισμού μπορεί να πλήττει μόνο τον συμβιούντα, χωρίς οικογενειακά βάρη, ηλικίας κάτω των 50 ετών που βρίσκεται σε πλήρη ανεργία, ο οποίος λαμβάνει μόνον το κατ' αποκοπή επίδομα της τρίτης περιόδου, αρκεί το καθαρό φορολογούμενο εισόδημα της οικογενείας της οποίας αποτελεί μέλος να είναι κατώτερο από ορισμένο ανώτατο όριο· η Επιτροπή θεωρεί ότι η τεχνική αυτή πλήττει κυρίως τις γυναίκες.
Γενικότερα, η Επιτροπή καταλήγει τονίζοντας ότι η επαλήθευση της υπάρξεως αντικειμενικών λόγων συνεπάγεται τη στάθμιση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και ενός συμφέροντος θεωρούμενου ότι έχει προτεραιότητα.
Αυτό συνεπάγεται ότι το κράτος μέλος μπορεί ενδεχομένως να μη προβεί, εντός των προβλεπομένων προθεσμιών, στην κατάργηση των υφισταμένων διακρίσεων. Η περίπτωση αυτή διακρίνεται, κατά την άποψη της Επιτροπής, από αυτή κατά την οποία ένα κράτος μέλος, μετά τη λήξη της προθεσμίας που καθορίζεται από την οδηγία, ενισχύει τις προϋφιστάμενες διακρίσεις και εισάγει τις ίδιες διακρίσεις σε τομέα όπου προηγουμένως δεν υφίσταντο.
Η Κυβέρνηοη του Βασιλείου νου Βελγίου αμφισβητεί την εκ μέρους της Επιτροπής παρουσίαση της κατανομής των ανέργων ανδρών και γυναικών εντός των τριών ομάδων. Θεωρεί ότι από μία και μόνο σύγκριση της κατανομής των ανδρών ανέργων στις τρεις ομάδες, με την ανάλογη κατανομή των γυναικών ανέργων στις ίδιες ομάδες, δίνει μία ακριβή εικόνα της καταστάσεως. Κατά τη μέθοδο αυτή, η κατανομή θα ήταν η ακόλουθη: πρώτη ομάδα, 41,2 % άνδρες και 12,7 % γυναίκες· δεύτερη ομάδα, 17,1 ο/ο άνδρες και 7,6% γυναίκες τρίτη ομάδα, 41,7 % άνδρες και 79,7% γυναίκες. Υπό τις συνθήκες αυτές, αμφιβάλλει ως προς το ότι τα 79,7 % των γυναικών της ομάδας 3 αποτελούν ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό από το 41,7% των ανδρών στην ίδια ομάδα και ότι αυτό καθιστά αυτόματα δυνατό το συμπέρασμα περί της υπάρξεως διακρίσεων.
Η Βελγική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι η τροποποίηση της καταστάσεως της ομάδας 3 στον τομέα της ανεργίας θίγει μόνο τις γυναίκες ανέργους και ότι προκύπτει από τις αυξημένες επιβαρύνσεις της κοινωνικής ασφαλίσεως εν συνεχεία της οικονομικής κρίσεως. Θεωρεί ότι η τροποποίηση των συστημάτων περί ανεργίας και αναπηρίας δεν έχει επιπτώσεις στην ένδικη διαφορά, δεδομένου ότι το ζήτημα είναι αν τα συστήματα αυτά είναι εύλογα, συνεπή και αν δικαιολογούνται από παράγοντες ξένους προς κάθε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο. Θεωρεί, ιδίως, ότι η προβαλλόμενη υποχρέωση του « standstill » που επικαλείται η Επιτροπή είναι ξένη προς την ένδικη διαφορά. Συνεπώς, του αρκεί να υπενθυμίσει ότι το Δικαστήριο έκρινε, στην απόφαση Teuling, ότι η επιδείνωση της καταστάσεως μιας ομάδας δικαιούχων δεν είναι, καθαυτή, αντίθετη προς την οδηγία 79/7.
Ως προς την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το ισχύον εντός του κράτους σύστημα πρέπει να ανταποκρίνεται σε ένα θεμιτό σκοπό κοινωνικής πολιτικής, δεδομένου ότι τα~-μέσα προσαρμόζονται προς τον σκοπό αυτό. Διαπιστώνει ότι η Επιτροπή αμφισβητεί μόνο το σύστημα των επιδομάτων ανεργίας περιοριζόμενη στην κριτική ορισμένων σχετικών στοιχείων χωρίς να τα παρεμβάλει σ' ολόκληρο το σύστημα.
Προκειμένου για τον υπολογισμό σε συνάρτηση προς το τελευταίο εισόδημα, η Βελγική Κυβέρνηση δεν μπορεί να δεχθεί ότι μόνο ένα κατ' αποκοπή και ακριβοδίκαιο σύστημα προσαυξήσεως είναι σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο. Διαπιστώνει ότι η Επιτροπή δεν απαντά στην προβληθείσα από το Βέλγιο δικαιολογία και ότι, εξάλλου, αυτή αναγνωρίζει ότι ένα όχι αμελητέο μέρος των ανδρών ανέργων δεν φθάνουν το ανώτατο ποσό επιδομάτων (29198 BFR): αυτό επιβεβαιώνει ότι το σύστημα δεν εισάγει διακρίσεις.
Προκειμένου για την εγγύηση του κατωτάτου ορίου των ατομικών πόρων, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η σύγκριση πρέπει να γίνει μεταξύ του επιδόματος που λαμβάνει αυτός που ζει μόνος και του επιδόματος αυτού που έχει προστατευόμενο πρόσωπο το ποσό που χορηγείται στον δικαιούχο επιδόματος της τρίτης κατηγορίας δεν μπορεί να ληφθεί ως βάση προσαυξήσεως χορηγουμενης για προστατευόμενο πρόσωπο: πράγματι, στο ποσό που χορηγείται στον δικαιούχο επιδόματος της τρίτης κατηγορίας λαμβάνεται υπόψη ένας ειδικός παράγοντας, εν προκειμένω τη βοήθεια που συνιστά, για την οικογένεια, το εισόδημα του συζύγου. 'Ετσι, προκειμένου να διασφαλιστεί ένα κατώτατο όριο πόρων για την οικογένεια, το σύστημα λαμβάνει υπόψη αφενός τα επιπλέον βάρη της οικογενείας της πρώτης κατηγορίας σε σχέση προς αυτόν που ζει μόνος και αφετέρου τα εισοδήματα του συμβιούντος για τον δικαιούχο της τρίτης κατηγορίας.
Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, η μη λήψη υπόψη των εισοδημάτων του συζύγου θα κατέληγε σε μία άδικη κατάσταση σε βάρος του συμβιούντος με προστατευόμενο πρόσωπο και αυτού που ζει μόνος.
Πάντως, προσθέτει, η λήψη υπόψη των εισοδημάτων του συζύγου είναι πιο αισθητή στο πλαίσιο του συστήματος ανεργίας απ' ό,τι στο πλαίσιο του συστήματος αποζημιώσεως· στη δεύτερη περίπτωση, πρόκειται για την εξασφάλιση ενός αναπληρωματικού εισοδήματος, του οποίου η γενεσιουργός αιτία έγκειται σε προσωπικό φυσικό μειονέκτημα. Επίσης, στη Βελγική Κυβέρνηση φαίνεται εύλογο το να αποφευχθεί μία υπερβολικά αρνητική επίπτωση της αρχής της αλληλεγγύης επί της αντισταθμίσεως αυτού του μειονεκτήματος. Αντιθέτως, η απώλεια της εργασίας θέτει ένα κοινωνικοοικονομικό πρόβλημα επομένως, κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, πρέπει να αντιμετωπιστεί υπό το πρίσμα των εισοδημάτων της οικογενείας· αυτός δε είναι ο λόγος για τον οποίο παρεμβαίνει η κοινωνική αλληλεγγύη.
Εξάλλου, αν η Βελγική Κυβέρνηση δεν κάλυπτε την ανεργία μακράς διάρκειας για τους συμβιούντες, των οποίων ο σύζυγος έχει εισοδήματα, επισημαίνει ότι οι εν λόγω συμβιούντες θα υφίσταντο την κατάργηση του επιδόματος τους μετά από δύο έτη ανεργίας' κατά τη γνώμη της αυτό θα έπληττε κυρίως τις γυναίκες.
Τέλος, η Βελγική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι κάθε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως βασίζεται σε μία αξιολογική κρίση' θεωρεί ότι η Επιτροπή υποστηρίζει μία συγκεκριμένη επιλογή κοινωνικής πολιτικής κατά την οποία, οσάκις το κοινωνικό επίδομα υπολογίζεται σε συνάρτηση προς το τελευταίο εισόδημα, θα πρέπει να καθορίζεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα εισοδήματα του συζύγου. Θεωρεί ότι η κατ' αυτόν τον τρόπο ανάγνωση του άρθρου 4 της οδηγίας 79/7 είναι αμφισβητήσιμη.
Gordon Slynn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Top