ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΟ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-116/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας όίκης και νομικό πλαίσιο
Η BayWa αγοράζει βασικούς σπόρους από Γερμανούς καλλιεργητές, τους οποίους εν συνεχεία πωλεί σε επιχειρήσεις πολλαπλασιασμού, εγκατεστημένες στην Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία, οι οποίες παράγουν σπόρους συγκομιδής. Οι εν λόγω σπόροι συγκομιδής μεταπωλούνται εν συνεχεία στην BayWa, η οποία τους εισάγει στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Η BayWa υποχρεούται επίσης να καταβάλλει στους Γερμανούς καλλιεργητές, πριν από τις 31 Μαΐου του επομένου έτους της συγκομιδής, δικαιώματα αδείας υπολογιζόμενα ανάλογα με την ποσότητα σπόρων συγκομιδής που έχει παραχθεί στις τρίτες χώρες.
Με απόφαση της 27ης Μαΐου 1985, το Zollamt (Τελωνείο) του Fürth im Wald συμπεριέλαβε στη δασμολογητέα αξία των εισαγομένων σπόρων συγκομιδής τα δικαιώματα αδείας που κατέβαλε η BayWa στους Γερμανούς καλλιεργητές, κρίνοντας ότι η αξία των βασικών σπόρων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων αδείας που κατέστησαν απαιτητά λόγω του πολλαπλασιασμού τους, αποτελούσε μέρος, καθαυτή, της πράγματι πληρωθείσας η πληρωτέας τιμής για τα εισαγόμενα εμπορεύματα. Η BayWa άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Finanzgericht München (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) το οποίο, με Διάταξη της 15ης Φεβρουαρίου 1989, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Κατά την αγορά σπόρων συγκομιδής, για την παραγωγή των οποίων χρησιμοποιήθηκαν ως βάση σπόροι που παρασχέθηκαν από τον αγοραστή, πρέπει, προκειμένου να καθοριστεί η δασμολογητέα αξία, να συνυπολογιστούν με την πληρωθείσα ή την πληρωτέα τιμή τα δικαιώματα αδείας, τα οποία ο αγοραστής οφείλει να καταβάλει στον καλλιεργητή των σπόρων που χρησιμοποιούνται ως βάση για τους σπόρους συγκομιδής ακόμη και στην περίπτωση που η καλλιέργεια έχει γίνει στο εσωτερικό της Κοινότητας; »
Κατά το Finanzgericht, η λύση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218, στο εξής: κανονισμός ).
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β, στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή προστίθενται:
« β)
η αξία, επιμεριζομένη με τον κατάλληλο τρόπο, των προϊόντων και των υπηρεσιών που αναφέρονται κατωτέρω, εφόσον παρέχονται άμεσα ή έμμεσα από τον αγοραστή, αδαπάνως ή με μειωμένο κόστος, και χρησιμοποιούνται κατά την παραγωγή και την πώληση προς εξαγωγή των εισαγομένων εμπορευμάτων, στο μέτρο που η αξία αυτή δεν έχει περιληφθεί στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή:
i)
ύλες, συστατικά, μέρη και παρόμοια στοιχεία που έχουν ενσωματωθεί στα εισαγόμενα εμπορεύματα,
ii)
(...)
iii)
ύλες που έχουν καταναλωθεί κατά την παραγωγή των εισαγομένων εμπορευμάτων,
(...)».
Επομένως, το ερώτημα που τίθεται είναι αν τα δικαιώματα αδείας αποτελούν μέρος της αξίας των βασικών σπόρων που έχουν ενσωματωθεί στους σπόρους συγκομιδής ή έχουν καταναλωθεί κατά την παραγωγή αυτών των τελευταίων.
Το Finanzgericht παρατηρεί σχετικά ότι τα δικαιώματα αδείας δεν υπολογίζονται για τους βασικούς σπόρους αλλά για τους σπόρους συγκομιδής. Από αυτό προκύπτει, κατ' αυτό, ότι η πώληση των βασικών σπόρων δεν συνεπάγεται μεταβίβαση της υποχρεώσεως πληρωμής των δικαιωμάτων αδείας και ότι οι σπόροι μπορούν να καταστραφούν χωρίς να οφείλονται δικαιώματα αδείας.
Εξάλλου, το Finanzgericht κρίνει ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο γ, το οποίο επιβάλλει να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας τα δικαιώματα αδείας που «υποχρεούται να καταβάλλει ο αγοραστής είτε άμεσα είτε έμμεσα, κατά τους όρους της πωλήσεως των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων», δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση λόγω του άρθρου 8, παράγραφος 5, στοιχείο α, το οποίο διευκρινίζει ότι, παρά την παράγραφο 1, στοιχείο γ, « τα έξοδα τα σχετικά με το δικαίωμα αναπαραγωγής των εισαγομένων εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας δεν προστίθενται στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή για τα εισαγόμενα εμπορεύματα ».
Τέλος, το Finanzgericht κρίνει ότι ο αποκλεισμός των δικαιωμάτων αδείας από τη δασμολογητέα αξία θα είναι σύμφωνος προς τον σκοπό της τελωνειακής ρυθμίσεως που απαλλάσσει από την επιβολή δασμού τα εμπορεύματα και τις υπηρεσίες που προέρχονται από το τελωνειακό έδαφος. Ο σκοπός αυτός προκύπτει, κατά το Finanzgericht, από το καθεστώς παθητικής τελειοποιήσεως και από το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β, περίπτωση iv, του κανονισμού, που δεν ενσωματώνει στη δασμολογητέα αξία την αξία των πνευματικών παροχών, όπως οι εργασίες μηχανικής, μελέτης και σχεδίων που γίνονται από τον αγοραστή, οσάκις έχουν πραγματοποιηθεί εντός της Κοινότητας. Επομένως, το Finanzgericht κλίνει υπέρ της λύσεως που συνίσταται στη μη ενσωμάτωση των επίμαχων δικαιωμάτων αδείας στη δασμολογητέα αξία.
2. Διαδικασία ενώπιον τον Αικαονηρ'ιου
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Απριλίου 1989.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στις 14 Ιουλίου 1989 η BayWa, στις 17 Ιουλίου 1989 η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον Ernst Roder, και στις 14 Ιουλίου 1989 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Jörn Sack, νομικό σύμβουλο της.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε στις 21 Φεβρουαρίου 1990 να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρώτο τμήμα και να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαξωγή αποδείξεων.
Π — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Κατά την BayWa, στον κανονισμό δεν υπάρχει τίποτε που να δικαιολογεί το να συμπεριληφθούν τα δικαιώματα αδείας στη δασμολογητέα αξία.
Η έννοια της « συναλλακτικής αξίας » δεν επιτρέπει να θεωρηθούν τα δικαιώματα αδείας ως αποτελούντα μέρος της αξίας των βασικών σπόρων η οποία, όπως το δέχεται η BayWa, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας. Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 3, στοιχείο α, του κανονισμού, η συναλλακτική αξία πρέπει να περιλαμβάνει κάθε πληρωμή που πραγματοποιήθηκε από τον αγοραστή προς τον πωλητή, ή υπέρ του πωλητού, για τα εισαγόμενα εμπορεύματα. Τα δικαιώματα αδείας πληρώνονται από την BayWa στους Γερμανούς καλλιεργητές βάσει συμβάσεως που είναι εντελώς ανεξάρτητη από τη συναλλαγή μεταξύ της BayWa και της επιχειρήσεως πολλαπλασιασμού. Δεδομένου ότι αυτή δεν είχε καμία υποχρέωση να πληρώσει τα δικαιώματα αδείας, η πληρωμή που πραγματοποιήθηκε από την BayWa δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν « υπέρ » του πωλητή.
Ως προς την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β, περιπτώσεις i και iii, η BayWa συμμερίζεται την άποψη του Finanzgericht: τα δικαιώματα αδείας δεν υπολογίζονται για τους βασικούς σπόρους αλλά για τους σπόρους συγκομιδής. Επομένως, το δικαίωμα αδείας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενσωματούμενο στην αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων.
Στη σύμβαση που έχει συνάψει η BayWa με τους καλλιεργητές, το δικαίωμα αδείας ρυθμίζεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη καταβάλλεται έναντι του δικαιώματος πολλαπλασιασμού ως τοιούτου. Το δικαίωμα καθίσταται απαιτητό όταν οι σπόροι συγκομιδής έχουν παραχθεί και είναι έτοιμοι προς πώληση: επομένως, πρόκειται για άδεια πωλήσεως. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 5, στοιχείο β:
« οι πληρωμές που γίνονται από τον αγοραστή σε αντιπαροχή του δικαιώματος διανομής ή μεταπωλήσεως των εισαγομένων εμπορευμάτων δεν προστίθενται στην πράγματι πλη-ρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή, εάν οι πληρωμές αυτές δεν αποτελούν όρο της πωλήσεως προς εξαγωγή με προορισμό την Κοινότητα των εισαγομένων εμπορευμάτων ».
Εφόσον αυτός ο όρος δεν υφίσταται, τα δικαιώματα αδείας πρέπει να αποκλειστούν από τη δασμολογητέα αξία.
Τέλος, η BayWa υπενθυμίζει ότι κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3158/83 της Επιτροπής, της 9ης Νοεμβρίου 1983, περί των επιπτώσεων των royalties και των δικαιωμάτων αδείας στη δασμολογητέα αξία (ΕΕ L 309, σ. 19), το δικαίωμα αδείας προστίθεται στην τιμή που πληρώνεται ή πρέπει να πληρωθεί μόνο όταν η πληρωμή αυτή έχει σχέση με το εμπόρευμα που πρέπει να εκτιμηθεί και αποτελεί όρο για την πώληση του εν λόγω εμπορεύματος. Κατά τη γνώμη της BayWa, δεν συντρέχει ούτε ο ένας ούτε ο άλλος όρος.
Κατόπιν αυτού, προτείνει στο υποβληθέν ερώτημα να δοθεί η εξής απάντηση:
«Το δικαίωμα αδείας που ένας έμπορος σπόρων εγκατεστημένος στο έδαφος της ΕΟΚ πρέπει να πληρώνει σε έναν καλλιεργητή εγκατεστημένο στο έδαφος της Κοινότητας για σπόρους για τους οποίους πιστοποιείται ότι τους έχει παράγει ένας πολλαπλασιαστής εγκατεστημένος εκτός της ΕΟΚ, με την άδεια του καλλιεργητή, σε εκτέλεση συμβάσεως μεταξύ του εμπόρου των σπόρων και του πολλαπλασιαστή, δεν περιλαμβάνεται στη δασμολογητέα αξία των σπόρων κατά τον χρόνο της εισαγωγής στο έδαφος της ΕΟΚ και ούτε πρέπει να προστίθεται στην εν λόγω δασμολογική αξία [ άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο α, άρθρο 8, παράγραφος 1, και άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, και άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3158/83 της Επιτροπής, της 9ης Νοεμβρίου 1983 ]. »
Η Κυβέρνηοη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας θεωρεί ότι τα δικαιώματα αδείας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της δασμολογητέας αξίας. Αναφέρεται, πρώτον, στην ερμηνευτική σημείωση σχετικά με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β, περίπτωση ii, που βρίσκεται σε παράρτημα του κανονισμού (ΕΟΚ) 1494/80 της Επιτροπής, της 11ης Ιουνίου 1980, περί των ερμηνευτικών σημειώσεων και των γενικά αποδεκτών λογιστικών αρχών στο θέμα της δασμολογητέας αξίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 258). Κατά τη σημείωση αυτή η οποία, κατά τη γνώμη της Γερμανικής Κυβερνήσεως, εφαρμόζεται επίσης στις άλλες περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β, όταν ένας εισαγωγέας παρέχει στον πωλητή της τρίτης χώρας ένα στοιχείο που εν συνεχεία ενσωματώνεται στο εισαγόμενο εμπόρευμα και το οποίο ο εισαγωγέας το είχε προηγουμένως λάβει από έναν τρίτο αντί ορισμένης τιμής, η τιμή αυτή συνιστά την αξία του στοιχείου. Εν προκειμένω, η « τιμή » πρέπει να γίνει αντιληπτή ως η πλήρης πληρωμή την οποία πραγματοποίησε η BayWa προς τους Γερμανούς καλλιεργητές, η οποία περιλαμβάνει τόσο τα δικαιώματα αδείας όσο και την υλική αξία των σπόρων. Σχετικά με αυτό, η Γερμανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι με τα δικαιώματα αδείας ανταμείβεται η παροχή καλλιέργειας, δηλαδή η ανάπτυξη νέων ιδιοτήτων που ήδη βρίσκονται μέσα στους βασικούς σπόρους. Το γεγονός ότι τα δικαιώματα δεν εισπράττονται αμέσως και υπολογίζονται σε συνάρτηση προς την ποσότητα των εισαγομένων σπόρων συγκομιδής δεν έχει σημασία: η εισαχθείσα ποσότητα χρησιμεύει ως κριτήριο μόνο για τον καθορισμό του απαιτητού ποσού και, κατ' αυτόν τον τρόπο, της οριστικής τιμής αγοράς των βασικών σπόρων. Επομένως, τα δικαιώματα αδείας πρέπει να θεωρηθούν ως αποτελούντα μέρος του κόστους ενός στοιχείου ενσωματωθέντος στο εισαχθέν εμπόρευμα και, συνεπώς, της δασμολογητέας αξίας του.
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα προαναφέρθηκαν, η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού. Οπωσδήποτε, η διάταξη αυτή αφορά μόνο τα δικαιώματα αδείας τα σχετικά με τα εμπορεύματα που πρέπει να εκτιμηθούν και, στην παρούσα υπόθεση, τα δικαιώματα αδείας δεν πληρώθηκαν για τους εισαχθέντες σπόρους συγκομιδής αλλά για τους προηγουμένως εξαχθέντες βασικούς σπόρους. Επομένως, το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο γ, δεν εφαρμόζεται.
Η Γερμανική Κυβέρνηση έχει επίσης τη γνώμη ότι το άρθρο 8, παράγραφος 5, στοιχείο α, δεν εφαρμόζεται, αυτό δε για παρόμοιους λόγους, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αφορά μόνο τα σχετικά με το δικαίωμα αναπαραγωγής έξοδα, εντός της Κοινότητας, των « εισαχθέντων εμπορευμάτων», ενώ το δικαίωμα που πλήρωσε η BayWa αφορά το δικαίωμα πολλαπλασιασμού των βασικών σπόρων, πράγμα που συνέβη εντός της τρίτης χώρας.
Η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, επομένως, οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β, περίπτωση iv, δεν πληρούνται. Η διάταξη αυτή αφορά μόνο τα μέσα διαβιβάσεως πνευματικών παροχών (εργασίες μηχανικής, μελέτης, σχεδιασμού, σχεδίων και ιχνογραφημάτων ) που είναι αναγκαίες για τη δραστηριότητα πλήρους παραγωγής εκ μέρους του προμηθευτή ενός εμπορεύματος. Όταν οι πνευματικές παροχές έχουν ήδη ενσωματωθεί σε ένα βασικό στοιχείο που εν συνεχεία ενσωματώνεται στο εμπόρευμα, όπως στην παρούσα υπόθεση, κατά την οποία ο πολλαπλασιασμός των βασικών σπόρων δεν απαιτεί ιδιαίτερη δημιουργική εργασία, η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται.
Τέλος, η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, κατά τη γνώμη της, δεν υφίσταται γενική αρχή που να επιβάλλει όπως κάθε πνευματική παροχή που γίνεται στο εσωτερικό της Κοινότητας απαλλάσσεται των δασμών.
Κατόπιν αυτού, προτείνει το Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση:
« Κατά την αγορά σπόρων συγκομιδής για την παραγωγή των οποίων χρησιμοποιήθηκαν βασικοί σπόροι που δόθηκαν από τον αγοραστή, πρέπει, προκειμένου να καθοριστεί η δασμολογητέα αξία, να προστεθούν στην πλη-ρωθείσα ή την πληρωτέα τιμή, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β, περίπτωση i, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1224/80, επίσης, τα δικαιώματα αδείας σχετικά με τον πολλαπλασιασμό των βασικών σπόρων που ο αγοραστής υποχρεούται να καταβάλλει στον καλλιεργητή των βασικών σπόρων, ακόμη και όταν τα εν λόγω δικαιώματα θεωρούνται ως ανταμοιβή για τις παροχές καλλιέργειας που έγιναν στο εσωτερικό της Κοινότητας και το ποσό τους υπολογίζεται ανάλογα με την ποσότητα των εισαγομένων σπόρων συγκομιδής. »
Κατά την Επιτροπή, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα δικαιώματα αδείας πρέπει να ενσωματώνονται στη δασμολογητέα αξία. Η ενσωμάτωση αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί με δύο τρόπους, από τους οποίους η Επιτροπή προτιμά τον πρώτο.
Με τον πρώτο συλλογισμό της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το δικαίωμα αδείας προορίζεται για την πληρωμή του πολλαπλασιασμού των βασικών σπόρων. Οι πολωνικές και οι τσεχοσλοβακικές επιχειρήσεις όφειλαν, καταρχήν, να καταβάλουν τα δικαιώματα αδείας στους Γερμανούς καλλιεργητές. Εντούτοις, αυτό δεν έχει συμβεί επειδή η BayWa καταβάλλει τα εν λόγω δικαιώματα απευθείας στους καλλιεργητές, αυτό δε το πράττει προς όφελος των επιχειρήσεων πολλαπλασιασμού οι οποίες θα έπρεπε, διαφορετικά, να καταβάλλουν οι ίδιες τα δικαιώματα.
Συνεπώς, τα εν λόγω δικαιώματα αποτελούν μέρος της τιμής που πλήρωσε η BayWa για τα εισαγόμενα εμπορεύματα ως πληρωμής που πραγματοποιήθηκε από τον αγοραστή υπέρ του πωλητή, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού.
Κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις πολλαπλασιασμού δεν υποχρεούνται στην καταβολή δικαιωμάτων αδείας επειδή δεν έχουν συνάψει συμβάσεις αγοραπωλησίας με τους καλλιεργητές δεν αλλάζει τίποτε ως προς τη νομική εκτίμηση. Αν η BayWa και οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν είχαν συμφωνήσει να συμψηφίσουν τις εκατέρωθεν πληρωμές, τα δικαιώματα αδείας θα έπρεπε να καταλογιστούν στην BayWa ως μέρος της τιμής των βασικών σπόρων και, επομένως, θα ενσωματώνονταν φυσικά στην τιμή πωλήσεως και, συνεπώς, στη συναλλακτική αξία των σπόρων συγκομιδής.
Ο συλλογισμός αυτός οδηγεί της Επιτροπή στο να προτείνει την ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Finanzgericht:
« Το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση αγοράς των τελικών σπόρων, τα δικαιώματα αδείας που πρέπει να καταβληθούν από τον αγοραστή στους εθνικούς καλλιεργητές για τον πολλαπλασιασμό των βασικών σπόρων, τους οποίους ο αγοραστής έθεσε στη διάθεση του πωλητή, αποτελούν μέρος της συναλλακτικής αξίας των εισαγομένων τελικών σπόρων δυνάμει της πληρωμής που πραγματοποίησε ο αγοραστής υπέρ του πωλητή. »
Επικουρικώς, η Επιτροπή στηρίζεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β, του κανονισμού, είτε στην περίπτωση ί ( ύλες που έχουν ενσωματωθεί στα εισαγόμενα προϊόντα), είτε στην περίπτωση iii ( ύλες που έχουν καταναλωθεί κατά την παραγωγή των εισαγομένων εμπορευμάτων ). Από αυτή την οπτική γωνία, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι βασικοί σπόροι παρασχέθηκαν στις επιχειρήσεις τρίτων χωρών ειδικά για τον πολλαπλασιασμό. Επομένως, η δυνατότητα χρησιμοποιήσεως των βασικών αυτών σπόρων σύμφωνα με τον προορισμό τους αποτελεί μέρος της παροχής που η BayWa διασφαλίζει δωρεάν. Το γεγονός ότι η υποχρέωση καταβολής των δικαιωμάτων δεν υφίσταται πριν από την παράδοση των σπόρων συγκομιδής δεν έχει σημασία: πρόκειται απλώς για έναν τρόπο υπολογισμού του οφειλομένου ποσού.
Η Επιτροπή, όπως ακριβώς και η Γερμανική Κυβέρνηση, υποστηρίζει την άποψη ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο γ, δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση διότι αφορά μόνο τα δικαιώματα αδείας σχετικά με τα εισαγόμενα εμπορεύματα, δηλαδή τους σπόρους συγκομιδής. Στην παρούσα περίπτωση όμως, τα δικαιώματα αδείας καταβάλλονται για τον πολλαπλασιασμό των βασικών σπόρων. Ομοίως, η εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 5, στοιχείο α, αποκλείεται, διότι ο πολλαπλασιασμός των σπόρων επέρχεται εκτός της Κοινότητας.
Τέλος, το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β, περίπτωση iv, δεν εφαρμόζεται διότι η BayWa παραδίδει στις επιχειρήσεις τρίτων χωρών ένα εμπόρευμα και όχι πνευματική παροχή. Επιπλέον, ο αποκλεισμός ορισμένων πνευματικών παροχών, που εκτελούνται εντός της Κοινότητας, δεν μπορεί να γενικευθεί.
Βάσει του δεύτερου αυτού συλλογισμού, η Επιτροπή προτείνει, επικουρικώς, να δοθεί η εξής απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα:
« Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β, περιπτώσεις i και iii, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας κατά την αγορά των τελικών σπόρων για την παραγωγή των οποίων χρησιμοποιήθηκαν βασικοί σπόροι παραδοθέντες από τον αγοραστή, πρέπει να προστεθούν στην πληρωθείσα ή την πληρωτέα τιμή τα δικαιώματα αδείας που κατέβαλε ο αγοραστής στους εθνικούς καλλιεργητές των βασικών σπόρων για τον πολλαπλασιασμό αυτών, ακόμη και αν η παροχή καλλιέργειας πραγματοποιήθηκε εντός της Κοινότητας. »
Gordon Slynn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Top