Avis juridique important
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 7ης Μαρτίου 2002. - Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου της Ισπανίας. - Παράβαση κράτους μέλους - Παράλειψη μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 96/61/ΕΚ. - Υπόθεση C-29/01.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα I-02503
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
1. Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - αράβαση - Κίνηση της νομοθετικής διαδικασίας για τη μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο - Δεν ασκεί επιρροή
(Άρθρα 10 ΕΚ και 249, εδ. 3, ΕΚ)
2. ροσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση του βασίμου από το Δικαστήριο - Κατάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας
(Άρθρο 226 ΕΚ)
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση C-29/01,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Valero Jordana, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου της Ισπανίας, εκπροσωπουμένου από την López-Monís Gallego, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να θεσπίσει τα αναγκαία νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1996, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (ΕΕ L 257, σ. 26), ή, εν πάση περιπτώσει, παραλείποντας να τα γνωστοποιήσει στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την ανωτέρω οδηγία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από την N. Colneric, πρόεδρο τμήματος, και τους R. Schintgen (εισηγητή) και Β. Σκουρή, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιανουαρίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Ιανουαρίου 2001, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή προκειμένου να διαπιστωθεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να θεσπίσει τα αναγκαία νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1996, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (ΕΕ L 257, σ. 26), ή, εν πάση περιπτώσει, παραλείποντας να της τα γνωστοποιήσει, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την ανωτέρω οδηγία.
2 Δυνάμει του άρθρου 21, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 96/61, τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τα αναγκαία νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν προς την ανωτέρω οδηγία το αργότερο εντός τριετίας από της ενάρξεως της ισχύος της, ήτοι έως την 30ή Οκτωβρίου 1999, και να ενημερώσουν πάραυτα την Επιτροπή για τη λήψη των μέτρων αυτών.
3 Φρονώντας ότι η οδηγία 96/61 δεν είχε μεταφερθεί στο ισπανικό δίκαιο εμπροθέσμως, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία λόγω παραβάσεως. Η Επιτροπή, αφού κάλεσε με έγγραφο οχλήσεως το Βασίλειο της Ισπανίας να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, εξέδωσε στις 27 Ιουλίου 2000 αιτιολογημένη γνώμη, καλώντας το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί εντός διμήνου από της κοινοποιήσεως της γνώμης αυτής προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία.
4 Η μόνιμη αντιπροσωπεία της Ισπανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ζήτησε στις 8 Σεπτεμβρίου 2000 να παραταθεί κατά ένα μήνα η προθεσμία απαντήσεως στην αιτιολογημένη γνώμη. Η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα αυτό.
5 Με έγγραφο της 6ης Δεκεμβρίου 2000, οι ισπανικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι το προκαταρκτικό κείμενο του προσχεδίου νόμου για τη μεταφορά της οδηγίας 96/61 στην ισπανική έννομη τάξη είχε υποβληθεί στη συνδιάσκεψη για τον τομέα του περιβάλλοντος στις 20 Νοεμβρίου 2000. Κατά τις ισπανικές αρχές, το υπουργικό συμβούλιο έπρεπε να εγκρίνει το κείμενο αυτό ως νομοσχέδιο τον Απρίλιο του 2001 και ο νόμος να ψηφιστεί πριν από το τέλος του 2001.
6 Δεδομένου ότι από τις πληροφορίες αυτές προέκυψε ότι η οδηγία 96/61 εξακολουθούσε να μην έχει μεταφερθεί στο ισπανικό δίκαιο, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
7 Υπενθυμίζοντας τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη από την οδηγία 96/61, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας έπρεπε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί εμπροθέσμως προς την ανωτέρω οδηγία και να ενημερώσει πάραυτα την Επιτροπή για τη λήψη τους. Δεδομένου ότι η επεξεργασία ενός προσχεδίου νόμου δεν συνιστά έγκυρο και επαρκές μέτρο για τη μεταφορά μιας οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 96/61.
8 Το Βασίλειο της Ισπανίας δεν αμφισβητεί ότι παρέλειψε να μεταφέρει εμπροθέσμως στην εσωτερική έννομη τάξη την οδηγία 96/61 και τονίζει ότι η διαδικασία της μεταφοράς βρίσκεται σε εξέλιξη. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι, κινώντας την απαιτούμενη εθνική διαδικασία προκειμένου να μεταφέρει την οδηγία 96/61 στην εσωτερική έννομη τάξη του, τήρησε την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 10 ΕΚ. Ως εκ τούτου, η προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί και η Επιτροπή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
9 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί, αφενός, ότι, κατά το άρθρο 10, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη ΕΚ ή από πράξεις των οργάνων της Κοινότητας. Μεταξύ των πράξεων αυτών περιλαμβάνονται οι οδηγίες, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνονται ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Η υποχρέωση αυτή σημαίνει ότι κάθε ένα από τα κράτη προς τα οποία απευθύνεται μια οδηγία οφείλει να λάβει, στο πλαίσιο της εσωτερικής έννομης τάξεώς του, όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας σύμφωνα με τον επιδιωκόμενο στόχο της (βλ. απόφαση της 21ης Ιουνίου 2001, C-119/00, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2001, σ. Ι-4795, σκέψη 12).
10 Η απλή όμως κίνηση της νομοθετικής διαδικασίας για τη μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση αυτή.
11 Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιαζόταν κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Μαρτίου 2001, C-147/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-2387, σκέψη 26).
12 Εν προκειμένω όμως, δεν αμφισβητείται ότι η μεταφορά της οδηγίας 96/61 δεν πραγματοποιήθηκε εντός της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.
13 Συνεπώς, η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη.
14 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να εκδώσει εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 96/61, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
15 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα και το Βασίλειο της Ισπανίας ηττήθηκε, το κράτος αυτό πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να εκδώσει εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1996, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Top