Υπόθεση C-346/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου
«Ασφάλειες – Τρίτη οδηγία “για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής” – Σύστημα bonus-malus»
Περίληψη της αποφάσεως
Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής – Οδηγία 92/49 – Τιμολογιακή ελευθερία – Σύστημα bonus-malus που δεν καταλήγει σε άμεσο καθορισμό των τιμών από το κράτος – Επιτρέπεται
(Οδηγία 92/49 του Συμβουλίου)
Δεν μπορεί να εξομοιωθεί με σύστημα εγκρίσεως των τιμών αντίθετο προς την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας που καθιερώνει η οδηγία 92/49, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ, σύστημα bonus-malus εφαρμοζόμενο στις ασφάλειες οχημάτων, το οποίο επηρεάζει ασφαλώς την εξέλιξη των ασφαλίστρων, δεν καταλήγει ωστόσο σε άμεσο καθορισμό των τιμών από το κράτος, καθότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να είναι ελεύθερες να καθορίσουν το ύψος των βασικών ασφαλίστρων.
Συναφώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται πλήρης εναρμόνιση του τιμολογιακού τομέα σε θέματα ασφαλίσεων, εκτός των ασφαλίσεων ζωής, αποκλείουσα οποιοδήποτε εθνικό μέτρο ικανό να επηρεάσει τις τιμές, εφόσον ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έχει εκφράσει σαφώς τη βούλησή του προς την κατεύθυνση αυτή.
(βλ. σκέψεις 23-24)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζoνoς συνθέσεως)
της 7ης Σεπτεμβρίου 2004 (*)
«Ασφάλειες – Τρίτη οδηγία “για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής” – Σύστημα bonus-malus»
Στην υπόθεση C-346/02,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ,
η οποία ασκήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2002,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την C. Tufvesson και τον J.-F. Pasquier, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, εκπροσωπουμένου από τον P. Gramegna, επικουρούμενο από τον A. Schmitt, δικηγόρο,
καθού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζoνoς συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, P. Jann, C. W. A. Timmermans (εισηγητή), C. Gulmann και J. N. Cunha Rodrigues, προέδρους τμήματος, R. Schintgen, F. Macken, N. Colneric, S. von Bahr, R. Silva de Lapuerta και K. Lenaerts, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 10ης Φεβρουαρίου 2004,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 30ής Μαρτίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, καθιερώνοντας και διατηρώντας σε ισχύ σύστημα bοnus-malus, με αυτόματες και υποχρεωτικές επιπτώσεις επί των τιμολογίων, το οποίο έχει εφαρμογή επί όλων των συμβολαίων ασφαλίσεως αυτοκινήτων που συνάπτονται επί λουξεμβουργιανού εδάφους από φυσικά πρόσωπα, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ των ασφαλιστικών εταιριών των οποίων η έδρα βρίσκεται στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν τις δραστηριότητές τους στο Λουξεμβούργο μέσω υποκαταστημάτων ή ως παρέχουσες υπηρεσίες, κατά παράβαση της αρχής του ελεύθερου καθορισμού των τιμών και της καταργήσεως των προηγουμένων ή συστηματικών ελέγχων επί των τιμολογίων και των συμβάσεων, που διατυπώνεται στα άρθρα 6, παράγραφος 3, 29 και 39 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την «πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής») (ΕΕ L 228, σ. 1), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
2 Υπό τον τίτλο II, «Ανάληψη ασφαλιστικής δραστηριότητας», το άρθρο 6 της οδηγίας 92/49 ορίζει τα εξής:
«Το άρθρο 8 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
“Άρθρο 8
[…]
3. Η παρούσα οδηγία δεν αποτελεί εμπόδιο στη διατήρηση ή θέσπιση από τα κράτη μέλη νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων οι οποίες προβλέπουν την έγκριση των καταστατικών και την κοινοποίηση κάθε εγγράφου που είναι αναγκαίο για την ομαλή άσκηση του ελέγχου.
Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν προβλέπουν διατάξεις με τις οποίες απαιτείται η προηγούμενη έγκριση ή η συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων και άλλων εντύπων που η επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλομένους.
Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διατηρούν ή να καθιερώνουν την προηγούμενη κοινοποίηση ή την έγκριση των προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων παρά μόνο στο πλαίσιο ενός γενικότερου συστήματος ελέγχου των τιμών.
[…]”»
3 Το άρθρο 29 της οδηγίας 92/49, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο της III, «Εναρμόνιση των όρων άσκησης της ασφαλιστικής δραστηριότητας», έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν διατάξεις που απαιτούν την προηγούμενη έγκριση ή τη συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων και άλλων εντύπων που η ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλόμενους. Προκειμένου να ελέγχουν την τήρηση των εθνικών διατάξεων σχετικά με τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν μόνο τη μη συστηματική κοινοποίηση αυτών των όρων και λοιπών εγγράφων, χωρίς η απαίτηση αυτή να μπορεί να συνιστά για την επιχείρηση προϋπόθεση για την άσκηση της δραστηριότητάς της.
Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διατηρήσουν ή να καθιερώσουν την προηγούμενη κοινοποίηση ή την έγκριση των προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων παρά μόνο στο πλαίσιο γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών.»
4 Υπό τον τίτλο IV της οδηγίας 92/49, «Διατάξεις για την ελεύθερη εγκατάσταση και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών», το άρθρο 39, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας έχει ως εξής:
«2. Το κράτος μέλος του υποκαταστήματος ή το κράτος μέλος της παροχής των υπηρεσιών δεν θεσπίζει διατάξεις που απαιτούν την προηγούμενη έγκριση ή τη συστηματική ανακοίνωση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων και άλλων εντύπων που η επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλόμενους. Προκειμένου να ελέγξει την τήρηση των εθνικών διατάξεων που αφορούν τις ασφαλιστικές συμβάσεις, το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί από κάθε επιχείρηση που επιθυμεί να πραγματοποιήσει ασφαλιστικές εργασίες στο έδαφός τους, υπό καθεστώς εγκατάστασης ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, μόνο τη μη συστηματική κοινοποίηση των όρων αυτών ή των άλλων εγγράφων που προτίθεται να χρησιμοποιήσει, χωρίς όμως η τήρηση αυτής της απαίτησης να συνιστά για την επιχείρηση απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της δραστηριότητάς της.
3. Το κράτος μέλος του υποκαταστήματος ή το κράτος μέλος της παροχής των υπηρεσιών δεν μπορεί να διατηρήσει ή να καθιερώσει την προηγούμενη κοινοποίηση ή την έγκριση των προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων παρά μόνο στο πλαίσιο γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών.»
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
5 Το διάταγμα του Μεγάλου Δουκάτου της 20ής Δεκεμβρίου 1994, που θεσπίστηκε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 17, παράγραφοι 2 και 3, του τροποποιηθέντος νόμου της 7ης Απριλίου 1976, περί ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης για τα αυτοκίνητα οχήματα και περί καθορισμού των όρων που πρέπει να πληρούν τα ασφαλιστήρια συμβόλαια περί αστικής ευθύνης για τα αυτοκίνητα οχήματα (Mémorial A 1994, σ. 2776, στο εξής: διάταγμα), εισήγαγε στην εθνική νομοθεσία, μεταξύ άλλων, σύστημα καθορισμού του ποσού των ασφαλίστρων, δυνάμει του οποίου το ποσό των ασφαλίστρων μειώνεται για τους ασφαλιζομένους που, επί πολλά έτη, δεν έχουν προκαλέσει ατύχημα, ενώ το εν λόγω ποσό αυξάνεται αν προκληθεί ζημιά.
6 Το άρθρο 3 του διατάγματος έχει ως εξής:
«Απαγορεύεται οποιαδήποτε ρήτρα ασφαλιστήριου συμβολαίου που έχει ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα:
[…]
5. τη μη εφαρμογή της κλίμακας Bonus/Malus στο συμβόλαιο, όπως αυτή προβλέπεται στα άρθρα 7 και 8 κατωτέρω.»
7 Το άρθρο 7 του διατάγματος θέτει αυστηρά κριτήρια για κάθε ασφαλιστήριο συμβόλαιο περί αστικής ευθύνης που συνάπτει φυσικό πρόσωπο για αυτοκίνητα που έχουν τη συνήθη στάθμευσή τους στο Λουξεμβούργο.
8 Κατά το σύστημα αυτό, ένας νέος ασφαλιζόμενος τοποθετείται στον βαθμό 11 της κλίμακας bonus-malus (bonus 0 %). Αν δεν προκληθεί ζημιά κατά τη διάρκεια περιόδου παρατηρήσεως, η θέση του στην κλίμακα μειώνεται κατά ένα βαθμό. Η κλίμακα του bonus-malus τερματίζει στον βαθμό «– 3», οπότε ο ασφαλιζόμενος πληρώνει μόλις το 45 % του ποσού των αρχικών ασφαλίστρων.
9 Αντιθέτως, κάθε ζημιά κατά την περίοδο αναφοράς επιφέρει αύξηση τριών βαθμών στην κλίμακα. Το ανώτατο επίπεδο της κλίμακας bonus-malus είναι ο βαθμός 22, οπότε ο ασφαλιζόμενος καταβάλλει ποσό ίσο προς το 250 % του ποσού των αρχικών ασφαλίστρων.
10 Η υποχρεωτική κλίμακα του bonus-malus εφαρμόζεται μόνον στα συμβόλαια με φυσικά πρόσωπα. Περαιτέρω, το σύστημα bonus-malus επηρεάζει τα ασφάλιστρα μόνον όσον αφορά την ασφάλιση της αστικής ευθύνης. Για τις λοιπές συνιστώσες του συνολικού ποσού των ασφαλίστρων, όσον αφορά την ασφάλιση των αυτοκινήτων, όπως για τους κινδύνους από θραύση κρυστάλλων, κλοπή και πυρκαγιά καθώς και για την έννομη προστασία, δεν ισχύει το σύστημα αυτό.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
11 Στις 25 Ιουλίου 2001, η Επιτροπή απέστειλε έγγραφο οχλήσεως στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, με το οποίο διαπίστωσε ότι το σύστημα καθορισμού του ποσού των ασφαλίστρων συνιστά παράβαση ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 92/49, μεταξύ άλλων των άρθρων 6, παράγραφος 3, 29 και 39 αυτής.
12 Δεδομένου ότι δεν δόθηκε απάντηση στο εν λόγω έγγραφο οχλήσεως, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 20 Δεκεμβρίου 2001, αιτιολογημένη γνώμη στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, καλώντας το να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
13 Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση απάντησε στην εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη με έγγραφο της 6ης Μαρτίου 2002. Ισχυρίστηκε ότι, μολονότι η οδηγία 92/49 καθιερώνει την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας, ο καθορισμός των βασικών τιμών εναπόκειτο στην ελεύθερη εκτίμηση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Με την απάντησή της αυτή τόνιζε επίσης ότι το σύστημα bonus-malus συνέβαλε στην προστασία των καταναλωτών και στην πρόληψη των ατυχημάτων.
14 Εκτιμώντας ότι οι λουξεμβουργιανές αρχές δεν είχαν λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν προς τις υποχρεώσεις που επέβαλε η οδηγία 92/49, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
Επί της ουσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
15 Η Επιτροπή εκτιμά ότι το λουξεμβουργιανό σύστημα bonus-malus είναι αντίθετο, αφενός, προς την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας που απορρέει από τις διατάξεις της οδηγίας 92/49, η οποία απαγορεύει στα κράτη μέλη να υποβάλλουν σε κοινοποίηση, σε προηγούμενη έγκριση ή σε συστηματική γνωστοποίηση τις τιμές ή τις αυξήσεις των τιμών που μια ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να εφαρμόσει στο έδαφος των κρατών αυτών και, αφετέρου, στον σκοπό της οδηγίας αυτής, η οποία αποβλέπει στην υλοποίηση της ελεύθερης εμπορίας των ασφαλιστικών προϊόντων της Κοινότητας. Φρονεί ότι την ερμηνεία της επιβεβαιώνουν οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της 11ης Μαΐου 2000, C-296/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1998, σ. I-3025), και της 25ης Φεβρουαρίου 2003, C-59/01, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2003, σ. I-1759).
16 Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί τη δυνατότητα των κρατών μελών να καθιερώσουν κλίμακα λαμβάνοντας υπόψη την πρόκληση ζημιών εκ μέρους των ασφαλιζομένων ή και ενιαίο σύστημα bonus-malus. Ωστόσο, κατά την άποψή της, τα συστήματα αυτά αντίκεινται στην οδηγία 92/49 εφόσον έχουν αυτόματες επιπτώσεις επί των τιμολογίων, πράγμα που συμβαίνει στο λουξεμβουργιανό σύστημα bonus-malus.
17 Η Επιτροπή δέχεται ότι οι ασφαλιστές στο Λουξεμβούργο μπορούν, κατ’ αρχήν, να καθορίζουν ελεύθερα το ποσό των ασφαλίστρων. Εντούτοις, εκτιμά ότι, για να τηρείται η αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας, οι ασφαλιστικές εταιρίες πρέπει να καθορίζουν ελεύθερα όχι μόνον τα βασικά ασφάλιστρα, αλλά και όλα τα στοιχεία βάσει των οποίων υπολογίζεται το ποσό των ασφαλίστρων.
18 Συγκεκριμένα, η τιμολογιακή ελευθερία θα παρέμενε σε μεγάλο βαθμό υποθετική, αν η δυνατότητα των ασφαλιστικών εταιριών να διαμορφώσουν τα ασφάλιστρα βάσει κριτηρίου τόσο σημαντικού όπως η πρόκληση ζημιών εκ μέρους του ασφαλιζόμενου, υπαγορευόταν αποκλειστικά από προκαθορισμένους κανόνες. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο, καθότι ο επιβαλλόμενος τρόπος υπολογισμού επηρεάζει σημαντικά το ποσό των ασφαλίστρων, τα οποία μπορούν λόγω αυτού να αυξηθούν μέχρι το διπλάσιο του αρχικού ποσού.
19 Παραπέμποντας στη σκέψη 29 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιταλίας, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το διάταγμα είναι σύμφωνο με την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας, καθότι δεν επιβάλλει ούτε την προηγούμενη κοινοποίηση των τιμών που εφαρμόζουν οι ασφαλιστικές εταιρίες σε κάποια αρχή εποπτείας ή ελέγχου ούτε την υποχρέωση της αρχής αυτής να εγκρίνει τις εν λόγω τιμές πριν από την εφαρμογή τους.
20 Η εν λόγω κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το σύστημα του bonus-malus παρέχει τη δυνατότητα διαμορφώσεως του ποσού των ασφαλίστρων ανάλογα με το ιστορικό του ασφαλιζομένου και τον αριθμό των ζημιών για τις οποίες θεωρήθηκε υπεύθυνος. Πρόκειται για σύστημα εκ των υστέρων διαμορφώσεως του ποσού των ασφαλίστρων σε συνάρτηση με τον ασφαλιζόμενο, το οποίο επηρεάζει μόνον τη διακύμανση των ασφαλίστρων. Αντιθέτως, το σύστημα αφήνει ευρύτατη ελευθερία στους ασφαλιστές να καθορίσουν όλα τα στοιχεία βάσει των οποίων τιμολογείται η ασφάλιση του αυτοκινήτου.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
21 Όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο στη σκέψη 29 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιταλίας, ο κοινοτικός νομοθέτης επεδίωξε να διασφαλίσει την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας στον τομέα των ασφαλίσεων εκτός της ασφαλίσεως ζωής, περιλαμβανομένης, καθόσον αφορά την υποχρεωτική ασφάλιση, της ασφαλίσεως για την αστική ευθύνη που συνδέεται με την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων. Η αρχή αυτή συνεπάγεται, όπως επίσης διευκρίνισε το Δικαστήριο στη σκέψη 29 της προπαρατεθείσας αποφάσεως, την απαγόρευση οποιουδήποτε συστήματος προηγούμενης ή συστηματικής γνωστοποιήσεως και εγκρίσεως των τιμών που μια ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να ορίσει στις σχέσεις της με τους ασφαλιζομένους. Η μόνη επιτρεπόμενη από την οδηγία 92/49 παρέκκλιση από την αρχή αυτή έχει σχέση με την προηγούμενη γνωστοποίηση και την έγκριση «των αυξήσεων τιμών» στο πλαίσιο ενός «γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών».
22 Με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι αντίκειται στην αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας ένα σύστημα παγώματος των τιμών που επηρεάζει τόσο τον καθορισμό όσο και την εξέλιξη των τιμών στο πλαίσιο των ασφαλιστικών συμβάσεων για αστική ευθύνη συνδεόμενη με την κυκλοφορία του αυτοκινήτου όσον αφορά κίνδυνο κείμενο στο ιταλικό έδαφος (προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψεις 32 και 48).
23 Η φύση του επίδικου στην παρούσα προσφυγή λουξεμβουργιανού συστήματος bonus-malus διαφέρει, όσον αφορά τις επιπτώσεις του στα τιμολόγια των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, από την επίδικη στην προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας ιταλική νομοθεσία. Το σύστημα αυτό επηρεάζει ασφαλώς την εξέλιξη των ασφαλίστρων. Εντούτοις, δεν καταλήγει σε άμεσο καθορισμό των τιμών από το κράτος, καθότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να είναι ελεύθερες να καθορίσουν το ύψος των βασικών ασφαλίστρων. Υπό τις συνθήκες αυτές, το λουξεμβουργιανό σύστημα bonus-malus δεν μπορεί να εξομοιωθεί με ένα σύστημα εγκρίσεως των τιμών αντίθετο προς την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας, όπως την όρισε το Δικαστήριο με τη σκέψη 29 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιταλίας.
24 Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται πλήρης εναρμόνιση του τιμολογιακού τομέα σε θέματα ασφαλίσεων, εκτός των ασφαλίσεων ζωής, αποκλείουσα οποιοδήποτε εθνικό μέτρο ικανό να επηρεάσει τις τιμές, εφόσον ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έχει εκφράσει σαφώς τη βούλησή του προς αυτή την κατεύθυνση.
25 Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία στην οποία στηρίζεται η προσφυγή της Επιτροπής και κατά την οποία, μολονότι τα βασικά ασφάλιστρα μπορούν να καθοριστούν εντελώς ελεύθερα, το λουξεμβουργιανό σύστημα bonus-malus είναι αντίθετο προς την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας για τον λόγο και μόνον ότι επηρεάζει την εξέλιξη των εν λόγω ασφαλίστρων.
26 Περαιτέρω, η Επιτροπή δεν ισχυρίζεται ότι το εν λόγω σύστημα συνεπάγεται την επιβολή υποχρεώσεως προηγούμενης ή συστηματικής γνωστοποιήσεως των τιμών που μια ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους ασφαλιζομένους ή ένα σύστημα εγκρίσεως των εν λόγω τιμολογίων.
27 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, έχοντας καθιερώσει και διατηρήσει σε ισχύ το σύστημα του bοnus-malus, παραβίασε την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας και της καταργήσεως των προηγούμενων ή συστηματικών ελέγχων επί των τιμολογίων και των ασφαλιστήριων συμβολαίων, όπως αυτή διατυπώνεται στα άρθρα 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49.
28 Επομένως, δεδομένου ότι η Επιτροπή περιόρισε το αντικείμενο της αιτιολογημένης γνώμης και της παρούσας προσφυγής στη διαπίστωση και μόνον της παραβιάσεως της αρχής της τιμολογιακής ελευθερίας και της καταργήσεως προηγούμενων ή συστηματικών ελέγχων επί των τιμολογίων και των ασφαλιστήριων συμβολαίων, όπως η αρχή αυτή απορρέει από τις αναφερθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις, η προσφυγή αυτή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
29 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Επειδή το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ζήτησε την καταδίκη της Επιτροπής και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Top