Υπόθεση C-103/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγίες 75/442/EΟΚ και 91/689/EΟΚ – Έννοια της ποσότητας αποβλήτων – Απαλλαγή από την υποχρέωση λήψεως αδείας»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Περιβάλλον – Απόβλητα – Οδηγία 75/442 περί των στερεών αποβλήτων – Αξιοποίηση των αποβλήτων – Απαλλαγή από την υποχρέωση λήψεως αδείας – Προϋποθέσεις – Καθορισμός του είδους και της ποσότητας αποβλήτων – Έννοια της ποσότητας αποβλήτων – Ερμηνεία – Παραπομπή σε ένα ανώτατο όριο που ισχύει για κάθε είδος αποβλήτων
(Οδηγία 75/442 του Συμβουλίου, άρθρα 9, 10 και 11 § 1, εδ. 2)
2. Πράξεις των οργάνων – Οδηγίες – Εκτέλεση από τα κράτη μέλη – Ανάγκη πλήρους μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη – Εθνικοί κανόνες που καθιστούν περιττή τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη με ειδικά νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα – Επιτρέπονται – Προϋποθέσεις
3. Περιβάλλον – Απόβλητα – Οδηγία 75/442 περί των στερεών αποβλήτων – Παραρτήματα II A και II B – Διάκριση μεταξύ εργασιών διαθέσεως και εργασιών αξιοποιήσεως – Χαρακτηρισμός εργασίας ως εργασίας αξιοποιήσεως – Προϋποθέσεις – Επικίνδυνα απόβλητα – Κριτήριο μη καθοριστικό
(Οδηγία του Συμβουλίου 75/442, άρθρο 1, στοιχ. στ΄)
1. Στην έννοια της ποσότητας αποβλήτων που ορίζεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 75/442 περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156, η οποία προβλέπει τη δυνατότητα απαλλαγής από την υποχρέωση λήψεως αδείας για την αξιοποίηση των μη επικίνδυνων αποβλήτων, πρέπει να δοθεί η ερμηνεία ότι παραπέμπει σε ένα ανώτατο όριο που ισχύει για κάθε είδος αποβλήτων, η υπέρβαση του οποίου συνεπάγεται ότι οι εργασίες αξιοποιήσεως δεν εμπίπτουν στο καθεστώς απαλλαγής, αλλά απαιτούν σχετική άδεια.
Η οικονομία της οδηγίας 75/442 στο σύνολό της συνηγορεί, εξάλλου, υπέρ της ερμηνείας αυτής. Συγκεκριμένα, η εν λόγω οδηγία καθιερώνει μια συνήθη διαδικασία, στην οποία εντάσσεται η υποχρέωση λήψεως της αδείας που προβλέπουν τα άρθρα 9 και 10. Το άρθρο 11 της οδηγίας, προβλέποντας απαλλαγή από την υποχρέωση αυτή υπό ορισμένες προϋποθέσεις, εισάγει απλουστευμένη διαδικασία. Η κατά παρέκκλιση αυτή διαδικασία πρέπει να μπορεί να εφαρμόζεται και να ελέγχεται όσο το δυνατόν ευκολότερα, πράγμα που δεν θα ήταν εφικτό αν οι ποσότητες αποβλήτων διέφεραν ανάλογα με την εγκατάσταση.
(βλ. σκέψεις 30-31)
2. Η υποχρέωση εξασφαλίσεως της πλήρους εφαρμογής μιας οδηγίας, σύμφωνα προς τον στόχο της, δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη απαλλάσσονται από την υποχρέωση να θεσπίσουν τα μέτρα για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο, εφόσον εκτιμούν ότι οι εθνικές τους διατάξεις είναι καλύτερες από τις αντίστοιχες κοινοτικές και ότι οι εθνικοί κανόνες, για τον λόγο αυτό, διασφαλίζουν ακόμη περισσότερο την επίτευξη του σκοπού της οδηγίας. Η ύπαρξη εθνικών κανόνων δεν μπορεί να καταστήσει περιττή τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο με ειδικά νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα παρά μόνον αν οι κανόνες αυτοί εξασφαλίζουν αποτελεσματικά την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας από τις εθνικές διοικητικές αρχές.
Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη δεν δικαιούνται να παρεκκλίνουν από τους κανόνες που επιβάλλει η οδηγία 75/442 περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156, αντικαθιστώντας τις μέγιστες ποσότητες αποβλήτων, ανά είδος αποβλήτων, που μπορούν να αξιοποιηθούν χωρίς προηγούμενη άδεια με σχετικές ποσότητες καθοριζόμενες με κριτήριο την ικανότητα παραγωγής κάθε εγκαταστάσεως αξιοποιήσεως.
(βλ. σκέψη 33)
3. Το αν τα απόβλητα είναι ή όχι επικίνδυνα δεν αποτελεί καθαυτό κρίσιμο κριτήριο για να εκτιμηθεί αν μια εργασία επεξεργασίας αποβλήτων πρέπει να χαρακτηριστεί ως «αξιοποίηση» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 75/442 περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156. Πράγματι, το ουσιώδες χαρακτηριστικό μιας εργασίας αξιοποιήσεως αποβλήτων συνίσταται στο ότι πρωταρχικός σκοπός της είναι να μπορούν τα απόβλητα να επιτελέσουν χρήσιμη λειτουργία, υποκαθιστώντας τη χρησιμοποίηση άλλων υλικών που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για τη λειτουργία αυτή και καθιστώντας με τον τρόπο αυτό δυνατή τη διαφύλαξη των φυσικών πόρων.
Συνεπώς, το γεγονός, αφ’ εαυτού, ότι τα επίμαχα απόβλητα περιέχουν υψηλές ποσότητες υδρογονανθράκων καθώς και πετρελαίου και ελαίων χαμηλής τοξικότητας δεν αποκλείει τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεώς τους σε εργασίες αξιοποιήσεως.
(βλ. σκέψεις 62-63)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 7ης Οκτωβρίου 2004 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγίες 75/442/EΟΚ και 91/689/EΟΚ – Έννοια της ποσότητας αποβλήτων – Απαλλαγή από την υποχρέωση λήψεως αδείας»
Στην υπόθεση C-103/02,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως,
ασκηθείσα στις 20 Μαρτίου 2002,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους R. Wainwright και R. Amorosi, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον I. Braguglia, επικουρούμενο από τον Μ. Fiorilli, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, A. Rosas και S. von Bahr (εισηγητή), R. Silva de Lapuerta και K. Lenaerts, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη τη γραπτή διαδικασία,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Μαΐου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, έχοντας θεσπίσει το διάταγμα της 5ης Φεβρουαρίου 1998, περί του ακριβούς προσδιορισμού των μη επικινδύνων αποβλήτων που υπόκεινται στις απλοποιημένες διαδικασίες αξιοποιήσεως κατά την έννοια των άρθρων 31 και 33 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 22 της 5ης Φεβρουαρίου 1997, το οποίο,
– κατά παράβαση των άρθρων 10 και 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ L 194, σ. 39), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991 (ΕΕ L 78, σ. 32, στο εξής: οδηγία 75/442), επιτρέπει στις εγκαταστάσεις και επιχειρήσεις αξιοποιήσεως μη επικινδύνων αποβλήτων να απαλλάσσονται από την υποχρέωση λήψεως αδείας, χωρίς να είναι αναγκαία η τήρηση: 1) των προϋποθέσεων περί του εκ των προτέρων καθορισμού της μέγιστης ποσότητας αποβλήτων και 2) των προϋποθέσεων του άρθρου 4 της οδηγίας 75/442 όσον αφορά τις ποσότητες αποβλήτων που έχουν υποστεί επεξεργασία από τις απαλλασσόμενες από την υποχρέωση λήψεως αδείας εγκαταστάσεις,
– κατά παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 75/442, δεν προσδιορίζει επακριβώς τα απαλλασσόμενα από την υποχρέωση λήψεως αδείας είδη αποβλήτων και, κατά συνέπεια, σε ορισμένες περιπτώσεις, κατά παράβαση επίσης του άρθρου 3 της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα (ΕΕ L 377, σ. 20), επιτρέπει σε εγκαταστάσεις ή επιχειρήσεις αξιοποιήσεως ορισμένων τύπων επικίνδυνων αποβλήτων να απαλλάσσονται από την υποχρέωση λήψεως αδείας, βάσει των λιγότερο αυστηρών κριτηρίων που προβλέπονται για τα μη επικίνδυνα απόβλητα, λόγω της ελλείψεως σαφήνειας και ακρίβειας του επίδικου διατάγματος,
– κατά παράβαση των άρθρων 9 και 11, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, στοιχεία ε΄ και στ΄, της οδηγίας 75/442 και των παραρτημάτων II A και II B, όπως τροποποιήθηκαν με την απόφαση 96/350/ΕΚ της Επιτροπής της 24ης Μαΐου 1996 (ΕΕ L 135, σ. 32), χαρακτηρίζει ορισμένες εργασίες διαθέσεως ως εργασίες «αξιοποιήσεως του περιβάλλοντος», επιτρέποντας έτσι σε εγκαταστάσεις και επιχειρήσεις που πραγματοποιούν εργασίες διαθέσεως διαφορετικές από εκείνες των δικών τους αποβλήτων στους χώρους παραγωγής να απαλλαγούν από την υποχρέωση λήψεως αδείας, όπως θα συνέβαινε αν πραγματοποιούσαν εργασίες αξιοποιήσεως,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1, 9, 10 και 11 της οδηγίας 75/442, καθώς και από το άρθρο 3 της οδηγίας 91/689.
Νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
Η οδηγία 75/442
2 Σκοπός της οδηγίας 75/442 είναι να εξασφαλισθεί η διάθεση και η αξιοποίηση των αποβλήτων, καθώς και να ενισχυθεί η λήψη μέτρων για τον περιορισμό της παραγωγής αποβλήτων, ιδίως μέσω της αναπτύξεως καθαρών τεχνολογιών και της παραγωγής ανακυκλώσιμων και επαναχρησιμοποιήσιμων προϊόντων.
3 Το άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας ορίζει τις έννοιες «απόβλητο», «διάθεση» και «αξιοποίηση».
4 Σύμφωνα με το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι η διάθεση ή η αξιοποίηση των αποβλήτων θα πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία του ανθρώπου και χωρίς να χρησιμοποιούνται διαδικασίες ή μέθοδοι που ενδέχεται να βλάψουν το περιβάλλον, ιδίως δε:
– χωρίς να δημιουργείται κίνδυνος για το νερό, τον αέρα ή το έδαφος, ούτε για την πανίδα και τη χλωρίδα,
– χωρίς να προκαλούνται ενοχλήσεις από το θόρυβο ή τις οσμές,
– χωρίς να βλάπτονται οι τοποθεσίες και τα τοπία που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν εξάλλου, τα αναγκαία μέτρα για την απαγόρευση της εγκατάλειψης, της απόρριψης και της ανεξέλεγκτης διάθεσης των αποβλήτων.»
5 Τα άρθρα 9 έως 11 της οδηγίας 75/442 αφορούν τις περιπτώσεις στις οποίες είναι αναγκαία η λήψη άδειας από την αρμόδια αρχή για την πραγματοποίηση εργασιών διαθέσεως και εργασιών αξιοποιήσεως των αποβλήτων. Οι εργασίες αυτές περιλαμβάνονται στα παραρτήματα II A και II B, αντιστοίχως, της οδηγίας αυτής, όπως τροποποιήθηκαν με την απόφαση 96/350.
6 Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/442 προβλέπει ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 4 της εν λόγω οδηγίας, κάθε εγκατάσταση ή επιχείρηση που πραγματοποιεί τις εργασίες διαθέσεως που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ Α της ίδιας οδηγίας πρέπει να διαθέτει άδεια της αρμόδιας αρχής.
«Η άδεια αυτή αφορά, ιδίως :
– τους τύπους και τις ποσότητες αποβλήτων,
– τις τεχνικές προδιαγραφές,
– τις ληπτέες προφυλάξεις στον τομέα της ασφάλειας,
– τον τόπο διάθεσης των αποβλήτων,
– τη μέθοδο επεξεργασίας.»
7 Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/442:
«Οι άδειες αυτές μπορούν να χορηγούνται για καθορισμένη διάρκεια, μπορούν να ανανεώνονται και να συνοδεύονται από όρους και υποχρεώσεις, ή είναι δυνατόν να απορρίπτονται, ιδίως όταν η προτεινόμενη μέθοδος διάθεσης είναι απαράδεκτη από την άποψη της προστασίας του περιβάλλοντος.»
8 Το άρθρο 10 της εν λόγω οδηγίας, που αφορά τις αναφερόμενες στο παράρτημα ΙΙ Β εργασίες αξιοποιήσεως, ορίζει τα εξής:
«Για την εφαρμογή του άρθρου 4, κάθε εγκατάσταση ή επιχείρηση που πραγματοποιεί τις εργασίες που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙ Β οφείλει να έχει σχετική άδεια.»
9 Το άρθρο 11 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τη δυνατότητα απαλλαγής από την υποχρέωση λήψεως προηγούμενης άδειας, η οποία αφορά όλα τα απόβλητα, με την επιφύλαξη των επικίνδυνων αποβλήτων που διέπονται από ειδικές διατάξεις:
«1. […] μπορούν να απαλλάσσονται από την άδεια που προβλέπεται στο άρθρο 9 ή στο άρθρο 10:
α) οι εγκαταστάσεις ή επιχειρήσεις που διαθέτουν οι ίδιες τα απόβλητά τους στους χώρους παραγωγής
και
β) οι εγκαταστάσεις ή επιχειρήσεις που αξιοποιούν απόβλητα.
Η εν λόγω απαλλαγή ισχύει μόνον:
– όταν οι αρμόδιες αρχές έχουν θεσπίσει γενικούς κανόνες για κάθε είδους δραστηριότητα, οι οποίοι ορίζουν το είδος και τις ποσότητες αποβλήτων και τους όρους υπό τους οποίους η συγκεκριμένη δραστηριότητα μπορεί να απαλλάσσεται από την υποχρέωση της αδείας,
και
– αν το είδος και οι ποσότητες αποβλήτων και οι τρόποι διαθέσεως ή αξιοποιήσεως είναι τέτοιοι ώστε να τηρούνται οι όροι του άρθρου 4.
2. Οι εγκαταστάσεις ή επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρέπει να εγγράφονται σε σχετικό μητρώο των αρμόδιων αρχών.
3. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τους γενικούς κανόνες που θεσπίζονται δυνάμει της παραγράφου 1.»
Η οδηγία 91/689
10 Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 91/689 για τα επικίνδυνα απόβλητα προβλέπει τα εξής:
«1. Η παρέκκλιση από τις προϋποθέσεις αδείας για φορείς ή επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν τη διάθεση των δικών τους αποβλήτων όπως προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ δεν ισχύει για τα επικίνδυνα απόβλητα της παρούσας οδηγίας.
2. Σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ, ένα κράτος μέλος δύναται να μην επιμένει στην τήρηση του άρθρου 10 της εν λόγω οδηγίας για φορείς ή επιχειρήσεις που αξιοποιούν απόβλητα τα οποία καλύπτει η παρούσα οδηγία:
– εάν το κράτος μέλος θεσπίζει γενικούς κανόνες που ορίζουν το είδος και την ποσότητα των αποβλήτων και καθορίσει τους ειδικούς όρους (οριακές τιμές περιεκτικότητας επικίνδυνων ουσιών στα απόβλητα, οριακές τιμές εκπομπής, είδος δραστηριότητας), καθώς και άλλες αναγκαίες απαιτήσεις για την πραγματοποίηση διαφόρων μορφών αξιοποίησης και
– εάν το είδος ή οι ποσότητες αποβλήτων και οι τρόποι αξιοποίησης είναι τέτοιοι ώστε να τηρούνται οι όροι του άρθρου 4 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ.»
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
11 Το διάταγμα του Ministero dell’Ambiente, της 5ης Φεβρουαρίου 1998, περί του ακριβούς προσδιορισμού των μη επικινδύνων αποβλήτων που υπόκεινται στις απλοποιημένες διαδικασίες αξιοποιήσεως κατά την έννοια των άρθρων 31 και 33 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 22 της 5ης Φεβρουαρίου 1997 (GURI αριθ. 88, της 16ης Απριλίου 1998, τακτικό συμπλήρωμα αριθ. 72, στο εξής: διάταγμα) μεταφέρει τις οδηγίες 91/156 και 91/689 στην εθνική έννομη τάξη.
12 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του εν λόγω διατάγματος, με τίτλο «Αξιοποίηση του περιβάλλοντος», ορίζει τα εξής:
«Οι εργασίες αξιοποιήσεως του περιβάλλοντος που προβλέπει το παράρτημα 1 σκοπούν στην αναζωογόνηση των υποβαθμισμένων ζωνών για την ενίσχυση της παραγωγής ή για κοινωνικούς λόγους, με τη λήψη μέτρων μορφολογικής αναμορφώσεως.»
13 Το άρθρο 7 του ίδιου διατάγματος, με τίτλο «Ποσότητες», έχει ως εξής:
«1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων που προβλέπονται ειδικώς στα παραρτήματα, οι μέγιστες ετήσιες ποσότητες αποβλήτων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο των εργασιών αξιοποιήσεως που διέπει το παρόν διάταγμα καθορίζονται βάσει του ετήσιας ικανότητας παραγωγής της εγκαταστάσεως στην οποία πραγματοποιείται η εργασία, αφού αφαιρεθεί η πρώτη ύλη που ενδεχομένως χρησιμοποιήθηκε και κατά τέτοιο τρόπο ώστε η εργασία να μην ενέχει κανένα κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον.
[…]
2. Όσον αφορά τις εργασίες ενεργητικής αξιοποιήσεως που προβλέπει το παράρτημα 2, η μέγιστη ποσότητα αποβλήτων καθορίζεται με κριτήριο την ενεργειακή αξία του αποβλήτου, την ονομαστική θερμική ισχύ της εγκαταστάσεως στην οποία πραγματοποιείται η εργασία αξιοποιήσεως και την εκτιμώμενη διάρκεια λειτουργίας κάθε εγκαταστάσεως αξιοποιήσεως..
3. Οι ετήσιες ποσότητες αποβλήτων που πρόκειται να αξιοποιηθούν πρέπει να αναφέρονται στην ανακοίνωση ενάρξεως της εργασίας, με την επισήμανση ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
14 Με έγγραφο οχλήσεως της 28ης Φεβρουαρίου 2000, η Επιτροπή γνωστοποίησε στις ιταλικές αρχές ότι η Ιταλική Δημοκρατία, θεσπίζοντας το διάταγμα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1, 9, 10 και 11 της οδηγίας 75/442 και 3 της οδηγίας 91/689.
15 Σύμφωνα με το άρθρο 226 της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή ζήτησε από τις ιταλικές αρχές να της διαβιβάσουν τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις τους εντός δύο μηνών από την παραλαβή του εγγράφου οχλήσεως.
16 Οι εν λόγω αρχές απάντησαν με δύο έγγραφα, της 3ης και της 26ης Μαΐου 2000, αντιστοίχως.
17 H Επιτροπή, κρίνοντας μη ικανοποιητικές τις απαντήσεις των ιταλικών αρχών επί ορισμένων σημείων, απηύθυνε στην Ιταλική Κυβέρνηση, στις 11 Απριλίου 2001, αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία την κάλεσε να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίησή της.
18 Οι ιταλικές αρχές απάντησαν στην αιτιολογημένη γνώμη με έγγραφο της 17ης Αυγούστου 2001.
19 Επειδή η Επιτροπή δεν ικανοποιήθηκε από την απάντηση αυτή, αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
Επί της πρώτης αιτιάσεως, που αφορά τις μέγιστες ποσότητες αποβλήτων που μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση λήψεως σχετικής αδείας
Επιχειρήματα των διαδίκων
20 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 7 του διατάγματος παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου 11 της οδηγίας 75/442 καθόσον δεν καθορίζει τη μέγιστη ποσότητα αποβλήτων προς αξιοποίηση που μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση λήψεως αδείας, αλλά προβλέπει, αντιθέτως, μια σχετική ποσότητα με κριτήριο την ετήσια ικανότητα παραγωγής της οικείας εγκαταστάσεως.
21 Η ερμηνεία της Ιταλικής Δημοκρατίας δεν ανταποκρίνεται στον σκοπό περί προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος που θέτει το άρθρο 4 της οδηγίας 75/442, καθόσον επιτρέπει στις επιχειρήσεις αξιοποιήσεως να απαλλάσσονται από την υποχρέωση λήψεως αδείας, ακόμη και αν επεξεργάζονται σημαντικές ποσότητες αποβλήτων. Αποτέλεσμα μιας τέτοιας προσεγγίσεως είναι ότι καθίσταται αδύνατο να εφαρμοστεί στην πράξη η συνήθης διαδικασία αιτήσεως χορηγήσεως αδείας.
22 Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει, από πλευράς της, ότι τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να καθορίζουν απόλυτες μέγιστες ποσότητες. Οι διατάξεις του άρθρου 11 της οδηγίας 75/442 δεν περιέχουν καμία ρητή σχετική διάταξη.
23 Η εν λόγω κυβέρνηση ισχυρίζεται, αντιθέτως, ότι, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, για να χωρεί απαλλαγή από την υποχρέωση λήψεως αδείας, αρκεί να πληρούται μία από τις δύο προϋποθέσεις που προβλέπουν, αντιστοίχως, οι δύο περιπτώσεις του εν λόγω εδαφίου. Η δεύτερη προϋπόθεση συνίσταται στο ότι τα κράτη μέλη πρέπει να καθορίζουν είτε το είδος είτε τις ποσότητες των οικείων αποβλήτων, ώστε να εξασφαλίζεται η τήρηση των προβλεπόμενων από το άρθρο 4 της οδηγίας 75/442 επιταγών περί προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος. Η παρουσία του διαζευκτικού «ή» στη φράση «το είδος ή τις ποσότητες αποβλήτων» συνηγορεί υπέρ της αναλύσεως αυτής.
24 Εφόσον πληρούται η προϋπόθεση αυτή και, επομένως, τηρούνται οι προβλεπόμενες από το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας προϋποθέσεις, δεν είναι αναγκαίο να πληρούται και η πρώτη προϋπόθεση, που προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, της ίδιας οδηγίας. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις αφορούν δύο χωριστές περιπτώσεις και, επομένως, πρέπει να πληρούνται εναλλακτικώς, κατ’ επιλογή των κρατών μελών, και όχι σωρευτικώς.
25 Η Ιταλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι οι διατάξεις του διατάγματος στο σύνολό τους και, ειδικότερα, όσες αφορούν τον καθορισμό των μέγιστων σχετικών ποσοτήτων σκοπούν στην ενίσχυση της προστασίας του περιβάλλοντος και επιτυγχάνουν αποτελεσματικότερα τον σκοπό αυτό απ’ ό,τι ο καθορισμός απόλυτης μέγιστης ποσότητας. Η απαγόρευση προς τις εγκαταστάσεις μεγάλης παραγωγικότητας να αξιοποιούν απόβλητα όταν η ποσότητά τους υπερβαίνει ένα απόλυτο ανώτατο όριο και η υποχρέωση να τα διαθέτουν αντιβαίνει, όπως υποστηρίζει η εν λόγω κυβέρνηση, στις γενικές αρχές της οδηγίας 75/442.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
26 Για να εξακριβωθεί αν η Ιταλική Δημοκρατία εφάρμοσε ορθώς την οδηγία 75/442, πρέπει να διευκρινιστεί αν η οδηγία αυτή επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να καθορίζουν τις απόλυτες μέγιστες ποσότητες αποβλήτων προς αξιοποίηση που μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση λήψεως αδείας, ή αν τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν σχετικές ποσότητες με κριτήριο την ικανότητα παραγωγής κάθε εγκαταστάσεως. Προς τούτο, πρέπει να εξεταστούν καθαυτές οι διατάξεις του άρθρου 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 75/442.
27 Καταρχάς, από τη διατύπωση της εν λόγω διατάξεως προκύπτει ότι, για να χορηγηθεί απαλλαγή από την υποχρέωση λήψεως αδείας πρέπει να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις. Λαμβανομένης υπόψη της χρήσεως παύλας στην αρχή της περιγραφής εκάστης προϋποθέσεως καθώς και της ενώσεώς τους με τον συμπλεκτικό σύνδεσμο «και», δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι δύο προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς και όχι εναλλακτικώς, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Ιταλικής Κυβερνήσεως.
28 Επιβάλλεται, ακολούθως, να οριοθετηθεί το περιεχόμενο της υποχρεώσεως καθορισμού ποσότητας, την οποία αφορά η πρώτη προϋπόθεση, καθόσον επιβάλλεται στα κράτη μέλη ακριβώς όπως και η δεύτερη.
29 Η πρώτη αυτή προϋπόθεση προβλέπει ρητώς τη θέσπιση, από τις αρμόδιες αρχές, για κάθε είδος εργασίας, κανόνων που καθορίζουν «το είδος και τις ποσότητες αποβλήτων και τους όρους» υπό τους οποίους η εργασία μπορεί να απαλλάσσεται από την υποχρέωση λήψεως αδείας.
30 Μολονότι δεν χρησιμοποιείται ρητώς η έννοια «απόλυτες μέγιστες ποσότητες», εντούτοις από τη διατύπωση, αυτή καθαυτή, της διατάξεως προκύπτει ότι η έννοια της ποσότητας παραπέμπει σε ένα ανώτατο όριο που ισχύει για κάθε είδος αποβλήτων, η υπέρβαση του οποίου συνεπάγεται ότι οι εργασίες αξιοποιήσεως δεν εμπίπτουν στο καθεστώς απαλλαγής, αλλά απαιτούν σχετική άδεια.
31 Η οικονομία της οδηγίας 75/442 στο σύνολό της συνηγορεί, εξάλλου, υπέρ της ερμηνείας αυτής. Συγκεκριμένα, η εν λόγω οδηγία καθιερώνει μια συνήθη διαδικασία, στην οποία εντάσσεται η υποχρέωση λήψεως της αδείας που προβλέπουν τα άρθρα 9 και 10. Το άρθρο 11 της οδηγίας, προβλέποντας απαλλαγή από την υποχρέωση αυτή υπό ορισμένες προϋποθέσεις, εισάγει απλουστευμένη διαδικασία. Η κατά παρέκκλιση αυτή διαδικασία πρέπει να μπορεί να εφαρμόζεται και να ελέγχεται όσο το δυνατόν ευκολότερα, πράγμα που δεν θα ήταν εφικτό αν οι ποσότητες αποβλήτων διέφεραν ανάλογα με την εγκατάσταση.
32 Το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι οι διατάξεις του διατάγματος επιτυγχάνουν αποτελεσματικότερα τον σκοπό περί προστασίας του περιβάλλοντος απ’ ό,τι οι διατάξεις της οδηγίας 75/442 δεν ασκεί επιρροή.
33 Όπως έκρινε το Δικαστήριο, η υποχρέωση εξασφαλίσεως της πλήρους εφαρμογής μιας οδηγίας, σύμφωνα προς τον στόχο της, δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη απαλλάσσονται από την υποχρέωση να θεσπίσουν τα μέτρα για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο, εφόσον εκτιμούν ότι οι εθνικές τους διατάξεις είναι καλύτερες από τις αντίστοιχες κοινοτικές και ότι οι εθνικοί κανόνες, για τον λόγο αυτό, διασφαλίζουν ακόμη περισσότερο την επίτευξη του σκοπού της οδηγίας. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ύπαρξη εθνικών κανόνων δεν μπορεί να καταστήσει περιττή τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο με ειδικά νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα παρά μόνον αν οι κανόνες αυτοί εξασφαλίζουν αποτελεσματικά την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας από την εθνικές διοικητικές αρχές (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C‑194/01, Επιτροπή κατά Αυστρίας, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 39). Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη δεν δικαιούνται, εν προκειμένω, να παρεκκλίνουν από τους κανόνες που επιβάλλει η οδηγία 75/442, αντικαθιστώντας τις μέγιστες ποσότητες αποβλήτων, ανά είδος αποβλήτων, που μπορούν να αξιοποιηθούν χωρίς προηγούμενη άδεια με σχετικές ποσότητες καθοριζόμενες με κριτήριο την ικανότητα παραγωγής κάθε εγκαταστάσεως αξιοποιήσεως.
34 Εξάλλου, είναι ανακριβής ο ισχυρισμός της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι η ερμηνεία της Επιτροπής απάδει προς τον σκοπό της οδηγίας, καθόσον έχει ως αποτέλεσμα εγκαταστάσεις υψηλής παραγωγικότητας να μπορούν να αξιοποιήσουν μικρή μόνον ποσότητα αποβλήτων, η οποία ισοδυναμεί με τις μέγιστες ποσότητες, και να πρέπει να διαθέσουν τα υπόλοιπα απόβλητα. Τίποτα δεν απαγορεύει στις επιχειρήσεις αυτές να αξιοποιούν ποσότητες αποβλήτων ανώτερες από τις μέγιστες ποσότητες, υπό τον όρο ότι έχουν προηγουμένως λάβει σχετική άδεια.
35 Πρέπει, επομένως, να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να καθορίσει με το διάταγμα τις μέγιστες ποσότητες αποβλήτων, ανά είδος αποβλήτων, που μπορούν να αξιοποιηθούν υπό καθεστώς απαλλαγής από την υποχρέωση λήψεως αδείας, παρέβη τις υποχρεώσει που υπέχει από τα άρθρα 10 και 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/44.
Επί της δεύτερης αιτιάσεως, που αφορά τον μη ακριβή προσδιορισμό των ειδών αποβλήτων που απαλλάσσονται από την υποχρέωση λήψεως αδείας
Επιχειρήματα των διαδίκων
36 Η Επιτροπή διατυπώνει δύο επικρίσεις: πρώτον, ορισμένοι τίτλοι των τεχνικών προτύπων που περιλαμβάνουν τα παραρτήματα 1 και 2 του διατάγματος περιέχουν υπερβολικά ασαφείς ορισμούς των ειδών αποβλήτων· δεύτερον, οι κωδικοί του Ευρωπαϊκού Καταλόγου Αποβλήτων (στο εξής: κωδικοί ΕΚΑ) συχνά δεν αναφέρονται, ή, όταν αναφέρονται, δεν αντιστοιχούν στον ορισμό που περιλαμβάνουν οι τίτλοι των τεχνικών προτύπων. Συνεπώς, είναι δυνατόν ορισμένα επικίνδυνα απόβλητα να συγκαταλέγονται στην κατηγορία των μη επικίνδυνων αποβλήτων, με αποτέλεσμα οι εγκαταστάσεις και επιχειρήσεις που τα επεξεργάζονται να μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση λήψεως αδείας στηριζόμενες στα λιγότερο αυστηρά κριτήρια που προβλέπονται για τα μη επικίνδυνα απόβλητα.
37 Η Επιτροπή διευκρινίζει την αιτίασή της αναφέροντας τρεις περιπτώσεις.
38 Η Επιτροπή επισημαίνει, καταρχάς, ως παράδειγμα, ότι το τεχνικό πρότυπο 5.9 που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1 του διατάγματος και αφορά τα «τμήματα καλωδίου από επικαλυμμένη διηλεκτρική, ημιδιηλεκτρική και μεταλλική οπτική ίνα» δεν φέρει κανένα κωδικό ΕΚΑ.
39 Ακολούθως, το τεχνικό πρότυπο 7.8, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1 του διατάγματος και αφορά τα «απόβλητα από πυρίμαχα υλικά για εργασίες που εκτελούνται σε υψηλή θερμοκρασία», συνοδεύεται από σειρά κωδικών ΕΚΑ, από τους οποίους δεν προκύπτει αν τα χρησιμοποιηθέντα υλικά επικαλύψεως, που προέρχονται από μεταλλουργική επεξεργασία αλουμινίου, εμπίπτουν στα πρότυπα αυτά, με συνέπεια να προκαλείται σύγχυση μεταξύ επικίνδυνων και μη επικίνδυνων αποβλήτων.
40 Τέλος, το τεχνικό πρότυπο 3.10, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1 του διατάγματος και αφορά τις «αποφορτισμένες ηλεκτρικές στήλες από πρωτοξείδιο» φέρει τον εσφαλμένο κωδικό ΕΚΑ 160605, ο οποίος αντιστοιχεί στη συγκαταλεγόμενη στα μη επικίνδυνα απόβλητα κατηγορία «άλλες ηλεκτρικές στήλες και συσσωρευτές», αντί να φέρει, λαμβανομένης υπόψη της περιεκτικότητας σε υδράργυρο των ηλεκτρικών στηλών, τον κωδικό 160603, που αναφέρεται στις «ξηρές ηλεκτρικές στήλες υδραργύρου» και εμπίπτει, ως εκ τούτου, στην κατηγορία των επικίνδυνων αποβλήτων. Η Επιτροπή επισημαίνει, συναφώς, ότι το τίτλος του κωδικού 160603 τροποποιήθηκε με την απόφαση 2000/532/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Μαΐου 2000 (ΕΕ L 226, σ. 3), που εισήγαγε την έννοια «ηλεκτρικές στήλες περιέχουσες υδράργυρο».
41 Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι τρεις περιπτώσεις που εξετάζει η Επιτροπή αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις και ότι η Επιτροπή κακώς προέβη στη γενική διαπίστωση ότι δεν υπάρχει σαφής ή ακριβής προσδιορισμός των ειδών αποβλήτων που απαλλάσσονται από την υποχρέωση λήψεως αδείας.
42 Όσον αφορά το τεχνικό πρότυπο 3.10 που αφορά τις αποφορτισμένες ηλεκτρικές στήλες από πρωτοξείδιο, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ανάγνωση της περιγραφής του προτύπου και του κωδικού ΕΚΑ που του προσεδόθη πρέπει να συνδυάζεται με την εξέταση της προελεύσεως και των χημικών και φυσικών χαρακτηριστικών των αποβλήτων, αυτών καθαυτών. Στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση, η κατάταξη των εν λόγω αποβλήτων με τον κωδικό που αντιστοιχεί στα μη επικίνδυνα απόβλητα αποδίδει πλήρως τα χημικά και φυσικά χαρακτηριστικά που αναφέρονται στο διάταγμα, ήτοι «ατσάλινο περίβλημα που περιέχει οξείδια και/ή άλατα αργύρου σε ποσοστό ανώτερο του 1 %, ψευδάργυρο σε ποσοστό κατώτερο του 9 % και νικέλιο σε ποσοστό κατώτερο του 55 %».
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
43 Με τη δεύτερη αιτίαση, η Επιτροπή προσάπτει εν γένει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι δεν προσδιόρισε επακριβώς τα είδη μη επικίνδυνων αποβλήτων που προορίζονται για αξιοποίηση στο πλαίσιο απλουστευμένης διαδικασίας. Τα τεχνικά πρότυπα που αφορούν τα είδη αυτά προβλέπονται με υπερβολικά αόριστο τρόπο και οι κωδικοί ΕΚΑ είτε παραλείφθηκαν είτε ήταν εσφαλμένοι. Προς στήριξη της επικρίσεως που απευθύνει, η Επιτροπή παραπέμπει σε τρία τεχνικά πρότυπα.
44 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή παραθέτει τρεις μόνο περιπτώσεις τεχνικών προτύπων και δεν παρέχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο επί του συνόλου των τεχνικών προτύπων που περιλαμβάνει το διάταγμα, βάσει του οποίου να μπορεί το Δικαστήριο να εξακριβώσει το βάσιμο της αιτιάσεως. Η εξέταση της αιτιάσεως πρέπει, επομένως, να περιοριστεί στις τρεις αναφερθείσες περιπτώσεις.
45 Όσον αφορά το τεχνικό πρότυπο 5.9, πρέπει να επισημανθεί ότι η Ιταλική Κυβέρνηση ανέφερε, καταρχάς, στην Επιτροπή, προς απάντηση στο έγγραφο οχλήσεως και στην αιτιολογημένη γνώμη, ότι επρόκειτο να εισαγάγει κωδικό ΕΚΑ, επισήμανε δε στη συνέχεια, με το υπόμνημά της αντικρούσεως, ότι οι κωδικοί ΕΚΑ ορίστηκαν κατ’ εφαρμογή της αποφάσεως 2000/532/ΕΚ.
46 Μολονότι η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι κωδικοί ΕΚΑ που όρισε προβλέφθηκαν κατ’ αντιστοιχία προς τους κωδικούς της αποφάσεως 2000/532, με την οποία έπρεπε να είχαν συμμορφωθεί τα κράτη μέλη το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 2002, ήτοι σε ημερομηνία μεταγενέστερη των προσαπτόμενων πραγματικών περιστατικών, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εν λόγω κυβέρνηση δεν αρνήθηκε ότι όφειλε να ορίσει κωδικό ΕΚΑ για τα επίμαχα απόβλητα πριν από την ημερομηνία αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 75/442.
47 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν είχε ακόμη ορίσει κωδικό ΕΚΑ για το πρότυπο 5.9 κατά την παρέλευση της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, η προσαπτόμενη στην Επιτροπή παράβαση όσον αφορά το εν λόγω πρότυπο αποδεικνύεται.
48 Ως προς την αιτίαση της Επιτροπής που αφορά το τεχνικό πρότυπο 7.8, αρκεί η επισήμανση ότι η Ιταλική Κυβέρνηση ανέφερε, με το υπόμνημά της αντικρούσεως, ότι οι κωδικοί ΕΚΑ που χρησιμοποιήθηκαν έπρεπε να μεταβληθούν το συντομότερο δυνατόν. Συνεπώς, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε ότι οι κωδικοί που χρησιμοποιήθηκαν δεν τηρούσαν τις επιταγές της οδηγίας 75/442 και η παράβαση που προσάπτεται στην Επιτροπή πρέπει να διαπιστωθεί, στο μέτρο που αφορά το εν λόγω πρότυπο.
49 Η τρίτη αναφερθείσα περίπτωση αφορά το τεχνικό πρότυπο 3.10. Συναφώς, επιβάλλεται η επισήμανση ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απάντησε στον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι οι επίμαχες ηλεκτρικές στήλες περιείχαν υδράργυρο. Υποστήριξε απλώς ότι η περιλαμβανόμενη στο διάταγμα περιγραφή των τεχνικών χαρακτηριστικών του προϊόντος δεν κάνει λόγο για υδράργυρο, στοιχείο που, κατά την άποψή της, δικαιολογεί τη χρήση του κωδικού ΕΚΑ, ο οποίος αντιστοιχεί σε μη επικίνδυνο απόβλητο.
50 Πρέπει να διαπιστωθεί ότι, στον βαθμό που οι επίμαχες ηλεκτρικές στήλες περιείχαν υδράργυρο, η Επιτροπή ευλόγως έκρινε ότι επρόκειτο για επικίνδυνο απόβλητο και ότι κατάλληλος κωδικός ήταν ο κωδικός 160603 που αφορά τις ξηρές ηλεκτρικές στήλες υδραργύρου και όχι ο κωδικός 160605 που αντιστοιχεί στις λοιπές ηλεκτρικές στήλες και τους συσσωρευτές και προσιδιάζει στα μη επικίνδυνα απόβλητα. Εντούτοις, η Επιτροπή έπρεπε να αποδείξει ότι οι επίμαχες ηλεκτρικές στήλες περιείχαν υδράργυρο, από τα έγγραφα όμως που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Ελλείψει σχετικών αποδείξεων, η αφορώσα το πρότυπο 3.10 αιτίαση της Επιτροπής είναι απορριπτέα.
51 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να προσδιορίσει επακριβώς τα είδη αποβλήτων που εμπίπτουν στα τεχνικά πρότυπα 5.9 και 7.8 του παραρτήματος 1 του διατάγματος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/442 και από το άρθρο 3 της οδηγίας 91/689.
Επί της τρίτης αιτιάσεως, που αφορά τον χαρακτηρισμό ορισμένων εργασιών διαθέσεως ως εργασιών αξιοποιήσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
52 Η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι χαρακτήρισε ορισμένες εργασίες διαθέσεως ως εργασίες αξιοποιήσεως και, ως εκ τούτου, παρέβη τα σχετικά με το καθεστώς χορηγήσεως αδείας άρθρα 9 και 11 της οδηγίας 75/442, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, στοιχεία ε΄ και στ΄, της ίδιας οδηγίας, καθώς και με τα παραρτήματα ΙΙ A και II B της οδηγίας αυτής, που ορίζουν τις εν λόγω εργασίες.
53 Για τις επίμαχες εργασίες γίνεται λόγος στο άρθρο 5 του διατάγματος. Σκοπός τους είναι η αναζωογόνηση υποβαθμισμένων ζωνών για την ενίσχυση της παραγωγής ή για κοινωνικούς λόγους, μέσω της λήψεως μέτρων μορφολογικής αναμορφώσεως, περιλαμβάνουν δε την κάλυψη χωματερών.
54 Η Επιτροπή φρονεί ότι οι εργασίες που σχετίζονται με την αναζωογόνηση υποβαθμισμένων ζωνών για την ενίσχυση της παραγωγής ή για κοινωνικούς λόγους, μέσω της λήψεως μέτρων μορφολογικής αναμορφώσεως, κακώς κατατάχθηκαν στην κατηγορία R 10 του παραρτήματος II B της οδηγίας 75/442. Η κατηγορία αυτή αφορά εργασίες για τον εμπλουτισμό εδάφους με θετικά αποτελέσματα για τη γεωργία και το περιβάλλον και περιλαμβάνει κυρίως, σύμφωνα με την Επιτροπή, τη χρήση ιλύος στη γεωργία.
55 Όσον αφορά τις εργασίες καλύψεως χωματερών, που συνίστανται απλώς στην απόθεση αποβλήτων πάνω σε υπάρχοντα απόβλητα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν αποτελούν εργασίες ανακυκλώσεως ή αξιοποιήσεως, με τη στενή του όρου έννοια, οπότε δεν είναι δυνατή η κατάταξή τους στο σημείο R 5 του παραρτήματος II B οδηγίας 75/442, όπως εσφαλμένα έπραξε η Ιταλική Δημοκρατία. Η κάλυψη χωματερών εμπίπτει, σύμφωνα με την Επιτροπή, στο σημείο D 1 του παραρτήματος II A της ίδιας οδηγίας, που αφορά τις εργασίες διαθέσεως και συγκεκριμένα την «Απόθεση επάνω ή μέσα στο έδαφος (π.χ. απόρριψη σε χωματερές κ.λπ.)».
56 Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι ορθώς κατατάχθηκαν στην κατηγορία R 10 «Εμπλουτισμός εδάφους με θετικά αποτελέσματα για τη γεωργία και το περιβάλλον» οι εργασίες «αναβαθμίσεως του περιβάλλοντος». Οι εργασίες αυτές σκοπούν στην αναζωογόνηση του περιβάλλοντος και, συνεπώς, εμπίπτουν όντως στην εν λόγω κατηγορία. Η αναζωογόνηση του περιβάλλοντος δεν πρέπει να συγχέεται με εργασίες διαθέσεως.
57 Όσον αφορά την «κάλυψη των χωματερών», η Ιταλική Κυβέρνηση τονίζει ότι η εργασία αυτή, όπως και η «αναβάθμιση του περιβάλλοντος», δεν αποτελεί εργασία διαθέσεως, αλλά δραστηριότητα αναζωογονήσεως του περιβάλλοντος με τη στενή του όρου έννοια.
58 Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει, υπό το πρίσμα της πρόσφατης νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με τη διαφορά μεταξύ «αξιοποιήσεως» και «διαθέσεως», ότι ορισμένες εργασίες μορφολογικής αναμορφώσεως που προβλέπονται στο άρθρο 5 του διατάγματος μπορούν να θεωρηθούν ως εμπίπτουσες στην κατηγορία R 10.
59 Αντιθέτως, η Επιτροπή εμμένει στο ότι, στο μέτρο που η χρήση αποβλήτων και καταλοίπων γεωτρήσεων μπορεί να περιλαμβάνει 50 kg ανά τόνο υδρογονανθράκων και 300 kg ανά τόνο πετρελαίου χαμηλής τοξικότητας, σύμφωνα με τα τεχνικά πρότυπα. 7.14 και 7.15, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εργασία αξιοποιήσεως του περιβάλλοντος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
60 Πρέπει να επισημανθεί, όπως προκύπτει από το υπόμνημα απαντήσεως της Επιτροπής, ότι η Επιτροπή παραιτήθηκε από την αιτίασή της σχετικά με χρήση αποβλήτων και καταλοίπων γεωτρήσεων που αντιστοιχούν στα τεχνικά πρότυπα 7.14 και 7.15 του διατάγματος. Η χρησιμοποίηση των εν λόγω αποβλήτων δεν συνιστά, κατά την άποψή της, εργασίες αξιοποιήσεως, αλλά διαθέσεως.
61 Η Επιτροπή δεν αναφέρει τον ακριβή λόγο για τον οποίο εμμένει στη σχετική με τα εν λόγω απόβλητα αιτίασή της και περιορίζεται στην επισήμανση ότι περιέχουν πολύ υψηλές ποσότητες υδρογονανθράκων ή πετρελαίου και ελαίων χαμηλής τοξικότητας. Φρονεί δηλαδή ότι τα εν λόγω απόβλητα περιέχουν επικίνδυνες ουσίες, οι οποίες δεν επιτρέπουν τη χρησιμοποίησή τους σε εργασίες αξιοποιήσεως.
62 Το Δικαστήριο έκρινε, πάντως, ότι το αν τα απόβλητα είναι ή όχι επικίνδυνα δεν αποτελεί καθαυτό κρίσιμο κριτήριο για να εκτιμηθεί αν μια εργασία επεξεργασίας αποβλήτων πρέπει να χαρακτηριστεί ως «αξιοποίηση» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 75/442. Το ουσιώδες χαρακτηριστικό μιας εργασίας αξιοποιήσεως αποβλήτων συνίσταται στο ότι πρωταρχικός σκοπός της είναι να μπορούν τα απόβλητα να επιτελέσουν χρήσιμη λειτουργία, υποκαθιστώντας τη χρησιμοποίηση άλλων υλικών που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για τη λειτουργία αυτή και καθιστώντας με τον τρόπο αυτό δυνατή τη διαφύλαξη των φυσικών πόρων (απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2002, C-6/00, ASA, Συλλογή 2002, σ. Ι-1961, σκέψεις 68 και 69).
63 Συνεπώς, το γεγονός, αφ’ εαυτού, ότι τα επίμαχα απόβλητα περιέχουν υψηλές ποσότητες υδρογονανθράκων καθώς και πετρελαίου και ελαίων χαμηλής τοξικότητας δεν αποκλείει τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεώς τους σε εργασίες αξιοποιήσεως.
64 Εξάλλου, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 36 των προτάσεών του, η Επιτροπή δέχθηκε ότι ορισμένες εργασίες αναζωογονήσεως του περιβάλλοντος και καλύψεως χωματερών μπορούσαν να θεωρηθούν εργασίες αξιοποιήσεως, ιδίως προκειμένου για το τεχνικό πρότυπο 4.4. Η περιγραφή πάντως των εργασιών τις οποίες αφορούν τα τεχνικά πρότυπα 7.14 και 7.15 συμπίπτει πλήρως ή σχεδόν με την περιγραφή των εν λόγω εργασιών.
65 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η Ιταλική Δημοκρατία προέβη σε εσφαλμένο χαρακτηρισμό των εργασιών διαθέσεως ως εργασίες αξιοποιήσεως των αποβλήτων και η τρίτη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
66 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Ωστόσο, δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 3, του ιδίου κανονισμού, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Εν προκειμένω, επειδή και οι δύο διάδικοι ηττήθηκαν εν μέρει, κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας, στο διάταγμα της 5ης Φεβρουαρίου 1998 περί του ακριβούς προσδιορισμού των μη επικινδύνων αποβλήτων που υπόκεινται στις απλοποιημένες διαδικασίες αξιοποιήσεως, κατά την έννοια των άρθρων 31 και 33 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 22 της 5ης Φεβρουαρίου 1997, να καθορίσει τις μέγιστες ποσότητες αποβλήτων, ανά είδος αποβλήτων, που μπορούν να αξιοποιηθούν υπό καθεστώς απαλλαγής από την υποχρέωση λήψεως αδείας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 10 και 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991.
2) Η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να προσδιορίσει επακριβώς τα είδη αποβλήτων που εμπίπτουν στις κατηγορίες τεχνικών προτύπων 5.9 και 7.8 του παραρτήματος 1 του διατάγματος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/442, όπως τροποποιήθηκε, και από το άρθρο 3 της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα.
3) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
4) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Υπογραφές.
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Top