ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 7ης Ιουλίου 2004
Υπόθεση T-175/03
Norbert Schmitt
κατά
Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για την Ανασυγκρότηση (EYA)
«Έκτακτος υπάλληλος – Καταγγελία της συμβάσεως – Άρθρο 47, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του ΚΛΠ – Τήρηση των διατάξεων της συμβάσεως – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη»
Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα II - 0000
Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή με αντικείμενο αίτημα περί ακυρώσεως της αποφάσεως της ΕΥΑ περί καταγγελίας της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου του προσφεύγοντος-ενάγοντος και, επικουρικά, αίτημα περί καταβολής αποζημιώσεως.
Απόφαση: Η απόφαση της ΕΥΑ, της 25ης Φεβρουαρίου 2003, περί καταγγελίας της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου του προσφεύγοντος-ενάγοντος, ακυρώνεται. Η ΕΥΑ καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και εκείνων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Βλαπτική πράξη – Έννοια – Έγγραφο με το οποίο καταγγέλλεται η σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου – Εμπίπτει
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
2. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Σύμπτωση αντικειμένου και αιτίας – Ισχυρισμοί και επιχειρήματα που δεν περιλαμβάνονται στην ένσταση, αλλά συνδέονται στενά μ’ αυτή – Παραδεκτό
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
3. Υπάλληλοι – Αρχές – Προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Προϋποθέσεις
4. Υπάλληλοι – Έκτακτοι υπάλληλοι – Καταγγελία συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εκτάκτου υπαλλήλου – Εξουσία εκτιμήσεως της διοικήσεως – Περιορισμός από τις συμβατικές διατάξεις – Επιτρεπτό
(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, άρθρο 47 § 2)
1. Ένα έγγραφο με το οποίο καταγγέλλεται η σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου πρέπει μπορεί να χαρακτηρισθεί ως βλαπτική πράξη, δεδομένου ότι πρόκειται περί μέτρου που θεσπίζεται από την αρμόδια αρχή και παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν ευθέως και αμέσως τα συμφέροντα του προσφεύγοντος-ενάγοντος, τροποποιώντας, σαφώς, την έννομη κατάστασή του.
(βλ. σκέψη 28)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 30 Νοεμβρίου 1994, T‑558/93, Düchs κατά Επιτροπή, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I‑A‑265 και II‑837, σκέψη 36· ΠΕΚ, 12 Μαΐου 1998, T‑184/94, O’Casey κατά Επιτροπή, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑183 και II‑565, σκέψη 63 και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία
2. Σύμφωνα με τον κανόνα ότι η διοικητική ένσταση, υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως (ΚΥΚ), πρέπει να συμφωνεί με τη συνακόλουθη προσφυγή, οι ισχυρισμοί που προβάλλονται ενώπιον του κοινοτικού δικαστή πρέπει, για να είναι παραδεκτοί, να έχουν ήδη προβληθεί κατά τη διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής, ώστε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να είναι σε θέση να γνωρίζει με επαρκή ακρίβεια τις αιτιάσεις που διατυπώνει ο ενδιαφερόμενος κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Μολονότι τα αιτήματα που υποβάλλονται ενώπιον του κοινοτικού δικαστή δεν μπορούν να περιλαμβάνουν παρά μόνο τις ίδιες ακριβώς, και στηριζόμενες στην ίδια αιτία, αιτιάσεις με τις αιτιάσεις που περιείχε η ένσταση, οι αιτιάσεις αυτές μπορούν, ωστόσο, να αναπτυχθούν ενώπιον του κοινοτικού δικαστή με την προβολή ισχυρισμών και επιχειρημάτων που δεν περιλαμβάνονταν κατ’ ανάγκη στην ένσταση, αλλά συνδέονται στενά με αυτή.
(βλ. σκέψη 42)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 14 Οκτωβρίου 2003, T‑174/02, Wieme κατά Επιτροπή, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑241 και II‑1165, σκέψη 18, και παρατιθέμενη νομολογία
3. Δικαίωμα επικλήσεως της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η οποία αποτελεί θεμελιώδη αρχή της Κοινότητας, έχει κάθε ιδιώτης ο οποίος βρίσκεται σε κατάσταση από την οποία προκύπτει ότι η κοινοτική διοίκηση, παρέχοντάς του συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις, του δημιούργησε βάσιμες προσδοκίες. Όταν πρόκειται για σχέση εργασίας με θεσμικό όργανο, οι συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να είναι σύμφωνες με τις διατάξεις του ΚΥΚ ή του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού.
(βλ. σκέψεις 46 και 47)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 21 Ιουλίου 1998, T‑66/96 και T‑221/97, Mellett κατά Δικαστήριο, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑449 και II‑1305, σκέψη 104· ΠΕΚ, 26 Σεπτεμβρίου 2002, T‑319/00, Borremans κ.λπ. κατά Επιτροπή, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑171 και II‑905, σκέψη 63· ΠΕΚ, 5 Νοεμβρίου 2002, T‑205/01, Ronsse κατά Επιτροπή, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑211 και II‑1065, σκέψη 54
4. Δεδομένου ότι η καταγγελία των συμβάσεων αορίστου χρόνου, με την προειδοποίηση που προβλέπει η σύμβαση και σύμφωνα με το άρθρο 47, παράγραφος 2, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, υπάγεται στην εξουσία εκτιμήσεως της αρμόδιας αρχής, ουδεμία διάταξη του εν λόγω καθεστώτος απαγορεύει στην αρχή αυτή να περιορίζει την εξουσίας της προς καταγγελία της συμβάσεως, προς το συμφέρον του προσωπικού, με συμβατικές διατάξεις. Επομένως, αν η αρχή εξαρτήσει τη χρήση του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου αορίστου χρόνου, το οποίο της παρέχει η προπαρατεθείσα διάταξη, από την επέλευση ορισμένων προκαθορισμένων γεγονότων, οι συμβατικές αυτές διατάξεις μπορούν να δημιουργήσουν μια κατάσταση στην οποία ο ενδιαφερόμενος τυγχάνει της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης όσον αφορά την τήρηση των εν λόγω διατάξεων.
(βλ. σκέψεις 56 και 59)
Παραπομπή: Düchs κατά Επιτροπή, προπαρατεθείσα, σκέψη 43
Top