Υπόθεση C-418/02
Praktiker Bau- und Heimwerkermärkte AG
(αίτηση του Bundespatentgericht για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κοινοτικά σήματα — Οδηγία 89/104/ΕΟΚ — Σήματα για την παροχή υπηρεσιών — Καταχώριση — Υπηρεσίες παρεχόμενες στο πλαίσιο του λιανικού εμπορίου — Διευκρίνιση του περιεχομένου των υπηρεσιών αυτών — Ομοιότητα μεταξύ των εν λόγω υπηρεσιών και προϊόντων ή άλλων υπηρεσιών»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger της 13ης Ιανουαρίου 2005
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 7ης Ιουλίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσέγγιση των νομοθεσιών — Σήματα — Οδηγία 89/104 — Σήματα υπηρεσιών — Όρος «υπηρεσίες» — Έννοια κοινοτικού περιεχομένου — Ομοιόμορφη ερμηνεία
(Οδηγία 89/104 του Συμβουλίου)
2. Προσέγγιση των νομοθεσιών — Σήματα — Οδηγία 89/104 — Σήματα υπηρεσιών — Όρος «υπηρεσίες» — Λιανική πώληση εμπορευμάτων — Περιλαμβάνεται — Προϋποθέσεις καταχωρίσεως
(Οδηγία 89/104 του Συμβουλίου, άρθρο 2)
1. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να δώσει, εντός της κοινοτικής έννομης τάξης, μια ομοιόμορφη ερμηνεία των «υπηρεσιών» κατά την έννοια της οδηγίας 89/104, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων.
Συγκεκριμένα, ο καθορισμός της φύσεως και του περιεχομένου της υπηρεσίας που μπορεί να προστατευθεί μέσω καταχωρισμένου σήματος δεν εμπίπτει στις διατάξεις που αφορούν τις διαδικασίες καταχωρίσεως, έναντι των οποίων τα κράτη μέλη διατηρούν κάθε ελευθερία, αλλά στις ουσιαστικές προϋποθέσεις αποκτήσεως του δικαιώματος που χορηγείται μέσω του σήματος. Επιπλέον, εφόσον ο ορισμός των «υπηρεσιών» ανήκει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, ενδέχεται να προκύψουν διαφορετικοί όροι καταχωρίσεως των σημάτων υπηρεσιών ανάλογα με την οικεία εθνική νομοθεσία. Ως εκ τούτου, δεν επιτυγχάνεται ο σκοπός της αποκτήσεως του δικαιώματος επί του σήματος «υπό τους ίδιους όρους» σε όλα τα κράτη μέλη.
(βλ. σκέψεις 30-33)
2. Ο όρος «υπηρεσίες» κατά την έννοια της οδηγίας 89/104, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων, περιλαμβάνει τις υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων. Συγκεκριμένα, κανένας επιτακτικός λόγος αντλούμενος από την οδηγία ή από τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου δεν απαγορεύει να εμπίπτουν οι παροχές αυτές στον όρο «υπηρεσίες» κατά την έννοια της οδηγίας και να έχει, ως εκ τούτου, ο έμπορος το δικαίωμα να τυγχάνει της προστασίας του σήματος, μέσω της καταχωρίσεώς του, ως ενδείξεως της προελεύσεως των υπηρεσιών που παρέχει.
Για την καταχώριση σήματος για τέτοιου είδους υπηρεσίες, δεν είναι αναγκαίος ο ακριβής προσδιορισμός των εν λόγω υπηρεσιών. Αντιθέτως, απαιτούνται διευκρινίσεις ως προς τα προϊόντα ή τα είδη των προϊόντων για τα οποία παρέχονται οι υπηρεσίες αυτές.
(βλ. σκέψεις 35, 39, 52, διατακτ. 1-2)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 7ης Ιουλίου 2005 (*)
«Κοινοτικά σήματα – Οδηγία 89/104/ΕΟΚ – Σήματα για την παροχή υπηρεσιών – Καταχώριση – Υπηρεσίες παρεχόμενες στο πλαίσιο του λιανικού εμπορίου – Διευκρίνιση του περιεχομένου των υπηρεσιών αυτών – Ομοιότητα μεταξύ των εν λόγω υπηρεσιών και προϊόντων ή άλλων υπηρεσιών»
Στην υπόθεση C-418/02,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Bundespatentgericht (Γερμανία) με απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2002, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Νοεμβρίου 2002, στο πλαίσιο της διαδικασίας
Praktiker Bau- und Heimwerkermärkte AG
κατά
Deutsches Patent- und Markenamt,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann (εισηγητή), R. Schintgen, N. Colneric και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: M. Múgica Arzamendi, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 1ης Ιουλίου 2004,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Praktiker Bau- und Heimwerkermärkte AG, εκπροσωπούμενη από τον M. Schaeffer, Rechtsanswalt,
– η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον G. de Bergues και την A. Bodard‑Hermant,
– η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Riedl,
– η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον K. Manji, επικουρούμενο από τον M. Tappin, barrister,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον N. B. Rasmussen και την S. Fries,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Ιανουαρίου 2005,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 2, 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1, στο εξής: οδηγία).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Praktiker Bau- und Heimwerkermärkte AG (στο εξής: Praktiker Märkte) και του Deutsches Patent- und Markenamt (γερμανικού γραφείου διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και σημάτων) σχετικά με την καταχώριση σήματος για την παροχή υπηρεσιών στο πλαίσιο του λιανικού εμπορίου.
Το νομικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 2 της οδηγίας έχει ως εξής:
«Το σήμα μπορεί να συνίσταται από οποιαδήποτε σημεία επιδεχόμενα γραφικής παράστασης, ιδίως δε από λέξεις, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος προσώπων, από εικόνες, γράμματα, αριθμούς, το σχήμα του προϊόντος ή της συσκευασίας του, εφόσον [βάσει αυτών διακρίνονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα αντίστοιχα άλλων επιχειρήσεων].»
4 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προβλέπει τα εξής:
«Ένα σήμα δεν καταχωρίζεται ή, αν έχει καταχωριστεί, είναι δυνατόν να κηρυχθεί άκυρο:
α) εάν είναι πανομοιότυπο με προγενέστερο σήμα και τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες για τις οποίες το σήμα δηλώνεται ή είναι καταχωρισμένο είναι πανομοιότυπες με εκείνες για τις οποίες προστατεύεται το προγενέστερο σήμα·
β) εάν, λόγω της ταυτότητάς του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και της ταυτότητας ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που τα δύο σήματα προσδιορίζουν, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, ο οποίος περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα.»
5 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, προβλέπει τα εξής:
«Το καταχωρισμένο σήμα παρέχει στον δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα. Ο δικαιούχος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του:
α) σημείο πανομοιότυπο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες πανομοιότυπες με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωριστεί·
β) σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητάς του με το σήμα και της ταυτότητας ή της ομοιότητας των προϊόντων ή των υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης του σημείου με το σήμα.»
6 Η δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας προβλέπει ότι είναι απαραίτητο οι διατάξεις της οδηγίας να βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με τις διατάξεις της Συμβάσεως για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, η οποία υπογράφηκε στο Παρίσι στις 20 Μαρτίου 1883, αναθεωρήθηκε για τελευταία φορά στη Στοκχόλμη στις 14 Ιουλίου 1967, τροποποιήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1979 (Recueil des traités des Nations unies, τόμος 828, αριθ. 11851, σ. 305, στο εξής: Σύμβαση των Παρισίων) και δεσμεύει όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας.
7 Ο Διακανονισμός της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί (στο εξής: Διακανονισμός της Νίκαιας), συνήφθη βάσει του άρθρου 19 της Συμβάσεως των Παρισίων, το οποίο επιφυλάσσει για τις χώρες της Ενώσεως το δικαίωμα να προβαίνουν μεταξύ τους σε ειδικές συμφωνίες για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας.
8 Η ταξινόμηση που καθιερώνει (στο εξής: ταξινόμηση της Νίκαιας) ορίζει τη σχετική με τις υπηρεσίες κλάση 35 ως εξής:
«Διαφήμιση·
διοίκηση επιχειρήσεων·
διαχείριση επιχειρήσεων·
εργασίες γραφείου.»
9 Η επεξηγηματική σημείωση της κλάσεως αυτής διευκρινίζει τα εξής:
«[...]
Η κλάση αυτή καλύπτει μεταξύ άλλων:
– τη συγκέντρωση διαφόρων προϊόντων (με εξαίρεση τη μεταφορά τους) για λογαριασμό τρίτων, προκειμένου οι καταναλωτές να μπορούν να δουν και να αγοράσουν σε άνετες συνθήκες τα προϊόντα αυτά.
[…]
Η κλάση αυτή δεν καλύπτει ιδίως:
– τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων, κύριο έργο των οποίων είναι η πώληση προϊόντων, δηλαδή των λεγόμενων εμπορικών επιχειρήσεων·
[…]»
10 Το άρθρο 2 του Διακανονισμού της Νίκαιας προβλέπει τα εξής:
«1) Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που τίθενται από την παρούσα Συμφωνία, η σημασία της ταξινόμησης είναι αυτή που της αποδίδεται από κάθε χώρα της Ειδικής Ένωσης. Κυρίως, η ταξινόμηση δεν δεσμεύει τις χώρες της Ειδικής Ένωσης ούτε ως προς την εκτίμηση της έκτασης της προστασίας του σήματος, ούτε ως προς την αναγνώριση των σημάτων υπηρεσιών.
2) Καθεμία από τις χώρες της Ειδικής Ένωσης επιφυλάσσεται της δυνατότητας να εφαρμόσει την ταξινόμηση ως κύριο ή βοηθητικό σύστημα.
3) Οι αρμόδιες διοικήσεις των χωρών της Ειδικής Ένωσης θα αναγράφουν στους επίσημους τίτλους και δημοσιεύσεις των καταχωρίσεων των σημάτων, τους αριθμούς των κατηγοριών της ταξινόμησης στις οποίες ανήκουν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωριστεί το σήμα.
[…]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
11 Η Praktiker Märkte υπέβαλε στο Deutsches Patent- und Markenamt αίτηση καταχωρίσεως του σήματος Praktiker, μεταξύ άλλων, για την υπηρεσία «λιανικό εμπόριο ειδών οικοδομικών εργασιών, μαστορέματος και κηπουρικής καθώς και άλλων χρήσιμων προϊόντων στον τομέα του dο it yοurself [της ερασιτεχνικής ενασχολήσεως με μαστορέματα]».
12 Το Deutsches Patent- und Markenamt απέρριψε την αίτηση αυτή. Έκρινε ότι η επίδικη έννοια «λιανικό εμπόριο» δεν καλύπτει ανεξάρτητες υπηρεσίες με αυτόνομη οικονομική σημασία. Αφορά μόνον αυτή καθ’ εαυτή τη διανομή των προϊόντων. Οι οικονομικές δραστηριότητες που αποτελούν την ουσία της διανομής των προϊόντων, ιδίως η αγορά και η πώλησή τους, δεν συνιστούν υπηρεσίες για τις οποίες είναι δυνατή η καταχώριση σήματος. Η προστασία που παρέχουν τα σήματα για τις υπηρεσίες αυτές επιτυγχάνεται μόνο με την υποβολή αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος για τα διάφορα διατιθέμενα στο εμπόριο προϊόντα.
13 Η Praktiker Märkte άσκησε προσφυγή κατά της απορριπτικής αποφάσεως ενώπιον του Bundespatentgericht. Ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εξέλιξη της οικονομίας προς μια κοινωνία των υπηρεσιών απαιτεί την εκ νέου εκτίμηση του λιανικού εμπορίου ως υπηρεσίας. Η απόφαση του καταναλωτή να προβεί σε αγορά επηρεάζεται όλο και περισσότερο όχι μόνον από τα διατιθέμενα προϊόντα και την τιμή τους, αλλά και από άλλες πτυχές, όπως η επιλογή και η συγκέντρωση των προϊόντων, η παρουσίασή τους, οι υπηρεσίες που παρέχει το προσωπικό, η διαφήμιση, η εικόνα και η θέση του καταστήματος κ.λπ. Αυτού του είδους οι υπηρεσίες, οι οποίες παρέχονται στο πλαίσιο του λιανικού εμπορίου, καθιστούν δυνατή τη διάκριση των εμπόρων λιανικής πωλήσεως από τους ανταγωνιστές τους. Οι παροχές αυτές πρέπει να μπορούν να τύχουν της προστασίας σήματος για την παροχή υπηρεσιών. Συναφώς, όχι μόνον το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (στο εξής: ΓΕΕΑ), αλλά και η πλειονότητα των κρατών μελών αναγνωρίζουν στο εξής την προστασία σήματος για τις υπηρεσίες που παρέχει έμπορος λιανικής πωλήσεως. Η ομοιόμορφη εκτίμηση του ζητήματος αυτού εντός της Κοινότητας είναι επιβεβλημένη.
14 Συναφώς, το Bundespatentgericht αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συνιστά η λιανική πώληση εμπορευμάτων υπηρεσία κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό:
2) Πόσο συγκεκριμένες πρέπει να είναι, από απόψεως περιεχομένου, αυτού του είδους οι υπηρεσίες ενός εμπόρου λιανικής πωλήσεως, προκειμένου να διασφαλίζεται ο προσδιορισμός του αντικειμένου της προστασίας του σήματος, ο οποίος είναι αναγκαίος:
α) για τη ρυθμιζόμενη στο άρθρο 2 της οδηγίας λειτουργία του σήματος, η οποία συνίσταται στη δυνατότητα διακρίσεως των προϊόντων και των υπηρεσιών μιας επιχειρήσεως από τα προϊόντα και τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων;
β) για την οριοθέτηση του πεδίου προστασίας του σήματος σε περίπτωση συγκρούσεως με άλλο σήμα;
3) Πόσο αυστηρά πρέπει να οριοθετείται η ομοιότητα (άρθρα 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας) μεταξύ των εν λόγω υπηρεσιών που παρέχει έμπορος λιανικής πωλήσεως και:
α) των λοιπών υπηρεσιών που παρέχονται σε συνάρτηση με τη διάθεση των προϊόντων στο εμπόριο
ή
β) των προϊόντων που διατίθενται στο εμπόριο από τον οικείο έμπορο λιανικής πωλήσεως;»
15 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το άρθρο 2 της οδηγίας δεν περιλαμβάνει ορισμό για τις διαλαμβανόμενες σ’ αυτό έννοιες «προϊόντα» και «υπηρεσίες».
16 Κατά την άποψή του, η ουσία της ανεξάρτητης δραστηριότητας ενός εμπόρου λιανικής πωλήσεως, η οποία τον θέτει σε άμεσο ανταγωνισμό με τους λοιπούς διανομείς προϊόντων και για την οποία ενδέχεται να αποδειχθεί αναγκαία η αυτόνομη προστασία ενός σήματος για την παροχή υπηρεσιών, περιορίζεται στις ειδικές δραστηριότητες της πωλήσεως που καθιστούν δυνατή τη διανομή των προϊόντων χωρίς να περιορίζονται στην υλοποίησή της. Πρόκειται, εν προκειμένω, για τη συγκέντρωση προϊόντων προερχομένων από διαφορετικές επιχειρήσεις με σκοπό τη συγκέντρωση ποικιλίας προϊόντων και την προσφορά τους από μονάδα διανομής, είτε στο πλαίσιο του παραδοσιακού εμπορίου, είτε της πωλήσεως δι’ αλληλογραφίας είτε του ηλεκτρονικού εμπορίου. Ακόμη και αν δεν τιμολογούνται χωριστά σε κάποιο συγκεκριμένο πελάτη, οι οικείες υπηρεσίες μπορούν να θεωρηθούν ως παρεχόμενες έναντι αμοιβής, λαμβανομένου υπόψη του περιθωρίου κέρδους.
17 Ωστόσο, το Bundespatentgericht ισχυρίζεται ότι, για να επιτελεί το σήμα τη λειτουργία του προσδιορισμού της προελεύσεως, το αντικείμενο της παρεχόμενης προστασίας πρέπει να προσδιορίζεται κατά τρόπο επαρκώς σαφή. Γενικές εκφράσεις όπως «υπηρεσίες λιανικού εμπορίου» δεν ικανοποιούν την απαίτηση σχετικά με τον συγκεκριμένο χαρακτήρα των δικαιωμάτων αποκλειστικότητας. Περιορισμοί που αφορούν μόνον τα διανεμόμενα προϊόντα δεν αίρουν την αοριστία της έννοιας «λιανικό εμπόριο» στον οικείο τομέα. Δεν διευκρινίζουν ποιες είναι οι υπηρεσίες που παρέχονται πέραν της απλής πωλήσεως των προϊόντων αυτών. Ανάλογες αντιρρήσεις μπορούν να διατυπωθούν όσον αφορά διευκρινίσεις σχετικές με τη φύση του χώρου πωλήσεως, για παράδειγμα «πολυκατάστημα» ή «υπεραγορά».
18 Η ανάγκη περιορισμού, κατά την καταχώριση των σημάτων, του περιεχομένου της έννοιας «υπηρεσίες παρεχόμενες από έμπορο λιανικής πωλήσεως» επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο κατά την ερμηνεία της έννοιας του «κινδύνου συγχύσεως» των άρθρων 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας. Συγκεκριμένα, ακόμη και ο κατάλληλος προσδιορισμός, κατά τη διαδικασία καταχωρίσεως, του περιεχομένου της έννοιας «υπηρεσίες παρεχόμενες από έμπορο λιανικής πωλήσεως» είναι σε τελική ανάλυση ανεπαρκής, αν το καταχωρισμένο σήμα για την παροχή υπηρεσιών προστατεύεται απεριόριστα λόγω της ευρείας ερμηνείας της έννοιας «ομοιότητα προϊόντων ή υπηρεσιών».
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί των δύο πρώτων ερωτημάτων
19 Με τα δύο πρώτα του ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το Bundespatentgericht ερωτά κατ’ ουσίαν αν ο διαλαμβανόμενος στην οδηγία, και ιδίως στο άρθρο της 2, όρος «υπηρεσίες» πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει υπηρεσίες παρεχόμενες στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν η καταχώριση σήματος για την παροχή υπηρεσιών για τέτοιου είδους παροχές εξαρτάται από ορισμένες διευκρινίσεις.
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
20 Η Praktiker Märkte θεωρεί ότι η λιανική πώληση εμπορευμάτων συνιστά υπηρεσία υπό την έννοια της οδηγίας. Το σήμα που την προστατεύει ως υπηρεσία εκπληρώνει τη λειτουργία προσδιορισμού της προελεύσεως που επιτελεί το σήμα. Για τον προσδιορισμό του αντικειμένου της προστασίας, δεν είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται το περιεχόμενο των παρεχόμενων υπηρεσιών.
21 Η Γαλλική Κυβέρνηση επισήμανε, κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, ότι στο εξής δέχεται ότι ορισμένες ειδικές παροχές που συνοδεύουν τη λιανική πώληση, το περιεχόμενο των οποίων πρέπει να προσδιορίζεται, μπορούν να συνιστούν παροχές αυτόνομες σε σχέση με την πώληση και μπορούν, ως εκ τούτου, να απολαύουν της προστασίας του σήματος.
22 Η Αυστριακή Κυβέρνηση εκτιμά ότι ο κεντρικός πυρήνας του λιανικού εμπορίου, ήτοι η πώληση των προϊόντων, δεν συνιστά υπηρεσία ικανή να αποτελέσει αυτή καθ’ εαυτή αντικείμενο της προστασίας του σήματος, όπως επιβεβαιώνει, κατά την άποψή της, η επεξηγηματική σημείωση για την κλάση 35 της ταξινόμησης της Νίκαιας. Μόνο για παροχές που βαίνουν πέραν του κεντρικού αυτού πυρήνα, και των οποίων το περιεχόμενο πρέπει να διευκρινίζεται, είναι δυνατή η καταχώριση σήματος για την παροχή υπηρεσιών.
23 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι ένα σήμα μπορεί βασίμως να καταχωριστεί για μια υπηρεσία αν, υπό το σήμα αυτό, παρέχεται στους καταναλωτές προσδιορίσιμη υπηρεσία που βαίνει πέραν της απλής διανομής εμπορευμάτων. Η επεξηγηματική σημείωση για την κλάση 35 της ταξινόμησης της Νίκαιας επιβεβαιώνει ότι η απλή διανομή προϊόντων δεν συνιστά προσδιορίσιμη υπηρεσία, αλλά ότι οι πτυχές της δραστηριότητας του λιανικού εμπορίου που αφορούν τη συγκέντρωση, για λογαριασμό τρίτων, διαφόρων προϊόντων, προκειμένου οι καταναλωτές να μπορούν να δουν και να αγοράσουν σε άνετες συνθήκες τα προϊόντα αυτά, αποτελούν υπηρεσία που μπορεί να τύχει της προστασίας του σήματος. Για την καταχώριση του σήματος αυτού, οι πτυχές της δραστηριότητας που συνιστούν την εν λόγω υπηρεσία, καθώς και ο τομέας ή οι τομείς των δραστηριοτήτων του λιανικού εμπορίου τους οποίους καλύπτει το σήμα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα, προκειμένου να είναι βέβαιο το αντικείμενο της προστασίας.
24 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η λιανική πώληση εμπορευμάτων συνιστά υπηρεσία υπό την έννοια της οδηγίας, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 50 ΕΚ. Η προστασία μέσω σήματος για την παροχή υπηρεσιών μπορεί να εφαρμοστεί σε όλες τις δραστηριότητες που δεν συνιστούν αμιγώς πράξεις πωλήσεως. Δεν είναι δυνατή η εξαντλητική απαρίθμηση όλων των εν λόγω υπηρεσιών. Οι υπηρεσίες αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν την τοποθέτηση των προϊόντων, τη θέση του καταστήματος, τις γενικότερες διευκολύνσεις, τη συμπεριφορά και την προθυμία του προσωπικού, την προσοχή των υπαλλήλων προς τους πελάτες.
25 Κατά την Επιτροπή, το ζήτημα του προσδιορισμού του περιεχομένου των υπηρεσιών ανακύπτει, από τυπικής νομικής απόψεως, όσον αφορά την καταχώριση του σήματος. Το ζήτημα αυτό εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, όπως προκύπτει από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, κατά την οποία εναπόκειται στα κράτη μέλη να θέτουν τους όρους της διαδικασίας για την καταχώριση των σημάτων, ήτοι, για παράδειγμα, του είδους των διαδικασιών καταχωρίσεως. Συναφώς, η καταχώριση σήματος για το λιανικό εμπόριο είναι δυνατή μόνο στο πλαίσιο της κλάσεως 35 της ταξινόμησης της Νίκαιας. Ο Διακανονισμός της Νίκαιας δεν επιβάλλει προϋποθέσεις σχετικές με την περιγραφή της υπηρεσίας.
Απάντηση του Δικαστηρίου
26 Από την πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας προκύπτει ότι αντικείμενό της είναι η προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών, προκειμένου να αντιμετωπίζονται οι διαφορές που είναι ικανές να παρεμποδίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων καθώς και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό εντός της ενιαίας αγοράς.
27 Σύμφωνα με το άρθρο της 1, η οδηγία εφαρμόζεται στα «σήματα προϊόντων» και στα «σήματα υπηρεσιών».
28 Δεν περιέχει ορισμό των «υπηρεσιών», τις οποίες το άρθρο 50 ΕΚ περιγράφει ως «παροχές που κατά κανόνα προσφέρονται έναντι αμοιβής».
29 Δεν διευκρινίζει περαιτέρω τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η καταχώριση σήματος για την παροχή υπηρεσιών, εφόσον μια τέτοια καταχώριση προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία.
30 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη διατηρούν το δικαίωμα να θέτουν τους όρους της διαδικασίας για την καταχώριση των σημάτων, για παράδειγμα για τον καθορισμό του είδους των διαδικασιών καταχωρίσεως. Η έβδομη αιτιολογική σκέψη τονίζει, πάντως, ότι η πραγματοποίηση των στόχων, οι οποίοι επιδιώκονται με την προσέγγιση, προϋποθέτει ότι η απόκτηση και η διατήρηση του δικαιώματος επί του κατατεθέντος σήματος εξαρτάται, κατ’ αρχήν, από τους ίδιους όρους σε όλα τα κράτη μέλη.
31 Ο καθορισμός της φύσεως και του περιεχομένου της υπηρεσίας που μπορεί να προστατευθεί μέσω καταχωρισμένου σήματος δεν εμπίπτει στις διατάξεις που αφορούν τις διαδικασίες καταχωρίσεως, αλλά στις ουσιαστικές προϋποθέσεις αποκτήσεως του δικαιώματος που χορηγείται μέσω του σήματος.
32 Εφόσον ο ορισμός των «υπηρεσιών» ανήκει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, ενδέχεται να προκύψουν διαφορετικοί όροι καταχωρίσεως των σημάτων υπηρεσιών ανάλογα με την οικεία εθνική νομοθεσία. Ως εκ τούτου, δεν επιτυγχάνεται ο σκοπός της αποκτήσεως του δικαιώματος επί του σήματος «υπό τους ίδιους όρους» σε όλα τα κράτη μέλη.
33 Επομένως, εναπόκειται στο Δικαστήριο να δώσει, εντός της κοινοτικής έννομης τάξης, μια ομοιόμορφη ερμηνεία των «υπηρεσιών» κατά την έννοια της οδηγίας (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2001, C-414/99 έως C-416/99, Zino Davidoff και Levi Strauss, Συλλογή 2001, σ. I‑8691, σκέψεις 42 και 43).
34 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι σκοπός του λιανικού εμπορίου είναι η πώληση των προϊόντων στους καταναλωτές. Το εμπόριο αυτό περιλαμβάνει, εκτός από τη νομική πράξη της πωλήσεως, όλες τις ενέργειες στις οποίες προβαίνει ο επιχειρηματίας προκειμένου να προωθήσει τη σύναψη μιας τέτοιας πράξεως. Οι ενέργειες αυτές συνίστανται, μεταξύ άλλων, στην επιλογή μιας ποικιλίας προϊόντων με σκοπό την πώλησή τους και στην παροχή διαφόρων υπηρεσιών που αποβλέπουν στο να ωθήσουν τον καταναλωτή να συνάψει την εν λόγω πράξη με τον οικείο έμπορο παρά με κάποιον ανταγωνιστή του.
35 Κανένας επιτακτικός λόγος αντλούμενος από την οδηγία ή από τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου δεν απαγορεύει να εμπίπτουν οι παροχές αυτές στον όρο «υπηρεσίες» κατά την έννοια της οδηγίας και να έχει, ως εκ τούτου, ο έμπορος το δικαίωμα να τυγχάνει της προστασίας του σήματος, μέσω της καταχωρίσεώς του, ως ενδείξεως της προελεύσεως των υπηρεσιών που παρέχει.
36 Τούτο προκύπτει εμφανώς από την επεξηγηματική σημείωση για την κλάση 35 της ταξινόμησης της Νίκαιας, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω κλάση περιλαμβάνει «τη συγκέντρωση διαφόρων προϊόντων [...] για λογαριασμό τρίτων, προκειμένου οι καταναλωτές να μπορούν να δουν και να αγοράσουν σε άνετες συνθήκες τα προϊόντα αυτά» («the bringing together, for the benefit of others, of a variety of goods […] enabling customers to conveniently view and purchase those goods» στο αγγλικό κείμενο της εν λόγω σημειώσεως).
37 Όσον αφορά τον κανονισμό (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), πρέπει να σημειωθεί ότι το ΓΕΕΑ δέχεται στο εξής ότι είναι δυνατή η καταχώριση αυτόνομων κοινοτικών σημάτων για τις υπηρεσίες που παρέχουν επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου, οι οποίες θα εμπίπτουν στην κλάση 35 του Διακανονισμού της Νίκαιας (βλ. ανακοίνωση υπ’ αριθ. 3/01 του προέδρου του ΓΕΕΑ, της 12ης Μαρτίου 2001, σχετικά με την καταχώριση κοινοτικών σημάτων για τις υπηρεσίες λιανικής πωλήσεως).
38 Κατά τα λοιπά, επιβάλλεται η διαπίστωση, αφενός, ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι, δεδομένου ότι υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, δέχτηκαν ότι ορισμένες τουλάχιστον υπηρεσίες παρεχόμενες στο πλαίσιο του λιανικού εμπορίου μπορούν να αποτελούν υπηρεσίες κατά την έννοια της οδηγίας και, αφετέρου, ότι, σύμφωνα με τα πληροφοριακά στοιχεία που διαθέτει το Δικαστήριο, μια τέτοια ανάλυση αποτελεί τη βάση πρακτικής που επί του παρόντος ακολουθείται ευρέως στα κράτη μέλη.
39 Επομένως, ο όρος «υπηρεσίες» κατά την έννοια της οδηγίας περιλαμβάνει τις υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων.
40 Ανακύπτει το ερώτημα αν, στην περίπτωση ειδικώς του λιανικού εμπορίου, πρέπει να διευκρινίζεται ο όρος «υπηρεσίες» κατά την έννοια της οδηγίας.
41 Συναφώς, με τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο υποστηρίχθηκε ότι πρέπει να προσδιορίζονται οι υπηρεσίες που μπορούν να τύχουν προστασίας ως υπηρεσίες λιανικού εμπορίου, ώστε να διακρίνονται από τις υπηρεσίες για τις οποίες, λόγω του στενού δεσμού τους με την πώληση προϊόντων, δεν μπορεί να καταχωριστεί κάποιο σχετικό σήμα. Τονίστηκε, περαιτέρω, ότι η αίτηση καταχωρίσεως σήματος πρέπει να προσδιορίζει συγκεκριμένα την υπηρεσία ή τις υπηρεσίες για τις οποίες ζητεί προστασία ο αιτών.
42 Υποστηρίζεται ότι αυτού του είδους οι διευκρινίσεις είναι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, για τη διαφύλαξη της βασικής λειτουργίας του σήματος, ήτοι προκειμένου να παρέχονται εγγυήσεις ως προς την ταυτότητα της προελεύσεως του φέροντος το σήμα προϊόντος ή υπηρεσίας και να αποφεύγεται η υπερβολική και απροσδιόριστη προστασία των σημάτων υπηρεσιών του λιανικού εμπορίου.
43 Η δυσκολία επίλυσης των ζητημάτων που ανακύπτουν κατ’ αυτόν τον τρόπο προκύπτει προδήλως από τις διαφορετικές απαντήσεις που πρότειναν οι ενδιαφερόμενοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις, καθώς και από τα πληροφοριακά στοιχεία που διαθέτει το Δικαστήριο όσον αφορά τις τρέχουσες πρακτικές στα κράτη μέλη.
44 Για τους λόγους που εκτίθενται στη συνέχεια, δεν χρειάζεται να αποδοθεί στις «υπηρεσίες λιανικού εμπορίου», κατά την έννοια της οδηγίας, περιεχόμενο πιο περιοριστικό από αυτό που προκύπτει από την περιγραφή που έγινε στη σκέψη 34 της παρούσας αποφάσεως.
45 Επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, η διαπίστωση ότι η διάκριση μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών υπηρεσιών που παρέχονται επ’ ευκαιρία της πωλήσεως προϊόντων, η οποία προϋποθέτει πιο περιοριστική οριοθέτηση της έννοιας «υπηρεσίες λιανικού εμπορίου», θα ήταν τεχνητή σε σχέση με τη μεγάλη οικονομική σημασία του εμπορίου στην πράξη. Θα προκαλούσε αναπόφευκτα δυσχέρειες ως προς τον γενικό ορισμό των κριτηρίων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη αλλά και όσον αφορά την εφαρμογή τους στην πράξη.
46 Ασφαλώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι μια πιο περιοριστική οριοθέτηση της έννοιας «υπηρεσίες λιανικού εμπορίου» περιορίζει και την προστασία που παρέχεται στον δικαιούχο του σήματος και, κατ’ επέκταση, τον αριθμό των περιπτώσεων στις οποίες ανακύπτουν ζητήματα σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 4, παράγραφος 1, και 5, παράγραφος 1, της οδηγίας.
47 Εντούτοις, η εκτίμηση αυτή δεν αρκεί για να δικαιολογήσει μια περιοριστική ερμηνεία.
48 Συγκεκριμένα, ουδόλως προκύπτει ότι τα ενδεχόμενα προβλήματα που θα ανέκυπταν από την καταχώριση σημάτων για υπηρεσίες λιανικού εμπορίου δεν θα μπορούσαν να επιλυθούν βάσει των δύο επίδικων διατάξεων της οδηγίας, όπως τις έχει ερμηνεύσει το Δικαστήριο. Συναφώς πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ο κίνδυνος συγχύσεως πρέπει να εκτιμάται σφαιρικά, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1997, C-251/95, SABEL, Συλλογή 1997, σ. I-6191, σκέψη 22, και της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C-39/97, Canon, Συλλογή 1998, σ. I-5507, σκέψη 16). Στο πλαίσιο της σφαιρικής αυτής αξιολογήσεως, είναι δυνατή η συνεκτίμηση, εν ανάγκη, των ιδιαιτεροτήτων του όρου «υπηρεσίες λιανικού εμπορίου» που συνδέονται με το ευρύ πεδίο εφαρμογής του, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα όλων των ενδιαφερομένων μερών.
49 Υπό τις συνθήκες αυτές, για την καταχώριση σήματος που να καλύπτει υπηρεσίες παρεχόμενες στο πλαίσιο του λιανικού εμπορίου, δεν είναι αναγκαίος ο συγκεκριμένος προσδιορισμός της υπηρεσίας ή των υπηρεσιών για τις οποίες ζητείται η εν λόγω καταχώριση. Για τον προσδιορισμό των υπηρεσιών αυτών αρκεί η χρήση γενικών εκφράσεων όπως «συγκέντρωση διαφόρων προϊόντων προκειμένου οι καταναλωτές να μπορούν να δουν και να αγοράσουν σε άνετες συνθήκες τα προϊόντα αυτά».
50 Αντιθέτως, πρέπει να απαιτείται από τον αιτούντα να προσδιορίζει τα προϊόντα ή τα είδη των προϊόντων για τα οποία παρέχονται οι υπηρεσίες αυτές, για παράδειγμα μέσω ενδείξεων όπως αυτές που περιέχονται στην επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης αίτηση καταχωρίσεως (βλ. σκέψη 11 της παρούσας αποφάσεως).
51 Τέτοιες διευκρινίσεις διευκολύνουν την εφαρμογή των άρθρων 4, παράγραφος 1, και 5, παράγραφος 1, της οδηγίας, χωρίς να περιορίζουν αισθητά την προστασία που παρέχεται στο σήμα. Διευκολύνουν, επίσης, την εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας, κατά το οποίο «δικαιούχος του σήματος είναι δυνατό να κηρυχθεί έκπτωτος των δικαιωμάτων του εάν, επί διάστημα πέντε συνεχών ετών, δεν έχει γίνει ουσιαστική χρήση του σήματος στο οικείο κράτος μέλος για [...] τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωριστεί και δεν υπάρχει νόμιμη αιτία για τη μη χρήση».
52 Επομένως, στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο διαλαμβανόμενος στην οδηγία, και ιδίως στο άρθρο της 2, όρος «υπηρεσίες» περιλαμβάνει τις υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων.
Για την καταχώριση σήματος για τέτοιου είδους υπηρεσίες, δεν είναι αναγκαίος ο ακριβής προσδιορισμός των εν λόγω υπηρεσιών. Αντιθέτως, απαιτούνται διευκρινίσεις ως προς τα προϊόντα ή τα είδη των προϊόντων για τα οποία παρέχονται οι υπηρεσίες αυτές.
Επί του τρίτου ερωτήματος
53 Με το τρίτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν ο διαλαμβανόμενος στα άρθρα 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας όρος «ομοιότητα», ο οποίος ενδέχεται να προκαλέσει κίνδυνο συγχύσεως κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, πρέπει να ερμηνεύεται βάσει ειδικών περιοριστικών κριτηρίων όσον αφορά τα σήματα για την παροχή υπηρεσιών που καλύπτουν υπηρεσίες παρεχόμενες στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων.
54 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η αίτηση καταχωρίσεως του σήματος Praktiker για υπηρεσίες λιανικού εμπορίου απορρίφθηκε για τον λόγο ότι η επίδικη έννοια «λιανικό εμπόριο» δεν κάλυπτε υπηρεσίες για τις οποίες θα μπορούσε να καταχωριστεί σήμα.
55 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν περιέχει κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο θα αποφαινόταν επί της έννοιας «ομοιότητα» των άρθρων 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας, σε σχέση με τον ενδεχόμενο κίνδυνο συγχύσεως κατά την έννοια των διατάξεων αυτών.
56 Οι διατάξεις αυτές, ναι μεν ασκούν επιρροή για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στα δύο πρώτα ερωτήματα όχι όμως και στο πλαίσιο του τρίτου ερωτήματος.
57 Το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να αποφαίνεται επί προδικαστικών ερωτημάτων, εφόσον προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2003, C-421/01, Traunfellner, Συλλογή 2003, σ. I-11941, σκέψη 37).
58 Υπό τις συνθήκες αυτές, το τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να θεωρηθεί υποθετικό σε σχέση με τη διαφορά της κύριας δίκης και, ως εκ τούτου, να κηρυχθεί απαράδεκτο.
Επί των δικαστικών εξόδων
59 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Ο διαλαμβανόμενος στην πρώτη οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων, και ιδίως στο άρθρο της 2, όρος «υπηρεσίες» περιλαμβάνει τις υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων.
2) Για την καταχώριση σήματος για τέτοιου είδους υπηρεσίες, δεν είναι αναγκαίος ο ακριβής προσδιορισμός των εν λόγω υπηρεσιών. Αντιθέτως, απαιτούνται διευκρινίσεις ως προς τα προϊόντα ή τα είδη των προϊόντων για τα οποία παρέχονται οι υπηρεσίες αυτές.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Top