ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-233/88 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Α — Η διαφορά νης κύριας δίκης
Η εταιρία Van de Kolk άσκησε, στις 15 Ιουλίου 1986, προσφυγή ενώπιον του Tariefcommissie, κατά της αποφάσεως του επιθεωρητή τελωνείων, η οποία αφορούσε την ένσταση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης κατά της εφαρμογής του δασμολογίου επί φιλέτων στήθους πουλερικών προελεύσεως Ουγγαρίας.
Στο τελωνειακό έγγραφο που εξέδωσαν στις 7 Οκτωβρίου 1985 οι υπάλληλοι της υπηρεσίας δασμών και φόρων καταναλώσεως της πόλεως Harderwijk, ύστερα από δήλωση εισαγωγής εμπορευμάτων, τα εισαγόμενα εμπορεύματα χαρακτηρίζονταν ως « φιλέτα στήθους πουλερικών, καρυκευμένα », στο δε πιστοποιητικό προελεύσεως, όπως και στο τιμολόγιο χαρακτηρίζονταν ως « στήθη πουλερικών χωρίς κόκκαλα, χωρίς δέρμα, καρυκευμένα ». Ύστερα από έλεγχο των εμπορευμάτων αυτών, το εργαστήριο του Υπουργείου Οικονομικών ανακοίνωσε στην προσφεύγουσα της κύριας δίκης την έκθεση της αναλύσεως που είχε γίνει σε ορισμένα δείγματα, σύμφωνα με την οποία, « όσον αφορά τον καθορισμό του αν το εμπόρευμα πρέπει να θεωρηθεί ή όχι καρυκευμένο..., διαπιστώθηκε ότι η προσθήκη καρυκευμάτων έγινε μόνο στο άνω μέρος, άρα όχι στο σύνολο της επιφανείας κάθε τεμαχίου ή ότι δεν γίνεται σαφώς αντιληπτή από τη γεύση ». Συνεπώς τα εν λόγω προϊόντα δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις της συμπληρωματικής σημειώσεως 6 α ) αναφορικά με το κεφάλαιο 2 του κοινού δασμολογίου, το οποίο περιλαμβάνεται στο παράρτημα του κανονισμού 3400/84 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού 950/68 περί του κοινού δασμολογίου ( ΕΕ L 320, σ. 1 ).
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ζήτησε επανεξέταση της αποφάσεως αυτής, υποβάλλοντας προς στήριξη του αιτήματος της πόρισμα αναλύσεως του Nederlandse Centrale Organisatie voor Toegepast Natuurwetenschappelijk Onderzoek ( ολλανδικού ιδρύματος ερευνών εφηρμο-σμένης φυσικής). Επειδή το αίτημα αυτό απορρίφθηκε λόγω της παρελεύσεως της προθεσμίας 24 ωρών που προέβλεπε ο ολλανδικός νόμος, τα εμπορεύματα κατατάχθηκαν στη διάκριση 02.02 Β Ι γ) του κοινού δασμολογίου· με βάση την κατάταξη αυτή η εταιρία Van de Kolk όφειλε συνολικό ποσό 50675,50 ολλανδικών φιορινιών (HFL) ως γεωργικές εισφορές και νομισματικά εξισωτικά ποσά.
Εκτιμώντας ότι αμφισβητείτο το κύρος της προαναφερθείσας συμπληρωματικής σημείωσης, το εθνικό δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία και ζήτησε από το Δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση ως προς το εξής ερώτημα:
« Είναι έγκυρη η συμπληρωματική σημείωση 6 α) του κεφαλαίου 2 του κοινού δασμολογίου όπως εισήχθη από το Συμβούλιο στο παράρτημα του κανονισμού 3400/84; »
Κατά το εθνικό δικαστήριο, η Σύμβαση των Βρυξελλών της 15ης Δεκεμβρίου 1950, περί της ονοματολογίας για την κατάταξη των εμπορευμάτων στις δασμολογικές κλάσεις (στο εξής: σύμβαση περί της ονοματολογίας), η οποία δεσμεύει την Κοινότητα, ορίζει στο άρθρο II, στοιχείο β), ιι), ότι «κάθε συμβαλλόμενο μέρος αναλαμβάνει την υποχρέωση, όσον αφορά το δασμολόγιό του:... να μην τροποποιεί τις σημειώσεις των κεφαλαίων ή των τμημάτων κατά τρόπον ώστε να μεταβάλλεται το περιεχόμενο των κεφαλαίων, τμημάτων και κλάσεων της ονοματολογίας ». Η επίμαχη σημείωση φαίνεται ότι δέχεται, για τον καθορισμό των κλάσεων 02.02 και 16.02, κριτήρια τα οποία αποκλίνουν από εκείνα της συμβάσεως περί της ονοματολογίας, όπως τα ερμήνευσε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 17ης Μαρτίου 1983, Dinter ( 175/82, Συλλογή 1983, σ. 969 ), όπου έκρινε ότι « η κλάση 16.02 του κοινού δασμολογίου ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει επίσης το κρέας πουλερικών στο οποίο έχει προστεθεί αλάτι και πιπέρι, έστω και αν το πιπέρι είναι δυνατό να διαπιστωθεί μόνο με το μικροσκόπιο. »
Β — 'Eγγραφη διαδικασία
1.
Η Διάταξη του Tariefcommissie περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Αυγούστου 1988.
2.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου των ΕΚ, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, στις 9 Νοεμβρίου 1988, το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τον Yves Crétien, σύμβουλο της νομικής του υπηρεσίας, στις 15 Νοεμβρίου 1988, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον René Barents, μέλος της νομικής της υπηρεσίας και, την 1η Δεκεμβρίου 1988, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπουμένη από τον δικηγόρο Ν. P. J. Ooyevaar, του γραφείου Wisselink & Co., Άμστερνταμ-Ηertogenbosch-Ρόττερνταμ.
II — Η εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού 3400/84, που ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1985 και έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση, « το παράρτημα “ κοινό δασμολόγιο ” του κανονισμού 950/68 αντικαθίσταται από το παράρτημα του παρόντος κανονισμού». Στο κεφάλαιο 2 υπό τον τίτλο « κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων βρώσιμα » αναφέρονται συμπληρωματικές σημειώσεις· η σημείωση 6 α ) ορίζει τα εξής: « Τα “ κρέατα με προσθήκη καρυκευμάτων ”, πουλερικών, χοιροειδών, καθώς και βοοειδών, με εξαίρεση τα προϊόντα που αναφέρονται στο στοιχείο γ ), υπάγονται, αντίστοιχα, στις διακρίσεις 16.02 Β Ι, Β III α) και Β III β) 1 αα). Θεωρούνται ως “ κρέατα με προσθήκη καρυκευμάτων ” τα μη μαγειρεμένα κρέατα στα οποία η προσθήκη του καρυκεύματος έγινε σε βάθος ή στο σύνολο της επιφάνειας του προϊόντος και διακρίνεται με γυμνό μάτι ή σαφώς από τη γεύση τους. »
Η εφαρμοστέα διάκριση 02.02 Β Ι γ) του κοινού δασμολογίου περιλαμβάνει τα εξής πουλερικά και μέρη πουλερικών:
« Πουλερικά ορνιθώνα σφαγμένα και παραπροϊόντα αυτών βρώσιμα (με εξαίρεση τα συκώτια ), νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή καταψυγμένα:
...
Β.
Μέρη πουλερικών ( άλλα από τα παραπροϊόντα):
Ι.
Χωρίς κόκκαλα
...
γ)
Άλλων πουλερικών ».
Η διάκριση 16.02 Β Ι α) ββ) αναφέρει τα εξής:
« Άλλα παρασκευάσματα και κονσέρβες κρεάτων ή παραπροϊόντων σφαγίων:
...
Β.
Άλλα:
Ι.
Πουλερικών:
α)
που περιέχουν κατά βάρος 57 o/ο ή περισσότερο κρέας πουλερικών ( β ):
1.
που περιέχουν κρέας ή παραπροϊόντα σφαγίων, άψητα. Μείγματα κρέατος ή παραπροϊόντων σφαγίων, ψημένων, και κρέατος ή παραπροϊόντων σφαγίων, άψητων:
...
ββ)
Άλλα ».
Όσον αφορά την κλάση 16.02, οι επεξηγηματικές σημειώσεις του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας (NE/MJ 35, Φεβρουάριος 1982) ορίζουν ότι περιλαμβάνονται στην κλάση αυτή ιδίως « τα κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων κάθε είδους, μαγειρευμένα ή διατηρημένα με άλλες μεθόδους εκτός από τις προβλεπόμενες στο κεφάλαιο 2, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι απλώς καλυμμένα με κουρκούτι αλευριού ή με παξιμαδόσκονη ( πανέ ) ή καρυκευμένα ( με πιπέρι και αλάτι, για παράδειγμα ) ».
III — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1.
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι η επίμαχη συμπληρωματική σημείωση είναι αντίθετη προς τη σύμβαση περί της ονοματολογίας. Δεδομένου ότι η σύμβαση αυτή δεσμεύει την Κοινότητα και έχει άμεσο αποτέλεσμα έναντι των ιδιωτών, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 1972, International Fruit Company, 21/72 έως 24/72, Rec. 1972, σ. 1219, της 24ης Οκτωβρίου 1973, Schlüter, 9/73, Rec. 1973, σ. 1135 και της 5ης Φεβρουαρίου 1976, Bresciani, 87/75, Rec. 1976, σ. 129), η επίμαχη συμπληρωματική σημείωση είναι ανίσχυρη.
Το ότι η συμπληρωματική σημείωση 6 α ) είναι αντίθετη προς τη σύμβαση περί της ονοματολογίας προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση Dinter του Δικαστηρίου. Η σημείωση εκφράζει την άποψη της Επιτροπής — όπως τη διατύπωσε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας σ' εκείνη την υπόθεση —, σύμφωνα με την οποία « μόνο η καρύκευση που είναι δυνατό να διαπιστωθεί με τη γεύση μπορεί να συνεπάγεται ότι τα κρέατα στα οποία έχει προστεθεί αλάτι και πιπέρι πρέπει να θεωρούνται ως “έτερα παρασκευάσματα ”». Το Δικαστήριο απέρριψε την άποψη αυτή διότι «η προσφυγή σε κριτήριο τόσο υποκειμενικό όσο η γεύση θα είχε ως αποτέλεσμα τη διακύβευση της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινού δασμολογίου στο σύνολο της Κοινότητας ».
Όσον αφορά το άμεσο αποτέλεσμα της συμβάσεως περί της ονοματολογίας, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ισχυρίζεται ότι, βάσει των προβλεπόμενων στη σύμβαση υποχρεώσεων, το κοινό δασμολόγιο πρέπει να περιλαμβάνει τους σχετικούς με τις δασμολογικές κλάσεις κανόνες της ονοματολογίας για την κατάταξη των εμπορευμάτων. Η Κοινότητα είναι ελεύθερη να κατατάσσει τα εμπορεύματα στο πλαίσιο καθεμιάς από τις διάφορες δασμολογικές κλάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα αλλοιώνει το περιεχόμενο καθεμιάς από αυτές. Στην προκειμένη περίπτωση, η προϋπόθεση αυτή δεν τηρήθηκε, καθώς η σημείωση 6 α) καθορίζει τα όρια μεταξύ των δύο σχετικών δασμολογικών κλάσεων.
Από την υποχρέωση την οποία επιβάλλει, στο άρθρο II, β ), ιι ), η σύμβαση περί της ονοματολογίας στα κράτη που την υπέγραψαν, σχετικά με την απαγόρευση να επιφέρουν αλλαγές στα κεφάλαια, τμήματα και δασμολογικές κλάσεις όπως αναφέρονται στην εν λόγω ονοματολογία, την οποία αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου, καθώς επίσης από το γεγονός ότι η Κοινότητα δεσμεύεται από την εν λόγω σύμβαση, πράγμα που έχει επίσης αναγνωριστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου, μπορεί να συναχθεί ότι η ονοματολογία έχει άμεσο αποτέλεσμα.
2.
Το Σνμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η συμπληρωματική σημείωση 6 α) δεν αντιβαίνει προς τη σύμβαση περί της ονοματολογίας, όπως ερμηνεύεται από το Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας.
Πράγματι, αναφορικά με αυτές τις δύο δασμολογικές κλάσεις, όπως έχουν ερμηνευθεί με τις επεξηγηματικές σημειώσεις του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας, κατέστη αναγκαίος ο καθορισμός της έννοιας της προσθήκης καρυκεύματος και, ιδίως, του τρόπου με τον οποίο προστίθενται τα καρυκεύματα (μόνο στην επιφάνεια ή σε ένα μέρος της επιφανείας, σε βάθος ) ή σε ποιο βαθμό πρέπει να έχει γίνει αυτή η προσθήκη ( ελαφρώς ή πολύ ). Ακριβώς προς πλήρωση του κενού αυτού η Επιτροπή (κανονισμός 3678/83, της 23ης Δεκεμβρίου 1983, ΕΕ L 366, σ. 53) και ύστερα το Συμβούλιο ( προαναφερθείς κανονισμός 3400/84 ) καθόρισαν τι εννοούσαν με τον όρο « κρέατα με προσθήκη καρυκευμάτων ».
Όταν το Δικαστήριο κλήθηκε να ερμηνεύσει αυτές τις δύο δασμολογικές κλάσεις πριν από την έκδοση των προαναφερθέντων κανονισμών, διαπίστωσε την έλλειψη αντικειμενικών κριτηρίων και δεν δέχθηκε την προσφυγή αποκλειστικά στο υποκειμενικό κριτήριο της γεύσεως. Τέτοια κριτήρια όμως υπάρχουν τώρα.
Πράγματι το κριτήριο της « δυνατότητας να διαπιστωθεί η ύπαρξη μιας ουσίας με γυμνό μάτι » είναι ένα κριτήριο το οποίο αναφέρεται και σε άλλα σημεία του κοινού δασμολογίου f κεφάλαιο 59, σημείωση 2 Α α ) ] και δεν διαφέρει ουσιαστικά από τη δυνατότητα διαπιστώσεως της υπάρξεως μιας ουσίας με το μικροσκόπιο, μέθοδο που αποδέχθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση Dinter. Εξάλλου, το κριτήριο αυτό έχει ήδη αποτελέσει το αντικείμενο αποφάσεως του Δικαστηρίου (απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, Howe & Bainbridge, 317/81, Συλλογή 1982, σ. 3257).
Καθώς το κριτήριο της δυνατότητας διαπιστώσεως της υπάρξεως μιας ουσίας με γυμνό μάτι δεν επαρκεί για να γίνει διάκριση μεταξύ « καρυκευμένου » και « μη καρυκευμένου » (λόγω της όλο και συχνότερης χρησιμοποιήσεως υγρών καρυκευμάτων, η ύπαρξη των οποίων δεν μπορεί να διαπιστωθεί ούτε με το μάτι ούτε με το μικροσκόπιο), έπρεπε να λαμβάνεται πλέον υπόψη ένα άλλο κριτήριο: το αν η επιζητούμενη ουσία μπορεί να γίνεται σαφώς αντιληπτή με τη γεύση, κριτήριο το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υποκειμενικό όταν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις.
Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η επιστήμη της αναλύσεως διά των αισθήσεων εξελίχθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 και τώρα έχει καταστεί ένα μέσο αναλύσεως των τροφίμων. Αναφορικά με την ανάλυση διά των αισθήσεων έχουν θεσπιστεί κανόνες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με τη γερμανική προδιαγραφή DIN 10954, έλαβε δε διεθνή αναγνώριση με τη θέσπιση μιας διεθνούς προδιαγραφής από τον Διεθνή Οργανισμό Τυποποιήσεως (Γενεύη): προδιαγραφή ISO 4120 (διά των αισθήσεων ανάλυση — μεθοδολογία — τριγωνική δοκιμή ).
Όταν τυγχάνουν επιστημονικής εφαρμογής, οι μέθοδοι της αναλύσεως διά των αισθήσεων έχουν μεγάλο βαθμό ακριβείας. Όι τέσσερις βασικές γεύσεις — γλυκιά, ξινή, αλμυρή και πικρή — μπορούν να γίνουν αντιληπτές ήδη σε μικρές ποσότητες. Για παράδειγμα, μια τυποποιημένη δοκιμή συνίσταται στην προσθήκη σακχαρόζης (με γλυκιά γεύση), κιτρικού οξέως ( με ξινή γεύση ), μαγειρικού άλατος ( με αλμυρή γεύση ) ή καφεΐνης ( με πικρή γεύση ) σε μια ορισμένη ποσότητα νερού. Τα « όρια αναγνωρίσεως » είναι αντίστοιχα 0,4 ο/ο για τη σακχαρόζη, 0,025 ο/ο για το κιτρικό οξύ, 0,075 ο/ο για το μαγειρικό άλας και 0,03 ο/ο για την καφεΐνη, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι οι τέσσερις βασικές γεύσεις μπορούν να διαπιστωθούν, σ' αυτούς τους βαθμούς διαλύσεως, από αριθμό ατόμων που μπορεί να θεωρηθεί επαρκής από στατιστικής απόψεως. Ανάλογες δοκιμές έχουν καθοριστεί όσον αφορά τα κρέατα και τα προϊόντα κρέατος. Για παράδειγμα, μια τυποποιημένη δοκιμή στον τομέα αυτό συνίσταται στη δοκιμή με τη γεύση λουκάνικου από συκώτι, μαγειρεμένου σύμφωνα με προδιαγεγραμμένο τρόπο (10 ο/ο συκώτι χοιρινού, 27 ο/ο λαρδί και 63 ο/ο άπαχο χοιρινό κρέας). Τα όρια αναγνωρίσεως της γεύσεως για το προϊόν αυτό είναι 0,75 ο/ο σακχαρόζης για τη γλυκιά γεύση, 0,2 ο/ο κιτρικού οξέως για τη ξινή γεύση, 0,2 ο/ο μαγειρικού άλατος για την αλμυρή γεύση και 0,04 ο/ο καφεΐνης για την πικρή γεύση. Τυποποιημένες δοκιμές έχουν επίσης καθοριστεί για τη διαπίστωση· αρωματικών ουσιών (μπαχαρικά) όπως το κύμινο, το σκόρδο και το πιπέρι.
Εφαρμόζοντας τις μεθόδους αυτές στην υπό κρίση υπόθεση, διαπιστώνεται ότι η τεχνική της διά των αισθήσεων αναλύσεως καθιστά δυνατό τον αντικειμενικό καθορισμό του αν ένα κρέας είναι ή όχι καρυκευμένο, δηλαδή καθιστά δυνατό να διαπιστωθεί επιστημονικά η γεύση την οποία προσδίδει το καρύκευμα στο κρέας. Ο καθορισμός αυτός είναι δυνατός ήδη από σχετικά μικρές ποσότητες, καθώς η διά των αισθήσεων ανάλυση παρέχει επιπλέον τη δυνατότητα διακρίσεως των διαφόρων βαθμών καρυκεύσεως.
Η Επιτροπή παρατηρεί ακόμη ότι το κριτήριο που επιλέχθηκε για τον καθορισμό της έννοιας της καρυκεύσεως δικαιολογείται από την ανάγκη αντιμετωπίσεως των κινδύνων εκτροπής του ρεύματος του εμπορίου: προσθέτοντας ένα οποιοδήποτε καρύκευμα (ακόμα και σε ελάχιστη ποσότητα, για παράδειγμα μόνο σε ορισμένα μέρη της επιφανείας ) στα υπαγόμενα στο κεφάλαιο 2 κρέατα, θα ήταν δυνατή η αλλαγή της υπαγωγής τους από το κεφάλαιο 2 στο κεφάλαιο 16, ενώ θα μπορούσαν να επαναφερθούν μεταγενέστερα στην αρχική τους κατάσταση.
Τέτοιες εκτροπές του ρεύματος του εμπορίου έχουν ήδη διαπιστωθεί όσον αφορά το βόειο κρέας. Μέχρι το 1976 δεν υπήρχαν νομισματικά εξισωτικά ποσά για τα προϊόντα του κεφαλαίου 16. Για να τύχουν των πλεονεκτημάτων του καθεστώτος αυτού οι επιχειρηματίες προσέθεταν ένα απλό καρύκευμα στα κρέατα, πράγμα το οποίο οδήγησε την Επιτροπή να επιβάλει επίσης και στα καρυκευμένα προϊόντα νομισματικά εξισωτικά ποσά (κανονισμός 3092/76, της 17ης Δεκεμβρίου 1976, PB L 348, σ. 18). Το Δικαστήριο αναγνώρισε τον κίνδυνο εκτροπής του ρεύματος του εμπορίου και έκρινε έγκυρο τον προαναφερθέντα κανονισμό (απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1979, Spitta 127/78, Rec. 1979, σ. 171).
Όσον αφορά το αν συμβιβάζεται η σημείωση 6 α ) προς τη σύμβαση περί της ονοματολογίας, το Συμβούλιο και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι δεν τροποποιήθηκε το περιεχόμενο των κλάσεων 16.02 και 02.02 του κοινού δασμολογίου. Η « τροποποίηση του περιεχομένου τους » θα προϋπέθετε επέκταση ή περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της μιας ή της άλλης δασμολογικής κλάσεως ή μια τέτοια αλλαγή έτσι ώστε να καλύψουν προϊόντα που δεν αναφέρονται σ' αυτές. Αυτό όμως δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση: η συμπληρωματική σημείωση περιορίζεται στο να προσθέσει χρήσιμες διευκρινίσεις και στο να ορίσει τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της έννοιας των καρυκευμάτων κρεάτων, προς αποφυγή αβεβαιοτήτων αναφορικά με τη δασμολογική τους κατάταξη.
J. C. Moitinho de Almeida
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Top