ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-231/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικό περιστατικά και διαδικασία
1.
Το 1988, η Krystyna Gmurzynska-Bscher (στο εξής: Gmurzynska), προσφεύγουσα της κύριας δίκης, που διευθύνει αίθουσα τέχνης στην Κολωνία, αγόρασε στις Κάτω Χώρες, αντί 400000 δολαρίων ΗΠΑ ( USD ), ένα έργο του ούγγρου καλλιτέχνη Laszlo Moholy-Nagy (1895 — 1946). Το έργο, που χρονολογείται από το 1922 και ονομάζεται Konstruktion in Emaille Ι (Telefonbild) [κατασκευή από σμάλτο Ι (εικόνα τηλεφώνου)], αποτελείται από μία πλάκα χάλυβα με διαστάσεις περίπου 95,5 × 61 εκατοστόμετρα, της οποίας την επιφάνεια καλύπτουν, με επισμάλτωση, χρώματα υαλοβερνικώσεως ( κόκκινο/κίτρινο/μαύρο ).
2.
Προτού εισαγάγει το έργο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Gmurzynska ζήτησε, σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία, να της χορηγηθεί δεσμευτική τελωνειακή γνωμάτευση ( verbindliche Zolltarifauskunft). Το γερμανικό φορολογικό δίκαιο — που είναι το μόνο εφαρμοστέο στην περίπτωση της κύριας δίκης, διότι δεν εισπράττονται πλέον δασμοί εντός της κοινής αγοράς — παραπέμπει, για τη χορήγηση απαλλαγών ή μειώσεων του φόρου κύκλου εργασιών λόγω εισαγωγής, στην ονοματολογία του κοινού δασμολογίου (στο εξής: ICA). Η ονοματολογία αυτή προβλέπει την εφαρμογή μειωμένου φορολογικού συντελεστή στα έργα τέχνης που υπάγονται στις δασμολογικές κλάσεις 97.01 και 97.03 του ΚΔ, συνδυασμένη ονοματολογία, όπως ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1988.
3.
Στις 7 Ιουλίου 1988, η Oberfinanzdirektion Köln ( στο εξής: Oberfinanzdirektion ), καθής της κύριας δίκης, χορήγησε στη Gmurzynska γνωμάτευση κατατάσσουσα το εν λόγω έργο στη δασμολογική διάκριση 83.06 2990 ( « άλλα είδη διακόσμησης από κοινό μέταλλο » ) του ΚΔ, συνδυασμένη ονοματολογία. Στην περίπτωση αυτή, το έργο θα υποβαλλόταν σε φόρο κύκλου εργασιών λόγω εισαγωγής υπολογιζόμενο με πλήρη συντελεστή.
4.
Η Gmurzynska, αντίθετα, έκρινε ότι το έργο αυτό έπρεπε να θεωρηθεί ως «παρόμοιος μικρός πίνακας» υπαγόμενος στη δασμολογική κλάση 97.01 του ΚΔ, συνδυασμένη ονοματολογία, οπότε θα εφαρμοζόταν μειωμένος συντελεστής φόρου κύκλου εργασιών λόγω εισαγωγής.
5.
Έπειτα από την απόρριψη της ενστάσεως της κατά της δεσμευτικής τελωνειακής γνωματεύσεως της Oberfinanzdirektion, η Gmurzynska άσκησε προσφυγή ενώπιον του Bundesfinanzhof.
6.
Το εθνικό δικαστήριο, στην αιτιολογία της Διατάξεως περί προδικαστικής παραπομπής, εξηγεί ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία των δασμολογικών κλάσεων 83.06, 97.01 και 97.03 του ΚΔ, συνδυασμένη ονοματολογία.
Το εθνικό δικαστήριο παρατηρεί σχετικά ότι αν, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 15ης Μαΐου 1985, Onnasch, 155/84, Συλλογή 1985, σ. 1449), οι δασμολογικές κλάσεις του κεφαλαίου 97 του ΚΔ, που αφορά συγκεκριμένα τα έργα τέχνης, πρέπει, σε περίπτωση αμφιβολίας για τη δασμολογική κατάταξη ενός αντικειμένου, να ερμηνεύονται ευρέως και αν η έκφραση « πρωτότυπα έργα αγαλματοποιίας και γλυπτικής » της δασμολογικής κλάσεως 97.03 έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει όλα τα τρισδιάστατα έργα τέχνης, ανεξάρτητα από την εφαρμοζόμενη τεχνική και τα χρησιμοποιούμενα υλικά, είναι αμφίβολο αν το εν λόγω έργο τέχνης, το οποίο, κατά συμφωνία των διαδίκων, αποτελεί πρωτότυπο έργο τέχνης, πρέπει να θεωρηθεί τρισδιάστατη σύνθεση. Πράγματι, μολονότι πρόκειται για ( τρισδιάστατο ) σώμα, η κατά κυριολεξία καλλιτεχνική δημιουργία έχει τη μορφή επιφανειακής συνθέσεως (δισδιά-στατης ) επί της χαλύβδινης πλάκας.
Κατά το εθνικό δικαστήριο είναι επίσης αμφίβολο αν μπορεί να θεωρηθεί το έργο ως « παρόμοιος μικρός πίνακας » κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 97.01 του ΚΔ, διότι ένας τέτοιος πίνακας πρέπει, σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις του εναρμονισμένου συστήματος χαρακτηρισμού και κατατάξεως των εμπορευμάτων, να αποτελείται από διάφορα υλικά που να είναι συνταιριασμένα κατά τρόπο ώστε να δημιουργείται μία εικόνα ή ένα διακοσμητικό θέμα και κολλημένα ή με διαφορετικό τρόπο στερεωμένα πάνω σε ένα υπόστρωμα.
Το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι το εν λόγω αντικείμενο πρέπει μάλλον να χαρακτηριστεί ως «ζωγραφικός πίνακας που έχει γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι » κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 97.01 του ΚΔ. Πράγματι, στην προκειμένη περίπτωση, ο καλλιτέχνης επέθεσε το χρώμα στον χάλυβα και στη συνέχεια το έψησε. Κατά το εθνικό δικαστήριο, βάσει της ευρείας ερμηνείας της δασμολογικής κλάσεως 97.01, μπορεί να υποστηριχθεί ότι ήδη η επίθεση των χρωμάτων πάνω στο υπόστρωμα πρέπει να θεωρηθεί ως πλήρης δημιουργία του πίνακα με το χέρι, ανεξαρτήτως της περαιτέρω τεχνικής επεξεργασίας. Η Oberfinanzdirektion δεν θεωρεί όμως ότι η τεχνική αυτή μπορεί να συγκριθεί άμεσα με τη ζωγραφική, διότι η διαμόρφωση των χρωμάτων, και επομένως η καλλιτεχνική σύλληψη, γίνονται εμφανείς μόνο με το ψήσιμο.
Το Bundesfinanzhof παρατηρεί στη συνέχεια ότι αν αποκλειστεί η δασμολογική κλάση 97.01 θα πρέπει, σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις επί του κεφαλαίου 97 του ΚΔ, η δασμολογική κατάταξη του έργου να γίνει σε συνάρτηση με το υλικό από το οποίο αποτελείται. Τότε θα μπορούσε να γίνει λόγος για τη δασμολογική κλάση 83.06, αν και το έργο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντικείμενο στολισμού, πράγμα που, σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις, αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό των ειδών που καλύπτονται από τη γενική ονομασία « αγαλματίδια και άλλα είδη διακόσμησης» της δασμολογικής κλάσεως 83.06 του ΚΔ.
7.
Υπό τις συνθήκες αυτές το Bundesfinanzhof, με Διάταξη της 6ης Ιουνίου 1989, αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου εκδώσει το Δικαστήριο προδικαστική απόφαση επί των ακολούθων ερωτημάτων:
«1)
Έχει το κοινό δασμολόγιο — συνδυασμένη ονοματολογία — την έννοια ότι ένα έργο τέχνης όπως η “ κατασκευή από σμάλτο Ι (εικόνα τηλεφώνου)” [Konstruktion in Emaille I ( Telefonbild ) ] που δημιούργησε το 1922 ο L. Moholy-Nagy και που αποτελείται από μία πλάκα χάλυβα με διαστάσεις περίπου 955 Χ 610 χιλιοστόμετρα, της οποίας την επιφάνεια καλύπτουν με επισμάλτωση χρώματα υαλοβερνικώσεως, πρέπει να καταταγεί δασμολογικώς στα:
α)
“έργα αγαλματοποιίας ή γλυπτικής, πρωτότυπα” — δασμολογική κλάση 97.03 ή
β)
“παρόμοιους μικρούς πίνακες” ή “ζωγραφικούς πίνακες που έχουν γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι ” — δασμολογική κλάση 97.01;
2)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, έχει το κοινό δασμολόγιο — συνδυασμένη ονοματολογία — την έννοια ότι ένα έργο τέχνης όπως αυτό που περιγράφεται στο ερώτημα 1 πρέπει να καταταγεί δασμολογικώς σε συνάρτηση με το υλικό από το οποίο αποτελείται, και στην προκειμένη περίπτωση να καταταγεί στα “ άλλα είδη διακόσμησης από κοινά μέταλλα” (δασμολογική κλάση 83.06); »
8.
Η Διάταξη του Bundesfinanzhof πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Ιουλίου 1989.
9.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Jörn Sack, κατέθεσε, στις 31 Οκτωβρίου 1989, γραπτές παρατηρήσεις.
10.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Η Επιτροπή στην αρχή των παρατηρήσεων της εξετάζει προκαταρκτικά το ζήτημα^ του παραδεκτού της προδικαστικής παραπομπής.
Η Επιτροπή επισημαίνει σχετικά ότι η διαφορά της κύριας δίκης δεν αφορά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, αλλά την εφαρμογή του φορολογικού δικαίου κράτους μέλους. Πράγματι, δεδομένου ότι το εν λόγω έργο επρόκειτο να εισαχθεί από τις Κάτω Χώρες με προορισμό την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν οφείλεται κανένας δασμός. Είναι όμως αληθές ότι το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο παραπέμπει σε διατάξεις κοινοτικού δικαίου, στην προκειμένη περίπτωση στην ονοματολογία του ΚΔ.
Η Επιτροπή εντούτοις, στηριζόμενη στην απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Σεπτεμβρίου 1985, Thomasdünger, σκέψη 11 ( 166/84, Συλλογή 1985, σ. 3001 ), θεωρεί ότι η προδικαστική παραπομπή του Bundesfinanzhof είναι παραδεκτή. Πράγματι, επιβάλλεται η ενιαία ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, ακόμη και σε περιπτώσεις που το δίκαιο αυτό είναι κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς για τον μόνο λόγο ότι το εθνικό δίκαιο παραπέμπει σ' αυτό, διότι, στην περίπτωση αυτή, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει καταρχάς να ερμηνεύσουν το κοινοτικό δίκαιο στο οποίο γίνεται παραπομπή και οι σχετικές αποφάσεις μπορεί να έχουν επιπτώσεις στις περιπτώσεις που άπτονται αμέσως της ερμηνείας και της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
Όσον αφορά τη δασμολογική κατάταξη του εν λόγω αντικειμένου, η Επιτροπή υποστηρίζει καταρχάς ότι, εφόσον κατά την άποψη των διαδίκων της κύριας δίκης πρόκειται για πρωτότυπο έργο τέχνης, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρέπει να καταταγεί στο κεφάλαιο 97, «αντικείμενα τέχνης, συλλογών ή αρχαιοτήτων » του ΚΔ, είτε στη δασμολογική κλάση 97.01, «ζωγραφικοί πίνακες, έργα από συγκόλληση (κολάζ) και παρόμοιοι μικροί πίνακες » είτε στη δασμολογική κλάση 97.03, «έργα αγαλματοποιίας ή γλυπτικής, πρωτότυπα, από κάθε ύλη ». Πράγματι, το εν λόγω έργο, βάσει των χαρακτηριστικών του, εμπίπτει χωρίς αμφιβολία σε μία από αυτές τις δύο δασμολογικές κλάσεις· τούτο δε προπάντων διότι στην περίπτωση της κύριας δίκης οι σημειώσεις 1 έως 3 του κεφαλαίου 97 του ΚΔ στερούνται αντικειμένου, διότι, σύμφωνα με τη σημείωση 4 α του κεφαλαίου αυτού, σε περίπτωση αμφιβολίας για τη δασμολογική κατάταξη ενός αντικειμένου, πρέπει να προτιμάται η κατάταξη του σε μία από τις κλάσεις του κεφαλαίου 97, και διότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση Onnasch, που προαναφέρθηκε, και απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1988, Huber, 291/87, Συλλογή 1988, σ. 6449 ), οι δασμολογικές κλάσεις του κεφαλαίου 97 του ΚΔ πρέπει να ερμηνεύονται ευρέως.
Η Επιτροπή υποστηρίζει στη συνέχεια ότι, αν έπρεπε να επιλέξει μεταξύ των δύο δασμολογικών κλάσεων που προαναφέρθηκαν, θα προτιμούσε τη δασμολογική κλάση 97.01 και, συγκεκριμένα, τη διάκριση «ζωγραφικοί πίνακες ». Υποστηρίζει σχετικά ότι το εν λόγω έργο αποτελείται κατ' ουσίαν από υλικά που χρησιμοποιούνται συνήθως για τη δημιουργία αντικειμένων γλυπτικής (μέταλλο, σμάλτο) τα έργα όμως της κατηγορίας αυτής χαρακτηρίζονται από την τρισδιάστατη φύση τους. Η «εικόνα τηλεφώνου» όμως δεν ανταποκρίνεται στο κριτήριο αυτό, αλλά αντίθετα εμφανίζεται ως ζωγραφικός πίνακας, υπό την έννοια ότι πρόκειται για μία επιφάνεια επί της οποίας έχουν επιτεθεί χρώματα. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αυτό ισχύει ακόμη και αν η επιφάνεια είναι σε ορισμένο βαθμό ανάγλυφη, δεδομένου ότι πάντοτε η ζωγραφική είναι ανάγλυφή σε ορισμένο βαθμό, ανάλογα με το πάχος του στρώματος χρώματος· αυτό συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση των « κολάζ » και των παρόμοιων μικρών πινάκων που περιλαμβάνονται επίσης στη δασμολογική κλάση 97.01 του ΚΔ.
Η Επιτροπή στηρίζει επίσης την άποψη της στις επεξηγηματικές σημειώσεις του εναρμονισμένου συστήματος χαρακτηρισμού και κατατάξεως των εμπορευμάτων, οι οποίες διευκρινίζουν ότι οι πίνακες κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 97.01 μπορούν να έχουν εκτελεστεί σε οποιασδήποτε φύσεως υπόστρωμα. Η Επιτροπή προσθέτει ότι δεν έχει σημασία η επεξεργασία που υφίστανται τα χρώματα μετά την επίθεση τους, με το χέρι, πάνω στο υπόστρωμα, και συγκεκριμένα το ψήσιμο που σταθεροποιεί τα χρώματα και τα καθιστά εντονότερα.
Τέλος, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το εν λόγω έργο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «κολάζ» ή «παρόμοιος μικρός πίνακας» κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 97.01, λόγω του ότι επί του χρησιμοποιηθέντος υποστρώματος έχουν επιτεθεί μόνο χρώματα, και όχι άλλα υλικά,
Συνοπτικώς, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο:
« Στην έννοια του « ζωγραφικού πίνακα » της δασμολογικής κλάσεως 97.01 του ΚΔ, όπως ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1988, εμπίπτει έργο τέχνης που αποτελείται από μία πλάκα χάλυβα της οποίας την επιφάνεια καλύπτουν, με επι-σμάλτωση, χρώματα υαλοβερνικώσεως. »
F. A. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Top