Ordonnance de la Cour
Υπόθεση C-268/03
Jean-Claude De Baeck
κατά
Belgische Staat
(αίτηση του Rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας – Φορολογική νομοθεσία – Φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων – Μεταβίβαση σημαντικής συμμετοχής στο κεφάλαιο εταιρίας κατοίκου ημεδαπής – Τρόπος φορολογήσεως της υπεραξίας»
Περίληψη της διατάξεως
Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Φορολογική νομοθεσία – Φόροι εισοδήματος – Μη φορολόγηση της υπεραξίας που αντλείται από την εξ επαχθούς αιτίας μεταβίβαση μετοχών ή εταιρικών μεριδίων, η οποία μη φορολόγηση προβλέπεται μόνο για τις μεταβιβάσεις σε εταιρίες εγκατεστημένες στο κράτος μέλος φορολογήσεως – Δεν επιτρέπεται – Περιορισμός της ελεύθερης διακινήσεως κεφαλαίων όταν ο προς ον η μεταβίβαση δεν αποκτά επαρκή επιρροή στην εταιρία
(Άρθρα 43 EΚ, 48 EΚ και 56 EΚ)
Τα άρθρα 43 ΕΚ και 48 ΕΚ αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση κατά την οποία η υπεραξία που αντλείται από τη μεταβίβαση εξ επαχθούς αιτίας, όχι κατά την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, μετοχών ή εταιρικών μεριδίων βελγικών εταιριών, ενώσεων ή εγκαταστάσεων φορολογείται όταν η μεταβίβαση γίνεται προς εταιρία, ένωση ή εγκατάσταση που εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος, ενώ υπό τις ίδιες συνθήκες η υπεραξία δεν φορολογείται όταν η μεταβίβαση γίνεται προς εταιρία, ένωση ή εγκατάσταση που εδρεύει στο οικείο κράτος μέλος, αρκεί η συμμετοχή να δίνει σε εκείνον στον οποίο μεταβιβάστηκε τη δυνατότητα να ασκεί αναμφισβήτητη επιρροή στις αποφάσεις της εταιρίας και να καθορίζει τις δραστηριότητές της.
Το άρθρο 56 EΚ αντιτίθεται στην εθνική αυτή ρύθμιση όταν η συμμετοχή που μεταβιβάστηκε δεν είναι τέτοιας φύσεως.
(βλ. σκέψη 28, διατακτ. 1-2)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 8ης Ιουνίου 2004(1)
Άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας – Φορολογική νομοθεσία – Φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων – Μεταβίβαση σημαντικής συμμετοχής στο κεφάλαιο εταιρίας κατοίκου ημεδαπής – Τρόπος φορολογήσεως της υπεραξίας
Στην υπόθεση C-268/03,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen (Βέλγιο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Jean-Claude De Baeck
και
Belgische Staat,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 43 ΕΚ, 46 ΕΚ, 48 ΕΚ, 56 ΕΚ και 58 ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann, J.-P. Puissochet, J. N. Cunha Rodrigues και N. Colneric δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: R. Grass
αφού το αιτούν δικαστήριο ενημερώθηκε ότι το Δικαστήριο προτίθεται να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας,αφού οι κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ενδιαφερόμενοι κλήθηκαν να υποβάλουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους εν προκειμένω,αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με απόφαση της 13ης Ιουνίου 2003, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Ιουνίου 2003, το Rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen έθεσε, βάσει του άρθρου 234 ΕΚ, ένα προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 43 ΕΚ, 46 ΕΚ, 48 ΕΚ, 56 ΕΚ και 58 ΕΚ.
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του J.-C. De Baeck και του Belgische Staat (Βελγικού Δημοσίου) σχετικά με τη φορολόγηση της υπεραξίας που αντλήθηκε κατά την πώληση από τον J.-C. De Baeck, σε μια γαλλική εταιρία, μετοχών βελγικών εταιριών.
Η εθνική ρύθμιση
3 Όπως είχε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, το άρθρο 67, 8°, του βελγικού κώδικα φόρου εισοδήματος, της 26ης Φεβρουαρίου 1964, όριζε:
«Διάφορα εισοδήματα είναι η υπεραξία που αντλείται από τη μεταβίβαση εξ επαχθούς αιτίας, όχι κατά την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας υπό την έννοια του άρθρου 20, μετοχών ή εταιρικών μεριδίων οποιασδήποτε εταιρίας, ενώσεως ή εγκαταστάσεως που έχει στο Βέλγιο την εταιρική της έδρα, την κύρια εγκατάστασή της ή τη διοικητική της έδρα, αν ο μεταβιβάσας ή ο δικαιοπάροχός του, στην περίπτωση που δεν απέκτησε εξ επαχθούς αιτίας τις μετοχές ή τα εταιρικά μερίδια, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο της πενταετίας πριν από τη μεταβίβαση κατείχε μόνος του ή μαζί με τον σύζυγό του, τους κατιόντες του, τους ανιόντες του, τους εκ πλαγίου συγγενείς του μέχρι δευτέρου βαθμού και αυτούς του συζύγου του, άμεσα ή έμμεσα πάνω από το 25 % του κεφαλαίου της εταιρίας της οποίας μεταβιβάστηκαν οι μετοχές ή τα εταιρικά μερίδια.»
4 Κατά το άρθρο 67 ter του ίδιου κώδικα:
«Η κατά το άρθρο 67, 8°, υπεραξία δεν φορολογείται αν αντλήθηκε από τη διανομή της εταιρικής περιουσίας ή από την αγορά από την εταιρία αυτή των δικών της μετοχών ή εταιρικών μεριδίων ή από τη μεταβίβαση μετοχών ή εταιρικών μεριδίων σε κάτοικο ημεδαπής ο οποίος υπόκειται στον φόρο φυσικών προσώπων ή σε κάτοικο αλλοδαπής ο οποίος υπόκειται στον φόρο κατοίκων αλλοδαπής ή σε φορολογούμενο κατά τα άρθρα 94, πρώτο εδάφιο, και 136.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
5 Το αιτούν δικαστήριο εξηγεί ότι, κατά την εφορία, ο J.-C. De Baeck, ενεργώντας ιδίω ονόματι και για λογαριασμό άλλου, πώλησε το 1989 σε γαλλική εταιρία μετοχές των βελγικών εταιριών του ομίλου Antverpia αντί 1 705 000 000 βελγικών φράγκων.
6 Εφόσον οι μετοχές πωλήθηκαν σε αλλοδαπή εταιρία και εφόσον η οικογένεια του J.-C. De Baeck είχε σημαντική συμμετοχή στις βελγικές εταιρίες του ομίλου Antverpia, η εφορία θεώρησε φορολογητέα την υπεραξία που αντλήθηκε.
7 Κατά το αιτούν δικαστήριο, από την εθνική ρύθμιση προκύπτει ότι η υπεραξία δεν είναι φορολογητέα αν οι μετοχές ή τα εταιρικά μερίδια μεταβιβάστηκαν σε βελγικές εταιρίες, ενώσεις ή εγκαταστάσεις, ενώ είναι φορολογητέα αν οι μετοχές ή τα εταιρικά μερίδια μεταβιβάστηκαν σε εταιρίες, ενώσεις ή εγκαταστάσεις της αλλοδαπής.
8 Κατά συνέπεια, η ρύθμιση αυτή προβλέπει διαφορετική μεταχείριση της υπεραξίας από μετοχές ή εταιρικά μερίδια, αναλόγως της έδρας της εταιρίας, ενώσεως ή εγκαταστάσεως στην οποία μεταβιβάστηκαν οι μετοχές ή τα εταιρικά μερίδια.
9 Έχοντας αμφιβολίες ως προς το αν η ρύθμιση αυτή είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο, το Rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Αντιτίθενται τα άρθρα 43 [ΕΚ], 46 [ΕΚ], 48 [ΕΚ], 56 [ΕΚ]και 58 ΕΚ στη βελγική ρύθμιση που περιέχεται στα άρθρα 67, 8°, και 67 ter του βελγικού κώδικα φόρου εισοδήματος, κατά την οποία η υπεραξία που αντλείται από τη μεταβίβαση εξ επαχθούς αιτίας, όχι κατά την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, μετοχών ή εταιρικών μεριδίων βελγικών εταιριών, ενώσεων ή εγκαταστάσεων φορολογείται όταν η μεταβίβαση γίνεται προς εταιρία, ένωση ή εγκατάσταση της αλλοδαπής, ενώ υπό τις ίδιες συνθήκες η υπεραξία δεν φορολογείται όταν η μεταβίβαση γίνεται προς βελγική εταιρία, ένωση ή εγκατάσταση;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
10 Ο J.-C. De Baeck προτείνει να δοθεί καταφατική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα. Επικαλούμενος ειδικά την απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2002, C-436/00, X και Y (Συλλογή 2002, σ. I-10829), θεωρεί ότι ένας κανόνας όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη συνιστά περιορισμό τόσο της ελευθερίας εγκαταστάσεως όσο και της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων.
11 Συγκεκριμένα, ένας τέτοιος κανόνας δύναται, αφενός, να εμποδίσει τον φορολογούμενο κατά την άσκηση του δικαιώματος που του παρέχεται από το άρθρο 43 ΕΚ να αναπτύξει τις δραστηριότητές του μέσω εταιρίας σε άλλο κράτος μέλος ή να μεταβιβάσει μετοχές ή εταιρικά μερίδια σε μια τέτοια εταιρία και, αφετέρου, να αποτρέψει τους κατοίκους ενός κράτους μέλους να συνάψουν δάνεια ή να επενδύσουν σε άλλα κράτη μέλη. Ο J.-C. De Baeck θεωρεί ότι ουδείς λόγος δικαιολογεί τους περιορισμούς αυτούς.
12 Και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θεωρεί ότι μια εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη είναι ασύμβατη με το κοινοτικό δίκαιο. Επικαλούμενη την απόφαση της 13ης Απριλίου 2000, C-251/98, Baars (Συλλογή 2000, σ. I-2787), και την προαναφερθείσα απόφαση X και Y, παρατηρεί ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ ελευθερίας εγκαταστάσεως και ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων.
13 Κατά την Επιτροπή, αν η συμμετοχή του J.-C. De Baeck του παρέχει τη δυνατότητα να ασκεί αναμφισβήτητα επιρροή στις αποφάσεις της εταιρίας και να καθορίζει τις δραστηριότητές της, το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να εξεταστεί από τη σκοπιά της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Στην αντίθετη περίπτωση, πρέπει να εξεταστεί από τη σκοπιά της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων. Του αιτούντος δικαστηρίου έργο είναι να εξακριβώσει ποια από τις δύο περιπτώσεις αντιστοιχεί στην πραγματικότητα.
14 Όσον αφορά την ελευθερία εγκαταστάσεως, η Επιτροπή, επικαλούμενη την προαναφερθείσα απόφαση X και Y, ισχυρίζεται ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη φορολογική επιβάρυνση εγκυμονεί τον κίνδυνο να αποτραπεί η άσκηση, από εταιρία εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, του δικαιώματος που της αναγνωρίζεται από το άρθρο 43 ΕΚ να ασκήσει τη δραστηριότητά της στο Βέλγιο μέσω μιας εταιρίας. Συγκεκριμένα, ο J.-C. De Baeck έχει μεγαλύτερο συμφέρον να πωλήσει σε βελγική επιχείρηση τη συμμετοχή του, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, δεν θα υποχρεούται να καταβάλει φόρο. Η άνιση αυτή μεταχείριση συνιστά περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως.
15 Όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων, η Επιτροπή, επικαλούμενη πάλι την προαναφερθείσα απόφαση X και Y, παρατηρεί ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση είναι ικανή να αποτρέψει τους υποκειμένους στον βελγικό φόρο εισοδήματος να μεταβιβάσουν σε εταιρίες εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη μετοχές που αυτοί έχουν. Εξάλλου, η ρύθμιση αυτή περιορίζει και την ελευθερία των κατοίκων άλλων κρατών μελών να επενδύσουν σε ορισμένες βελγικές επιχειρήσεις, καθόσον τα πρόσωπα αυτά θα πρέπει να πείσουν τον Βέλγο πωλητή να τα επιλέξει, παρά την επίμαχη φορολογική επιβάρυνση, ως αγοραστές. Κατά συνέπεια, η ρύθμιση αυτή αποτελεί περιορισμό της ελευθερίας διακινήσεως κεφαλαίων υπό την έννοια του άρθρου 56 ΕΚ.
16 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρει κανένα στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει τους περιορισμούς που το δικαστήριο αυτό προσδιόρισε. Η Επιτροπή δεν βλέπει ούτε τι θα μπορούσε να δικαιολογήσει τους περιορισμούς αυτούς.
Απάντηση του Δικαστηρίου
17 Εκτιμώντας ότι είναι σαφές ότι η απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε μπορεί να συναχθεί από τη νομολογία, το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, πληροφόρησε το αιτούν δικαστήριο ότι προτίθεται να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη και κάλεσε τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους επ’ αυτού.
18 Μόνον ο J.-C. De Baeck ανταποκρίθηκε στην κλήση του Δικαστηρίου και ανέφερε ότι, κατ’ αυτόν, η προαναφερθείσα απόφαση X και Y δεν είναι πανομοιότυπη με την παρούσα υπόθεση, αλλά έχει αναλογίες με αυτήν. Ωστόσο, επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου για να καθοριστεί αν εν προκειμένω η απάντηση δύναται να συναχθεί από την απόφαση εκείνη. Νομίζει ότι πρόκειται περί αυτού.
19 Κατά πάγια νομολογία, ναι μεν η άμεση φορολογία εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, πλην όμως τα τελευταία πρέπει να ασκούν την αρμοδιότητα αυτή τηρουμένου του κοινοτικού δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2003, C-364/01, Barbier, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 56 και νομολογία που παρατίθεται εκεί).
20 Στη σκέψη 36 της προαναφερθείσας αποφάσεως X και Y, το Δικαστήριο έκρινε ότι η στέρηση ενός φορολογικού πλεονεκτήματος η οποία συνίσταται στο να μη χορηγηθεί, στον μεταβιβάζοντα, το ευεργέτημα της αναβολής της καταβολής του φόρου επί της υπεραξίας που αντλήθηκε από μετοχές που μεταβιβάστηκαν επί ζημία, για τον λόγο ότι εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος η προς ην η μεταβίβαση εταιρία στην οποία ο φορολογούμενος έχει συμμετοχή, δύναται να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα για την άσκηση, από τον μεταβιβάζοντα, του δικαιώματος που του αναγνωρίζεται από το άρθρο 43 ΕΚ να ασκήσει τη δραστηριότητά του στο άλλο αυτό κράτος μέλος μέσω εταιρίας.
21 Το Δικαστήριο έκρινε ότι η άνιση αυτή μεταχείριση συνιστά περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων του σχετικού κράτους μέλους, καθώς και της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων άλλων κρατών μελών οι οποίοι κατοικούν στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους και έχουν συμμετοχή στο κεφάλαιο εταιρίας εγκατεστημένης σε άλλο κράτος μέλος, αρκεί όμως η συμμετοχή αυτή να τους δίνει τη δυνατότητα να ασκούν αναμφισβήτητη επιρροή στις αποφάσεις της εταιρίας και να καθορίζουν τις δραστηριότητές της. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι του αιτούντος δικαστηρίου έργο ήταν να εξακριβώσει αν η προϋπόθεση αυτή πληρούνταν στην υπόθεση της τότε κύριας δίκης (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση X και Y, σκέψη 37 και νομολογία που παρατίθεται εκεί).
22 Εξάλλου, αν, κατά τις εξακριβώσεις που πρέπει να γίνουν από το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 43 ΕΚ δεν έχει εφαρμογή λόγω ανεπαρκούς συμμετοχής του μεταβιβάζοντος στην προς ην η μεταβίβαση εταιρία που εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος, η στέρηση ενός φορολογικού πλεονεκτήματος είναι ικανή να αποτρέψει τους υποκειμένους στον φόρο υπεραξίας να μεταβιβάσουν επί ζημία μετοχές σε εταιρίες εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη στις οποίες έχουν, άμεσα ή έμμεσα, συμμετοχή, οπότε αποτελεί για τα πρόσωπα αυτά περιορισμό της ελευθερίας διακινήσεως κεφαλαίων υπό την έννοια του άρθρου 56 ΕΚ (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση X και Y, σκέψη 70 και νομολογία που παρατίθεται εκεί).
23 Δεν αμφισβητείται ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η υπεραξία δεν είναι φορολογητέα αν οι μετοχές ή τα εταιρικά μερίδια μεταβιβάστηκαν σε βελγικές εταιρίες, ενώσεις ή εγκαταστάσεις, ενώ είναι φορολογητέα αν οι μετοχές ή τα εταιρικά μερίδια μεταβιβάστηκαν σε εταιρίες, ενώσεις ή εγκαταστάσεις που εδρεύουν σε άλλο κράτος μέλος.
24 Πάντως, η στέρηση του φορολογικού πλεονεκτήματος είναι στην παρούσα υπόθεση ακόμη πιο κατάφωρη απ’ ό,τι ήταν στην προαναφερθείσα υπόθεση X και Y, όπου η στέρηση αυτή συνίστατο στο να μη χορηγηθεί στον μεταβιβάζοντα το ευεργέτημα της αναβολής της καταβολής του φόρου, με αποτέλεσμα να υποστεί ένα μειονέκτημα ταμειακού χαρακτήρα (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση X και Y, σκέψη 36). Συγκεκριμένα, η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση έχει ως συνέπεια ότι φορολογείται επί της υπεραξίας εκείνος ο οποίος μεταβιβάζει σε εταιρία εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος τα εταιρικά του μερίδια, και όχι εκείνος ο οποίος μεταβιβάζει σε βελγική εταιρία τα εταιρικά του μερίδια.
25 Επομένως, σαφώς δύναται να συναχθεί από την προαναφερθείσα απόφαση X και Y ότι συνιστά περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως η καθιερωθείσα από την επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική διάταξη διαφορετική μεταχείριση εις βάρος του φορολογουμένου ο οποίος μεταβιβάζει σε εδρεύουσες σε άλλο κράτος μέλος εταιρίες, ενώσεις ή εγκαταστάσεις μετοχές ή εταιρικά μερίδια. Συγκεκριμένα, εφόσον η πιο πάνω διάταξη καθιστά λιγότερο ελκυστική τη μεταβίβαση των σχετικών μετοχών ή εταιρικών μεριδίων σε φορείς εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος, η από τους φορείς αυτούς άσκηση του δικαιώματός τους εγκαταστάσεως δύναται να περιοριστεί, αρκεί η συμμετοχή να παρέχει σε εκείνον στον οποίο μεταβιβάστηκε τη δυνατότητα να ασκεί αναμφισβήτητη επιρροή στις αποφάσεις της εταιρίας και να καθορίζει τις δραστηριότητές της. Του αιτούντος δικαστηρίου έργο είναι να εξακριβώσει αν στην υπόθεση της κύριας δίκης πληρούται η προϋπόθεση αυτή.
26 Αν δεν πρόκειται περί αυτού, η διαφορετική μεταχείριση την οποία εισάγει η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική διάταξη πρέπει να θεωρηθεί περιορισμός της ελευθερίας διακινήσεως κεφαλαίων υπό την έννοια του άρθρου 56 ΕΚ, εφόσον γίνεται λιγότερο ελκυστική η μεταβίβαση των σχετικών μετοχών ή εταιρικών μεριδίων σε φορέα εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος.
27 Εφόσον ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προβλήθηκε κανένα στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει τους πιο πάνω περιορισμούς, παρέλκει να εξεταστεί αν οι περιορισμοί αυτοί έχουν θεμιτό σκοπό που είναι συμβατός με τη Συνθήκη ΕΚ και αν δικαιολογούνται από επιτακτικές ανάγκες γενικού συμφέροντος.
28 Κατά συνέπεια, στο ερώτημα που τέθηκε πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι:
– τα άρθρα 43 ΕΚ και 48 ΕΚ αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση όπως αυτή που περιέχεται στα άρθρα 67, 8°, και 67 ter του βελγικού κώδικα φόρου εισοδήματος ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, κατά την οποία ρύθμιση η υπεραξία που αντλείται από τη μεταβίβαση εξ επαχθούς αιτίας, όχι κατά την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, μετοχών ή εταιρικών μεριδίων βελγικών εταιριών, ενώσεων ή εγκαταστάσεων φορολογείται όταν η μεταβίβαση γίνεται προς εταιρία, ένωση ή εγκατάσταση που εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος, ενώ υπό τις ίδιες συνθήκες η υπεραξία δεν φορολογείται όταν η μεταβίβαση γίνεται προς βελγική εταιρία, ένωση ή εγκατάσταση, αρκεί η συμμετοχή να δίνει σε εκείνον στον οποίο μεταβιβάστηκε τη δυνατότητα να ασκεί αναμφισβήτητη επιρροή στις αποφάσεις της εταιρίας και να καθορίζει τις δραστηριότητές της·
– το άρθρο 56 ΕΚ αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η προαναφερθείσα, όταν η συμμετοχή δεν δύναται να δώσει σε εκείνον στον οποίο μεταβιβάστηκε τη δυνατότητα να ασκεί αναμφισβήτητη επιρροή στις αποφάσεις της εταιρίας και να καθορίζει τις δραστηριότητές της.
Επί των δικαστικών εξόδων
29 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με απόφαση της 13ης Ιουνίου 2003 το Rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen, αποφαίνεται:
1) Τα άρθρα 43 ΕΚ και 48 ΕΚ αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση όπως αυτή που περιέχεται στα άρθρα 67, 8°, και 67 ter του βελγικού κώδικα φόρου εισοδήματος ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, κατά την οποία ρύθμιση η υπεραξία που αντλείται από τη μεταβίβαση εξ επαχθούς αιτίας, όχι κατά την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, μετοχών ή εταιρικών μεριδίων βελγικών εταιριών, ενώσεων ή εγκαταστάσεων φορολογείται όταν η μεταβίβαση γίνεται προς εταιρία, ένωση ή εγκατάσταση που εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος, ενώ υπό τις ίδιες συνθήκες η υπεραξία δεν φορολογείται όταν η μεταβίβαση γίνεται προς βελγική εταιρία, ένωση ή εγκατάσταση, αρκεί η συμμετοχή να δίνει σε εκείνον στον οποίο μεταβιβάστηκε τη δυνατότητα να ασκεί αναμφισβήτητη επιρροή στις αποφάσεις της εταιρίας και να καθορίζει τις δραστηριότητές της.
2) Το άρθρο 56 ΕΚ αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η προαναφερθείσα, όταν η συμμετοχή δεν δύναται να δώσει σε εκείνον στον οποίο μεταβιβάστηκε τη δυνατότητα να ασκεί αναμφισβήτητη επιρροή στις αποφάσεις της εταιρίας και να καθορίζει τις δραστηριότητές της.
Λουξεμβούργο, 8 Ιουνίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
R. Grass
C. W. A. Timmermans
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική. Top
Full & Egal Universal Law Academy