Υπόθεση T-341/02
Regione Siciliana
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«ΕΤΠΑ – Κανονισμός (ΕΟΚ) 4253/88 – Περάτωση χρηματοδοτικής συνδρομής – Προσφυγή ακυρώσεως – Πράξη αφορώσα άμεσα τον προσφεύγοντα – Απαράδεκτο»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (τρίτο τμήμα) της 8ης Ιουλίου 2004
Περίληψη της διατάξεως
Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά – Απόφαση της Επιτροπής απευθυνόμενη σε κράτος μέλος περί περατώσεως χρηματοδοτικής συνδρομής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης – Προσφυγή ασκούμενη από περιφερειακή αρχή – Απόφαση μη αφορώσα την προσφεύγουσα άμεσα – Απαράδεκτο
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ)
Μια απόφαση της Επιτροπής, απευθυνόμενη σε κράτος μέλος και αφορώσα χρηματοδοτική συνδρομή του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), με την οποία το κοινοτικό αυτό όργανο αρνείται να δεχθεί αίτημα του κράτους μέλους να παρατείνει την προθεσμία υποβολής αιτήσεων προς οριστική πληρωμή όσον αφορά τη συνδρομή αυτή και προβαίνει στην οριστική περάτωση της επίδικης χρηματοδοτικής συνδρομής με βάση μόνον τις δαπάνες που είχαν πραγματοποιηθεί πριν τη λήξη της προθεσμίας δεν αφορά άμεσα μια δημόσια περιφερειακή αρχή, όπως είναι οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως.
Πράγματι, μια τέτοια απόφαση δεν παράγει άμεσα αποτελέσματα όσον αφορά τη νομική κατάσταση της ως άνω αρχής παρά μόνον όταν, στις περιπτώσεις που το οικείο κράτος μέλος δεν έχει κάποια εξουσία εκτιμήσεως σχετικά, η εν λόγω αρχή, αφενός, στερείται από την καταβολή των απελευθερωθέντων ποσών που αντιστοιχούσαν στα ποσά εκείνα τα οποία δεν είχε ακόμη λάβει από το ΕΤΠΑ βάσει της επίμαχης χρηματοδοτικής συνδρομής και τα οποία αφορούσαν δαπάνες που κατέστησαν μη επιλέξιμες λόγω της ως άνω αποφάσεως και, αφετέρου, υποχρεώνεται σε επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών που αντιστοιχούσαν στα ποσά εκείνα τα οποία είχε ήδη λάβει στο πλαίσιο της συνδρομής αυτής και τα οποία προορίζονταν για δαπάνες που κατέστησαν μη επιλέξιμες. Οι συνέπειες αυτές δεν απορρέουν ούτε από απόφαση της Επιτροπής περί περατώσεως χρηματοδοτικής συνδρομής του ΕΤΠΑ ούτε από άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου που διέπει το αποτέλεσμα της αποφάσεως αυτής. Ειδικότερα, ένα ενδεχόμενο αίτημα επιστροφής των κοινοτικών ποσών που καταβλήθηκαν σε δημόσια περιφερειακή αρχή αποτελεί άμεση συνέπεια όχι της αποφάσεως της Επιτροπής αλλά των ενεργειών στις οποίες προέβη προς τούτο το κράτος μέλος βάσει της εθνικής του νομοθεσίας προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σχετική κοινοτική ρύθμιση.
(βλ. σκέψεις 54, 57-58, 70)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 8ης Ιουλίου 2004 (*)
«ΕΤΠΑ – Κανονισμός (ΕΟΚ) 4253/88 – Περάτωση χρηματοδοτικής συνδρομής – Προσφυγή ακυρώσεως – Πράξη αφορώσα άμεσα τον προσφεύγοντα – Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T-341/02,
Regione Siciliana, εκπροσωπούμενη από τον I. Braguglia, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους E. de March και L. Flynn, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως D (2002) 810439 της Επιτροπής, της 5ης Σεπτεμβρίου 2002, περί περατώσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Αναπτύξεως (ΕΤΠΑ) σχετικά με το μεγάλο τεχνικό έργο «Αυτοκινητόδρομος Μεσσήνης-Παλέρμου» (ΕΤΠΑ αριθ. 93.05.03.001 – Arinco αριθ. 93.IT.16.009),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Azizi, πρόεδρο, M. Jaeger και F. Dehousse, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Νομικό πλαίσιο
1 Το άρθρο 158 ΕΚ ορίζει ότι η Κοινότητα αναπτύσσει και εξακολουθεί τη δράση της με σκοπό την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής της συνοχής. Αποσκοπεί, ιδιαίτερα, στη μείωση των διαφορών μεταξύ των επιπέδων αναπτύξεως των διαφόρων περιοχών και στη μείωση της καθυστερήσεως των πλέον μειονεκτικών περιοχών, προκειμένου να προαχθεί η αρμονική ανάπτυξη του συνόλου της Κοινότητας. Κατά το άρθρο 159 ΕΚ, η Κοινότητα ενισχύει επίσης τους σκοπούς αυτούς με τη δράση της μέσω των διαρθρωτικών ταμείων, ιδίως μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Αναπτύξεως (ΕΤΠΑ).
2 Προς επίτευξη των σκοπών αυτών και προς ρύθμιση της αποστολής των ταμείων, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2052/88, της 24ης Ιουνίου 1988, για την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων, την αποτελεσματικότητά τους και τον συντονισμό των παρεμβάσεών τους μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των άλλων υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 185, σ. 9), που τροποποιήθηκε, ιδίως, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2081/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (ΕΕ L 193, σ. 5) (στο εξής: κανονισμός 2052/88, όπως ίσχυε την περίοδο των επίμαχων πραγματικών περιστατικών), και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 374, σ. 1), που τροποποιήθηκε ιδίως με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2082/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (ΕΕ L 193, σ. 20) (στο εξής: κανονισμός 4253/88, όπως ίσχυε τότε).
Ο κανονισμός 2052/88
3 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2052/88, το ΕΤΠΑ έχει ως κύρια αποστολή την προώθηση, ιδίως, της αναπτύξεως και της διαρθρωτικής προσαρμογής των αναπτυξιακά καθυστερημένων περιφερειών (στόχος αριθ. 1). Κατά το παράρτημα Ι του ως άνω κανονισμού, η Σικελία (Ιταλία) είναι μια περιφέρεια την οποία αφορά ο στόχος αριθ. 1.
4 Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2052/88:
«Η κοινοτική δράση θεωρείται ως συμπλήρωμα ή συμβολή στις αντίστοιχες δράσεις των κρατών μελών. Αυτό επιτυγχάνεται με τη στενή συνεργασία ανάμεσα στην Επιτροπή, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, τις αρμόδιες αρχές και οργανισμούς [...] που ορίζονται από το κράτος μέλος σε εθνικό, περιφερειακό, τοπικό ή άλλο επίπεδο, [όπου] όλα τα μέρη αποτελούν εταίρους κατά την επιδίωξη ενός κοινού σκοπού. Η συνεργασία αυτή καλείται στο εξής “εταιρική σχέση”. Η εταιρική σχέση καλύπτει την προετοιμασία, τη χρηματοδότηση, την εκ των προτέρων εκτίμηση, την παρακολούθηση και την εκ των υστέρων αξιολόγηση των [σχετικών] ενεργειών.»
5 Το άρθρο 5, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2052/88 προβλέπει ότι οι μορφές παρεμβάσεως, με εξαίρεση των περιλαμβανομένων στο στοιχείο ε΄, οι οποίες αναλαμβάνονται με πρωτοβουλία της Επιτροπής, είναι μόνον αυτές που καθορίζει το κράτος μέλος ή οι αρμόδιες αρχές που το ίδιο ορίζει, υποβάλλονται δε στην Επιτροπή εκ μέρους τού εν λόγω κράτους μέλους ή οποιουδήποτε άλλου οργανισμού τον οποίο το κράτος αυτό ορίζει, ενδεχομένως, για τον σκοπό αυτό.
Ο κανονισμός 4253/88
6 Το άρθρο 2 του κανονισμού 4253/88 προβλέπει ότι ο συντονισμός των παρεμβάσεων των διαφόρων ταμείων πραγματοποιείται κυρίως με τα κοινοτικά πλαίσια στήριξης (ΚΠΣ). Τα ΚΠΣ διέπονται από το σημείο ΙΙΙ του ως άνω κανονισμού (άρθρα 8 έως 13). Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, τα ΚΠΣ σχετικά με τον στόχο αριθ. 1 καθορίζονται σε συμφωνία με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσεως και κατόπιν αποφάσεως της Επιτροπής.
7 Κατά την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2082/93, «κατ’ εφαρμογήν της αρχής της επικουρικότητας και μη θιγομένων των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής, ιδίως ως υπεύθυνης για τη διαχείριση των κοινοτικών δημοσιονομικών πόρων, πρέπει κυρίως τα κράτη μέλη να φέρουν την ευθύνη για την εφαρμογή των μορφών παρέμβασης που περιλαμβάνονται στα κοινοτικά πλαίσια στήριξης, στο κατάλληλο γεωγραφικό επίπεδο και σύμφωνα με την ιδιαιτερότητα του κάθε κράτους μέλους».
8 Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 4253/88 («Προσθετικότητα»), για να εξασφαλισθεί ότι ο οικονομικός αντίκτυπος θα είναι πραγματικός, οι πιστώσεις των διαρθρωτικών ταμείων δεν είναι δυνατόν να υποκαθιστούν τις δημόσιες διαρθρωτικές δαπάνες ή τις εξομοιούμενες με αυτές δαπάνες στο σύνολο των περιοχών οι οποίες είναι επιλέξιμες για ένα στόχο.
9 Ο κανονισμός 4253/88 προσδιορίζει, στο σημείο IV («Οι συνδρομές των ταμείων»), τους κανόνες σχετικά με την εξέταση των αιτήσεων συνδρομής (άρθρο 14), τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας της χρηματοδοτήσεως (άρθρο 15) και ορισμένες ειδικές διατάξεις (άρθρο 16).
10 Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, το ΕΤΠΑ, όπως και τα άλλα διαρθρωτικά ταμεία, μπορεί να παρέχει χρηματοδοτική συνδρομή για δαπάνες που συνδέονται με μεγάλα έργα, δηλαδή έργα των οποίων το συνολικό κόστος που λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό του ύψους της κοινοτικής συνδρομής υπερβαίνει, κατά κανόνα, τα 25 εκατομμύρια ευρώ για τις επενδύσεις σε έργα υποδομής και τα 15 εκατομμύρια ευρώ για παραγωγικές επενδύσεις.
11 Ο κανονισμός 4253/88 θέτει, στο σημείο VI («Χρηματοδοτικές διατάξεις»), τους κανόνες που αφορούν τις αναλήψεις υποχρεώσεων χορηγήσεως των σχετικών ποσών (άρθρο 20), τις καταβολές των χρηματοδοτικών συνδρομών (άρθρο 21), τον δημοσιονομικό έλεγχο των χρηματοδοτούμενων δράσεων (άρθρο 23) και τη μείωση, την αναστολή και την ακύρωση της οικείας συνδρομής (άρθρο 24).
12 Κατά το άρθρο 21 του κανονισμού 4253/88:
«1. Η πληρωμή της χρηματοδοτικής συνδρομής πραγματοποιείται σύμφωνα με τις αναλήψεις υποχρεώσεων από τον προϋπολογισμό και απευθύνεται στην εθνική, περιφερειακή ή τοπική αρχή ή οργανισμό που ορίζεται στην αίτηση που υποβάλλει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, εντός προθεσμίας που δεν υπερβαίνει, κατά κανόνα, τους δύο μήνες από την ημερομηνία παραλαβής μιας παραδεκτής αίτησης. Μπορεί να έχει τη μορφή είτε προκαταβολών είτε οριστικών πληρωμών που αφορούν πραγματοποιηθείσες δαπάνες. Για δράσεις διάρκειας ίσης ή ανώτερης της διετούς, οι πληρωμές αφορούν τις ετήσιες δόσεις των αναλήψεων υποχρεώσεων [...]
3. Δεύτερη προκαταβολή, η οποία υπολογίζεται κατά τρόπο ώστε το συνολικό ποσό των δύο προκαταβολών να μην υπερβαίνει το 80 % της ανάληψης υποχρέωσης, χορηγείται αφού πρώτα ο αρμόδιος οργανισμός πιστοποιήσει ότι έχει χρησιμοποιηθεί τουλάχιστον το ήμισυ της πρώτης προκαταβολής και ότι η δράση προχωρεί με ικανοποιητικό ρυθμό και σύμφωνα με τους προβλεπόμενους στόχους.
Οι πληρωμές πρέπει να γίνονται στους τελικούς δικαιούχους χωρίς καμία έκπτωση ή κράτηση που ενδέχεται να μειώσει το ύψος της ενίσχυσης που δικαιούνται.
4. Η πληρωμή του υπολοίπου κάθε ανάληψης υποχρέωσης πραγματοποιείται εάν:
– η αρμόδια αρχή ή οργανισμός της παραγράφου 1 υποβάλλει στην Επιτροπή αίτηση πληρωμής εντός έξι μηνών από το τέλος του εν λόγω έτους ή την υλική περάτωση της δράσης,
– υποβληθούν στην Επιτροπή οι εκθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 25, παράγραφος 4,
– το κράτος μέλος αποστείλει στην Επιτροπή βεβαίωση που πιστοποιεί τις πληροφορίες που παρέχονται στην αίτηση πληρωμής και στις εκθέσεις.
5. Τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρχές που είναι αρμόδιες για την έκδοση των βεβαιώσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 και φροντίζουν ώστε οι δικαιούχοι να λαμβάνουν τα ποσά των προκαταβολών και των πληρωμών το συντομότερο δυνατό και κατά κανόνα εντός τριών μηνών από την παραλαβή των πιστώσεων από το κράτος μέλος και με την προϋπόθεση ότι οι αιτήσεις των δικαιούχων πληρούν τους αναγκαίους όρους για τη διενέργεια της πληρωμής.»
13 Το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 4253/88 έχει ως ακολούθως:
«Για να εξασφαλίζεται η επιτυχία των δράσεων που εκτελούν δημόσιοι ή ιδιωτικοί επιχειρηματικοί φορείς, τα κράτη μέλη λαμβάνουν, κατά την υλοποίηση των δράσεων, τα αναγκαία μέτρα ώστε:
– να εξακριβώνεται τακτικά ότι οι δράσεις που χρηματοδοτούνται από την Κοινότητα έχουν εκτελεσθεί σωστά,
– να προλαμβάνονται και να διώκονται οι παρατυπίες,
– να ανακτώνται τα απωλεσθέντα κεφάλαια λόγω κατάχρησης ή παράλειψης. Το κράτος μέλος ευθύνεται επικουρικά για την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, εκτός αν το κράτος μέλος και/ή ο ενδιάμεσος και/ή ο επιχειρηματικός φορέας αποδείξουν ότι δεν ευθύνονται για την κατάχρηση ή την παράλειψη.
[…]»
14 Δυνάμει του άρθρου 24 του κανονισμού 4253/88:
«1. Αν η υλοποίηση δράσης ή μέτρου δεν φαίνεται να δικαιολογεί ούτε τμήμα ούτε το σύνολο της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει χορηγηθεί, η Επιτροπή προβαίνει σε κατάλληλη εξέταση της περίπτωσης στα πλαίσια της εταιρικής σχέσης, ζητώντας ιδίως από το κράτος μέλος ή τις λοιπές αρμόδιες αρχές που αυτό ορίζει για την υλοποίηση της δράσης, να της υποβάλουν παρατηρήσεις εντός τακτής προθεσμίας.
2. Μετά την εξέταση αυτή, η Επιτροπή μπορεί να μειώσει ή αναστείλει τη συνδρομή για την εν λόγω δράση ή σχετικό μέτρο αν από την εξέταση επιβεβαιωθεί ότι υπάρχει παρατυπία ή σημαντική αλλαγή της φύσης ή των συνθηκών υλοποίησης της δράσης ή του μέτρου, για την οποία δεν ζητήθηκε η έγκριση της Επιτροπής.
3. Κάθε ποσό το οποίο αποτελεί αντικείμενο απαίτησης ως αχρεωστήτως καταβληθέν πρέπει να επιστρέφεται στην Επιτροπή [...]»
15 Τέλος, ο κανονισμός 4253/88 προβλέπει, στο σημείο VII, τους κανόνες σχετικά με την παρακολούθηση και αξιολόγηση των συνδρομών που χορηγούν τα ταμεία. Προς τούτο, το άρθρο 25, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού προβλέπει τη σύσταση επιτροπών παρακολουθήσεως, στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσεως, δυνάμει συμφωνίας μεταξύ του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και της Επιτροπής.
Ιστορικό της διαφοράς
16 Με απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 1993, που απευθύνθηκε στην Ιταλική Δημοκρατία, η Επιτροπή χορήγησε για την περίοδο προγραμματισμού 1994-1999 χρηματοδοτική συνδρομή του ΕΤΠΑ ανερχόμενη στο 50 % των αποδεκτών δαπανών σχετικά με την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου μεταξύ Παλέρμου και Μεσσήνης, στη Σικελία, ο οποίος αποτελεί ένα μεγάλο σχέδιο υπό την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88. Τα αναγκαία έργα κατανεμήθηκαν σε δέκα τμήματα.
17 Κατά το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της ως άνω αποφάσεως, η κοινοτική συνδρομή μπορούσε να χορηγηθεί για την αντιμετώπιση των δαπανών των εργασιών τις οποίες προέβλεπε το σχέδιο και οι οποίες είχαν αποτελέσει εντός του κράτους μέλους το αντικείμενο νομικά δεσμευτικών πράξεων και ειδικής αναλήψεως υποχρεώσεως χρηματοδοτήσεως πριν από τις 30 Ιουνίου 1994. Η προθεσμία για την εκτέλεση των δαπανών σχετικά με τις ως άνω πράξεις ήταν η 30ή Ιουνίου 1996. Δυνάμει του δευτέρου εδαφίου της διατάξεως αυτής, η Επιτροπή μπορούσε να δώσει σχετική παράταση κατόπιν εμπρόθεσμης αιτήσεως εκ μέρους του κράτους μέλους. Σε περίπτωση που δεν θα εδίδετο σχετική παράταση από την Επιτροπή, οι πραγματοποιούμενες μετά την εκπνοή της τελευταίας ταχθείσας προθεσμίας δαπάνες για την εκτέλεσή τους δεν θα μπορούσαν πλέον να ληφθούν από χρηματοδοτική συνδρομή του ΕΤΠΑ.
18 Κατά το παράρτημα της αποφάσεως της 22ας Δεκεμβρίου 1993, η προσφεύγουσα ορίστηκε ως αρμόδια αρχή για την υλοποίηση του σχεδίου.
19 Με απόφαση της 28ης Ιουλίου 1995, απευθυνθείσα στην Ιταλική Δημοκρατία, η Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεως που της υπέβαλε η Ιταλική Κυβέρνηση, έδωσε παράταση της προθεσμίας για την ανάληψη των υποχρεώσεων χορηγήσεως της εθνικής χρηματοδοτικής συνδρομής μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995 και, με την επιφύλαξη εκδόσεως άλλης αποφάσεως της Επιτροπής πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1995, της προθεσμίας για τις εθνικές πληρωμές σχετικά με το σχέδιο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1997.
20 Με απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 1995, απευθυνθείσα στην Ιταλική Δημοκρατία, η Επιτροπή τροποποίησε την περιγραφή του σχεδίου η οποία περιλαμβανόταν στην από 22 Δεκεμβρίου 1993 απόφασή της.
21 Στις 9 Ιουλίου 1997 η επιτροπή παρακολουθήσεως του ΚΠΣ για τις περιοχές τις οποίες αφορούσε ο στόχος αριθ. 1 στην Ιταλία (στο εξής: επιτροπή παρακολουθήσεως) διαπίστωσε τη δυσχέρεια περατώσεως των έργων σχετικά με το σχέδιο πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1997. Με την ευκαιρία αυτή, η κοινοπραξία κατασκευής του αυτοκινητοδρόμου και η προσφεύγουσα ανέλαβαν την υποχρέωση, κάθε μία από αυτές για ένα αντίστοιχο τμήμα, να καλύψουν από ίδιους πόρους το ποσό που αντιστοιχούσε στη συμμετοχή του ΕΤΠΑ σχετικά με την αποπεράτωση των εργασιών των τμημάτων που δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί.
22 Με έγγραφο της 5ης Αυγούστου 1997 η προσφεύγουσα ανέλαβε επίσημα την υποχρέωση να χρηματοδοτήσει την περάτωση των εργασιών που αντιστοιχούσαν σε ορισμένα τμήματα.
23 Με έγγραφο της 26ης Σεπτεμβρίου 1997 η προσφεύγουσα ζήτησε από την Επιτροπή παράταση των προθεσμιών πληρωμής για διάφορα τμήματα του έργου.
24 Με έγγραφο της 30ής Οκτωβρίου 1997, απευθυνόμενο προς την προσφεύγουσα, η Επιτροπή, αφού υπενθύμισε ότι είχε ήδη χορηγηθεί παράταση για το σχέδιο αυτό μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1997, δήλωσε ότι έπρεπε να ληφθούν επειγόντως όλα τα αναγκαία μέτρα για την περάτωση των εργασιών το αργότερο μέχρι την ημερομηνία αυτή.
25 Με έγγραφο της 17ης Ιουνίου 1998 η προσφεύγουσα υπέβαλε στον Ιταλό Υπουργό Οικονομικών και στην Επιτροπή την τελική βεβαίωση σχετικά με τις δαπάνες που είχαν πραγματοποιηθεί μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1997, την αίτηση καταβολής των ποσών από το ΕΤΠΑ και την τελική έκθεση εκτελέσεως.
26 Με έγγραφο της 23ης Ιουλίου 1998 η Επιτροπή επέστρεψε την ως άνω έκθεση στο Υπουργείο Οικονομικών, με την αιτιολογία ότι δεν περιελάμβανε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για να προβεί η ίδια σε περάτωση του σχεδίου. Ζήτησε από τις ιταλικές αρχές να αποστείλουν νέα τελική έκθεση περιλαμβάνουσα, ιδίως, για κάθε ένα από τα δέκα τμήματα που χρηματοδοτήθηκαν στο πλαίσιο του σχεδίου αυτού, έκθεση περί της τεχνικής και οικονομικής προόδου την ημερομηνία περατώσεως των καταβολών (δηλαδή την 31η Δεκεμβρίου 1997) και πρόσφορη έκθεση των λόγων καθυστερήσεως σχετικά με καθένα από τα δέκα τμήματα.
27 Με έγγραφο της 10ης Φεβρουαρίου 1999 η Επιτροπή ανέφερε στον Υπουργό Οικονομικών ότι από την τελική έκθεση εκτελέσεως προέκυπτε ότι η εκ μέρους της προσφεύγουσας ανάληψη υποχρεώσεως να χρηματοδοτήσει την αποπεράτωση των έργων του σχεδίου το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1997 προφανώς δεν είχε τηρηθεί. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι μόνο δύο επί συνόλου δέκα προβλεπομένων τμημάτων είχαν περατωθεί στις 31 Δεκεμβρίου 1997, με καθυστέρηση δύο ετών. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή εξήγησε ότι η ενδεχόμενη εκκαθάριση του υπολοίπου της συνδρομής έπρεπε να στηριχθεί σε δαπάνες που είχαν πράγματι αναληφθεί για τα δύο περατωθέντα τμήματα, εφόσον η πραγματοποίησή τους είναι στην ουσία σύμφωνη προς το αρχικό σχέδιο.
28 Με έγγραφο της 21ης Δεκεμβρίου 2001 η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιταλική Δημοκρατία, μέσω της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πρόταση περατώσεως του σχεδίου λόγω των καθυστερήσεων που παρατηρήθηκαν κατά την εκτέλεση των έργων. Η εν λόγω πρόταση περατώσεως διατυπώθηκε με βάση τις δαπάνες που είχαν εκτελεστεί στις 31 Δεκεμβρίου 1997 σχετικά με τα έργα που είχαν αποπερατωθεί μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1999.
29 Με έγγραφο της 14ης Φεβρουαρίου 2002 η προσφεύγουσα υπέβαλε τις γραπτές παρατηρήσεις της σχετικά με την εν λόγω πρόταση περατώσεως.
30 Με έγγραφο της 5ης Σεπτεμβρίου 2002 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιταλική Δημοκρατία, μέσω της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την απόφασή της να προβεί σε οριστική περάτωση της συνδρομής σχετικά με το ως άνω σχέδιο, με βάση τις δαπάνες που είχαν πραγματοποιηθεί μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1997 και αφορούσαν έργα αποπερατωθέντα μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου 2002, ακυρώνοντας και αντικαθιστώντας με τον τρόπο αυτό τις ημερομηνίες περατώσεως που είχαν κοινοποιηθεί με το από 21 Δεκεμβρίου 2001 έγγραφό της.
31 Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή ανέφερε, αφενός, το μη δαπανηθέν ποσό του υπολοίπου που θα ελευθερωνόταν, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ του ποσού της χρηματοδοτικής συνδρομής του ΕΤΠΑ που είχε αρχικά προβλεφθεί για το σχέδιο και εκείνου που αντιστοιχούσε στο σύνολο των καταβολών στις οποίες είχε προβεί το ΕΤΠΑ και, αφετέρου, το προς ανάκτηση ποσό, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ του τελευταίου αυτού ποσού και εκείνου που αντιστοιχούσε στο μέρος των επιλέξιμων δαπανών τις οποίες έπρεπε να καλύψει το ΕΤΠΑ μέχρι την ημερομηνία περατώσεως. Εξάλλου, η Επιτροπή ανέφερε ότι η Ιταλική Δημοκρατία έπρεπε να πληροφορήσει τον τελικό δικαιούχο περί της αποφάσεως αυτής με συστημένη επιστολή.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
32 Στο πλαίσιο αυτό η προσφεύγουσα άσκησε την παρούσα προσφυγή με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 14 Νοεμβρίου 2002.
33 Προς στήριξη της προσφυγής της η προσφεύγουσα επικαλείται τέσσερις λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος στηρίζεται σε αναρμοδιότητα του οργάνου που υπέγραψε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο δεύτερος στηρίζεται σε παράβαση και/ή σε εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 24 και 25 του κανονισμού 4253/88. Ο τρίτος στηρίζεται σε αντίφαση όσον αφορά τη συμπεριφορά της Επιτροπής και σε προσβολή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ο τέταρτος στηρίζεται σε έλλειψη αιτιολογίας και σε έλλειψη εξετάσεως της υποθέσεως.
34 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
35 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– κυρίως, να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη·
– επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή επί της ουσίας·
– εν πάση περιπτώσει, να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Επί του παραδεκτού
Επιχειρήματα των διαδίκων
36 Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά ατομικά την προσφεύγουσα. Όμως, θεωρεί ότι η εν λόγω απόφαση δεν αφορά άμεσα την προσφεύγουσα και ότι, επομένως, η παρούσα προσφυγή είναι απαράδεκτη για τον λόγο αυτό και μόνον.
37 Στην ουσία, η Επιτροπή εκθέτει ότι το Πρωτοδικείο έχει ήδη κρίνει, με τη διάταξη της 25ης Απριλίου 2001, T‑244/00, Coillte Teoranta κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II‑1275), ότι η απόφαση αποκλεισμού ορισμένων δαπανών από τη χρηματοδότηση που καταβάλλει το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, δεν παράγει άμεσα αποτελέσματα όσον αφορά τη νομική κατάσταση του δικαιούχου της κοινοτικής ενισχύσεως.
38 Κατά την Επιτροπή, οι αιτιολογίες τής ως άνω διατάξεως του Πρωτοδικείου ισχύουν ομοίως στη διαχείριση του ΕΤΠΑ και των άλλων διαρθρωτικών ταμείων για την περίοδο προγραμματισμού 1994-1999. Αυτή η παράλληλη εφαρμογή είναι δυνατή διότι η διαχείριση των εν λόγω ταμείων στηρίζεται στην αρχή του διαχωρισμού των νομικών σχέσεων που υφίστανται, αφενός, μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών και, αφετέρου, μεταξύ των κρατών μελών και των δικαιούχων.
39 Εν προκειμένω, η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέχει στην Ιταλική Δημοκρατία διακριτική ευχέρεια έναντι του τελικού δικαιούχου όσον αφορά την αναζήτηση του αχρεωστήτου. Κάθε ενδεχόμενη επιστροφή εκ μέρους της προσφεύγουσας των ενισχύσεων που της καταβλήθηκαν στην υπό κρίση υπόθεση δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση αυτή καθαυτή αλλά από ενέργειες στις οποίες ενδεχομένως προέβησαν προς τούτο οι αρμόδιες αρχές με βάση την εθνική τους νομοθεσία.
40 Κατά συνέπεια, η ορθή εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως επιβάλλει μόνον όπως η Ιταλική Δημοκρατία επιστρέψει στην Επιτροπή το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό που μνημονεύεται στην εν λόγω απόφαση. Όμως, στην περίπτωση αυτή, το συμπέρασμα θα είναι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά άμεσα την προσφεύγουσα.
41 Επομένως, η Επιτροπή ζητεί, κυρίως, την απόρριψη της προσφυγής ως απαράδεκτης.
42 Η προσφεύγουσα διατείνεται ότι οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με τα δικαιώματα των ιδιωτών να ασκούν προσφυγή δεν πρέπει να ερμηνεύονται περιοριστικά (απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937). Επομένως, κατά την προσφεύγουσα, πρέπει να θεωρηθεί ότι νομιμοποιούνται να ασκήσουν προσφυγή όλα τα πρόσωπα τα οποία η προσβαλλόμενη πράξη αφορά άμεσα και ατομικά και τα οποία έχουν την απαιτούμενη από τις διατάξεις της Συνθήκης αυτής νομική προσωπικότητα.
43 Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η λύση αυτή επιβάλλεται και όταν ο προσφεύγων είναι δημόσιος οργανισμός που πληροί ορισμένες προϋποθέσεις (απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουνίου 1999, T‑288/97, Regione autonoma Friuli-Venezia Giulia κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II‑1871).
44 Κατά την προσφεύγουσα, η προσβαλλόμενη πράξη στην υπό κρίση υπόθεση, μολονότι δεν απευθύνεται επισήμως σ’ αυτήν, την αφορά άμεσα και ατομικά, διότι μπορεί να εξακριβωθεί ότι η προσφεύγουσα αποτελεί τον ουσιαστικό αποδέκτη της πράξεως και ότι υφίσταται πρόδηλη αιτιώδης σχέση μεταξύ της ατομικής της καταστάσεως και της εκδοθείσας πράξεως. Η επίμαχη πράξη, όχι μόνο δεν έχει απλώς κανονιστική ή γενική ισχύ, αλλά εκδόθηκε λαμβανομένης υπόψη της ειδικής καταστάσεως της προσφεύγουσας, πράγμα το οποίο δικαιολογεί την ενεργητική νομιμοποίησή της (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Μαΐου 1971, 41/70 έως 44/70, International Fruit Company κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 783· της 18ης Νοεμβρίου 1975, 100/74, CAM κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1975, σ. 427, και της 21ης Νοεμβρίου 1989, C-244/88, Usines coopératives de déshydratation du Vexin κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 3811).
45 Όσον αφορά την πρόσθετη προϋπόθεση που είναι αναγκαία για την πρόσφορη άσκηση προσφυγής, δηλαδή ότι δεν πρέπει να έχει ληφθεί κανένα μέτρο εκτελέσεως που να επιτρέπει την εφαρμογή της επίμαχης πράξεως, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι ευλόγως μπορεί να θεωρηθεί ότι η ως άνω προϋπόθεση πληρούται στην υπό κρίση υπόθεση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επηρεάζει άμεσα τη νομική θέση της προσφεύγουσας, χωρίς να παρέχει στον αποδέκτη της, την Ιταλική Δημοκρατία, καμία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τη θέση της σε εφαρμογή, που συνίσταται απλώς στην αναζήτηση των προηγουμένως καταβληθέντων από το ΕΤΠΑ ποσών, χωρίς να απαιτείται προς τούτο καμία πρόσθετη πράξη κανονιστικού χαρακτήρα. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι, κατά πάγια κοινοτική νομολογία, οι περιστάσεις αυτές αρκούν για να θεμελιωθεί η ενεργητική νομιμοποίηση των ιδιωτών (απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου 1998, C-386/96 P, Dreyfus κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I-2309, σκέψη 43, με την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
46 Εξάλλου, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι, σε αντίθεση με όσα υποστήριξε η Επιτροπή, υπήρξαν άμεσες νομικές σχέσεις μεταξύ της προσφεύγουσας και της Επιτροπής σχετικά με το επίμαχο σχέδιο. Συναφώς, η προσφεύγουσα παραπέμπει ιδιαίτερα στο έγγραφο της 30ής Οκτωβρίου 1997, με το οποίο η Επιτροπή τής ανακοίνωσε απευθείας τη θέση της σχετικά με τη χορήγηση της παρατάσεως που είχε ζητήσει για την αποπεράτωση των έργων.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
47 Σύμφωνα με το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας του, το Πρωτοδικείο μπορεί οποτεδήποτε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το απαράδεκτο για λόγους δημοσίας τάξεως και αποφαίνεται σχετικά, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 114.
48 Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, η διαδικασία επί της αιτήσεως συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως.
49 Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τα έγγραφα της δικογραφίας και αποφασίζει ότι παρέλκει η εκ μέρους των διαδίκων ανάπτυξη των προφορικών παρατηρήσεών τους.
50 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, υπό τις προϋποθέσεις τις οποίες ορίζει το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της διατάξεως αυτής, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να ασκεί προσφυγή κατά αποφάσεων που απευθύνονται σ’ αυτό και κατά αποφάσεων οι οποίες, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά
51 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή κοινοποίησε την προσβαλλόμενη απόφαση στην Ιταλική Δημοκρατία.
52 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξακριβωθεί αν η προσφεύγουσα, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδέκτης της προσβαλλομένης αποφάσεως υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, μπορεί παραδεκτώς να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής με την αιτιολογία ότι η εν λόγω απόφαση την αφορά άμεσα και ατομικά.
53 Όσον αφορά το αν η επίμαχη πράξη αφορά άμεσα την προσφεύγουσα, κατά πάγια νομολογία η εν λόγω προϋπόθεση απαιτεί το αμφισβητούμενο μέτρο να επηρεάζει άμεσα τη νομική κατάσταση του ιδιώτη και να μην αφήνει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες του που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του, όταν αυτή έχει καθαρά αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από την κοινοτική ρύθμιση χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλομένων κανόνων (προαναφερθείσα στη σκέψη 45 ανωτέρω απόφαση Dreyfus κατά Επιτροπής, σκέψη 43· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, T-54/96, Oleifici Italiani και Fratelli Rubino κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-3377, σκέψη 56· της 13ης Δεκεμβρίου 2000, T-69/99, DSTV κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II-4039, σκέψη 24, και της 22ας Νοεμβρίου 2001, T-9/98, Mitteldeutsche Erdöl-Raffinerie κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II-3367, σκέψη 47· διάταξη του Πρωτοδικείου της 10ης Σεπτεμβρίου 2002, T-223/01, Japan Tobacco και JT International κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. II-3259, σκέψη 45). Το ίδιο ισχύει όταν η δυνατότητα των αποδεκτών να μη δώσουν συνέχεια στην κοινοτική πράξη είναι καθαρά θεωρητική, εφόσον δεν υφίσταται αμφιβολία ως προς τη βούλησή τους να συναγάγουν συνέπειες σύμφωνες προς την πράξη αυτή (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 207, σκέψεις 8 έως 10, και Dreyfus κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 45 ανωτέρω, σκέψη 44).
54 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, εκδηλώνοντας την άρνηση της Επιτροπής να παρατείνει την προθεσμία υποβολής αιτήσεων προς οριστική πληρωμή και προβαίνοντας στην οριστική περάτωση της επίδικης χρηματοδοτικής συνδρομής με βάση τις δαπάνες που είχαν πραγματοποιηθεί μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τα έργα που αποπερατώθηκαν μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου 2002, απέκλειε κάθε καταβολή εκ μέρους του ΕΤΠΑ στο πλαίσιο της επίδικης χρηματοδοτικής συνδρομής σχετικά με δαπάνες οι οποίες είτε πραγματοποιήθηκαν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1997 είτε αφορούσαν έργα μη αποπερατωθέντα μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου 2002, καθόσον οι δαπάνες αυτές κατέστησαν για τον λόγο αυτό μη επιλέξιμες στο πλαίσιο της ως άνω συνδρομής.
55 Από αυτό προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε ως αποτέλεσμα, αφενός, την αποδέσμευση του ΕΤΠΑ όσον αφορά τα ποσά της συνδρομής που δεν είχαν ακόμη χορηγηθεί σχετικά με τις δαπάνες που κατέστησαν μη επιλέξιμες και, αφετέρου, την παροχή της δυνατότητας στην Επιτροπή να προβεί σε αναζήτηση των ήδη χορηγηθέντων από το ΕΤΠΑ ποσών που αφορούσαν τις δαπάνες αυτές. Με τον τρόπο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση προέβη σε «περικοπή» της χρηματοδοτικής συνδρομής του ΕΤΠΑ (διάταξη του Πρωτοδικείου της 6ης Ιουνίου 2002, Τ-105/01, SLIM Sicilia κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-2697, σκέψη 47).
56 Όσον αφορά τον προσδιορισμό των αποτελεσμάτων της αποφάσεως αυτής για την προσφεύγουσα, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την αρχική απόφαση χορηγήσεως της επίδικης χρηματοδοτικής συνδρομής, με ημερομηνία 22 Δεκεμβρίου 1993, η προσφεύγουσα ήταν η αρμόδια αρχή για την πραγματοποίηση του σχεδίου. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 1, του κανονισμού 4253/88, η προσφεύγουσα έλαβε για τον λόγο αυτό τα ποσά που αντιστοιχούσαν στην επίδικη συνδρομή με σκοπό τη χορήγησή τους στους τελικούς δικαιούχους. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 3, του κανονισμού 4253/88, οι πληρωμές αυτές αντιπροσώπευαν το 80 % του συνόλου της χρηματοδοτικής συνδρομής.
57 Στο πλαίσιο της καταστάσεως αυτής, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρήγαγε άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως της προσφεύγουσας παρά μόνο σε περίπτωση που, εξ αιτίας τής εν λόγω αποφάσεως και χωρίς να διαθέτει η Ιταλική Δημοκρατία εξουσία εκτιμήσεως επ’ αυτού, η προσφεύγουσα, αφενός, στερήθηκε από την καταβολή των απελευθερωθέντων ποσών που αντιστοιχούσαν στα ποσά τα οποία δεν είχε ακόμη λάβει από το ΕΤΠΑ βάσει της χρηματοδοτικής συνδρομής και τα οποία αφορούσαν δαπάνες που κατέστησαν μη επιλέξιμες και, αφετέρου, υποχρεώθηκε σε επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών που αντιστοιχούσαν στα ποσά εκείνα τα οποία είχε ήδη λάβει στο πλαίσιο της συνδρομής αυτής και τα οποία προορίζονταν για δαπάνες που κατέστησαν μη επιλέξιμες.
58 Όμως, το Πρωτοδικείο έχει ήδη δεχθεί ότι τέτοιες συνέπειες δεν απορρέουν ούτε από απόφαση της Επιτροπής περί περατώσεως χρηματοδοτικής συνδρομής του ΕΤΠΑ ούτε από άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου που διέπει το αποτέλεσμα της αποφάσεως αυτής (διάταξη SLIM Sicilia κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 55 ανωτέρω, σκέψη 51).
59 Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί προεισαγωγικώς ότι, σύμφωνα με το θεσμικό σύστημα της Κοινότητας και τους κανόνες που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών, στα κράτη αυτά εναπόκειται, ελλείψει αντίθετης διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, να διασφαλίζουν στο έδαφός τους την εκτέλεση των κοινοτικών κανονιστικών ρυθμίσεων (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, 205/82 έως 215/82, Deutsche Milchkontor κ.λπ., Συλλογή 1983, σ. 2633, και της 7ης Ιουλίου 1987, 89/86 και 91/86, Étoile commerciale και CNTA κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 3005, σκέψη 11· διάταξη Coillte Teoranta κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 37 ανωτέρω, σκέψη 42). Όσον αφορά, ειδικότερα, τις χρηματοδοτικές ενέργειες που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ, κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 4253/88 εναπόκειται στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την αναζήτηση των απωλεσθέντων κεφαλαίων λόγω καταχρήσεως ή παραλείψεως.
60 Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 22ας Ιανουαρίου 2004, C‑271/01, COPPI (Συλλογή 2004, σ. I-1029, σκέψεις 39 και 40), η τελευταία αυτή διάταξη καθιερώνει την αρχή της επικουρικότητας την οποία θέτει η έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2082/93, κατά την οποία, όσον αφορά τη χρησιμοποίηση των προερχομένων από το ΕΤΠΑ πόρων και επιφυλασσομένων των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής, ιδίως ως υπεύθυνης για τη διαχείριση των κοινοτικών δημοσιονομικών πόρων, πρέπει κυρίως τα κράτη μέλη να φέρουν την ευθύνη για την εφαρμογή των μορφών παρεμβάσεως στο ανάλογο γεωγραφικό επίπεδο και σύμφωνα με την ιδιαιτερότητα του κάθε κράτους μέλους (βλ. επίσης επ’ αυτού τη διάταξη του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 2004, Τ‑139/02, Ινστιτούτο Ν. Αυγερινοπούλου κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-875, σκέψη 64).
61 Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, επομένως, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου εναπόκειται στα κράτη μέλη να εκτελούν την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση και να λαμβάνουν τις αναγκαίες ατομικές αποφάσεις έναντι των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών. Κατά την εκτέλεση αυτή, τα κράτη μέλη ενεργούν σύμφωνα με τους κανόνες και με τον τρόπο που προβλέπει η εθνική νομοθεσία, με την επιφύλαξη των ορίων που θέτει το κοινοτικό δίκαιο (απόφαση Étoile commerciale και CNTA κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 59 ανωτέρω, σκέψη 12, και διάταξη Coillte Teoranta κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 37 ανωτέρω, σκέψη 42).
62 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι μια δημόσια περιφερειακή αρχή, όπως η προσφεύγουσα, η οποία επιφορτίστηκε με τη διαχείριση σε τοπικό επίπεδο των προερχόμενων από το ΕΤΠΑ ποσών, δεν μπορεί να εξομοιώνεται προς το ίδιο το κράτος μέλος (διάταξη του Δικαστηρίου της 21ης Μαρτίου 1997, C-95/97, Περιφέρεια της Βαλλονίας κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. I‑1787, σκέψη 6). Εξάλλου, από την εφαρμοστέα ρύθμιση, ιδίως από το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2052/88, προκύπτει ότι ο κανονισμός αυτός προβαίνει σε σαφή διάκριση μεταξύ, αφενός, των κρατών μελών, και, αφετέρου, των αρμόδιων οργανισμών ή αρχών που καθορίζουν τα κράτη αυτά σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο.
63 Η εξέταση του αν η επίμαχη πράξη αφορά άμεσα την προσφεύγουσα πρέπει να πραγματοποιηθεί σ’ αυτό το πλαίσιο.
64 Όσον αφορά, πρώτον, την αποδέσμευση του ΕΤΠΑ για τα μη καταβληθέντα ποσά, πρέπει να σημειωθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απλώς εκθέτει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι, λόγω της περατώσεως της επίδικης χρηματοδοτικής συνδρομής, τα ως άνω ποσά δεν θα καταβάλλονταν. Όμως, από το άρθρο 21, παράγραφος 5, του κανονισμού 4253/88 προκύπτει ότι, εκτός από ορισμένες μορφές παρεμβάσεως που δεν ανακύπτουν στην υπό κρίση υπόθεση, ιδίως εκείνη περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο ε΄, του κανονισμού 2052/88, οι κοινοτικές πιστώσεις που χορηγούνται στο πλαίσιο συνδρομής του ΕΤΠΑ καταβάλλονται από την Επιτροπή στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος (απόφαση COPPI, προαναφερθείσα στη σκέψη 60 ανωτέρω, σκέψεις 37, 38 και 41· προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber υπό την απόφαση αυτή, Συλλογή 2004, σ. Ι-1031, σημείο 61).
65 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο εν προκειμένω που να εμποδίζει την Ιταλική Δημοκρατία να αναλάβει η ίδια την κάλυψη των σχετικών δαπανών από ίδιους πόρους της όσον αφορά το τμήμα εκείνο της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως που απελευθερώθηκε προκειμένου να χρηματοδοτήσει την περάτωση των έργων που αφορούν το εν λόγω σχέδιο. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ιδιαίτερα ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2052/88, η συνδρομή εκ μέρους του ΕΤΠΑ αποτελεί ένα συμπλήρωμα των αντίστοιχων εθνικών δράσεων ή συμμετοχή σ’ αυτές, ενώ το άρθρο 9 του κανονισμού 4253/88 προσδιορίζει, επιπλέον, ότι, σύμφωνα με την αρχή της προσθετικότητας, οι κοινοτικές συνδρομές δεν μπορούν να υποκαθιστούν τις δημόσιες δαπάνες του κράτους μέλους.
66 Δεύτερον, όσον αφορά την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων, πρέπει να σημειωθεί ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή περιορίστηκε να εκθέσει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι το ΕΤΠΑ έπρεπε να αναζητήσει τα ποσά που είχαν αποτελέσει το αντικείμενο κοινοτικής πληρωμής και αντιστοιχούσαν σε δαπάνες που κατέστησαν μη επιλέξιμες. Σε αντίθεση με τη γενικά ακολουθούμενη από την Επιτροπή πρακτική στον τομέα των παράνομων ενισχύσεων οι οποίες κηρύσσονται ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη που να επιβάλει στην Ιταλική Δημοκρατία να προβεί σε αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών από τους δικαιούχους τους (βλ. επ’ αυτού τη διάταξη Coillte Teoranta κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 37 ανωτέρω, σκέψη 45).
67 Συναφώς, η υποχρέωση την οποία επιβάλλει η προσβαλλόμενη απόφαση στην Ιταλική Δημοκρατία να πληροφορήσει τον τελικό δικαιούχο σχετικά με την απόφαση αυτή προφανώς δεν μπορεί να εξομοιωθεί με υποχρέωση αναζητήσεως από τον δικαιούχο των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα δεν ήταν ο τελικός δικαιούχος της επίμαχης χρηματοδοτικής συνδρομής, οπότε η σχετική μνεία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να στηρίξει τον ισχυρισμό, τον οποίο εξάλλου δεν προβάλλει καν η προσφεύγουσα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θίγει απευθείας τη νομική της κατάσταση υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
68 Επομένως, η ορθή εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως συνεπάγεται μόνον, όπως ορθά υποστηρίζει με τα υπομνήματά της η Επιτροπή, ότι η Ιταλική Δημοκρατία θα επιστρέψει στο ΕΤΠΑ τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά που μνημονεύονται σχετικά (βλ. επ’ αυτού τη διάταξη Coillte Teoranta κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 37 ανωτέρω, σκέψη 45· προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber υπό την απόφαση COPPI, προαναφερθείσες στη σκέψη 64 ανωτέρω, σημεία 58 έως 63).
69 Συναφώς, πρέπει εξάλλου να υπογραμμισθεί ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να ζητεί την επιστροφή συνδρομής παρά από την αρχή ή τον οργανισμό στον οποίο καταβλήθηκε η συνδρομή αυτή (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber υπό την απόφαση COPPI, προαναφερθείσα στη σκέψη 64 ανωτέρω, σημείο 58). Όμως, όπως προαναφέρθηκε στη σκέψη 64, οι κοινοτικές πιστώσεις που χορηγούνται στο πλαίσιο χρηματοδοτικής συνδρομής του ΕΤΠΑ καταβάλλονται, σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, από την Επιτροπή στο οικείο κράτος μέλος (απόφαση COPPI, προαναφερθείσα στη σκέψη 64 ανωτέρω, σκέψη 41).
70 Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιστροφή των κοινοτικών ποσών που καταβλήθηκαν στην προσφεύγουσα αποτελεί άμεση συνέπεια όχι της προσβαλλομένης αποφάσεως αλλά των ενεργειών στις οποίες προέβη προς τούτο η Ιταλική Δημοκρατία βάσει της εθνικής της νομοθεσίας προκειμένου να συμμορφωθεί στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σχετική κοινοτική ρύθμιση (απόφαση Deutsche Milchkontor κ.λπ., προαναφερθείσα στη σκέψη 59 ανωτέρω, σκέψεις 19 και 20· προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Cruz Vilaça υπό την απόφαση Étoile commerciale και CNTA κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 59 ανωτέρω, σημεία 48 έως 52· διάταξη Coillte Teoranta κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 37 ανωτέρω, σκέψη 47).
71 Όμως, όσον αφορά μια χρηματοδοτική συνδρομή του ΕΤΠΑ, το Πρωτοδικείο έχει ήδη κρίνει ότι κανένα στοιχείο δεν επιτρέπει να συναχθεί ότι το κράτος μέλος δεν διαθέτει καμία διακριτική ευχέρεια ή ακόμη καμία εξουσία λήψεως αποφάσεως όσον αφορά μια τέτοια αναζήτηση ποσών (διάταξη SLIM Sicilia κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 55 ανωτέρω, σκέψη 52).
72 Πράγματι, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας την οποία θέτει η έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2082/93, όταν το κράτος μέλος λαμβάνει μέτρα εφαρμογής του άρθρου 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 4253/88, ενεργεί βάσει ίδιας αρμοδιότητας (βλ. επ’ αυτού την απόφαση COPPI, προαναφερθείσα στη σκέψη 60 ανωτέρω, σκέψεις 39 έως 45 και 48, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber υπό την απόφαση αυτή, προαναφερθείσες στη σκέψη 64 ανωτέρω, σημείο 72).
73 Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι εξαιρετικές περιστάσεις μπορούν να οδηγήσουν την Ιταλική Δημοκρατία να παραιτηθεί από την αναζήτηση των ποσών της επίδικης συνδρομής και να αναλάβει η ίδια το βάρος της αποδόσεως στο ΕΤΠΑ των ποσών που θεώρησε εσφαλμένα ότι επιτρεπόταν να καταβάλει (βλ. επ’ αυτού την απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 11/76, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 93, σκέψη 8· προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Cruz Vilaça υπό την απόφαση Étoile commerciale και CNTA κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 59 ανωτέρω, σημείο 54· διάταξη Coillte Teoranta κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 37 ανωτέρω, σκέψη 48).
74 Επ’ αυτού, πρέπει να σημειωθεί κατ’ αρχάς ότι καμία από τις αποφάσεις που εξέδωσε εν προκειμένω η Επιτροπή έναντι της Ιταλικής Δημοκρατίας, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για την αρχική απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 1993 ή για τις μεταγενέστερες αποφάσεις της 28ης Ιουλίου και της 22ας Δεκεμβρίου 1995, δεν περιλαμβάνει κάποια διάταξη υποχρεώνουσα την Ιταλική Δημοκρατία να αναζητήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά από την προσφεύγουσα ή από τους τελικούς δικαιούχους.
75 Στη συνέχεια, όπως προαναφέρθηκε στη σκέψη 65 ανωτέρω, η χρηματοδοτική συνδρομή του ΕΤΠΑ αποτελεί συμπλήρωμα των αντίστοιχων εθνικών δράσεων ή συμμετοχή σ’ αυτές, οπότε δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η Ιταλική Δημοκρατία να προβεί στη χρηματοδότηση της περατώσεως του εν λόγω σχεδίου με δικούς της πόρους.
76 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι, στο πλαίσιο των σχέσεών της με την προσφεύγουσα, η Ιταλική Δημοκρατία εξέφρασε την πρόθεσή της να μετακυλίσει στην προσφεύγουσα ή στους τελικούς δικαιούχους τις οικονομικές συνέπειες κάθε αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με τη μείωση της επίμαχης συνδρομής. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να θεμελιώνει την άποψη ότι η χρηματοδότηση του σχεδίου μέχρι του ύψους του ποσού της επίμαχης κοινοτικής συνδρομής συνδέεται από την προϋπόθεση ότι το ποσό θα καλυφθεί τελικά από το ΕΤΠΑ, περίσταση η οποία καθιστά ακόμα περισσότερο έμμεση την επίπτωση της προσβαλλομένης αποφάσεως επί της ενδεχόμενης αναζητήσεως της συνδρομής αυτής (διάταξη Coillte Teoranta κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 37 ανωτέρω, σκέψη 51). Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο το Δικαστήριο (απόφαση Étoile commerciale και CNTA κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 59 ανωτέρω, σκέψη 13) όσο και το Πρωτοδικείο (διάταξη SLIM Sicilia κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 55 ανωτέρω, σκέψη 51) έχουν ήδη κρίνει ότι μια τέτοια περίσταση δεν αρκεί για να αποδείξει ότι η οικεία πράξη επηρεάζει άμεσα ένα πρόσωπο, όπως απαιτεί το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, όταν σε μια τέτοια περίπτωση η αναζήτηση δεν αποτελεί συνέπεια της προσβαλλομένης κοινοτικής αποφάσεως αλλά απορρέει από εσωτερικό μέτρο ληφθέν κατά τρόπο αυτόνομο εκ μέρους των αρμόδιων εθνικών αρχών.
77 Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, έστω και αν η Ιταλική Δημοκρατία αποφασίσει να προβεί σε αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων, δεν προκύπτει ότι δεν διέθετε καμία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την αρχή ή τον οργανισμό από τον οποίο θα αναζητούνταν τα σχετικά ποσά. Ειδικότερα, ουδόλως αποδεικνύεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία θα αναζητούσε τα αχρεωστήτως καταβληθέντα οπωσδήποτε από την προσφεύγουσα και όχι από τους τελικούς δικαιούχους.
78 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι, κατόπιν της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, εναπόκειται στην Ιταλική Δημοκρατία να εκτιμήσει αν πρέπει να ζητήσει την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων, σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού της δικαίου και υπό τον έλεγχο των εθνικών δικαστηρίων, ανάλογα με την περίπτωση, από την προσφεύγουσα ή από τους τελικούς δικαιούχους και να λάβει, προς τον σκοπό αυτό, τα αναγκαία ατομικά εθνικά μέτρα.
79 Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ναι μεν η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε με τα υπομνήματά της ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν διέθετε καμία εξουσία εκτιμήσεως για την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων, δεν προσκόμισε όμως κανένα στοιχείο ικανό να στηρίξει τον ισχυρισμό αυτό. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα επίσης δεν υποστήριξε ότι, και αν ακόμη υποτεθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως, η εξουσία αυτή είναι καθαρά θεωρητική, λαμβανομένων υπόψη ιδίως ορισμένων ιδιαίτερων διατάξεων του εθνικού δικαίου που αφορούν, για παράδειγμα, την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ του κράτους και των περιφερειακών και τοπικών αρχών. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι ναι μεν, όταν η Επιτροπή λαμβάνει αιτήσει κράτους μέλους μέτρα διασφαλίσεως ή κηρύσσει μια κρατική ενίσχυση σύμφωνη προς την κοινή αγορά, δεν υπάρχει αμφιβολία, όπως προκύπτει από τη νομολογία, ότι το κράτος μέλος που ζήτησε τα μέτρα αυτά θα ενεργήσει αναλόγως προκειμένου να συναγάγει όλες τις σχετικές συνέπειες (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 53 ανωτέρω, σκέψεις 8 και 9· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 1996, Τ‑380/94, AIUFFASS και AKT κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II‑2169, σκέψεις 46 και 47, και της 5ης Δεκεμβρίου 2002, T-114/00, Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II-5121, σκέψεις 73 και 74), δεν μπορεί όμως να ισχύει το ίδιο στην υπό κρίση υπόθεση διότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν ζήτησε από την Επιτροπή να εκδώσει την προσβαλλόμενη πράξη, οπότε, ελλείψει οποιουδήποτε άλλου στοιχείου προς απόδειξη του αντιθέτου, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να μην προβεί η Ιταλική Δημοκρατία σε αναζήτηση της επίμαχης χρηματοδοτικής συνδρομής από την προσφεύγουσα ή από τους τελικούς δικαιούχους.
80 Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρήγαγε άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως της προσφεύγουσας.
81 Από τα επιχειρήματα ή τις περιστάσεις που προβάλλει η προσφεύγουσα με τα υπομνήματά της, χωρίς μάλιστα να προσκομίσει σχετικές αποδείξεις, δεν προκύπτει κανένα στοιχείο ικανό να αποδυναμώσει το συμπέρασμα αυτό.
82 Όσον αφορά, πρώτον, την απόφαση Dreyfus κατά Επιτροπής (προαναφερθείσα στη σκέψη 45 ανωτέρω), την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα προς στήριξη του ισχυρισμού ότι η ίδια νομιμοποιείται να ασκήσει προσφυγή, πρέπει να σημειωθεί ότι η κατάσταση που διαμορφώνεται στην προκειμένη υπόθεση δεν μπορεί να εξομοιωθεί προς εκείνη η οποία οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως αυτής. Πράγματι, το Δικαστήριο δέχθηκε, στις σκέψεις 52 και 53 της προαναφερθείσας αποφάσεως Dreyfus κατά Επιτροπής, ότι η δυνατότητα που είχε ο αποδέκτης της επίδικης αποφάσεως να παραιτηθεί από την επίμαχη στην υπόθεση εκείνη κοινοτική χρηματοδότηση ήταν «καθαρά θεωρητική», οπότε η εν λόγω απόφαση στέρησε την προσφεύγουσα «από κάθε πραγματική δυνατότητα να εκτελέσει τη σύμβαση που της είχε ανατεθεί ή να επιτύχει την εξόφληση των παραδόσεων στις οποίες είχε προβεί, κατά τους συμφωνημένους όρους». Για τον λόγο αυτό το Δικαστήριο έκρινε ότι η ως άνω απόφαση αφορούσε άμεσα την προσφεύγουσα. Αντιστρόφως, στην υπό κρίση υπόθεση, από την ανωτέρω εξέταση προκύπτει ότι η δυνατότητα της Ιταλικής Δημοκρατίας να αναλάβει από ίδιους πόρους τη χρηματοδότηση της αποπερατώσεως των έργων χωρίς, εξάλλου, να προβεί σε αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων από την προσφεύγουσα δεν είναι καθόλου θεωρητική.
83 Όσον αφορά, δεύτερον, την περίσταση περί της οποίας γίνεται λόγος εν συντομία στο υπόμνημα απαντήσεως, κατά την οποία η προσφεύγουσα είναι «δημόσιος οργανισμός που πληροί ορισμένους όρους», αρκεί να υπομνησθεί ότι, ναι μεν οι αποκεντρωμένες ή αυτόνομες δημόσιες αρχές μπορούν να ασκούν παραδεκτώς προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 230 ΕΚ, το παραδεκτό όμως μιας τέτοιας προσφυγής εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη πράξη αφορά, μεταξύ άλλων, άμεσα τις αρχές αυτές, όπως προκύπτει από την απόφαση Regione autonoma Friuli-Venezia Giulia κατά Επιτροπής (προαναφερθείσα στη σκέψη 43 ανωτέρω, σκέψεις 28 έως 35), την οποία παραθέτει η ίδια η προσφεύγουσα. Για τους προεκτεθέντες λόγους, τούτο δεν συμβαίνει στην περίπτωση της προσφεύγουσας εν προκειμένω.
84 Όσον αφορά, τρίτον, την περίσταση ότι υπήρξαν άμεσες νομικές σχέσεις μεταξύ της προσφεύγουσας και της Επιτροπής σχετικά με το εν λόγω σχέδιο, δεδομένου ότι η καθής απέστειλε απευθείας ορισμένα έγγραφα στην προσφεύγουσα, αρκεί η διαπίστωση ότι μια τέτοια περίσταση, ακόμη και αν αποδειχθεί, ουδόλως θεμελιώνει την ύπαρξη άμεσης σχέσεως μεταξύ της προσφεύγουσας και της προσβαλλομένης αποφάσεως υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, δεδομένου ότι η ύπαρξη μιας τέτοιας σχέσεως μπορεί να αποδεικνύεται μόνον αν η εν λόγω απόφαση παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως της προσφεύγουσας χωρίς εφαρμογή άλλων ενδιάμεσων κανόνων. Όμως, από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο.
85 Τέλος, όσον αφορά, τέταρτον, την περίσταση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε λαμβανομένης υπόψη της ειδικής καταστάσεως της προσφεύγουσας, αρκεί να σημειωθεί ότι μια τέτοια περίσταση, και αν ακόμη αποδεικνύεται, είναι, το πολύ, απλώς ικανή να αποδείξει ότι η εν λόγω απόφαση αφορά ατομικά την προσφεύγουσα. Αντιθέτως, η περίσταση αυτή δεν έχει καμία σημασία για τον καθορισμό του αν η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά άμεσα την προσφεύγουσα.
86 Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά άμεσα την προσφεύγουσα, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή παράγει αποτελέσματα μόνο στις νομικές σχέσεις μεταξύ της Επιτροπής και της Ιταλικής Δημοκρατίας.
87 Επομένως, χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί αν η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά ατομικά την προσφεύγουσα, η παρούσα προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
88 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Η προσφεύγουσα φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα καθώς και τα έξοδα της καθής.
Λουξεμβούργο, 8 Ιουλίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
J. Azizi
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Top