ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πέμπτο πενταμελές τμήμα)
της 8ης Νοεμβρίου 2007 ( *1 )
«Προσφυγή ακυρώσεως — Απόφαση 2004/01/ΕΚ — Επικίνδυνες ουσίες — Ανάγκη εγκρίσεως της Επιτροπής για τη διατήρηση των εθνικών διατάξεων που έχουν κοινοποιηθεί — Τοποθέτηση της Επιτροπής ως προς την έκταση της εναρμονίσεως — Προσβλητή πράξη — Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T-234/04,
Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από την H. Sevenster και τους J. van Bakel και M. de Grave,
προσφεύγον,
υποστηριζόμενο από
το Βασίλειο της Δανίας, εκπροσωπούμενο από τον J. Molde,
παρεμβαίνον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από την F. Simonetti και τον M. van Beek,
καθής,
με αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως 2004/1/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Δεκεμβρίου 2003, σχετικά με τις εθνικές διατάξεις για τη χρήση χλωριωμένων παραφινών μικρής αλυσίδας οι οποίες κοινοποιήθηκαν από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δυνάμει του άρθρου 95, παράγραφος 4, [ΕΚ] (ΕΕ 2004, L 1, σ. 20), καθόσον η Επιτροπή θεωρεί, με την απόφαση αυτή, ότι η έγκρισή της, βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 6, ΕΚ, είναι αναγκαία για τη διατήρηση της ολλανδικής κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με τις χρήσεις χλωριωμένων παραφινών μικρής αλυσίδας οι οποίες δεν παρατίθενται στην οδηγία 2002/45/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για την εικοστή τροποποίηση της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τους περιορισμούς διάθεσης στην αγορά και χρήσεως μερικών επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων (χλωριωμένες παραφίνες μικρής αλυσίδας) (ΕΕ L 177, σ. 21),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (πέμπτο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Βηλαρά, πρόεδρο, E. Martins Ribeiro, F. Dehousse, D. Šváby και K. Jürimäe, δικαστές,
γραμματέας: C. Kristensen, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 7ης Σεπτεμβρίου 2006,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Νομικό πλαίσιο
Διεθνείς διατάξεις
1
Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και ορισμένα από τα κράτη μέλη της ήσαν συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση για την πρόληψη της θαλάσσιας ρύπανσης, που υπογράφηκε στο Παρίσι στις 4 Ιουνίου 1974 (στο εξής: Σύμβαση του Παρισιού). Στο πλαίσιο της Συμβάσεως αυτής, η επιτροπή του Παρισιού εξέδωσε την απόφαση 95/1 (στο εξής: απόφαση Parcom 95/1), η οποία προβλέπει την προοδευτική εξάλειψη της χρήσεως χλωριωμένων παραφινών μικρής αλυσίδας (στο εξής: ΧΠΜΑ). Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα δεν έχει υπογράψει την απόφαση Parcom 95/1.
2
Η Σύμβαση του Παρισιού αντικαταστάθηκε από τη Σύμβαση για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος του Βορειανατολικού Ατλαντικού, εγκριθείσα εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 98/249/ΕΚ του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1997, σχετικά με τη σύναψη, εξ ονόματος της Κοινότητας, της Σύμβασης για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος του Βορειοανατολικού Ατλαντικού (ΕΕ 1998, L 104, σ. 1) (στο εξής: Σύμβαση Ospar) και νέα επιτροπή (στο εξής: επιτροπή Ospar) διαδέχθηκε την επιτροπή του Παρισιού.
Κοινοτικές διατάξεις
3
Το άρθρο 95, παράγραφοι 4 και 6, ΕΚ ορίζει:
«4. Όταν, αφού το Συμβούλιο ή η Επιτροπή θεσπίσουν ένα μέτρο εναρμόνισης, ένα κράτος μέλος θεωρεί αναγκαίο να διατηρήσει εθνικές διατάξεις που δικαιολογούνται από τις επιτακτικές ανάγκες που προβλέπονται στο άρθρο 30 ή διατάξεις σχετικές με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας, τις κοινοποιεί στην Επιτροπή, καθώς και τους λόγους διατήρησής τους.
[…]
6. Η Επιτροπή, εντός έξι μηνών από τις κοινοποιήσεις που αναφέρονται [στην παράγραφο] 4 […] εγκρίνει ή απορρίπτει τις εν λόγω εθνικές διατάξεις, αφού εξακριβώσει εάν αποτελούν ή όχι μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών, και εάν συνιστούν ή όχι εμπόδιο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
Εάν η Επιτροπή δεν αποφασίσει εντός αυτής της περιόδου, οι εθνικές διατάξεις, περί των οποίων [η παράγραφος] 4 […] λογίζονται ότι έχουν εγκριθεί.
Εάν η πολυπλοκότητα του αντικειμένου το δικαιολογεί, και δεν υπάρχει κίνδυνος για την υγεία του ανθρώπου, η Επιτροπή μπορεί να κοινοποιήσει στο συγκεκριμένο κράτος μέλος ότι η περίοδος η αναφερόμενη στην παρούσα παράγραφο μπορεί να παραταθεί μέχρι ένα εξάμηνο.»
4
Η οδηγία 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 178), περιλαμβάνει διατάξεις περιορίζουσες τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση ορισμένων επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων.
5
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος l, της οδηγίας 76/769, αυτή έχει εφαρμογή στις επικίνδυνες ουσίες και τα παρασκευάσματα που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της εν λόγω οδηγίας. Το άρθρο 2 του παραρτήματος αυτού διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα μέτρα ώστε οι επικίνδυνες ουσίες και τα παρασκευάσματα που αναφέρει το παράρτημα να μην μπορούν να διατίθενται στην αγορά ή να χρησιμοποιούνται μόνον υπό τους όρους που προβλέπει το παράρτημα αυτό
6
Η οδηγία 76/769 τροποποιήθηκε επανειλημμένως, ειδικότερα για να προστεθούν νέες επικίνδυνες ουσίες και παρασκευάσματα στο παράρτημα και να περιοριστούν, για λόγους προστασίας της υγείας του ανθρώπου ή προστασίας του περιβάλλοντος, η διάθεση στην αγορά ή η χρήση αυτών των επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων.
7
Η οδηγία 2002/45/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για την εικοστή τροποποίηση της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τους περιορισμούς διάθεσης στην αγορά και χρήσεως μερικών επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων (χλωριωμένες παραφίνες μικρής αλυσίδας) (ΕΕ L 177, σ. 21, στο εξής: οδηγία ΧΠΜΑ), πρόσθεσε το σημείο 42 στο παράρτημα της οδηγίας 76/769, που ορίζει τους κανόνες διαθέσεως στην αγορά και τη χρήση των ΧΠΜΑ.
8
Κατά το σημείο 42.1 του παραρτήματος της οδηγίας 76/769, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία ΧΠΜΑ, «[δ]εν επιτρέπεται η διάθεση [των ΧΠΜΑ] στην αγορά ως ουσιών ή συστατικών άλλων ουσιών ή ως παρασκευασμάτων σε συγκεντρώσεις άνω του 1 %:
—
στην επεξεργασία μετάλλων,
—
για τη λίπανση δερμάτων».
9
Κατά το σημείο 42.2 του προαναφερόμενου παραρτήματος, «[π]ριν από την 1η Ιανουαρίου 2003, όλες οι υπόλοιπες χρήσεις των ΧΠΜΑ θα επανεξεταστούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και την επιτροπή Ospar, υπό το πρίσμα τυχόν νέων επιστημονικών δεδομένων σχετικά με τους κινδύνους που ενέχουν οι ΧΠΜΑ για την υγεία και το περιβάλλον. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα ενημερωθεί για το αποτέλεσμα της επανεξέτασης αυτής».
10
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΧΠΜΑ ορίζει ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις ώστε να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 6 Ιουλίου 2003, αμέσως ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή και εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές το αργότερο στις 6 Ιανουαρίου 2004.
Εθνικές διατάξεις
11
Προκειμένου να εκπληρώσει τις διεθνείς του υποχρεώσεις βάσει της Συμβάσεως του Παρισιού και της αποφάσεως Parcom 95/1, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών εξέδωσε, στις 3 Νοεμβρίου 1999, το Besluit houdende regels inzake het beperken van het gebruik van kortketenige gechloreerde paraffines (Besluit gechloreerde paraffines WMS) [διάταγμα περί καθορισμού κανόνων που απαγορεύουν ορισμένες χρήσεις των ΧΠΜΑ (νομοθετική πράξη περί χημικών ουσιών), Staatsblad van het Koninkrijk der Nederlanden, 1999, σ. 478, στο εξής: διάταγμα]. Σύμφωνα με το άρθρο 4 αυτού, το διάταγμα ίσχυσε από 31ης Δεκεμβρίου 1999.
12
Κατά το άρθρο 1 του διατάγματος, αυτό εφαρμόζεται στα χλωριωμένα αλκάνια που περιλαμβάνουν αλυσίδα από δέκα έως δεκατρία άτομα άνθρακα και εμφανίζουν βαθμό χλωρίωσης ίσο ή υπερβαίνοντα το 48 % κατά βάρος.
13
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του διατάγματος ορίζει ότι απαγορεύεται να χρησιμοποιούνται οι ΧΠΜΑ που αναφέρονται στο άρθρο 1:
α)
ως πλαστικοποιητές σε χρώματα, επιχρίσματα ή στεγανωτικά·
β)
σε υγρά επεξεργασίας μετάλλων·
γ)
ως επιβραδυντικά φλόγας σε καουτσούκ, πλαστικά ή κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα.
14
Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, του διατάγματος, οι ΧΠΜΑ μπορούν ωστόσο να εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2004 σε στεγανωτικά φραγμάτων ή ως επιβραδυντικά φλογών σε ταινιοδρόμους για αποκλειστική χρήση σε ορυχεία.
Ιστορικό της διαφοράς
15
Μετά την έκδοση της οδηγίας ΧΠΜΑ, η Ολλανδική Κυβέρνηση, με έγγραφο της 17ης Ιανουαρίου 2003, κοινοποίησε στην Επιτροπή ότι φρονούσε ότι το περιεχόμενο της εναρμονίσεως της οδηγίας ΧΠΜΑ περιοριζόταν στις χρήσεις των ΧΠΜΑ οι οποίες απαγορεύονταν ρητά με το σημείο 42.1 του παραρτήματος της οδηγίας 76/769, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία ΧΠΜΑ. Κατά συνέπεια, άλλες χρήσεις, όπως οι προκύπτουσες από την απόφαση Parcom 95/1, εκφεύγουν από τον τομέα εναρμονίσεως της οδηγίας ΧΠΜΑ, οπότε τα κράτη μέλη μπορούσαν να επιτρέψουν ή να απαγορεύσουν τη χρήση τους, χωρίς να προσφύγουν στη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 95, παράγραφοι 4 και 6, ΕΚ.
16
Η Ολλανδική Κυβέρνηση επικαλέστηκε επίσης, με το από 17 Ιανουαρίου 2003 έγγραφό της, το άρθρο 95, παράγραφος 4, ΕΚ, «για κάθε νόμιμο λόγο και εφόσον τούτο επιβάλλεται κατά νόμο», αναφέροντας, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, τους λόγους που συνηγορούσαν υπέρ της διατηρήσεως, στην εθνική νομοθεσία της, των απαγορεύσεων που περιλαμβάνονταν στην απόφαση Parcom 95/1. Τέλος, με το ίδιο έγγραφο εξέφραζε «την ελπίδα ότι η Επιτροπή θα καθόριζε προσεχώς τη θέση της σε συνάρτηση με τη θέση [του Βασιλείου] των Κάτω Χωρών ως προς το περιθώριο που [αυτό] διέθετ[ε] για [να διατηρήσει] την εθνική κανονιστική ρύθμισή [του] και ότι θα εξέδιδε ευνοϊκή απόφαση επί της αιτήσεώς του βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 4, ΕΚ».
17
Με έγγραφο της 25ης Μαρτίου 2003, η Επιτροπή πληροφόρησε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ότι έλαβε την κοινοποίησή του βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 4, ΕΚ και ότι η προθεσμία των έξι μηνών για την εξέτασή της είχε αρχίσει να τρέχει από τις 22 Ιανουαρίου 2003, δηλαδή την επομένη της παραλαβής της κοινοποιήσεως. Με το ίδιο έγγραφο, η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι αντίγραφο της κοινοποιήσεως θα αποσταλεί στα κράτη μέλη, προκειμένου αυτή να έχει τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις τους, και ότι σχετική ανακοίνωση θα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα.
18
Με την απόφαση 2003/549/ΕΚ της Επιτροπής, της 17ης Ιουλίου 2003, για την παράταση της περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 95, παράγραφος 6, [ΕΚ] σχετικά με τις εθνικές διατάξεις για τη χρήση των χλωριωμένων παραφινών μικρής αλυσίδας που κοινοποιήθηκαν από τις Κάτω Χώρες σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφος 4 [ΕΚ] (ΕΕ L 187, σ. 27), η Επιτροπή κατέληξε στο ότι, αφενός, η αίτηση που της είχε κοινοποιήσει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών την 21η Ιανουαρίου 2003, προκειμένου να επιτύχει την έγκριση των εθνικών της διατάξεων για τη χρήση των ΧΠΜΑ, ήταν παραδεκτή και, αφετέρου, ότι, λόγω της πολυπλοκότητας του ζητήματος και της απουσίας στοιχείων που δείχνουν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία, δικαιολογείται η παράταση της περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 95, παράγραφος 6, πρώτο εδάφιο, για περαιτέρω περίοδο που λήγει στις 20 Δεκεμβρίου 2003.
19
Το άρθρο 1 της αποφάσεως 2003/549 έχει ως εξής:
«Δυνάμει του άρθρου 95, παράγραφος 6, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, η περίοδος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο του εν λόγω άρθρου για την έγκριση ή την απόρριψη των εθνικών διατάξεων για τις ΧΠΜΑ που κοινοποιήθηκε από τις Κάτω Χώρες την 21η Ιανουαρίου 2003 βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 4, παρατείνεται μέχρι τις 20 Δεκεμβρίου 2003.»
20
Με την απόφαση 2004/1/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Δεκεμβρίου 2003, σχετικά με τις εθνικές διατάξεις για τη χρήση χλωριωμένων παραφινών μικρής αλυσίδας οι οποίες κοινοποιήθηκαν από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δυνάμει του άρθρου 95, παράγραφος 4, [ΕΚ] (ΕΕ 2004, L 1, σ. 20, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή ενέκρινε τη μερική διατήρηση των επίμαχων εθνικών διατάξεων για περιορισμένη διάρκεια.
21
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή ανέφερε, αφενός, ότι είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αίτηση που υποβλήθηκε από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών μπορούσε να γίνει δεκτή και επί του σημείου αυτού παρέπεμψε σ’ αυτή την απόφαση, υπενθυμίζοντας ωστόσο τους λόγους για τους οποίους οι κοινοποιηθείσες διατάξεις ήσαν ασυμβίβαστες με τις απαιτήσεις της οδηγίας ΧΠΜΑ. Αφετέρου, όσον αφορά το βάσιμο της αιτήσεως που υπέβαλε Βασίλειο των Κάτω Χωρών βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 4, ΕΚ, με την οποία ζητούσε να του επιτραπεί η διατήρηση των εθνικών του διατάξεων που παρεκκλίνουν από την οδηγία ΧΠΜΑ, η Επιτροπή έκρινε ότι ορισμένες από τις διατάξεις αυτές μπορούσαν να διατηρηθούν προσωρινά (έως την 31η Δεκεμβρίου 2006), όμως, για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, άλλες διατάξεις δεν είναι δικαιολογημένες και, επομένως, δεν μπορούσαν να διατηρηθούν.
22
Τα άρθρα 1 έως 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως εξής:
«Άρθρο 1
Οι εθνικές διατάξεις για τις ΧΠΜΑ που κοινοποιήθηκαν από τις Κάτω Χώρες στις 21 Ιανουαρίου 2003 σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφος 4, εγκρίνονται με την προϋπόθεση ότι δεν εφαρμόζονται στη χρήση των ΧΠΜΑ ως συστατικών άλλων ουσιών και παρασκευασμάτων σε συγκεντρώσεις μικρότερες του 1 % που προορίζονται για χρήση ως:
—
πλαστικοποιητών σε βαφές, επιχρίσματα ή στεγανωτικά,
—
επιβραδυντικών φλόγας στο καουτσούκ ή σε κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα.
Άρθρο 2
Η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2006.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών.»
Διαδικασία
23
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Φεβρουαρίου 2004, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών άσκησε προσφυγή, η οποία καταχωρίστηκε υπό τον αριθμό C-103/04.
24
Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Μαΐου 2004, η Επιτροπή προέβαλε, βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής.
25
Με διάταξη της 8ης Ιουνίου 2004, το Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση C-103/04 στο Πρωτοδικείο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2 της αποφάσεως 2004/407/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 26ης Απριλίου 2004, που τροποποιεί τα άρθρα 51 και 54 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου (ΕΕ L 132, σ. 5) και καταχωρίστηκε υπό τον αριθμό T-234/04.
26
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 24 Σεπτεμβρίου 2004, το Βασίλειο της Δανίας ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία προς υποστήριξη του Βασιλείου των Κάτω Χωρών. Με διάταξη της 15ης Νοεμβρίου 2004, ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος του Πρωτοδικείου επέτρεψε την παρέμβαση αυτή.
27
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 6 Ιουλίου 2004, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επί της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή.
28
Στις 6 Ιουνίου 2006, το Πρωτοδικείο, αφού άκουσε τους διαδίκους, αποφάσισε να παραπέμψει την υπό κρίση υπόθεση ενώπιον του πέμπτου πενταμελούς τμήματος του Πρωτοδικείου.
29
Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 114, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, η προφορική διαδικασία κινήθηκε κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής προκειμένου το Πρωτοδικείο να αποφανθεί επί του απαραδέκτου της προσφυγής.
30
Στο πλαίσιο μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, το Πρωτοδικείο κάλεσε τους διαδίκους να απαντήσουν εγγράφως σε ορισμένα ερωτήματα. Οι διάδικοι ανταποκρίθηκαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
31
Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Πρωτοδικείου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Σεπτεμβρίου 2006.
Αιτήματα των διαδίκων
32
Με την προσφυγή του, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζητεί από το Πρωτοδικείο:
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέτρο που η απόφαση αυτή ορίζει ότι για να διατηρηθεί η ολλανδική ρύθμιση για μη κατονομαζόμενες στην οδηγία χρήσεις των ΧΠΜΑ είναι αναγκαία η έγκριση της Επιτροπής, κατά το άρθρο 95, παράγραφος 6, ΕΚ·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
33
Με την ένσταση απαραδέκτου, η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
—
να καταδικάσει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα.
34
Με τις παρατηρήσεις του επί της ενστάσεως απαραδέκτου, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζητεί από το Πρωτοδικείο να απορρίψει τα αιτήματα της Επιτροπής με τα οποία ζητείται από το Πρωτοδικείο να αποφανθεί επί του παραδεκτού πριν από την εξέταση επί της ουσίας.
Σκεπτικό
35
Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν ένας διάδικος το ζητήσει, το Πρωτοδικείο μπορεί να κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, η διαδικασία επί της αιτήσεως συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως.
36
Σύμφωνα με το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Πρωτοδικείο μπορεί οποτεδήποτε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αφού ακούσει τους διαδίκους, το απαράδεκτο για λόγους δημοσίας τάξεως και να αποφανθεί συναφώς, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 114, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού αυτού.
Επιχειρήματα των διαδίκων
37
Η Επιτροπή προβάλλει ότι, πρώτον, σε απάντηση της κοινοποιήσεως που πραγματοποιήθηκε με έγγραφο της 17ης Ιανουαρίου 2003, αυτή πληροφόρησε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, με έγγραφο της 25ης Μαρτίου 2003, ότι έλαβε την εν λόγω κοινοποίηση και ότι η προθεσμία για την εξέτασή της είχε αρχίσει να τρέχει από τις 22 Ιανουαρίου 2003, δηλαδή την επομένη της παραλαβής της κοινοποιήσεως. Κατά την Επιτροπή, προκύπτει σαφώς ότι αυτή φρονούσε ότι οι κοινοποιηθείσες εθνικές διατάξεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ΧΠΜΑ, δεδομένου ότι, αν τούτο δεν συνέβαινε, η διαδικασία που είχε ακολουθηθεί δεν είχε λόγο υπάρξεως.
38
Δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αντίθετα προς ό,τι διατείνεται το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, το έγγραφο της 17ης Ιανουαρίου 2003 ουδόλως αναφέρει ότι ανέμενε να υποβληθούν δύο ειδικές και χωριστές αιτήσεις, που συνεπάγονταν δύο ανεξάρτητες απαντήσεις. Συγκεκριμένα, ναι μεν είναι αληθές ότι, στον τίτλο 5, με επικεφαλίδα «Αιτήματα», του εγγράφου της 17ης Ιανουαρίου 2003, η Ολλανδική Κυβέρνηση ζήτησε από την Επιτροπή να αποφανθεί εντός σύντομης προθεσμίας για το περιθώριο εκτιμήσεως που διέθετε για τη διατήρηση της εθνικής της κανονιστικής ρυθμίσεως, ωστόσο, ζήτησε επίσης να εκδώσει η Επιτροπή ευνοϊκή απόφαση σχετικά με την αίτηση που είχε υποβάλει βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 4, ΕΚ. Έτσι, η Επιτροπή φρονεί ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη διατύπωση και την παρουσίαση του εγγράφου της 17ης Ιανουαρίου 2003, ήταν λογικό αυτή να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, ανεξάρτητα από την άποψη του Βασιλείου των Κάτω Χωρών σχετικά με την έκταση της εναρμονίσεως που πραγματοποιήθηκε με την οδηγία ΧΠΜΑ, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών προέβη σε κοινοποίηση κατά την έννοια του άρθρου 95, παράγραφος 4, ΕΚ.
39
Τρίτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι απάντησε στην αίτηση σχετικά με το περιεχόμενο της οδηγίας ΧΠΜΑ με την απόφασή της 2003/549, εξακριβώνοντας, όπως γίνεται συνήθως, το παραδεκτό της κοινοποιήσεως. Η άποψή της επί του σημείου αυτού όντως εκτίθεται σαφώς στις αιτιολογικές σκέψεις 32 έως 39 της εν λόγω αποφάσεως και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αίτηση που είχε υποβάλει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών έπρεπε να θεωρηθεί παραδεκτή. Ειδικότερα, ανέφερε, στην αιτιολογική σκέψη 34 της αποφάσεως 2003/549, ότι η οδηγία ΧΠΜΑ έπρεπε να ερμηνευθεί ως μέτρο με το οποίο είχε εισαχθεί εναρμόνιση όλων των τρεχουσών χρήσεων των ΧΠΜΑ και ότι εμπόδιζε έτσι τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν ή να διατηρήσουν εθνικούς περιορισμούς στη χρήση των ΧΠΜΑ οι οποίες έβαιναν πέραν των οριζομένων με την εν λόγω οδηγία.
40
Αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών με το δικόγραφο της προσφυγής του, η απόφαση 2003/549 δεν περιορίζεται επομένως σε απλή παράταση της προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 95, παράγραφος 6, ΕΚ, πράγμα που επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν επανέρχεται πλέον επί της εκτάσεως της εναρμονίσεως που πραγματοποιήθηκε με την οδηγία ΧΠΜΑ. Όσον αφορά ένα τέτοιο ζήτημα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει επομένως επιβεβαιωτικό χαρακτήρα και κατά κανένα τρόπο δεν συνεπάγεται αυτοτελή έννομα αποτελέσματα τα οποία, ως τέτοια, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ.
41
Αν το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν συμμεριζόταν την ανάλυση της Επιτροπής όσον αφορά την εκτίμηση του παραδεκτού της κοινοποιήσεώς της, της 17ης Ιανουαρίου 2003, όφειλε να προσβάλει την απόφαση 2003/549. Εφόσον παρέλειψε να ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο εντός της προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 230 ΕΚ, δεν μπορεί τώρα να προσβάλει την άποψη που εκθέτει η Επιτροπή με την εν λόγω απόφαση επί του παραδεκτού κάνοντας χρήση των δυνατοτήτων που προσφέρονται για προσφυγές κατά μεταγενέστερης αποφάσεως της Επιτροπής. Τούτο θα σήμαινε αδικαιολόγητη παράταση της προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 230 ΕΚ.
42
Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζει, πρώτον, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση βαίνει πέραν της απλής επιβεβαιώσεως της αποφάσεως 2003/549, η οποία αφορά μόνον την παράταση της προθεσμίας. Συγκεκριμένα, η άποψη της Επιτροπής ότι η έγκριση βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 6, ΕΚ είναι αναγκαία θα είχε ως συνέπεια, αφενός, ότι τα εθνικά μέτρα δεν θα μπορούσαν να διατηρηθούν παρά μόνο για περιορισμένη διάρκεια και, αφετέρου, η απαγόρευση των ΧΠΜΑ όπως αυτή προβλέπεται στην ολλανδική κανονιστική ρύθμιση θα ήταν περισσότερο περιορισμένη από εκείνη που αναφέρεται στη ρύθμιση αυτή. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση μετέβαλε την έννομη κατάσταση κατά τρόπο αυθαίρετο, καθόσον περιόρισε σε έκταση και χρονικά το περιθώριο χειρισμού για τη διατήρηση των εθνικών του διατάξεων.
43
Δεύτερον, η Ολλανδική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι πάντοτε ανέφερε, στις επαφές της με την Επιτροπή, ότι φρονούσε ότι οι εφαρμογές των ΧΠΜΑ οι οποίες δεν είχαν παρατεθεί στην οδηγία ΧΠΜΑ δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της τελευταίας και ότι ήταν δυνατό, ως εκ τούτου, να τις διατηρήσει στην εθνική κανονιστική ρύθμιση χωρίς να οφείλει να προσφύγει στο άρθρο 95, παράγραφος 4, ΕΚ. Προβάλλει, επομένως, ότι επ’ αυτού κυρίως ζήτησε από την Επιτροπή να αποφανθεί επί της ανάγκης της κοινοποιήσεως βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 4, ΕΚ, πράγμα που προκύπτει από το γεγονός ότι, με το από 17 Ιανουαρίου 2003 έγγραφό της, ζήτησε, αφενός, να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους η κοινοποίηση βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 4, ΕΚ δεν ήταν αναγκαία εν προκειμένω, εκφράζοντας την ελπίδα ότι η Επιτροπή θα αποφαινόταν συντόμως επί του περιθωρίου που διέθετε για τη διατήρηση της εθνικής κανονιστικής της ρυθμίσεως και, αφετέρου, ζήτησε από την Επιτροπή να λάβει θέση επί της ανάγκης μιας τέτοιας κοινοποιήσεως, η οποία πραγματοποιήθηκε «για κάθε νόμιμο λόγο και εφόσον τούτο επιβάλλεται κατά νόμο». Επομένως, μόνον επικουρικώς, δηλαδή «στην περίπτωση που η Επιτροπή [θα είχε] κρίνει ότι οι χρήσεις, απαγορευόμενες από την απόφαση Parcom 95/1 και οι οποίες [δεν είχαν] επίσης απαγορευθεί από την οδηγία της 25ης Ιουνίου 2002, [ενέπιπταν] στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής», ζήτησε από την Επιτροπή να εγκρίνει τη διατήρηση των συναφών εθνικών μέτρων.
44
Τρίτον, καίτοι αναγνώρισε ότι το παραδεκτό της κοινοποιήσεως εξετάστηκε στις αιτιολογικές σκέψεις 32 έως 39 της αποφάσεως 2003/549, η Ολλανδική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι το διατακτικό της αποφάσεως αυτής αφορά μόνον την παράταση της προθεσμίας που αναφέρει το άρθρο 95, παράγραφος 6, ΕΚ, οπότε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής δεν θα ήταν παραδεκτή. Οι εκτιμήσεις που διατυπώνονται στις αιτιολογικές σκέψεις μιας πράξεως δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής παρά μόνον αν αυτές αποτελούν το αναγκαίo έρεισμα του διατακτικού της πράξεως αυτής (διάταξη του Δικαστηρίου της 28ης Ιανουαρίου 2004, C-164/02, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I-1177, σκέψη 21), πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
45
Τέταρτον, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η απόφαση 2003/549 αποτελεί ενδιάμεση απόφαση σε σχέση με την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά πάγια όμως νομολογία, όταν πρόκειται για πράξεις ή αποφάσεις που λαμβάνονται κατόπιν διαδικασίας περιλαμβάνουσας περισσότερα στάδια, ιδίως μετά την ολοκλήρωση εσωτερικής διαδικασίας, συνιστούν πράξεις δεκτικές προσφυγής μόνον τα μέτρα τα οποία καθορίζουν οριστικώς τη θέση του θεσμικού οργάνου κατά το πέρας της εν λόγω διαδικασίας, αποκλειομένων των ενδιάμεσων μέτρων, σκοπός των οποίων είναι η προετοιμασία της τελικής αποφάσεως (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 18ης Μαΐου 1994, T-37/92, BEUC και NCC κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. II-285, σκέψη 27, και της 22ας Μαΐου 1996, T-277/94, AITEC κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II-351, σκέψη 51· διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 5ης Δεκεμβρίου 2001, T-219/01 R, Commerzbank κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II-3501, σκέψη 33).
46
Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών προβάλλει, εξάλλου, ότι, έστω και αν υποτεθεί ότι η απόφαση 2003/549 μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής, το γεγονός ότι δεν προσβλήθηκε δεν αποτελούσε εμπόδιο για το παραδεκτό της προσφυγής που ασκήθηκε κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συναφώς, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στηρίζεται στη νομολογία η οποία απέκλεισε το ότι, το γεγονός ότι δεν προσβλήθηκε η απόφαση περί κινήσεως της τυπικής διαδικασίας για την εξέταση των κρατικών ενισχύσεων μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη του παραδεκτού προσφυγής που ασκήθηκε κατά της τελικής αποφάσεως (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 31ης Μαρτίου 1998, T-129/96, Preussag Stahl κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-609, σκέψη 31· της 12ης Μαΐου 1999, T-164/96 έως T-167/96, T-122/97 και T-130/97, Moccia Irme κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-1477, σκέψη 65, και της 27ης Νοεμβρίου 2003, T-190/00, Regione Siciliana κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-5015, σκέψη 47).
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
47
Κατά πάγια νομολογία, αποτελούν πράξεις ή αποφάσεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, τα μέτρα των οποίων τα έννομα αποτελέσματα είναι δεσμευτικά και ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, IBM κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 2639, σκέψη 9, και της 22ας Ιουνίου 2000,C-147/96, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-4723, σκέψη 25· διάταξη Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 44 ανωτέρω, σκέψη 18· διάταξη του Πρωτοδικείου της 30ής Μαρτίου 2006, T-2/04, Korkmaz κ.λπ. κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 33).
48
Ωστόσο, δεν αρκεί το ότι ένα έγγραφο έχει αποσταλεί από κοινοτικό όργανο στον αποδέκτη του, σε απάντηση αιτήματος του τελευταίου, για να είναι δυνατό το εν λόγω έγγραφο να χαρακτηριστεί ως απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διάταξη του Δικαστηρίου της 27ης Ιανουαρίου 1993, C-25/92, Miethke κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. Ι-473, σκέψη 10· αποφάσεις του Πρωτοδικείου AITEC κατά Επιτροπής, σκέψη 45 ανωτέρω, σκέψη 50, και της 10ης Απριλίου 2003, T-93/00 και T-46/01, Alessandrini κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-1635, σκέψη 60· διάταξη του Πρωτοδικείου της 13ης Ιουλίου 2004, T-29/03, Comunidad Autónoma de Andalucía κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-2923, σκέψη 29). Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι απλώς μια γραπτή έκφραση γνώμης δεν συνιστά απόφαση δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, εφόσον δεν μπορεί να παραγάγει έννομα αποτελέσματα και δεν σκοπεί να παραγάγει τέτοιου είδους αποτελέσματα (απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Οκτωβρίου 1999, C-308/95, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-6513, σκέψη 27).
49
Στην προκειμένη περίπτωση, με έγγραφο της 17ης Ιανουαρίου 2003, η Ολλανδική Κυβέρνηση απηύθυνε δύο αιτήσεις στην Επιτροπή. Ζήτησε, αφενός, όπως η Επιτροπή λάβει θέση επί του ζητήματος της εκτάσεως του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας ΧΠΜΑ, προβάλλοντας την άποψη ότι οι απαγορευμένες με την απόφαση Parcom 95/1 χρήσεις οι οποίες δεν είχαν απαγορευθεί ρητά με την οδηγία ΧΠΜΑ δεν ενέπιπταν στον τομέα εναρμονίσεως της τελευταίας, οπότε δεν μπορούσαν να επιτραπούν ή να απαγορευθούν με την εθνική νομοθεσία χωρίς να είναι αναγκαία προς τούτο απόφαση της Επιτροπής. Αφετέρου, ζήτησε όπως, στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή θα θεωρούσε ότι οι κοινοποιηθείσες εθνικές διατάξεις ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ΧΠΜΑ, να αποφανθεί η Επιτροπή για τη διατήρησή τους σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 95, παράγραφοι 4 και 6, ΕΚ. Το γεγονός ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, με το ίδιο έγγραφο, ζήτησε από την Επιτροπή να αποφανθεί επί της ανάγκης εγκρίσεως βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 6, ΕΚ, πράγμα που αυτή η κυβέρνηση αμφισβητεί, και ρητά ζήτησε μια τέτοια έγκριση οφείλεται, όπως εξήγησε η Ολλανδική Κυβέρνηση, στο γεγονός ότι πλησίαζε η λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας ΧΠΜΑ στο εσωτερικό δίκαιο και ήθελε να συμμορφωθεί εγκαίρως προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία αυτή.
50
Πρέπει να προστεθεί ότι, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που απηύθυνε στις 25 Ιουνίου 2001 στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο, η Ολλανδική Κυβέρνηση είχε εκφράσει την ανησυχία της κατά τη διαδικασία εκδόσεως της οδηγίας ΧΠΜΑ, ως προς το ότι η πρόταση οδηγίας υπολειπόταν του πεδίου προστασίας που προβλέπει η απόφαση Parcom 95/1 και είχε ανακύψει το ζήτημα της σκοπιμότητας εκδόσεως κοινοτικού μέτρου εναρμονίσεως που θα την εμπόδιζε, ως συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση Ospar, να συμμορφωθεί προς τις διεθνείς της υποχρεώσεις. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε κατά την έκδοση της οδηγίας ΧΠΜΑ, αφού η ολλανδική αντιπροσωπεία είχε ψηφίσει κατά και ανέφερε, με διευκρίνιση ψήφου της 24ης Απριλίου 2002, ότι η εφαρμογή της οδηγίας για τις ΧΠΜΑ θα έθετε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών σε αδυναμία εκπληρώσεως των διεθνών του υποχρεώσεων βάσει της Συμβάσεως του Παρισιού και της αποφάσεως Parcom 95/1. Το ζήτημα της τηρήσεως των υποχρεώσεων αυτών μνημονεύεται επίσης στο σημείο 6 του τίτλου 5 του εγγράφου της 17ης Ιανουαρίου 2003.
51
Μη ζητώντας την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως παρά μόνο στο μέτρο που η Επιτροπή θεώρησε ότι η διατήρηση των εν λόγω εθνικών διατάξεων επέβαλλε την έγκρισή της βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 6, ΕΚ, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών προσβάλλει τη λήψη θέσεως της Επιτροπής σχετικά με την πρώτη αίτησή της, όπως διατυπώθηκε στο έγγραφο της 17ης Ιανουαρίου 2003, δηλαδή αυτή που αφορά την έκταση της εναρμονίσεως που πραγματοποιήθηκε με την οδηγία ΧΠΜΑ. Με άλλα λόγια, η εκτίμηση της Επιτροπής σχετικά με το βάσιμο των λόγων που παρέσχε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών για τη διατήρηση σε ισχύ των κοινοποιηθεισών εθνικών διατάξεων δεν αποτελεί μέρος του αντικειμένου της διαφοράς, εφόσον αυτό αφορά μόνον την ερμηνεία εκ μέρους της Επιτροπής της εκτάσεως της εναρμονίσεως που πραγματοποιήθηκε με την οδηγία ΧΠΜΑ.
52
Επομένως, πρέπει να διαπιστωθεί αν η λήψη θέσεως εκ μέρους της Επιτροπής την οποία αμφισβητεί το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εφόσον αυτή συνεπάγεται ότι η έγκριση κατά την έννοια του άρθρου 95, παράγραφος 6, ΕΚ ήταν αναγκαία για τη διατήρηση σε ισχύ των κοινοποιηθεισών εθνικών διατάξεων, συνιστά πράξη δυνάμενη να προσβληθεί.
53
Πρέπει, αφενός, να υπομνησθούν οι όροι και ο λόγος της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 95, παράγραφοι 4 και 6, ΕΚ.
54
Πρώτον, το άρθρο 95, παράγραφος 4, ΕΚ ορίζει ότι, όταν, μετά την έκδοση κοινοτικού μέτρου εναρμονίσεως, ένα κράτος μέλος θεωρεί αναγκαίo να διατηρήσει εθνικές διατάξεις που δικαιολογούνται από τις επιτακτικές ανάγκες που προβλέπονται στο άρθρο 30 ΕΚ ή διατάξεις σχετικές με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας, τις κοινοποιεί στην Επιτροπή, καθώς και τους λόγους διατήρησής τους.
55
Επομένως, από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι στο κράτος μέλος εναπόκειται η απόφαση να πραγματοποιήσει την κοινοποίηση και να κινήσει έτσι τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 95, παράγραφοι 4 και 6, ΕΚ, πράγμα που προϋποθέτει ότι αυτό καθορίζει, προηγουμένως, αν οι εθνικές διατάξεις για τις οποίες πρόκειται χρειάζονται έγκριση εκ μέρους της Επιτροπής για να μπορούν να διατηρηθούν σε ισχύ. Το γεγονός ότι η διαδικασία αυτή αποβλέπει όπως το οικείο κράτος μέλος μπορεί να λάβει την έγκριση για να διατηρήσει τις εθνικές διατάξεις που είναι ασυμβίβαστες με μέτρο εναρμονίσεως επιβεβαιώνεται εξάλλου από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 95, παράγραφος 4, ΕΚ, τους οποίους αυτό το κράτος μέλος οφείλει να δώσει προς στήριξη της αιτήσεώς του.
56
Δεύτερον, η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τη νομολογία, αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 95, παράγραφος 4, ΕΚ διαδικασία κινείται όχι από κοινοτικό όργανο, αλλά από κράτος μέλος, δοθέντος ότι η απόφαση του κοινοτικού οργάνου δεν εκδίδεται παρά ως αντίδραση στη σχετική πρωτοβουλία. Με την αίτησή του, το οικείο κράτος είναι απόλυτα ελεύθερο να εκφραστεί επί της αποφάσεως της οποίας ζητεί την έκδοση, όπως προκύπτει ρητώς από το άρθρο 95, παράγραφος 4, ΕΚ, το οποίο υποχρεώνει το εν λόγω κράτος να αναφέρει τους λόγους διατηρήσεως των επιμάχων εθνικών διατάξεων (απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Μαρτίου 2003, C-3/00, Δανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I-2643, σκέψεις 47 και 48· βλ., επίσης, υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, C-281/03 και C-282/03, Cindu Chemicals κ.λπ., Συλλογή 2005, σ. I-8069, σκέψη 47).
57
Το Δικαστήριο διευκρίνισε, εξάλλου, ότι, μετά την κοινοποίηση εκ μέρους του κράτους μέλους στην Επιτροπή των εθνικών διατάξεων που παρεκκλίνουν, η διαδικασία συνεχίζεται με ένα στάδιο κατά το οποίο η Επιτροπή προβαίνει σε αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου προκειμένου να επαληθεύσει αν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις και περατώνεται με την τελική απόφαση που εγκρίνει ή απαγορεύει τις εν λόγω εθνικές διατάξεις. Για τον σκοπό αυτό, εναπόκειται στην Επιτροπή να εξετάσει το βάσιμο των λόγων που προβάλλει το κράτος μέλος (απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Ιανουαρίου 2003, C-512/99, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I-845, σκέψη 44). Η κοινοποίηση των εθνικών διατάξεων που παρεκκλίνουν προϋποθέτει, επομένως, ότι πρόκειται για διατάξεις διαφορετικές εκείνων που προβλέπει η οδηγία εναρμονίσεως, πράγμα που συνεπάγεται, λόγω του ασυμβιβάστου αυτών προς το κοινοτικό μέτρο εναρμονίσεως, ότι η ανάγκη να επιτραπούν κατά παρέκκλιση διαπιστώνεται εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους.
58
Τρίτον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία, οι εθνικές διατάξεις τις οποίες σκοπεί το άρθρο 95, παράγραφος 4, ΕΚ είναι διατάξεις οι οποίες υπήρχαν πριν από το κοινοτικό μέτρο εναρμονίσεως και, επομένως, ήσαν γνωστές στον κοινοτικό νομοθέτη, αυτός όμως δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να εμπνευστεί από αυτές για την εναρμόνιση. Ως εκ τούτου, κρίθηκε αποδεκτό να μπορεί το κράτος μέλος να ζητήσει να διατηρηθούν σε ισχύ οι δικοί του κανόνες, υπό την προϋπόθεση ότι δικαιολογούνται από επιτακτικές ανάγκες προβλεπόμενες στο άρθρο 30 ΕΚ ή σχετικές με την προστασία του χώρου εργασίας ή του περιβάλλοντος (αποφάσεις Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 57 ανωτέρω, σκέψη 41, και Δανία κατά Επιτροπής, σκέψη 56 ανωτέρω, σκέψη 58).
59
Το ότι ο λόγος υπάρξεως του άρθρου 95, παράγραφος 4, ΕΚ ενυπάρχει στο γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης είχε γνώση των διαφόρων εθνικών νομοθεσιών που υπήρχαν πριν την έκδοση του μέτρου εναρμονίσεως συνεπάγεται ότι τα διάφορα επίπεδα προστασίας και οι σχετικοί με τα επίπεδα αυτά λόγοι είχαν ήδη συζητηθεί και ληφθεί υπόψη κατά τον χρόνο εκδόσεως ενός τέτοιου μέτρου. Αφού συμμετείχε στη διαδικασία εκδόσεως ενός τέτοιου μέτρου, κάθε κράτος μέλος διαθέτει, επομένως, κατ’ αρχήν, όλα τα στοιχεία για να καταδείξει την ανάγκη κινήσεως της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 95, παράγραφοι 4 και 6, ΕΚ και, ειδικότερα, εκείνα τα στοιχεία που του επιτρέπουν να διαπιστώσει το ασυμβίβαστο μεταξύ των εθνικών του διατάξεων και του θεσπισθέντος μέτρου εναρμονίσεως.
60
Προκύπτει επομένως από τη φρασεολογία, το αντικείμενο και την οικονομία του άρθρου 95, παράγραφοι 4 και 6, ΕΚ ότι η κίνηση της διαδικασίας που αυτό αναφέρει προϋποθέτει ότι το ίδιο το κράτος εκτιμά το ενδεχόμενο ασυμβιβάστου των εθνικών διατάξεων με κοινοτικό μέτρο εναρμονίσεως και, αν το κράτος κρίνει αναγκαίο, κοινοποιεί στην Επιτροπή αυτές τις διατάξεις προκειμένου να λάβει την έγκριση για τη διατήρησή τους σε ισχύ. Εξάλλου, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 95, παράγραφοι 4 και 6, ΕΚ, εναπόκειται στην Επιτροπή να εξετάσει το βάσιμο των λόγων που παρέσχε το οικείο κράτος μέλος για τη διατήρηση των σχετικών εθνικών μέτρων. Πράγματι, το άρθρο 95, παράγραφος 6, ΕΚ δεν παρέχει στην Επιτροπή αρμοδιότητα για τη λήψη αποφάσεως παρά μόνο για να διαπιστώσει, κατόπιν μιας τέτοιας εξετάσεως, αν η αίτηση εγκρίσεως πρέπει να εγκριθεί ή να απορριφθεί.
61
Επομένως, το άρθρο 95, παράγραφος 4, ΕΚ, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση αιτήσεως ενός κράτους μέλους με την οποία αυτό ζητεί από την Επιτροπή να λάβει απόφαση ως προς την έκταση της εναρμονίσεως που πραγματοποιήθηκε με κοινοτική οδηγία και/ή ως προς το συμβιβαστό μιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως με μια τέτοια οδηγία. Κατά συνέπεια, κατά την ίδια αυτή διάταξη, η απόφαση κοινοποιήσεως προκειμένου να ληφθεί κατά παρέκκλιση έγκριση, απόκειται αποκλειστικά στο οικείο κράτος μέλος και, εξάλλου, καμία διάταξη της οδηγίας ΧΠΜΑ δεν παρέχει στην Επιτροπή την αρμοδιότητα να αποφασίσει ως προς την ερμηνεία της, καθόσον η λήψη θέσεως του εν λόγω κοινοτικού οργάνου ως προς το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω μέτρου εναρμονίσεως συνιστά απλώς έκφραση γνώμης, που δεν δεσμεύει τις αρμόδιες εθνικές αρχές [βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 27ης Μαρτίου 1980, 133/79, Sucrimex και Westzucker κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 659(συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά), σκέφεις 16 έως, 18, και της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 114/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 5289, σκέψη 13· βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διατάξεις του Δικαστηρίου της 17ης Μαΐου 1989, 151/88, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 1255, σκέψη 22, και της 13ης Ιουνίου 1991, C-50/90, Sunzest κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. I-2917, σκέψεις 12 έως 14].
62
Πράγματι, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα η προταθείσα από την Επιτροπή ερμηνεία της εν λόγω οδηγίας, αλλά η εφαρμογή της σε μια δεδομένη κατάσταση (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 16ης Ιουλίου 1998, T-81/97, Regione Toscana κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-2889, σκέψη 23, και Alessandrini κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 48 ανωτέρω, σκέψη 61). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εφαρμογή της οδηγίας ΧΠΜΑ, περιλαμβανομένης και της ανάγκης να ληφθεί κατά παρέκκλιση έγκριση για τη διατήρηση σε ισχύ μιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, δεν απορρέει από την ερμηνεία που προτείνει η Επιτροπή, αλλά εμπίπτει στην ευθύνη του οικείου κράτους μέλους, το οποίο μόνο, αν κρίνει τούτο αναγκαίo, μπορεί να κινήσει τη διαδικασία κοινοποιήσεως που προβλέπει το άρθρο 95 ΕΚ. Με άλλα λόγια, καίτοι τίποτα δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να ζητήσει από την Επιτροπή την άποψή της ως προς την ερμηνεία ενός κοινοτικού μέτρου εναρμονίσεως, ωστόσο μια τέτοια άποψη ουδόλως δεσμεύει τον αποδέκτη, υπό την έννοια ότι δεν τον δεσμεύει ούτε να κοινοποιήσει τις εθνικές διατάξεις για να λάβει την κατά παρέκκλιση έγκριση ούτε να τις κοινοποιήσει ή να τις τροποποιήσει.
63
Η ενδεχόμενη υποχρέωση για το κράτος μέλος να καταργήσει ή να τροποποιήσει τις εθνικές του διατάξεις απορρέει ευθέως από την οδηγία ΧΠΜΑ και όχι από την ερμηνεία της Επιτροπής για το περιεχόμενο της εναρμονίσεως που πραγματοποιήθηκε με την εν λόγω οδηγία, πράγμα που συνεπάγεται ότι μια τέτοια ερμηνεία δεν αναπτύσσει κανένα έννομο αποτέλεσμα. Αυτό επιρρωννύεται από το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη νομολογία που έχει εφαρμογή στον τομέα αυτό, κοινοποίηση πραγματοποιηθείσα κατά την έννοια του άρθρου 95 ΕΚ δεν επιτρέπει στο οικείο κράτος μέλος να εφαρμόσει τις εθνικές του διατάξεις παρά μόνον αφού λάβει εκ μέρους της Επιτροπής απόφαση που τις επιβεβαιώνει, ώστε η κοινοποίηση δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση να συμμορφωθεί, στο μεταξύ, προς τις διατάξεις της οδηγίας εναρμονίσεως (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Ιουνίου 1999, C-319/97, Kortas, Συλλογή 1999, σ. I-3143, σκέψεις 28 και 38).
64
Αφετέρου, πρέπει να εξακριβωθεί αν, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υπέβαλε ειδική αίτηση με την οποία ζήτησε να λάβει ρητή απάντηση ως προς το έκταση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας ΧΠΜΑ, η σχετική λήψη θέσεως εκ μέρους της Επιτροπής, στο μέτρο που περιέχεται στο πλαίσιο της εξετάσεως του παραδεκτού της κοινοποιήσεως που υπέβαλε το οικείο κράτος μέλος, πρέπει να θεωρείται ως αποτελούσα αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας μετά το πέρας της οποίας η Επιτροπή εγκρίνει ή απορρίπτει την αίτηση διατηρήσεως των κοινοποιηθεισών εθνικών διατάξεων και αν, ως εκ τούτου, συνιστά προσβλητή πράξη.
65
Όπως προκύπτει από την πρακτική της Επιτροπής στον τομέα αυτό, οι ληφθείσες αποφάσεις κατόπιν της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 95, παράγραφοι 4 και 6, ΕΚ περιλαμβάνουν, στο πλαίσιο της εξετάσεως του παραδεκτού, την υπόδειξη των σημείων στα οποία οι κοινοποιηθείσες εθνικές διατάξεις διαφέρουν από το κοινοτικό μέτρο εναρμονίσεως. Μια τέτοια υπόδειξη, η οποία ουδόλως προκύπτει από την ανάλυση στο πέρας της οποίας η Επιτροπή αναγνωρίζει το ασυμβίβαστο μεταξύ των εθνικών διατάξεων και του εν λόγω μέτρου εναρμονίσεως, συνιστά απλή υπόμνηση των σημείων από τα οποία, σύμφωνα με την κοινοποίηση του κράτους μέλους, οι διατάξεις αυτές διαφέρουν από εκείνες που προβλέπει η οδηγία εναρμονίσεως.
66
Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ότι η Επιτροπή, στο πλαίσιο της εξετάσεως του παραδεκτού, αποφαίνεται, με δική της πρωτοβουλία, ή, όπως εν προκειμένω, κατόπιν αιτήσεως του οικείου κράτους μέλους, ως προς την ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας εναρμονίσεως. Η προηγούμενη εκτίμηση σχετικά με το παραδεκτό της κοινοποιήσεως, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει, ενδεχομένως, την άποψή της ως προς την έκταση της εναρμονίσεως που πραγματοποιήθηκε με την εν λόγω οδηγία, επιτρέπει στην Επιτροπή να εξακριβώσει αν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται προκειμένου αυτή να εκδώσει απόφαση βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 6, ΕΚ συντρέχουν, και με το μέσο αυτό, να αποφύγει επίσης την επιφανειακή και περιττή εξέταση των λόγων που προέβαλε το κράτος μέλος για τη διατήρηση σε ισχύ της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως που αυτό κοινοποίησε.
67
Κατόπιν μιας τέτοιας εκτιμήσεως, η Επιτροπή μπορεί επομένως να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν χρειάζεται καμία έγκριση προκειμένου το κράτος μέλος να διατηρήσει σε ισχύ τις διατάξεις που κοινοποίησε, ακριβώς λόγω του ότι οι διατάξεις αυτές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας εναρμονίσεως. Το γεγονός ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η Επιτροπή κρίνει απαράδεκτη την αίτηση της κατά παρέκκλιση εγκρίσεως [βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση 2002/65/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιανουαρίου 2002, σχετικά με τις εθνικές διατάξεις για τους εξοπλισμούς διάγνωσης του HIV που κοινοποίησε το Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφος 4, [ΕΚ], σε σχέση με την οδηγία 98/79/ΕΚ για τα ιατροτεχνολογικά βοηθήματα που χρησιμοποιούνται στη διάγνωση in vitro (ΕΕ L 25, σ. 47)] επιβεβαιώνει ότι αυτή προβαίνει, ανεξάρτητα από τη σχετική αίτηση του κράτους μέλους, σε προηγούμενη εξέταση αποβλέπουσα στο να διαπιστωθεί αν οι προϋποθέσεις για την έκδοση αποφάσεως βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 6, ΕΚ συντρέχουν.
68
Όμως, όταν η Επιτροπή περιορίζεται, στο πλαίσιο της εξετάσεως του παραδεκτού της κοινοποιήσεως, να υπομνήσει την έκταση της εναρμονίσεως που πραγματοποιήθηκε με την εν λόγω οδηγία και επιβεβαιώνει την εκτίμηση του κράτους μέλους που οδήγησε το τελευταίο να κοινοποιήσει τις οικείες εθνικές διατάξεις, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση όσον αφορά τη δεύτερη αίτηση της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι το αποτέλεσμα μιας τέτοιας εξετάσεως δεν μπορεί να μεταβάλει τη έννομη κατάσταση του οικείου κράτους μέλους, δεδομένου ότι η κοινοποίηση που πραγματοποιήθηκε είναι αυτή που έθεσε σε κίνηση τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 95, παράγραφοι 4 και 6, ΕΚ και όχι η άποψη της Επιτροπής ως προς την ερμηνεία της εν λόγω οδηγίας εναρμονίσεως. Πράγματι, στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας, μια τέτοια άποψη συνεπάγεται αποκλειστικά τη συνέχιση της εξετάσεως των λόγων που προέβαλε αυτό το κράτος μέλος με σκοπό την ενδεχόμενη διατήρηση των κοινοποιηθεισών εθνικών διατάξεων.
69
Δεδομένου ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή άσκησε την αρμοδιότητα περί λήψεως αποφάσεως που της παρέχει το άρθρο 95, παράγραφος 6, ΕΚ, προβαίνοντας στην εξέταση του βασίμου των λόγων που προέβαλε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών προκειμένου να διαπιστώσει αν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της κατά παρέκκλιση εγκρίσεως συνέτρεχαν και αποφασίζοντας να χορηγήσει στο εν λόγω κράτος μέλος την αιτηθείσα έγκριση, έστω και αν αυτή ήταν μερική και περιορισμένη χρονικά, πρέπει να συναχθεί ότι η λήψη θέσεως εκ μέρους της Επιτροπής την οποία αμφισβητεί αυτό το κράτος μέλος δεν μετέβαλε την έννομη κατάστασή του και, επομένως, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως.
70
Εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι κράτος μέλος μπορεί ελεύθερα να κοινοποιεί τις εθνικές διατάξεις βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 4, ΕΚ και στη συνέχεια να προσβάλλει την τελική απόφαση αποκλειστικά αν αυτή συνίσταται στην απόρριψη, ανεξαρτήτως του αν αυτή είναι ολική ή μερική, της αιτηθείσας παρεκκλίσεως, προβάλλοντας ότι η έγκριση της Επιτροπής δεν ήταν αναγκαία, και ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε, επομένως, να εκτιμήσει τις κοινοποιηθείσες διατάξεις σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 95, παράγραφοι 4 και 6, ΕΚ. Συγκεκριμένα, τούτο θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση στο κράτος αυτό της δυνατότητας, μέσω της κοινοποιήσεως, να λάβει από την Επιτροπή δήλωση ως προς το συμβιβαστό των διατάξεών του με το κοινοτικό μέτρο εναρμονίσεως, πράγμα που δεν είναι το αντικείμενο της διαδικασίας αυτής.
71
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσφυγή, στο μέτρο που αποβλέπει στην ακύρωση της φερομένης αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με την ερμηνεία της εκτάσεως της εναρμονίσεως που πραγματοποιήθηκε με την οδηγία ΧΠΜΑ, είναι απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
72
Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας.
73
Δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Επομένως, το Βασίλειο της Δανίας φέρει τα έξοδά του.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πέμπτο πενταμελές τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φέρει τα δικαστικά του έξοδα καθώς και τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.
3)
Το Βασίλειο της Δανίας φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Βηλαράς
Martins Ribeiro
Dehousse
Šváby
Jürimäe
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 8 Νοεμβρίου 2007.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
M. Βηλαράς
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Top