Υπόθεση T‑37/08
Robert Walton
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Εκτέλεση του προϋπολογισμού – Είσπραξη – Συμψηφισμός απαιτήσεων – Αναδρομική ισχύς – Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου που υποχρεώνει την Επιτροπή να καταβάλει εντόκως αποζημίωση – Απαίτηση βέβαιη, εκκαθαρισμένη και ληξιπρόθεσμη»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή ακυρώσεως – Πράξεις δεκτικές προσφυγής – Έννοια – Απόφαση της Επιτροπής περί εξώδικου συμψηφισμού μεταξύ οφειλών και απαιτήσεων βάσει του κανονισμού 1605/2002– Εμπίπτει
(Άρθρο 230 ΕΚ· Κανονισμός 1605/2002 του Συμβουλίου, άρθρο 73· Κανονισμός 2342/2002 της Επιτροπής)
2. Επιτροπή – Αρμοδιότητες – Εκτέλεση του κοινοτικού προϋπολογισμού – Απόφαση εισπράξεως με συμψηφισμό – Διαδικασία
(Κανονισμός του Συμβουλίου 1605/2002, άρθρα 71 και 73· Κανονισμός της Επιτροπής 2342/2002, άρθρα 78 § 2, 79 και 83)
3. Κοινοτικό δίκαιο – Αρχές – Προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Προϋποθέσεις – Συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις εκ μέρους της διοικήσεως
4. Επιτροπή – Αρμοδιότητες – Εκτέλεση του κοινοτικού προϋπολογισμού – Απόφαση εισπράξεως με συμψηφισμό
(Κανονισμός του Συμβουλίου 1605/2002, άρθρο 73· Κανονισμός της Επιτροπής 2342/2002, άρθρο 83)
1. Πράξη με την οποία η Επιτροπή προβαίνει σε εξώδικο συμψηφισμό μεταξύ οφειλών και απαιτήσεων προερχόμενων από διαφορετικές έννομες σχέσεις που αφορούν το ίδιο πρόσωπο συνιστά πράξη δεκτική προσβολής με προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας προσφυγής, στο ΓΔΕΕ εναπόκειται να εξετάσει τη νομιμότητα της αποφάσεως συμψηφισμού ως προς τα αποτελέσματά της σχετικά με τη μη πραγματική καταβολή των επίδικων ποσών στον προσφεύγοντα.
(βλ. σκέψη 25)
2. Η Επιτροπή δεν καταστρατηγεί τη διαδικασία και δεν αποφεύγει τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας του συμψηφισμού των απαιτήσεων όταν δεν προβάλλει τον εν λόγω συμψηφισμό ως μέσο άμυνας στο πλαίσιο διαδικασίας σε υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση του ΓΔΕΕ, με την οποία αναγνωρίστηκε η ύπαρξη οφειλής της Επιτροπής έναντι του προσφεύγοντος, και περιορίζεται στο να προβεί στον συμψηφισμό μετά την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως. Συγκεκριμένα, ούτε η διαδικασία που προβλέπει ο κανονισμός 1605/2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που οδηγεί στην έκδοση αποφάσεως περί εισπράξεως απαιτήσεως με συμψηφισμό ούτε οι κανόνες εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού, που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 2342/2002, ορίζουν, στα άρθρα τους 71 και 73, παράγραφος 1, 78, παράγραφος 2, και 79, αντιστοίχως, ότι η Επιτροπή πρέπει προηγουμένως να γνωστοποιήσει την πρόθεσή της να προβεί σε δικαστικό συμψηφισμό απαιτήσεων.
(βλ. σκέψεις 31–38)
3. Κάθε ιδιώτης ευρισκόμενος σε κατάσταση από την οποία προκύπτει ότι η κοινοτική διοίκηση του δημιούργησε, παρέχοντάς του σαφείς διαβεβαιώσεις, βάσιμες προσδοκίες, έχει το δικαίωμα να επικαλεσθεί την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Κατ’ αρχήν, κανείς δεν μπορεί να επικαλείται παραβίαση της αρχής αυτής ελλείψει συγκεκριμένων διαβεβαιώσεων εκ μέρους της διοικήσεως.
(βλ. σκέψη 40)
4. Όσον αφορά απόφαση της Επιτροπής περί εισπράξεως με συμψηφισμό, η απαίτηση του προσφεύγοντος-ενάγοντος, η οποία αποτελείται από την αποζημίωση την οποία υποχρεώθηκε η Επιτροπή να καταβάλει στον εν λόγω προσφεύγοντα με απόφαση του δικαστή της Ένωσης, καθίσταται εκκαθαρισμένη μόνον κατά τη στιγμή που το ποσό αυτό έγινε γνωστό, δηλαδή, ενδεχομένως, κατά την ημερομηνία της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής. Στην περίπτωση αυτή, μολονότι το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως δεν διακόπτει τον τοκισμό του οφειλόμενου από την Κοινότητα ποσού κατά την ημερομηνία αυτή, στον βαθμό που επιτρέπει να συνεχίζουν να τρέχουν οι τόκοι μέχρι την καταβολή της αποζημιώσεως, εντούτοις η απαίτηση του προσφεύγοντος–ενάγοντος κατ’ αυτής κατέστη βεβαία, εκκαθαρισμένη και ληξιπρόθεσμη κατά την ημερομηνία της εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως.
Εξάλλου, παρά την απουσία ρητής διατάξεως συναφώς, ο συμψηφισμός που προβλέπει ο κανονισμός 1605/2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχει αναδρομικό αποτέλεσμα, οπότε αποσβένει τις οικείες απαιτήσεις από τη στιγμή που πληρούνται οι προϋποθέσεις διενέργειάς του. Συγκεκριμένα, κατά το σύστημα του άρθρου 73 του ως άνω κανονισμού και του άρθρου 83 του κανονισμού 2342/2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού, ο διατάκτης πρέπει να προβεί στον συμψηφισμό αφού ενημερώσει σχετικά τον οφειλέτη, όταν αυτός δεν εκτελεί την υποχρέωσή του οικειοθελώς. Το αναδρομικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού κατά την ημερομηνία κατά την οποία συγκεκριμενοποιείται η υποχρέωση του διατάκτη παρέχει τη δυνατότητα να αποφευχθεί, σύμφωνα με τα συστήματα που αναγνωρίζονται από τις έννομες τάξεις των περισσοτέρων κρατών μελών, το να φέρει ο οφειλέτης τις ενδεχόμενες επιζήμιες συνέπειες, ιδίως όσον αφορά τους τόκους υπερημερίας, λόγω της διαφοράς μεταξύ του χρόνου από του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη διενέργεια του συμψηφισμού και του χρόνου κατά τον οποίο πράγματι διενεργήθηκε. Επομένως, η Επιτροπή παραβαίνει το άρθρο 73 του δημοσιονομικού κανονισμού όταν προβαίνει σε συμψηφισμό ισχύοντα από ημερομηνία μεταγενέστερη από εκείνη κατά την οποία η απαίτηση του προσφεύγοντος‑ενάγοντος κατέστη βεβαία, εκκαθαρισμένη και ληξιπρόθεσμη.
(βλ. σκέψεις 61–62, 64–68)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 8ης Νοεμβρίου 2011 (*)
«Εκτέλεση του προϋπολογισμού – Είσπραξη – Συμψηφισμός απαιτήσεων – Αναδρομική ισχύς – Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου που υποχρεώνει την Επιτροπή να καταβάλει εντόκως αποζημίωση – Απαίτηση βέβαιη, εκκαθαρισμένη και ληξιπρόθεσμη»
Στην υπόθεση T‑37/08,
Robert Walton, κάτοικος Οξφόρδης (Ηνωμένο Βασίλειο), εκπροσωπούμενος από τον D. Beard, barrister,
προσφεύγων-ενάγων,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον J. Currall,
καθής-εναγόμενη,
με αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 16ης Νοεμβρίου 2007 περί εισπράξεως μέσω συμψηφισμού του ποσού των 36 551,58 ευρώ που της όφειλε ο προσφεύγων-ενάγων,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους I. Pelikánová, πρόεδρο, K. Jürimäe και M. van der Woude (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: K. Pocheć, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 23ης Μαρτίου 2011,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1 Η υπό κρίση υπόθεση αφορά την απόφαση της Επιτροπής της 16ης Νοεμβρίου 2007 περί εισπράξεως μέσω συμψηφισμού βάσει του άρθρου 73 του κανονισμού (ΕΚ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 248, σ. 1, στο εξής: δημοσιονομικός κανονισμός), του ποσού των 36 551,58 ευρώ που της όφειλε ο προσφεύγων-ενάγων, Robert Walton (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
1. Ως προς την απαίτηση της Κοινότητας κατά του προσφεύγοντος
2 Ο προσφεύγων-ενάγων προσλήφθηκε από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ως έκτακτος υπάλληλος τον Οκτώβριο του 1999 για πέντε έτη με δοκιμαστική περίοδο έξι μηνών.
3 Με έγγραφο της 3ης Οκτωβρίου 2000, η Επιτροπή ενημέρωσε τον προσφεύγοντα-ενάγοντα ότι η σύμβασή του λύεται από τις 16 Οκτωβρίου 2000. Με έγγραφο της 22ας Νοεμβρίου 2000, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων-ενάγων οφείλει στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα το ποσό των 13 104,14 ευρώ, λόγω του ότι είχε αχρεωστήτως λάβει μισθό για τους μήνες κατά τους οποίους απουσίαζε. Του απεστάλη συναφώς χρεωστικό σημείωμα στις 24 Ιανουαρίου 2001.
4 Ο προσφεύγων-ενάγων αμφισβήτησε την απόλυσή του ασκώντας προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου]. Με την απόφασή του της 9ης Απριλίου 2003, T‑155/01, Walton κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑121 και II‑595), το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή, με το σκεπτικό ότι ο προσφεύγων-ενάγων είχε προβεί ο ίδιος στη λύση της συμβάσεως εργασίας με τη συμπεριφορά που επέδειξε την περίοδο μεταξύ τέλους Ιουνίου 2000 και 9ης Αυγούστου της ίδιας χρονιάς.
5 Για τον λόγο αυτόν, η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν είχε υποχρέωση να αποζημιώσει τον προσφεύγοντα-ενάγοντα για την απόλυσή του. Του ζήτησε, επομένως, με έγγραφο της 23ης Οκτωβρίου 2003, την επιστροφή της αποζημιώσεως λόγω απολύσεως, δηλαδή το ποσό 13 815,16 ευρώ, εντόκως από τις 11 Ιανουαρίου 2004, το οποίο του είχε καταβάλει κατά τη λύση της συμβάσεώς του εργασίας. Στις 27 Νοεμβρίου 2003 εκδόθηκε χρεωστικό σημείωμα με το οποίο εζητείτο από τον προσφεύγοντα η επιστροφή του ποσού αυτού.
6 Στις 27 Μαΐου 2005 η Επιτροπή εξέδωσε, δυνάμει του άρθρου 72 του δημοσιονομικού κανονισμού, απόφαση η οποία αποτελεί εκτελεστό τίτλο, κατά το άρθρο 256 ΕΚ, για το ποσό των 26 919,30 ευρώ (που αντιστοιχεί στο άθροισμα του ποσού των 13 104,14 ευρώ και του ποσού των 13 815,16 ευρώ), προσαυξημένο κατά 4 813,26 ευρώ για τόκους μέχρι τις 31 Μαρτίου 2005 (προσαυξανόμενο κατά 5,06 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης μετά την ημερομηνία αυτή) (στο εξής: απόφαση αναγκαστικής εισπράξεως).
7 Ο προσφεύγων δεν άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αναγκαστικής εισπράξεως.
2. Ως προς την απαίτηση του προσφεύγοντος κατά της Κοινότητας
8 Ο προσφεύγων ανήκε σε ομάδα μισθωτών τρίτων επιχειρήσεων που είχαν συμβληθεί με την κοινή επιχείρηση Joint European Torus (JET), για την υλοποίηση του προγράμματος «Σύντηξη» της ΕΚΑΕ, το οποίο προέβλεπε την κατασκευή, λειτουργία και εκμετάλλευση ενός μεγάλου θερμοπυρηνικού αντιδραστήρα Torus τύπου Τokamak και των βοηθητικών του εγκαταστάσεων (στο εξής: σχέδιο JET), πριν προσληφθούν από την Επιτροπή ως έκτακτοι υπάλληλοι τον Οκτώβριο 1999. Δικάζον επί αγωγής αποζημιώσεως που άσκησε η ομάδα αυτή, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να προσλάβει τα πρόσωπα αυτά με συμβάσεις εκτάκτων υπαλλήλων για να ασκήσουν τα καθήκοντά τους στην JET, κατά παράβαση του καταστατικού της επιχειρήσεως αυτής, υπέπεσε σε σφάλμα ικανό να θεμελιώσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (απόφαση του Πρωτοδικείου της 5ης Οκτωβρίου 2004, T‑144/02, Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑3381, στο εξής: παρεμπίπτουσα απόφαση Eagle).
9 Με την παρεμπίπτουσα απόφαση Eagle, σκέψη 8 ανωτέρω, το Πρωτοδικείο έκρινε επίσης ότι το πταίσμα της Επιτροπής είχε ως αποτέλεσμα να απολέσουν αυτοί μία σοβαρή ευκαιρία να προσληφθούν ως έκτακτοι υπάλληλοι και να υποστούν χρηματική ζημία προκύπτουσα από τη διαφορά μεταξύ, αφενός, των αποδοχών και των ωφελημάτων που θα λάμβαναν εάν είχαν εργαστεί για το σχέδιο JET ως έκτακτοι υπάλληλοι και, αφετέρου, των αποδοχών και των ωφελημάτων που πράγματι έλαβαν ως μισθωτοί τρίτων εταιριών.
10 Το Πρωτοδικείο διευκρίνισε, στη σκέψη 171 της παρεμπίπτουσας αποφάσεως Eagle, σκέψη 8 ανωτέρω, ότι το χρονικό διάστημα της αποζημιώσεως άρχιζε από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της παλαιότερης συναφθείσας ή ανανεωθείσας συμβάσεως, η οποία δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από πέντε έτη από την υποβολή της αιτήσεως αποζημιώσεως, και έληγε είτε κατά την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος έπαυσε να εργάζεται για το σχέδιο JET, εάν η ημερομηνία αυτή ήταν προγενέστερη της ολοκληρώσεως του σχεδίου, στις 31 Δεκεμβρίου 1999, είτε κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, εάν αυτός εργάσθηκε για το σχέδιο JET μέχρι τη ολοκλήρωση του εν λόγω σχεδίου.
11 Με την παρεμπίπτουσα απόφαση Eagle, σκέψη 8 ανωτέρω, το Πρωτοδικείο υποχρέωσε την Επιτροπή να αποκαταστήσει τη χρηματική ζημία που υπέστη καθένας από τους προσφεύγοντες-ενάγοντες στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή, μεταξύ των οποίων και ο προσφεύγων-ενάγων στην υπό κρίση υπόθεση, λόγω του ότι δεν προσελήφθησαν ως έκτακτοι υπάλληλοι της Επιτροπής για την άσκηση της δραστηριότητάς τους στο πλαίσιο του σχεδίου JET. Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι διάδικοι έπρεπε να του γνωστοποιήσουν το ποσό, το οποίο θα καθοριζόταν με κοινή συμφωνία, της οφειλόμενης για την αποκατάσταση της εν λόγω ζημίας αποζημιώσεως. Σε περίπτωση μη επιτεύξεως συμφωνίας, οι διάδικοι έπρεπε να γνωστοποιήσουν στο Πρωτοδικείο τα αιτήματά τους, συνοδευόμενα από συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία.
12 Επειδή δεν επιτεύχθηκε συμφωνία, οι διάδικοι γνωστοποίησαν στο Πρωτοδικείο τα αιτήματά τους, συνοδευόμενα από συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία, στις 28 Οκτωβρίου 2005. Το Πρωτοδικείο, με απόφαση της 12ης Ιουλίου 2007, T‑144/02, Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. II‑2721), υποχρέωσε την Επιτροπή να καταβάλει σε καθέναν από τους προσφεύγοντες-ενάγοντες αποζημίωση ίση προς το ποσό που αναφέρεται, για καθέναν από αυτούς, στο παράρτημα 3 της εν λόγω αποφάσεως. Αποφάσισε επίσης ότι το ποσό αυτό θα καταβληθεί εντόκως με επιτόκιο 5,25 % από τις 31 Δεκεμβρίου 1999 μέχρι την ημερομηνία εξοφλήσεώς του.
13 Το παράρτημα 3 της αποφάσεως Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 12 ανωτέρω, ορίζει ότι η οφειλόμενη στον προσφεύγοντα αποζημίωση ανέρχεται, στις 31 Δεκεμβρίου 1999, στο ποσό των 208 021 λιρών στερλινών (GBP).
3. Ως προς τον συμψηφισμό των απαιτήσεων
14 Η Επιτροπή έθεσε για πρώτη φορά, με παράρτημα στα συνοδευόμενα από αριθμητικά στοιχεία αιτήματά της, της 28ης Οκτωβρίου 2005, τα οποία κατατέθηκαν κατά τη διαδικασία του προσδιορισμού του ύψους της αποζημιώσεως στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 12 ανωτέρω, το ζήτημα ενδεχόμενου συμψηφισμού μεταξύ της αποζημιώσεως την οποία τυχόν όφειλε η Κοινότητα στον προσφεύγοντα-ενάγοντα βάσει της αποφάσεως που επρόκειτο να εκδοθεί και της απαιτήσεως που είχε η Επιτροπή από τον ενδιαφερόμενο. Στις 21 Δεκεμβρίου 2005 ο προσφεύγων-ενάγων ζήτησε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο από την Επιτροπή να του παράσχει εξηγήσεις για τον ενδεχόμενο συμψηφισμό. Η Επιτροπή απάντησε στο αίτημα αυτό, με επιστολή της 22ας Δεκεμβρίου 2005.
15 Με τα συνοδευόμενα από αριθμητικά στοιχεία αιτήματά τους της 19ης Φεβρουαρίου 2007, οι προσφεύγοντες-ενάγοντες στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 12 ανωτέρω, αμφισβήτησαν τη δυνατότητα της Επιτροπής να προβεί σε συμψηφισμό μεταξύ των απαιτήσεων που είχε η Επιτροπή κατ’ αυτών και των ποσών που τους οφείλονται.
16 Κατόπιν των νέων αυτών συνοδευόμενων από συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία αιτημάτων, η Επιτροπή δήλωσε ότι παραιτούνταν από το αίτημά της να αποφανθεί το Πρωτοδικείο επί ενδεχόμενου συμψηφισμού στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 12 ανωτέρω. Το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη του τη δήλωση αυτή, στη σκέψη 19 της αποφάσεως Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 12 ανωτέρω.
17 Μετά την έκδοση της αποφάσεως Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 12 ανωτέρω, ο προσφεύγων-ενάγων απευθύνθηκε στις 19 Ιουλίου 2007 στην Επιτροπή ζητώντας της να επιβεβαιώσει την ακρίβεια του υπολογισμού των οφειλόμενων στους προσφεύγοντες ποσών. Η Επιτροπή απάντησε, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της 31ης Ιουλίου 2007, ότι αποδεχόταν τα ποσά αυτά, επιφυλασσόμενη ωστόσο ως προς τον υπολογισμό των τόκων.
18 Η Επιτροπή επισήμανε, με επιστολή της 24ης Σεπτεμβρίου 2007, ότι είχε την πρόθεση να προβεί σε συμψηφισμό ως προς το οφειλόμενο στον προσφεύγοντα-ενάγοντα ποσό. Ο προσφεύγων-ενάγων απάντησε, με επιστολή της 25ης Οκτωβρίου 2007, υποστηρίζοντας ότι η Επιτροπή δεν είχε δικαίωμα να προβεί στον συμψηφισμό αυτόν. Η Επιτροπή απάντησε, με επιστολή της 25ης Οκτωβρίου 2007, ότι δεν συμφωνούσε με την άποψη του προσφεύγοντος-ενάγοντος.
19 Με επιστολή της 9ης Νοεμβρίου 2007, την οποία έλαβε ο προσφεύγων-ενάγων στις 13 Νοεμβρίου 2007, η Επιτροπή ανακοίνωσε ότι θα προβεί σε συμψηφισμό των απαιτήσεων και ότι θα αφαιρέσει το ποσό των 36 551,58 ευρώ, το οποίο όφειλε ο προσφεύγων-ενάγων στην Κοινότητα, από το ποσό των 421 749,73 ευρώ που του όφειλε η Κοινότητα. Το ποσό των 36 551,58 ευρώ απαρτιζόταν από το ποσό των 13 104,14 ευρώ, που περιλαμβανόταν στο χρεωστικό σημείωμα της 24ης Ιανουαρίου 2001, και από το ποσό των 13 815,16 ευρώ, που περιλαμβανόταν στο χρεωστικό σημείωμα της 27ης Νοεμβρίου 2003, καθώς και από τους τόκους επί των ποσών αυτών ύψους 9 632,28 ευρώ. Όπως προκύπτει από το παράρτημα στην επιστολή της 9ης Νοεμβρίου 2007, οι τόκοι αυτοί καλύπτουν το διάστημα από την καταληκτική ημερομηνία καθενός από τα χρεωστικά αυτά σημειώματα μέχρι τις 8 Νοεμβρίου 2007. Το ποσό των 421 749,73 ευρώ αποτελούνταν από την αποζημίωση, ύψους 208 021 GBP, πλέον τόκων.
20 Στις 16 Νοεμβρίου 2007 η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και κατέβαλε στον προσφεύγοντα-ενάγοντα το ποσό των 385 198,15 ευρώ συνολικώς (δηλαδή το ποσό των 421 749,73 ευρώ μείον το ποσό των 36 551,58 ευρώ).
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
21 Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 23 Ιανουαρίου 2008 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
22 Ο προσφεύγων ζητεί κατ’ ουσίαν από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
23 Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη ή, επικουρικώς, ως αβάσιμη·
– να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
1. Επί του παραδεκτού
24 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται πράξη δεκτική προσβολής εν προκειμένω. Ο συμψηφισμός αποτελεί απλώς τη συνέπεια μιας προγενέστερης αποφάσεως του Πρωτοδικείου και μιας προγενέστερης αποφάσεως της Επιτροπής οι οποίες κατέστησαν απρόσβλητες. Ο συμψηφισμός δεν αποτελεί επομένως πράξη δεκτική προσβολής και, ως εκ τούτου, η προσφυγή είναι απαράδεκτη.
25 Πρέπει να υπομνησθεί ότι πράξη με την οποία η Επιτροπή προβαίνει σε εξώδικο συμψηφισμό μεταξύ οφειλών και απαιτήσεων προερχόμενων από διαφορετικές έννομες σχέσεις που αφορούν το ίδιο πρόσωπο συνιστά πράξη δεκτική προσβολής κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 2003, C‑87/01 P, Επιτροπή κατά CCRE, Συλλογή 2003, σ. I‑7617, σκέψη 45) και ότι στο πλαίσιο της προσφυγής αυτής εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να εξετάσει τη νομιμότητα της αποφάσεως συμψηφισμού ως προς τα αποτελέσματά της σχετικά με τη μη πραγματική καταβολή των επίδικων ποσών στον προσφεύγοντα (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 8ης Οκτωβρίου 2008, T‑122/06, Helkon Media κατά Επιτροπής, σκέψη 46, και της 8ης Ιουλίου 2009, T‑182/08, Επιτροπή κατά Atlantic Energy, σκέψη 70).
26 Επομένως, εφόσον, εν προκειμένω, η Επιτροπή προέβη σε εξώδικο συμψηφισμό, η στρεφόμενη κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προσφυγή είναι παραδεκτή. Συνεπώς, η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί.
2. Επί της ουσίας
27 Ο προσφεύγων προβάλλει τέσσερις λόγους προς στήριξη των αιτημάτων του. Ο πρώτος λόγος αντλείται από καταστρατήγηση της διαδικασίας. Ο δεύτερος λόγος αντλείται από παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ο τρίτος λόγος αντλείται από σφάλματα όσον αφορά τη νομική βάση του συμψηφισμού. Ο τέταρτος λόγος αντλείται από σφάλματα στον υπολογισμό του συμψηφισμού τα οποία οφείλονται στον συνυπολογισμό των τόκων υπερημερίας.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από καταστρατήγηση της διαδικασίας
28 Ο προσφεύγων-ενάγων προβάλλει ότι είναι μη προσήκον και αθέμιτο για την Επιτροπή να προβεί σε εξώδικο συμψηφισμό, ενώ θα μπορούσε να εγείρει το θέμα του συμψηφισμού ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων. Ο συμψηφισμός είναι ζήτημα που έπρεπε να έχει τεθεί και εξεταστεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας. Το γεγονός ότι η Επιτροπή παρέκαμψε την κατ’ αντιμωλία συζήτηση και τον δικαστικό έλεγχο, δρώντας εκπρόθεσμα και μονομερώς, μετά την έκδοση της αποφάσεως Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 12 ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
29 Ο προσφεύγων-ενάγων εκτιμά ότι, στις σχετικές με αγωγές αποζημιώσεως διαδικασίες, το ζήτημα του συμψηφισμού αποτελεί, τουλάχιστον κατά το αγγλικό δίκαιο, μέσο άμυνας το οποίο πρέπει να προβάλλεται προσηκόντως ενώπιον του δικαστηρίου που επιλήφθηκε της υποθέσεως. Σε αντίθετη περίπτωση, τα αιτούμενα ποσά, τα οποία ενδέχεται να επιδικαστούν από το δικαστήριο, μπορεί να μειωθούν ή ακόμη και να διαγραφούν.
30 Κατ’ αρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι απόφαση εισπράξεως με συμψηφισμό εκδοθείσα βάσει του άρθρου 73 του δημοσιονομικού κανονισμού και του άρθρου 83 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 1248/2006 της Επιτροπής, της 7ης Αυγούστου 2006 (ΕΕ L 227, σ. 3, στο εξής: κανόνες εφαρμογής).
31 Επιβάλλεται η διαπίστωση στη συνέχεια ότι η διαδικασία που προβλέπεται από τον δημοσιονομικό κανονισμό που οδηγεί στην έκδοση αποφάσεως περί εισπράξεως απαιτήσεως με συμψηφισμό δεν ορίζει ότι η Επιτροπή πρέπει προηγουμένως να γνωστοποιήσει την πρόθεσή της να προβεί σε δικαστικό συμψηφισμό απαιτήσεων.
32 Συγκεκριμένα, το άρθρο 73, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού προβλέπει ότι ο υπόλογος προβαίνει σε είσπραξη με συμψηφισμό και κατά το οφειλόμενο ποσό των δεόντως βεβαιωμένων από τον αρμόδιο διατάκτη απαιτήσεων των Κοινοτήτων έναντι κάθε οφειλέτη ο οποίος έχει και ο ίδιος απαίτηση κατά των Κοινοτήτων βέβαιη, εκκαθαρισμένη και ληξιπρόθεσμη.
33 Περαιτέρω, το άρθρο 71 του δημοσιονομικού κανονισμού ορίζει ότι ο αρμόδιος διατάκτης οφείλει, πρώτον, να βεβαιώσει την απαίτηση, δηλαδή να προσδιορίσει την ύπαρξη των οφειλών του οφειλέτη, να προσδιορίσει ή επαληθεύσει την ύπαρξη και το ποσό της οφειλής και να επαληθεύσει τους όρους υπό τους οποίους η οφειλή καθίσταται ληξιπρόθεσμη. Το άρθρο 79 των κανόνων εφαρμογής απαιτεί από τον διατάκτη να επαληθεύσει τον «βέβαιο χαρακτήρα» της απαίτησης, η οποία δεν πρέπει να εξαρτάται από όρους. Υποχρεούται επίσης να επαληθεύσει τον «εκκαθαρισμένο χαρακτήρα» της απαιτήσεως, το ποσό της οποίας πρέπει να είναι προσδιορισμένο σε χρήμα και με ακρίβεια, καθώς και τον «ληξιπρόθεσμο χαρακτήρα» της απαιτήσεως, η οποία δεν πρέπει να υπόκειται σε προθεσμία. Επιπλέον, το άρθρο 80 των κανόνων εφαρμογής ορίζει ότι κάθε βεβαίωση απαιτήσεως στηρίζεται στα δικαιολογητικά έγγραφα που πιστοποιούν τα δικαιώματα των Κοινοτήτων.
34 Δυνάμει του άρθρου 71, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού, κάθε απαίτηση που προσδιορίζεται ως «βεβαία, εκκαθαρισμένη και ληξιπρόθεσμη» πρέπει να βεβαιώνεται με ένταλμα είσπραξης εγχειριζόμενο στον υπόλογο, το οποίο εκδίδεται από τον αρμόδιο διατάκτη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 78, παράγραφος 2, των κανόνων εφαρμογής, το ένταλμα είσπραξης είναι η πράξη με την οποία ο διατάκτης δίνει εντολή στον υπόλογο να εισπράξει τη βεβαιωθείσα απαίτηση.
35 Επομένως, η Επιτροπή ορθώς υποστήριξε ότι δεν είχε υποχρέωση να προβάλει τον συμψηφισμό ως μέσο άμυνας στο πλαίσιο της διαδικασίας στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 12 ανωτέρω.
36 Επιπλέον, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η Επιτροπή, αποφασίζοντας να προβεί σε είσπραξη με συμψηφισμό βάσει του άρθρου 73 του δημοσιονομικού κανονισμού, ουδόλως προσέβαλε τα δικονομικά δικαιώματα του προσφεύγοντος. Συγκεκριμένα, ο προσφεύγων-ενάγων είχε τη δυνατότητα να κάνει χρήση των δικονομικών του δικαιωμάτων με τρεις τρόπους. Πρώτον, είχε τη δυνατότητα να αναιρεσιβάλει την απόφαση Walton κατά Επιτροπής, σκέψη 4 ανωτέρω, προκειμένου να προσβάλει τη διαπίστωση ότι η συμπεριφορά του ισοδυναμούσε με λύση της συμβάσεώς του εργασίας. Δεύτερον, είχε τη δυνατότητα να προσβάλει την απόφαση που διέτασσε την αναγκαστική είσπραξη. Τρίτον, μπορούσε να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής της 16ης Νοεμβρίου 2007 περί εισπράξεως με συμψηφισμό του ποσού των 36 551,58 ευρώ που της όφειλε (βλ. σκέψη 25 ανωτέρω), το οποίο και έπραξε εν προκειμένω.
37 Επομένως, ο προσφεύγων-ενάγων δεν μπορεί να προσάψει βασίμως στην Επιτροπή ότι απέφυγε τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας του συμψηφισμού των απαιτήσεων.
38 Κατόπιν των προεκτεθέντων, η Επιτροπή δεν διέπραξε «κατάχρηση διαδικασίας». Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
39 Ο προσφεύγων-ενάγων προβάλλει ότι η Επιτροπή του δημιούργησε βάσιμη προσδοκία ότι θα του κατέβαλε το σύνολο των ποσών που περιλαμβάνονταν στον πίνακα που απεστάλη με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της 31ης Ιουλίου 2007 (βλ. σκέψη 17 ανωτέρω).
40 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, κάθε ιδιώτης ευρισκόμενος σε κατάσταση από την οποία προκύπτει ότι η κοινοτική διοίκηση του δημιούργησε, παρέχοντάς του σαφείς διαβεβαιώσεις, βάσιμες προσδοκίες, έχει το δικαίωμα να επικαλεσθεί την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Κατ’ αρχήν, κανείς δεν μπορεί να επικαλείται παραβίαση της αρχής αυτής ελλείψει συγκεκριμένων διαβεβαιώσεων εκ μέρους της διοικήσεως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 24ης Νοεμβρίου 2005, C‑506/03, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 58, και της 22ας Ιουνίου 2006, C‑182/03 και C‑217/03, Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑5479, σκέψη 147· απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Οκτωβρίου 2002, T‑346/99 έως T‑348/99, Diputación Foral de Álava κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑4259, σκέψη 93).
41 Εν προκειμένω, η Επιτροπή ουδέποτε παρέσχε συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις για το ότι δεν θα προέβαινε σε συμψηφισμό των απαιτήσεων. Συγκεκριμένα, η ηλεκτρονική επιστολή της της 31ης Ιουλίου 2007, την οποία επικαλείται ο προσφεύγων, δεν περιέχει καμία σχετική υπόσχεση ή διαβεβαίωση. Η εν λόγω επιστολή αφορούσε μόνον την ακρίβεια των υπολογισμών που έγιναν για το σύνολο των προσφευγόντων στη διαδικασία επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 12 ανωτέρω. Η ηλεκτρονική αυτή επιστολή δεν αφορούσε τη συγκεκριμένη περίπτωση της διαφοράς μεταξύ της Επιτροπής και του προσφεύγοντος και δεν περιέχει καμία νύξη σχετικά με τους τρόπους εισπράξεως των απαιτήσεων της Κοινότητας. Η επίμαχη ηλεκτρονική επιστολή δεν μπορούσε επομένως να δημιουργήσει στον προσφεύγοντα βάσιμη προσδοκία για το ότι η Επιτροπή δεν θα προέβαινε σε συμψηφισμό.
42 Το ίδιο ισχύει και για τη δήλωση στην οποία προέβη η Επιτροπή κατόπιν της υποβολής των νέων, συνοδευόμενων από αριθμητικά στοιχεία, αιτημάτων της στη διαδικασία στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 12 ανωτέρω. Με τη δήλωση αυτή, την οποία το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη του στη σκέψη 19 της εν λόγω αποφάσεως, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι παραιτείται από το αίτημα συμψηφισμού που είχε προβάλει στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας και ότι δεν συνέτρεχε λόγος να αποφανθεί το Πρωτοδικείο επ’ αυτού. Η δήλωση αυτή δεν σημαίνει ωστόσο ότι η Επιτροπή παραιτήθηκε από το δικαίωμά της να προβεί σε είσπραξη της απαιτήσεως της Κοινότητας από τον προσφεύγοντα-ενάγοντα με συμψηφισμό εκτός της εν λόγω διαδικασίας.
43 Ο προσφεύγων-ενάγων δεν προσδιόρισε επομένως καμία συγκεκριμένη υπόσχεση ή διαβεβαίωση που θα μπορούσε να του δημιουργήσει τη βάσιμη προσδοκία ότι η Επιτροπή δεν θα προέβαινε σε είσπραξη με συμψηφισμό. Επομένως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από σφάλματα όσον αφορά τη βάση του συμψηφισμού
44 Ο προσφεύγων αμφισβητεί τη νομιμότητα του συμψηφισμού απαιτήσεων στον οποίο προέβη η Επιτροπή. Όσον αφορά το χρεωστικό σημείωμα της Επιτροπής της 24ης Ιανουαρίου 2001, υποστηρίζει ότι το εν λόγω χρεωστικό σημείωμα είναι προγενέστερο της αποφάσεως Walton κατά Επιτροπής, σκέψη 4 ανωτέρω, και είχε ως βάση του την απόλυση. Περαιτέρω, προβάλλει ότι, στον βαθμό που το Πρωτοδικείο εκτίμησε ότι η απόφαση απολύσεως ήταν ανίσχυρη, δεν ήταν δυνατό να εκδοθεί χρεωστικό σημείωμα με βάση την απόλυση. Καταλήγει ότι το χρεωστικό σημείωμα της Επιτροπής της 24ης Ιανουαρίου 2001 είναι άκυρο και δεν παράγει αποτελέσματα.
45 Ο προσφεύγων-ενάγων παρατηρεί, επικουρικώς, ότι πριν από το χρεωστικό σημείωμα της Επιτροπής της 24ης Ιανουαρίου 2001 δεν εκδόθηκε απόφαση βεβαιώσεως της απαιτήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 71 του δημοσιονομικού κανονισμού, οπότε δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις συμψηφισμού, κατά την έννοια του άρθρου 73 του ίδιου κανονισμού.
46 Όσον αφορά το χρεωστικό σημείωμα της Επιτροπής της 27ης Νοεμβρίου 2003, ο προσφεύγων-ενάγων προβάλλει ότι ο συμψηφισμός δεν μπορεί να έχει ως βάση του το εν λόγω χρεωστικό σημείωμα, διότι δεν είχε πρόσβαση στα δύο σημειώματα του φακέλου στα οποία παραπέμπει το εν λόγω χρεωστικό σημείωμα. Η άρνηση της Επιτροπής να του κοινοποιήσει τα σημειώματα αυτά του φακέλου συνιστά επίσης παράβαση των διατάξεων του άρθρου 60, παράγραφος 4, του δημοσιονομικού κανονισμού σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 48, 49 και 80 των κανόνων εφαρμογής. Η εν λόγω πλάνη περί το δίκαιο συνεπάγεται τέλος την ακύρωση της απαιτήσεως, κατά το άρθρο 88 των κανόνων εφαρμογής.
47 Έτσι, ο προσφεύγων αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, την ύπαρξη των απαιτήσεων τις οποίες συνυπολόγισε η Επιτροπή κατά τον συμψηφισμό.
48 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα επίμαχα ποσά περιλαμβάνονται τόσο στα χρεωστικά σημειώματα της Επιτροπής της 24ης Ιανουαρίου 2001 και της 27ης Νοεμβρίου 2003 όσο και στην απόφαση αναγκαστικής εισπράξεως.
49 Πάντως, χωρίς να χρειάζεται να καθοριστεί αν τα χρεωστικά σημειώματα της Επιτροπής της 24ης Ιανουαρίου 2001 και της 27ης Νοεμβρίου 2003 ή η απόφαση αναγκαστικής εισπράξεως αποτελούν πράξεις δεκτικές προσβολής κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, επιβάλλεται η διαπίστωση, εν πάση περιπτώσει, ότι ο προσφεύγων-ενάγων δεν άσκησε καμία προσφυγή ακυρώσεως κατά των εν λόγω πράξεων εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο αυτό δίμηνης προθεσμίας.
50 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο προσφεύγων-ενάγων δεν μπορεί, στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, να αμφισβητήσει τις απαιτήσεις επί των οποίων βασίστηκαν τα χρεωστικά σημειώματα της Επιτροπής της 24ης Ιανουαρίου 2001 και της 27ης Νοεμβρίου 2003 και η απόφαση αναγκαστικής εισπράξεως.
51 Επομένως, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από σφάλματα κατά τον υπολογισμό του συμψηφισμού όσον αφορά τους τόκους
52 Ο προσφεύγων-ενάγων αμφισβητεί τον τρόπο του συμψηφισμού στον οποίο προέβη η Επιτροπή, όσον αφορά τον συνυπολογισμό των τόκων υπερημερίας. Κατ’ αυτόν, ο εν λόγω συμψηφισμός έπρεπε να γίνει στις ημερομηνίες κατά τις οποίες τα φερόμενα ως οφειλόμενα εκ μέρους του στην Επιτροπή ποσά κατέστησαν απαιτητά, χωρίς να συνυπολογιστούν οι τόκοι υπερημερίας.
53 Ο προσφεύγων-ενάγων παρατηρεί ότι, σύμφωνα με την απόφαση Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 12 ανωτέρω, το κυρίως ποσό που του όφειλε η Επιτροπή έπρεπε να καταβληθεί σ’ αυτόν το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1999. Μετά την ημερομηνία αυτή, έπρεπε να του καταβληθούν τόκοι υπερημερίας με επιτόκιο 5,25 %. Οι απαιτήσεις της Κοινότητας κατ’ αυτού δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα, κατά τις καταληκτικές ημερομηνίες των δύο χρεωστικών σημειωμάτων, δηλαδή στις 31 Μαρτίου 2001 και στις 11 Ιανουαρίου 2004. Η Επιτροπή έπρεπε, επομένως, να προβεί σε συμψηφισμό σε δύο στάδια. Ο προσφεύγων εκτιμά ότι η Επιτροπή έπρεπε να προβεί σε έναν πρώτο συμψηφισμό του ποσού των 13 104,14 ευρώ που όφειλε στην Κοινότητα με το ποσό που η Κοινότητα του όφειλε στις 31 Μαρτίου 2001 και σε ένα δεύτερο συμψηφισμό του ποσού των 13 815,16 ευρώ το οποίο όφειλε στην Κοινότητα με τα ποσά που αυτή του όφειλε ακόμη στις 11 Ιανουαρίου 2004.
54 Συναφώς, ο προσφεύγων-ενάγων προβάλλει ότι η Επιτροπή δεν ακολούθησε αυτόν τον τρόπο συμψηφισμού, αλλά συμψήφισε τα συνολικά ποσά που περιελάμβαναν τους τόκους υπερημερίας. Υποστηρίζει ότι η Επιτροπή αύξησε έτσι τις απαιτήσεις της Κοινότητας εναντίον του εφαρμόζοντας επιτόκιο υψηλότερο από εκείνο που ίσχυε για τη δική του απαίτηση κατά της Κοινότητας, στον βαθμό που τα επιτόκια που ζητούσε η Κοινότητα ήταν υψηλότερα από εκείνα που όριζε η απόφαση Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 12 ανωτέρω. Έτσι, η Επιτροπή είχε οικονομικό συμφέρον να καθυστερήσει τη διαδικασία εισπράξεως.
55 Με τον λόγο αυτόν, ο προσφεύγων-ενάγων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η απαίτησή του κατά της Κοινότητας είναι προγενέστερη από την απαίτηση της Κοινότητας κατ’ αυτού και ότι ο συμψηφισμός πρέπει να έχει αναδρομικό αποτέλεσμα. Κατ’ αυτόν, ο συμψηφισμός έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση των απαιτήσεων από τη στιγμή που πληρούνται οι συνθήκες για τη διενέργειά του.
56 Η Επιτροπή εκτιμά ότι οι απαιτήσεις της Κοινότητας κατά του προσφεύγοντος-ενάγοντος είχαν καταστεί βέβαιες και εκκαθαρισμένες πριν από τη δική του απαίτηση κατ’ αυτής. Τα ποσά που αυτός όφειλε στην Κοινότητα ήταν γνωστά το 2000. Η Επιτροπή εκτιμά ότι οι απαιτήσεις της Κοινότητας κατά του προσφεύγοντος-ενάγοντος κατέστησαν βέβαιες και εκκαθαρισμένες από τον Αύγουστο του 2005 το αργότερο, όταν έληξε η προθεσμία προσφυγής κατά της αποφάσεως αναγκαστικής εισπράξεως. Αντιθέτως, το ποσό που όφειλε η Κοινότητα στον προσφεύγοντα-ενάγοντα δεν ήταν γνωστό πριν από τον Ιούλιο του 2007. Το γεγονός ότι το ποσό που επιδικάστηκε στον προσφεύγοντα-ενάγοντα περιλαμβάνει τόκους από τις 31 Δεκεμβρίου 1999 δεν ασκεί επιρροή, διότι το συνολικό ποσό των τόκων δεν μπορούσε να υπολογιστεί πριν γίνει γνωστό το κυρίως ποσό.
57 Πρέπει να υπομνησθεί, πρώτον, ότι οι προϋποθέσεις της εισπράξεως απαιτήσεως με συμψηφισμό και η σχετική διαδικασία διέπονται από τον προαναφερθέντα δημοσιονομικό κανονισμό και από τους κανόνες εφαρμογής του (βλ. σκέψεις 30 έως 34 ανωτέρω).
58 Όπως προκύπτει από το άρθρο 73, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του δημοσιονομικού κανονισμού και από τα άρθρα 79 και 83 των κανόνων εφαρμογής, για να υπάρχει δυνατότητα συμψηφισμού μεταξύ των αμοιβαίων απαιτήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του αντιδίκου της πρέπει αυτές να είναι, πρώτον, βέβαιες, δηλαδή να μην εξαρτώνται από όρους, δεύτερον, εκκαθαρισμένες, δηλαδή το ποσό τους πρέπει να είναι προσδιορισμένο σε χρήμα και με ακρίβεια, και, τρίτον, ληξιπρόθεσμες, δηλαδή δεν πρέπει να υπόκεινται σε προθεσμία.
59 Πρέπει, επομένως, να προσδιοριστεί ο χρόνος κατά τον οποίο πληρώθηκαν οι προϋποθέσεις αυτές για καθεμία από τις οικείες απαιτήσεις εν προκειμένω.
60 Όσον αφορά την απαίτηση της Κοινότητας κατά του προσφεύγοντος-ενάγοντος, δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή απέστειλε ένα πρώτο χρεωστικό σημείωμα στις 24 Ιανουαρίου 2001 και ένα δεύτερο στις 27 Νοεμβρίου 2003 και ότι ο προσφεύγων-ενάγων δεν κατέβαλε τα αιτούμενα ποσά εντός των προθεσμιών που ορίζονταν με τα εν λόγω σημειώματα, οι οποίες έτρεχαν μέχρι τις 31 Μαρτίου 2001 και τις 11 Ιανουαρίου 2004, αντιστοίχως. Η απαίτηση της Κοινότητας ήταν επομένως, εν πάση περιπτώσει, βεβαία, εκκαθαρισμένη και ληξιπρόθεσμη κατά τη λήξη των προθεσμιών αυτών.
61 Όσον αφορά την απαίτηση του προσφεύγοντος-ενάγοντος κατά της Κοινότητας, παρατηρείται, πρώτον, ότι η απαίτηση αυτή αποτελείται από την αποζημίωση την οποία υποχρεώθηκε η Επιτροπή να καταβάλει στον προσφεύγοντα-ενάγοντα με την παρεμπίπτουσα απόφαση Eagle, σκέψη 8 ανωτέρω, με την οποία το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ευθύνης της Κοινότητας έναντι αυτού. Πρέπει να υπομνησθεί στη συνέχεια ότι, κατά την έκδοση αυτής της παρεμπίπτουσας αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το ύψος της οφειλόμενης στον προσφεύγοντα-ενάγοντα αποζημιώσεως και ότι η διαδικασία έπρεπε να συνεχιστεί για να προσδιοριστεί το ακριβές ποσό. Τέλος, το ποσό αυτό έγινε γνωστό μόνον κατά την ημερομηνία της εκδόσεως της αποφάσεως Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 12 ανωτέρω, στις 12 Ιουλίου 2007. Κατά συνέπεια η απαίτηση του προσφεύγοντος-ενάγοντος κατά της Κοινότητας κατέστη εκκαθαρισμένη μόνον κατά την ημερομηνία αυτή.
62 Υπό τις συνθήκες αυτές, μολονότι το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως δεν διακόπτει τον τοκισμό του οφειλόμενου από την Κοινότητα ποσού κατά την ημερομηνία αυτή, στον βαθμό που επιτρέπει να συνεχίζουν να τρέχουν οι τόκοι μέχρι την καταβολή της αποζημιώσεως, εντούτοις η απαίτηση του προσφεύγοντος-ενάγοντος κατ’ αυτής κατέστη βεβαία, εκκαθαρισμένη και ληξιπρόθεσμη στις 12 Ιουλίου 2007.
63 Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη που υποστήριξε ο προσφεύγων κατά την οποία η απαίτησή του είναι προγενέστερη των απαιτήσεων της Κοινότητας κατ’ αυτού.
64 Δεύτερον, παρά την απουσία ρητής διατάξεως συναφώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο συμψηφισμός που προβλέπει ο δημοσιονομικός κανονισμός έχει αναδρομικό αποτέλεσμα, όπως προβάλλει ο προσφεύγων-ενάγων, οπότε αποσβένει τις οικείες απαιτήσεις από τη στιγμή που πληρούνται οι προϋποθέσεις διενέργειάς του.
65 Συγκεκριμένα, κατά το σύστημα του άρθρου 73 του δημοσιονομικού κανονισμού και του άρθρου 83 των κανόνων εφαρμογής, ο διατάκτης πρέπει να προβεί στον συμψηφισμό αφού ενημερώσει σχετικά τον οφειλέτη, όταν αυτός δεν εκτελεί την υποχρέωσή του οικειοθελώς.
66 Το αναδρομικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού κατά την ημερομηνία κατά την οποία συγκεκριμενοποιείται η υποχρέωση του διατάκτη παρέχει τη δυνατότητα να αποφευχθεί, σύμφωνα με τα συστήματα που αναγνωρίζονται από τις έννομες τάξεις των περισσοτέρων κρατών μελών, το να φέρει ο οφειλέτης τις ενδεχόμενες επιζήμιες συνέπειες, ιδίως όσον αφορά τους τόκους υπερημερίας, λόγω της διαφοράς μεταξύ του χρόνου από του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη διενέργεια του συμψηφισμού και του χρόνου κατά τον οποίο πράγματι διενεργήθηκε.
67 Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν προέβη σε συμψηφισμό ισχύοντα από τις 12 Ιουλίου 2007, ημερομηνία κατά την οποία πληρώθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 73 του δημοσιονομικού κανονισμού για τη διενέργεια του συμψηφισμού, αλλά στις 8 Νοεμβρίου 2007, ημερομηνία προγενέστερη της αποστολής της επιστολής της 9ης Νοεμβρίου 2007. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το επισυναπτόμενο στην επιστολή εκείνη έγγραφο, τα συμψηφιζόμενα ποσά περιελάμβαναν τους τόκους για το διάστημα μετά τις 12 Ιουλίου 2007.
68 Επομένως, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 73 του δημοσιονομικού κανονισμού, όπως έχει ερμηνευθεί στις σκέψεις 64 έως 65 ανωτέρω. Πρέπει επομένως να γίνει εν μέρει δεκτός ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως και, ως εκ τούτου, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στον βαθμό που περιλαμβάνει στα συμψηφισθέντα ποσά τόκους για το διάστημα μετά τις 12 Ιουλίου 2007.
Επί των δικαστικών εξόδων
69 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων.
70 Δεδομένου ότι η προσφυγή-αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, αποφασίζεται, κατ’ ορθή εκτίμηση των επίδικων περιστατικών, ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής της 16ης Νοεμβρίου 2007 στον βαθμό που στα συμψηφισθέντα ποσά περιλαμβάνει τόκους για το διάστημα μετά τις 12 Ιουλίου 2007.
2) Οι διάδικοι φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Pelikánová
Jürimäe
Van der Woude
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 8 Νοεμβρίου 2011.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Top