Avis juridique important
82/861/EOK: Απόφαση της Επιτροπής της 10ης Δεκεμβρίου 1982 σχετικά με διαδικασία του άρθρου 86 της συνθήκης EOK (IV/29. 877 British Telecommunications) (Το κείμενο στην αγγλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 360 της 21/12/1982 σ. 0036 - 0043
*****
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 10ης Δεκεμβρίου 1982
σχετικά με διαδικασία του άρθρου 86 της συνθήκης ΕΟΚ (ΙV /29.877 - British Telecommunications)
(Το κείμενο στην αγγλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)
(82/861/ΕΟΚ)
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας,
τον κανονισμό αριθ. 17 του Συμβουλίου της 6ης Φεβρουαρίου 1982 πρώτο κανονισμό εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχωρήσως της Ελλάδας, και ιδίως το άρθρο 3,
την αίτηση που της κατατέθηκε σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού αριθ. 17 του Συμβουλίου από την Telespeed Services Limited εναντίον του United Kingdom Post Office, στις 22 Ιουνίου 1979,
την απόφαση της 18ης Απριλίου 1980, να κινήσει τη διαδικασία για την υπόθεση αυτή,
αφού έδωσε στο United Kingdom Poste Office την ευκαιρία να γνωστοποιήσει την άποψή του, όσον αφορά τις αιτιάσεις που ελήφθησαν υπόψη από την Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του κανονισμού αριθ. 17 του Συμβουλίου και τις διατάξεις του κανονισμού αριθ. 99/63/ΕΟΚ της Επιτροπής της 25ης Ιουλίου 1963 (2) περί των ακροάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 19 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού αριθ. 17 του Συμβουλίου,
αφού ζήτησε την γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής Συμπράξεων και Δεσποζουσών Θέσεων,
Εκτιμώντας:
Ι. ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Α. British Telecommunications
(1) Η British Telecommunications είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που έχει συσταθεί βάσει του νόμου των τηλεπικοινωνιών (Telecommunications Act) του 1981, νομοθέτημα του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου.
(2) Η British Telecommunications εχει, βάσει του νόμου των τηλεπικοινωνιών του 1981, την εκ του νόμου υποχρέωση να παρέχει υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών και το εκ του νόμου μονοπώλιο του να διαχειρίζεται τα συστήματα τηλεπικοινωνιών σε όλη την επικράτεια του Ηνωμένου Βασιλείου.
(3) Κατά το μεγαλύτερο διάστημα στο οποίο έλαβαν χώρα οι δραστηριότητες που περιγράφονται κατωτέρω, οι υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών που παρέχονται τώρα από την British Telecommunications παρήχοντο από το Ταχυδρομείο (Post Office) του Ηνωμένου Βασιλείου σύμφωνα με τον νόμο περί Ταχυδρομείων ( Post Office Act) του 1969, επίσης νομοθέτημα του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου. Η British Telecommunications ανέλαβε τα καθήκοντα του Ταχυδρομείου του Ηνωμένου Βασιλείου για τις υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών από την 1η Οκτωβρίου του 1981, σύμφωνα με τον νόμο των τηλεπικοινωνιών του 1981.
(4) Η θέσπιση του νόμου των τηλεπικοινωνιών του 1981 αποτελούσε μέρος των μέτρων που είχε αναλάβει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου με σκοπό την ενθάρρυνση του ανταγωνισμού στο πεδίο των τηλεπικοινωνιών.
(5) Τόσο η British Telecommunications οσο και το Ταχυδρομείο ( Post Office) του Ηνωμένου Βασιλείου θα αναφέρονται στο εξής ως « ΒΤ».
Β. Η διεθνής Σύμβαση και η Διεθνής Ένωση Τηλεπικοινωνιών
(6) Όλα τα Κράτη μέλη της ΕΟΚ έχουν υπογράψει τη Διεθνή Σύμβαση τηλεπικοινωνιών (ITC), που καθορίζει τους στόχους και τη διάρθρωση της Διεθνούς Ενώσεως τηλεπικοινωνιών (ITU). Η Διεθνής Τηλεγραφική και Τηλεφωνική Συμβουλευτική Επιτροπή ( International Telegraph and Telephone Consultative Committee) ( CCITT) είναι ένα από τα μόνιμα όργανα της ITU.
(7) Σύμφωνα με το άρθρο 11.1 (2) της ITC, τα καθήκοντα της CCITT είναι η μελέτη τεχνικών, επιχειρησιακών και κοστολογικών προβλημάτων που σχετίζονται με την τηλεγραφία και την τηλεφωνία και η έκδοση συστάσεων για αυτά. Μέλη της CCITT είναι οι διοικήσεις τηλεπικοινωνιών όλων των χωρών μελών της ITU, ex officio, και οποιοσδήποτε αναγνωρισμένος ιδιωτικός φορέας ( private operating agency), ο οποίος, με την έγκριση της χώρας μέλους που την έχει αναγνωρίσει, εκφράσει την επιθυμία να συμμετάσχει στις εργασίες της Επιτροπής. Η ΒΤ είναι αναγνωρισμένος ιδιωτικός φορέας.
(8) Βάσει του άρθρου 44 της ITC, τα μέλη υποχρεούνται να τηρούν τις διατάξεις της συμβάσεως, καθώς και τους διοικητικούς κανονισμούς, και να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την επιβολή της τηρήσεως αυτών των διατάξεων στους ιδιωτικούς φορείς που έχουν αναγνωρισθεί από τα μέλη της συμβάσεως για την ίδρυση και τη λειτουργία συστημάτων τηλεπικοινωνιών, και οι οποίοι ασχολούνται με τις διεθνείς τηλεπικοινωνίες. Το άρθρο 1.1 (2) τόσο των τηλεγραφικών κανονισμών όσο και των τηλεφωνικών κανονισμών προβλέπει ότι «κατά την εφαρμογή των αρχών των κανονισμών, οι διάφορες διοικήσεις (ή οι αναγνωρισμένοι ιδιωτικοί φορείς) καλό θα ήταν να συμμορφωθούν με τις συστάσεις της CCITT, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε οδηγιών που αποτελούν μέρος αυτών των συστάσεων, για θέματα που δεν καλύπτονται από τους κανονισμούς».
Γ. Αναμετάδοση τηλεφωνικών μηνυμάτων και μηνυμάτων τέλεξ στο Ηνωμένο Βασίλειο
(9) Τα τέλη, οι όροι και οι προϋποθέσεις που αφορούν τις υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών στο Ηνωμένο Βασίλειο καθορίσθηκαν από την ΒΤ σε «προγράμματα» (Schemes) που συστάθηκαν βάσει του τμήματος 28 του νόμου των Ταχυδρομείων του 1969 και του τμήματος 21 του νόμου των τηλεπικοινωνιών του 1981 αντιστοίχως.
α) Το πρόγραμμα τέλεξ του 1971
(10) Το πρόγραμμα τέλεξ του Ταχυδρομείου του 1971 συμπεριελάμβανε την κατωτέρω διάταξη, η οποία, εκ των πραγμάτων, απαγόρευε την λειτουργία φορέων μεταδόσεως εμπορικών μηνυμάτων:
«21. (2) Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά από κάποια άδεια που παραχωρείται από το Ταχυδρομείο στο συνδρομητή (τέλεξ) ή αν υπάρχει γραπτή συναίνεση του Ταχυδρομείου, ούτε ο συνδρομητής ούτε οποιοσδήποτε άλλος γίνεται δεκτός είτε άμεσα είτε έμμεσα με αντάλλαγμα ή καθοιονδήποτε τρόπο, προκειμένου να χρησιμοποιήσει την εγκατάσταση του συνδρομητή εκ μέρους τρίτου ή για λογαριασμό τρίτου εκτός από τον ίδιο τον συνδρομητή (. . .).»
β) Τα Προγράμματα Τ7/1975 και Τ1/1976
(11) Αναγνωρίζοντας το γεγονός ότι οι φορείς μεταδόσεως μηνυμάτων μπορούν να αποβούν χρήσιμοι για την πελατεία του Ηνωμένου Βασιλείου, η ανωτέρω διάταξη αντικαταστάθηκε στο πρόγραμμα τέλεξ του Ταχυδρομείου (Post Office Telex Scheme) του 1975 (πρόγραμμα Τ7/1975) με την παράγραφο 43 (2), η οποία, μεταξύ άλλων, προέβλεπε ότι «ενας συνδρομητής μπορεί να χρησιμοποιεί την εγκατάσταση του (τέλεξ) προκειμένου να μεταδίδει και να λαμβάνει μηνύματα εκ μέρους τρίτων και μπορεί να επιτρέπει σε τρίτους να χρησιμοποιούν την εγκατάστασή του με σκοπό την μετάδοση και την λήψη μηνυμάτων για λογαρισμό τους». Μία προϋπόθεση που απαιτούσε η παράγραφος 43 (2) (β) (iii) ήταν ότι «οποιοδήποτε ποσό χρεωνόταν από τον συνδρομητή σε σχέση με την λήψη και την μετάδοση μηνύματος, το οποίο και προερχόταν και μετεδίδετο εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου ή της νήσου του Μάν, έπρεπε να μην είναι τέτοιου ύψους, ώστε να επιτρέπει σε αυτόν που έστειλε το μήνυμα να το έχει στείλει φθηνότερα από ό,τι θα το είχε στείλει μέσω κλήσεως τέλεξ που θα είχε κάνει απευθείας στο πρόσωπο, στο οποίο τελικά απευθυνόταν το μήνυμα».
(12) Οι ανωτέρω διατάξεις επαναλήφθηκαν με τον τίτλο « Απαγόρευση εκχωρήσεως υπηρεσιών τέλεξ και χρήσεως εγκαταστάσεως τέλεξ», στην παράγραφο 70 (2) του Προγράμματος τηλεπικοινωνιών του Ταχυδρομείου (Post Office Telecommunication Scheme) του 1976 (πρόγραμμα Τ1/1976), το οποίο ίσχυε από την 1η Ιουνίου 1976 έως τις 20 Ιανουαρίου 1978.
(13) Όσον αφορά την παράγραφο 43 (2) (β) (iii) του προγράμματος Τ7/1975, η οποία στη συνέχεια αριθμήθηκε ως 70 (2) (β) (iii) στο πρόγραμμα Τ1/1976, η ΒΤ βρήκε ότι είναι διοικητικά αδύνατο να ελέγχει την κατάσταση, ώστε να διασφαλίζει ότι, για την κίνηση τέλεξ μεταξύ τρίτων κρατών, οι φορείς μεταδόσεως μηνυμάτων δεν επιδοτούσαν τις τιμές των άλλων κρατικών διοικήσεων.
γ) Οι φορείς μεταδόσεως μηνυμάτων
(14) Ορισμένα γραφεία τηλεπικοινωνιών που λειτουργούν στο Ηνωμένου Βασίλειο, επωφελούμενα των διατιμήσεων των τηλεπικοινωνιών που είναι χαμηλότερες στο Ηνωμένο Βασίλειο παρά σε ορισμένες άλλες χώρες της Ηπειρωτικής Ευρώπης, ιδίως για ό,τι αφορά τις σχέσεις με τη Βόρεια Αμερική (π.χ. εξαιτίας των διαφορών στις πολιτικές διατιμήσεως, όπως τα χαμηλότερα ενοίκια και το υψηλότερο κόστος κλήσεων, και στο πραγματικό κόστος), καθώς και των νομισματικών διακυμάνσεων, οι οποίες κατά καιρούς καθιστούν τις διατιμήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου ακόμη ελκυστικότερες, κατά την τελευταία δεκαετία ασχολούνται με την αναμετάδοση μηνυμάτων που προέρχονται και που απευθύνονται σε χώρες εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου. Υπάρχουν περίπου εκατό φορείς μεταδόσεως μηνυμάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο, και 11 από αυτούς πιστευόταν ότι ασχολούνταν με την αναμετάδοση των μηνυμάτων, μεταξύ τρίτων χωρών κατά την περίοδο της δημοσιεύσεως του προγράμματος Τ1/1978 (παρ. 16 εφεξής). Αυτοί οι φορείς μεταδόσεως μηνυμάτων
(i) προσφέρονται να λαμβάνουν μηνύματα μέσω τέλεξ από πρόσωπα ή από άλλους φορείς μεταδόσεως τέλεξ σε μία ξένη χώρα και να εκπέμπουν τα μηνύματα με τέλεξ σε πρόσωπα ή σε άλλους φορείς μεταδόσεως τέλεξ σε άλλες χώρες. Η υπηρεσία αυτή μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν το ίδιο μήνυμα (όπως η λεπτομερής περιγραφή αγαθών για τα οποία ζητούνται προσφορές) πρέπει να σταλεί σε μεγάλο αριθμό ξένων προορισμών· η (ii) δέχονται μηνύματα των πελατών τους υπό μορφήν στοιχείων ( data form) μέσω δημοσίων τηλεφωνικών συστημάτων από ηλεκτρονικούς υπολογιστές στο εξωτερικό (ιδίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες) και τα επαναπέμπουν σε άλλες χώρες σαν στοιχεία που πρόκειται να ληφθούν στον προορισμό τους με οπτική μορφή ( visual form), είτε δηλαδή σαν τυπωμένα μηνύματα είτε σαν εικόνες σε μονάδα οπτικής μεταδόσεως.
δ) Σύσταση της CCITT αριθ. F 60, Τμήμα 3.5
(15) Τον Οκτώβριο του 1976 η CCITT στη σύσταση F 60 για τις μεθόδους λειτουργίας τέλεξ, της οποίας το τμήμα 3.5, με τον τίτλο «Περιορισμός της χρήσεως ενός σταθμού τέλεξ» συμπεριελάμβανε τα ακόλουθα:
«Οι διοικήσεις και οι ανεγνωρισμένοι ιδιωτικοί φορείς θα αρνούνται να επιτρέψουν την χρήση της υπηρεσίας τέλεξ σε φορείς μεταδόσεως τηλεγραφημάτων, που είναι γνωστό ότι έχουν οργανωθεί με σκοπό να πέμπουν ή να δέχονται τηλεγραφήματα για αναμετάδοση με την μέθοδο της τηλεγραφίας, προσπαθώντας να αποφύγουν έτσι την πλήρη επιβάρυνση που θα οφειλόταν αν ακολουθείτο η κανονική οδός». «Οι διοικήσεις θα αρνούνται την παροχή διεθνών υπηρεσιών τέλεξ σε πελάτες των οποίων οι δραστηριότητες θα θεωρούνται ότι αποτελούν παράβαση των λειτουργιών της διοικήσεως κατά την παροχή δημοσίων υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών».
ε) Πρόγραμμα Τ1/1978
(16) Κατά την άμεση ή έμμεση εφαρμογή της συστάσεως της CCITT υπ' αριθμόν F 60, τμήμα 3.5, το πρόγραμμα Τ/11978 της ΒΤ που τέθηκε σε λειτουργία στις 21 Ιανουαρίου 1978, τροποποίησε το πρόγραμμα Τ/1976 ως εξής (αποσπάσματα):
«44 (2) (α) με εξαίρεση την περίπτωση της γραπτής συγκαταθέσεως του ταχυδρομείου, ένας (τηλεφωνικός) συνδρομητής που ασχολείται με την αποστολή και τη λήψη μηνυμάτων εξ ονόματος τρίτων μέσω της τηλεφωνικής του εγκαταστάσεως ή/καί επιτρέπει σε τρίτους να χρησιμοποιούν την τηλεφωνική του εγκατάσταση με σκοπό να αποστέλνουν και να δέχονται μηνύματα για λογαριασμό τους, δεν θα χρησιμοποιεί ή δεν θα επιτρέπει τη χρησιμοποίηση της τηλεφωνικής του εγκαταστάσεως με σκοπό να εκπέμπονται ή να λαμβάνονται μηνύματα από μέρος εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου και της νήσου του Μάν που προορίζονται να γίνουν τελικώς δεκτά με οπτική μορφή.»
«70 (2) (β) οποιοδήποτε μήνυμα (τέλεξ) που προέρχεται εκτός του Ηνωμένου Βσιλείου ή της νήσου του Μάν δεν θα επαναμεταδίδεται με προορισμό εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου και της νήσου του Μάν·
(γ) οποιοδήποτε μήνυμα που προέρχεται εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου και της νήσου του Μάν δεν θα αναμεταδίδεται με προορισμό εντός του Ηνωμένου Βασιλείου και της νήσου του Μάν, εκτός αν έχει ληφθεί σαν κλήση τέλεξ που έγινε κατευθείαν στη εγκατάσταση του συνδρομητή από αυτόν από τον οποίον προέρχεται το μήνυμα.(. . .)·
(δ) οποιοδήποτε μήνυμα που προέρχεται από το Ηνωμένο Βασίλειο ή από την νήσο του Μάν δεν θα αναμεταδίδεται με προορισμό εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου και της νήσου του Μάν, παρά μόνο εάν στέλνεται σαν κλήση τέλεξ που γίνεται από την εγκατάσταση του συνδρομητή κατευθείαν προς το πρόσωπο, για το οποίο τελικά απευθύνεται το μήνυμα, από αυτόν από τον οποίο προέρχεται το μήνυμα».
(17) Τον Αύγουστο του 1978 η ΒΤ έστειλε (τυποποιημένη) επιστολή σε όλους τους χειριστές των γραφείων επικοινωνιών στο Ηνωμένο Βασίλειο εφιστώντας την προσοχή τους στις ανωτέρω τροποποιήσεις και εξηγώντας ότι σημαίνουν, εν τέλει, ότι απαγορεύεται στους χειριστές ιδιωτικών φορέων να παρέχουν διεθνείς υπηρεσίες για τους πελάτες τους με τις οποίες:
- στέλλονται ή λαμβάνονται μηνύματα με μορφή στοιχείων διεθνώς δια τηλεφώνου και στη συνέχεια μετατρέπονται σε μηνύματα τηλεπικοινωνιών για να γίνονται δεκτά με μορφή τέλεξ, ραδιοτηλεφωτογραφίας, γραπτά ή με άλλη οπτική μορφή·
- μεταδίδονται μηνύματα τέλεξ υπό διαμετακόμιση (in transit) μεταξύ μερών εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου και της νήσου του Μάν ·
- στέλνονται μηνύματα τέλεξ ή λαμβάνονται μηνύματα τέλεξ μέσω άλλων φορέων μεταδόσεως μηνυμάτων.
(18) Η ΒΤ εξήγησε επίσης σ' αυτή την τυποποιημένη επιστολή ότι «πράγματι, είναι επειδή έχουμε επιτύχει να κρατήσουμε τη διατίμηση των διεθνών τέλεξ μας τόσο χαμηλή - πολύ χαμηλότερη από ό,τι σε άλλες χώρες - που προτιμούν οι άλλες χώρες να αποστέλουν τα μηνύματά τους τέλεξ μέσω φορέων αυτής της χώρας. (. . .). Οι δραστηριότητες, των φορέων που προσελκύουν μηνύματα τέλεξ από άλλες χώρες για να τα μεταδώσουν από το Ηνωμένο Βασίλειο σε κάποια τρίτη χώρα προκαλούν σημαντικές απώλειες εισοδημάτων στις άλλες χώρες και παραβιάζουν τις διεθνείς συμφωνίες επί των οποίων βασίζεται η παγκόσμια συνεργασία στις τηλεπικοινωνίες. Επομένως θέτουν σε κίνδυνο τις συμφωνίες που έχουμε διαπραγματευθεί με τις άλλες χώρες καί, ως εκ τούτου, τη χαμηλή διατίμηση που χρεώνουμε προς το παρόν στους πελάτες μας στο Ηνωμένο Βασίλειο». (19) Η ΒΤ έγραψε μία περαιτέρω επιστολή στους φορείς εκείνους που πίστευε ότι μετέδιδαν τα μηνύματα μεταξύ των συνδρομητών τέλεξ των τρίτων χωρών. Ζητήθηκε γραπτή διαβεβαίωση που να αναφέρει ότι κατανοούσαν και συμμορφώνονταν με τις νέες διατάξεις. Εννέα από τους δώδεκα αποδέκτες έδωσαν μια τέτοια διαβεβαίωση.
(20) Η ΒΤ δήλωσε στην Επιτροπή ότι πιεζόταν από ορισμένες άλλες εθνικές αρχές τηλεπικοινωνιών να εμποδίσει την αναμετάδοση των μηνυμάτων τέλεξ μεταξύ τρίτων χωρών μέσω των φορέων μεταδόσεως μηνυμάτων του Ηνωμένου Βασιλείου και ότι είχε επιβάλει τους περιορισμούς προκειμένου, κατά τη γνώμη της, να ανταποκριθεί στις διεθνείς υποχρεώσεις της προς τις άλλες διοικήσεις τηλεπικοινωνιών.
(21) Η παράγραφος 11 (1) του προγράμματος Τ1/1976 προβλέπει ότι αν ένας συνδρομητής «δεν τηρεί ή δεν εκτελεί οποιαδήποτε από τις διατάξεις του προγράμματος, ή οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του που προκύπτουν από αυτό, το Ταχυδρομείο δύναται (επιφυλασσόμενο οποιουδήποτε άλλου δικαιώματος ή ενδίκου μέσου):
(α) χωρίς προειδοποίηση να αποσυνδέσει προσωρινά οποιαδήποτε εγκατάσταση ή οποιοδήποτε μέρος εγκαταστάσεως·
(β) να παύσει να παρέχει υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών άνευ διατυπώσεων, αφού δηλώσει την πρόθεσή του να τερματίσει τις υπηρεσίες που παρέχονται σύμφωνα με το πρόγραμμα».
Η ΒΤ είχε υποστηρίξει ότι έχει το δικαίωμα να αποσυνδέσει τις εγκαταστάσεις αυτών των φορέων που επιμένουν να αγνοούν τις απαγορεύσεις του προγράμματος, αλλά δεν έχει επιχειρήσει να επιβάλει αυτούς τους περιορισμούς λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα.
(22) Στις 22 Ιουνίου 1979, η Telespeed Services Limited, ενας από τους φορείς μεταδόσεως μηνυμάτων του Ηνωμένου Βασιλείου τον οποίο αφορούν οι απαγορεύσεις της ΒΤ της 21ης Ιανουαρίου 1978, κατέθεσε αίτηση, βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού αριθ. 17, ζητώντας από την Επιτροπή να διαπιστώσει την παραβίαση των άρθρων 85 παράγραφος 1 ή 86 της συνθήκης ΕΟΚ και να ζητήσει από την ΒΤ να θέσει τέρμα σ' αυτή την παραβίαση. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η πραγματική συνέπεια της απαγορεύσεως της ΒΤ είναι η απαγόρευση της αναμεταδόσεως, από ένα χειριστή τέλεξ του Ηνωμένου Βασιλείου, μηνυμάτων που προέρχονται εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου σε προορισμούς εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου ακόμη και όταν δεν τίθεται θέμα να χρεώνονται ή να ισχύουν χαμηλότερα τέλη. Καθόσον γνωρίζει ο προσφεύγων, τα τέλη που χρεώνει είναι τα ίδια ή υψηλότερα από αυτά που ισχύουν στις χώρες των πελατών του στην ΕΟΚ.
(23) Το Νοέμβρίο του 1981 η ΒΤ ανακάλεσε και αντικατέστησε όλα τα προηγούμενα προγράμματα με το Πρόγραμμα Τηλεπικοινωνιών του 1981. Οι διατάξεις των παραγράφων 44 (2) (α) και 70 (2) (β) του προγράμματος Τ1/1978 μεταφέρθηκαν στο πρόγραμμα 1981 και επαναριθμήθηκαν ως παραγράφοι 51 (2) (α) και 82 (2) (α) αντίστοιχα.
(24) Στις 22 Οκτωβρίου 1982 η ΒΤ έγραφε τα παρακάτω στην Επιτροπή: «γίνεται τώρα δεκτό ότι, στο πλαίσιο αυτής της υποθέσεως, η Σύσταση της CCITT βρίσκεται σε άμεση σύγκρουση με τα άρθρα 85 παράγραφος 1 και 86 της Συνθήκης της Ρώμης. Κατά συνέπεια, η ΒΤ έχει αποφασίσει μονομερώς να αποσύρει τους συγκεκριμένους περιορισμούς και θα τροποποιήσει το Πρόγραμμα Τηλεπικοινωνιών αναλόγως, καθώς και θα πληροφορήσει τις άλλες διοικήσεις φορέων μεταδόσεως μηνυμάτων του Ηνωμένου Βασιλείου γι ' αυτή την απόφαση».
ΙΙ. ΝΟΜΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ
Α. Εφαρμογή του άρθρου 86 της συνθήκης ΕΟΚ
Το άρθρο 86 της συνθήκης ΕΟΚ απαγορεύει σαν ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά την καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσποζούσης θέσεώς τους εντός της κοινής αγοράς ή σημαντικού τμήματός της, κατά το μέτρο που η καταχρηστική εκμετάλλευση δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των Κρατών μελών.
α) Επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση
(25) Το United Kingdom Post Office και η British Telecommunications είναι δημόσιες επιχειρήσεις και οικονομικές οντότητες που ασκούν δραστηριότητες οικονομικής φύσεως. Μ' αυτή την ιδιότητα αποτελούν επιχειρήσεις με την έννοια του άρθρου 86 της συνθήκης ΕΟΚ.
(26) Η British Telecommunications εχει ένα δια νόμου θεσπισμένο μονοπώλιο, βάσει του νόμου τηλεπικοινωνιών του 1981, διαχειρίσεως των συστημάτων τηλεπικοινωνιών σε όλη την επικράτεια του Ηνωμένου Βασιλείου και της νήσου του Μάν. Επομένως η British Telecommunications κατέχει δεσπόζουσα θέση στο Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο αποτελεί σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς, όσον αφορά την παροχή συστημάτων τέλεξ και τηλεφώνων.
(27) Βάσει του νόμου τηλεπικοινωνιών του 1981, η British Telecommunications αποτελεί τον νόμιμο διάδοχο του Post Office του Ηνωμένου Βασιλείου και του δια του νόμου θεσπισμένου μονοπωλίου της διαχειρίσεως των συστημάτων τηλεπικοινωνιών σε όλη την επικράτεια του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προκύπτουν από αυτό. Η British Telecommunications επομένως είναι η διάδοχος του Ταχυδρομείου του Ηνωμένου Βασιλείου για τα κτήματα αυτής της διαδικασίας. β) Καταχρηστική εκμετάλλευση
(28) Οι περιορισμοί που επιβάλλονται από επιχείρηση σε δεσπόζουσα θέση, ακόμα και βάση αρμοδιότητας που της έχει παραχωρήσει κάποια αρχή, δύνανται να συνιστούν καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως.
(29) Οι απαγορεύσεις παροχής, για λογαριασμό τρίτων, τηλεφωνικών υπηρεσιών και υπηρεσιών τέλεξ και χρήσης τηλεφωνικών εγκαταστάσεων και εγκαταστάσεων τέλεξ στο Ηνωμένο Βασίλειο καθορίζονται από την ΒΤ στα «προγράμματα» που έγιναν βάσει του τμήματος 28 του νόμου των ταχυδρομείων του 1969, και του τμήματος 21 του νόμου τηλεπικοινωνιών του 1981 αντιστοίχως. Βάσει των προγραμμάτων Τ7/1975 και Τ1/1976 οι συνδρομητές ήσαν ελεύθεροι να χρησιμοποιήσουν τις εγκαταστάσεις τους με σκοπό την αποστολή ή την λήψη μηνυμάτων για λογαριασμό τρίτων.
(30) Μέχρι τις 20 Ιανουαρίου 1978, η παράγραφος 43 (2) (β) ( iii) του προγράμματος Τ7/1975 και η παράγραφος 70 (2) (β) (iii) του προγράμματος Τ1/1976 προέβλεπαν πάντως ότι, όταν ένας συνδρομητής αναμετέδιδε ένα μήνυμα τέλεξ που και προερχόταν και προοριζόταν εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου, το ποσό που θα χρέωνε δεν έπρεπε να ήταν τέτοιο που να επιτρέπει σε αυτόν, από τον οποίον προερχόταν το μήνυμα, να το στείλει φθηνότερα από ό,τι θα το έστελνε απευθείας. Στο βαθμό που αυτό ίσχυε για την αναμετάδοση μηνυμάτων τέλεξ που προέρχονταν από κάποιο άλλο Κράτος μέλος της ΕΟΚ και προορίζονταν για οποιαδήποτε χώρα εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου, ή προέρχονταν από χώρα εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου και προορίζονταν για άλλο Κράτος μέλος της ΕΟΚ, η διάταξη αυτή αποτελούσε καταχρηστική εκμετάλλευση βάσει του άρθρου 86 ΕΟΚ διότι:
(i) περιόριζε τις δραστηριότητες των φορέων μεταδόσεως μηνυμάτων βλάπτοντας τους πελάτες που βρίσκονταν σε άλλα Κράτη μέλη της ΕΟΚ,
(ii) απαιτούσε διαφορετικές προϋποθέσεις για αντίστοιχες συναλλαγές με φορείς μεταδόσεως μηνυμάτων, επιβάλλοντας σαν προϋπόθεση για τη συνέχιση των υπηρεσιών ότι, από όλα τα μηνύματα που υποβάλλονταν στην ΒΤ, αυτά που προορίζονταν για περαιτέρω αναμετάδοση εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου, έπρεπε είτε να προέρχονται από το Ηνωμένο Βασίλειο ή να χρεώνονται από τους φορείς σε τιμή που να διασφαλίζει ότι δεν θα ήταν φθηνότερα για τον αποστολέα από το αν τα είχε στείλει κατευθείαν. Αυτό έβαλε τους διάφορους φορείς σε μειονεκτική θέση ανταγωνισμού απέναντι στις εθνικές αρχές τηλεπικοινωνιών και στους φορείς των άλλων Κρατών μελών που δεν υπέκειντο σ' αυτούς τους περιορισμούς, και
(iii) εξαρτούσε τη χρήση εγκαταστάσεων τηλεφώνων και τέλεξ από την αποδοχή εκ μέρους των φορέων μεταδόσεως μηνυμάτων, της υποχρεώσεως να χρεώνουν τα τέλη που δεν σχετίζονταν με τον τύπο και την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών τηλεπικοινωνίας, αλλά μάλλον από την επιθυμία της ΒΤ να προστατεύσει τα εισοδήματα των άλλων εθνικών αρχών τηλεπικοινωνιών.
Σημειωτέον πάντως ότι οι ανωτέρω διατάξεις των προγραμμάτων Τ7/1975 και Τ1/1976 (σημείο 13 ανωτέρω) ουδέποτε τέθηκαν σε ισχύ και τελικά διαγράφηκαν στις 11 Ιανουαρίου 1978 με ισχύ από τις 20 Ιανουαρίου 1978.
(31) Το πρόγραμμα Τ1/1978, που τροποποιούσε το κύριο πρόγραμμα Τ1/1976, τέθηκε σε λειτουργία στις 21 Ιανουαρίου 1978. Οι νέες διατάξεις των παραγράφων 44 (2) (α) και 70 (2) (β) που στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στο πρόγραμμα 1981 ως παράγραφος 51 (2) (α) και 82 (2) (α) απαγορεύουν στην πράξη να αναμεταδίδονται για προορισμό εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου, εκ μέρους των φορέων μεταδόσεως μηνυμάτων του Ηνωμένου Βασιλείου, τα εξής μηνύματα:
(i) μηνύματα που προορίζονται να γίνουν τελικά δεκτά υπό οπτική μορφή (όπως τέλεξ, ραδιοτηλεφωτογραφίες, αντίτυπα ή εικόνες σε μονάδα οπτικής παρουσιάσεως) και που λαμβάνονται υπό μορφήν στοιχείων μέσω τηλεφωνικού συστήματος από ηλεκτρονικούς υπολογιστές στο εξωτερικό, και
(ii) μηνύματα τέλεξ που προέρχονται εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου.
(32) Στα μέτρα που ισχύουν για τα τηλεφωνικά μηνύματα και τα μηνύματα τέλεξ που προέρχονται από άλλα Κράτη μέλη της ΕΟΚ και κατευθύνονται σε χώρες εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου ή που προέρχονται από χώρες εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου και κατευθύνονται σε κάποιο Κράτος μέλος της ΕΟΚ, οι απαγορεύσεις αυτές αποτελούν καταχρηστική εκμετάλλευση βάσει του άρθρου 86 της συνθήκης ΕΟΚ διότι:
(i) περιορίζουν τις δραστηριότητες των συνδρομητών τηλεφώνων και τέλεξ του Ηνωμένου Βασιλείου που λειτουργούν σαν φορείς μεταδόσεως μηνυμάτων βλάπτοντας τους πελάτες που βρίσκονται σε άλλα Κράτη μέλη της ΕΟΚ, και
(ii) εξαρτούν τη χρήση των εγκαταστάσεων τηλεφώνων και τέλεξ από υποχρεώσεις που δεν σχετίζονται με την ανάθεση τηλεφωνικών υπηρεσιών και υπηρεσιών τέλεξ. (33) Η ΒΤ υποστηρίζει ότι δεν αποτελεί παραβίαση του άρθρου 86 της συνθήκης ΕΟΚ η καθολική απαγόρευση των φορέων μεταδόσεως τέλεξ προκειμένου να διατηρήσει γι' αυτήν, σύμφωνα με το μονοπώλιό της, το αποκλειστικό δικαίωμα παροχής διεθνών υπηρεσιών. Επομένως, δεν υπάρχει δικαιολογία που να υποστηρίζεται ότι οι μικρότεροι περιορισμοί που έχει επιβάλει στις δραστηριότητες αυτών των φορέων αποτελούν καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως. Η Επιτροπή αμφιβάλλει αν ο ισχυρισμός αυτός είναι ορθός, διότι ο λόγος υπάρξεως του μονοπωλίου της ΒΤ στη σχετική νομοθεσία είναι το αποκλειστικό προνόμιο διαχειρίσεως συστήματος τηλεπικοινωνιών και όχι η παροχή υπηρεσιών δια της χρησιμοποιήσεως ενός τέτοιου συστήματος. Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι σωστός, η ΒΤ πρέπει να ασκεί τα δικαιώματα που της ανήκουν από το μονοπώλιο σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΟΚ για τον ανταγωνισμό (βλέπε παράγραφο 41 επ. κατωτέρω).
(34) Σε σχέση με την παράγραφο 32 υπό (i) ανωτέρω, η νέα απαγόρευση της παραγράφου 44 (2) (α) του προγράμματος Τ1/1978, που απαγορεύει στους φορείς μεταδόσεως μηνυμάτων του Ηνωμένου Βασιλείου να χρησιμοποιούν τις τηλεφωνικές τους γραμμές για να αναμεταδίδουν μηνύματα τέλεξ και άλλα οπτικά μηνύματα μεταξύ χωρών εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου, αποτελεί καταχρηστική εκμετάλλευση βάσει του άρθρου 86 υπό β της συνθήκης ΕΟΚ, διότι περιορίζει και την εξέλιξη μιας νέας αγοράς και τη χρήση νέας τεχνολογίας, βλάπτοντας τους χειριστές αναμεταδόσεως και τους πελάτες τους, οι οποίοι, με τον τρόπο αυτό εμποδίζονται να χρησιμοποιούν με επαρκέστερο τρόπο τα συστήματα τηλεπικοινωνιών που υπάρχουν. Το γεγονός ότι, με αυτές τους τις δραστηριότητες, οι φορείς μεταδόσεως μηνυμάτων απλώς εκμεταλλεύονται τις διαφορές διατιμήσεως που υφίστανται μεταξύ τηλεφωνικών υπηρεσιών τέλεξ που παρέχονται από τις διοικήσεις τηλεπικοινωνιών δεν έχει καμιά σημασία. Ακόμη και αν το αποτέλεσμα θα ήταν λιγότερα τέλεξ, και επομένως οικονομίες στο κόστος γι' αυτούς που τα χρησιμοποιούν, αυτό δεν θα έθετε σε κίνδυνο όλο το διεθνές σύστημα τέλεξ. Η διατήρηση πεπαλαιωμένων συστημάτων με μέσα που λαμβάνονται από επιχειρήσεις με δεσπόζουσα θέση αποτελεί καταχρηστική εκμετάλλευση του άρθρου 86 υπό β της συνθήκης ΕΟΚ, διότι περιορίζει την τεχνική εξέλιξη εις βάρος των καταναλωτών.
(35) Σε σχέση με την παράγραφο 32 υπό (ii) ανωτέρω, η νέα απαγόρευση της παραγράφου 70 (2) (β) του προγράμματος Τ1/1978 αποτελεί καταχρηστική εκμετάλλευση βάσει του άρθρου 86 της συνθήκης ΕΟΚ, διότι εξαρτά την παροχή και τη συνέχιση της παροχής υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών από την ανάληψη της υποχρεώσεως να μη γίνεται η διακίνηση ορισμένων τέλεξ, ανάλογα με το από που προέρχονται . Δεν είναι ούτε τεχνικά αναγκαίο ούτε ανήκει στις ανάγκες της εμπορικής χρήσεως να γίνεται διαφορετική μεταχείριση αυτών των τέλεξ και δεν σχετίζεται με την παροχή υπηρεσιών τηλεπικοινωνίας. Μάλλον η υποχρέωση αυτή προέρχεται από την επιθυμία της ΒΤ να προστατεύσει τα εισοδήματα των άλλων εθνικών αρχών τηλεπικοινωνιών.
(36) Φαίνεται αβάσιμο το επιχείρημα της ΒΤ, ότι η λογική συνέπεια μιας τέτοιας άποψης θα ήταν απώλεια της ελευθερίας της να περιορίζει τη χρήση που θα ασκούν οι πελάτες της στα συστήματα τηλεπικοινωνιών που προσφέρει. Οποιοιδήποτε περιορισμοί του είδους αυτού, που επιβάλλονται από την ΒΤ υπό μορφή συμπληρωματικών υποχρεώσεων, δεν πρέπει να προσκρούουν στις διατάξεις του άρθρου 86· στην παρούσα όμως περίπτωση αυτό δε συμβαίνει. Ως προς τον ισχυρισμό της ΒΤ ότι δεν υποχρεούται να ανέχεται τον ανταγωνισμό σε υπηρεσίες τις οποίες σκοπεύει να καλύψει με το μονοπώλιό της, βλέπε ανωτέρω την παράγραφο 33.
γ) Συνέπειες στο διακρατικό εμπόριο
(37) Οι απαγορεύσεις που επέβαλε η ΒΤ στόυς φορείς μεταδόσεως μηνυμάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο, που αφορούσαν την αναμετάδοση μηνυμάτων που προέρχονταν εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου, ή που προορίζονταν για χώρες εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου, δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ Κρατών μελών στο βαθμό που τα κράτη προελεύσεως ή προορισμού είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
(38) Παρόλο που οι απαγορεύσεις αφορούν τη χρήση των εγκαταστάσεων τηλεπικοινωνιών εντός του Ηνωμένου Βασιλείου, επηρεάζουν άμεσα την παροχή υπηρεσιών από φορείς μεταδόσεως μηνυμάτων του Ηνωμένου Βσιλείου σε τρίτους που βρίσκονται σε άλλα Κράτη μέλη, διότι οι υπηρεσιές αυτές δύνανται να παρέχονται μόνο σε συνδέσεις απευθείας (δηλαδή όχι «υπό διαμετακόμιση» (in transit)) μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των άλλων Κρατών μελών και όχι σε συνδέσεις μεταξύ Κρατών μελών πλην του Ηνωμένου Βασιλείου ή μεταξύ Κρατών μελών και χωρών που δεν ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.
(39) Επομένως, υπάρχει προφανής περιορισμός του εμπορίου μεταξύ Κρατών μελών, διότι η απαγόρευση περιορίζει τους φορείς μεταδόσεως μηνυμάτων, κατά την εκτέλεση των εργασιών τους, να παρέχουν ορισμένες υπηρεσίες σε πελάτες που βρίσκονται σε άλλα Κράτη μέλη. Η Επιτροπή πληροφορήθηκε από τον προσφεύγοντα ότι από τις 13 - 14 000 μηνύματα που ελάμβανε ετησίως από το εξωτερικό για αναμετάδοση σε προορισμούς στο εξωτερικό μεταξύ του 1976 και 1979, το 85 % προερχόταν από χώρες της ΕΟΚ και το 85 % κατευθυνόταν σε χώρες της ΕΟΚ. (40) Η ΒΤ εδήλωσε ότι θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να αποσυνδέσει τους φορείς που συνεχίζουν να αγνοούν την απαγόρευση, πράγμα πού, φυσικά, θα είχε σαν συνέπεια την παρεμπόδιση κάθε είδους υπηρεσιών μεταξύ των Κρατών μελών που προσφέρονται από τους φορείς μεταδόσεως μηνυμάτων. Ο προσφεύγων πληροφόρησε περαιτέρω την Επιτροπή ότι δεν έχει επιδιώξει την ανάπτυξη της παροχής αυτών των υπηρεσιών, για τις οποίες έβλεπε πολλές δυνατότητες, εξαιτίας της απειλής αποσυνδέσεως εκ μέρους της ΒΤ. Η απαγόρευση, επομένως, έχει επηρεάσει και την ανάπτυξη αυτού του είδους του εμπορίου μεταξύ των Κρατών μελών.
Β. Εφαρμογή του άρθρου 90 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΟΚ
Το άρθρο 90 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΟΚ ορίζει ότι «οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου υπόκεινται στους κανόνες της παρούσας συνθήκης, ιδίως στους κανόνες ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Κοινότητας».
(41) Σύμφωνα με το νόμο των Ταχυδρομείων του 1969 και το νόμο των τηλεπικοινωνιών του 1981 έχει ανατεθεί στην ΒΤ η διαχείριση υπηρεσιών γενικού συμφέροντος, δηλαδή η παροχή συστημάτων τηλεπικοινωνιών σε όλη την επικράτεια του Ηνωμένου Βασιλείου. Η εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης για τον ανταγωνισμό επί της ΒΤ δεν εμποδίζει την εκπλήρωση των καθηκόντων της με τρόπο επαρκή και οικονομικά σύμφορο· για να εξαιρεθεί η ΒΤ από την υποχρέωση να τηρεί τους κανόνες του ανταγωνισμού δεν αρκεί ο λόγος ότι μια τέτοια υποχρέωση θα καθιστούσε περισσότερο περίπλοκη την εκτέλεση των καθηκόντων της.
(42) Η ΒΤ υποστήριξε, αλλά δεν εξήγησε, το πως θα εμποδιζόταν στην εκτέλεση των καθηκόντων της. Όντως θα ήταν προς το συμφέρον της ΒΤ να επιτρέπει αυτή τη διακίνηση των μηνυμάτων. Ακόμη και αν η ΒΤ αντιμετώπιζε δυσκολίες με τις άλλες εθνικές διοικήσεις τηλεπικοινωνιών, επειδή δεν εμπόδιζε τους φορείς μεταδόσεως μηνυμάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο να διατιμούν τα τέλεξ χαμηλότερα από ό,τι διατιμούνται σε άλλες χώρες, μια τέτοια κατάσταση δεν θα «εμπόδιζε» την ΒΤ στην εκτέλεση της ιδιαίτερης αποστολής της.
(43) Η Επιτροπή αποδέχεται, στην ευρεία της έννοια, την άποψη της ΒΤ ότι η διεθνής συνεργασία και η τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων αποτελούν αναγκαία γνωρίσματα της παροχής διεθνών υπηρεσιών με επαρκή και οικονομικό τρόπο. Όμως, η συνεργασία αυτή δεν θα έπρεπε να φθάνει στα όρια εκείνα που καταργούν τους κανόνες της Συνθήκης για τη συνεργασία.
(44) Για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, οι περιορισμοί που αφορούν τη χρήση τηλεφωνικών εγκαταστάσεων και υπηρεσιών και εγκαταστάσεων και υπηρεσιών τέλεξ από την ΒΤ, συνιστούν παραβιάσεις του άρθρου 86 της συνθήκης ΕΟΚ. Επομένως πρέπει να ζητηθεί από την ΒΤ να παύσει τους περιορισμούς που είναι ακόμα σε λειτουργία.
(45) Παρά τις παραβιάσεις αυτές η Επιτροπή δεν κρίνει ότι θα πρέπει να επιβληθεί πρόστιμο στην ΒΤ, λόγω των ειδικών περιστάσεων της υποθέσεως και των γεγονότων που αναφέρονται στην παράγραφο 20 ανωτέρω και επειδή η ΒΤ δεν αποσύνδεσε τις εγκαταστάσεις των πρακτορείων αναμεταδόσεως μηνυμάτων για να εκτελέσει τους
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Οι κατωτέρω διατάξεις των εν λόγω Προγραμμάτων Τηλεπικοινωνιών του United Kingdom Post Office και της British Telecommunications συνιστούν παραβίαση του άρθρου 86 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.
1. Πρόγραμμα Τ7/1975, παράγραφος 43 (2) (β) (iii)
2. Πρόγραμμα Τ1/1976, παράγραφος 70 (2) (β) (iii)
3. Πρόγραμμα Τ1/1978, παράγραφοι 44 (2) (α) και 70 (2) (β)
4. Πρόγραμμα 1981, παράγραφοι 51 (2) (α) και 82 (2) (α).
Άρθρο 2
Η British Telecommunications, μέσα σε 2 μήνες από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης οφείλει να θέσει τέρμα στις παραβιάσεις του άρθρου 1, στο βαθμό που οι παραβιάσεις αυτές δεν έχουν ήδη τερματιστεί.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην British Telecommunications, 2-12 Gresham Street, UK - London - EC2V 7AG.
Έγινε στις Βρυξέλλες, στις 10 Δεκεμβρίου 1982.
Για την 'Επιτροπή
Frans ANDRIESSEN
Μέλος της Επιτροπής
(1) ΕΕ αριθ. 13 της 21. 2. 1962, σ. 204/62.
(2) ΕΕ αριθ. 127 της 20. 8. 1963, σ. 2268/63.
Top