Avis juridique important
87/62/ΕΟΚ: Σύσταση της Επιτροπής της 22ας Δεκεμβρίου 1986 περί εποπτείας και ελέγχου μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων πιστωτικών ιδρυμάτων
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 033 της 04/02/1987 σ. 0010 - 0015
*****
ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 22ας Δεκεμβρίου 1986
περί εποπτείας και ελέγχου μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων πιστωτικών ιδρυμάτων
(87/62/ΕΟΚ)
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 155,
Εκτιμώντας:
ότι η εισαγωγή αυτής της σύστασης είναι σύμφωνη με τους στόχους που τέθηκαν στη Λευκή Βίβλο της Επιτροπής «Ολοκλήρωση της Εσωτερικής Αγοράς» (1)·
ότι η συμβουλευτική επιτροπή, που δημιουργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 11 της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ του Συμβουλίου, πρώτης οδηγίας του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 1977 σχετικά με το συντονισμό των νόμων, κανονισμών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την ανάληψη δραστηριότητας και της συνέχισης των εργασιών των πιστωτικών ιδρυμάτων (2), βοήθησε την Επιτροπή στην προετοιμασία αυτής της σύστασης σχετικής με την εναρμόνιση των διατάξεων για μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα·
ότι η εποπτεία και ο έλεγχος των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων ενός πιστωτικού ιδρύματος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της τραπεζικής εποπτείας, ότι η υπερβολική συγκέντρωση τραπεζικών κινδύνων σε ένα μοναδικό πελάτη ή σε μία ομάδα συνδεδεμένων πελατών μπορεί να οδηγήσει σε έναν απαράδεκτο βαθμό συγκέντρωσης κινδύνων, ότι μία τέτοια κατάσταση μπορεί να θεωρηθεί ως επιζήμια για την φερεγγυότητα του πιστωτικού ιδρύματος·
ότι επειδή τα πιστωτικά ιδρύματα σε μια κοινή τραπεζική αγορά ευρίσκονται σε άμεσο ανταγωνισμό μεταξύ τους, η ύπαρξη διατάξεων τραπεζικής εποπτείας στην Κοινότητα θα πρέπει να συμβάλει στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης του κοινού, στην ενίσχυση και προστασία του τραπεζικού συστήματος και στη μείωση των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού μέσω μιας βαθμιαίας προσέγγισης των ορίων των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων στα κράτη μέλη·
ότι το σύστημα για την επιπτεία και τον έλεγχο μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων θα έπρεπε, αφενός, να παράσχει στις αρμόδιες αρχές τα απαιτούμενα στοιχεια για την εκτίμηση των κινδύνων και για την ενθάρρυνση της διασποράς των κινδύνων και, αφετέρου, να παράσχουν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για συνεργασία στην εφαρμογή του συστήματος μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών καθώς επίσης και μεταξύ αυτών και εκείνων τρίτων χωρών·
ότι κοινά πρότυπα για την εποπτεία και τον έλεγχο ανοιγμάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων θα εισαχθούν αρχικά μέσω μιας σύστασης · ότι ένας τέτοιος μηχανισμός επελέγει καθόσον επιτρέπει στα υπάρχοντα συστήματα να προσαρμοστούν σταδιακά σε νέα συστήματα που πρόκειται να δημιουργηθούν χωρίς να δημιουργήσουν ιδιαίτερα προβλήματα στο τραπεζικό σύστημα της Κοινότητας· ότι η εφαρμογή από τα κράτη μέλη των διατάξεων της παρούσας σύστασης θα καταστήσει πιο εύκολη και ταχύτερη την υιοθέτηση στο άμεσο μέλλον μιας οδηγίας σχετικής με την εποπτεία και τον έλεγχο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων·
ότι τα πρότυπα που περιλαμβάνονται σε αυτή τη σύσταση θα πρέπει να εφαρμοστούν σε όλα τα εγκεκριμένα πιστωτικά ιδρύματα στην Κοινότητα, ότι υπάρχουν σε ορισμένα κράτη μέλη ειδικές εθνικές νομοθεσίες ή διοικητικές διατάξεις που αναφέρονται σε ειδικές απαιτήσεις λειτουργίας ειδικευμένων πιστωτικών ιδρυμάτων · ότι, εάν αυτά τα ιδρύματα υπόκεινται σε παρόμοιες ή σε περισσότερο περιοριστικές διατάξεις, η εφαρμογή των ανωτέρω αναφερομένων κοινών προτύπων μπορεί να αναβληθεί μέχρι τον χρόνο που τα ειδικευμένα αυτά ιδρύματα θα περιληφθούν στο πεδίο εφαρμογής αυτής της σύστασης υπό την προϋπόθεση ότι μια τέτοια χρονική μετάθεση δεν παρέχει στα πιστωτικά ιδρύματα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα·
ότι, εν όψει της εφαρμογής της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου της σχετικής με τους ετήσιους και ενοποιημένους λογαριασμούς των τραπεζών και λοιπών χρηματοδοτικών ιδρυμάτων (1) και σε αναμονή της εναρμόνισης των πληροφοριών που οι τράπεζες πρέπει να παρέχουν κατά περιοδικά διαστήματα, η λογιστική τεχνική σχετικά με τον υπολογισμό ενός χρηματοδοτικού ανοίγματος επαφίεται στην κρίση του κράτους μέλους·
ότι ένας ενδεικτικός κατάλογος των στοιχείων που αποτελούν ένα χρηματοδοτικό άνοιγμα προβλέπεται στο παράρτημα που είνα συνημμένο στο κείμενο της σύστασης· ότι εν όψει περαιτέρω συντονισμού τα κράτη μέλη δύνανται να έχουν διακριτική ευχέρεια ως προς την στάθμιση της απόλυτης αξίας ενός στοιχείου·
ότι τα κράτη μέλη αναμένεται να περιλάβουν τα νέα στοιχεία τα οποία είναι γενικά της ίδιας φύσης, ότι ο όμιλος συνδεδεμένων πελατών ορίζεται από τη μια μεριά σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (2) που εφαρμόζεται τώρα στις τράπεζες και σ' άλλα χρηματοδοτικά ιδρύματα σύμφωνα με την προαναφερθείσα οδηγία 86/635/ΕΟΚ και από άλλη μεριά σύμφωνα με τους όρους χρηματοπιστωτικής αλληλεξάρτησης·
ότι τα όρια των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων και τα προτεινόμενα κριτήρια εκτίμησης που προβλέπονται σε αυτή τη σύσταση και το παράρτημα της αντιπροσωπεύουν ένα αρχικό στάδιο στη διαδικασία εναρμόνισης, ενώ τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν περισσότερο αυστηρές απαιτήσεις·
ότι η περίοδος αναφοράς που καθορίζεται στη σύσταση αυτή απαιτεί από ένα πιστωτικό ίδρυμα να παρέχει στοιχεία σχετικά με τα χρηματοδοτικά ανοίγματά του τουλάχιστον ετησίως· ότι προτείνεται όπως οι αρμόδιες αρχές ζητούν σχετικά στοιχεία αναφοράς με μεγαλύτερη συχνότητα ώστε να επιτευχθεί μια αποτελεσματική εποπτεία της συγκέντρωσης των κινδύνων,
ΣΥΝΙΣΤΑ ΣΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ:
1. Να εποπτεύουν και να ελέγχουν τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα των πιστωτικών ιδρυμάτων σύμφωνα με τις διατάξεις που περιέχονται στο παράρτημα.
2. Να ανακοινωθούν στη Επιτροπή εντός προθεσμίας εικοσιτεσσάρων μηνών αρχόμενης από της κοινοποιήσεως της παρούσας συστάσεως και να ειδοποιήσουν την Επιτροπή για κάθε μετέπειτα τροποποίηση σ' αυτόν τον τομέα.
Τα κράτη μέλη είναι οι παραλήπτες της παρούσας σύστασης.
Βρυξέλλες, 22 Δεκεμβρίου 1987.
Για την Επιτροπή
COCKFIELD
Αντιπρόεδρος
(1) Εγγρ. COM(85) 310.
(2) ΕΕ αριθ. L 322 της 17. 12. 1977, σ. 30.
(1) ΕΕ αριθ. L 372 της 31. 12. 1986, σ. 1.
(2) ΕΕ αριθ. L 193 της 18. 7. 1983, σ. 1.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΑΝΟΙΓΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ
Άρθρο 1
Ορισμοί
Για τους σκοπούς αυτής της σύστασης:
- «πιστωτικό ίδρυμα» ορίζεται σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 1 της οδηγίας του Συμβουλίου 77/780/ΕΟΚ,
- «αρμόδιες αρχές» ορίζεται σύμφωνα με την πέμπτη παράγραφο του άρθρου 1 της οδηγίας του Συμβουλίου 83/350/ΕΟΚ (1),
- «αρμόδιες αρχές» ορίζεται σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 2 της οδηγίας της Επιτροπής 80/723/ΕΟΚ (2),
- «χρηματοδοτικό άνοιγμα» σημαίνει κάθε διευκόλυνση που χορηγείται, είτε όχι, από ένα πιστωτικό ίδρυμα σ' ένα πελάτη ή σε μια ομάδα συνδεδεμένων πελατών εντός ή εκτός ισολογισμού και περιλαμβάνει αναλήψεις υποχρεώσεων και άλλους λογαριασμούς τάξεως που κρίνουν σχετικά οι αντίστοιχες αρμόδιες αρχές όταν εκτιμούν τους εντοπίσιμους κινδύνους του ιδρύματος. Ένας ενδεικτικός πίνακας χρηματοδοτικών ανοιγμάτων συνάπτεται στο παράρτημα αυτής της σύστασης,
- «ίδια κεφάλαια» ορίζονται σύμφωνα με το έγγραφο COM (86) 169/2 (3),
- «ομάδα συνδεδεμένων πελατών» (4) (Group of connected clients ) σημαίνει δύο ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, που έχουν χρηματοδοτικά ανοίγματα στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα και σε οποιαδήποτε θυγατρική που, είτε σε κοινή είτε σε χωριστή βάση, αλλά που έχουν αμοιβαίο σύνδεσμο μεταξύ τους κατά το ότι:
i) ο ένας εξ αυτών κατέχει άμεσα ή έμμεσα την εξουσία ελέγχου πάνω στο άλλο όπως ορίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ·
ii) τα σωρρευμένα χρηματοδοτικά ανοίγματά τους αντιπροσωπεύουν για το πιστωτικό ίδρυμα έναν ενιαίο κίνδυνο στο βαθμό που είναι αλληλοσυνδεδεμένοι και είναι πιθανό ότι εάν ο ένας εξ αυτών αντιμετωπίζει χρηματοοικονομικά προβλήματα ο άλλος ή όλοι οι άλλοι κατά πάσα πιθανότητα θα αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες εξόφλησης. Για παράδειγμα τέτοιων αλληλοσυνδέσεων το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει να λάβει υπόψη του τα ακόλουθα:
- κοινή ιδιοκτησία,
- κοινοί διευθύνοντες,
- αλληλοκαλυπτόμενες εγγυήσεις,
- άμεση αλληλεξάρτηση η οποία δεν μπορεί να υποκατασταθεί βραχυπρόθεσμα.
Εάν παρατηρηθούν τέτοιες αλληλοσυνδέσεις, μια υγιής πρακτική θα συνίστατο στο να θεωρούνται τέτοιας μορφής αναλήψεις υποχρεώσεων ως ενιαίος κίνδυνος.
Άρθρο 2
Πεδίο εφαρμογής
1. Σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3, αυτή η σύσταση θα εφαρμόζεται στα πιστωτικά ιδρύματα όπως καθορίζεται στο άρθρο 1.
2. Τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται, να εφαρμόσουν αυτή τη σύσταση στα:
α) πιστωτικά ιδρύματα που αναφέρονται στον κατάλογο του άρθρου 2 της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 86/524/ΕΟΚ (5)·
β) στα ιδρύματα του ίδιου κράτους μέλους τα οποία, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 4 στοιχείο α) της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ, συνδέονται με έναν κεντρικό οργανισμό σ' αυτό το κράτος μέλος. Σ' αυτή την περίπτωση, υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής αυτής της σύστασης στον κεντρικό οργανισμό, το σύνολο -που αποτελείται από τον κεντρικό οργανισμό και τα συνδεδεμένα ιδρύματα- υπόκειται στην ενοποιημένη εποπτεία ως προς τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα.
3. Εν όψει ή περαιτέρω συντονισμού, τα κράτη μέλη δύνανται να εξαιρούν από αυτή τη σύσταση εκείνα τα εξειδικευμένα πιστωτικά ιδρύματα των οποίων οι ιδιαίτερες λειτουργίες ρυθμίζονται από ειδικές εθνικές νομικές και κανονιστικές διατάξεις σχετικές, μεταξύ άλλων, με την εποπτεία και τον έλεγχο μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων. Αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να ανακοινωθούν στην Επιτροπή εντός έξι μηνών από τη γνωστοποίηση αυτής της σύστασης.
Άρθρο 3
Η αναφορά μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων
1. Μια έκθεση για κάθε μεγάλο άνοιγμα, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2, και για τα άλλα ανοίγματα που προβλέπονται από την παράγραφο 3, εάν είναι εφαρμόσιμα θα γίνεται από τα πιστωτικά ιδρύματα στις αρμόδιες αρχές τουλάχιστον μία φορά κατ' έτος.
2. Ένα χρηματοδοτικό άνοιγμα ενός πιστωτικού ιδρύματος σε έναν πελάτη ή σε μια ομάδα συνδεδεμένων πελατών θεωρείται ως « μεγάλο χρηματοδοτικό άνοιγμα» όταν η αξία του φθάσει ή υπερβεί το 15 % των ιδίων κεφαλαίων.
3. Για εκείνα τα κράτη μέλη που δεν έχουν ένα σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών στον πιστωτικό τομέα και για εκείνα τα κράτη μέλη που διαθέτουν ένα τέτοιο σύστημα αλλά το οποίο δεν συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις της παραγράφου 4, και ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν χρηματοδοτικά ανοίγματα σε ένα πιστωτικό ίδρυμα, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να απαιτούν όπως η σχετική έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνει τουλάχιστον 10 ανοίγματα με την μεγίστη ποσοστιαία αξία.
4. Οι εκθέσεις τις οποίες ένα πιστωτικό ίδρυμα υποβάλλει σε ένα σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών ενός κράτος μέλους θα θεωρούνται ότι πληρούν τις απαιτήσεις αυτού του άρθρου εφόσον:
i) το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών στον πιστωτικό τομέα λειτουργεί ή ευρίσκεται υπό την εποπτεία των αρμοδίων αρχών ή οιασδήποτε άλλης δημόσιας αρχής η οποία αναφέρεται στις αρμόδιες αρχές·
ii) τα χρηματοδοτικά ανοίγματα ενοποιούνται είτε από το πιστωτικό ίδρυμα, μέσω του συστήματος ανταλλαγής τραπεζικών πληροφοριών είτε από τις αρμόδιες αρχές·
iii) τα στοιχεία που υποβάλλονται στο σύστημα ανταλλαγής τραπεζικών πληροφοριών αντιστοιχούν γενικά με τον ορισμό του χρηματοδοτικού ανοίγματος όπως ορίζεται στο άρθρο 1 τέταρτη περίπτωση.
Άρθρο 4
Όρια μεγάλων ανοιγμάτων
1. Τα πιστωτικά ιδρύματα δεν δύνανται να έχουν χρηματοδοτικό άνοιγμα σε έναν πελάτη ή μια ομάδα συνδεδεμένων πελατών όταν η ποσοστιαία εξία του υπερβαίνει το 40 % των ιδίων κεφαλαίων.
2. Τα πιστωτικά ιδρύματα δεν μπορούν να έχουν μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα τα οποία συνολικά υπερβαίνουν το 800 % των ιδίων κεφαλαίων.
3. Δύναται να υπάρξει υπέρβαση των ανωτέρω αναφερομένων στις παραγράφους 1 και 2 ορίων μόνο σε εξαιρετικές συνθήκες και, σε τέτοιες περιπτώσεις, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να απαιτούν από το πιστωτικό ίδρυμα είτε να αυξήσει τον όγκο των ιδίων κεφαλαίων είτε να λαμβάνει άλλα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα.
4. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται πλήρως ή μερικώς να εξαιρούν από την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 τους ακόλουθους πελάτες ή ομάδες συνδεδεμένων πελατών:
i) τις δημόσιες αρχές:
α) οιουδήποτε κράτους μέλους·
β) εκείνων των χωρών του πίνακα των βιομηχανικών χωρών που έχει συνταχθεί από το ΔΝΤ για στατιστικούς σκοπούς,
ii) τα όργανα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τους διεθνείς δημόσιους οργανισμούς στους οποίους το αντίστοιχο κράτος μέλος είναι μέλος.
5. Οι αρμόδιες αρχές μπορεί πλήρως να εξαιρέσουν από την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2:
α) χρηματοδοτικά ανοίγματα για τα οποία υπάρχει ρητή και ανέκκλητος εγγύηση από τα εχέγγυα πιστωτικά ιδρύματα που αναφέρονται ανωτέρω στην παράγραφο 4·
β) χρηματοδοτικά ανοίγματα για τα οποία υπάρχουν ασφάλειες με καταθέσεις σε μετρητά ή τίτλους εισηγμένους στο χρηματιστήριο, υπό την προϋπόθεση ότι η αξία των τελευταίων υπολογίζεται με ευρεία περιθώρια κάλυψης.
6. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εξαιρούν από την εφαρμογή αυτής της σύστασης «ενδοτραπεζικά» χρηματοδοτικά ανοίγματα ληξιπρόθεσμα εντός εξαμήνου ή λιγότερο. Παρά τα λεπτομερή όρια που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να προβλέψουν υψηλότερα όρια ή και εναλλακτική στάθμιση για τα εναπομένοντα «ενδοτραπεζικά» χρηματοδοτικά ανοίγματα και για χρηματοδοτικά ανοίγματα που καλύπτονται από μια εγγύηση ενός τραπεζικού ιδρύματος.
Άρθρο 5
Τρίτες χώρες
1. Οι αρμόδιες αρχές ενός υποκαταστήματος που έχει την έδρα του σε μία τρίτη χώρα μπορεί να απαιτήσουν να αναφέρονται σε αυτές τα χρηματοδοτικά ανοίγματα του υποκαταστήματος ούτως ώστε να υπάρχει εποπτεία και έλεγχος αυτού. Η εφαρμογή αυτής της παραγράφου μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διμερών συμφωνιών μεταξύ των αντίστοιχων αρμοδίων αρχών ούτως ώστε να διευκολυνθεί η αρχή της «εποπτείας και ελέγχου της χώρας της έδρας καταγωγής».
2. Τα κράτη μέλη δεν εφαρμόζουν στο υποκατάστημα ενός πιστωτικού ιδρύματος που έχει την έδρα του σε μια τρίτη χώρα διατάξεις οι οποίες θα μπορούσαν να θέσουν το υποκατάστημα σε ευνοϊκότερη θέση από ένα υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος που έχει την έδρα του εντός της Κοινότητας.
3. Η εφαρμογή αυτής της σύστασης σε πιστωτικά ιδρύματα τα μητρικά ιδρύματα των οποίων έχουν την έδρα τους σε τρίτες χώρες και σε τραπεζικά ιδρύματα που ευρίσκονται σε τρίτες χώρες τα μητρικά ιδρύματα των οποίων έχουν την έδρα τους στην Κοινότητα μπορούν να αποτελούν αντικείμενο διμερών συμφωνιών, με βάση ρήτρα αμοιβαιότητας, μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών και των αντιστοίχων τρίτων χωρών. Τέτοιες συμφωνίες θα πρέπει να έχουν σαν στόχο να εξασφαλίσουν ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν τις αναγκαίες πληροφορίες για να μπορούν να εποπτεύουν και να ελέγχουν μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα πιστωτικών ιδρυμάτων εντός της Κοινότητας, με συμμετοχές εκτός της Κοινότητας, και ότι οι αρμόδιες αρχές σε μια τρίτη χώρα έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν τις αναγκαίες πληροφορίες ούτως ώστε να επιτυγχάνεται έλεγχος και εποπτεία των μητρικών εταιρειών οι οποίες έχουν την έδρα τους εντός της επικράτειάς τους και οι οποίες έχουν συμμετοχή σε πιστωτικά ιδρύματα που ευρίσκονται σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη. 4. Πριν την έναρξη των διαπραγματεύσεων με τρίτες χώρες τα κράτη μέλη πληροφορούν την Επιτροπή και τη συμβουλευτική επιτροπή του άρθρο 11 της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ. Η Επιτροπή θα αναλάβει τον συντονισμό των στόχων που πρέπει να ακολουθηθούν σε τέτοιες διαπραγματεύσεις και για το σκοπό αυτό ενδέχεται να συγκαλέσει τη συμβουλευτική επιτροπή.
Άρθρο 6
Ενοποίηση
1. Τα χρηματοδοτικά ανοίγματα, ενός πιστωτικού ιδρύματος ο οποίος έχει συμμετοχή, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημείο 3 της οδηγίας 83/350/ΕΟΚ, σε ένα άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα αποτελούν αντικείμενο εποπτείας και ελέγχου επί ενοποιημένης βάσεως κατά το μέτρο που συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις των κρατών μελών σε εφαρμογή της οδηγίας 83/350/ΕΟΚ.
2. Επιπροσθέτως προς τις απαιτήσεις της παραγράφου 1, οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους μπορούν επίσης να ασκούν εποπτεία και έλεγχο για τα χρηματοδοτικά ανοίγματα ατομικών πιστωτικών ιδρυμάτων σε μια μερικώς ενοποιημένη ή μη ενοποιημένη βάση.
Άρθρο 7
Μέτρα διευκόλυνσης
1. Τα κράτη μέλη θα εξασφαλίζουν ότι δεν υπάρχουν νομικά κωλύματα που εμποδίζουν ένα πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα να παράσχει σε πιστωτικό ίδρυμα που έχει σχετική συμμετοχή πληροφοριών που είναι αναγκαίες για την εποπτεία και τον έλεγχο μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων σύμφωνα με αυτή τη σύσταση.
2. Τα κράτη μέλη θα επιτρέψουν μεταξύ των αρμοδίων αρχών του την ανταλλαγή πληροφοριών που είναι αναγκαίες για την εποπτεία και τον έλεγχο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων σύμφωνα με αυτή τη σύσταση, εννοείται βεβαίως, στην περίπτωση χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, η συλλογή ή κατοχή πληροφοριών σε καμία περίπτωση δεν θα εξυπονοεί ότι ασκείται σ' αυτά τα χρηματοδοτικά ιδρύματα μία εποπτική λειτουργία από τις αρμόδιες αρχές.
3. Οποιαδήποτε ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών που παρέχεται για τους σκοπούς αυτής της σύστασης υπόκειται στην υποχρέωση του επαγγελματικού απορρήτου όπως αναφέρεται στο άρθρο 12 της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ, οποιαδήποτε τέτοια πληροφορία θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά προς το σκοπό της εποπτείας και του ελέγχου της αξιοπιστίας του αντιστοίχου πιστωτικού ιδρύματος.
4. Εάν σε εφαρμογή της παρούσας σύστασης σε ένα πιστωτικό ίδρυμα, οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους επιθυμούν σε ειδικές καταστάσεις να ελέγχουν τις πληροφορίες σχετικά με ένα πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα σε άλλο κράτος μέλος, θα πρέπει να ζητούν στις αρμόδιες αρχές αυτού του κράτους μέλους να πραγματοποιούν αυτόν τον έλεγχο. Οι αρχές που έχουν λάβει ένα τέτοιο αίτημα, θα πρέπει εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων τους, είτε να πραγματοποιούν οι ίδιες το σχετικό έλεγχο, ή να επιτρέπουν στις αρχές που έκαναν στο σχετικό αίτημα να τον πραγματοποιήσουν, είτε να επιτρέψουν την πραγματοποίησή του από έναν ειδικευμένο ελεγκτή ή πραγματογνώμονα.
Άρθρο 8
Μεταβατικές διατάξεις σχετικές με τα υπερβολικά ανοίγματα
1. Όπου κατά το χρόνο ενάρξεως ισχύος των λαμβανομένων μέτρων σε εφαρμογή αυτής της σύστασης ένα πιστωτικό ίδρυμα έχει ήδη πραγματοποιήσει άνοιγμα ή ανοίγματα που υπερβαίνουν οιαδήποτε από τα όρια μεγάλου χρηματοδοτικού ανοίγματος ή το συνολικό όριο του μεγάλου χρηματοδοτικού ανοίγματος, όπως αναφέρονται στο άρθρο 4, οι αρμόδιες αρχές θα λαμβάνουν μέτρα για να περιορίζουν το χρηματοδοτικό άνοιγμα ή τα χρηματοδοτικά ανοίγματα των πιστωτικών ιδρυμάτων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις της σύστασης.
2. Η διαδικασία για την προσαρμογή του χρηματοδοτικού ανοίγματος ή των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων θα πρέπει να καταρτισθεί, να υιοθετηθεί, και να εφαρμόζεται και να συμπληρώνεται εντός ενός χρονικού διαστήματος που οι αρμόδιες αρχές θεωρούν προληπτικά εύκολο και χωρίς προβλήματα από πλευράς ανταγωνισμού. Οι αρμόδιες αρχές θα πληροφορούν την Επιτροπή για το χρονοδιάγραμμα της υιοθετηθείσης διαδικασίας γενικής εφαρμογής.
(1) ΕΕ αριθ. L 193 της 18. 7. 1983, σ. 18.
(2) ΕΕ αριθ. L 195 της 29. 7. 1980, σ. 35.
(3) ΕΕ αριθ. C 243 της 27. 9. 1986, σ. 4.
(4) Μολονότι στο πλαίσιο της εκτίμησης του κινδύνου των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων είναι πάρα πολύ δύσκολο να δοθεί ένας αναμφισβήτητος, σύντομος και νομικά πλήρης ορισμός του τι αποτελεί μια ομάδα συνδεδεμένων πελατών, είναι απόλυτα αναγκαίο ωστόσο για τη διοίκηση και τη διαχείριση ενός πιστωτικού ιδρύματος να καθορίζεται εάν υπάρχει μία κατάσταση χρηματοδοτικής, νομικής ή οικονομικής αλληλοεξάρτησης μεταξύ των πελατών του.
(5) ΕΕ αριθ. L 309 της 4. 11. 1986, σ. 15.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΟΡΟΥ «ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΟ ΑΝΟΙΓΜΑ»
Συμπληρωματικές πληροφορίες
Τα στοιχεία που αναφέρονται λεπτομερώς κατωτέρω αποτελούν έναν ενδεικτικό πίνακα των στοιχείων που ένα κράτος μέλος μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνονται στον όρο «άνοιγμα». Εν όψει περαιτέρω εναρμόνισης, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να καθορίσουν τη σταθμισμένη αξία των στοιχείων που εκτίθενται παρακάτω, εντούτοις, η Επιτροπή συνιστά ότι αυτά τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στα τμήματα Α και Β σημείο i) θα πρέπει να σταθμιστούν στο 100 %. Εφόσον ο κατάλογος είναι ενδεικτικός, και κατά συνέπεια δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία, η Επιτροπή αναμένει ότι τα κράτη μέλη θα περιλάβουν στον όρο ανοίγματα, τα στοιχεία που έχουν γενικά παρόμοιο χαρακτήρα.
Α. Στοιχεία εντός ισολογισμού:
- Δάνεια και προκαταβολές, συμπεριλαμβανομένων τρεχούμενων αλληλόχρεων λογαριασμών,
- Γραμμάτια και υποσχετικές,
- Μισθώσεις,
- Μετοχές και άλλα αξιόγραφα,
- Δάνεια κεφαλαιακής συμμετοχής,
- Ομόλογα καταθέσεων.
Β. Στοιχεία εκτός ισολογισμού:
i) Εγγυήσεις και λοιποί παρεμφερείς λογαριασμοί τάξεως:
- Αποδοχές συναλλαγματικών,
- Οπισθογραφήσεις επί των γραμματίων τα οποία δεν φέρουν το όνομα άλλου πιστωτικού ιδρύματος,
- Εγγυήσεις οι οποίες λαμβάνουν τη μορφή υποκαταστάτων πιστώσεων,
- Πιστώσεις έναντι φορτωτικών εγγράφων που έχουν εκδοθεί και επιβεβαιωθεί,
- Συναλλαγές με προσφυγή,
- Εγγυήσεις και αποζημιώσεις, συμπεριλαμβανομένων,
- Ανέκκλητες εκκρεμούσες πιστωτικές επιστολές·
ii) Αναλήψεις υποχρεώσεων:
- Πωλήσεις στοιχείων ενεργητικού και συμφωνίες επαναφοράς,
- Κτηθέντα με συμφωνίες,
- Μη πληρωθέν τμήμα μερικώς πληρωθέντων μετοχών και αξιογράφων,
- Εκκρεμούσες διευκολύνσεις, όπως ανέκκλητα κονδύλια πιστώσεων,
- Εγγραφές εκδόσεων ομολογιακών δανείων, συμπεριλαμβανομένων πράξεων εκδόσεως ομολόγων και πράξεων,
- Ανέκκλητες διευκολύνσεις χρηματοδοτικών ανοιγμάτων που δεν έχουν ακόμα γίνει, αναλήψεις υποχρεώσεων δανεισμού, απόκτηση αξιογράφων ή παροχή εγγυήσεων ή διευκολύνσεων αποδοχής.
Top