Avis juridique important
Διάταξη του Πρωτοδικείου (τέταρτο τμήμα) της 9ης Ιουλίου 2002. - Carlo Ripa di Meana κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. - Βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου - Προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς - Αναστολή πληρωμής - Επιβεβαιωτική πράξη - Παραδεκτό. - Υπόθεση T-127/01.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα II-03005
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Στην υπόθεση T-127/01,
Carlo Ripa di Meana, πρώην βουλευτής της Ιταλίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κάτοικος Montecastello di Vibio (Ιταλία), εκπροσωπούμενος από τους δικηγόρους W. Viscardini Donà και G. Donà,
προσφεύγων,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπουμένου από τους A. Caiola και G. Ricci, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση περί ακυρώσεως της από 26 Μαρτίου 2001 αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με το οποίο αναστέλλεται η σύνταξη γήρατος του προσφεύγοντος κατόπιν της εκλογής του στο περιφερειακό συμβούλιο της Ουμβρίας (Ιταλία),
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Βηλαρά, ρόεδρο, V. Tiili και P. Mengozzi, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασηςΙστορικό της διαφοράς και διαδικασία
1 Ο προσφεύγων, Ιταλός υπήκοος, διατέλεσε βουλευτής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά τις κοινοβουλευτικές περιόδους 1979-1984 και 1994-1999.
2 Δεδομένου ότι δεν υπήρχε οριστικό κοινοτικό συνταξιοδοτικό καθεστώς για όλους τους βουλευτές του Κοινοβουλίου, το ροεδρείο του Κοινοβουλίου θέσπισε, στις 24 και 25 Μα_ου 1982, προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς (στο εξής: προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς) για τους βουλευτές των χωρών των οποίων οι εθνικές αρχές δεν προβλέπουν συνταξιοδοτικό καθεστώς για τα μέλη του Κοινοβουλίου. Το καθεστώς αυτό ισχύει επίσης στην περίπτωση που το επίπεδο και/ή οι λεπτομέρειες της προβλεπομένης συντάξεως δεν ταυτίζονται με τα ισχύοντα για τα μέλη του Κοινοβουλίου του κράτους προς εκπροσώπηση του οποίου εκλέχθηκε το οικείο μέλος του Κοινοβουλίου. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται προς το παρόν μόνο στους Ιταλούς και τους Γάλλους βουλευτές. Το προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙΙ της κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με τα έξοδα και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (στο εξής: παράρτημα ΙΙΙ).
3 Το προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς (όπως τροποποιήθηκε με την από 13 Σεπτεμβρίου 1995 απόφαση του ροεδρείου του Κοινοβουλίου) προβλέπει, μεταξύ άλλων:
«Άρθρο 1
1. Τα μέλη του Κοινοβουλίου δικαιούνται συντάξεως.
2. Εν αναμονή θεσπίσεως οριστικού κοινοτικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος για όλα τα μέλη του Κοινοβουλίου, καταβάλλεται προσωρινή σύνταξη, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου μέλους από τον προϋπολογισμό της Κοινότητας, τμήμα Κοινοβούλιο.
Άρθρο 2
1. Το επίπεδο και οι λοιπές λεπτομέρειες της προσωρινής συντάξεως ταυτίζονται με τα αντίστοιχα της συντάξεως που εισπράττουν τα μέλη της Κάτω Βουλής του κράτους προς εκπροσώπηση του οποίου εκλέχθηκε το εν λόγω μέλος του Κοινοβουλίου.
[...]»
4 Το άρθρο 12, παράγραφος 1, του Regolamento per gli assegni vitalizi dei deputati (κανονισμού ισοβίων επιδομάτων των μελών του Ιταλικού Κοινοβουλίου, στο εξής: ιταλικός κανονισμός) ορίζει τα εξής:
«Αν ο βουλευτής η θητεία του οποίου έχει λήξει επανεκλεγεί βουλευτής του εθνικού ή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή εκλεγεί περιφερειακός σύμβουλος, η καταβολή του ισοβίου επιδόματος που δικαιούται αναστέλλεται καθ' όλη τη διάρκεια της θητείας του.»
5 Κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του παραρτήματος ΙΙΙ και του άρθρου 12 του ιταλικού κανονισμού, ο προϊστάμενος της διευθύνσεως οικονομικών των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απηύθυνε, στις 26 Ιανουαρίου 2001, στον προσφεύγοντα επιστολή σχετικά με την αναστολή της συντάξεώς του ως πρώην ευρωβουλευτή με την αιτιολογία ότι είχε εκλεγεί στο περιφερειακό συμβούλιο της Ουμβρίας, για τη διάρκεια της θητείας του. Σε αυτή την επιστολή αναγράφονταν τα εξής:
«Εφιστώ την προσοχή σας στις διατάξεις του άρθρου 12 του Regolamento per gli assegni vitalizi dei deputati (αντίγραφο επισυνάπτεται) που εφαρμόζεται κατ' αναλογία στους Ιταλούς βουλευτές που έχουν καταβάλει συνταξιοδοτικές εισφορές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι οποίες προβλέπουν την αναστολή της καταβολής της συντάξεως κατά τη βουλευτική θητεία του εθνικού ή του ευρωπαϊκού βουλευτή, ή τη θητεία του περιφερειακού συμβούλου.
Οι υπηρεσίες μου πληροφορήθηκαν ότι διανύετε θητεία περιφερειακού συμβούλου, γεγονός που μας υποχρεώνει να αναστείλουμε τα συνταξιοδοτικά σας δικαιώματα.
ροκειμένου να μπορέσουμε να υπολογίσουμε το ποσό της συντάξεως που σας καταβλήθηκε αχρεωστήτως, παρακαλείσθε να γνωστοποιήσετε την ημερομηνία εκλογής σας ως περιφερειακού συμβούλου.»
6 Ο προσφεύγων έλαβε αυτή την επιστολή στις 31 Ιανουαρίου 2001, όπως αποδεικνύει το αποδεικτικό παραλαβής.
7 Με επιστολή της 15ης Μαρτίου 2001, ο προσφεύγων εκδήλωσε την έκπληξή του σχετικά με την πρόθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να αναστείλει την καταβολή της συντάξεώς του λόγω της εκλογής του ως περιφερειακού συμβούλου. Εξέθεσε τους πραγματικούς και νομικούς λόγους για τους οποίους, κατά τη γνώμη του, ο ιταλικός κανονισμός δεν μπορούσε να εφαρμοστεί αναλογικά στην περίπτωσή του.
8 Με επιστολή της 26ης Μαρτίου 2001 (στο εξής: επιστολή της 26ης Μαρτίου 2001 ή προσβαλλόμενη απόφαση), το Κοινοβούλιο του απέστειλε την εξής απάντηση:
«ρος απάντηση στην προπαρατεθείσα επιστολή σας, στην οποία εκφράζετε την έκπληξή σας σχετικά με την αναστολή της συντάξεώς σας του πρώην βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατόπιν της εκλογής σας ως περιφερειακού συμβούλου, σας βεβαιώνω ότι αυτή η απόφαση είναι σύμφωνη με το άρθρο 12/1 του κανονισμού της Camera, και με την πρακτική της Camera.
Συμφωνώ μαζί σας ότι το υφιστάμενο κείμενο του κανονισμού της Camera είναι ατελές. Καίτοι είναι πλήρες όσον αφορά την αναστολή των συντάξεων, ελλείπει, σε περίπτωση ανακτήσεως των δικαιωμάτων, η μνεία της δραστηριότητας του περιφερειακού συμβούλου.
Ωστόσο, οι κανόνες που η πολιτική εξουσία θέσπισε με σκοπό να αποφευχθεί η σώρευση της συντάξεως του βουλευτή ή του περιφερειακού συμβούλου με τον μισθό βουλευτή ή συμβούλου φαίνονται σαφείς και σας ζητώ ως εκ τούτου να μου γνωστοποιήσετε το συντομότερο δυνατό την ημερομηνία εκλογής σας ως περιφερειακού συμβούλου.
ληροφοριακώς, επισημαίνω ότι εν τω μεταξύ η σύνταξή σας έχει ανασταλεί.»
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
9 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 12 Ιουνίου 2001, ο προσφεύγων άσκησε την παρούσα προσφυγή με την οποία ζητεί από το ρωτοδικείο:
- να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
- επικουρικώς, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την αναστολή της συντάξεως κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου 1979-1984·
- να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να καταβάλει στον προσφεύγοντα τις μηνιαίες αποδοχές που αντιστοιχούν στην ανασταλείσα σύνταξη για τις κοινοβουλευτικές περιόδους 1977-1984 και 1994-1999 ή, επικουρικώς, για την κοινοβουλευτική περίοδο 1979-1984, πλέον τόκων αρχίζοντας από τον μήνα ενάρξεως της αναστολής·
- να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
10 Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 27 Ιουλίου 2001, το Κοινοβούλιο υπέβαλε ένσταση απαραδέκτου, βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου. Το Κοινοβούλιο ζητεί από το ρωτοδικείο:
- να κρίνει την προσφυγή απαράδεκτη·
- να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
11 Με τις παρατηρήσεις του επί της ενστάσεως απαραδέκτου, που κατέθεσε στις 20 Σεπτεμβρίου 2001, ο προσφεύγων ζητεί από το ρωτοδικείο:
- να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή·
- να καταδικάσει το συμβούλου στα δικαστικά έξοδα.
12 Στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, το ρωτοδικείο κάλεσε τον προσφεύγοντα και το καθού να απαντήσουν γραπτώς σε ορισμένες ερωτήσεις. Οι διάδικοι ικανοποίησαν το αίτημα του ρωτοδικείου εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
Επί του παραδεκτού
Ισχυρισμοί των διαδίκων
13 Το Κοινοβούλιο αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής επικαλούμενο, αφενός, τη μη τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 230 ΕΚ και, αφετέρου, τη μη τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 27 της ρυθμίσεως σχετικά με τα έξοδα και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
14 ρώτον, το Κοινοβούλιο εκτιμά ότι η επιστολή της 26ης Μαρτίου 2001 απλώς επιβεβαιώνει την απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2001, που γνωστοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 31 Ιανουαρίου 2001. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων δεν προσέβαλε αυτή την απόφαση εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίησή της, η παρούσα προσφυγή είναι εκπρόθεσμη και, ως εκ τούτου, απαράδεκτη.
15 Συγκεκριμένα, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η από 26 Μαρτίου 2001 επιστολή δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο και ως εκ τούτου δεν είναι απόφαση ικανή να προκαλέσει την εκ νέου έναρξη της προθεσμίας. Αυτή η επιστολή περιορίζεται να παράσχει στον προσφεύγοντα ορισμένες εξηγήσεις και δεν μπορεί να θεωρηθεί προσβλητή πράξη.
16 Δεύτερον, το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω μη τηρήσεως της διαδικασίας του άρθρου 27, παράγραφος 2, της ρυθμίσεως σχετικά με τα έξοδα και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Κατά το Κοινοβούλιο, αυτή η διαδικασία προβλέπει ότι ο βουλευτής που εκτιμά ότι οι διατάξεις της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως εφαρμόστηκαν εσφαλμένως μπορεί να απευθυνθεί εγγράφως στο Γενικό Γραμματέα του Κοινοβουλίου και ότι, αν ο βουλευτής και ο Γενικός Γραμματέας δεν καταλήξουν σε συμφωνία, το ζήτημα παραπέμπεται στο σώμα των κοσμητόρων που αποφασίζει κατόπιν διαβουλεύσεως με τον Γενικό Γραμματέα και αφού ενδεχομένως διαβουλευθεί με τον ρόεδρο ή το ροεδρείο.
17 Τρίτον, το Κοινοβούλιο εκτιμά ότι το τρίτο αίτημα είναι προδήλως απαράδεκτο, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις συνθήκες, εναπόκειται στο όργανο που εξέδωσε την προσβληθείσα πράξη να λάβει τα μέτρα που επιβάλλει η εκτέλεση των αποφάσεων των κοινοτικών δικαστηρίων.
18 Ο προσφεύγων αντιτάσσει ότι η επιστολή της 26ης Μαρτίου 2001 πρέπει να θεωρηθεί απλώς παρεμπίπτουσα. Κατά τη γνώμη του, με αυτήν εκφράζεται απλώς η πρόθεση της αναστολής της καταβολής της συντάξεώς του, που δεν μπορούσε να έχει άμεση ισχύ, εφόσον έχρηζε, τουλάχιστον, επιβεβαιώσεως εκ μέρους του προσφεύγοντος το γεγονός ότι είχε πράγματι εκλεγεί στο περιφερειακό συμβούλιο.
19 Ο προσφεύγων εκτιμά ότι μπορούσε καλοπίστως να αναμένει από το καθού να συζητήσει κατ' αρχάς μαζί του το ζήτημα αντί να λάβει άμεσα και μονομερώς μία απόφαση, εφόσον ήταν η πρώτη φορά που οι αρμόδιες αρχές τον πληροφορούσαν ότι θεωρούσαν ότι το άρθρο 12 του ιταλικού κανονισμού εφαρμόζεται στην περίπτωσή του.
20 Κατά τον προσφεύγοντα, η επιστολή της 26ης Μαρτίου 2001 δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς επιβεβαιωτική μιας προηγηθείσας αποφάσεως, διότι της αποφάσεως είχε προηγηθεί εξέταση των ισχυρισμών που ο προσφεύγων είχε προβάλει με την επιστολή της 15ης Μαρτίου 2001, για να αμφισβητήσει την πρόθεση του Κοινοβουλίου να εφαρμόσει αναλογικώς το άρθρο 12 του ιταλικού κανονισμού και διότι περιείχε τουλάχιστον ένα νέο στοιχείο σε σχέση με την επιστολή της 26ης Ιανουαρίου 2001.
21 Όσον αφορά το πρώτο θέμα, το περιεχόμενο της επιστολής της 26ης Μαρτίου 2001 αποδεικνύει ότι το Κοινοβούλιο έλαβε θέση επί των ισχυρισμών του προσφεύγοντος περιλαμβανομένων των δύο νέων σε σχέση με την επιστολή της 26ης Ιανουαρίου 2001 ισχυρισμών. Οι νέοι ισχυρισμοί έγκεινται, αφενός, στη μνεία της βουλήσεως της πολιτικής εξουσίας να αποφύγει τη σώρευση συντάξεως και μισθού βουλευτή ή περιφερειακού συμβούλου και, αφετέρου, στη μνεία της πρακτικής του Ιταλικού Κοινοβουλίου.
22 Όσον αφορά το δεύτερο θέμα, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η επιστολή της 26ης Μαρτίου 2001 κάνει για πρώτη φορά μνεία του γεγονότος ότι το Κοινοβούλιο προέβη στην αναστολή της συντάξεώς του. Επομένως, αυτή είναι η επιστολή που επηρεάζει άμεσα την περιουσιακή κατάσταση του προσφεύγοντος.
23 Όσον αφορά τη διαδικασία του άρθρου 27, παράγραφος 2, του κανονισμού περί των εξόδων και αποζημιώσεων των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο προσφεύγων είναι της άποψης ότι δεν συνιστά υποχρεωτική προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία. Συγκεκριμένα, αν συνιστούσε τέτοια διαδικασία, θα αντέκειτο στην αρχή της ασφάλειας δικαίου και δεν θα παρείχε τις αναγκαίες εγγυήσεις έναντι της παρελεύσεως των προθεσμιών εντός των οποίων πρέπει να ασκηθεί η προσφυγή. Επιπλέον, ο μη υποχρεωτικός χαρακτήρας αυτής της διαδικασίας έναντι των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επιβεβαιώθηκε από την απόφαση του ρωτοδικείου της 26ης Οκτωβρίου 2000, Τ-83/99 έως Τ-85/99, Ripa di Meana κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-3493, σκέψη 20). Το ίδιο συμπέρασμα ισχύει για τα πρόσωπα τα οποία, όπως ο προσφεύγων, δεν έχουν πλέον, κατά την άσκηση της προσφυγής, την ιδιότητα του ευρωβουλευτή από δύο και πλέον ετών.
Εκτίμηση του ρωτοδικείου
24 Σύμφωνα με το άρθρο 114, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν ένας διάδικος ζητήσει από το ρωτοδικείο να κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία, η διαδικασία επί της ενστάσεως απαραδέκτου συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το ρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Εν προκειμένω, το ρωτοδικείο θεωρεί ότι διαθέτει επαρκή στοιχεία από τη δικογραφία και ότι, κατά συνέπεια, πρέπει να αποφανθεί επί της αιτήσεως χωρίς προφορική διαδικασία.
25 Κατά πάγια νομολογία, συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις δεκτικές προσφυγής ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 230 EK τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα δυνάμενα να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος μεταβάλλοντας ιδιαζόντως τη νομική του κατάσταση (απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, IBM κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 2639, σκέψη 9· απόφαση του ρωτοδικείου της 22ας Μαρτίου 2000, T-125/97 και T-127/97, Coca-Cola κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-1733, σκέψη 77). Για να καθοριστεί αν μια πράξη ή μια απόφαση παράγει τέτοια αποτελέσματα, πρέπει να εξετάζεται η ουσία της (προπαρατεθείσα απόφαση Coca-Cola κατά Επιτροπής, σκέψη 78). Κατά συνέπεια, είναι απαράδεκτη προσφυγή ακυρώσεως ασκούμενη κατ' αποφάσεως που είναι απλώς βεβαιωτική προγενέστερης μη εμπροθέσμως προσβληθείσας αποφάσεως. Μια απόφαση είναι αμιγώς βεβαιωτική εάν δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με προγενέστερη πράξη και δεν προηγήθηκε της εκδόσεώς της επανεξέταση της καταστάσεως (διάταξη του ρωτοδικείου της 4ης Μα_ου 1998, T-84/97, BEUC κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-795, σκέψη 52, και η προπαρατεθείσα νομολογία).
26 Εν προκειμένω, επιβάλλεται, κατ' αρχάς, να εξεταστεί αν η επιστολή της 26ης Ιανουαρίου 2001 συνιστά προσβλητή πράξη. Σε αυτή την επιστολή, ο υπεύθυνος της αρμόδιας υπηρεσίας του Κοινοβουλίου γνωστοποίησε στον προσφεύγοντα, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Οι υπηρεσίες μου πληροφορήθηκαν ότι διανύετε θητεία περιφερειακού συμβούλου, γεγονός που μας υποχρεώνει να αναστείλουμε τα συνταξιοδοτικά σας δικαιώματα.» Αυτή η διατύπωση αποτελεί ένδειξη ότι το Κοινοβούλιο είχε αποφασίσει να αναστείλει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα του προσφεύγοντος. Επιπλέον, το Κοινοβούλιο εξέθεσε επίσης, σε αυτή την επιστολή, τους λόγους για τους οποίους είχε αποφασίσει να προβεί στην αναστολή.
27 Η επιστολή της 26ης Ιανουαρίου 2001 μπορεί να θεωρηθεί ως προκαταρκτική ή προπαρασκευαστική λήψη θέσεως μόνον υπό την προϋπόθεση ότι το όργανο θα είχε καταστήσει σαφές ότι το συμπέρασμά του ίσχυε μόνον υπό την επιφύλαξη των συμπληρωματικών παρατηρήσεων των μερών (απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Ιουνίου 1994, C-39/93 P, SFEI κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. Ι-2681, σκέψη 30). Ουδεμία επιφύλαξη υπό αυτή την έννοια υφίσταται στην επιστολή της 26ης Ιανουαρίου 2001. Συγκεκριμένα, με την επιστολή ζητείται από τον προσφεύγοντα απλώς να γνωστοποιήσει την ημερομηνία της εκλογής του, προκειμένου να υπολογιστεί το ποσό της αχρεωστήτως καταβληθείσας συντάξεως.
28 Αυτή η ανάλυση επιβεβαιώνεται από την απάντηση που έδωσε το Κοινοβούλιο σε γραπτή ερώτηση του ρωτοδικείου, κατά την οποία η απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2001 είχε εφαρμοστεί άμεσα, ήτοι ήδη για την πρώτη καταβλητέα μηνιαία καταβολή, τον Φεβρουάριο του 2001. ράγματι, από το αναλυτικό απόσπασμα λογαριασμού του προσφεύγοντος της 1ης Μαρτίου 2001, που ο τελευταίος προσκόμισε στο ρωτοδικείο, προκύπτει ότι δεν είχε καταβληθεί στον προσφεύγοντα η σύνταξη του Φεβρουαρίου 2001. Επομένως, μετά την καταβολή της συντάξεως του Ιανουαρίου 2001 που έγινε στις 26 Ιανουαρίου 2001, ο προσφεύγων δεν εισέπραττε πλέον τη σύνταξή του.
29 Κατά συνέπεια, ουδεμία αμφιβολία υφίσταται ότι η αρχική απόφαση του Κοινοβουλίου της 26ης Ιανουαρίου 2001 συνιστά την πράξη που επηρέασε ευθέως και αμέσως τη νομική κατάσταση του προσφεύγοντος και η οποία έπρεπε να προσβληθεί. Δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι η εν λόγω πράξη δεν προσβλήθηκε εμπροθέσμως.
30 Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος ότι η προσβληθείσα απόφαση εκδόθηκε κατόπιν επανεξετάσεως της καταστάσεώς του, κατόπιν της από 15 Μαρτίου 2001 επιστολής του, κατά τρόπον ώστε η θέση που έλαβε το Κοινοβούλιο με την από 26 Ιανουαρίου 2001 απόφασή του είναι απλώς παρεμπίπτουσα, πρέπει να απορριφθούν.
31 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Κοινοβούλιο έκανε απλώς μνεία, στην από 26 Μαρτίου 2001 επιστολή του, του γεγονότος ότι η ιταλική νομοθετική ρύθμιση είναι, ως προς ορισμένα σημεία, ατελής, αλλ' ότι οι κανόνες που αποσκοπούν στην αποφυγή της σωρεύσεως συντάξεως βουλευτή ή περιφερειακού συμβούλου με τον μισθό βουλευτή ή συμβούλου φαίνονται σαφείς και ότι η απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2001 αντιστοιχεί στην ιταλική πρακτική. Αυτές οι σκέψεις, τιθέμενες στο πλαίσιό τους, δεν μπορούν να θεωρηθούν ένδειξη ότι η απόφαση περί αναστολής της καταβολής της συντάξεως του προσφεύγοντος, που του γνωστοποιήθηκε με την από 26 Ιανουαρίου 2001 επιστολή, αποτέλεσε αντικείμενο νέας εξετάσεως. ρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οι λόγοι που οδήγησαν το Κοινοβούλιο να αναστείλει τη σύνταξη του προσφεύγοντος παραμένουν αμετάβλητοι. Συγκεκριμένα, το Κοινοβούλιο περιορίστηκε να υπενθυμίσει τη ratio legis της διατάξεως που είχε εφαρμοστεί με την από 26 Ιανουαρίου 2001 απόφαση και να τονίσει στον προσφεύγοντα ότι αυτή η απόφαση συμφωνούσε με την ιταλική πρακτική, χωρίς να επιφέρει οποιαδήποτε μεταβολή στην αιτιολογία που είχε ήδη παραθέσει.
32 Επιπλέον, το γεγονός ότι ο προσφεύγων πληροφορήθηκε με την από 26 Μαρτίου 2001 επιστολή ότι η σύνταξή του είχε εν τω μεταξύ πράγματι ανασταλεί δεν μπορεί να συνιστά νέο στοιχείο ικανό να αποδώσει στην εν λόγω επιστολή τον χαρακτήρα νέας βλαπτικής αποφάσεως. ράγματι, αυτή η πληροφορία συνιστά απλώς το εκτελεστικό στάδιο της βλαπτικής αποφάσεως, ήτοι της από 26 Ιανουαρίου 2001 αποφάσεως.
33 Επομένως, δεδομένου ότι η από 26 Μαρτίου 2001 επιστολή δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με την από 26 Ιανουαρίου 2001 επιστολή και ότι δεν μεσολάβησε επανεξέταση της καταστάσεως του προσφεύγοντος, η επιστολή της 26ης Μαρτίου 2001 συνιστά επιστολή απλώς βεβαιωτική της από 26 Ιανουαρίου 2001 αποφάσεως.
34 Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η από 26 Ιανουαρίου 2001 απόφαση δεν προσβλήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 230, πέμπτο εδάφιο, ΕΚ, εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη γνωστοποίησή της στον προσφεύγοντα, παρεκτεινομένης λόγω αποστάσεως σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 102, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας και του άρθρου 1, τρίτη περίπτωση, του παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
35 Δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε και η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα, ο προσφεύγων πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τέταρτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
Top