Avis juridique important
Διάταξη του Πρωτοδικείου (τρίτο τμήμα) της 9ης Απριλίου 2003. - Johannes Jacobus Pikaart, Johanna Cornelia Pikaart-Leeuwestein και Scheepvaartonderneming "Factotum" vof κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. - Προσφυγή ακυρώσεως - Πράξεις υποκείμενες σε προσφυγή - Απαράδεκτο. - Υπόθεση T-280/02.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2003 σελίδα II-01621
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Προσφυγή ακυρώσεως - Πράξεις δεκτικές προσφυγής - Έννοια - Πράξεις παράγουσες δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα - Έγγραφο προϊσταμένου μονάδας της Επιτροπής που ερμηνεύει κανονιστικές διατάξεις - Προϊστάμενος μονάδας που δεν ενεργεί βάσει νομοθετικής διατάξεως απονέμουσας σε αυτόν εξουσία λήψεως αποφάσεων - Δεν περιλαμβάνεται
(Άρθρο 230 ΕΚ· κανονισμός 1101/89 του Συμβουλίου)
Περίληψη$$Είναι απαράδεκτη η προσφυγή ακυρώσεως που ασκούν οι κύριοι μηχανονοκίνητου σκάφους, από τους οποίους ζητήθηκε να καταβάλουν την ειδική συνεισφορά που προβλέπει ο κανονισμός 1101/89, σχετικά με τη διαρθρωτική εξυγίανση της εσωτερικής ναυσιπλο_ας, κατά του εγγράφου του προϊσταμένου μονάδας της αρμόδιας υπηρεσίας της Επιτροπής, με το οποίο αυτός τους παρέχει μία ερμηνεία του εν λόγω κανονισμού, υπό το φως των υποβληθέντων σε αυτόν στοιχείων της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Πράγματι, μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή την έννομη κατάστασή του, συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ. Aυτό δεν συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθότι ο προϊστάμενος μονάδας δεν ενήργησε βάσει νομοθετικής διατάξεως απονέμουσας σε αυτόν εξουσία λήψεως αποφάσεων, αλλά έδωσε απλώς με το εν λόγω έγγραφο στους προσφεύγοντες μια μη δεσμευτική γνώμη επί του θέματος. Συναφώς, δεν αρκεί ένα έγγραφο να έχει αποσταλεί από κοινοτικό όργανο στον αποδέκτη του, σε απάντηση αιτήματος του τελευταίου, προκειμένου να μπορεί να χαρακτηριστεί ως απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, παρέχοντας έτσι στον αποδέκτη το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως.
( βλ. σκέψεις 23, 26-27 )
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση T-280/02,
Johannes Jacobus Pikaart, κάτοικος Papendrecht (Κάτω Χώρες),
Johanna Cornelia Pikaart-Leeuwestein, κάτοικος Papendrecht,
Scheepvaartonderneming «Factotum» vof, με έδρα το Papendrecht,
εκπροσωπούμενοι από τους Μ. J. van Dam και D. Ouwerling, δικηγόρους,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον W. Wils, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή περί ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής που, κατά τους προσφεύγοντες, περιλαμβάνεται στο έγγραφο που απέστειλαν σε αυτούς οι υπηρεσίες της στις 16 Ιουλίου 2002 [D (2002) 11 796],
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, J. Azizi και Μ. Jaeger, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασηςΝομικό πλαίσιο
1 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1101/89 του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 1989, σχετικά με τη διαρθρωτική εξυγίανση της εσωτερικής ναυσιπλο_ας (ΕΕ L 116, σ. 25), ο οποίος υπέστη επανειλημμένες τροποποιήσεις, κυρίως με τον κανονισμό (ΕΚ) 844/94 του Συμβουλίου, της 12ης Απριλίου 1994 (ΕΕ L 98, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός 1101/89, όπως τροποποιήθηκε), αποσκοπεί στη μείωση των πλεονασμάτων μεταφορικής ικανότητας που έχουν εμφανιστεί σε όλους τους τομείς της αγοράς των μεταφορών μέσω πλωτών οδών. Προς τούτο, προβλέπεται συντονισμένο σε κοινοτικό επίπεδο πρόγραμμα διαλύσεως πλοίων καθώς και συνοδευτικά μέτρα.
2 Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1101/89 ορίζει τα εξής:
«1. Καθένα από τα κράτη μέλη του οποίου οι πλωτές οδοί συνδέονται με τις πλωτές οδούς άλλου κράτους μέλους και διαθέτει στόλο ολικής χωρητικότητας μεγαλύτερης από 100 000 τόνους [...] συγκροτεί, στα πλαίσια της εθνικής του νομοθεσίας και με τα δικά του διοικητικά μέσα, ταμείο διάλυσης που στη συνέχεια ονομάζεται "ταμείο".
2. Οι αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους αναλαμβάνουν τη διαχείριση του αντίστοιχου ταμείου. Στη διαχείριση συμμετέχουν και οι εθνικές αντιπροσωπευτικές οργανώσεις της εσωτερικής ναυσιπλο_ας.»
3 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του κανονισμού 1101/89 ορίζει, κατ' ουσίαν, ότι, κατά τη διάρκεια περιόδου δέκα ετών από την έναρξη ισχύος του κανονισμού αυτού, η δρομολόγηση σκαφών τα οποία υπάγονται στον εν λόγω κανονισμό και είτε είναι νεότευκτα είτε εισάγονται από τρίτη χώρα είτε έχουν εξέλθει από εθνικές οδούς που δεν συνδέονται με άλλες πλωτές οδούς της Κοινότητας υπόκειται στον όρο ότι ο ιδιοκτήτης του νηολογημένου σκάφους οφείλει να διαλύσει, χωρίς να λάβει πριμοδότηση διαλύσεως, χωρητικότητα αναλογικά ισοδύναμη με εκείνη αυτού του σκάφους ή ότι, εάν δεν προβεί σε διάλυση σκάφους, οφείλει να καταβάλει ειδική συνεισφορά στο ταμείο στο οποίο υπάγεται το νέο του σκάφος (κανόνας αποκαλούμενος «παλαιό για νέο»).
4 Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1101/89 ορίζει, κατ' ουσίαν, ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του κανονισμού αυτού, τα οποία πρέπει κυρίως να προβλέπουν διαρκή και αποτελεσματικό έλεγχο της τηρήσεως των υποχρεώσεων που υπέχουν οι επιχειρήσεις δυνάμει του εν λόγω κανονισμού και των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται για την εφαρμογή του, καθώς και τις ενδεδειγμένες κυρώσεις σε περιπτώσεις παραβάσεως.
5 Βάσει των άρθρων 6 και 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1101/89, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 27 Απριλίου 1989, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1102/89, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων εφαρμογής του κανονισμού 1101/89 (ΕΕ L 116, σ. 30).
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
6 Οι προσφεύγοντες είναι κύριοι ενός μηχανονοκίνητου σκάφους που φέρει το όνομα Factotum. Το σκάφος αυτό ναυπηγήθηκε το 1928 και το 1997 υπέστη μετατροπή, η οποία συνίστατο, κυρίως, σε αφαίρεση των εμπρόσθιων και κεντρικών τμημάτων του σκάφους και αντικατάσταση αυτών με νέες, πιο επιμήκεις κατασκευές. Λόγω αυτής της μετατροπής, η χωρητικότητα του σκάφους αυξήθηκε κατά 600 περίπου τόνους. Επιπλέον, οι προσφεύγοντες σκόπευαν να μετατρέψουν τα παλαιά εμπρόσθια και κεντρικά τμήματα του σκάφους σε φορτηγίδα.
7 Στις 22 Απριλίου 1998 οι προσφεύγοντες απέστειλαν στις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής έγγραφο, με το οποίο ζήτησαν διευκρινίσεις όσον αφορά τις συνέπειες αυτής της μετατροπής λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του κανονισμού 1101/89.
8 Στις 8 Ιουνίου 1998 το ολλανδικό ταμείο διαλύσεως ζήτησε από τους προσφεύγοντες να καταβάλουν την προβλεπόμενη από τον κανονισμό 1101/89 ειδική συνεισφορά για τη νηολόγηση του Factotum μετά τη μετατροπή του.
9 Στις 29 Ιουνίου 1998, σε απάντηση προς την από 22 Απριλίου 1998 αίτηση των προσφευγόντων, ο προϊστάμενος μονάδας της αρμόδιας υπηρεσίας της Επιτροπής επισήμανε ότι σαφής ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού 1101/89 θα ήταν δυνατή μόνον αν του υποβάλλονταν τα δεδομένα της συγκεκριμένης περιπτώσεως, τονίζοντας ότι εκφράζει αποκλειστικά την άποψη της συγκεκριμένης υπηρεσίας της Επιτροπής.
10 Στις 19 Νοεμβρίου 1999 ο Υπουργός Μεταφορών της Ολλανδίας επιβεβαίωσε την απόφαση του ταμείου διαλύσεως, της 8ης Ιουνίου 1998.
11 Κατόπιν εφέσεως, στις 22 Μα_ου 2002 το College van Beroep voor het bedrijfsleven (σώμα οικονομικών διαφορών) ακύρωσε την απόφαση του Ολλανδού Υπουργού Μεταφορών της 19ης Νοεμβρίου 1999.
12 Κατόπιν της αποφάσεως του College van Beroep voor het bedrijfsleven, της 22ας Μα_ου 2002, οι προσφεύγοντες απέστειλαν, στις 17 Ιουνίου 2002, στις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής νέο έγγραφο, με το οποίο περιέγραψαν τις εργασίες που είχαν ολοκληρωθεί και αυτές που είχαν προγραμματιστεί στο πλαίσιο της μετατροπής του Factotum το 1997. Επιπλέον, με το έγγραφο αυτό υπέδειξαν πώς έπρεπε, κατά την άποψή τους, να εφαρμοστεί ο κανονισμός 1101/89 στη συγκεκριμένη περίπτωση και ζήτησαν διευκρινίσεις όσον αφορά τις συνέπειες αυτής της μετατροπής λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του κανονισμού 1101/89.
13 Με έγγραφο της 16ης Ιουλίου 2002, φέρον την ένδειξη D (2002) 11 796, (στο εξής: έγγραφο της 16ης Ιουλίου 2002), ο προϊστάμενος μονάδας της αρμόδιας υπηρεσίας της Επιτροπής εξέφρασε τη διαφωνία του ως προς την ερμηνεία που είχαν δώσει οι προσφεύγοντες στον κανονισμό 1101/89, με το από 17 Ιουνίου 2002 έγγραφό τους. Επιπλέον, κατόπιν σύντομης αναλύσεως των εφαρμοζόμενων διατάξεων, επισήμανε ότι:
«Η τοποθέτηση νέων κατασκευών στο εμπρόσθιο και στο κεντρικό τμήμα του Factotum είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί η χωρητικότητα του στόλου. Av, στην περίπτωση του Factotum, είχε αποφασιστεί η διάλυση των αντικατασταθέντων τμημάτων, αυτά θα έπρεπε να έχουν νεκρό βάρος ίσο με αυτό των νέων τμημάτων. Δεδομένου ότι τα αντικατασταθέντα τμήματα δεν διαλύθηκαν, επιβάλλεται να καθοριστούν και βάσει των νέων τμημάτων του μηχανοκίνητου σκάφους Factotum οι υποχρεώσεις "παλαιό για νέο".
Ελπίζω, με την παρούσα, να έδωσα ικανοποιητική απάντηση στην αίτησή σας.»
14 Στις 26 Αυγούστου 2002 ο Υπουργός Μεταφορών της Ολλανδίας εξέδωσε νέα απόφαση σχετικά με το Factotum, την οποία οι προσφεύγοντες προσέβαλαν δικαστικώς.
15 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 15 Σεπτεμβρίου 2002, οι προσφεύγοντες άσκησαν την παρούσα προσφυγή.
16 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 12 Νοεμβρίου 2002, η Επιτροπή πρότεινε, βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ένσταση απαραδέκτου. Οι προσφεύγοντες κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί της ενστάσεως αυτής στις 23 Δεκεμβρίου 2002.
Αιτήματα των διαδίκων
17 Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
- να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου·
- να ακυρώσει το έγγραφο της 16ης Ιουλίου 2002·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
18 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
- να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
- να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επιχειρήματα των διαδίκων
19 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το έγγραφο της 16ης Ιουλίου 2002 δεν συνιστά πράξη που υπόκειται σε προσβολή. Κατά την άποψή της, το έγγραφο αυτό περιλαμβάνει απλώς ερμηνεία των κρίσιμων διατάξεων του κανονισμού 1101/89 από έναν υπάλληλο της Επιτροπής, καθόσον, βάσει του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β_, και του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, μόνον οι αρμόδιες εθνικές αρχές μπορούν να εκδώσουν δεσμευτική πράξη σχετικά με την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού στη μετατροπή του Factotum το 1997.
20 Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι το έγγραφο της 16ης Ιουλίου 2002 περιλαμβάνει απόφαση της Επιτροπής με δεσμευτικό αποτέλεσμα όσον αφορά την εφαρμογή του κανονισμού 1101/89 στην προκειμένη περίπτωση.
21 Επικαλούνται το γεγονός ότι, με το έγγραφο αυτό, η Επιτροπή έδωσε απάντηση σε αίτηση επί συγκεκριμένης περιπτώσεως. Οι όροι που χρησιμοποιούνται στο έγγραφο αυτό επιβεβαιώνουν ότι πρόκειται για πράξη οριστική και δεσμευτική. Επιπλέον, θεωρούν ότι η Επιτροπή ήταν αρμόδια να αποφανθεί επί της εφαρμογής του κανονισμού 1101/89 στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθόσον, δυνάμει του άρθρου 8 του κανονισμού αυτού και βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 1102/89, απόκειται στην Επιτροπή να καθορίσει τους κανόνες για την ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού 1101/89. Τέλος, οι προσφεύγοντες επικαλούνται το γεγονός ότι, με την απόφασή του της 22ας Μα_ου 2002, το College van Beroep voor het bedrijfsleven αναφέρθηκε στη διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιον της Επιτροπής, γεγονός που αποδεικνύει ότι το έγγραφο της 16ης Ιουλίου 2002 έχει μεγάλη σημασία στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον των αρμοδίων εθνικών αρχών και δικαστηρίων και προκαλεί βλάβη σ' αυτούς.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
22 Κατά το άρθρο 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν ένας διάδικος το ζητήσει, το Πρωτοδικείο μπορεί να κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, η διαδικασία επί της αιτήσεως συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν αποφασίσει άλλως το Πρωτοδικείο, το οποίο, εν προκειμένω, κρίνει ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα στοιχεία του φακέλου ώστε να είναι σε θέση να αποφανθεί επί της αιτήσεως χωρίς να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
23 Κατά πάγια νομολογία, δεν αρκεί ένα έγγραφο να έχει αποσταλεί από κοινοτικό όργανο στον αποδέκτη του, σε απάντηση αιτήματος του τελευταίου, προκειμένου να μπορεί να χαρακτηριστεί ως απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, παρέχοντας έτσι στον αποδέκτη το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως. Επιπλέον, μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή την έννομη κατάστασή του, συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ (διατάξεις του Πρωτοδικείου της 11ης Δεκεμβρίου 1998, T-22/98, Scottish Soft Fruit Growers κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-4219, σκέψη 34, και της 27ης Οκτωβρίου 1999, T-106/99, Meyer κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-3273, σκέψη 31).
24 Εν προκειμένω, ο κανονισμός 1101/89 προβλέπει, στο πλαίσιο μιας κοινής πολιτικής, συντονισμένο σε κοινοτικό επίπεδο πρόγραμμα διαλύσεως πλοίων, με σκοπό τη μείωση των πλεονασμάτων μεταφορικής ικανότητας και τη διαρθρωτική εξυγίανση της εσωτερικής ναυσιπλο_ας. Προς τον σκοπό αυτό, με τα άρθρα 6 και 10, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, το Συμβούλιο ανέθεσε στην Επιτροπή την αρμοδιότητα να εκδίδει ορισμένες «αποφάσεις», προκειμένου να διασφαλίζεται η υλοποίηση του προγράμματος και να αποφεύγονται στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Στο πλαίσιο αυτής της αρμοδιότητας, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 1101/89 καθώς και διάφορες ανακοινώσεις σχετικά με την ομοιόμορφη εφαρμογή στα κράτη μέλη της κοινοτικής ρυθμίσεως περί διαρθρωτικής εξυγιάνσεως της εσωτερικής ναυσιπλο_ας.
25 Αντιθέτως, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, εκτός από την ανατεθείσα στην ίδια, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 3, στοιχείο γ_, του κανονισμού 1101/89, αρμοδιότητα περί αποκλεισμού ορισμένων ειδικά σχεδιασμένων πλοίων από το πεδίο εφαρμογής των ευεργετικών διατάξεων του κανόνα «παλαιό για νέο» (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 1ης Οκτωβρίου 1998, T-155/97, Natural van Dam και Danser Container Line κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-3921, και της 1ης Φεβρουαρίου 2000, T-63/98, Transpo Maastricht και Ooms κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-135), η διαχείριση των ταμείων διαλύσεως καθώς και ο έλεγχος για την εφαρμογή σε συγκεκριμένες περιπτώσεις του προβλεπόμενου από τον κανονισμό 1101/89 προγράμματος έχει ανατεθεί, όπως προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, και από το άρθρο 10, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, στις εθνικές αρχές που έχουν συσταθεί για τον σκοπό αυτό από τα κράτη μέλη.
26 Κατά συνέπεια, ο προϊστάμενος μονάδας της αρμόδιας αρχής της Επιτροπής, παρέχοντας στους προσφεύγοντες, με το έγγραφο της 16ης Ιουλίου 2002, μία ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων του κανονισμού 1101/89, υπό το φως των υποβληθέντων σε αυτόν στοιχείων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, δεν ενήργησε βάσει νομοθετικής διατάξεως απονέμουσας σε αυτόν εξουσία λήψεως αποφάσεων, αλλά έδωσε απλώς μια μη δεσμευτική γνώμη επί του θέματος. Επιπλέον, από τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως, προκύπτει ότι οι προσφεύγοντες, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τα εκ του νόμου διαθέσιμα σε εθνικό επίπεδο μέσα (βλ. ανωτέρω, κυρίως, σκέψη 14), είχαν επίγνωση του γεγονότος ότι η εφαρμογή του κανονισμού 1101/89 στη μετατροπή του Factotum προϋπέθετε in concreto αποφάσεις των αρμόδιων ολλανδικών διοικητικών και δικαστικών αρχών. Ακόμη και αν υποτεθεί, όπως φαίνεται να ισχυρίζονται οι προσφεύγοντες, ότι η γνώμη που διατυπώθηκε με το έγγραφο της 16ης Ιουλίου 2002 άσκησε ή μπορούσε να ασκήσει επιρροή επί των εν λόγω αποφάσεων, ικανές να παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα είναι αποκλειστικά αυτές και όχι το έγγραφο της 16ης Ιουλίου 2002 (βλ., συναφώς με διαπιστώσεις της Επιτροπής στο πλαίσιο διαδικασίας σχετικά με πράξη συγκεντρώσεως επιχειρήσεων, απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Μαρτίου 2000, T-125/97 και T-127/97, Coca-Cola κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-1733, κυρίως σκέψη 85).
27 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, οι προσφεύγοντες δεν δύνανται να ισχυριστούν ότι το έγγραφο της 16ης Ιουλίου 2002 παρήγαγε δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντά τους, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή την έννομη κατάστασή τους. Συνεπώς, η ασκηθείσα κατά της πράξεως αυτής προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
28 Πρέπει να προστεθεί ότι η δικαστική προστασία των προσφευγόντων διασφαλίζεται αποτελεσματικά μέσω των προσφυγών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία δύνανται ή, ενδεχομένως, υποχρεούνται να υποβάλλουν στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 234 ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των κοινοτικών κανόνων που τυγχάνουν εφαρμογής (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη του Πρωτοδικείου της 25ης Απριλίου 2001, T-244/00, Coillte Teoranta κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-1275, σκέψη 49, και απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 2002, C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. Ι-6677, σκέψεις 40 έως 42).
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
29 Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Οι προσφεύγοντες φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα καθώς και τα έξοδα της Επιτροπής.
Top