Υπόθεση C-417/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 85/384/ΕΟΚ – Αναγνώριση πτυχίων αρχιτεκτονικής – Διαδικασία εγγραφής στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας – Υποχρέωση προσκομίσεως εγγράφου που να βεβαιώνει ότι ο σχετικός τίτλος εμπίπτει στο καθεστώς αμοιβαίας αναγνωρίσεως»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Αντικείμενο της διαφοράς – Προσδιορισμός στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας – Αμιγώς τυπική προσαρμογή των αιτιάσεων, μετά την αποστολή της αιτιολογημένης γνώμης, λόγω τροποποιήσεως της εθνικής νομοθεσίας – Επιτρέπεται
(Άρθρο 226 ΕΚ)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Αρχιτέκτονες – Αναγνώριση πτυχίων και τίτλων – Υποχρέωση προσκομίσεως εγγράφου που να βεβαιώνει ότι ο τίτλος είναι σύμφωνος με τις σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας – Καθυστέρηση εξετάσεως από το εθνικό Τεχνικό Επιμελητήριο των αιτήσεων εγγραφής που υποβάλλουν κοινοτικοί υπήκοοι οι οποίοι δεν είναι κάτοχοι εθνικού πτυχίου – Δεν επιτρέπεται
(Οδηγία του Συμβουλίου 85/384)
1. Στο πλαίσιο προσφυγής κατά παραβάσεως, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και η προσφυγή πρέπει να στηρίζονται επί των αυτών αιτιάσεων. Εντούτοις, η επιταγή αυτή δεν φτάνει μέχρι του σημείου να επιβάλλει, σε κάθε περίπτωση, πλήρη σύμπτωση μεταξύ των εθνικών διατάξεων που μνημονεύονται στην αιτιολογημένη γνώμη και εκείνων που διαλαμβάνονται στην προσφυγή. Οσάκις μεταξύ των δύο αυτών σταδίων της διαδικασίας επέρχεται νομοθετική μεταβολή, αρκεί, πράγματι, το σύστημα εκείνο το οποίο είχε θεσπιστεί με τη νομοθεσία που εβάλλετο κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία να διατηρήθηκε, ως προς τα βασικά του χαρακτηριστικά, και με τα νέα μέτρα που έλαβε το κράτος μέλος μετά τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης και κατά των οποίων βάλλει η προσφυγή.
(βλ. σκέψη 17)
2. Παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 85/384, για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη λήψη μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, το κράτος μέλος το οποίο, αφενός, θεσπίζει και διατηρεί σε ισχύ διατάξεις, κατά τις οποίες, μεταξύ των προϋποθέσεων χορηγήσεως της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος του αρχιτέκτονα, περιλαμβάνεται η υποχρέωση υποβολής πιστοποιητικού χορηγηθέντος από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής ή προελεύσεως που να βεβαιώνει ότι οι υποβληθέντες τίτλοι είναι αυτοί που προβλέπονται από τις σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας και, αφετέρου, αποδέχεται ότι το εθνικό τεχνικό επιμελητήριο, η εγγραφή στο οποίο αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του αρχιτέκτονα, προβαίνει με σημαντικές καθυστερήσεις στην εξέταση των φακέλων και την εγγραφή των κοινοτικών υπηκόων, κατόχων αλλοδαπών διπλωμάτων τα οποία πρέπει να αναγνωρίζονται δυνάμει της ανωτέρω οδηγίας.
(βλ. σκέψη 18 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 9ης Σεπτεμβρίου 2004 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 85/384/ΕΟΚ – Αναγνώριση πτυχίων αρχιτεκτονικής – Διαδικασία εγγραφής στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας – Υποχρέωση προσκομίσεως εγγράφου που να βεβαιώνει ότι ο σχετικός τίτλος εμπίπτει στο καθεστώς αμοιβαίας αναγνωρίσεως»
Στην υπόθεση C-417/02,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως,
ασκηθείσα στις 19 Νοεμβρίου 2002,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Μ. Πατακιά, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από την Ε. Σκανδάλου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, A. Rosas, S. von Bahr, K. Lenaerts και K. Schiemann (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: L. Hewlet, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 4ης Μαρτίου 2004,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 30ής Μαρτίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζήτησε από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφοι 1, στοιχείο γ΄, και 2, του προεδρικού διατάγματος 107/1993, της 22ας Μαρτίου 1993 (στο εξής: διάταγμα 107/1993), και αποδεχόμενη ότι το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, η εγγραφή στο οποίο αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του αρχιτέκτονα στην Ελλάδα, αρνείται συστηματικά την εγγραφή κοινοτικών υπηκόων, κατόχων μη ελληνικών διπλωμάτων, τα οποία θα έπρεπε να αναγνωρίζονται δυνάμει της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη λήψη μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (ΕΕ L 223, σ. 15), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Το νομικό πλαίσιο και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
2 Τα άρθρα 2 έως 9 της οδηγίας 85/384 θέτουν τους γενικούς κανόνες τους ρυθμίζοντες την πρόσβαση στον τομέα της αρχιτεκτονικής. Προς διευκόλυνση της λειτουργίας του συστήματος αμοιβαίας αναγνωρίσεως, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/384 ορίζει ότι κάθε κράτος μέλος γνωστοποιεί, το ταχύτερο δυνατόν, ταυτόχρονα στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή, τον πίνακα των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων εκπαίδευσης που χορηγούνται στην επικράτειά του και πληρούν τα κριτήρια των άρθρων 3 και 4, καθώς, επίσης, και τον πίνακα των ιδρυμάτων που τα χορηγούν. Δυνάμει της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου 7, οι πίνακες αυτοί δημοσιεύονται από την Επιτροπή, προς ενημέρωση των ενδιαφερομένων, στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: Επίσημη Εφημερίδα), κατά τη λήξη προθεσμίας τριών μηνών από τη γνωστοποίησή τους.
3 Το άρθρο 10 της οδηγίας 85/384 αναφέρεται στην αναγνώριση, δυνάμει των κεκτημένων δικαιωμάτων, τίτλων σπουδών που παρέχουν πρόσβαση στην άσκηση δραστηριοτήτων στον τομέα της αρχιτεκτονικής. Κατά τη διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τα πτυχία, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους, τους απαριθμούμενους στο άρθρο 11 της εν λόγω οδηγίας, τους οποίους χορηγούν άλλα κράτη μέλη στους υπηκόους κρατών μελών, οι οποίοι έχουν ήδη αυτά τα προσόντα κατά την ημερομηνία κοινοποίησης της οδηγίας αυτής, ή έχουν αρχίσει σπουδές που οδηγούν σ’ αυτά τα πτυχία, πιστοποιητικά ή άλλους τίτλους, το αργότερο κατά το τρίτο ακαδημαϊκό έτος, μετά την κοινοποίηση αυτή, ακόμα και αν τα προσόντα αυτά δεν ανταποκρίνονται στις ελάχιστες απαιτήσεις των πτυχίων, που αναφέρονται στο κεφάλαιο ΙΙ της εν λόγω οδηγίας, και τους προσδίδει, όσον αφορά την πρόσβαση και την άσκηση δραστηριοτήτων στον τομέα της αρχιτεκτονικής, την ίδια ισχύ, στην επικράτειά τους, με τα πτυχία, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους που τα ίδια χορηγούν.
4 Το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/384 ορίζει ότι η διαδικασία παροχής του δικαιώματος ανάληψης μιας από τις δραστηριότητες του τομέα της αρχιτεκτονικής πρέπει να ολοκληρώνεται το συντομότερο δυνατό, το αργότερο δε τρεις μήνες μετά την υποβολή όλων των δικαιολογητικών από τον ενδιαφερόμενο, υπό την επιφύλαξη των καθυστερήσεων που μπορεί να προκύψουν από ενδεχόμενη άσκηση προσφυγής μετά την περάτωση αυτής της διαδικασίας.
5 Στην Ελλάδα εκδόθηκε το διάταγμα 107/1993 προς μεταφορά, μεταξύ άλλων, στην εσωτερική έννομη τάξη των διατάξεων της οδηγίας 85/384.
6 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του προεδρικού διατάγματος 107/1993 προβλέπει, μεταξύ των προϋποθέσεων χορηγήσεως από το Τεχνικό Επιμελητήριο της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος του αρχιτέκτονα, την υποχρέωση υποβολής πιστοποιητικού χορηγηθέντος από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής ή προελεύσεως που να βεβαιώνει ότι τα υποβληθέντα πτυχία ή άλλοι τίτλοι είναι αυτοί που προβλέπονται στις διατάξεις του εν λόγω προεδρικού διατάγματος. Το διάταγμα 107/1993 τροποποιήθηκε με το διάταγμα 272/2000, της 17ης Οκτωβρίου 2000 (στο εξής: τροποποιημένο διάταγμα 107/1993). Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του τροποποιημένου διατάγματος 107/1993 απαιτεί την υποβολή του ιδίου πιστοποιητικού, χορηγηθέντος από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής ή προελεύσεως, στην περίπτωση που οι τίτλοι και οι σχολές που τα χορηγούν δεν αναφέρονται ονομαστικώς στα παραρτήματα του άρθρου 13 του τροποποιημένου διατάγματος 107/1993. Στα παραρτήματα αυτά περιλαμβάνονται όλα τα πτυχία, πιστοποιητικά και λοιποί τίτλοι που αναγράφονται στον πίνακα που δημοσιεύει η Επιτροπή στην Επίσημη Εφημερίδα, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 85/384.
7 Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του διατάγματος 107/1993 επέβαλλε στους αιτούντες την εγγραφή τους στο Τεχνικό Επιμελητήριο την υποχρέωση να υποβάλλουν την επίσημη μετάφραση στην ελληνική των προβλεπομένων στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του διατάγματος 107/1993 δικαιολογητικών. Στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του τροποποιημένου διατάγματος 107/1993 προστίθεται ότι τα δικαιολογητικά πρέπει να είναι επίσημα μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα ή από τις αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής ή προέλευσης.
8 Κατόπιν της εξετάσεως των τροποποιημένων διατάξεων και πολυαρίθμων καταγγελιών που αφορούσαν την ακολουθούμενη από το Τεχνικό Επιμελητήριο πρακτική, το οποίο από το έτος 1996 αρνείται συστηματικώς την εγγραφή κοινοτικών υπηκόων, κατόχων πτυχίων αναγνωρισμένων δυνάμει της οδηγίας 85/384, η Επιτροπή προσήψε στην Ελληνική Κυβέρνηση τη μη ορθή μεταφορά και εφαρμογή της οδηγίας 85/384. Αφού έταξε στην Ελληνική Δημοκρατία προθεσμία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 226, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, απηύθυνε στο εν λόγω κράτος μέλος, στις 24 Φεβρουαρίου 2000, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία το καλούσε να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί στις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 85/384 εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτιολογημένης γνώμης.
9 Μετά την εξέταση των απαντήσεων της Ελληνικής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή έκρινε ότι συνεχιζόταν η διαπιστωθείσα με την αιτιολογημένη γνώμη παράβαση και αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
Επί της προσφυγής
10 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή προέβαλε τρεις αιτιάσεις. Εντούτοις, κατά το στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως, η Επιτροπή αποφάσισε να παραιτηθεί από την αιτίαση που αφορούσε το άρθρο 3, παράγραφος 2, του τροποποιημένου διατάγματος 107/1993.
Επί της πρώτης αιτιάσεως, της σχετικής με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του τροποποιημένου διατάγματος 107/1993
Επιχειρήματα των διαδίκων
11 Με την πρώτη αιτίασή της, η Επιτροπή προσάπτει στην Ελληνική Κυβέρνηση ότι η υποχρέωση που επιβάλλεται με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του τροποποιημένου διατάγματος 107/1993 δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις της οδηγίας 85/384. Πράγματι, το άρθρο 27 της οδηγίας 85/384 προβλέπει ότι τέτοιο πιστοποιητικό απαιτείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον υφίστανται δικαιολογημένες αμφιβολίες. Τούτο, όμως, δεν συμβαίνει ως προς τη συγκεκριμένη υποχρέωση, η οποία αποσκοπεί κυρίως να καλύψει τις σημαντικές καθυστερήσεις που σημειώθηκαν όσον αφορά την επικαιροποίηση των παραρτημάτων του τροποποιημένου διατάγματος 107/1993. Η τελευταία ενημέρωση, με καθυστέρηση πλέον των δέκα μηνών, αφορούσε την ανακοίνωση της Επιτροπής της 4ης Δεκεμβρίου 1999.
12 Στο υπόμνημά της αντικρούσεως, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του τροποποιημένου διατάγματος 107/1993 απέβλεπε, προς το συμφέρον των αιτούντων, να διευκολύνει την εκ μέρους τη αρμόδιας αρχής εφαρμογή της διαδικασίας εγγραφής σε περίπτωση διαστάσεως μεταξύ του ενημερωμένου παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας και του παραρτήματος του διατάγματος. Μια τέτοια διάσταση μπορεί να προκύπτει από τις προθεσμίες που συνήθως απαιτούνται για την ενημέρωση των παραρτημάτων του άρθρου 13 του τροποποιημένου διατάγματος 107/1993.
13 Η Ελληνική Κυβέρνηση στηρίχθηκε, επίσης, στη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 85/384, κατά την οποία τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τους δικαιούχους την υποβολή, μαζί με τον τίτλο εκπαίδευσής τους, πιστοποιητικού των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής ή προελεύσεως που να βεβαιώνει ότι οι τίτλοι αυτοί είναι, πράγματι, οι αναφερόμενοι στην εν λόγω οδηγία.
14 Αντιθέτως, στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Ελληνική Κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι, λαμβάνοντας υπόψη την αιτίαση της Επιτροπής, πρόκειται να προβεί σε αναθεώρηση του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του τροποποιημένου διατάγματος 107/1993. Κατόπιν αυτού, η υποχρέωση υποβολής του εν λόγω πιστοποιητικού πρόκειται να καταργηθεί, σε περίπτωση δε μη εισέτι δημοσιεύσεως της σχετικής ελληνικής υπουργικής αποφάσεως, ο δικαιούχος μπορεί να αρκεστεί σε μνεία των στοιχείων δημοσιεύσεως των τίτλων του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μεταγενεστέρως, η Ελληνική Κυβέρνηση ενημέρωσε το Δικαστήριο περί της δημοσιεύσεως, στις 17 Φεβρουαρίου 2004, του προεδρικού διατάγματος περί καταργήσεως του τροποποιημένου διατάγματος 107/1993, το οποίο επέφερε την ανωτέρω τροποποίηση.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
15 Από τη νομική επιχειρηματολογία της Επιτροπής προκύπτει ότι η πρώτη αιτίαση αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του τροποποιημένου διατάγματος 107/1993. Επισημαίνεται, όμως, ότι η εκδοθείσα από την Επιτροπή αιτιολογημένη γνώμη αφορά τη διάταξη αυτή πριν από την τροποποίησή της. Επιβάλλεται, κατά συνέπεια, να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της πρώτης αιτιάσεως, ζήτημα το οποίο δεν ήγειρε η Ελληνική Κυβέρνηση.
16 Πράγματι, δυνάμει της νομολογίας του, το Δικαστήριο μπορεί αυτό να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το άρθρο 226 ΕΚ προϋποθέσεις (απόφαση της 31ης Μαρτίου 1992, C‑362/90, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1992, σ. I‑2353, σκέψη 8).
17 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει, επίσης, ότι η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και η προσφυγή πρέπει να στηρίζονται επί των αυτών αιτιάσεων. Εντούτοις, η επιταγή αυτή δεν φτάνει μέχρι του σημείου να επιβάλλει, σε κάθε περίπτωση, πλήρη σύμπτωση μεταξύ των εθνικών διατάξεων που μνημονεύονται στην αιτιολογημένη γνώμη και εκείνων που διαλαμβάνονται στην προσφυγή. Οσάκις μεταξύ των δύο αυτών σταδίων της διαδικασίας επέρχεται νομοθετική μεταβολή, αρκεί, πράγματι, το σύστημα εκείνο το οποίο είχε θεσπιστεί με τη νομοθεσία που εβάλλετο κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία να διατηρήθηκε, ως προς τα βασικά του χαρακτηριστικά, και με τα νέα μέτρα που έλαβε το κράτος μέλος μετά τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης και κατά των οποίων βάλλει η προσφυγή (απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1992, C‑105/91, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1992, σ. I-5871, σκέψη 13).
18 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η κύρια υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του διατάγματος 107/1993, δηλαδή η υποχρέωση υποβολής πιστοποιητικού που να βεβαιώνει ότι τα διπλώματα που υποβλήθηκαν είναι εκείνα που προβλέπει το εν λόγω διάταγμα, προβλέπεται, επίσης, και στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του τροποποιημένου διατάγματος 107/1993. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, αντικείμενο της επί της ουσίας εξετάσεως θα αποτελέσει το αρχικό διάταγμα 107/1993. Επομένως, παραδεκτώς προεβλήθη η αιτίαση.
19 Όσον αφορά την ουσία, επιβάλλεται να τονιστεί ότι η υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του διατάγματος 107/1993 επιβάλλει στους ενδιαφερόμενους να προσκομίζουν ένα πρόσθετο αποδεικτικό στοιχείο μη προβλεπόμενο από την οδηγία 85/384. Το αποτρεπτικό αποτέλεσμα αυτής της υποχρεώσεως αντιβαίνει προς τον σκοπό της διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως, την επίτευξη και τη διασφάλιση του οποίου επιδιώκει η οδηγία 85/384 και το άρθρο 43 ΕΚ.
20 Οι συνήθεις προθεσμίες ενημερώσεως των παραρτημάτων του διατάγματος 107/1993, τις οποίες επικαλέστηκε η Ελληνική Κυβέρνηση, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τα κωλύματα που εμποδίζουν την πρόσβαση προς την άσκηση του επαγγέλματος του αρχιτέκτονα στην Ελλάδα. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι εσωτερικής φύσεως δυσχέρειες οι σχετικές με τις προϋποθέσεις καταρτίσεως νομοθετικών και κανονιστικών κειμένων δεν μπορούν να απαλλάξουν τα κράτη από τις κοινοτικές τους υποχρεώσεις (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C‑374/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2000, σ. Ι‑10799, σκέψη 13).
21 Όσον αφορά το επιχείρημα της Ελληνικής Κυβερνήσεως το αντλούμενο από τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 85/384, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το γράμμα αυτής της αιτιολογικής σκέψεως δεν μπορεί, αυτό καθεαυτό, να αποτελέσει νομικό έρεισμα επί του οποίου θα μπορούσε να στηριχθεί η υποχρέωση υποβολής πιστοποιητικού των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής ή προελεύσεως.
22 Όσον αφορά την εκ μέρους της Ελληνικής Κυβερνήσεως υιοθέτηση της νομοθετικής ρυθμίσεως περί καταργήσεως της επιβληθείσας στους δικαιούχους υποχρεώσεως υποβολής πιστοποιητικού των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής ή προελεύσεως, επιβάλλεται να τονιστεί ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται με βάση την κατάσταση όπως αυτή εμφανίζεται μετά το πέρας της προθεσμίας που τάσσεται με την αιτιολογημένη γνώμη και ότι οι επελθούσες στη συνέχεια αλλαγές δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 25ης Μαΐου 2000, C‑384/97, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 2000, σ. I‑3823, σκέψη 35).
23 Εν προκειμένω, η αιτιολογημένη γνώμη με την οποία εκαλείτο η Ελληνική Κυβέρνηση να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί εντός προθεσμίας δύο μηνών της απεστάλη στις 24 Φεβρουαρίου 2000. Η Ελληνική Κυβέρνηση, όμως, εξέδωσε προεδρικό διάταγμα περί καταργήσεως αυτής της υποχρεώσεως υποβολής του εν λόγω πιστοποιητικού μόλις τον Φεβρουάριο του 2004.
24 Συνεπώς, η πρώτη από τις αιτιάσεις που προέβαλε η Επιτροπή είναι βάσιμη.
Επί της δεύτερης αιτιάσεως της αντλούμενης από την πρακτική του Τεχνικού Επιμελητηρίου
Επιχειρήματα των διαδίκων
25 Με τη δεύτερη αιτίασή της η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η διοικητική πρακτική που εφαρμόζει το Τεχνικό Επιμελητήριο συνιστά μη σύμφωνη προς την οδηγία 85/384 εφαρμογή της, καθόσον το εν λόγω επιμελητήριο δεν εξετάζει τις αιτήσεις εγγραφής εντός των προβλεπομένων από την οδηγία 85/384 προθεσμιών ή δεν ενημερώνει καν τους αιτούντες για τους λόγους της μη εγγραφής τους. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ζήτησε με επιστολή της 5ης Νοεμβρίου 2001 να ενημερωθεί επί της συνέχειας που δόθηκε στην αίτηση εγγραφής στο Τεχνικό Επιμελητήριο ορισμένων αρχιτεκτόνων οι οποίοι είχαν υποβάλει τις αιτήσεις τους επτά έως δέκα μήνες πριν, χωρίς να έχουν λάβει απάντηση. Την 1η Απριλίου 2002 οι αιτούντες αυτοί δεν είχαν ακόμη λάβει απάντηση.
26 Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί το ενδεχόμενο διοικητικών δυσλειτουργιών του Τεχνικού Επιμελητηρίου που θα μπορούσαν να έχουν συνέπειες ως προς τις προθεσμίες εξετάσεως των αιτήσεων που υποβάλλουν οι υποψήφιοι για την άσκηση του επαγγέλματος του αρχιτέκτονα, ισχυρίζεται, όμως, ότι λόγω της συχνότητας των σεισμών στην Ελλάδα, το Τεχνικό Επιμελητήριο οφείλει να εξετάζει με προσοχή τους σχετικούς φακέλους, προκειμένου να εξακριβώνει ότι έχουν τις γνώσεις που απαιτούνται στον τομέα προλήψεως των κινδύνων που προκαλεί η σεισμικότητα.
27 Το Δικαστήριο ζήτησε από την Ελληνική Κυβέρνηση να καταθέσει, εγγράφως, ακριβή στοιχεία σχετικά με την εξέταση των αιτήσεων εγγραφής που υποβλήθηκαν στο Τεχνικό Επιμελητήριο προσδιορίζοντας, για κάθε αίτηση, την ημερομηνία υποβολής, την ημερομηνία εγγραφής στο μητρώο και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, την ημερομηνία κατά την οποία το εν λόγω επιμελητήριο ζήτησε από τον αιτούντα την προσκόμιση συμπληρωματικών δικαιολογητικών.
28 Με την απάντησή της, της 21ης Ιανουαρίου 2004, η Ελληνική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι, μέχρι τότε, είχαν υποβληθεί 41 αιτήσεις εγγραφής. Από την εξέτασή τους προκύπτει ότι:
– 9 αρχιτέκτονες ενεγράφησαν στα μητρώα,
– 2 αρχιτέκτονες εξέφρασαν την επιθυμία τους να μην εγγραφούν,
– 14 αρχιτέκτονες, οι οποίοι είχαν υποβάλει αίτηση μεταξύ των ετών 1988 και 2002 και είχαν συμπληρώσει τους φακέλους τους, ενεγράφησαν με απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 2004,
– 12 φάκελοι, που αφορούσαν αιτήσεις υποβληθείσες μεταξύ των ετών1992 και 2002, παρέμεναν ελλιπείς,
– κατά το έτος 2003 υποβλήθηκαν 4 αιτήσεις χωρίς δικαιολογητικά.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
29 Με βάση τα στοιχεία που παρέσχε η Ελληνική Κυβέρνηση με την απάντησή της της 21ης Ιανουαρίου 2004, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, η διαδικασία εγγραφής 8 από τους 14 προαναφερθέντες αρχιτέκτονες, η οποία είχε περατωθεί στις 8 Ιανουαρίου 2004, διήρκεσε περισσότερο των τριών μηνών, δεδομένου ότι οι αντίστοιχες αιτήσεις είχαν υποβληθεί κατά τα έτη 1989, 1995, 1996, 1997 και 1998.
30 Όσον αφορά τις υπόλοιπες 12 εκ των ανωτέρω περιπτώσεων, το επίσημο έγγραφο το οποίο καλούσε τους ενδιαφερόμενους να συμπληρώσουν τον φάκελό τους απεστάλη μόλις στις 30 Δεκεμβρίου 2002, ενώ 6 εξ αυτών είχαν υποβάλει την αίτησή τους κατά τα έτη 1992, 1995, 1997, 1998, 1999 και 2000, αντιστοίχως. Συνεπώς, προκύπτει ότι κατά την κρίσιμη για τη διαπίστωση της παραβάσεως ημερομηνία, δηλαδή δύο μήνες μετά την κοινοποίηση της αιτιολογημένης γνώμης της 24ης Φεβρουαρίου 2000, οι εν λόγω 6 αιτούντες, ορισμένοι των οποίων είχαν καταθέσει την αίτησή τους πολλά έτη προηγουμένως δεν είχαν λάβει καμία επίσημη ειδοποίηση από το Τεχνικό Επιμελητήριο που να τους καλεί να συμπληρώσουν τον φάκελό τους ή να τους επισημαίνει τα ελλείποντα δικαιολογητικά.
31 Επιβάλλεται, σχετικώς, η παρατήρηση ότι το άρθρο 20 της οδηγίας 85/384 επιβάλλει η διαδικασία παροχής του δικαιώματος ανάληψης μιας από τις δραστηριότητες του τομέα της αρχιτεκτονικής να ολοκληρώνεται το συντομότερο δυνατόν, το αργότερο δε τρεις μήνες μετά την υποβολή όλων των δικαιολογητικών από τον ενδιαφερόμενο. Οι μόνες εξαιρέσεις από την απαίτηση αυτή αφορούν την περίπτωση ασκήσεως προσφυγής ή τις περιπτώσεις που προβλέπουν τα άρθρα 17, παράγραφος 4, και 18, παράγραφος 2, της οδηγίας 85/384, εάν το κράτος μέλος υποδοχής γνωρίζει σοβαρά και συγκεκριμένα γεγονότα τα οποία συνέβησαν πριν από την εγκατάσταση του ενδιαφερομένου στο κράτος υποδοχής ή αν γνωρίζει ότι η δήλωση που προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας περιέχει λανθασμένες πληροφορίες. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να ενημερωθεί το κράτος μέλος καταγωγής ή προελεύσεως και να προβεί σε έλεγχο της ακρίβειας αυτών των γεγονότων. Το κράτος μέλος που προβαίνει στην εξέταση οφείλει να απαντήσει εντός προθεσμίας τριών μηνών.
32 Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν επικαλέστηκε καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις.
33 Όσον αφορά την ανάγκη εξακριβώσεως των γνώσεων των ενδιαφερομένων στον τομέα προλήψεως των κινδύνων που προκαλεί η σεισμικότητα την οποία επικαλέστηκε η Ελληνική Κυβέρνηση προκειμένου να δικαιολογήσει τις καθυστερήσεις στην εξέταση των φακέλων, ο λόγος αυτός δεν μπορεί να δικαιολογήσει, αφενός, εγγραφή αρχιτεκτόνων μετά τόσο μακρές προθεσμίες και, αφετέρου, την καθυστέρηση αποστολής στους ενδιαφερομένους των εγγράφων με τα οποία τους ζητείται η υποβολή των ελλειπόντων δικαιολογητικών.
34 Η πραγματική και ταχεία εξέλιξη της διαδικασίας εγγραφής αποτελεί έναν από τους σκοπούς της οδηγίας 85/384. Συνεπώς, η ανάγκη εγγραφής των δικαιούχων εντός των συντομότερων δυνατών προθεσμιών καταλαμβάνει το σύνολο της διαδικασίας εξετάσεως των αιτήσεων και επιβάλλει, επίσης, να καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να συμπληρώνουν τις αιτήσεις τους, διά της υποβολής των ελλειπόντων δικαιολογητικών, εντός των συντομότερων δυνατών προθεσμιών. Η υποχρέωση αυτή περιλαμβάνεται σ’ εκείνες που απορρέουν από το άρθρο 43 ΕΚ, το οποίο αποσκοπεί στην άρση των περιορισμών της ελεύθερης εγκαταστάσεως.
35 Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν προέβαλε κανένα λόγο δυνάμενο να δικαιολογήσει τις καθυστερήσεις των αρμοδίων αρχών της κατά την εξέταση των φακέλων και δεν προέβαλε κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι οι καθυστερήσεις αυτές οφείλονται σε αμέλεια που επέδειξαν οι ενδιαφερόμενοι.
36 Συνεπώς, η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.
Επί των δικαστικών εξόδων
37 Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ελληνικής Κυβερνήσεως, αυτή δε ηττήθηκε, ως προς τους κύριους ισχυρισμούς της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του προεδρικού διατάγματος 107/1993, της 22ας Μαρτίου 1993, και αποδεχόμενη ότι το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, η εγγραφή στο οποίο αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του αρχιτέκτονα στην Ελλάδα, προβαίνει με σημαντικές καθυστερήσεις στην εξέταση των φακέλων και στην εγγραφή κοινοτικών υπηκόων, κατόχων μη ελληνικών διπλωμάτων, τα οποία θα έπρεπε να αναγνωρίζονται δυνάμει της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη λήψη μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Top