Υπόθεση C-195/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου της Ισπανίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 91/439/ΕΟΚ – Άδεια οδηγήσεως – Αμοιβαία αναγνώριση – Υποχρεωτική καταχώριση και ανταλλαγή – Προϋποθέσεις ανανεώσεως των αδειών που εκδόθηκαν πριν τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Άδεια οδηγήσεως – Οδηγία 91/439 – Αμοιβαία αναγνώριση των αδειών οδηγήσεως
(Οδηγία 91/439 του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 2)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Άδεια οδηγήσεως – Οδηγία 91/439 – Υποχρεωτική αντικατάσταση της άδειας οδηγήσεως που εξέδωσε άλλο κράτος μέλος λόγω της αδυναμίας αναγραφής σε αυτήν των αναγκαίων για τη διαχείρισή της στοιχείων – Δεν επιτρέπεται
(Οδηγία 91/439 του Συμβουλίου, άρθρα 1 § 3 και 8 και παράρτημα I, σημ. 4)
3. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Άδεια οδηγήσεως – Οδηγία 91/439 – Ανανέωση των αδειών οδηγήσεως – Διάκριση, ως προς τις ελάχιστες προδιαγραφές σωματικής και διανοητικής ικανότητας, μεταξύ των αδειών οδηγήσεως που εκδόθηκαν πριν και μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας – Δεν επιτρέπεται – Δικαιολόγηση – Δεν χωρεί
(Οδηγία 91/439 του Συμβουλίου, άρθρο 7 § 1, στοιχ. α΄, και παράρτημα III)
1. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439, για την άδεια οδηγήσεως, θέτει την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως που έχουν χορηγηθεί από άλλα κράτη μέλη. Η αναγνώριση αυτή, η οποία πρέπει να γίνεται χωρίς διατυπώσεις, συνιστά σαφή και απαλλαγμένη αιρέσεως υποχρέωση και τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν κανένα περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τον τρόπο συμμορφώσεώς τους προς αυτή. Επομένως, όταν η καταχώριση αδείας οδηγήσεως χορηγηθείσας από άλλο κράτος μέλος καθίσταται υποχρεωτική, δεδομένου ότι επιβάλλεται κύρωση στον κάτοχο μιας τέτοιας άδειας όταν, μετά την εγκατάστασή του στο κράτος μέλος υποδοχής, οδηγεί όχημα χωρίς να έχει προηγουμένως καταχωρίσει την άδειά του οδηγήσεως, η καταχώριση αυτή πρέπει να θεωρείται ως διατύπωση αντίθετη προς το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.
(βλ. σκέψεις 53-55)
2. Η ευχέρεια, την οποία το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/439, για την άδεια οδηγήσεως, αναγνωρίζει στο κράτος μέλος υποδοχής να αναγράφει στην άδεια οδηγήσεως που εξέδωσε άλλο κράτος μέλος τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη διαχείρισή της, εξαρτάται ρητά, όπως προκύπτει από το παράρτημα I, σημείο 4, της οδηγίας αυτής, από τον όρο ότι το κράτος μέλος υποδοχής διαθέτει τον αναγκαίο προς τούτο χώρο στην άδεια αυτή.
Το να γίνεται αντικατάσταση της άδειας οδηγήσεως που εξέδωσε άλλο κράτος μέλος, όταν ο προβλεπόμενος χώρος στην άδεια αυτή για την αναγραφή των απαραίτητων παρατηρήσεων για τη διαχείρισή της ελλείπει, δεν συμβιβάζεται με την οδηγία 91/439, αφού η ανταλλαγή αυτή δεν εμπίπτει στον εξαντλητικό πίνακα των περιπτώσεων αντικαταστάσεως του άρθρου 8 της οδηγίας αυτής.
(βλ. σκέψεις 69-70)
3. Από τη συνδυασμένη ανάγνωση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, και του παραρτήματος III της οδηγία 91/439, για την άδεια οδηγήσεως, στο οποίο παραπέμπει η διάταξη αυτή, προκύπτει ότι οι ελάχιστες προδιαγραφές που αφορούν τη σωματική και τη διανοητική ικανότητα οδηγήσεως αυτοκινήτου που προβλέπει η οδηγία αυτή έχουν εφαρμογή σε κάθε υποψήφιο προς χορήγηση ή ανανέωση της άδειας οδηγήσεως.
Εφόσον η οδηγία 91/439 δεν διακρίνει μεταξύ της ανανεώσεως των αδειών οδηγήσεως που εκδόθηκαν μετά την έναρξη ισχύος της και της ανανεώσεως των αδειών οδηγήσεως που εκδόθηκαν πριν την ημερομηνία αυτή, συνάγεται ότι μια τέτοια διάκριση είναι ασυμβίβαστη προς την εν λόγω οδηγία.
Η ύπαρξη εθνικών διατάξεων οι οποίες απαγορεύουν όπως οι κάτοχοι αδείας οδηγήσεως που εκδόθηκε πριν την έναρξη ισχύος της οδηγίας 91/439 υποχρεώνονται, κατά την ανανέωση της εν λόγω αδείας, να εκπληρώσουν τις προϋποθέσεις που ορίζει η εν λόγω οδηγία, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 91/439.
Πράγματι, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που επιβάλλει μια οδηγία.
(βλ. σκέψεις 77-78, 81-82)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 9ης Σεπτεμβρίου 2004 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 91/439/ΕΟΚ – Άδεια οδηγήσεως – Αμοιβαία αναγνώριση – Υποχρεωτική καταχώριση και ανταλλαγή – Προϋποθέσεις ανανεώσεως των αδειών που εκδόθηκαν πριν τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας»
Στην υπόθεση C-195/02,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως,
ασκηθείσα στις 27 Μαΐου 2002,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους F. Castillo de la Torre και W. Wils, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου της Ισπανίας, εκπροσωπούμενου από τη N. Díaz Abad, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού,
υποστηριζόμενου από το
Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενου από τις H. G. Sevenster και S. Terstal,
και το
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενου από την P. Ormond, επικουρούμενης από τον A. Robertson, barrister,
παρεμβαίνοντα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet και R. Schintgen (εισηγητή), F. Macken και N. Colneric, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: Múgica Arzamendi, κυρία υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 4ης Δεκεμβρίου 2004,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Μαρτίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφό της, η Επιτρoπή των Ευρωπαϊκώv Κoινoτήτων ζητεί να αναγνωριστεί ότι τo Βασίλειo της Ισπανίας, θεσπίζοντας τα άρθρα 22 έως 24 και 25, παράγραφος 2, του Regolamento de conductores (κανονισμού περί οδηγών), που εκδόθηκε με το Real Decreto (βασιλικό διάταγμα) 772/1997, της 30ής Μαΐου 1997 (BOE αριθ. 135, της 6ης Ιουνίου 1997, σ. 17348), καθώς και την έβδομη μεταβατική διάταξη του ίδιου κανονισμού, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, καθώς και από το παράρτημα I, σημείο 4, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδήγησης (EE L 237, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/47/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1996 (EE L 235, σ. 1, στο εξής: οδηγία 91/439).
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
2 Η πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/439 έχει ως εξής:
«[...] είναι ευκταίο, για τους σκοπούς της κοινής πολιτικής μεταφορών και για να βελτιωθεί η ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας καθώς και για να διευκολυνθεί η κυκλοφορία των προσώπων που εγκαθίστανται σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο εξετάστηκαν για να πάρουν άδεια οδήγησης, να υπάρχει κοινοτικό υπόδειγμα των εθνικών αδειών οδήγησης που θα αναγνωρίζεται αμοιβαία από το κράτη μέλη χωρίς υποχρέωση αλλαγής».
3 Κατά την ένατη και δέκατη αιτιολογική σκέψη της ίδιας οδηγίας:
«[...] οι διατάξεις που προβλέπονται στο άρθρο 8 της οδηγίας 80/1263/ΕΟΚ, και ιδίως η υποχρέωση αλλαγής των αδειών οδήγησης εντός προθεσμίας ενός έτους σε περίπτωση αλλαγής κράτους κανονικής διαμονής, αποτελούν εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές, λαμβανομένης υπόψη της προόδου που έχει σημειωθεί στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ενοποίησης·
[...] πρέπει για λόγους ασφαλείας της οδικής κυκλοφορίας, να μπορούν τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τις εθνικές τους διατάξεις όσον αφορά την ανάκληση, αναστολή ή ακύρωση της αδείας οδήγησης, σε κάθε κάτοχο αδείας οδήγησης που διαμένει πλέον κανονικά στο έδαφός τους».
4 Το άρθρο 1 της οδηγίας 91/439 ορίζει:
«1. Τα κράτη μέλη εκδίδουν τις εθνικές άδειες οδήγησης ακολουθώντας το κοινοτικό υπόδειγμα που περιγράφεται στο παράρτημα Ι ή Iα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.
2. Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν αμοιβαία τις άδειες οδήγησης που εκδίδουν.
3. Όταν ο κάτοχος αδείας οδήγησης της οποίας η ισχύς δεν έχει λήξει αποκτά την κανονική του διαμονή σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο που εξέδωσε την άδεια, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να υπάγει τον κάτοχο της αδείας στις εθνικές διατάξεις που ρυθμίζουν τη διάρκεια ισχύος της αδείας, τον ιατρικό έλεγχο, τη φορολογία, και να αναγράφει επάνω στην άδεια τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη διαχείρισή της».
5 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της ίδιας οδηγίας ορίζει:
«Η χορήγηση της αδείας οδήγησης προϋποθέτει επίσης:
α) επιτυχία σε δοκιμασία ελέγχου των ικανοτήτων και της συμπεριφοράς και σε δοκιμασία ελέγχου των γνώσεων, καθώς και πλήρωση των απαιτήσεων υγείας σύμφωνα με τις διατάξεις των παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ».
6 Κατά το άρθρο 8 της οδηγίας 91/439:
«1. Σε περίπτωση που ο κάτοχος αδείας οδηγήσεως της οποίας η ισχύς δεν έχει λήξει και η οποία έχει εκδοθεί από ένα κράτος μέλος έχει πλέον την κανονική του διαμονή σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί να ζητήσει την αντικατάσταση της παλαιάς του αδείας με νέα ισοδύναμη. Το κράτος μέλος που αντικαθιστά την άδεια ελέγχει, ενδεχομένως, αν η προς αντικατάσταση άδεια εξακολουθεί πράγματι να ισχύει.
2. Με την επιφύλαξη της αρχής της εδαφικότητας όσον αφορά την ισχύ των ποινικών και αστυνομικών διατάξεών του, το κράτος μέλος κανονικής διαμονής μπορεί να εφαρμόσει στον κάτοχο αδείας οδήγησης η οποία έχει εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος, τις εθνικές του διατάξεις όσον αφορά τον περιορισμό, την αναστολή, την αφαίρεση ή την ακύρωση του δικαιώματος οδήγησης και, ενδεχομένως, να προβεί, για τους σκοπούς αυτούς, σε αντικατάσταση της αδείας αυτής.
3. Το κράτος μέλος που αντικαθιστά την άδεια αποστέλλει την αντικατασταθείσα άδεια στο κράτος μέλος που την έχει εκδώσει, παρέχοντας τις δέουσες διευκρινίσεις.
4. Ένα κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει σε πρόσωπο στο οποίο εφαρμόζεται, στο έδαφός του, ένα από τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, την ισχύ αδείας οδήγησης που έχει εκδώσει άλλο κράτος μέλος.
Επίσης, ένα κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί να χορηγήσει άδεια οδήγησης σε υποψήφιο ο οποίος αποτελεί το αντικείμενο ενός τέτοιου μέτρου σε άλλο κράτος μέλος.
[…]»
7 Κατά το άρθρο 9 της οδηγίας 91/439 ως «κανονική διαμονή» νοείται ο τόπος στον οποίο διαμένει συνήθως ο ενδιαφερόμενος, δηλαδή επί 185 τουλάχιστον ημέρες ανά ημερολογιακό έτος, λόγω προσωπικών και επαγγελματικών δεσμών, ή, στην περίπτωση ατόμου χωρίς επαγγελματικούς δεσμούς, λόγω προσωπικών δεσμών, που υποδηλώνουν την ύπαρξη στενών δεσμών μεταξύ του ατόμου αυτού και του τόπου στον οποίο κατοικεί.
8 Κατά το παράρτημα Ι, σημείο 2, της οδηγίας 91/439, η άδεια οδηγήσεως κοινοτικού τύπου αποτελείται από έξι σελίδες.
9 Κατά το παράρτημα Ι, σημείο 4, της ίδιας οδηγίας:
«Όταν ο κάτοχος άδειας οδήγησης η οποία έχει εκδοθεί από κράτος μέλος αποκτά την κανονική του διαμονή σε άλλο κράτος μέλος, το δεύτερο αυτό κράτος μπορεί να απαιτεί:
– αναγραφή της ή των αλλαγών διαμονής στη σελίδα 6,
– αναγραφή των στοιχείων που είναι απαραίτητα για τη διαχείριση της άδειας οδήγησης, π.χ. σοβαρές παραβάσεις που διαπράττονται επί του εδάφους του, στη σελίδα 5,
εφόσον απαιτεί αναγραφή των στοιχείων αυτών και στις άδειες οδήγησης που εκδίδει το ίδιο και εφόσον υπάρχει ο απαιτούμενος για την αναγραφή χώρος».
10 Με την οδηγία 97/47, η οποία τέθηκε σε ισχύ από 18ης Σεπτεμβρίου 1996, προστέθηκε, μεταξύ άλλων, το παράρτημα Ια στην οδηγία 91/439. Το παράρτημα αυτό παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα χορηγήσεως αδείας σύμφωνα με υπόδειγμα που περιέχεται σ’ αυτό, διαφορετικό από εκείνο που προβλέπεται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/439. Το δεύτερο αυτό υπόδειγμα αδείας έχει τη μορφή πλαστικής κάρτας όμοιας με τις τραπεζικές και πιστωτικές κάρτες.
11 Κατά το σημείο 2 του εν λόγω παραρτήματος Ια, το υπόδειγμα αυτό αδείας έχει δύο όψεις, στη δεύτερη εκ των οποίων προβλέπεται χώρος στον οποίο ενδέχεται το κράτος μέλος υποδοχής να αναγράψει, στο πλαίσιο εφαρμογής του σημείου 3, στοιχείο α΄, του εν λόγω παραρτήματος, τις αναγκαίες για τη διαχείριση της αδείας ενδείξεις.
12 Το παράρτημα Iα, σημείο 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 91/439 ορίζει:
«Όταν ο κάτοχος άδειας οδήγησης η οποία έχει εκδοθεί από κράτος μέλος αποκτά την κανονική του διαμονή σε άλλο κράτος μέλος, το δεύτερο αυτό κράτος μπορεί να απαιτεί:εφόσον απαιτεί αναγραφή των στοιχείων αυτών και στις άδειες οδήγησης που εκδίδει το ίδιο και εφόσον υπάρχει ο απαιτούμενος για την αναγραφή χώρος».
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
13 Η οδηγία 91/439 μεταφέρθηκε στο ισπανικό δίκαιο με τον κανονισμό περί οδηγών αυτοκινήτων. Τα άρθρα 21 έως 29 του κανονισμού αυτού αφορούν την ισχύ, στην Ισπανία, των αδειών οδηγήσεως που εξέδωσαν τα άλλα κράτη μέλη.
14 Το άρθρο 21 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι οι άδειες οδηγήσεως που εξέδωσαν τα άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση εξακολουθούν να ισχύουν στην Ισπανία υπό τις προϋποθέσεις που εκδόθηκαν από το κράτος μέλος καταγωγής, υπό την επιφύλαξη ότι η απαιτούμενη ηλικία για την οδήγηση αντιστοιχεί σε εκείνη που καθορίζεται για τη χορήγηση ισοδύναμης ισπανικής αδείας οδηγήσεως.
15 Το άρθρο 22 του ίδιου κανονισμού, το οποίο αναφέρεται στην εγγραφή στο Registro de Conductores e Infractores (μητρώο των οδηγών και των παραβατών), ορίζει ότι, όταν ο κάτοχος αδείας οδηγήσεως που εξέδωσε άλλο κράτος μέλος μεταφέρει την κανονική του κατοικία στην Ισπανία και οδηγεί ή επιθυμεί να οδηγεί όχημα διαθέτει προθεσμία έξι μηνών, που υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία έλαβε την επίσημη βεβαίωση ή το πιστοποιητικό κατοικίας του, για να καταχωρίσει τα στοιχεία της αδείας του στο μητρώο των οδηγών και των παραβατών. Σύμφωνα με την ίδια αυτή διάταξη, η αρμόδια αρχή αναγράφει στην άδεια όλες τις ενδείξεις που είναι αναγκαίες για τη διαχείρισή της και, μεταξύ άλλων, τον τόπο κανονικής κατοικίας του κατόχου της αδείας αυτής.
16 Το άρθρο 23 του ως άνω κανονισμού ορίζει:
«1. Από την ημερομηνία καταχωρίσεως των στοιχείων της αδείας στο μητρώο, ο κάτοχος της αδείας υπόκειται σε εξέταση ως προς τις ψυχοσωματικές του ικανότητες κατά τα ίδια χρονικά διαστήματα όπως τα προβλεπόμενα στο άρθρο 16 της ισχύουσας κανονιστικής ρυθμίσεως για τις άδειες που εκδίδονται στην Ισπανία.
2. Τα αποτελέσματα των εξετάσεων της προηγούμενης παραγράφου πρέπει να ανακοινώνονται στη Jefatura Provincial de Tráfico [επαρχιακή διοίκηση επιφορτισμένη με την κυκλοφορία], η οποία λαμβάνει γνώση και ειδοποιεί τον ενδιαφερόμενο για την τελευταία ημερομηνία κατά την οποία θα πρέπει να υποβληθεί στην επόμενη εξέταση και να γνωστοποιήσει στη διοίκηση τα αποτελέσματα, ημερομηνία η οποία αναγράφεται στην άδειά του».
17 Κατά το άρθρο 24 του εν λόγω κανονισμού «δεν παρέχουν δικαίωμα οδηγήσεως αυτοκινήτου στην Ισπανία:
a) οι άδειες των οποίων ο κάτοχος παρέβη την υποχρέωση καταχωρίσεως των στοιχείων της άδειας στη Jefatura Provincial de Tráfico, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 της ισχύουσας κανονιστικής ρυθμίσεως, μέχρις ότου πράξει τούτο·
b) οι άδειες των οποίων ο κάτοχος δεν υποβλήθηκε σε εξέταση όσον αφορά τη σωματική και διανοητική ικανότητά του εντός της προθεσμίας που ορίζει η αντίστοιχη Jefatura Provincial de Tráfico, μέχρις ότου πράξει τούτο. Αν παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον των τεσσάρων ετών από την ημέρα κατά την οποία έπρεπε να υποβληθεί στην τελευταία εξέταση, η άδεια παύει να ισχύει για την οδήγηση στην Ισπανία, πράγμα που αναφέρεται τόσο στην άδεια όσο και στο μητρώο·
c) οι άδειες των οποίων ο κάτοχος δεν επιτυγχάνει στην προαναφερθείσα εξέταση, η δε ένδειξη αυτή αναγράφεται επίσης στην άδεια και στο μητρώο·
d) οι άδειες των οποίων η ισχύς έληξε».
18 Σύμφωνα με το άρθρο 25, παράγραφος 2, του κανονισμού περί οδηγών, «η Jefatura Provincial de Tráfico προβαίνει αυτεπαγγέλτως στην αντικατάσταση της άδειας όταν, λόγω των χαρακτηριστικών της άδειας, είναι αδύνατο να αναγράφονται τα αναγκαία στοιχεία για τη διαχείριση της σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 23 της παρούσας ρυθμίσεως».
19 Κατά την έβδομη μεταβατική διάταξη του ίδιου κανονισμού, με τίτλο «σωματικές και διανοητικές ικανότητες»:
«Εντός της προθεσμίας των τεσσάρων ετών του άρθρου 17, παράγραφος 3, του παρόντος κανονισμού από της ενάρξεως ισχύος του, οι κάτοχοι αδειών οδηγήσεως οι οποίοι δεν κατόρθωσαν να τις ανανεώσουν επειδή δεν είχαν τις σωματικές και διανοητικές ικανότητες που προβλέπουν τα παραρτήματα I και II του Real Decreto 2272/1985 μπορούν να τις αναθεωρήσουν κατόπιν σχετικής αιτήσεως και εφόσον αποδεικνύουν ότι διαθέτουν τις σωματικές και διανοητικές ικανότητες που αναφέρει το παράρτημα IV του παρόντος κανονισμού και εφόσον δεν παρήλθε χρονικό διάστημα διπλάσιο της λήξασας άδειας που υπολογίζεται από της εκδόσεώς της ή της τελευταίας αναθεωρήσεώς της.
Οι κάτοχοι αδείας οδηγήσεως που εκδόθηκε πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού οι οποίοι, κατά την υποβολή της αιτήσεως παρατάσεως της ισχύος, δεν διέθεταν τις σωματικές και διανοητικές ικανότητες που αναφέρει το παράρτημα IV του κανονισμού αυτού, μπορούν να παρατείνουν την ισχύ της άδειας εφόσον το ζητήσουν και εφόσον αποδείξουν ότι διαθέτουν τις ικανότητες που αναφέρουν τα παραρτήματα I και II του Real Decreto 2272/1985, της 4ης Δεκεμβρίου 1985».
Η πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία
20 Κατόπιν ανταλλαγής αλληλογραφίας μεταξύ της Ισπανικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, η τελευταία, φρονώντας ότι το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 91/439, με έγγραφο οχλήσεως της 27ης Οκτωβρίου 1999 κάλεσε την Ισπανική Κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών.
21 Επειδή δεν πείσθηκε από τις εξηγήσεις που έδωσε η Ισπανική Κυβέρνηση, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη, στις 26 Ιουλίου 2001, καλώντας το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει τα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός προθεσμία δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
22 Επειδή η Ισπανική Κυβέρνηση πληροφόρησε την Επιτροπή ότι επιμένει στην άποψή της, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
23 Με διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 10ης Οκτωβρίου 2002 επετράπη στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών και στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας να παρέμβουν προς υποστήριξη των αιτημάτων του Βασιλείου της Ισπανίας. Ωστόσο, μόνον η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου κατέθεσε υπόμνημα παρεμβάσεως.
Επί του παραδεκτού της παρεμβάσεως του Ηνωμένου Βασιλείου
Επιχειρήματα των διαδίκων
24 Η Επιτροπή εγείρει ένσταση απαραδέκτου των αιτημάτων της παρεμβάσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, επειδή αυτό το κράτος μέλος με την παρέμβασή του υποστηρίζει μόνον εν μέρει το Βασίλειο της Ισπανίας, αφού τα αιτήματά του αφορούν μόνον τον πρώτο από τους τρεις λόγους που προβάλλει η Επιτροπή και δεν εντάσσονται σαφώς στη λογική άμυνας που υιοθέτησε το Βασίλειο της Ισπανίας.
25 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αντιτάσσει ότι η ένσταση απαραδέκτου που εγείρει η Επιτροπή δεν είναι παραδεκτή. Η άποψη της Επιτροπής απορρέει από εσφαλμένη ανάλυση της νομολογίας και επιπόλαιη ανάγνωση των αιτημάτων του δικογράφου παρεμβάσεως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
26 Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά το άρθρο 40, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, «η παρέμβαση έχει ως αντικείμενο την υποστήριξη των αιτημάτων του ενός των διαδίκων».
27 Ναι μεν είναι αληθές, όπως παρατήρησε η Επιτροπή, ότι η παρέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου στηρίζεται σε επιχειρήματα εν μέρει διαφορετικά από εκείνα που προέβαλε η Ισπανική Κυβέρνηση, ωστόσο, η επιχειρηματολογία της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου αποβλέπει στο να αποδείξει, όπως και εκείνη της Ισπανικής Κυβερνήσεως, ότι η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
28 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα αιτήματα του δικογράφου παρεμβάσεως του Ηνωμένου Βασιλείου σκοπούν στην υποστήριξη των αιτημάτων του Βασιλείου της Ισπανίας.
29 Πρέπει να προστεθεί ότι, αντίθετα προς ό,τι προέβαλε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν προκύπτει από την απόφαση της 17ης Μαρτίου 1993, C-155/91, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1993, σ. I-939), ότι το γεγονός ότι το δικόγραφο παρεμβάσεως του Ηνωμένου Βασιλείου αναφέρεται αποκλειστικά σε έναν από τους τρεις προβληθέντες λόγους προς υποστήριξη της προσφυγής είναι ικανό να καταστήσει την παρέμβαση αυτή απαράδεκτη.
30 Πράγματι, από την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου προκύπτει ότι τα αιτήματα του εν λόγω δικογράφου παρεμβάσεως στην υπόθεση αυτή απέβλεπαν στην ακύρωση συγκεκριμένου άρθρου μιας οδηγίας για λόγους τελείως άσχετους προς αυτούς που επικαλέσθηκε η προσφεύγουσα προς ακύρωση του συνόλου της οδηγίας, πράγμα που οδήγησε το Δικαστήριο να κρίνει ότι τα αιτήματα του παρεμβαίνοντος δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ότι είχαν το ίδιο αντικείμενο με εκείνα προς υποστήριξη των οποίων είχαν προβληθεί.
31 Στην προκειμένη όμως περίπτωση, τα αιτήματα του δικογράφου παρεμβάσεως που υπέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο σκοπούν ακριβώς, όπως προκύπτει από τη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως, στην υποστήριξη των αιτημάτων του καθού.
32 Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής που προέβαλε η Επιτροπή κατά της παρεμβάσεως του Ηνωμένου Βασιλείου πρέπει να απορριφθεί.
Επί της προσφυγής
33 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή προβάλλει τρεις λόγους οι οποίοι αφορούν, πρώτον, τη διαδικασία καταχωρίσεως των αδειών οδηγήσεως που εξέδωσαν άλλα κράτη μέλη, δεύτερον, την υποχρεωτική ανταλλαγή ορισμένων από τις άδειες αυτές με ισπανική άδεια οδηγήσεως και, τρίτον, τις προϋποθέσεις ανανεώσεως ή παρατάσεως των αδειών οδηγήσεως που εκδόθηκαν πριν τη μεταφορά της οδηγίας 91/439 στο ισπανικό δίκαιο.
Επί του παραδεκτού του τρίτου λόγου
34 Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό του τρίτου λόγου, επειδή αυτός δεν προβλήθηκε ούτε με το έγγραφο οχλήσεως ούτε με την αιτιολογημένη γνώμη.
35 Η Επιτροπή δεν τοποθετήθηκε τυπικά επ’ αυτής της ενστάσεως απαραδέκτου.
36 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το έγγραφο οχλήσεως που απευθύνει η Επιτροπή στο κράτος μέλος και, στη συνέχεια, η αιτιολογημένη γνώμη που διατυπώνει η Επιτροπή οριοθετούν το αντικείμενο της διαφοράς, το οποίο δεν μπορεί πλέον να διευρυνθεί. Πράγματι, η δυνατότητα του οικείου κράτους να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του αποτελεί, ακόμη και αν αποφασίσει να μη κάνει χρήση, ουσιαστική εγγύηση, ηθελημένη από τη Συνθήκη ΕΚ, η δε τήρησή της συνιστά ουσιώδη τύπο για τη νομιμότητα της διαδικασίας με την οποία αναγνωρίζεται παράβαση ενός κράτους μέλους. Κατά συνέπεια, η αιτιολογημένη γνώμη και η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να στηρίζονται στις ίδιες αιτιάσεις με εκείνες του εγγράφου οχλήσεως με το οποίο κινείται η πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C-191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1998, σ. I-5449, σκέψεις 55, και της 22ας Απριλίου 1999, C-340/96, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1999, σ. I-2023, σκέψη 36).
37 Στην προκειμένη όμως περίπτωση, από το έγγραφο οχλήσεως και την αιτιολογημένη γνώμη προκύπτει ότι, κατά την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία, η Επιτροπή προέβαλε σαφώς την αιτίαση της οποίας η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό. Η διαπίστωση αυτή επιρρωννύεται εξάλλου από το γεγονός ότι, με την απάντησή της το έγγραφο οχλήσεως, η Ισπανική Κυβέρνηση έδωσε εξηγήσεις για τους λόγους οι οποίοι την οδήγησαν να θεσπίσει τις διατάξεις που αφορά η αιτίαση αυτή.
38 Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Ισπανική Κυβέρνηση κατά της τρίτης αιτιάσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ουσίας
Επί της πρώτης αιτιάσεως
– Επιχειρήματα των διαδίκων
39 Με την πρώτη αιτίασή της, η Επιτροπή προσάπτει στο Βασίλειο της Ισπανίας ότι παραβίασε την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439 ορίζοντας, με τα άρθρα 22 έως 24 του κανονισμού για τους οδηγούς, την υποχρεωτική και συστηματική καταχώριση των αδειών οδηγήσεως που εκδίδουν τα άλλα κράτη μέλη όταν οι κάτοχοι των αδειών αυτών εγκαθιστούν την κανονική τους κατοικία στην Ισπανία.
40 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η καταχώριση των αδειών οδηγήσεως είναι υποχρεωτική εντός έξι μηνών από της επισημοποιήσεως ή της βεβαιώσεως της εγκαταστάσεως στην Ισπανία της κανονικής κατοικίας του κατόχου της αδείας αυτής. Αν δεν γίνει τέτοια καταχώριση, η άδεια οδηγήσεως δεν ισχύει πλέον στο ισπανικό έδαφος, η οδήγηση οχήματος με τέτοια άδεια θεωρείται ως οδήγηση χωρίς διοικητική έγκριση και μπορεί να συνεπάγεται διοικητικές κυρώσεις καθώς και αστικές, ποινικές και διοικητικές έννομες συνέπειες.
41 Αφενός, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως πρέπει να εφαρμόζεται «χωρίς καμία διατύπωση» (αποφάσεις της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C-193/94, Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος, Συλλογή 1996, σ. I-929, σκέψη 26, και της 29ης Οκτωβρίου 1998, C-230/97, Awoyemi, Συλλογή 1998, σ. I-6781, σκέψη 41). Εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, η αμοιβαία αναγνώριση εξαρτάται από την καταχώριση της άδειας οδηγήσεως που εξέδωσε άλλο κράτος μέλος, η καταχώριση αυτή συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Το γεγονός ότι Ισπανοί υπήκοοι υποχρεούνται να καταχωρίσουν την άδειά τους δεν ασκεί συναφώς επιρροή.
42 Αφετέρου, αντίθετα προς ό,τι προβάλλει η Ισπανική Κυβέρνηση, η καταχώριση δεν είναι απαραίτητη για να μπορούν τα κράτη μέλη να κάνουν χρήση της ευχέρειας που τους προσφέρει το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/439. Με την απόφασή του της 22ας Ιανουαρίου 2002, C-390/99, Canal Satélite Digital (Συλλογή 2002, σ. I-607), το Δικαστήριο έκρινε εξάλλου ότι ένα σύστημα υποχρεωτικής εγγραφής που έχει ως σκοπό να διασφαλίσει την τήρηση υποχρεώσεων ή ευχερειών που αναγνωρίζει η οδηγία είναι συμβατό προς το κοινοτικό δίκαιο εφόσον σέβεται τις θεμελιώδεις ελευθερίες που διασφαλίζει η Συνθήκη.
43 Κατά την Επιτροπή, η υποχρεωτική και συστηματική καταχώριση των αδειών οδηγήσεως που εκδίδουν τα άλλα κράτη μέλη, καθώς και η επιβολή κυρώσεων εξαιρετικά σοβαρών σε περίπτωση παραβάσεως της υποχρεώσεως αυτής, είναι προφανώς δυσανάλογες σε σχέση με τον στόχο που επιδιώκει το Βασίλειο της Ισπανίας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/439. Πράγματι, ο στόχος αυτός μπορούσε να επιτευχθεί, για παράδειγμα, με τη διενέργεια οδικών ελέγχων και την ενημέρωση των κατόχων αδειών οδηγήσεως που έχουν εκδώσει τα άλλα κράτη μέλη για τις υποχρεώσεις που υπέχουν από την ισπανική νομοθεσία σχετικά με τη διάρκεια ισχύος των αδειών οδηγήσεως και τον ιατρικό έλεγχο.
44 Η Επιτροπή προσθέτει ότι η επίδικη στην προκειμένη περίπτωση διαδικασία καταχωρίσεως δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ενόψει του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439, εφόσον η αποτελεσματικότητα ενός συστήματος που λαμβάνει υπόψη την υποτροπή μπορεί να διασφαλισθεί με καταχώριση των στοιχείων της άδειας κατά τη διαπίστωση της πρώτης παραβάσεως.
45 Η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει, πρώτον, ότι η επίδικη στην προκειμένη περίπτωση διαδικασία καταχωρίσεως δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439. Ασφαλώς, οι άδειες οδηγήσεως που εκδίδουν τα άλλα κράτη μέλη θα πρέπει να καταχωρίζονται, αλλά οι κάτοχοί τους δεν πρέπει να υπόκεινται σε πρόσθετες δοκιμασίες. Επομένως, η ισχύς αυτών των αδειών αναγνωρίζεται. Εξάλλου, οι κάτοχοι αδείας που εξέδωσε άλλο κράτος μέλος δεν μπορούν να υποχρεωθούν να αντικαταστήσουν την άδειά τους με ισπανική άδεια οδηγήσεως. Όμως, εφόσον το επίδικο στην προκειμένη περίπτωση σύστημα δεν προβλέπει μια τέτοια υποχρεωτική αντικατάσταση, οι αρχές που διαμόρφωσε το Δικαστήριο με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος, καθώς και Awoyemi, δεν μπορούν να ισχύσουν στην προκειμένη περίπτωση.
46 Δεύτερον, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η υποχρεωτική καταχώριση των αδειών οδηγήσεως που εκδίδουν τα άλλα κράτη μέλη είναι το μοναδικό μέσο για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 1, παράγραφος 3, και 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439.
47 Διευκρινίζει συναφώς ότι, εφόσον η επίδικη καταχώριση επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να γνωρίζουν όλους τους οδηγούς που είναι εγκατεστημένοι στο ισπανικό έδαφος, συνιστά απαραίτητο μέτρο, αφενός, για να διασφαλιστεί η εφαρμογή των εθνικών διατάξεων σχετικά με τον ιατρικό έλεγχο, τη διάρκεια της ισχύος των αδειών οδηγήσεως και τη φορολογία και, αφετέρου, για να ελέγχονται οι κυρώσεις που επιβάλλονται στους οδηγούς. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, δεν υπάρχει επομένως προσβολή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων ούτε εμπόδια άλλα πλην εκείνων που προβλέπει η οδηγία αυτή. Εν πάση περιπτώσει, έστω και αν υποτεθεί ότι η επίδικη καταχώριση συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, το εμπόδιο αυτό είναι ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο με την οδηγία στόχο. Επιπροσθέτως, πρέπει να θεωρηθεί, κατ’ αναλογία αυτού που έκρινε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 21ης Μαρτίου 2002, C-451/99, Cura Anlagen (Συλλογή 2002, σ. I-3193), ότι η επίδικη καταχώριση είναι αναγκαία και παρίσταται ως το αναγκαίο επιστέγασμα στην άσκηση των αρμοδιοτήτων που η οδηγία 91/439 παρέχει στα κράτη μέλη.
48 Η Ισπανική Κυβέρνηση παρατηρεί, τέλος, ότι η υποχρεωτική καταχώριση των αδειών οδηγήσεως που εκδίδουν τα άλλα κράτη μέλη επιδιώκει επίσης τον στόχο της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τον έλεγχο των αναγκαίων ικανοτήτων για την οδήγηση ενός αυτοκινήτου. Ο στόχος αυτός δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με ελέγχους στη δημόσια οδό, αφού οι έλεγχοι αυτοί έχουν τυχαίο χαρακτήρα. Πράγματι, για να είναι αποτελεσματικοί, οι έλεγχοι θα πρέπει να είναι συνεχείς, πράγμα που, αφενός, είναι αδύνατο και, αφετέρου, περιοριστικό της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων.
49 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παρατηρεί, πρώτον, ότι, εφόσον η Επιτροπή αναγνωρίζει ως επιτρεπτό το σύστημα καταχωρίσεως, θα πρέπει επίσης να δεχθεί ότι η παράβαση της υποχρεώσεως καταχωρίσεως επισύρει κυρώσεις. Ωστόσο, θα πρέπει η κύρωση αυτή να είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας.
50 Η Κυβέρνηση αυτή προβάλλει, δεύτερον, ότι, ελλείψει άλλου μέσου που να επιτρέπει τη λήψη πρόσφορων πληροφοριών σχετικών με τα στοιχεία των κατόχων αδειών οδηγήσεως που εγκαταστάθηκαν στο έδαφός του, ένα κράτος μέλος μπορεί, προκειμένου να κάνει χρήση των ευχερειών που του προσφέρει η οδηγία 91/439, να ζητήσει από τους κατόχους αυτούς να καταχωρίσουν την άδειά τους σε μητρώο. Μια τέτοια καταχώριση είναι εξάλλου σύμφωνη προς τις αρχές που εξάγονται από τις αποφάσεις της 28ης Νοεμβρίου 1978, 16/78, Choquet (Συλλογή τόμος 1978, σ. 709), και Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος, προπαρατεθείσα.
51 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει, τέλος, ότι ένα σύστημα που στηρίζεται στην ανακοίνωση πληροφοριών σχετικών με το δικαίωμα οδηγήσεως με άδεια που εξέδωσε άλλο κράτος μέλος και στους οδικούς ελέγχους δεν αρκεί για να διασφαλιστεί η τήρηση των εθνικών διατάξεων που μπορούν να εφαρμοστούν στους κατόχους των αδειών αυτών.
52 Πράγματι, αφενός, το να πληροφορείται ο κάτοχος αδείας οδηγήσεως για τις υποχρεώσεις που υπέχει δεν σημαίνει ότι τον εξαναγκάζει, μέσω της καταχωρίσεως, να τηρήσει αυτές τις υποχρεώσεις. Όλα τα κράτη μέλη τα οποία δεν διαθέτουν σύστημα επίσημης μεταφοράς κατοικίας ή άλλο σύστημα εξακριβώσεως των στοιχείων θα αδυνατούσαν άλλωστε να εξασφαλίσουν μια τέτοια πληροφόρηση. Αφετέρου, εφόσον οι έλεγχοι στη δημόσια οδό, των οποίων η αποτελεσματικότητα δεν μπορεί να είναι αυξημένη χωρίς να καταλήγουν σε περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας, δεν είναι ούτε συστηματικοί ούτε αποτελεσματικοί και πραγματοποιούνται μόνο σε περίπτωση παραβάσεως, παραβιάζουν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των οδηγών.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
53 Όσον αφορά, καταρχάς, τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της καταχωρίσεως που προβλέπει η ισπανική νομοθεσία, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439 θέτει την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως που έχουν χορηγηθεί από άλλα κράτη μέλη και ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η αναγνώριση αυτή πρέπει να γίνεται χωρίς διατυπώσεις (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Ιουλίου 2003, C-246/00, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 2003, σ. I-7485, σκέψη 60).
54 Πρέπει να προστεθεί ότι η υποχρέωση αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως συνιστά σαφή και απαλλαγμένη αιρέσεως υποχρέωση και ότι τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν κανένα περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τον τρόπο συμμορφώσεώς τους προς αυτή (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, σκέψη 21).
55 Όπως έκρινε το Δικαστήριο στη σκέψη 62 της προπαρατεθείσας αποφάσεώς του Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, όταν η καταχώριση αδείας οδηγήσεως χορηγηθείσας από άλλο κράτος μέλος καθίσταται υποχρεωτική, δεδομένου ότι επιβάλλεται κύρωση στον κάτοχο μιας τέτοιας άδειας όταν, μετά την εγκατάστασή του στο κράτος μέλος υποδοχής, οδηγεί όχημα χωρίς να έχει προηγουμένως καταχωρίσει την άδειά του οδηγήσεως, η καταχώριση αυτή πρέπει να θεωρείται ως διατύπωση κατά τη νομολογία και, κατά συνέπεια, ως αντίθετη προς το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439.
56 Εν προκειμένω, όπως δέχθηκε η Ισπανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο κάτοχος αδείας οδηγήσεως που εξέδωσε άλλο κράτος μέλος ο οποίος έχει την κανονική του κατοικία περισσότερο από έξι μήνες στην Ισπανία και ο οποίος οδηγεί αυτοκίνητο χωρίς να έχει καταχωρίσει την άδεια αυτή στο τελευταίο κράτος μέλος θεωρείται ότι διαπράττει παράβαση επισύρουσα πρόστιμο. Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η καταχώριση κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή της Επιτροπής συνιστά διατύπωση αντίθετη προς την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439.
57 Όσον αφορά τις δικαιολογίες που πρόβαλε η Ισπανική Κυβέρνηση, επιβάλλεται να παρατηρηθεί, πρώτον, ότι, αντίθετα προς ό,τι υποστήριξε η Κυβέρνηση αυτή, τα άρθρα 1, παράγραφος 3, και 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439 δεν προβλέπουν υποχρέωση εις βάρος των κρατών μελών, αλλά τους αναγνωρίζουν ευχέρειες.
58 Ακολούθως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τις σκέψεις 68 και 69 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, η υποχρεωτική καταχώριση των αδειών οδηγήσεως που εκδίδουν τα άλλα κράτη μέλη δεν είναι απαραίτητη για να διασφαλιστεί η εφαρμογή των εθνικών διατάξεων σχετικά με τον ιατρικό έλεγχο, τη διάρκεια ισχύος και τη φορολογία, σύστημα που βασίζεται στους οδικούς ελέγχους και στην πληροφόρηση των κατόχων των αδειών που να επιτρέπει επίσης την επίτευξη αυτού του στόχου.
59 Συγκεκριμένα, πρώτον, το γεγονός της μη καταχωρίσεως στο κράτος μέλος υποδοχής αδείας χορηγηθείσας από άλλο κράτος μέλος δεν εμποδίζει, στο πλαίσιο των οδικών ελέγχων, τις αρμόδιες αρχές αυτού του κράτους να προβαίνουν στην ορθή εφαρμογή των εθνικών διατάξεων περί διάρκειας ισχύος των αδειών οδηγήσεως προσθέτοντας τη διάρκεια που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές κατά την ημερομηνία χορηγήσεως που αναγράφεται επί της συγκεκριμένης αδείας οδηγήσεως (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, σκέψη 68, και διάταξη της 29ης Ιανουαρίου 2004, C-253/01, Krüger, Συλλογή 2004, σ. Ι-1191, σκέψη 27).
60 Δεύτερον, απόκειται στον κάτοχο αδείας οδηγήσεως που εξέδωσε άλλο κράτος μέλος, ο οποίος αποκτά κανονική κατοικία στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, το οποίο έκανε χρήση της ευχέρειας που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/439, να προσκομίσει την απόδειξη ότι τήρησε τις διατάξεις του κράτους μέλους υποδοχής σχετικά με τον ιατρικό έλεγχο και την ανανέωση της άδειας οδηγήσεως. Επομένως, αρκεί να ενημερώνονται οι κάτοχοι αδειών οδηγήσεως που έχουν χορηγηθεί από άλλα κράτη μέλη σχετικά με τις υποχρεώσεις που υπέχουν από την εθνική νομοθεσία, όταν προβαίνουν στις αναγκαίες διαδικασίες για την εγκατάστασή τους στο κράτος μέλος υποδοχής και να επιβάλλονται οι προβλεπόμενες κυρώσεις σε περίπτωση μη τηρήσεως των εν λόγω διατάξεων (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, σκέψη 69, και προπαρατεθείσα διάταξη Krüger, σκέψεις 28 και 34).
61 Πάντως, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει το κράτος μέλος υποδοχής να προτείνει στον κάτοχο αδείας οδηγήσεως που εξέδωσε άλλο κράτος μέλος την προαιρετική καταχώριση της αδείας αυτής με συνέπεια, ως πλεονέκτημα για τον εν λόγω κάτοχο, για παράδειγμα, ότι θα κληθεί για τον ιατρικό έλεγχο και έτσι θα μειωθεί ο κίνδυνος να διαπράξει ακούσια παράβαση της νομοθεσίας του κράτους μέλους υποδοχής.
62 Επιβάλλεται να προστεθεί ότι, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 52 των προτάσεών του, η υποχρεωτική και συστηματική καταχώριση στο κράτος μέλος υποδοχής των αδειών που εξέδωσαν τα άλλα κράτη μέλη δεν είναι απαραίτητη προκειμένου οι αρχές του κράτους μέλους υποδοχής να είναι σε θέση να εφαρμόζουν τις εθνικές τους διατάξεις όσον αφορά τον περιορισμό, την αναστολή, την αφαίρεση ή την ακύρωση του δικαιώματος οδηγήσεως και, αν τούτο είναι αναγκαίο, να προβαίνουν προς τούτο στην αντικατάσταση της αδείας οδηγήσεως.
63 Πράγματι, κατά την πρώτη παράβαση στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής που μπορεί να δώσει λαβή για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, οι αρμόδιες αρχές αυτού του κράτους μέλους μπορούν να προβαίνουν στην καταχώριση των στοιχείων της αδείας οδηγήσεως του οδηγού που διέπραξε την εν λόγω παράβαση. Έτσι, κατά τις μεταγενέστερες παραβάσεις του ίδιου οδηγού, οι αρχές θα διαθέτουν τις αναγκαίες πληροφορίες για να προβαίνουν ενδεχομένως στην απευθείας αφαίρεση της αδείας ή να λαμβάνουν κάθε άλλο μέτρο που προβλέπουν οι εθνικές διατάξεις που αναφέρει το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439. Τίποτε δεν εμποδίζει επίσης όπως, προκειμένου να λαμβάνουν υπόψη, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τις διαπραχθείσες παραβάσεις στο κράτος μέλος που εξέδωσε την άδεια οδηγήσεως, οι αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ζητούν, στο πλαίσιο της αμοιβαίας συνδρομής και της ανταλλαγής πληροφοριών που θεσπίζει το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, πληροφορίες από τις αρχές του κράτους μέλους που εξέδωσε την εν λόγω άδεια οδηγήσεως.
64 Τέλος, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι οι οδικοί έλεγχοι που προτείνει η Επιτροπή μπορούν να πραγματοποιηθούν χωρίς να θίγεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων ή η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Πράγματι, αφενός, αντίθετα προς ό,τι φαίνεται να προτείνουν η Ισπανική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το γεγονός ότι, σε οδικό έλεγχο, ο οδηγός του οχήματος, κατά τη διάρκεια του ελέγχου αυτού, ακινητοποιείται στιγμιαίως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά, κατ’ αρχήν, περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων αντίθετη προς τη Συνθήκη ΕΚ. Αφετέρου, το γεγονός ότι οι οδικοί έλεγχοι είναι τυχαίοι ουδόλως συνεπάγεται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
65 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.
Επί της δεύτερης αιτιάσεως
– Επιχειρήματα των διαδίκων
66 Με τη δεύτερη αιτίασή της, η Επιτροπή προσάπτει στο Βασίλειο της Ισπανίας ότι παρέβη τις διατάξεις του παραρτήματος I, σημείο 4, της οδηγίας επειδή επέβαλε, με το άρθρο 25, παράγραφος 2, του κανονισμού για τους οδηγούς, την υποχρεωτική αντικατάσταση μιας αδείας που εξέδωσε άλλο κράτος μέλος με ισπανική άδεια όταν δεν υπάρχει πλέον θέση για την αναγραφή των στοιχείων που είναι απαραίτητα για τη διαχείριση της αδείας.
67 Κατά την Επιτροπή, η δυνατότητα εγγραφής στην άδεια οδηγήσεως νέων στοιχείων περιορίζεται αυστηρά με την οδηγία 91/439, η οποία πλαισιώνει τη δυνατότητα αυτή με τον όρο της απαγορεύσεως των διακρίσεων και την εξαρτά από την ύπαρξη, στην άδεια αυτή, του αναγκαίου προς τούτο χώρο. Όμως, ούτε το άρθρο 8, που διέπει την αντικατάσταση των αδειών, ούτε άλλη διάταξη της οδηγίας αυτής προβλέπει την υποχρέωση αντικαταστάσεως μιας αδείας σε περίπτωση κατά την οποία ελλείπει ο αναγκαίος χώρος. Δεδομένου ότι η οδηγία 91/439 διέπει κατά τρόπο εξαντλητικό την ανταλλαγή των αδειών οδηγήσεως, συνάγεται ότι οι οδηγία απαγορεύει την υποχρέωση ανταλλαγής όπως η επίδικη στην προκειμένη περίπτωση.
68 Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, εφόσον η οδηγία 91/439 παρέχει στα κράτη μέλη το δικαίωμα να αναγράφουν ορισμένα στοιχεία στις άδειες οδηγήσεως που εκδίδουν τα άλλα κράτη μέλη, δεν μπορεί εγκύρως να υποστηριχθεί ότι η ευχέρεια αυτή εξαφανίζεται λόγω του ότι ελλείπει ο χώρος που προβλέπεται στις άδειες για τα στοιχεία αυτά. Επομένως, η υποχρεωτική ανταλλαγή είναι απαραίτητη για να παρέχεται στις εθνικές αρχές η δυνατότητα να ασκούν το δικαίωμά τους αναγραφής των στοιχείων αυτών στις εν λόγω άδειες. Πράγματι, το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να περιορίζεται από ζητήματα πρακτικής φύσεως, όπως είναι το σχήμα της εν λόγω άδειας ή η συμπεριφορά του κατόχου της. Ελλείψει υποχρεωτικής ανταλλαγής, η άσκηση της ευχέρειας που παρέχει το παράρτημα I, σημείο 4, της οδηγίας 91/439 θα κατέληγε σε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, δεδομένου ότι οι οδηγοί οι οποίοι θα αντιμετωπίζονταν διαφορετικά αναλόγως του αν η άδειά τους οδηγήσεως επιτρέπει την εγγραφή πρόσθετων στοιχείων ή όχι. Εν πάση περιπτώσει, η αντικατάσταση μιας τέτοιας άδειας με νέα ισπανική άδεια ουδόλως θα έβλαπτε τον κάτοχό της.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
69 Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η ευχέρεια την οποία το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/439 αναγνωρίζει στο κράτος μέλος υποδοχής να αναγράφει στην άδεια οδηγήσεως που εξέδωσε άλλο κράτος μέλος τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη διαχείρισή της, εξαρτάται ρητά, όπως προκύπτει από το παράρτημα I, σημείο 4, της οδηγίας 91/439, από τον όρον ότι το κράτος μέλος υποδοχής διαθέτει τον αναγκαίο προς τούτο χώρο στην άδεια αυτή.
70 Το να γίνεται αντικατάσταση της άδειας οδηγήσεως που εξέδωσε άλλο κράτος μέλος, όταν ο προβλεπόμενος χώρος στην άδεια αυτή για την αναγραφή των απαραίτητων παρατηρήσεων για τη διαχείρισή της ελλείπει, δεν συμβιβάζεται με την οδηγία 91/439, αφού τούτο δεν εμπίπτει στον εξαντλητικό πίνακα των περιπτώσεων αντικαταστάσεως του άρθρου 8 της οδηγίας αυτής.
71 Λαμβάνοντας υπόψη τη διαπίστωση αυτή και το γεγονός ότι προκύπτει από τη νομολογία ότι τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/439, σε συνδυασμό με την ένατη αιτιολογική σκέψη της ίδιας αυτής οδηγίας, απαγορεύουν στα κράτη μέλη, ειδικότερα, να απαιτούν την αντικατάσταση των αδειών οδηγήσεως που εξέδωσε άλλο κράτος μέλος (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα διάταξη Krüger, σκέψη 30), αντικατάσταση όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 25, παράγραφος 2, του κανονισμού για τους οδηγούς πρέπει να θεωρείται ασυμβίβαστη προς την οδηγία 91/439 και ειδικότερα προς το παράρτημα I, σημείο 4, αυτής.
72 Επομένως, η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής είναι επίσης βάσιμη.
Επί της τρίτης αιτιάσεως
– Επιχειρήματα των διαδίκων
73 Με την τρίτη της αιτίαση, η Επιτροπή προσάπτει στο Βασίλειο της Ισπανίας ότι παρέβη το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 91/439, διότι προβλέπει, με την έβδομη μεταβατική διάταξη του κανονισμού περί οδηγών, ότι οι κάτοχοι αδείας οδηγήσεως που εκδόθηκε σύμφωνα με τη νομοθεσία που ίσχυε πριν την έναρξη ισχύος της οδηγίας 91/439 έχουν το δικαίωμα να ανανεώσουν την άδεια αυτή υπό την επιφύλαξη ότι πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία αυτή.
74 Η έβδομη μεταβατική διάταξη του κανονισμού για τους οδηγούς αναγνωρίζει έτσι σ’ αυτούς τους κατόχους αδειών κεκτημένο δικαίωμα μη προβλεπόμενο στην οδηγία 91/439, αφού αυτή η τελευταία ορίζει, στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, και στο παράρτημα III, ότι οι απαιτήσεις σχετικά με τη σωματική και τη διανοητική ικανότητα πρέπει να πληρούνται σε κάθε ανανέωση της αδείας οδηγήσεως.
75 Η Επιτροπή προσθέτει ότι, αντίθετα προς ό,τι προβάλλει η Ισπανική Κυβέρνηση, αφενός, το γεγονός ότι η οδηγία 91/439 δεν αναγνωρίζει κεκτημένα δικαιώματα δεν οφείλεται σε αβλεψία και, αφετέρου, η οδηγία αυτή δεν παραβιάζει την αρχή της αναδρομικότητας των νόμων εφόσον εφαρμόζεται μόνο στα μελλοντικά αποτελέσματα των αδειών οδηγήσεως. Εν πάση περιπτώσει, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν μπορεί, στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως, να επικαλείται την έλλειψη νομιμότητας της οδηγίας την παράβαση της οποίας της προσάπτει η Επιτροπή.
76 Η Ισπανική Κυβέρνηση αναφέρει ότι η έβδομη μεταβατική διάταξη του κανονισμού περί οδηγών προβλέπει την αναδρομική εφαρμογή της ισχύουσας σήμερα κανονιστικής ρυθμίσεως όταν αυτή είναι περισσότερο ευνοϊκή απ’ ό,τι η προγενέστερη και, στην αντίθετη περίπτωση, τη διατήρηση των προγενέστερων προϋποθέσεων για τις άδειες οδηγήσεως που εκδόθηκαν σύμφωνα με την προγενέστερη κανονιστική ρύθμιση. Το μέτρο όμως αυτό, το οποίο έχει περιορισμένο πεδίο εφαρμογής, είναι απαραίτητο για να μην παραβιάζεται η αρχή του σεβασμού των κεκτημένων δικαιωμάτων καθώς και η αρχή της μη αναδρομικότητας των νόμων που προβλέπουν κυρώσεις λιγότερο ευνοϊκές ή που περιορίζουν τα ατομικά δικαιώματα. Εξάλλου, η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι, σύμφωνα με το εσωτερικό της δίκαιο, μια κανονιστική διάταξη η οποία δεν αναγνωρίζει τα κεκτημένα δικαιώματα βάσει κανόνα που επέχει θέση νόμου φέρει το στίγμα της ελλείψεως νομιμότητας, οπότε αποκλείεται ο κανονισμός περί οδηγών να μην επιτρέπει την παράταση της αδείας του στον κάτοχο ο οποίος πληροί τις ιατρικές προϋποθέσεις που προέβλεπε η εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία ίσχυε πριν την έναρξη ισχύος της οδηγίας 91/439.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
77 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τη συνδυασμένη ανάγνωση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, και του παραρτήματος III της οδηγία 91/439, στο οποίο παραπέμπει η διάταξη αυτή, προκύπτει ότι οι ελάχιστες προδιαγραφές που αφορούν τη σωματική και τη διανοητική ικανότητα οδηγήσεως αυτοκινήτου που προβλέπει η οδηγία αυτή έχουν εφαρμογή σε κάθε υποψήφιο προς χορήγηση ή ανανέωση της άδειας οδηγήσεως.
78 Εφόσον η οδηγία 91/439 δεν διακρίνει μεταξύ της ανανεώσεως των αδειών οδηγήσεως που εκδόθηκαν μετά την έναρξη ισχύος της και της ανανεώσεως των αδειών οδηγήσεως που εκδόθηκαν πριν την ημερομηνία αυτή, συνάγεται ότι μια τέτοια διάκριση είναι ασυμβίβαστη προς την εν λόγω οδηγία.
79 Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται από τη διαπίστωση ότι η ερμηνεία που προτείνει το Βασίλειο της Ισπανίας θα διακύβευε σοβαρά τον στόχο του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 91/439, δηλαδή τη βελτίωση της οδικής ασφαλείας, επιτρέποντας σε μεγάλο αριθμό κατόχων αδείας οδηγήσεως να συνεχίσουν να επωφελούνται από έναν τίτλο που εκδόθηκε σύμφωνα με κανονιστική ρύθμιση η οποία δεν τηρεί τις ελάχιστες ιατρικές προδιαγραφές που ορίζει η οδηγία 91/439.
80 Στο μέτρο που δεν αμφισβητείται, στην προκειμένη περίπτωση, ότι η έβδομη μεταβατική διάταξη του κανονισμού περί οδηγών επιτρέπει ακριβώς στους κατόχους αδείας οδηγήσεως που εκδόθηκε πριν την έναρξη ισχύος της οδηγίας 91/439 να ανανεώσουν την άδεια αυτή χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να πληρούν τις ελάχιστες προδιαγραφές περί σωματικής και διανοητικής ικανότητας που προβλέπει η εν λόγω οδηγία, συνάγεται ότι η διάταξη αυτή είναι αντίθετη προς το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 91/439.
81 Πρέπει να προστεθεί ότι η παράβαση αυτή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ύπαρξη εθνικών διατάξεων οι οποίες απαγορεύουν όπως οι κάτοχοι αδείας οδηγήσεως που εκδόθηκε πριν την έναρξη ισχύος της οδηγίας 91/439 υποχρεώνονται, κατά την ανανέωση της εν λόγω αδείας, να εκπληρώσουν τις προϋποθέσεις που ορίζει η εν λόγω οδηγία.
82 Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που επιβάλλει η οδηγία (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2003, C-66/03, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2003, σ. Ι-14439 σκέψη 12).
83 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η τρίτη αιτίαση της Επιτροπής είναι επίσης βάσιμη.
84 Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, θεσπίζοντας τα άρθρα 22 έως 24 και 25, παράγραφος 2, του κανονισμού περί οδηγών, καθώς και την έβδομη μεταβατική διάταξη του ίδιου κανονισμού, το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, καθώς και από το παράρτημα I, σημείο 4, της οδηγίας 91/439.
Επί των δικαστικών εξόδων
85 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί το Βασίλειο της Ισπανίας και αφού το τελευταίο ηττήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα. Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, που παρενέβησαν προς στήριξη των αιτημάτων που υπέβαλε το Βασίλειο της Ισπανίας, θα φέρουν, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού, τα δικαστικά τους έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο της Ισπανίας, θεσπίζοντας τα άρθρα 22 έως 24 και 25, παράγραφος 2, του Reglamento de conductores (κανονισμός περί οδηγών), της 30ής Μαΐου 1997, καθώς και την έβδομη μεταβατική διάταξη του ίδιου του κανονισμού, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, καθώς και από το παράρτημα I, σημείο 4, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδήγησης, όπως τροποποιήθηκε και με την οδηγία 96/47/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1996.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα
3) Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας φέρουν τα έξοδά τους.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
Top