ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ
AΠΟΦΑΣΗ
ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ
της προσφυγής αριθ. 71412/01
που κατατέθηκε από τους A.B. και B.B.
κατά της Γαλλίας
και
της προσφυγής αριθ. 78166/01
που κατατέθηκε από τον R.S.
κατά της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Νορβηγίας
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, συνεδριάζοντας σε διευρυμένο τμήμα, η σύνθεση του οποίου έχει ως εξής:
Κύριος Κ.Λ. ΡΟΖΑΚΗΣ, πρόεδρος,
Κύριος J.-P. COSTA,
Σερ Nicolas BRATZA,
Κύριος Β.Μ. ZUPANČIČ,
Κύριος P. LORENZEN,
Κύριος I. CABRAL BARRETO,
Κύριος M. PELLONPÄÄ,
Κύριος A.B. BAKA,
Κύριος K. TRAJA,
Κυρία S. BOTOUCHAROVA,
Κύριος M. UGREKHELIDZE,
Κυρία A. MULARONI,
Κυρία E. FURA-SANDSTRÖM,
Κυρία A. GYULUMYAN,
Κύριος E. MYJER,
Κυρία D. JOČIENĖ,
Κύριος D. POPOVIĆ, δικαστές,
και τον κύριο Μ. Ο’BOYLE, αναπληρωτή γραμματέα,
Λαμβάνοντας τις πιο πάνω αναφερόμενες αιτήσεις που κατατέθηκαν στις 28 Σεπτεμβρίου 2000 και στις 28 Σεπτεμβρίου 2001, αντίστοιχα,
Λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση της 13 Ιουνίου 2006, με την οποία το δεύτερο τμήμα, το οποίο είχε αρχικά επιληφθεί της υποθέσεως, παραιτήθηκε της υπόθεσης υπέρ του Διευρυμένου Τμήματος, εφόσον κανένα από τα διάδικα μέρη δεν αντιτάχθηκε στην παραίτηση (άρθρα 30 της Σύμβασης και 72 του κανονισμού του Δικαστηρίου),
Λαμβάνοντας υπόψη την συμφωνία των διαδίκων στην υπόθεση R.S. για τον διορισμό ενός δικαστή κοινού συμφέροντος (του κ. Costa) κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 30 του κανονισμού του Δικαστηρίου,
Λαμβάνοντας υπόψη τις έγγραφες και προφορικές παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν από τα διάδικα μέρη και την συμφωνία της Γερμανίας να παραιτηθεί από την υποβολή προφορικών παρατηρήσεων, αφού ο προσφεύγων είχε ζητήσει την απόσυρση της προσφυγής του κατά του Κράτους αυτού (παράγραφοι 64-65 της πιο κάτω απόφασης).
Λαμβάνοντας υπόψη τις έγγραφες παρατηρήσεις των Ηνωμένων Εθνών που ζητήθηκαν από το Δικαστήρια, τα σχόλια που υποβλήθηκαν από τις κυβερνήσεις της Δανίας, της Εσθονίας, της Ελλάδας, την Πολωνίας, της Πορτογαλίας και της Μεγάλης Βρετανίας, καθώς και τις παρατηρήσεις της γερμανικής κυβέρνησης, οι οποίες έγιναν δεκτές ως παρατηρήσεις τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 44 § 2 του κανονισμού του Δικαστηρίου,
Λαμβάνοντας υπόψη τις προφορικές δηλώσεις επί των δύο προσφυγών κατά την ακροαματική διαδικασία της 15 Νοεμβρίου 2006,
Αφού αποφάσισε να συνενώσει την εξέταση των δύο αιτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 42 § 1 του κανονισμού του Δικαστηρίου,
Αφού διασκέφθηκε στις 15 Νοεμβρίου2006 και στις 2 Μαΐου 2007, εκδίδει την ακόλουθη απόφαση:
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ¹
1. Ο κύριος A.B. γεννήθηκε το 1962 και ο γιος του, ο κύριος B.B., γεννήθηκε το 1990. Αμφότεροι είναι αλβανικής καταγωγής. Ο κ. A.B. παραπονείται στο όνομά του και στο όνομα του αποβιώσαντος γιου του, G.B., ο οποίος γεννήθηκε το 1988. Οι προσφεύγοντες στην υπόθεση αυτή κατοικούν στην κοινότητα της Μιτροβίτσα, στο Κόσοβο (Δημοκρατία της Σερβίας). Ενώπιον του Δικαστηρίου, εκπροσωπούνται από τον κ. G. Nushi, δικηγόρο εργαζόμενο για την Επιτροπή υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, οργάνωση που εδρεύει στην Πρίστινα (Κόσοβο). Ο κ. R.S. γεννήθηκε το 1950. Είναι και αυτός αλβανικής καταγωγής και ζει στο Κόσοβο. Εκπροσωπήθηκε από τον κ. Hazer Susuri του Κέντρου πόρων για την υπεράσπιση σε ποινικές υποθέσεις (Κόσοβο). Κατά την ακροαματική διαδικασία επί των υποθέσεων αυτών, οι προσφεύγοντες εκπροσωπήθηκαν επιπλέον από τον κ. Keir Starmer, QC, και τον κ. Paul Troop, δικηγόρους, βοηθούμενους από την κυρία Nuala Mole και τους κυρίους David Norris και Ahmet Hasolli, συμβούλους.
Η γαλλική κυβέρνηση εκπροσωπήθηκε από τους διαδοχικούς αντιπροσώπους της, τον κ. R. Abraham, στην συνέχεια τον κ. J.-L. Florent, και τέλος την κ. Edwige Belliard, βοηθούμενους από την κ. Anne-Françoise Tissier και τον κ. Mostapha Mihraje, συμβούλους, όλους από την διεύθυνση των νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών.
Η γερμανική κυβέρνηση εκπροσωπείται από τον κ. Hans-Jörg Behrens, αναπληρωτή αντιπρόσωπο, και τον κ. Christian Tomuschat, σύμβουλο. Η νορβηγική κυβέρνηση εκπροσωπείται από τους αντιπροσώπους της, τον κ. Rolf Einar Fife και την κ. Therese Steen, βοηθούμενους από τον κ. Torfinn Rislaa Arnsten, σύμβουλο.
Ι. ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ
1. Οι συντομογραφίες που χρησιμοποιούνται επεξηγούνται μέσα στο κείμενο της απόφασης και αναγράφονται επίσης, με αλφαβητική σειρά, στο παράρτημα της παρούσας απόφασης.
2. Υπάρχει πληθωρική τεκμηρίωση πάνω στην σύγκρουση μεταξύ των σερβικών δυνάμεων και των αλβανικών δυνάμεων του Κοσόβου κατά την διάρκεια των ετών 1998 και 1999. Στις 30 Ιανουαρίου 1999, κατόπιν μιας απόφασης του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου, η Οργάνωση του Βορειοατλαντικού Συμφώνου («ΝΑΤΟ») ανακοίνωσε ότι θα προέβαινε σε αεροπορικές επιδρομές πάνω στο έδαφος αυτού που τότε ήταν η Ομόσπονδη Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας («ΟΔΓ»), αν αυτή δεν συμμορφωνόταν στις επιταγές της διεθνούς κοινότητος. Διαπραγματεύσεις έλαβαν χώρα μεταξύ των αντιμαχομένων πλευρών τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο 1999. Το σχέδιο του συμφώνου ειρήνης που προέκυψε υπογράφηκε από την αποστολή των Αλβανών Κοσοβάρων αλλά όχι από την σερβική αποστολή. Το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο αποφάσισε τότε να επιτρέψει τις αεροπορικές επιδρομές κατά της ΟΔΓ, οι οποίες ανακοινώθηκαν στις 23 Μαρτίου 1999 από τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ. Οι αεροπορικές επιδρομές άρχισαν στις 24 Μαρτίου 1999 και έληξαν στις 8 Ιουνίου του ιδίου έτους, ημερομηνία κατά την οποία η ΟΔΓ δέχθηκε να αποσύρει τα στρατεύματά της από το Κόσοβο. Στις 9 Ιουνίου 1999, η «KFOR», η ΟΔΓ και η Δημοκρατία της Σερβίας υπέγραψαν ένα «Στρατιωτικό-Τεχνικό Σύμφωνο» («ΣΤΣ»), με το οποίο τα μέρη συμφώνησαν την απόσυρση των στρατευμάτων της ΟΔΓ και την παρουσία μιας διεθνούς δύναμης ασφαλείας, μόλις θα ψηφιζόταν μία απόφαση προς τούτο από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.
3. Η Απόφαση 1244, η οποία υιοθετήθηκε στις 10 Ιουνίου 1999 από το Συμβούλιο Ασφαλείας, προέβλεπε την εγκατάσταση μιας παρουσίας ασφαλείας (της KFOR) από «τα Κράτη μέλη και τις αρμόδιες διεθνείς οργανώσεις», «υπό την αιγίδα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών», με μία «ουσιώδη συμμετοχή του ΝΑΤΟ», αλλά «υπό ενοποιημένη διοίκηση και έλεγχο». Η προηγούμενη ανάπτυξη του ΝΑΤΟ στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας επέτρεψε την ανάπτυξη σημαντικών δυνάμεων στο Κόσοβο ήδη από τις 12 Ιουνίου 1999 (σύμφωνα με το OPLAN 10413, ήτοι το επιχειρησιακό σχέδιο του ΝΑΤΟ σχετικά με την προβλεπόμενη από την Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας αποστολή, την ονομασθείσα “Operation Joint Guardian”). Στις 20 Ιουνίου, η απόσυρση των στρατευμάτων της ΟΔΓ είχε ολοκληρωθεί. Οι δυνάμεις της KFOR συνενώθηκαν σε τέσσερις πολυεθνικές ταξιαρχίες (οι «ΠΕΤ»), εκάστη των οποίων είχε την ευθύνη μιας ιδιαίτερης ζώνης επιχειρήσεων, υπό την διοίκηση ενός διευθύνοντος έτους. Αυτές περιελάμβαναν την ΠΕΤ του βορειοανατολικού τομέα (τομέας της Μιτροβίτσα) και την ΠΕΤ του νοτιοανατολικού τομέα (τομέας του Πρίζρεν), οι οποίες διοικούνταν αντίστοιχα από την Γαλλία και την Γερμανία. Μετά από την ρωσική παρέμβαση, λίγο μετά την άφιξη των στρατευμάτων της KFOR, ένα άλλο σύμφωνο, το οποίο υπογράφηκε στις 18 Ιουνίου 1999 (μεταξύ της Ρωσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών), απέδωσε διάφορους τομείς και ρόλους στις ρωσικές δυνάμεις.
4. Η Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας προέβλεπε επίσης την ανάπτυξη, υπό την αιγίδα του ΝΑΤΟ, μιας προσωρινής διοίκησης για το Κόσοβο (η MINUK) και καλούσε τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ να εγκαταστήσει την διοίκηση αυτή με την βοήθεια των αρμοδίων διεθνών οργανώσεων και να διορίσει έναν ειδικό αντιπρόσωπο του Γενικού Γραμματέα (ο «ΕΑΓΓ»), υπεύθυνο να επιβλέψει την υλοποίησή της. Θεωρούμενη ότι θα εργαζόταν σε στενή συνεργασία με την KFOR, η MINUK θα ήταν προσανατολισμένη γύρω από τέσσερις πυλώνες αντιστοιχούντες στις αποστολές που θα της ανέθεταν. Έκαστος πυλώνας θα ετίθετο υπό την δικαιοδοσία του ΕΑΓΓ και θα διευθυνόταν από έναν αναπληρωτή ΕΑΓΓ. Ο πυλώνας Ι (όπως θεσπίστηκε την εποχή εκείνη) σχετιζόταν με την ανθρωπιστική βοήθεια και διευθυνόταν από την Υψηλή Αρμοστεία για τους πρόσφυγες του ΟΗΕ, πριν να εξαφανιστεί τον Ιούνιο του 2000. Ένας άλλος πυλώνας Ι (Αστυνομία και δικαιοσύνη) συστάθηκε τον Μάιο του 2001 και τέθηκε κάτω από την άμεση δικαιοδοσία του ΟΗΕ, όπως ο πυλώνας ΙΙ (Πολιτική διοίκηση). Ο πυλώνας ΙΙΙ (Εκδημοκρατισμός και δημιουργία θεσμών) βρέθηκε και βρίσκεται πάντοτε υπό την αιγίδα της Οργάνωσης για την ασφάλεια και την συνεργασία στην Ευρώπη («ΟΑΣΕ»), και ο πυλώνας IV (Ανασυγκρότηση και οικονομική ανάπτυξη) διευθυνόταν και διευθύνεται πάντοτε από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
ΙΙ. ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ B.
5. Στις 11 Μαρτίου 2000, οκτώ αγόρια έπαιζαν στους λόφους της κοινότητας της Μιτροβίτσα. Η ομάδα περιελάμβανε δύο από τους γιους του A.B., τον G.B. και τον B.B. Γύρω στο μεσημέρι, η ομάδα ανακάλυψε πολλές βόμβες διασποράς που δεν είχαν εκραγεί και είχαν ριφθεί από το ΝΑΤΟ κατά την διάρκεια του βομβαρδισμού του 1999. Τα παιδιά άρχισαν να παίζουν μαζί τους. Πιστεύοντας ότι οι βόμβες δεν παρουσίαζαν κίνδυνο, ένα από τα παιδιά πέταξε μία βόμβα στον αέρα. Αυτή εξερράγη και σκότωσε τον G.B. Ο B.B. επίσης τραυματίστηκε βαριά και διακομίστηκε στο νοσοκομείο της Πρίστινα (όπου υποβλήθηκε στη συνέχεια σε χειρουργική επέμβαση του οφθαλμού και απ’όπου εξήλθε στις 4 Απριλίου 2000). Οι προσαχθείσες ιατρικές βεβαιώσεις αναφέρουν ότι υποβλήθηκε σε δύο άλλες επεμβάσεις του οφθαλμού (στις 7 Απριλίου και στις 22 Μαΐου 2000) σε ένα νοσοκομείο της Βέρνης (Ελβετία). Δεν αμφισβητείται ότι ο B.B. έχει παραμορφωθεί στο πρόσωπο και ότι σήμερα είναι τυφλός.
6. Οι αστυνομικοί της ΜΙNUK διεξήγαγαν έρευνα. Πήραν μεταξύ άλλων καταθέσεις των αγοριών που ενεπλάκησαν στο ατύχημα και συνέταξαν μία αρχική έκθεση. Άλλες εκθέσεις της έρευνας, με ημερομηνίες 11, 12 και 13 Μαρτίου, δείχνουν ειδικότερα ότι η αστυνομία της MINUK δεν μπορούσε να έχει πρόσβαση στον τόπο του ατυχήματος χωρίς την άδεια της KFOR, ότι ένας γάλλος αξιωματικός της KFOR είχε δεχθεί ότι η τελευταία είχε γνώση από μηνών της παρουσίας βομβών που δεν είχαν εκραγεί στο σημείο εκείνο, αλλά αυτό δεν αποτελούσε υψηλή προτεραιότητα, και ότι ο τόπος της έκρηξης σημειώθηκε από την KFOR την επομένη του συμβάντος. H έκθεση νεκροψίας επιβεβαίωσε ότι ο G.B. απεβίωσε εξαιτίας των πολλαπλών τραυμάτων του που προκλήθηκαν από την έκρηξη της βόμβας. Η έκθεση της αστυνομίας της MINUK με ημερομηνία 18 Μαρτίου 2000 κατέληξε ότι το συμβάν έπρεπε να χαρακτηριστεί ως «ανθρωποκτονία εξ αμελείας».
7. Με μία επιστολή του της 22 Μαΐου 2000, ο περιφερειακός εισαγγελέας γνωστοποίησε στον A.B. ότι, σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν συλλεγεί, η έκρηξη της βόμβας ήταν ατύχημα και ότι δεν θα ασκούνταν ποινική δίωξη, αλλά του διευκρίνισε ότι είχε το δικαίωμα να καταθέσει μήνυση μέσα σε οκτώ ημέρες από την ημερομηνία της επιστολής. Στις 25 Οκτωβρίου 2001, ο A.B. κατέθεσε μήνυση στο Γραφείο αξιώσεων για το Κόσοβο, επειδή η Γαλλία δεν είχε τηρήσει, κατ’αυτόν, τις διατάξεις της Απόφασης 1244. Η μήνυση διαβιβάστηκε από το Γραφείο αξιώσεων για το Κόσοβο στο δικαστικό γραφείο του Γαλλικού Κράτους. Με επιστολή του της 5 Φεβρουαρίου 2003, αυτό απέρριψε την μήνυση, για τον λόγο ειδικότερα ότι, δυνάμει της Απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας, η KFOR είχε την υποχρέωση να επιβλέπει τις επιχειρήσεις αφαίρεσης των ναρκών μέχρις ότου η MINUK να είναι σε θέση να αναλάβει αυτή την δραστηριότητα, και ότι οι επιχειρήσεις αυτές υπάγονταν στην ευθύνη του ΟΗΕ από τις 5 Ιουλίου 1999.
ΙΙΙ. ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ R.S.
8. Στις 24 Απριλίου 2001, ο κ. R.S. συνελήφθη από την αστυνομία της MINUK και παραπέμφθηκε ενώπιον ενός ανακριτή για απόπειρα ανθρωποκτονίας και παράνομη οπλοκατοχή. Στις 25 Απριλίου 2001, ο δικαστής αυτός διέταξε την προφυλάκισή του και την έναρξη μιας έρευνας πάνω στις κατηγορίες αυτές και άλλα αδικήματα. Στις 23 Μαΐου 2001, ένας εισαγγελέας συνέταξε κατηγορητήριο και, την επομένη, το περιφερειακό δικαστήριο διέταξε την παράταση της κράτησης του ενδιαφερομένου. Στις 4 Ιουνίου 2001, το ανώτατο δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή που είχε καταθέσει ο κ. R.S. και αυτός αφέθηκε ελεύθερος.
9. Στην αρχή του μηνός Ιουλίου 2001, η αστυνομία της MINUK ενημέρωσε τον προσφεύγοντα από το τηλέφωνο ότι έπρεπε να παρουσιαστεί στο αστυνομικό τμήμα για να πάρει τα χρήματά του και τα προσωπικά του είδη. Το αστυνομικό τμήμα βρισκόταν στο Prizren, μέσα στην ζώνη που είχε ανατεθεί από την ΠΕΤ του νοτιοανατολικού τομέα, την οποία διηύθυνε η Γερμανία. Στις 13 Ιουλίου 2001, ο ενδιαφερόμενος συμμορφώθηκε και μετέβη στο αστυνομικό τμήμα, όπου συνελήφθη από δύο αστυνομικούς της MINUK, μετά από διαταγή του διοικητή της KFOR (τον «COMKFOR»), την εποχή εκείνη έναν νορβηγό αξιωματικό.
10. Στις 14 Ιουλίου 2001, ο COMKFOR παρέτεινε την κράτηση του ενδιαφερομένου κατά τριάντα ημέρες.
11. Στις 26 Ιουλίου 2001, σε απάντηση μιας επιστολής των εκπροσώπων του κ. R.S. που αμφισβητούσαν την νομιμότητα της κράτησης του πελάτη τους, ο νομικός σύμβουλος της KFOR εξέφρασε την γνώμη ότι αυτή είχε το δικαίωμα να κρατήσει ένα πρόσωπο δυνάμει της Απόφασης 1244 του Συμβουλίου ασφαλείας στο μέτρο που αυτό ήταν απαραίτητο «για την εγκατάσταση ενός σίγουρου και ασφαλούς περιβάλλοντος» και για την προστασία των στρατευμάτων της KFOR. Η KFOR είχε πληροφορίες σχετικά με την φερόμενη εμπλοκή του κ. R.S. στις ένοπλες ομάδες που επιχειρούσαν στην περιοχή των συνόρων μεταξύ Κοσόβου και πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και εκτιμούσε ότι ο ενδιαφερόμενος αποτελούσε απειλή για την ασφάλεια της KFOR και για τα άτομα που κατοικούσαν στο Κόσοβο.
12. Στις 26 Ιουλίου 2001, ο ρώσος εκπρόσωπος στο Συμβούλιο Ασφαλείας ανέφερε «την σύλληψη του ταγματάρχη R.S., διοικητή μιας από τις ταξιαρχίες του σώματος προστασίας του Κοσόβου, ο οποίος κατηγορούνταν ότι είχε επιδοθεί σε δραστηριότητες που απειλούσαν την διεθνή παρουσία στο Κόσοβο».
13. Στις 11 Αυγούστου 2001, η κράτηση του κ. R.S. παρατάθηκε εκ νέου με διαταγή του COMKFOR. Στις 6 Σεπτεμβρίου 2001, ο προσφεύγων παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου, με κατηγορητήριο που περιελάμβανε ειδικότερα τις κατηγορίες της απόπειρας ανθρωποκτονίας και της παράνομης κατοχής όπλων και εκρηκτικών. Με επιστολή της 20 Σεπτεμβρίου 2001, η απόφαση του COMKFOR να διατηρήσει τον προσφεύγοντα υπό κράτηση κοινοποιήθηκε στους εκπροσώπους του ενδιαφερομένου.
14. Σε κάθε ακροαματική διαδικασία που έλαβε χώρα κατά την διάρκεια της περιόδου από τις 17 Σεπτεμβρίου 2001 μέχρι τις 23 Ιανουαρίου 2002, οι εκπρόσωποι του κ. R.S. ζητούσαν την απελευθέρωσή του και το δικαστήριο απαντούσε ότι, αν και το Ανώτατο Δικαστήριο είχε κρίνει τον Ιούνιο του 2001 ότι ο ενδιαφερόμενος έπρεπε να αφεθεί ελεύθερος, η κράτησή του υπαγόταν εξ ολοκλήρου στην αρμοδιότητα της KFOR.
15. Στις 3 Οκτωβρίου 2001, ένας γάλλος στρατηγός ανέλαβε τα καθήκοντα του COMKFOR.
16. Στις 23 Ιανουαρίου 2002, ο προσφεύγων κηρύχθηκε ένοχος για απόπειρα ανθρωποκτονίας δυνάμει του άρθρου 30 § 2 (6) του Ποινικού Κώδικα του Κοσόβου σε συνδυασμό με το άρθρο 19 του Ποινικού Κώδικα της ΟΔΓ. Απαλλάχθηκε από ορισμένα αδικήματα και άλλες κατηγορίες απορρίφθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν. Ο κ. R.S. μεταφέρθηκε από την KFOR στο κέντρο κράτησης της MINUK στην Πρίστινα.
17. Στις 9 Οκτωβρίου 2002, το Ανώτατο Δικαστήριο του Κοσόβου ακύρωσε την καταδίκη του κ. R.S. και ανέπεμψε την υπόθεση στα δικαστήρια της ουσίας. Διατάχθηκε η απελευθέρωση του ενδιαφερομένου. Η ημερομηνία της νέας δίκης δεν έχει ακόμη οριστεί.
IV. ΤΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ
Α. Η απαγόρευση της μονομερούς προσφυγής στην βία και η συνακόλουθη αρχή της συλλογικής ασφαλείας
18. Η απαγόρευση της μονομερούς προσφυγής στην βία από τα Κράτη και η συνέπειά της, η αρχή της συλλογικής ασφαλείας, σηματοδοτούν το πέρασμα από μία κλασσική ιδέα του διεθνούς δικαίου, η οποία χαρακτηρίζεται από την αναγνώριση του δικαιώματος της προσφυγής σε πόλεμο (jus ad bellum) ως αδιαιρέτου γνωρίσματος της κυριαρχίας του Κράτους, στο σύγχρονο διεθνές δίκαιο, το οποίο θέτει την απαγόρευση της προσφυγής στην βία ως θεμελιώδη νομικό κανόνα (jus contra bellum).
19. Ειδικότερα, είναι κοινά παραδεκτό ότι η εποχή του jus contra bellum στο διεθνές δίκαιο άρχισε (το αργότερο, λαμβανομένου υπόψη ειδικότερα του Συμφώνου Kellog-Briand, το οποίο υπογράφηκε το 1928) στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, με την σύσταση της Κοινωνίας των Εθνών. Αυτή η οργάνωση παγκόσμιου χαρακτήρα είχε ως σκοπό την διατήρηση της ειρήνης με την θέσπιση της υποχρέωσης της μη προσφυγής στον πόλεμο (πρώτον και άρθρο 11 του Συμφώνου της Κοινωνίας των Εθνών) και μέσω παγκοσμίων συστημάτων ειρηνικής διευθέτησης των συγκρούσεων (άρθρα 12 έως 15 του Συμφώνου) και της συλλογικής ασφαλείας (άρθρο 16 του Συμφώνου). Ορισμένοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι, ήδη από την εποχή εκείνη, το διεθνές εθιμικό δίκαιο απαγόρευε την μονομερή προσφυγή στην βία εκτός αν συνέτρεχε περίπτωση νόμιμης άμυνας ή ως μέτρο συλλογικής ασφαλείας (βλέπε, για παράδειγμα, R. Kolb, «Ius contra Bellum – Le droit international relative au maintien de la paix», Helbing et Lichtenhan, Bruylant, 2003, σελ. 60-68).
20. Η Οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών διαδέχθηκε την Κοινωνία των Εθνών το 1946. Ο κύριος στόχος του ΟΗΕ είναι η διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας (Προοίμιο και άρθρο 1 § 1 του Χάρτη), και τούτο μέσω δύο παραπληρωματικών σειρών ενεργειών. Η πρώτη, η οποία συνιστά την ονομαζόμενη «θετική ειρήνη» (Προοίμιο του Χάρτη, καθώς και άρθρο του 2 § 3, το κεφάλαιο VI, τα κεφάλαια ΙΧ και Χ και ορισμένα μέτρα (πολιτικές διοικήσεις) που προβλέπονται από το άρθρο 41 του κεφαλαίου VII), στοχεύει στην εξουδετέρωση των αιτιών σύγκρουσης και την οικοδόμηση μιας διαρκούς ειρήνης. Η δεύτερη σειρά ενεργειών, η οποία υπάγεται στην έννοια της «αρνητικής ειρήνης» στηρίζεται στο Προοίμιο, το άρθρο 2 § 4 και το μεγαλύτερο μέρος των μέτρων που προβλέπονται από το κεφάλαιο VII, και ισοδυναμεί με την απαγόρευση της μονομερούς προσφυγής στην βία (άρθρο 2 § 4) υπέρ ενός συστήματος συλλογικής ασφαλείας υλοποιούμενου από ένα κεντρικό όργανο του ΟΗΕ (το Συμβούλιο Ασφαλείας) που έχει το μονοπώλιο του δικαιώματος της προσφυγής στην βία στις συγκρούσεις τις αναγνωριζόμενες ως απειλούσες την ειρήνη. Αυτός ο μηχανισμός ειρήνης και ασφαλείας έχει δύο κύρια χαρακτηριστικά: την «συλλογική» φύση του (τα Κράτη οφείλουν να ενεργούν μαζί κατά ενός επιτιθέμενου, ο οποίος χαρακτηρίζεται τέτοιος από το Συμβούλιο Ασφαλείας) και την «παγκοσμιότητά» του (θεωρείται ότι αντιτιθέμενες συμμαχίες θα έθεταν σε κίνδυνο τον μηχανισμό, κατά τρόπο ώστε τα αναγκαστικά μέτρα που λαμβάνονται από τις περιφερειακές οργανώσεις να υπόκεινται στο παγκόσμιο σύστημα κατ’εφαρμογήν του άρθρου 53 του Χάρτη).
Β. Ο Χάρτης του ΟΗΕ (1945)
21. Το Προοίμιο του Χάρτη και τα άρθρα 1 και 2, στις εφαρμοστέες περικοπές τους, έχουν ως εξής:
«ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΛΑΟΙ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΟΙ
- να σώσουμε τις ερχόμενες γενεές από τη μάστιγα του πολέμου, που δύο φορές στα χρόνια μας έφερε στην ανθρωπότητα ανείπωτη θλίψη,
- να διακηρύξουμε και πάλι την πίστη μας στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, στην αξιοπρέπεια και την αξία του ανθρώπου, στα ίσα δικαιώματα ανδρών και γυναικών και μεγάλων και μικρών εθνών,
- να δημιουργήσουμε προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες μπορεί να υπάρξει δικαιοσύνη και σεβασμός προς τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις συνθήκες και από άλλες πηγές διεθνούς δικαίου,
- να συμβάλλουμε στην κοινωνική πρόοδο και στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου μέσα σε μεγαλύτερη ελευθερία,
ΚΑΙ ΓΙ’ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ
- να δείχνουμε ανεκτικότητα και να ζούμε ειρηνικά ο ένας με τον άλλο σαν καλοί γείτονες,
- να ενώνουμε τις δυνάμεις μας και να διατηρούμε τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, και να εξασφαλίζουμε, με την παραδοχή αρχών και την καθιέρωση μεθόδων, ότι δε θα χρησιμοποιείται ένοπλη βία παρά μόνο για το κοινό συμφέρον,
- να χρησιμοποιούμε τους διεθνείς οργανισμούς για να συμβάλλουμε στην οικονομική και κοινωνική πρόοδο των λαών,
ΑΠΟΦΑΣΙΣΑΜΕ ΝΑ ΕΝΩΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΜΑΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΤΥΧΟΥΜΕ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ.
Έτσι, οι κυβερνήσεις μας (....) αποδέχτηκαν αυτόν τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και μ’ αυτόν ίδρυσαν έναν Διεθνή Οργανισμό, που θα ονομάζεται Ηνωμένα Έθνη.
Άρθρο 1
Οι σκοποί των Ηνωμένων Εθνών είναι :
- Να διατηρούν τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, και για να επιτευχθεί αυτό: να παίρνουν αποτελεσματικά συλλογικά μέτρα για να προλαβαίνουν και να απομακρύνουν κάθε απειλή της ειρήνης και για να καταστέλλουν κάθε επιθετική ενέργεια ή άλλης μορφής παραβίαση της ειρήνης και να επιτυγχάνουν με ειρηνικά μέσα και σύμφωνα με τις αρχές τις δικαιοσύνης και του διεθνούς δικαίου, διευθέτηση ή διακανονισμό διεθνών διαφορών ή καταστάσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διατάραξη της ειρήνης.
(...)
Άρθρο 2
(...)
5. Όλα τα Μέλη θα παρέχουν στα Ηνωμένα Έθνη κάθε βοήθεια σε κάθε ενέργεια που αναλαμβάνουν σύμφωνα με τους όρους αυτού του Χάρτη και δε θα βοηθούν κανένα κράτος εναντίον του οποίου τα Ηνωμένα Έθνη θα έχουν προχωρήσει σε προληπτικές ή εξαναγκαστικές ενέργειες.
(...)
7. Καμία διάταξη αυτού του Χάρτη δε θα δίνει στα Ηνωμένα Έθνη το δικαίωμα να επεμβαίνουν σε ζητήματα που ανήκουν ουσιαστικά στην εσωτερική δικαιοδοσία οποιουδήποτε κράτους και δε θα αναγκάζει τα Μέλη να υποβάλλουν τέτοια θέματα για ρύθμιση σύμφωνα με τους όρους αυτού του Χάρτη. Η αρχή όμως αυτή δεν πρέπει να εμποδίζει την εφαρμογή των εξαναγκαστικών μέτρων που προβλέπονται από το Κεφάλαιο 7.
22. Το κεφάλαιο V αφορά το Συμβούλιο Ασφαλείας και το άρθρο 24 περιγράφει τις «Αρμοδιότητες και εξουσίες» του ως εξής:
«1. Για να εξασφαλιστεί η άμεση και αποτελεσματική δράση των Ηνωμένων Εθνών, τα μέλη τους αναθέτουν στο Συμβούλιο Ασφαλείας την κύρια ευθύνη για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας και συμφωνούν ότι, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του που απορρέει από αυτήν την ευθύνη, το Συμβούλιο Ασφαλείας ενεργεί εξ’ ονόματός τους.
Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του αυτών το Συμβούλιο Ασφαλείας θα ενεργεί σύμφωνα με τους Σκοπούς και τις Αρχές των Ηνωμένων Εθνών. Οι ειδικές εξουσίες που παραχωρούνται στο Συμβούλιο Ασφαλείας για την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών καθορίζονται στα Κεφάλαια 6, 7, 8 και 12.
Σύμφωνα με το άρθρο 25:
«Τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών συμφωνούν να αποδεχθούν και να εφαρμόσουν τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας που επιβεβαιώνονται στον παρόντα Καταστατικό Χάρτη.»
23. Το κεφάλαιο VII του Καταστατικού Χάρτη τιτλοφορείται «Ενέργειες σε περίπτωση απειλής εναντίον της ειρήνης, διατάραξης της ειρήνης και επιθετικής πράξης», και το άρθρο 39 αναφέρει ότι:
«Το Συμβούλιο Ασφαλείας θα αποφαίνεται αν υπάρχει απειλή για την ειρήνη, διατάραξη της ειρήνης ή επιθετική ενέργεια και θα κάνει συστάσεις ή θα αποφασίζει ποια μέτρα θα λαμβάνονται σύμφωνα με τα Άρθρα 41 και 42, για να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια.»
Η έννοια της «απειλής εναντίον της ειρήνης» σύμφωνα με το άρθρο 39 έχει εξελιχθεί και εφαρμόζεται σήμερα σε εσωτερικές διενέξεις που απειλούν να «εξαπλωθούν» ή που αφορούν σοβαρές παραβιάσεις των διεθνών θεμελιωδών κανόνων (συχνά ανθρωπιστικών). Οι διασυνοριακές μετακινήσεις προσφύγων σε μεγάλη κλίμακα μπορούν επίσης να δώσουν διεθνή χαρακτήρα διεθνή σε μία απειλή (βλέπε το άρθρο 2 § 7 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών - και, για παράδειγμα, R. Kolb, «Ius Contra Bellum - Le Droit International relative de la paix», Helbing et Lichtenhahn, Bruylant, 2003, σελ. 60-68 – και «Yugoslav Territory, United Nations Trusteeship or Sovereign State? Reflections on the current and Future Legal Status of Kosovo», Zimmerman et Stahn. Nordic Journal of International Law 70, 2001, p. 437).
Τα άρθρα 41 και 42 έχουν ως εξής:
41. Το Συμβούλιο Ασφαλείας μπορεί να αποφασίζει ποια μέτρα δε συνεπάγονται τη χρησιμοποίηση ένοπλης δύναμης – θα λαμβάνονται για να εξασφαλίζουν την εκτέλεση των αποφάσεών του, και μπορεί να καλεί τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών να εφαρμόζουν αυτά τα μέτρα. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν πλήρη ή μερική διακοπή των οικονομικών σχέσεων, των σιδηροδρομικών, θαλάσσιων, εναέριων, συγκοινωνιών, των ταχυδρομικών, τηλεγραφικών, ραδιοφωνικών και άλλων μέσων επικοινωνίας, καθώς και τη διακοπή διπλωματικών σχέσεων.
42. Αν το Συμβούλιο Ασφαλείας κρίνει ότι τα μέτρα που προβλέπονται από το άρθρο 41 θα ήταν ανεπαρκή ή ότι έχουν αποδειχτεί ανεπαρκή, μπορεί να προχωρήσει με αεροπορικές, θαλάσσιες ή χερσαίες δυνάμεις στην ανάληψη της δράσης που θα ήταν αναγκαία για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της διεθνούς ασφάλειας και ειρήνης. Αυτή η δράση θα μπορούσε να περιλαμβάνει στρατιωτικές επιδείξεις, αποκλεισμό και άλλες επιχειρήσεις αεροπορικών, θαλάσσιων ή χερσαίων δυνάμεων των Μελών των Ηνωμένων Εθνών.
24. Τα άρθρα 43 έως 45 προβλέπουν την σύναψη των συμφωνιών ανάμεσα στα Κράτη μέλη και του Συμβουλίου Ασφαλείας δυνάμει των οποίων τα πρώτα δεσμεύονται να προμηθεύσουν στο δεύτερο τις απαραίτητες επίγειες και αεροπορικές δυνάμεις για την διαφύλαξη της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας. Επειδή καμία συμφωνία τέτοιου είδους δεν έχει συναφθεί, ο ΟΗΕ δεν μπορεί να βρει στον Χάρτη κάποια βάση που θα του επέτρεπε να υποχρεώνει τα Κράτη μέλη να παρέχουν πόρους στις αποστολές που οργανώνονται βάσει του Κεφαλαίου VII. Τα άρθρα 46 και 47 αναφέρουν ότι μία Επιτελική Επιτροπή (αποτελούμενη από στρατιωτικούς που εκπροσωπούν τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας) συμβουλεύει το Συμβούλιο Ασφαλείας σε ό,τι αφορά ειδικότερα τα αναγκαία στρατιωτικά μέσα για την διαφύλαξη της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, καθώς και την χρήση και την διοίκηση των δυνάμεων που τίθενται στη διάθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η Επιτελική Επιτροπή έχει πολύ περιορισμένη δραστηριότητα εξαιτίας της έλλειψης συμφωνιών που να έχουν συναφθεί δυνάμει του άρθρο 43.
25. Το κεφάλαιο VII συνεχίζει ως εξής :
«Άρθρο 48
1. Η δράση που απαιτείται για την εκτέλεση των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας που αφορούν τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας θα αναλαμβάνεται από όλα τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών ή από μερικά από αυτά, όπως θα ορίζει το Συμβούλιο Ασφαλείας.
2. Οι αποφάσεις αυτές θα εκτελούνται από τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών απευθείας και μέσον ενεργειών τους στις αρμόδιες διεθνείς οργανώσεις στις οποίες είναι Μέλη.
Άρθρο 49
Τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών θα συνεργάζονται βοηθώντας το ένα το άλλο στην εκτέλεση των μέτρων που αποφασίζει το Συμβούλιο Ασφαλείας.
Γ. Άρθρο 103 του Χάρτη
26. Η διάταξη αυτή ορίζει τα εξής:
«Αν υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στις υποχρεώσεις που έχουν τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών σύμφωνα με αυτό το Χάρτη και στις υποχρεώσεις που πηγάζουν από οποιαδήποτε άλλη διεθνή συμφωνία, θα υπερισχύουν οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από αυτόν το Χάρτη.»
27. Για το Διεθνές Δικαστήριο, το άρθρο 103 σημαίνει ότι οι υποχρεώσεις που ανήκουν στα Κράτη μέλη του ΟΗΕ δυνάμει του Χάρτη υπερισχύουν οποιασδήποτε άλλης αντίθετης υποχρέωσης που έχει γεννηθεί από άλλη διεθνή συμφωνία, είτε αυτή έχει συναφθεί πριν είτε μετά το Χάρτη και είτε έχει μόνον περιφερειακή εμβέλεια είτε όχι (Νικαράγουα κατά Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, CIJ Recueil 1984, σελ. 392, § 107 – βλέπε επίσης Kadi κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, § 183 – απόφαση του Πρωτοδικείου της 21 Σεπτεμβρίου 2005, κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση, καθώς και δύο άλλες αποφάσεις του Πρωτοδικείου προς την ίδια κατεύθυνση: Yusuf et Al. Barakaat κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, 2 Σεπτεμβρίου 2005, §§ 231, 234, 242-243 και 254, και Ayadi κατά Συμβουλίου, 12 Ιουλίου 2006, § 116). Το Διεθνές Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι, κατ’εφαρμογήν του άρθρου 25, οι υποχρεώσεις των Κρατών μελών βάσει μιας απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας υπερισχύουν αυτών που απορρέουν από οποιοδήποτε άλλο διεθνές νομοθετικό κείμενο (διατάξεις της 14ης Απριλίου 1992 (ασφαλιστικά μέτρα) που εκδόθηκαν σε υποθέσεις σχετικές με ζητήματα ερμηνείας και εφαρμογής της Σύμβασης του Μοντρεάλ του 1971 κατόπιν του αεροπορικού ατυχήματος του Lockerbie - Jamahiriya arabe libyenne κατά Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και Jamarihiya arabe libyenne κατά Ηνωμένου Βασιλείου – CIJ Recueil 1992, σελ.16, § 42, και σελ. 113, § 39, αντίστοιχα)
Δ. Η Επιτροπή διεθνούς δικαίου («ΕΔΔ»)
28. Το άρθρο 13 του Χάρτη του ΟΗΕ ορίζει ότι η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ πρέπει να προκαλέσει την διενέργεια μελετών και να κάνει συστάσεις ενόψει της ενθάρρυνσης, ειδικότερα, της προοδευτικής ανάπτυξης του διεθνούς δικαίου και της κωδικοποίησής του. Στις 21 Νοεμβρίου του 1947, η Γενική Συνέλευση υιοθέτησε την Απόφαση 174 (II) με την οποία ιδρύθηκε η ΕΔΔ και εγκρίθηκε το καταστατικό της.
Το σχέδιο άρθρων όσον αφορά την ευθύνη των διεθνών οργανώσεων
29. Το άρθρο 3 αυτού του σχεδίου άρθρων, υιοθετηθέν το 2003 από την ΕΔΔ, κατά την 55η συνοδό της, τιτλοφορείται «Γενικές Αρχές» και έχει ως εξής (βλέπε την αναφορά της ΕΔΔ, επίσημα πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης, 55η σύνοδος, συμπλήρωμα αριθ. 10, A/58/10 (2003) :
«1. Κάθε πράξη διεθνώς παράνομη διαπραττόμενη από διεθνή οργάνωση επισύρει την διεθνή ευθύνη της.
2. Υπάρχει διεθνώς παράνομη πράξη εκ μέρους διεθνούς οργανισμού όταν μία συμπεριφορά συνιστάμενη σε πράξη ή σε παράλειψη:
α) μπορεί να αποδοθεί στην διεθνή οργάνωση δυνάμει του διεθνούς δικαίου, και
β) συνιστά παραβίαση μιας διεθνούς υποχρέωσης του διεθνούς οργανισμού.
30. Το άρθρο 5 του σχεδίου άρθρων, το οποίο υιοθετήθηκε κατά την 56η σύνοδο της ΕΔΔ, έχει τον τίτλο «Συμπεριφορά των οργάνων ή υπαλλήλων που τίθενται στην διάθεση μιας διεθνούς οργάνωσης από ένα Κράτος ή μία άλλη διεθνή οργάνωση» και έχει ως εξής (βλέπε την έκθεση της ΕΔΔ, επίσημα πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης, 56η σύνοδος, συμπληρωματική έκδοση αριθ. 10, Α/59/10 (2004), και την έκθεση του ειδικού εισηγητή για την ευθύνη των διεθνών οργανώσεων, ΟΗΕ, επίσημα έγγραφα, A/CN.4/541, 2 Απριλίου 2004):
«Η συμπεριφορά ενός οργάνου Κράτους ή ενός οργάνου ή υπαλλήλου διεθνούς οργάνωσης που τίθεται στην διάθεση μιας άλλης διεθνούς οργάνωσης θεωρείται ως πράξη της τελευταίας σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, αν αυτή ασκεί πραγματικό έλεγχο πάνω στην συμπεριφορά αυτή.»
31. Το σχόλιο της ΕΔΔ σχετικά με το άρθρο 5, στις εφαρμοστέες περικοπές του, έχει ως εξής:
«Όταν ένα όργανο Κράτους τίθεται στη διάθεση μιας διεθνούς οργάνωσης, το όργανο αυτό μπορεί να αποσπαστεί πλήρως στην οργάνωση αυτή. Στην περίπτωση αυτή, η συμπεριφορά του οργάνου θα είναι προφανώς αποδοτέα μόνον στην οργάνωση αποδοχής. (...) Το άρθρο 5 αναφέρεται σε μία διαφορετική κατάσταση, όπου το αποσπασμένο όργανο ή ο υπάλληλος ενεργεί ακόμη σε ένα ορισμένο μέτρο ως όργανο του Κράτους αποστολής ή ως όργανο ή υπάλληλος της οργάνωσης αποστολής. Τούτο συμβαίνει, για παράδειγμα, στην περίπτωση των στρατιωτικών δυνάμεων που ένα Κράτος έχει θέσει στην διάθεση του [ΟΗΕ] για μία επιχείρηση διαφύλαξης της ειρήνης, αφού το Κράτος διατηρεί τις πειθαρχικές εξουσίες του και την ποινική αρμοδιότητά του έναντι των μελών της εθνικής αποστολής. Στην κατάσταση αυτή τίθεται το ζήτημα του αν μία συγκεκριμένη συμπεριφορά του οργάνου ή του υπαλλήλου πρέπει να αποδοθεί στην οργάνωση υποδοχής ή στην οργάνωση ή στο Κράτος αποστολής.»
(...)
Η πρακτική αναφορικά με τις δυνάμεις διαφύλαξης της ειρήνης είναι ιδιαίτερα σημαντική στις παρούσες συνθήκες, εξαιτίας του ελέγχου που το Κράτος προμηθευτής των στρατευμάτων διατηρεί σε πειθαρχικά και ποινικά ζητήματα. Τούτο μπορεί να έχει συνέπειες πάνω στον καταλογισμό της συμπεριφοράς. (...)
Ο καταλογισμός της συμπεριφοράς στο Κράτος προμηθευτή των στρατευμάτων είναι προδήλως συνδεδεμένη με το γεγονός ότι το Κράτος αυτό διατηρεί ορισμένες εξουσίες πάνω στην εθνική αποστολή και επομένως στον έλεγχο που διαθέτει το Κράτος αυτό πάνω στα αντίστοιχα ζητήματα.
Όπως υποστήριξαν πολλοί συγγραφείς, όταν ένα όργανο ή ένας υπάλληλος τίθεται στην διάθεση μιας διεθνούς οργάνωσης, φαίνεται ότι το αποφασιστικό ζήτημα σε ό,τι αφορά τον καταλογισμό μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς είναι το ποιος ασκεί πραγματικά έναν έλεγχο πάνω στην εν λόγω συμπεριφορά.»
32. Η έκθεση σημειώνει ότι θα ήταν δύσκολο να καταλογιστούν στον ΟΗΕ πράξεις στρατευμάτων που λειτουργούν υπό εθνική διοίκηση και όχι υπό την διοίκηση του ΟΗΕ και ότι, μέσα στο πλαίσιο κοινών επιχειρήσεων, η διεθνής ευθύνη θα καθορίζεται, απουσία επισήμων ρυθμίσεων, ανάλογα με τον βαθμό πραγματικού ελέγχου που ασκείται από έκαστο μέρος στην διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Η έκθεση αναφέρει στη συνέχεια ότι:
«Ό,τι ισχύει για τις κοινές επιχειρήσεις (...) ισχύει επίσης για τις επιχειρήσεις διατήρησης της ειρήνης, στο μέτρο που είναι δυνατόν να προσδιοριστούν σε ό,τι τις αφορά τομείς πραγματικού ελέγχου υπαγόμενοι αντίστοιχα στον [ΟΗΕ] και το Κράτος που προμηθεύει τα στρατεύματα. Αν είναι κατανοητό ότι, για την αποτελεσματικότητα των στρατιωτικών επιχειρήσεων, [ο ΟΗΕ] διεκδικεί την αποκλειστικότητα της διοίκησης και του ελέγχου των δυνάμεων διαφύλαξης της ειρήνης, ο καταλογισμός της συμπεριφοράς θα έπρεπε επίσης προς τούτο να στηρίζεται πάνω στο ίδιο πραγματικό κριτήριο.»
33. Σε ό,τι αφορά τις δυνάμεις διαφύλαξης της ειρήνης του ΟΗΕ (δηλαδή εκείνες που διοικούνται άμεσα από τον ΟΗΕ και θεωρούνται ως εξαρτώμενα όργανα της Οργάνωσης), η έκθεση αναφέρει την γνωμοδότηση του νομικού συμβούλου του ΟΗΕ, βάσει της οποίας οι πράξεις τέτοιων εξαρτωμένων οργάνων είναι καταρχήν καταλογιστέες στον ΟΗΕ και, αν έχουν διαπραχθεί κατά παράβαση μιας διεθνούς υποχρέωσης, ενεργοποιούν την διεθνή ευθύνη της Οργάνωσης και την υποχρέωσή της να αποζημιώσει. Αυτή η άποψη συνοψίζει την πρακτική του ΟΗΕ σε ό,τι αφορά πολλές αποστολές διαφύλαξης της ειρήνης, οι οποίες αναφέρονται στην έκθεση.
2. Το σχέδιο άρθρων σχετικά με την ευθύνη των Κρατών
34. Το άρθρο 6 αυτού του σχεδίου άρθρων φέρει τον τίτλο «Συμπεριφορά ενός οργάνου που τίθεται στην διάθεση του Κράτους από ένα άλλο Κράτος», και έχει ως εξής (έκθεση της ΕΔΔ, επίσημα πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης, 56η σύνοδος, συμπληρωματική έκδοση αριθ. 10 (Α/56/10):
«Η συμπεριφορά ενός οργάνου που έχει τεθεί στην διάθεση του Κράτους από ένα άλλο Κράτος, στο μέτρο που το όργανο αυτό ενεργεί στο πλαίσιο των προνομίων δημόσιας δύναμης του Κράτους, στην διάθεση του οποίου βρίσκεται, θεωρείται ως πράξη του πρώτου Κράτους βάσει του διεθνούς δικαίου.»
Το άρθρο 6 αναφέρεται στην κατάσταση κατά την οποία ένα όργανο Κράτους τίθεται στην διάθεση ενός άλλου Κράτους, κατά τρόπο ώστε το εν λόγω όργανο μπορεί να ενεργεί προσωρινά προς όφελος του τελευταίου και υπό την εξουσία του. Σε μία τέτοια περίπτωση, το όργανο του Κράτους προέλευσης ενεργεί αποκλειστικά για λογαριασμό και στο όνομα του άλλου Κράτους, και η συμπεριφορά του αποδίδεται στο τελευταίο αποκλειστικά.
Ε. Η Σύμβαση της Βενετίας για το δίκαιο των συνθηκών
35. Το άρθρο 30 αυτού του κειμένου έχει τον τίτλο «Εφαρμογή διαδοχικών συνθηκών αναφερομένων στο ίδιο ζήτημα» και η πρώτη παράγραφός του έχει ως εξής:
«1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 103 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των Κρατών που συμβάλλονται σε διαδοχικές συνθήκες αναφερόμενες στο ίδιο ζήτημα καθορίζονται σύμφωνα με τις ακόλουθες παραγράφους.»
ΣΤ. Το ΣΤΣ της 9 Ιουνίου 1999
36. Μετά την αναστολή των αεροπορικών επιδρομών κατά της ΟΔΓ λόγω της συγκατάθεσης της τελευταίας για την απόσυρση των στρατευμάτων της από το Κόσοβο, η «KFOR» και οι κυβερνήσεις της ΟΔΓ και της Δημοκρατίας της Σερβίας υπέγραψαν στις 9 Ιουνίου 1999 αυτό το ΣΤΣ, το οποίο προέβλεπε την προοδευτική απόσυρση των δυνάμεων της ΟΔΓ και την ανάπτυξη διεθνών παρουσιών. Το άρθρο 1 του ΣΤΣ (με τίτλο «Γενικές υποχρεώσεις») αναφέρει ότι πρόκειται για μία συμφωνία για την ανάπτυξη στο Κόσοβο:
«πραγματικών παρουσιών και ασφαλείας, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη σημειώνουν ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας είναι έτοιμο να ψηφίσουν μία απόφαση, η οποία έχει ήδη εισαχθεί, σχετικά με τα μέτρα αυτά.»
37. Η παράγραφος 2 του άρθρου 1 αναφέρεται στην παύση των εχθροπραξιών και στην απόσυρση των δυνάμεων της ΟΔΓ, ορίζει ότι:
«Οι κυβερνητικές αρχές της [ΟΔΓ] και της Δημοκρατίας της Σερβίας δηλώνουν ότι αποδέχονται ότι η διεθνής δύναμη ασφαλείας («KFOR») θα αναπτυχθεί μόλις ψηφιστεί η [απόφαση] του Συμβουλίου Ασφαλείας (...) και θα προβαίνει ανεμπόδιστα σε επιχειρήσεις στο Κόσοβο. Θα έχει την εξουσία να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την εγκατάσταση και την διατήρηση ενός ασφαλούς περιβάλλοντος για όλους τους πολίτες του Κοσόβου και για να φέρει σε πέρας τις άλλες πλευρές της αποστολής της. Αποδέχονται εξάλλου να εκπληρώσουν όλες τις υποχρεώσεις, οι οποίες επιβάλλονται από το παρόν Σύμφωνο, και να διευκολύνουν την ανάπτυξη και την λειτουργία αυτής της δύναμης.»
38. Σύμφωνα με το άρθρο V, ο COMKFOR είναι αρμόδιος για την ερμηνεία του ΣΤΣ και για τις πλευρές ασφαλείας της ρύθμισης της ειρήνης, στις οποίες συμβάλλει.
39. Το παράρτημα Β περιγράφει κατά τρόπο αρκετά ακριβή την έκταση και τα στοιχεία του ρόλου ασφαλείας της KFOR στο Κόσοβο. Η παράγραφος 3 αυτού του παραρτήματος αναφέρει ότι ούτε η διεθνής δύναμη ασφαλείας ούτε το προσωπικό της «λογοδοτούν για τις ζημίες στην δημόσια ή ιδιωτική περιουσία που θα μπορούσαν να προκαλέσουν κατά την άσκηση των καθηκόντων που συνδέονται με την εκτέλεση του παρόντος συμφώνου».
40. Η επιστολή που εστάλη στις 10 Ιουνίου 1999 από το ΝΑΤΟ και με την οποία αυτό παρουσιάζει το ΣΤΣ στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και η επιστολή του τελευταίου προς το Συμβούλιο Ασφαλείας αναφέρουν ότι το ΣΤΣ υπογράφηκε από τις «στρατιωτικές αρχές του ΝΑΤΟ».
ΣΤ. Η Απόφαση 1244 που ψηφίστηκε στις 10 Ιουνίου 1999 από το Συμβούλιο Ασφαλείας
41. Τα εφαρμοστέα αποσπάσματα της Απόφασης 1244 έχουν ως εξής:
«Το Συμβούλιο Ασφαλείας,
Έχοντας υπόψη τους σκοπούς και τις αρχές που έχουν καθιερωθεί από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και την κύρια ευθύνη του Συμβουλίου Ασφαλείας για την διαφύλαξη της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας,
Υπενθυμίζοντας τις [σχετικές] προηγούμενες αποφάσεις του,
Εκφράζοντας την λύπη του για το γεγονός ότι οι απαιτήσεις που προβλέπονται από τις αποφάσεις αυτές δεν ικανοποιήθηκαν πλήρως,
Αποφασισμένο να αποκαταστήσει το σοβαρό ανθρωπιστικό πρόβλημα που υπάρχει στο Κόσοβο (...) και να μεριμνήσει ώστε όλοι οι πρόσφυγες και τα εκδιωχθέντα άτομα να επιστρέψουν στις οικίες τους με πλήρη ασφάλεια και ελευθερία,
(...)
Υποδεχόμενο με ικανοποίηση τις γενικές αρχές ως προς την πολιτική λύση της κρίσης του Κοσόβου που ψηφίστηκαν στις 6 Μαΐου 1999 (S/1999/516 – παράρτημα 1 της παρούσας απόφασης) και εκφράζοντας την ικανοποίησή του για την προσχώρηση της ΟΔΓ στις αρχές που αναφέρονται στα σημεία 1 έως 9 του εγγράφου που παρουσιάστηκε στο Βελιγράδι στις 2 Ιουνίου 1999 (S/1999/649 – παράρτημα 2 της παρούσας απόφασης), καθώς και την συμφωνία της με το έγγραφο αυτό,
(...)
Θεωρώντας ότι η κατάσταση στην περιοχή συνεχίζει να αποτελεί απειλή για την διεθνή ειρήνη και ασφάλεια,
Αποφασισμένο να εξασφαλίσει ότι η ασφάλεια του διεθνούς προσωπικού θα είναι εγγυημένη και ότι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη θα αναλάβουν τις ευθύνες που τους ανήκουν δυνάμει της παρούσας απόφασης, και ενεργώντας προς τον σκοπό αυτό δυνάμει του Κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών,
(...)
5. Αποφασίζει την ανάπτυξη στο Κόσοβο, υπό την αιγίδα της Οργάνωσης των Ηνωμένων Εθνών, διεθνών παρουσιών πολιτικής και ασφαλείας εφοδιασμένων με το κατάλληλο υλικό και προσωπικό, σε περίπτωση που θα παραστεί ανάγκη, και δέχεται με ικανοποίηση την συμφωνία της [ΟΔΓ] σε σχέση με τις παρουσίες αυτές.
6. Παρακαλεί τον Γενικό Γραμματέα να διορίσει, μετά από διαβούλευση με το Συμβούλιο Ασφαλείας, έναν ειδικό εκπρόσωπο επιφορτισμένο με την διεύθυνση της εγκατάστασης της διεθνούς πολιτικής παρουσίας και τον παρακαλεί επίσης να παρέξει οδηγίες στον ειδικό εκπρόσωπό του να ενεργήσει σε στενή συνεργασία με την διεθνή παρουσία ασφαλείας προκειμένου να εξασφαλίσει ότι οι δύο παρουσίες θα επιδιώκουν τους ίδιους σκοπούς και θα παρέχουν αμοιβαία υποστήριξη η μία στην άλλη.
7. Εξουσιοδοτεί τα Κράτη Μέλη και τις αρμόδιες διεθνείς οργανώσεις να εγκαταστήσουν την διεθνή παρουσία ασφαλείας στο Κόσοβο σύμφωνα με το σημείο 4 του παραρτήματος 2, εφοδιάζοντάς την με όλα τα απαραίτητα μέσα για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που της αποδίδονται από την παράγραφο 9.
(...)
9. Αποφασίζει ότι οι υποχρεώσεις της διεθνούς παρουσίας ασφαλείας, η οποία θα αναπτυχθεί στο Κόσοβο, θα περιλάβουν τις ακόλουθες:
(...)
ε) την επίβλεψη της εξουδετέρωσης των εκρηκτικών μέχρις ότου η διεθνής πολιτική παρουσία να έχει την δυνατότητα, ενδεχομένως, να επιληφθεί,
στ) την υποστήριξη του έργου της διεθνούς πολιτικής παρουσίας όπως θα κριθεί προσήκον και την εξασφάλιση μιας στενής συνεργασίας με το έργο αυτό,
ζ) την άσκηση των απαιτουμένων καθηκόντων σε ό,τι αφορά την επίβλεψη των συνόρων,
(...)
10. Εξουσιοδοτεί τον Γενικό Γραμματέα, ενεργούντα με την συνδρομή των αρμοδίων διεθνών οργανώσεων, να εγκαταστήσει μία διεθνή πολιτική παρουσία στο Κόσοβο προκειμένου να εξασφαλίσει μία επιτόπια προσωρινή διοίκηση, μέσα στο πλαίσιο της οποίας ο πληθυσμός του Κοσόβου θα μπορεί να απολαμβάνει ουσιώδους αυτονομίας μέσα στην [ΟΔΓ], και η οποία θα εξασφαλίσει μία μεταβατική διοίκηση καθώς και την εγκατάσταση και την επίβλεψη των προσωρινών δημοκρατικών θεσμών αυτοδιοίκησης που είναι απαραίτητοι ώστε όλοι οι κάτοικοι του Κοσόβου να έχουν την δυνατότητα να ζουν με ειρήνη και κάτω από φυσιολογικές συνθήκες.
11. Αποφασίζει ότι οι κύριες υποχρεώσεις της διεθνούς πολιτικής παρουσίας θα είναι οι ακόλουθες:
(...)
β) η άσκηση των καθηκόντων βασικής πολιτικής διοίκησης εκεί όπου θα είναι απαραίτητο και ενόσω θα παρίσταται ανάγκη,
γ) η οργάνωση και η επίβλεψη της εγκατάστασης προσωρινών θεσμών για μία ανεξάρτητη και δημοκρατική αυτοδιοίκηση εν αναμονή μιας πολιτικής ρύθμισης και ειδικότερα της διεξαγωγής εκλογών,
δ) η μεταβίβαση των διοικητικών υποχρεώσεών της στους πιο πάνω αναφερόμενους θεσμούς, στο μέτρο που θα έχουν συσταθεί, με την ταυτόχρονη επίβλεψη και διευκόλυνση της ενίσχυσης των προσωρινών τοπικών θεσμών του Κοσόβου, καθώς και των άλλων δραστηριοτήτων παγίωσης της ειρήνης.
(...)
θ) η διατήρηση της δημόσιας τάξης, ειδικότερα με την εγκαθίδρυση τοπικών αστυνομικών δυνάμεων και, εν τω μεταξύ, με την ανάπτυξη διεθνούς αστυνομικού προσωπικού που θα υπηρετεί στο Κόσοβο,
ι) η προστασία και η προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων,
κ) η μέριμνα για την επιστροφή όλων των προσφύγων και μετακινηθέντων ατόμων στις κατοικίες τους στο Κόσοβο με κάθε ασφάλεια και χωρίς εμπόδια,
(...)
19. Αποφασίζει ότι η διεθνής πολιτική παρουσία και η διεθνής παρουσία ασφαλείας συστήνονται για μία αρχική περίοδο 12 μηνών και ότι θα παραμείνουν στην συνέχεια ενόσω το Συμβούλιο δεν θα έχει αποφασίσει διαφορετικά.
20. Παρακαλεί τον Γενικό Γραμματέα να του παρέχει σε τακτά διαστήματα απολογισμό της εφαρμογής της παρούσας απόφασης, συμπεριλαμβανομένης και της διαβίβασης των εκθέσεων των υπευθύνων της διεθνούς πολιτικής παρουσίας και της διεθνούς παρουσίας ασφαλείας, οι πρώτες από τις οποίες θα πρέπει να του υποβληθούν μέσα σε 30 ημέρες από την ψήφιση της παρούσας απόφασης.
21. Αποφασίζει να παρακολουθεί ενεργά το ζήτημα.»
42. Το Παράρτημα 1 απαριθμεί τις γενικές αρχές που πρέπει να ακολουθηθούν ενόψει της επίτευξης μιας πολιτικής λύσης στην κρίση του Κοσόβου και οι οποίες υιοθετήθηκαν από τους υπουργούς Εξωτερικών του G-8 στις 6 Μαΐου 1999. Το παράρτημα 2 της απόφασης ορίζει εννέα αρχές που πρέπει να κατευθύνουν την επίλυση της σύγκρουσης στο Κόσοβο, οι οποίες παρουσιάστηκαν στο Βελιγράδι στις 2 Ιουνίου 1999 και στις οποίες προσχώρησε η ΟΔΓ. Μεταξύ των αρχών αυτών περιλαμβάνονται και οι ακόλουθες:
« (...)
3. Ανάπτυξη στο Κόσοβο, υπό την αιγίδα του [ΟΗΕ], αποτελεσματικών διεθνών παρουσιών, πολιτικής και ασφαλείας, οι οποίες θα ενεργήσουν ό,τι μπορεί να αποφασιστεί δυνάμει του Κεφαλαίου VII του Χάρτη και θα είναι ικανές να εγγυηθούν την πραγματοποίηση κοινών στόχων.
4. Η διεθνής παρουσία ασφαλείας, με μία ουσιώδη συμμετοχή του [ΝΑΤΟ], πρέπει να αναπτυχθεί κάτω από ενοποιημένη διοίκηση και έλεγχο και να εξουσιοδοτηθεί να εγκαταστήσει ένα ασφαλές περιβάλλον για το σύνολο του πληθυσμού του Κοσόβου και να διευκολύνει την επιστροφή με πλήρη ασφάλεια όλων των εκδιωχθέντων ατόμων και όλων των προσφύγων.
5. Εγκατάσταση, δυνάμει μιας απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας του [ΟΗΕ] και μέσα στο πλαίσιο της διεθνούς πολιτικής παρουσίας, μιας προσωρινής διοίκησης για το Κόσοβο (...). Η προσωρινή διοίκηση θα είναι επιφορτισμένη με την εξασφάλιση της μεταβατικής διοίκησης, ενώ ταυτόχρονα θα οργανώνει και θα επιβλέπει την εγκατάσταση προσωρινών δημοκρατικών θεσμών αυτοδιοίκησης ικανών να εγγυηθούν συνθήκες που θα επιτρέπουν σε όλους τους κατοίκους του Κοσόβου να ζήσουν με ειρήνη κάτω από φυσιολογικές συνθήκες.
(...)»
43. Η απόφαση αυτή κάνει λόγο για «εξουσιοδότηση», ο όρος όμως αυτός και ο όρος «μεταβίβαση» χρησιμοποιούνται αδιακρίτως. Η χρήση του όρου «μεταβίβαση» στην παρούσα απόφαση αναφέρεται στην κατάσταση κατά την οποία το Συμβούλιο Ασφαλείας μεταβιβάζει σε ένα άλλο όργανο την εξουσία να ασκεί τα καθήκοντά του, σε αντίθεση προς την κατάσταση κατά την οποία «εξουσιοδοτεί» ένα άλλο όργανο να εκπληρώσει καθήκοντα που δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει το ίδιο.
Η. Σύμφωνο για την συμμετοχή της Ρωσίας στην KFOR (18 Ιουνίου 1999)
44. Κατόπιν της παρέμβασης της Ρωσίας στο Κόσοβο μετά την ανάπτυξη των στρατευμάτων της KFOR, συνάφθηκε ένα σύμφωνο, το οποίο καθορίζει τις βάσεις της συμμετοχής των ρωσικών στρατευμάτων στην KFOR. Το σύμφωνο αυτό επιτρέπει στα ρωσικά στρατεύματα να επιχειρούν μέσα σε ορισμένους τομείς σύμφωνα με το πρότυπο διοίκησης και ελέγχου που έχει συναφθεί ως παράρτημα στο έγγραφο. Όλες οι σχετικές με την διοίκηση διατάξεις πρέπει να τηρούν την αρχή του ενιαίου της διοίκησης. Εξάλλου, το Σύμφωνο διευκρινίζει ότι, αν και η ρωσική αποστολή τίθεται κάτω από την πολιτική και την στρατιωτική διοίκηση της ρωσικής κυβέρνησης, ο COMKFOR έχει την εξουσία να διατάξει τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ να εκτελέσουν τις αποστολές, τις οποίες αρνήθηκαν οι ρωσικές δυνάμεις.
45. Στο συνημμένο πρότυπο διοίκησης και ελέγχου, ο δεσμός μεταξύ του Συμβουλίου Ασφαλείας και του Συμβουλίου του Βορείου Ατλαντικού περιγράφεται ως δεσμός «συμβουλευτικός/ διαδραστικός» και εκείνος μεταξύ του Συμβουλίου του Βορείου Ατλαντικού και του COMKFOR χαρακτηρίζεται ως δεσμός «επιχειρησιακού ελέγχου».
Θ. Κανονισμός αριθ. 2000/47 σχετικά με το καθεστώς, τα προνόμια και τις ασυλίες της KFOR και της MINUK και του προσωπικού τους στο Κόσοβο
46. Ο κανονισμός αυτός υιοθετήθηκε στις 18 Αυγούστου 2000 από τον Ειδικό Εκπρόσωπο του Γενικού Γραμματέως για την υλοποίηση της κοινής δήλωσης της 17 Αυγούστου 2000 σχετικά με το καθεστώς της KFOR και της MINUK καθώς και του προσωπικού τους, και σχετικά με τα προνόμια και τις ασυλίες στις οποίες αυτοί είχαν δικαίωμα. Ο κανονισμός επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ στις 10 Ιουνίου 1999.
Βάσει του κανονισμού αυτού, το προσωπικό της KFOR απολαμβάνει ασυλίας ως προς την δικαιοδοσία των δικαστηρίων του Κοσόβου για οποιαδήποτε διοικητική, πολιτική ή ποινική πράξη που διαπράχθηκε από αυτό στο Κόσοβο και «υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του αντιστοίχου Κράτους αποστολής τους» (άρθρο 2 του κανονισμού). Οι υπάλληλοι της MINUK απολαμβάνουν επίσης ασυλίας ως προς την δικαιοδοσία σε ό,τι αφορά τους λόγους που έχουν εκφέρει και τις πράξεις που έχουν διαπράξει μέσα στο πλαίσιο των επισήμων καθηκόντων τους (άρθρο 3). Ο Γενικός Γραμματέας μπορεί να άρει την ασυλία των υπαλλήλων της MINUK, και οι αιτήσεις άρσης της ασυλίας για το προσωπικό της KFOR πρέπει να διαβιβάζονται στον αρμόδιο εθνικό διοικητή (άρθρο 6).
Ι. Κύριες μόνιμες επιχειρησιακές διαδικασίες του ΝΑΤΟ/ KFOR (έγγραφο μη εμπιστευτικό), Αρχηγείο της KFOR, Μάρτιος 2003
47. Παραπέμποντας ειδικότερα στην Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας και στον κανονισμό αριθ. 2000/47 της MINUK, οι διαδικασίες αυτές θεωρούνται ότι αποτελούν τις κατευθυντήριες γραμμές. Το Γραφείο αξιώσεων για το Κόσοβο εκδικάζει τις καταγγελίες τις σχετικές με την γενική διοίκηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων που διεξάγονται από την KFOR στο Κόσοβο σύμφωνα με το παράρτημα Α των διαδικασιών. Πρέπει επίσης να καθορίζει αν το ζήτημα αφορά ένα Κράτος προμηθευτή στρατευμάτων, στην οποία περίπτωση η καταγγελία πρέπει να διαβιβαστεί στο ενδιαφερόμενο Κράτος.
48. Τα Κράτη προμηθευτές οφείλουν να αποφαίνονται επί των καταγγελιών των σχετικών με τις δραστηριότητές τους σύμφωνα με τους δικούς τους κανονισμούς και διαδικασίες. Αν και δεν υπήρχε την εποχή εκείνη καθιερωμένη πολιτική ως προς τον χειρισμό και την θεραπεία των καταγγελιών που απορρέουν από τις επιχειρήσεις της KFOR στο Κόσοβο, τα Κράτη προμηθευτές στρατευμάτων ενθαρρύνονταν να χειρίζονται τις καταγγελίες (μέσω των δικαστικών γραφείων τους) σύμφωνα με το παράρτημα Β, το οποίο παρείχε οδηγίες σχετικά με την ακολουθητέα στο ζήτημα αυτό διαδικασία. Αν και η απόφαση επί των καταγγελιών σε βάρος ενός Κράτους προμηθευτή στρατευμάτων αποτελούσε απλώς ένα «εθνικό ζήτημα για το ενδιαφερόμενο Κράτος», υποδεικνυόταν ότι μία δίκαιη επανόρθωση των παραπόνων μπορούσε από την φύση της να προωθήσει την υπεροχή του δικαίου, να ευνοήσει την φήμη της KFOR και να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της προστασίας των δυνάμεων της KFOR.
49. Στο παράρτημα Γ αναφέρονται οδηγίες σχετικές με την δομή και τις διαδικασίες της επιτροπής εφέσεων του Κοσόβου (στην οποία μπορούσε να προσφύγει το Γραφείο αξιώσεων για το Κόσοβο ή τα δικαστικά γραφεία των Κρατών προμηθευτών στρατευμάτων).
ΙΑ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την δημοκρατία μέσω του δικαίου («Επιτροπή της Βενετίας»), γνωμοδότηση αριθ. 280/2004, CDL-AD (2004)033
50. Το εφαρμοστέο απόσπασμα της παραγράφου 14 της γνωμοδότησης αυτής έχει ως εξής:
«Τα στρατεύματα της KFOR συγκεντρώνονται σε τέσσερις πολυεθνικές ταξιαρχίες. Τα στρατεύματα προέρχονται από 35 χώρες, ορισμένες από τις οποίες δεν είναι μέλη του ΝΑΤΟ. Αν και οι ταξιαρχίες αυτές είναι υπεύθυνες για μία συγκεκριμένη επιχειρησιακή ζώνη, αναπτύσσονται όλες «κάτω από (την) ενοποιημένη διοίκηση και έλεγχο» (Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας, παράρτημα 2, παράγραφος 4) του [COMKFOR], ο οποίος ανήκει στο ΝΑΤΟ. Ο όρος «ενοποιημένη διοίκηση και έλεγχος» έχει στρατιωτική προέλευση και ορίζει μόνον μία περιορισμένη μορφή μεταβίβασης της εξουσίας επί των στρατευμάτων. Τα Κράτη που συνεισφέρουν στην ΚFOR δεν έχουν επομένως μεταβιβάσει την «πλήρη διοίκηση» των στρατιωτών τους. Κατά γενικό κανόνα, πράγματι, τα Κράτη που μετέχουν σε μία επιχείρηση που διευθύνεται από το ΝΑΤΟ μεταβιβάζουν μόνον τις εξουσίες, οι οποίες είναι σύμφυτες με τον «επιχειρησιακό έλεγχο» και/ ή με την «επιχειρησιακή διοίκηση». Οι εξουσίες αυτές δίνουν το δικαίωμα στους διοικητές του ΝΑΤΟ να δίνουν διαταγές επιχειρησιακού χαρακτήρα στους αντίστοιχους διοικητές των εθνικών αποστολών. Οι τελευταίοι υποχρεούνται τότε να εκτελέσουν τις διαταγές αυτές στην βάση της δικής τους εθνικής εξουσίας. Οι διοικητές του ΝΑΤΟ δεν μπορούν να δίνουν άλλους τύπους διαταγών (που επηρεάζουν για παράδειγμα την προσωπική κατάσταση ενός στρατιώτη, συμπεριλαμβανομένης και της επιβολής πειθαρχικών μέτρων) και, καταρχήν, δεν έχουν δικαίωμα να δίνουν διαταγές σε στρατιώτες λαμβανόμενους ατομικά (...). Εξάλλου, τα συμμετέχοντα Κράτη διατηρούν το δικαίωμα να αποσύρουν τους στρατιώτες τους ανά πάσα στιγμή. Η αιτία αυτού του αρκετά περίπλοκου συστήματος είναι απόρροια της επιθυμίας των Κρατών να διατηρήσουν στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό την πολιτική ευθύνη και τον δημοκρατικό έλεγχο του στρατεύματός τους συμμορφούμενα ταυτόχρονα στις απαιτήσεις της στρατιωτικής αποτελεσματικότητας. Τα εν λόγω Κράτη είναι έτσι σε θέση να επαγρυπνούν όσο μπορούν περισσότερο για την ασφάλεια των στρατιωτών τους, να διατηρούν την πειθαρχία των στρατευμάτων σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες και τα έθιμα, να τηρούν την αρχή της συνταγματικής ευθύνης και, τέλος, να μπορούν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις που διατυπώνονται μέσα στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού εθνικού διαλόγου πάνω στην χρήση των ενόπλων δυνάμεων.»
ΙΒ. Κράτηση και εξουδετέρωση εκρηκτικών στο Κόσοβο
1. Κράτηση
51. Μία επιστολή του COMKFOR στον ΟΑΣΕ με ημερομηνία 6 Σεπτεμβρίου 2001 περιγράφει πώς ενεργεί ο COMKFOR για να επιτρέψει μία θέση υπό κράτηση: κάθε περίπτωση εξετάζεται από το προσωπικό της KFOR, τον διοικητή της ενδιαφερόμενης ΠΕΤ και από μία επιτροπή ελέγχου στο Αρχηγείο της ΚFOR, πριν ο COMKFOR δώσει την άδειά του, σύμφωνα με την οδηγία KFOR/OPS/FRAGO997 (καταργηθείσα από την οδηγία 42 του COMKFOR για την κράτηση, η οποία εκδόθηκε τον Οκτώβριο 2001).
2. Εξουδετέρωση εκρηκτικών
52. Οι επίγειες νάρκες και τα πυρομαχικά που δεν έχουν εκραγεί (προερχόμενα από τον βομβαρδισμό του ΝΑΤΟ στην αρχή του 1999) θέτουν ένα σοβαρό πρόβλημα στο μετα-συγκρουσιακό Κόσοβο, πρόβλημα που διογκώθηκε από την σχετική έλλειψη πληροφοριών σε τοπικό επίπεδο εξαιτίας των μαζικών μετακινήσεων πληθυσμού κατά την διάρκεια της σύγκρουσης. Η Υπηρεσία δράσης κατά των ναρκών των Ηνωμένων Εθνών (UNMAS) είναι το κύριο όργανο του ΟΗΕ επιφορτισμένο να επιβλέπει τις επιχειρήσεις εξουδετέρωσης εκρηκτικών γενικά.
53. Στις 12 Ιουνίου 1999, ο Γενικός Γραμματέας παρουσίασε στο Συμβούλιο Ασφαλείας το επιχειρησιακό σχέδιό του για την πολιτική αποστολή στο Κόσοβο (Έγγραφο αριθ. S/1999/672). Περιγράφοντας την δομή της MINUK, τόνισε ότι οι ενέργειες εξουδετέρωσης των εκρηκτικών σχετίζονταν με τις ανθρωπιστικές δραστηριότητες (τον πρώην πυλώνα Ι της MINUK) και ότι η MINUK είχε επιφορτιστεί να εγκαταστήσει, το ταχύτερο δυνατόν, ένα κέντρο δράσης για την εξουδετέρωση των εκρηκτικών. Έτσι, το κέντρο συντονισμού της δράσης για την εξουδετέρωση των εκρηκτικών στο Κόσοβο των Ηνωμένων Εθνών («UNMACC» ή «UNMIK MACC») άνοιξε ένα γραφείο στο Κόσοβο στις 17 Ιουνίου 1999 και τέθηκε κάτω από την εξουσία του αναπληρωτή ΕΑΓΓ επιφορτισμένου με τον πυλώνα Ι. Αναμένοντας την μεταβίβαση της ευθύνης στην UNMACC για την δράση για την εξουδετέρωση των εκρηκτικών, σύμφωνα με την Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας, η KFOR χρησίμευσε εν τοις πράγμασι ως κέντρο συντονισμού. Η λεπτομερής έκθεση του Γενικού Γραμματέως της 12 Ιουλίου 1999 για την MINUK (έγγραφο αριθ. S/1999/779) επιβεβαιώνει ότι η UNMACC είναι επιφορτισμένη με τον σχεδιασμό των ενεργειών εξουδετέρωσης των εκρηκτικών και να ενεργεί ως συντονιστής μεταξύ των παρεμβαινόντων στις ενέργειες αυτές, και ειδικότερα της KFOR, των οργάνων του ΟΗΕ, των ΜΚΟ και των εμπορικών εταιριών.
54. Στις 24 Αυγούστου 1999, το κατευθυντήριο σχήμα του προγράμματος δράσης για την εξουδετέρωση των εκρηκτικών της MINUK δημοσιεύθηκε σε ένα έγγραφο με τον τίτλο «UNMIK MACC, bureau du RSSG adjoint (affaires humanitaires)». Επιβεβαίωνε ότι ο ΟΗΕ, μέσω της UNMAS, του ΕΑΓΓ και του αναπληρωτή ΕΑΓΓ επιφορτισμένου με τον Πυλώνα Ο της MINUK διατηρούσε «την συνολική ευθύνη» του προγράμματος δράσης για την εξουδετέρωση των εκρηκτικών ως προς την εκπόνηση της γενικής πολιτικής στο ζήτημα αυτό, την αναγνώριση των αναγκών και των προτεραιοτήτων, τον συντονισμό με συνεργαζόμενους οργανισμούς υπαγόμενους στον ΟΗΕ ή όχι, καθώς και με τα Κράτη-μέλη και τον καθορισμό του επιχειρησιακού σχεδίου και της δομής ως σύνολο. Το πρόγραμμα δράσης για την εξουδετέρωση των εκρηκτικών ήταν αναπόσπαστο τμήμα των αποστολών της MINUK». Σε ό,τι αφορά τον ρόλο της UNMACC, υπογραμμιζόταν ότι, αφού ο ΟΗΕ δεν είχε την πρόθεση να υλοποιήσει ο ίδιος τις δραστηριότητες εξουδετέρωσης των εκρηκτικών στο Κόσοβο, θα έπρεπε να στηριχθεί πάνω σε διάφορους χειριστές που θα περιελάμβαναν τα όργανα του ΟΗΕ, τα στρατεύματα της KFOR, ΜΚΟ και εμπορικές εταιρίες. Αυτοί οι χειριστές έπρεπε να είναι διαπιστευμένοι, επικουρούμενοι και συντονισμένοι προκειμένου να ενεργούν κατά τρόπο συνεκτικό και ολοκληρωμένο. Συνεπώς, ένα στοιχείο- κλειδί της εκτέλεσης του προγράμματος δράσης για την εξουδετέρωση των εκρηκτικών συνίστατο στην ενοποίηση και τον συντονισμό όλων των δραστηριοτήτων εξουδετέρωσης των εκρηκτικών μέσω ενός οργάνου δομημένου κατά τον προσήκοντα τρόπο, την UNMACC, η οποία θα ενεργούσε ειδικότερα ως «κεντρικό σημείο και μηχανισμός συντονισμού για το σύνολο της δράσης για την εξουδετέρωση των εκρηκτικών στο Κόσοβο». Το κατευθυντήριο σχήμα προσδιόριζε στη συνέχεια την φύση του προβλήματος και τις φάσεις και τις προτεραιότητες που προέκυπταν από αυτό για την εξουδετέρωση των εκρηκτικών.
55. Έτσι, ένα μνημόνιο εστάλη στις 24 Αυγούστου 1999 από τον αναπληρωτή ΕΑΓΓ επιφορτισμένο με τον Πυλώνα Ι προς τον ΕΑΓΓ, με το οποίο, αφού το κατευθυντήριο σχήμα είχε εγκριθεί, ζητήθηκε να διαβιβαστεί αυτό στην KFOR «συνοδευόμενο με την κατάλληλη σημείωση σύμφωνα με την οποία η MINUK αναλάμβανε πλέον την ευθύνη της δράσης ανθρωπιστικού χαρακτήρα για την εξουδετέρωση των εκρηκτικών στο Κόσοβο».
56. Η οδηγία της KFOR σχετικά με την οριοθέτηση των βομβών διασποράς που δεν είχαν εκραγεί (KFOR/OPS/FRAGO 300) υιοθετήθηκε στις 29 Αυγούστου 1999. Αυτή όριζε ότι:
« (...) η KFOR θα καταστρέψει τις νάρκες/ βόμβες διασποράς που δεν έχουν εκραγεί μόνον όταν θα το κρίνει απαραίτητο για την διεκπεραίωση της αποστολής της ή για την εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων. Η KFOR δεν επιθυμεί να αναλάβει δράση εξουδετέρωσης των εκρηκτικών, η οποία υπάγεται στην ευθύνη της UNMACC και των ΜΚΟ. Εν τούτοις, επάνω της ασκούνται αυξανόμενες πιέσεις για να εξουδετερώσει τα πυρομαχικά του ΝΑΤΟ. Κατά συνέπεια, αποφασίστηκε ότι η KFOR θα κατέβαλε επιπρόσθετες προσπάθειες για να περιορίσει την απειλή χωρίς να τροποποιήσει την πολιτική της, εντοπίζοντας την περίμετρο εκάστου από τα ίχνη πρόσκρουσης των βομβών διασποράς που δεν έχουν εκραγεί (...). Οι ΠΕΤ οφείλουν να διεκπεραιώσουν τα καθήκοντα αυτά σύμφωνα με έναν κατάλογο προτεραιοτήτων, ο οποίος συντάχθηκε σε συνεργασία με την UNMACC και τα περιφερειακά γραφεία της MINUK. Ο στόχος είναι να οριοθετηθούν όλες οι γνωστές ζώνες μέχρι τις 10 Οκτωβρίου 1999.»
57. Στις 5 Οκτωβρίου 1999, ο ίδιος αναπληρωτής ΕΑΓΓ έστειλε στον COMKFOR μία επιστολή στην οποία παρέπεμπε στην παράγραφο 9 ε) της Απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας, επισύναπτε το κατευθυντήριο σχήμα, επιβεβαίωνε ότι «είμαστε τώρα σε θέση να αναλάβουμε επισήμως την ευθύνη της δράσης για την εξουδετέρωση των εκρηκτικών στο Κόσοβο» και υπογράμμιζε ότι ήταν επιτακτική ανάγκη για την MINUK και την KFOR να συμπράξουν και να συνεργαστούν στενά.
58. Η έκθεση της KFOR για τον Ιούλιο 1999 (η οποία παρουσιάστηκε στο Συμβούλιο Ασφαλείας με μία επιστολή του Γενικού Γραμματέως της 10 Αυγούστου 1999) εξηγούσε ότι η KFOR εργαζόταν σε στενή συνεργασία με την UNMAS και ότι τα δύο όργανα είχαν «συστήσει από κοινού» την UNMACC. Η έκθεση συνέχιζε ως εξής:
«Κατά την άφιξή της στο Κόσοβο και πριν την εγκατάσταση της UNMACC, η KFOR εγκατέστησε ένα κέντρο δράσης για την εξουδετέρωση των εκρηκτικών, το οποίο έκτοτε στελεχώθηκε με πρόσθετο προσωπικό [του ΟΗΕ] και επιφορτίστηκε [από τον ΟΗΕ] με τις ενέργειες εξουδετέρωσης των εκρηκτικών στην περιοχή. Εκπληρώνει το έργο αυτό χρησιμοποιώντας ομάδες εξουδετέρωσης εκρηκτικών απαρτιζόμενες από πολιτικούς επί συμβάσει υπαλλήλους. Η KFOR διεκπεραιώνει κατά κύριο λόγο μία κρίσιμη αποστολή συνιστάμενη στην εξουδετέρωση των ναρκών και των πυρομαχικών που δεν έχουν εκραγεί και ειδικότερα στην εξουδετέρωση των εκρηκτικών στις κύριες πολιτικές υποδομές και τα δημόσια κτίρια.»
Η έκθεση της KFOR για τον Αύγουστο του 1999 (η οποία παρουσιάστηκε στο Συμβούλιο Ασφαλείας με μία επιστολή του Γενικού Γραμματέως της 15 Σεπτεμβρίου 1999) επιβεβαιώνει ότι η KFOR εργάζεται σε στενή συνεργασία με την UNMACC, η οποία «συστήθηκε από κοινού» από την KFOR και τον ΟΗΕ. Οι μεταγενέστερες μηνιαίες εκθέσεις της KFOR (οι οποίες παρουσιάστηκαν στο Συμβούλιο Ασφαλείας από τον Γενικό Γραμματέα) σημειώνουν ότι αυτή εργάζεται σε στενή συνεργασία με την UNMAS και την UNMACC και υπογραμμίζουν ότι η εκρίζωση της απειλής των βομβών διασποράς που δεν έχουν εκραγεί συνιστά προτεραιότητα για τις ΠΕΤ, αφού ο στόχος ήταν να οριοθετηθούν και να εξουδετερωθούν όσο το δυνατόν περισσότερες ζώνες πριν από τις πρώτες χιονοπτώσεις (εκθέσεις αριθ. S/1999/868, S/1999/982, S/1999/1062, S/1999/1185 και S/1999/1266).
59. Με μία επιστολή του με ημερομηνία 6 Απριλίου 2000 προς τον COMKFOR, ο αναπληρωτής ΕΑΓΓ επέστησε την προσοχή του τελευταίου στις πρόσφατες εκρήξεις βομβών διασποράς, οι οποίες προξένησαν θανάτους, και ζήτησε να δεσμευτεί ο COMKFOR προσωπικά ότι θα μεριμνήσει ώστε η KFOR να συνεχίσει να παρέχει βοήθεια στην δράση για την εξουδετέρωση των εκρηκτικών προβαίνοντας επειγόντως στην οριοθέτηση των χώρων των βομβών διασποράς που δεν είχαν εκραγεί και παρέχοντας όλες τις πληροφορίες που διέθετε.
60. Το 2001, η UNMAS ζήτησε την διεξαγωγή ενός εξωτερικού ελέγχου του προγράμματος δράσης της για την εξουδετέρωση εκρηκτικών στο Κόσοβο κατά την περίοδο από το μέσο του έτους 1999 μέχρι το 2001. Η έκθεση, η οποία είχε τον τίτλο «Αξιολόγηση του προγράμματος της δράσης για την εξουδετέρωση των εκρηκτικών των Ηνωμένων Εθνών στο Κόσοβο, 1999-2001», περιελάμβανε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
«Στην αρχή του μηνός Αυγούστου 1999, η UNMACC είχε αναλάβει de facto το πρόγραμμα της δράσης για την εξουδετέρωση εκρηκτικών, αν και αυτή, επισήμως, υπαγόταν πάντοτε στην ευθύνη της KFOR. (...) Τούτο ακολουθήθηκε στις 24 Αυγούστου από την έγκριση εκ μέρους της MINUK του [κατευθυντηρίου σχήματος] (...) (το οποίο) συνέπεσε με την αποστολή ενός υπομνήματος (...) (στις 24 Αυγούστου) από [τον] αναπληρωτή ΕΑΓΓ [στον] ΕΑΓΓ (...). [Α]υτή η αίτηση ακολουθήθηκε από μία επιστολή με ημερομηνία 5 Οκτωβρίου 1999 [του αναπληρωτή ΕΑΓΓ] προς τον στρατηγό Jackson [COMKFOR] (...). Με την επιστολή αυτή, ο στρατιωτικός τομέας μετέφερε επίσημα στον πολιτικό τομέα την ευθύνη του προγράμματος δράσης για την εξουδετέρωση των εκρηκτικών στο Κόσοβο, σύμφωνα με την [Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών], παρά το γεγονός ότι στην πραγματικότητα αυτή η μεταφορά είχε ήδη λάβει χώρα από το τέλος του μηνός Αυγούστου.»
ΑΙΤΙΑΣΕΙΣ
61. Ο A.B. ισχυρίζεται, στο όνομά του και στο όνομα του γιου του G.B., ότι ο θάνατος του τελευταίου είναι αντίθετος προς το άρθρο 2 και ο B.B. παραπονείται υπό το πρίσμα αυτής της διάταξης για τον σοβαρό τραυματισμό του. Υποστηρίζουν ότι το ατύχημα συνέβη εξαιτίας του γεγονότος ότι τα γαλλικά στρατεύματα της KFOR δεν είχαν εντοπίσει και/ή εξουδετερώσει τα πυρομαχικά που δεν είχαν εκραγεί και που γνώριζαν ότι υπήρχαν στον χώρο.
62. Ο κ. R.S. παραπονείται στο πεδίο του άρθρου 5, λαμβανόμενο μεμονωμένα και σε συνδυασμό με το άρθρο 13 της Σύμβασης, για την εξωδικαστική κράτησή του από την KFOR από τις 13 Ιουλίου 2001 μέχρι τις 26 Ιανουαρίου 2002. Υποστηρίζει εξάλλου στο πεδίο του άρθρου 6 § 1 ότι δεν είχε πρόσβαση σε δικαστήριο, και καταγγέλλει την αθέτηση εκ μέρους των εναγομένων Κρατών προς την θετική υποχρέωση τους να αναγνωρίσουν στα πρόσωπα που κατοικούν στο Κόσοβο τα εγγυημένα από την Σύμβαση δικαιώματα.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ
63. Οι A.B. και B.B. παραπονούνται υπό το πρίσμα του άρθρου 2 της Σύμβασης για την επίδικη αδράνεια των στρατευμάτων της KFOR. Ο κ. R.S. επικαλείται τα άρθρα 5, 6 και 13 αναφορικά με την κράτησή του από την KFOR και με διαταγές της τελευταίας. Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου δέχθηκε να περιορίσουν οι προσφεύγοντες ενώπιον του Διευρυμένου Τμήματος τις παρατηρήσεις τους στο ζήτημα του παραδεκτού των προσφυγών τους.
Ι.ΑΠΟΣΥΡΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ R.S. ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ
64. Για να αιτιολογήσει την εμπλοκή της δικαιοδοσίας της Γερμανίας ειδικότερα, ο κ. R.S. υποστήριξε αρχικά ότι ένας γερμανός αξιωματικός της KFOR είχε εμπλακεί στην σύλληψή του τον Ιούλιο του 2001, ενώ επικαλέστηκε επίσης το γεγονός ότι η Γερμανία είναι το έθνος που διοικεί την ΠΕΤ του νοτιοανατολικού τομέα. Στις έγγραφες παρατηρήσεις της προς το Διευρυμένο Τμήμα, η γερμανική κυβέρνηση ανέφερε ότι, παρά τις εμπεριστατωμένες έρευνες που έγιναν, δεν ήταν σε θέσει να στοιχειοθετήσει μια οποιαδήποτε εμπλοκή γερμανού αξιωματικού της KFOR στην σύλληψη του κ. R.S.
Ο κ. R.S. απάντησε ότι στήριζε τον ισχυρισμό του σχετικά με την παρέμβαση ενός γερμανού αξιωματικού της KFOR στις αναμνήσεις του και ότι, αν και είχε διατυπώσει καλόπιστα την παρατήρηση αυτή, δεν ήταν εν τούτοις σε θέση να προσκομίσει μία οποιαδήποτε αντικειμενική απόδειξη σε στήριξη των λεγομένων του. Έτσι, δέχθηκε τον αντίθετο ισχυρισμό της Γερμανίας και παραδέχθηκε επίσης ότι ο έλεγχος που ασκούσε η Γερμανία στην KFOR μέσα στον συγκεκριμένο τομέα αποτελούσε αφ’ εαυτού ένα πραγματικό στοιχείο ανεπαρκές για να εμπλέξει την δικαιοδοσία του Κράτους αυτού έναντί του. Με μία επιστολή της 2 Νοεμβρίου 2006, ζήτησε από το Δικαστήριο να του επιτρέψει να αποσύρει την υπόθεση κατά της Γερμανίας, η οποία έτσι δεν παρουσίασε προφορικές παρατηρήσεις κατά την μεταγενέστερη ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Διευρυμένου Τμήματος.
65. Το Δικαστήριο κρίνει εύλογους τους λόγους της αίτησης αυτής. Δεδομένου ότι στην υπόθεση αυτή παραμένουν δύο εναγόμενα Κράτη που αμφισβητούν και αυτά, ειδικότερα, την δικαιοδοσία τους έναντι του κ. R.S. καθώς και την συμβατότητα των παραπόνων του με την Σύμβαση, το Δικαστήριο εκτιμά ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν απαιτεί την συνέχιση της εξέτασης της προσφυγής του κ. R.S. κατά της Γερμανίας (άρθρο 37 § 1 in fine της Σύμβασης) και κρίνει ως εκ τούτου ότι αυτή πρέπει να διαγραφεί από το πινάκιο σε ό,τι αφορά το Κράτος αυτό.
Ως εκ τούτου, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου λαμβάνει υπόψη την έγγραφη επιχειρηματολογία της γερμανικής κυβέρνησης ως παρατηρήσεις τρίτου παρεμβαίνοντος σύμφωνα με το άρθρο 44 § 2 του κανονισμού του Δικαστηρίου. Οι πιο κάτω αναφορές στα «εναγόμενα Κράτη» δεν περιλαμβάνουν συνεπώς την Γερμανία, του Κράτους αυτού μνημονευομένου στο εξής ως τρίτου.
ΙΙ.ΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΓΑΛΛΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΑ
Α. Το εξεταστέο από το Δικαστήριο ζήτημα
66. Οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι υφίσταται επαρκής δικαιοδοτικός σύνδεσμος, με την έννοια του άρθρου 1 της Σύμβασης, μεταξύ αυτών και των εναγομένων Κρατών και ότι τα παράπονά τους είναι συμβατά ratione loci, personae και materiae (κατά τόπον, κατά την νομιμοποίηση και καθ’ύλην) με τις διατάξεις της τελευταίας.
67. Τα εναγόμενα Κράτη και οι παρεμβαίνοντες τρίτοι αντικρούουν την θέση αυτή.
Οι εναγόμενες κυβερνήσεις υποστηρίζουν κατά κύριο λόγο ότι οι προσφυγές είναι ασυμβίβαστες ratione loci και ratione personae προς τις διατάξεις της Σύμβασης διότι οι προσφεύγοντες δεν υπάγονται στην δικαιοδοσία τους με την έννοια του άρθρου 1 της Σύμβασης. Υποστηρίζουν εξάλλου ότι, σύμφωνα με την αρχή που προέκυψε στην «υπόθεση του Νομισματικού Χρυσού» (affaire de l’Or monétaire pris à Rome en 1943, CIJ Recueil 1954), το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί επί της ουσίας της υποθέσεως, διότι τούτο θα ισοδυναμούσε με απόφαση επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων Κρατών που δεν έχουν υπογράψει την Σύμβαση.
Η γαλλική κυβέρνηση εκτιμά εξάλλου, δεχόμενη πάντως ότι πρέπει καταρχήν να εξεταστούν τα ζητήματα της δικαιοδοσίας και της συμβατότητας, ότι οι υποθέσεις είναι απαράδεκτες υπό το πρίσμα του άρθρου 35 § 1, κυρίως διότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν κατ’ αυτήν εξαντλήσει τα ένδικα μέσα που είχαν στην διάθεσή τους. Αν και η νορβηγική κυβέρνηση, κατά την ακροαματική διαδικασία, απάντησε σε ζητήματα σχετικά με τα ένδικα μέσα που ήταν ανοιχτά στον κ. R.S., δεν προέβαλε ότι η απόφαση ήταν απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 35 § 1 της Σύμβασης.
Οι παρεμβαίνοντες τρίτοι υποστηρίζουν ουσιαστικά ότι τα εναγόμενα Κράτη δεν έχουν δικαιοδοσία ratione loci ή ratione personae. Ο ΟΗΕ, τον οποίο το Δικαστήριο κάλεσε να παρέμβει στην υπόθεση B., εκτιμά ότι, αν και η εξουδετέρωση των ναρκών υπαγόταν στα καθήκοντα του UNMACC, όργανο που συστάθηκε από την MINUK, το γεγονός ότι η KFOR δεν παρείχε τις απαραίτητες πληροφορίες αναφορικά με τον τόπο των πυρομαχικών που δεν εξερράγησαν σημαίνει ότι η επίδικη αδράνεια δεν μπορεί να καταλογιστεί στην MINUK.
68. Συνεπώς, το μεγαλύτερο μέρος των παρατηρήσεων σχετίζονται με το ζήτημα του αν οι προσφεύγοντες υπάγονται στην εξω-εδαφική «δικαιοδοσία» των εναγομένων Κρατών με την έννοια του άρθρου 1 της Σύμβασης, στην συμβατότητα ratione loci των παραπόνων προς αυτήν και, κατά συνέπεια, προς την απόφαση Banković και λοιποί κατά Βελγίου και δεκαέξι άλλων Συμβαλλομένων Κρατών ([GC] (déc.), no. 52207/99, CEDH 2001-XII) καθώς προς την εφαρμοστέα νομολογία του Δικαστηρίου (Drozd και Janousek κατά Γαλλίας και Ισπανίας, απόφαση της 26 Ιουνίου 1992, série A no. 240 – Λοϊζίδου κατά Τουρκίας, απόφαση της 18 Δεκεμβρίου 1996, Recueil 1996-VI, § 56 – Κύπρος κατά Τουρκίας, αριθ. 31821/96, 16 Νοεμβρίου 2004 – Ilaşcu και λοιποί κατά Μολδαβίας [GC], no. 46221/99, CEDH 2005-IV – και Hussein κατά Αλβανίας και λοιπών (déc.), no. 23276/04, 14 Μαρτίου 2006).
Προς τούτο, οι προσφεύγοντες στην υπόθεση B. κρίνουν σημαντικό να σημειώσουν, ειδικότερα, ότι η Γαλλία ήταν το έθνος που διοικούσε την ΠΕΤ του βορειοανατολικού τομέα, και ο κ. R.S. υπογραμμίζει ότι οι COMKFOR γαλλικής και νορβηγικής υπηκοότητας ήταν αυτοί που εξέδωσαν τις επίδικες διαταγές της κράτησης. Τα εναγόμενα Κράτη (και τα τρίτα Κράτη) αμφισβητούν την αρμοδιότητα ratione loci του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι οι προσφεύγοντες δεν βρίσκονταν στο εθνικό έδαφός τους, ότι ο πραγματικός συνολικός έλεγχος του Κοσόβου ανήκει στον ΟΗΕ, ότι η KFOR ασκούσε έλεγχο πάνω στον κ. R.S. και όχι οι COMKFOR ως άτομα και ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν την κατοικία τους μέσα στον «νομικό χώρο» της Σύμβασης.
69. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 1 απαιτεί από τα Συμβαλλόμενα Μέρη να αναγνωρίζουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο υπαγόμενο στην «δικαιοδοσία» τους τα εγγυημένα από την Σύμβαση δικαιώματα. Αυτή η δικαιοδοτική αρμοδιότητα είναι κατά κύριο λόγο εδαφική και, αν και η έννοια της συμβατότητας ratione personae των αιτιάσεων είναι διακεκριμένη, οι δύο έννοιες μπορούν να είναι αλληλοεξαρτώμενες (πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Banković και λοιποί, § 75 – και Bosphorus Hava Yollari Turizm ve Ticaret Anomin Sirketi (Bosphorus Airways) κατά Ιρλανδίας, [GC], no. 45036/98, §§ 136-137, CEDH 2005-VI). Εν προκειμένω, το Δικαστήριο εκτιμά – γεγονός που, κατά τα άλλα, δεν αμφισβητείται – ότι η ΟΔΓ δεν «ήλεγχε» το Κόσοβο (με την έννοια που δίδεται στον όρο αυτό στην πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία του Δικαστηρίου αναφορικά με το βόρειο τμήμα της Κύπρου), αφού το Κράτος αυτό, πριν από τα επίδικα γεγονότα, είχε συναινέσει μέσα στο ΣΤΑ, όπως είχε το σχετικό δικαίωμα ως κυρίαρχη δύναμη (πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Banković και λοιποί, §§ 60 και 71, μαζί με άλλες αναφορές – βλέπε επίσης Shaw, International Law, 1997, 4e édition, σελ. 462 – Nguyen Quoc Dinh, Droit International Public, 1999, 6e edition, σελ. 475-478 – και Dixon, International Law, 2000, 4e edition, σελ. 133-135), να αποσύρει τα στρατεύματά της για να επιτρέψει την ανάπτυξη τις διεθνείς παρουσίες, ήτοι την πολιτική (MINUK) και αυτήν της ασφαλείας (KFOR), ενώ οι όροι της επιχείρησης αυτής επρόκειτο να διευκρινιστούν μέσα σε μία απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, η οποία είχε ήδη εισαχθεί δυνάμει του κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (άρθρο 1 του ΣΤΑ, παράγραφος 36 πιο πάνω).
70. Η Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας ψηφίστηκε την επομένη, ήτοι στις 10 Ιουνίου 1999. Εντελλόταν την KFOR να ασκήσει έναν πλήρη στρατιωτικό έλεγχο στο Κόσοβο. Η MINUK ήταν επιφορτισμένη με μία αποστολή προσωρινής διεθνούς διοίκησης και ο πρώτος κανονισμός της επιβεβαίωσε ότι η εξουσία που της είχε παραχωρηθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας περιελάμβανε το σύνολο των προνομίων της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας καθώς και την εξουσία της διοίκησης του δικαστικού συστήματος (κανονισμός 1999/1 και, επίσης, κανονισμός 2001/9 της MINUK). Αν και το Συμβούλιο Ασφαλείας προέβλεπε μία προοδευτική μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων που ασκούνταν από την MINUK στις τοπικές αρχές, τίποτα δεν πείθει ότι η κατάσταση από πλευράς ασφαλείας ή πολιτικής είχε γνωρίσει κατά τις ημερομηνίες των γεγονότων για τα οποία γίνεται λόγος εν προκειμένω μία εξέλιξη ικανή να αλλάξει την κατάσταση των πραγμάτων. Ως εκ τούτου, την εποχή των γεγονότων, το Κόσοβο βρισκόταν κάτω από τον πραγματικό έλεγχο των διεθνών παρουσιών, οι οποίες ασκούσαν τα προνόμια της δημόσιας δύναμης που ήταν κανονικά αποκλειστικότητα της κυβέρνησης της ΟΔΓ (πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Banković και λοιποί, § 71).
71. Συνεπώς, το Δικαστήριο εκτιμά ότι, στις παρούσες υποθέσεις, το ζήτημα δεν είναι τόσο να διερευνηθεί το αν τα εναγόμενα Κράτη ασκούσαν στο Κόσοβο μία εξω-εδαφική δικαιοδοσία, παρά, κατά τρόπο πολύ περισσότερο θεμελιώδη, να καθοριστεί αν το ίδιο είναι αρμόδιο να εξετάσει βάσει της Σύμβασης τον ρόλο που έπαιξαν τα Κράτη αυτά μέσα στην πολιτική παρουσία και την παρουσία ασφαλείας, οι οποίες ασκούσαν τον κατάλληλο έλεγχο πάνω στο Κόσοβο.
72. Το πρώτο ζήτημα πάνω στο οποίο το Δικαστήριο πρέπει να επικεντρωθεί είναι επομένως εκείνο της συμβατότητας ratione personae των αιτιάσεων των προσφευγόντων προς τις διατάξεις της Σύμβασης. Το Δικαστήριο συνοψίζει και εξετάζει πιο κάτω τις παρατηρήσεις των διαδίκων πάνω στο ζήτημα αυτό.
Β. Οι παρατηρήσεις των προσφευγόντων
73. Για τους προσφεύγοντες, η KFOR (και όχι ο ΟΗΕ ή η MINUK) είναι η υπεύθυνη οργάνωση και στις δύο υποθέσεις.
Το ΣΤΑ και η Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας προβλέπουν ότι η KFOR, πάνω στην οποία στηρίζεται η ύπαρξη της MINUK, ελέγχει και διοικεί το Κόσοβο με τον τρόπο ενός Κράτους. Επιπλέον, η KFOR είναι υπεύθυνη για την εξουδετέρωση των ναρκών, και οι προσφεύγοντες, σε στήριξη των ισχυρισμών τους, αναφέρονται στις υποχρεώσεις της KFOR, οι οποίες εκτίθενται στο ΣΤΣ, στην Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας, στο FRAGO300, στις εκθέσεις του Γενικού Γραμματέως του ΟΗΕ προς το Συμβούλιο Ασφαλείας (που αναφέρουν ότι το UNMACC «δημιουργήθηκε από κοινού» από την KFOR και από τον ΟΗΕ για να συντονίζει τις επιχειρήσεις εξουδετέρωσης των εκρηκτικών – βλέπε τις αναφερόμενες στην πιο πάνω παράγραφο 58 εκθέσεις του Γενικού Γραμματέως) και σε μία έκθεση της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού («Explosive Remnants of War, Cluster Bombs and Landmines in Kosovo», Genève, août 2000, αναθεωρημένη έκδοση του Ιουνίου 2001). Δεδομένου ότι η KFOR ήταν ενημερωμένη για την παρουσία πυρομαχικών που δεν είχαν εκραγεί και ότι ήλεγχε τον χώρο, όφειλε να κρατάει το κοινό σε απόσταση, εξάλλου, ο ΟΗΕ ήταν καταρχήν αυτός που έριξε τις βόμβες διασποράς. Στις προφορικές παρατηρήσεις τους, οι προσφεύγοντες συντάχθηκαν με τις παρατηρήσεις του ΟΗΕ, σύμφωνα με τις οποίες, αν και το UNMACC είχε την ευθύνη να συντονίζει τις επιχειρήσεις εξουδετέρωσης των ναρκών, η KFOR είχε την άμεση ευθύνη της συνδρομής στην αφαίρεση των ναρκών, η οποία ήταν «κρίσιμη» για την επιτυχία των επιχειρήσεων εξουδετέρωσης των τοποθεσιών. Από την πλευρά της, η κράτηση του κ. R.S. ήταν σαφώς ένα ζήτημα ασφαλείας υπαγόμενη στην KFOR (βλέπε τα έγγραφα της KFOR που αναφέρονται στην πιο πάνω παράγραφο 51).
74. Σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, οι επίδικες πράξεις ενεργοποίησαν την ευθύνη ratione personae της Γαλλίας στην υπόθεση B., καθώς και εκείνη της Νορβηγίας στην υπόθεση R.S.
75. Πρώτον, η Γαλλία, μέσα στο Βορειοατλαντικό Συμβούλιο, ψήφισε υπέρ της ανάπτυξης μιας διεθνούς δύναμης στο Κόσοβο.
76. Δεύτερον, ο έλεγχος της γαλλικής δύναμης πάνω στην ΠΕΤ του βορειοανατολικού τομέα συνιστά έναν προσήκοντα δικαιοδοτικό δεσμό στην υπόθεση B. Αν και σημειώνουν ότι η Γερμανία είναι το έθνος που διοικούσε την ΠΕΤ του νοτιοανατολικού τομέα, οι προσφεύγοντες εκτιμούν ότι τούτο δεν συνιστά, αφ’εαυτού, έναν επαρκή δικαιοδοτικό δεσμό στην υπόθεση R.S.
77. Τρίτον ούτε οι πράξεις ούτε οι παραλείψεις των στρατιωτών της KFOR δεν μπορούν να καταλογιστούν στον ΟΗΕ ή στο ΝΑΤΟ. Η KFOR είναι μία πολυεθνική δύναμη διοικούμενη από το ΝΑΤΟ και αποτελούμενη από δυνάμεις που έστειλαν χώρες μέλη ή μη μέλη του ΝΑΤΟ (από δέκα μέχρι δεκατέσσερα Κράτη), οι οποίες θεωρούνται ότι λειτουργούν υπό «ενοποιημένη» διοίκηση και έλεγχο. Η KFOR δεν θεσπίστηκε ως δύναμη ή όργανο του ΟΗΕ, αντίθετα με άλλες δυνάμεις διατήρησης της ειρήνης και με την MINUK και με το UNMACC που τελούν υπό την άμεση διοίκηση του ΟΗΕ. Αν η KFOR ήταν μία δύναμη του ΟΗΕ (καλούμενη με ένα αρκτικόλεξο περιλαμβάνον τα γράμματα «NU» ή «UN»), θα είχε έναν διοικητή διορισμένο από τον ΟΗΕ, τα στρατεύματα που την συνθέτουν δεν θα δέχονταν τις οδηγίες των προμηθευτών των στρατευμάτων Κρατών και το σύνολο του προσωπικού της θα απολάμβανε των ασυλιών που παρέχονται στους αντιπροσώπους του ΟΗΕ. Όμως, αντιθέτως, στο ΝΑΤΟ και στα άλλα Κράτη δόθηκε η άδεια να εγκαταστήσουν μία αποστολή ασφαλείας στο Κόσοβο «υπό ενοποιημένη διοίκηση και έλεγχο». Εν τούτοις, πρόκειται εδώ για έναν ειδικό όρο («term of art») (Επιτροπή της Βενετίας, πιο πάνω παράγραφος 50): αφού δεν υπάρχει σύνδεση επιχειρησιακής διοίκησης μεταξύ του Συμβουλίου Ασφαλείας και του ΝΑΤΟ και τα Κράτη προμηθευτές των στρατευμάτων διατηρούν μία εξουσία τόσο σημαντική, δεν υπάρχει ενοποιημένη αλυσίδα διοίκησης υπό την εξουσία του Συμβουλίου Ασφαλείας, κατά τρόπο ώστε ούτε οι πράξεις ούτε οι παραλείψεις των στρατευμάτων που συνθέτουν την KFOR δεν μπορούν να καταλογιστούν στο ΝΑΤΟ ή στον ΟΗΕ (οι προσφεύγοντες αναφέρονται επίσης στα πιο πάνω αναφερόμενα άρθρα της θεωρίας).
Σε ό,τι αφορά την σχέση μεταξύ της KFOR και του Συμβουλίου Ασφαλείας, οι προσφεύγοντες παραπέμπουν στο παράρτημα της Συμφωνίας για την συμμετοχή της Ρωσίας (πιο πάνω παράγραφος 45), στο οποίο η σχέση αυτή περιγράφεται ως «συμβουλευτικός/ διαδραστικός» δεσμός.
Σε ό,τι αφορά τον ρόλο των Κρατών προμηθευτών των στρατευμάτων, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι τα στρατεύματα που συνθέτουν την KFOR (καθώς και ο COMKFOR) λογοδοτούν για τις πράξεις τους απευθείας ενώπιον των εθνικών διοικητών τους και υπάγονται αποκλειστικά στην δικαιοδοσία του Κράτους που τους απέστειλε: οι κανόνες στράτευσης είναι εθνικοί, ο πειθαρχικός έλεγχος των στρατευμάτων ασκείται από τον εθνικό διοικητή, οι αποφάσεις ανάπτυξης λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο, τα στρατεύματα χρηματοδοτούνται από τα Κράτη, ένα δικαστικό γραφείο δημιουργήθηκε για κάθε Κράτος που συμμετέχει στην KFOR, τα Κράτη διατηρούν τις αρμοδιότητές τους σε ζητήματα πειθαρχικά, αστικά και ποινικά επί των στρατευμάτων, ως προς όλες τις ενέργειές τους στο Κόσοβο (βλέπε τον κανονισμό 2000/47 της MINUK και τις κύριες μόνιμες επιχειρησιακές διαδικασίες (Αρχηγείο της KFOR), του Μαρτίου 2003 – πιο πάνω παράγραφοι 47-49) και, από τότε που ένα βρετανικό δικαστήριο δήλωσε αρμόδιο να εξετάσει μία υπόθεση σχετική με τις ενέργειες της βρετανικής KFOR στο Κόσοβο (Bici & Anor κατά Υπουργείου Άμυνας [2004] EWHC, σελ. 786), είναι δυνατόν να γίνει επίκληση της ευθύνης εκάστου Κράτους. Τέλος, οι εθνικοί διοικητές είναι αυτοί που αποφασίζουν αν συντρέχει λόγος παραίτησης από την ασυλία που απολαμβάνουν τα αποτελούντα την KFOR στρατεύματα, ενώ ο Γενικός Γραμματέας είναι εκείνος που λαμβάνει τις ανάλογες αποφάσεις για το προσωπικό της MINUK. Είναι υποκριτικό να αναγνωρίζει κανείς ότι τα στρατεύματα που αποτελούν την KFOR υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Κράτους που τα έστειλε και ταυτόχρονα να αρνείται ότι υπόκεινται στην δικαιοδοσία του. Καμία συμφωνία δεν συνάφθηκε μεταξύ του ΟΗΕ και των Κρατών προμηθευτών των στρατευμάτων, όπως και δεν υπάρχει μεταξύ του ΟΗΕ και της ΟΔΓ οποιαδήποτε συμφωνία σχετική με το καθεστώς των δυνάμεων.
78. Τέταρτον, προκειμένου για την υπόθεση R.S., οι σχετικές με τις κρατήσεις αποφάσεις λαμβάνονται σε τελευταίο βαθμό από τον COMKFOR. Αυτός αποφαίνεται χωρίς να αναφερθεί στην υψηλή διοίκηση του ΝΑΤΟ ή στα Κράτη προμηθευτές των στρατευμάτων και δεν λογοδοτεί για τις πράξεις του ενώπιον του ΝΑΤΟ ούτε εξαρτάται από αυτό προς τούτο. Δεδομένου ότι οι διαταγές θέσης υπό κράτηση προκύπτουν από την άσκηση της αρμοδιότητος ενός διαφορετικού κάθε φορά COMKFOR, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της παρούσας υπόθεσης και της υπόθεσης Hess κατά Ηνωμένου Βασιλείου (28 Μαΐου 1975, Décisions et Rapports no. 2, σελ. 72).
79. Πέμπτον, και επικουρικώς, η KFOR δεν έχει χωριστή νομική προσωπικότητα και δεν μπορεί να θεωρηθεί υποκείμενο διεθνούς δικαίου ή να της καταλογιστεί μία διεθνής ευθύνη εξαιτίας των πράξεων ή των παραλείψεων του προσωπικού της.
80. Αν υποτεθεί ότι το Δικαστήριο κρίνει ότι τα εν λόγω Κράτη εκτελούν μία διεθνή εντολή (ΟΗΕ/ΝΑΤΟ), τούτο δεν θα τα απάλλασσε από την ευθύνη τους βάσει της Σύμβασης, και αυτό για δύο λόγους. Καταρχήν, το άρθρο 103 του Χάρτη του ΟΗΕ θα είχε εφαρμογή – απαλλάσσοντας έτσι τα Κράτη από κάθε ευθύνη βάσει της Σύμβασης – μόνον αν η Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας τους επέβαλε να ενεργήσουν κατά παράβαση της Σύμβασης, πράγμα που δεν συμβαίνει εδώ: δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των απαιτήσεων που επιβάλλονται από τα δύο κείμενα. Κατά δεύτερο λόγο, η Σύμβαση επιτρέπει στα Κράτη να μεταβιβάζουν κυριαρχικές εξουσίες σε μία διεθνή οργάνωση ενόψει της επιδίωξης κοινών σκοπών, εφόσον η μεταβίβαση αυτή θέτει ως προϋπόθεση τον σεβασμό εκ μέρους των Κρατών των διεθνών νομικών υποχρεώσεών τους και εφόσον η οργάνωση που επιβάλλει τις υποχρεώσεις αυτές προσφέρει ουσιαστική και δικονομική προστασία «ανάλογη» προς εκείνη που εξασφαλίζει η Σύμβαση (πιο πάνω απόφαση Bosphorus, § 155): όμως, ούτε το ΝΑΤΟ ούτε η KFOR δεν εξασφαλίζουν τέτοια προστασία.
81. Τέλος, σε ό,τι αφορά τα επιχειρήματα των εναγομένων Κρατών, η αναφορά τους στην αρχή που προέκυψε στην «υπόθεση του Νομισματικού χρυσού» είναι θεμελιωδώς εκτός θέματος. Εξάλλου, θα ήταν αντίθετο προς το αντικείμενο και τον σκοπό της Σύμβασης το να γίνει δεκτό ότι η αναγνώριση της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου στις παρούσες υποθέσεις θα ενείχε τον κίνδυνο να αποθαρρύνει τα Κράτη από το να συμμετέχουν σε αποστολές διατήρησης της ειρήνης.
Γ. Οι παρατηρήσεις των εναγομένων Κρατών
1. Η γαλλική κυβέρνηση
82. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο όρος «δικαιοδοσία» που αναγράφεται στο άρθρο 1 είναι στενά συνδεδεμένος με την έννοια της αρμοδιότητας ratione personae ενός Κράτους. Επιπλέον σύμφωνα με την CDI, το κριτήριο που επιτρέπει την ενεργοποίηση της ευθύνης μιας διεθνούς οργάνωσης εξαιτίας των πράξεων των προσώπων που έχουν τεθεί στην διάθεσή της είναι εκείνο του «πραγματικού συνολικού ελέγχου» - και όχι του αποκλειστικού ελέγχου -, ο οποίος ασκείται πάνω στο πρόσωπο που αφορά η οργάνωση (πιο πάνω παράγραφοι 30-33).
83. Η γαλλική αποστολή τέθηκε στην διάθεση της KFOR, η οποία, από άποψη ασφαλείας, ασκεί έναν πραγματικό έλεγχο στο Κόσοβο. Η KFOR είναι μία διεθνής δύναμη που λειτουργεί υπό ενοποιημένη διοίκηση, όπως προκύπτει από τις πολυάριθμες συστατικές πράξεις και τα κείμενα εφαρμογής, τα οποία εκφεύγουν του ελέγχου του Γαλλικού Κράτους. Οι ΠΕΤ διοικούνται από έναν αξιωματικό του διοικούντος έθνους που τελεί υπό την εξουσία του COMKFOR, ο οποίος, με την σειρά του, λογοδοτεί για τις πράξεις του, μέσω της διοικητικής αλυσίδας του ΝΑΤΟ, ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας. Ο επιχειρησιακός έλεγχος των δυνάμεων ασκείται από τον COMKFOR, ο στρατηγικός έλεγχος ασκείται από τον Ανώτατο Διοικητή των συμμαχικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη και ο πολιτικός έλεγχος ασκείται από το Συμβούλιο του Βορείου Ατλαντικού και, σε τελευταίο βαθμό, από το Συμβούλιο Ασφαλείας. Οι αποφάσεις και οι πράξεις υλοποιούνται έτσι στο όνομα της KFOR και η γαλλική δύναμη ακολουθεί κάτω από όλες τις συνθήκες το OPLAN, το οποίο σχεδιάστηκε και επιβλέπεται από το ΝΑΤΟ. Η KFOR είναι επομένως μία εφαρμογή των επιχειρήσεων διαφύλαξης της ειρήνης που έχουν επιτραπεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας, του οποίου οι αποφάσεις συνιστούν μία νόμιμη βάση της σύστασης και της διοίκησης της KFOR από το ΝΑΤΟ. Ως εκ τούτου, οι πράξεις των εθνικών στρατευμάτων πρέπει να καταλογίζονται όχι σε ένα Κράτος, αλλά στον ΟΗΕ, ο οποίος ασκεί έναν πραγματικό συνολικό έλεγχο πάνω στο έδαφος.
84. Οι ακόλουθες σκέψεις επιβεβαιώνουν την έλλειψη δικαιοδοσίας ratione personae της Γαλλίας. Πρώτον, γίνεται παραπομπή στις ασυλίες της KFOR και της MINUK και στα ειδικά ένδικα μέσα που έχουν θεσπιστεί ενόψει της παραχώρησης αποζημιώσεων, τα οποία είναι προσαρμοσμένα στο ειδικό καθεστώς της διεθνούς αποστολής της KFOR (πιο πάνω παράγραφοι 46-49). Δεύτερον, αν και η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης («ΚΣΣΕ») σύστησε την δημιουργία ενός δικαστηρίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Κόσοβο (απόφαση 1417 (2005) της 25 Ιανουαρίου 2005), δεν μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι αυτή εκτιμά ότι τα Συμβαλλόμενα στην Σύμβαση Μέρη ασκούν ήδη μέσα στην χώρα αυτή την δικαιοδοσία τους στην βάση του άρθρου 1. Τρίτον, η Επιτροπή για την πρόληψη των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης (η «ΕΠΒ») συνήψε συμφωνίες με την KFOR και την MINUK τον Μάιο του 2006, εκτιμώντας ότι το Κόσοβο δεν υπαγόταν στην κοινή δικαιοδοσία των Κρατών μελών. Τέταρτον, η Επιτροπή της Βενετίας (πιο πάνω αναφερόμενη γνωμοδότηση) έκρινε ότι η δικαιοδοσία των Κρατών, και επομένως η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, δεν επεκτεινόταν στο Κόσοβο. Πέμπτον, οποιαδήποτε αναγνώριση της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου θα σήμαινε ότι αυτό αποφαίνεται επί πράξεων μη Συμβαλλομένων Κρατών, κατά παράβαση της αρχής που απορρέει στην (πιο πάνω αναφερόμενη «υπόθεση του Νομισματικού Χρυσού». Έκτον, από το σχέδιο άρθρων της ΕΔΔ περί της ευθύνης των Κρατών (πιο πάνω παράγραφος 34), προκύπτει ότι οι πράξεις και οι παραλείψεις των γαλλικών στρατευμάτων (εντεταλμένων υπό την εξουσία του ΝΑΤΟ και στο όνομα της KFOR) δεν μπορούν να καταλογιστούν στην Γαλλία.
2. Η νορβηγική κυβέρνηση
85. Η προσφυγή είναι ασυμβίβαστη ratione personae διότι ο κ. R.S. δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία των εναγομένων Κρατών.
86. Το νομικό πλαίσιο οποιασδήποτε κράτησης από την KFOR έχει θεσπιστεί από το ΣΤΣ, την Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας, το OPLAN 10413, τους κανόνες στράτευσης της KFOR, το FRAGO997, το οποίο αντικαταστάθηκε (τον Οκτώβριο 2001) από την οδηγία αριθ. 42 του COMKFOR σχετικά με την κράτηση.
87. Η δομή της διοίκησης είναι ιεραρχική και έχει τεθεί υπό ενοποιημένη διοίκηση και έλεγχο: έκαστο Κράτος προμηθευτής στρατευμάτων μεταβιβάζει την εξουσία επί των στρατευμάτων του στην αλυσίδα της διοίκησης του ΝΑΤΟ προκειμένου να εξασφαλίσει την επιδίωξη του κοινού στόχου της KFOR. Αυτή η αλυσίδα διοίκησης πηγαίνει από τον COMKFOR (ο οποίος διορίζεται ανά εξάμηνο με την έγκριση του ΝΑΤΟ) μέσω μιας αλυσίδας διοίκησης του ΝΑΤΟ, στο Συμβούλιο του Βορείου Ατλαντικού, και στη συνέχεια μέχρι το Συμβούλιο Ασφαλείας, το οποίο έχει τον συνολικό έλεγχο και την εξουσία. Για όλα τα επιχειρησιακά ζητήματα, δεν υπάρχει καμία αλυσίδα εθνικής στρατιωτικής διοίκησης μεταξύ του Νορβηγικού Κράτος και του COMKFOR, κατά τρόπο ώστε το πρώτο να μην μπορεί να δώσει οδηγίες στον δεύτερο, και ο COMKFOR να μην μπορεί να ελευθερωθεί από τις διαταγές του ΝΑΤΟ. Όλες οι ΠΕΤ και τα διοικούντα έθνη τους είναι πλήρως εντεταγμένα στην αλυσίδα της διοίκησης της KFOR. Η παρούσα υπόθεση διακρίνεται από την πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση Bosphorus, αφού κανένα Κράτος προμηθευτής στρατευμάτων δεν μπορεί να επικαλεστεί κυριαρχικά δικαιώματα πάνω στο Κόσοβο ή στο Κόσοβο.
88. Η KFOR είναι επομένως μία στρατιωτική δύναμη συνοχής που λειτουργεί κάτω από την εξουσία του Συμβουλίου Ασφαλείας, το οποίο επιβλέπει την εκτέλεση της εντολής μέσω των εκθέσεων του Γενικού Γραμματέα. Έτσι συστήνεται, μαζί με την πολιτική παρουσία (την MINUK), μία δομή συνόλου διοικούμενη από τον ΟΗΕ, του οποίου οι εθνικές συνεισφορές είναι συνιστώσες και όχι αυτόνομες μονάδες.
89. Τα εγκατεστημένα συστήματα ελέγχου το επιβεβαιώνουν: όπως σημειώνεται πιο πάνω, το Συμβούλιο Ασφαλείας λαμβάνει πληροφορίες από την KFOR και την MINUK μέσω του Γενικού Γραμματέα. Η MINUK είναι αυτή που υπέβαλε μία έκθεση για την κατάσταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο Κόσοβο στην Επιτροπή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ (Τελικές παρατηρήσεις της Επιτροπής των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: Σερβία-Μαυροβούνιο, 12 Αυγούστου 2004, CCPR/CO/18/SEMO), και η νορβηγική κυβέρνηση παραπέμπει επίσης στις απόψεις της ΚΣΣΕ, της ΕΠΒ και της Επιτροπής της Βενετίας, οι οποίες αναφέρθηκαν από την γαλλική κυβέρνηση (πιο πάνω παράγραφος 84).
90. Τέλος, η νορβηγική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η επέκταση του άρθρου 1 στις αποστολές διαφύλαξης της ειρήνης θα είχε σοβαρές επιπτώσεις, και ειδικότερα τον κίνδυνο να αποθαρρυνθούν τα Κράτη από το να συμμετέχουν σε τέτοιες αποστολές, καθώς και τον κίνδυνο αυτές οι ήδη πολύπλοκες αποστολές διαφύλαξης της ειρήνης να καταστούν ανέφικτες εξαιτίας της επικάλυψης ή ακόμη και της αντίθεσης των εθνικών ή περιφερειακών κανόνων.
3. Κοινές (προφορικές) παρατηρήσεις της Γαλλίας και της Νορβηγίας
91. Στις παρατηρήσεις τους, τα δύο Κράτη υποστήριξαν εξάλλου ότι η φύση των αποστολών διαφύλαξης της ειρήνης θα έπρεπε απαραιτήτως να εξελιχθεί μπροστά σε μία σταθερά αυξανόμενη ζήτηση. Το γεγονός ότι το όργανο ελέγχου είναι ο ΟΗΕ είναι συμβατό με τον ανεξάρτητο χαρακτήρα που έχουν οι δομές διοίκησης και ελέγχου της MINUK και της KFOR, είτε η τελευταία είναι μία παραδοσιακή παρουσία ασφαλείας εγκατεστημένη από τον ΟΗΕ κάτω από την άμεση επιχειρησιακή διοίκηση της Οργάνωσης είτε όχι, και είτε το Συμβούλιο Ασφαλείας έχει εξουσιοδοτήσει -όπως συμβαίνει στις παρούσες υποθέσεις- είτε όχι μία οργάνωση ή διάφορα Κράτη να διεκπεραιώσουν τις αρμοδιότητές του σε θέματα ασφαλείας. Η επίδικη δομή στις παρούσες υποθέσεις επιτρέπει την διατήρηση του ενιαίου, της αποτελεσματικότητας και της κεντρικότητας της εντολής προς εκπλήρωση (Έκθεση «B.», Α/55/305-S/2000/809). Η παρουσία ασφαλείας ενεργεί κάτω από τις καλές υπηρεσίες του ΟΗΕ, και κάθε ενέργεια αναλαμβάνεται από τις διεθνείς δομές που έχουν συσταθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας και στο όνομά τους και όχι από τα Κράτη προμηθευτές στρατευμάτων ή στο όνομά τους. Ούτε η κατάσταση του «διευθύνοντος έθνους» μιας ΠΕΤ και ο συνακόλουθος έλεγχος που ασκείται πάνω σε έναν τομέα στο Κόσοβο ούτε η υπηκοότητα του γάλλου και του νορβηγού COMKFOR δεν μπορούν να υπερέχουν έναντι της διεθνούς εντολής των Κρατών αυτών.
92. Σε ό,τι αφορά την εντολή της εξουδετέρωσης των εκρηκτικών και της κράτησης, η Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας εξουσιοδοτεί την KFOR να προσφεύγει σε όλα τα αναγκαία για να εγγυηθεί, ειδικότερα, το περιβάλλον, την δημόσια ασφάλεια και, μέχρις ότου να μπορέσει να επιληφθεί η MINUK, τις δραστηριότητες της εξουδετέρωσης των εκρηκτικών. Η απόφαση αυτή εξουσιοδοτεί επίσης την KFOR να διεξαγάγει αξιολογήσεις σε ζητήματα ασφαλείας στον τομέα του εμπορίου όπλων (προς την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας) και να κρατεί πρόσωπα σύμφωνα με τις οδηγίες και τις διαταγές σχετικά με την κράτηση, οι οποίες υιοθετούνται υπό ενοποιημένη διοίκηση.
93. Παραπέμποντας στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Bosphorus, οι εναγόμενες κυβερνήσεις υποστηρίζουν ότι καμιά τους δεν ασκεί την κυριαρχία της στο Κόσοβο ούτε μεταβίβασε κυριαρχικές εξουσίες σχετικά με το Κόσοβο σε μία διεθνή οργάνωση.
94. Οι παρούσες υποθέσεις θέτουν άλλα σημαντικά ζητήματα, για παράδειγμα εκείνα της ευθύνης των Κρατών εξαιτίας της εμπλοκής τους σε μία αποστολή διαφύλαξης της ειρήνης του ΟΗΕ και του δεσμού μεταξύ ενός περιφερειακού νομικού κειμένου και μιας διεθνούς αποστολής διαφύλαξης της ειρήνης, η οποία επιτράπηκε από μία οργάνωση παγκοσμίου χαρακτήρα. Προς τούτο, οι εναγόμενες κυβερνήσεις υπογραμμίζουν τις σοβαρές συνέπειες που θα είχε το γεγονός της αναγνώρισης της δικαιοδοσίας των Κρατών προμηθευτών στρατευμάτων, ειδικότερα τον κίνδυνο να αποθαρρύνει αυτό τα Κράτη από το να συμμετέχουν σε τέτοιες αποστολές και να βλάψει την συνοχή, και συνεπώς την αποτελεσματικότητα, των αποστολών αυτών.
95. Τέλος, ο ισχυρισμός των προσφευγόντων σύμφωνα με τον οποίο οι επίδικες πράξη και παράλειψη συνιστούν έναν επαρκή δικαιοδοτικό δεσμό μεταξύ των ιδίων και των εναγομένων Κρατών δεν ευσταθεί. Εξάλλου, οι προσφεύγοντες συγχέουν την νομική προσωπικότητα διεθνών δομών (όπως το ΝΑΤΟ και ο ΟΗΕ) με εκείνη των Κρατών που είναι μέλη τους. Ακόμη και αν η KFOR δεν έχει διακεκριμένη νομική προσωπικότητα, αυτή τελεί υπό τον έλεγχο μιας διεθνούς οργάνωσης (του ΟΗΕ), η οποία, από την πλευρά της, διαθέτει μία τέτοια προσωπικότητα. Ούτε η εκ μέρους των Κρατών προμηθευτών στρατευμάτων διατήρηση μιας πειθαρχικής εξουσίας πάνω στα στρατεύματά τους ούτε η γνώμη της Επιτροπής της Βενετίας που επικαλούνται οι προσφεύγοντες δεν είναι αντίθετες προς την θέση που θέλει το ΝΑΤΟ, μέσω της KFOR, να κατέχει τον επιχειρησιακό διεθνή έλεγχο μιας τέτοιας επιχείρησης.
Ε. Παρατηρήσεις των τρίτων παρεμβαινόντων
Η κυβέρνηση της Δανίας
96. Οι προσφεύγοντες δεν υπάγονται στην δικαιοδοσία των εναγομένων Κρατών και, συνεπώς, οι προσφυγές είναι απαράδεκτες λόγω ασυμβίβαστου ratione personae.
97. Οι υποθέσεις θέτουν θεμελιώδη ζητήματα ως προς την εμβέλεια της Σύμβασης ως περιφερειακού νομικού κειμένου και την εφαρμογή της στις πράξεις διεθνών δυνάμεων διαφύλαξης της ειρήνης που έχουν νομιμοποιηθεί δυνάμει του κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Στο Συμβούλιο Ασφαλείας ανατέθηκε από 192 Κράτη (συμπεριλαμβανομένων και όλων των συμβαλλομένων στην Σύμβαση Κρατών) η κύρια ευθύνη της διαφύλαξης της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας (άρθρο 24 του Χάρτη του ΟΗΕ) και, προκειμένου να εκπληρώσει την αποστολή αυτή, έχει την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις καταναγκασμού (άρθρο 25), οι οποίες υπερέχουν έναντι οποιωνδήποτε άλλων διεθνών υποχρεώσεων (άρθρο 103). Μπορεί να εγκαταστήσει το απαραίτητο πλαίσιο για μία πολιτική και στρατιωτική βοήθεια, πράγμα που έκανε, στην περίπτωση του Κοσόβου, από την Απόφαση 1244. Το κεντρικό ζήτημα είναι επομένως το αν το προσωπικό που εστάλη από τα Κράτη προμηθευτές στρατευμάτων ασκεί επίσης δικαιοδοσία στο όνομα των Κρατών αυτών.
98. Καταρχήν, ακόμη και αν το πλέον κατάλληλο καθιερωμένο παράδειγμα εξω-εδαφικής αρμοδιότητος είναι η έννοια (η οποία προέκυψε στην πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία σχετική με το βόρειο τμήμα της Κύπρου και, στην συνέχεια, με την υπόθεση Issa) του «πραγματικού συνολικού ελέγχου», τα Κράτη προμηθευτές στρατευμάτων δεν μπορούν να έχουν ασκήσει έναν τέτοιο έλεγχο, αφού οι πράξεις του συγκεκριμένου προσωπικού των Κρατών αυτών εγγράφονται στο πλαίσιο της εκπλήρωσης των καθηκόντων της MINUK και της KFOR. Η MINUK ασκεί πρακτικά όλες τις κυβερνητικές εξουσίες στο Κόσοβο και λογοδοτεί για τις πράξεις της ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας, μέσω του ΕΑΓΓ και του Γενικού Γραμματέως. Το προσωπικό της αποτελείται από υπαλλήλους του ΟΗΕ. Η δομή «της ενοποιημένης διοίκησης και ελέγχου» της KFOR, μίας συνεκτικής πολυεθνικής δύναμης που συστάθηκε δυνάμει της Απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας και υπάγεται σε μία και μοναδική αλυσίδα διοίκησης κάτω από την διεύθυνση του COMKFOR, εκμηδενίζει την σκέψη ότι έκαστο Κράτος προμηθευτής στρατευμάτων είναι υπεύθυνο των πράξεων ή των παραλείψεων των στρατευμάτων του κατά την άσκηση της διεθνούς εξουσίας.
99. Δεύτερον, τα Κράτη έθεσαν προσωπικό στην διάθεση του ΟΗΕ στο Κόσοβο, προκειμένου να υλοποιηθούν οι στόχοι και να τηρηθούν οι αρχές του Χάρτη του ΟΗΕ. Μία διαπίστωση «μη δικαιοδοσίας» δεν θα άφηνε τους προσφεύγοντες μέσα σε μία ζώνη «μη δικαιωμάτων του ανθρώπου», όπως ισχυρίζονται οι ενδιαφερόμενοι, λαμβανομένων υπόψη των μέτρων που ελήφθησαν από αυτές τις διεθνείς παρουσίες για την προώθηση της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
100. Τρίτον, η Σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται υπό το φως του διεθνούς δικαίου, ειδικότερα σε ό,τι αφορά την ευθύνη των διεθνών οργανώσεων εξαιτίας των οργάνων που έχουν τεθεί στην διάθεσή τους. Παραπέμποντας στις εργασίες σε εξέλιξη της ΕΔΔ προς τούτο (πιο πάνω παράγραφοι 30-33), η Κυβέρνηση της Δανίας σημειώνει ότι οι εργασίες αυτές, μέχρι σήμερα, δεν έδειξαν οποιαδήποτε βάση πάνω στην οποία ένα Κράτος θα μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνο για τις δυνάμεις διαφύλαξης της ειρήνης που έχουν τεθεί στην διάθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας δυνάμει του κεφαλαίου VII, κάτω από ενοποιημένη διοίκηση και έλεγχο, μέσα στο πλαίσιο της εντολής, η οποία καθορίστηκε από αυτήν την δομή διοίκησης, και της εκτέλεσης των διαταγών του.
101. Τέλος, αν υπάρχουν συγκεκριμένα κενά στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο Κόσοβο, αυτά πρέπει να αντιμετωπιστούν μέσα από το σύστημα του ΟΗΕ. Η προσπάθεια της πλήρωσης των κενών μέσω του Δικαστηρίου κινδυνεύει να αποθαρρύνει τα Κράτη από το να συμμετέχουν στις αποστολές διαφύλαξης της ειρήνης του ΟΗΕ και να θέσει σε κίνδυνο την συνοχή και την αποτελεσματικότητα τέτοιων αποστολών.
2. Η κυβέρνηση της Εσθονίας
102. Οι επίδικες πράξεις και παραλείψεις διέπονται από την Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας, η οποία υιοθετήθηκε δυνάμει του κεφαλαίου VII του Χάρτη του ΟΗΕ, και τα Κράτη συμμορφώνονται με μία υποχρέωση που απορρέει από την απόφαση αυτή και την τηρεί κατά τρόπο που συμβιβάζεται με τους διεθνείς κανόνες προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως αυτά ορίζονται από τον Χάρτη του ΟΗΕ. Ακόμη και αν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των υποχρεώσεων που βαρύνουν ένα Κράτος δυνάμει της προσχώρησής του στον ΟΗΕ και εκείνων που έχει συνάψει βάσει άλλων συνθηκών, οι πρώτες υπερέχουν (άρθρα 25 και 103 του Χάρτη του ΟΗΕ).
3. Οι έγγραφες παρατηρήσεις της γερμανικής κυβέρνησης
103. Δεν υπάρχει δικαιοδοτικός δεσμός μεταξύ του κ. R.S. και των εναγομένων Κρατών, ειδικότερα διότι οι υπάλληλοι των τελευταίων ενεργούν στο όνομα της MINUK και της KFOR.
104. Η ευθύνη για το Κόσοβο ανήκει σε τελευταίο βαθμό στον ΟΗΕ αφού ο πραγματικός έλεγχος στο Κόσοβο ασκείται από την MINUK και την KFOR δυνάμει της Απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αυτό διατηρεί την συνολική ευθύνη και μεταβίβασε την υλοποίηση των στόχων της απόφασης σε ορισμένους διεθνείς παράγοντες, ασκώντας ταυτόχρονα μία σταθερή επίβλεψη στην εκπλήρωση των εντολών. Η KFOR διατηρεί μία «ενοποιημένη διοίκηση και έλεγχο» και ενεργεί σύμφωνα με την ακόλουθη αρχή: ούτε τα εθνικά στρατεύματα ούτε ο COMKFOR δεν υπερβαίνουν την εθνική εντολή που τους ανατέθηκε δυνάμει της Απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας και κανένα από αυτά δεν ασκεί κυριαρχικές εξουσίες, αφού η εκ μέρους των Κρατών προμηθευτών των στρατευμάτων διατήρηση της ποινικής και πειθαρχικής αρμοδιότητας πάνω στους στρατιώτες δεν αλλάζει σε τίποτα αυτήν την κατάσταση των πραγμάτων. Το Συμβούλιο Ασφαλείας, μέσω του Γενικού Γραμματέως και του ΕΑΓΓ, συνεχίζει να είναι η διευθύνουσα και η νομική αρχή της MINUK. Εν συντομία, οι δύο παρουσίες συνιστούν διεθνείς, συνεκτικές και πλήρεις δομές, οι οποίες δεν αποδέχονται καμία εθνική οδηγία.
105. Οι παρατηρήσεις αυτές, οι οποίες σχετίζονται με την ενότητα της λειτουργίας του ΟΗΕ επιβεβαιώνονται από την εφαρμοστέα στο Κόσοβο παράγωγη νομοθεσία: αν η MINUK μεριμνά μέσα από τους κανονισμούς της να εγγυάται την προστασία και την επιτήρηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, έπεται ότι αυτοί οι μηχανισμοί ελέγχου της Σύμβασης δεν έχουν εφαρμογή. Εξάλλου, η Επιτροπή ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών θεωρεί ότι οι κάτοικου του Κοσόβου υπάγονται στην δικαιοδοσία της MINUK (πιο πάνω παράγραφος 89).
106. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει τις πράξεις του ΟΗΕ, πολύ περισσότερο αφού το άρθρο 103 του Χάρτη του ΟΗΕ καθιερώνει την υπεροχή της έννομης τάξης του ΟΗΕ. Η πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση Bosphorus διακρίνεται στο ότι οι επίδικες πράξεις των ιρλανδικών αρχών είχαν λάβει χώρα μέσα στην ιρλανδική επικράτεια, πάνω στην οποία αυτές λογίζονταν ότι ασκούσαν πλήρη και πραγματικό έλεγχο (η Κυβέρνηση επικαλείται σε στήριξη της θέσης της τις αποφάσεις στις υποθέσεις της πιο πάνω αναφερόμενης απόφασης Ilaşcu και λοιποί, §§ 312-333, και Assanidze κατά Γεωργίας, [GC], no. 71503/01, §§ 19-142, CEDH 2004-II) ενώ, στις παρούσες υποθέσεις, κανένα από τα εναγόμενα Κράτη δεν απολαμβάνει κυριαρχικών δικαιωμάτων ή κυριαρχικής εξουσίας πάνω στο έδαφος του Κοσόβου (πιο πάνω αναφερόμενη γνωμοδότηση της Επιτροπής της Βενετίας και Απόφαση της ΚΣΣΕ). Οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου που θα έκανε δεκτή μία αιτίαση κατά της MINUK/ KFOR θα αγνοούσε και την αρχή που προέκυψε στην υπόθεση του Νομισματικού χρυσού (πιο πάνω παράγραφος 67).
107. Ακόμη και αν τα εναγόμενα Κράτη θα έπρεπε να θεωρηθούν ως έχοντα «δικαιοδοσία», η επίδικη πράξη δεν θα μπορούσε να τους καταλογιστεί και, προς τούτο, η αληθινή δομή της διοίκησης είναι ασφαλώς καθοριστική. Λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 6 του σχεδίου άρθρων της ΕΔΔ σχετικά με την ευθύνη των Κρατών για διεθνώς παράνομες πράξεις, του άρθρου 5 του σχεδίου άρθρων της ΕΔΔ σχετικά με την ευθύνη των διεθνών οργανώσεων και της δεύτερης έκθεσης του ειδικού εισηγητή ενώπιον της ΕΔΔ σχετικά με αυτό το τελευταίο νομικό κείμενο (πιο πάνω παράγραφοι 30-33), οποιαδήποτε ζημία προκληθείσα από τις δυνάμεις διαφύλαξης της ειρήνης του ΟΗΕ ενεργούσες μέσα στο πλαίσιο της εντολής τους είναι αποδοτέα στον ΟΗΕ.
108. Τέλος, πρέπει να υπομνησθούν οι δυσκολίες οι σύμφυτες με τις μετα-συγκρουσιακές καταστάσεις, και ειδικότερα το γεγονός ότι μία πλήρης και ολοκληρωτική προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν είναι δυνατή μέσα σε τέτοιες συνθήκες ανασυγκρότησης. Αν τα Κράτη προμηθευτές των στρατευμάτων έπρεπε να φοβούνται μήπως τους καταλογιστεί μία από κοινού ευθύνη σε περίπτωση κανόνων κατωτέρων από εκείνους της Σύμβασης, θα μπορούσαν να απέχουν από την συμμετοχή σε τέτοιες αποστολές, γεγονός που δεν θα ήταν σύμφωνο ούτε με το πνεύμα της Σύμβασης ούτε με την νομολογία που έχει παραχθεί από αυτήν και η οποία τείνει στην υποστήριξη της διεθνούς συνεργασίας και της καλής λειτουργίας των διεθνών οργανώσεων (πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Banković και λοιποί, § 62, και πιο πάνω αναφερόμενες αποφάσεις Ilaşcu και λοιποί, § 332, και Bosphorus, § 150).
4. Η ελληνική κυβέρνηση
109. Η νομική βάση της πολιτικής και στρατιωτικής παρουσίας στο Κόσοβο είναι η Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η KFOR αποτελεί τμήμα, και ενεργεί στο Κόσοβο κάτω από την διεύθυνση, ενός πολυεθνικού πλαισίου που έχει συσταθεί από τον ΟΗΕ και το ΝΑΤΟ. Αν ακόμη υποτεθεί ότι η KFOR (με την MINUK) ασκεί έναν πραγματικό έλεγχο στο Κόσοβο, η παρουσία αυτή τελεί υπό τον έλεγχο του ΟΗΕ και/ ή του ΝΑΤΟ, και από την στιγμή που τα Κράτη προμηθευτές των στρατευμάτων εμμένουν στην εν λόγω εντολή, δεν ασκούν ατομικώς κανέναν έλεγχο και καμία δικαιοδοσία στο Κόσοβο. Παραπέμποντας στην πιο πάνω γνωμοδότηση της Επιτροπής της Βενετίας (πιο πάνω παράγραφος 50), η ελληνική κυβέρνηση καταλήγει ότι οποιαδήποτε ενέργεια/ παράλειψη της KFOR πρέπει να αποδοθεί στον ΟΗΕ και/ ή στο ΝΑΤΟ, και όχι στα εναγόμενα Κράτη.
5. Η κυβέρνηση της Πολωνίας
110. Κανένα Κράτος δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνο για τις δραστηριότητες της KFOR ή της MINUK, αφού οι φορείς αυτοί ενεργούν κάτω από την εξουσία του ΟΗΕ δυνάμει της Απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας, και η ευθύνη του ΟΗΕ δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί δυνάμει της Σύμβασης. Θέτοντας πόρους και προσωπικό στην διάθεση του ΟΗΕ (ο οποίος έχει νομική προσωπικότητα διακεκριμένη αυτής των μελών του), τα Κράτη προμηθευτές των στρατευμάτων δεν ασκούν κυβερνητική εξουσία στο Κόσοβο. Οι αιτιάσεις είναι συνεπώς ασυμβίβαστες ratione personae.
111. Μία διαπίστωση που θα έκρινε συνυπεύθυνα τα Κράτη εξαιτίας της συμμετοχής τους σε αποστολές διαφύλαξης της ειρήνης και εγκατάστασης της δημοκρατίας θα είχε καταστροφικές συνέπειες πάνω σε τέτοιες αποστολές, ειδικότερα σε ό,τι αφορά την προθυμία των Κρατών να συμμετάσχουν σε αυτές. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ήταν αντίθετο προς τις αξίες που έχουν καθιερωθεί από τον Χάρτη του ΟΗΕ, από το Καταστατικό του Συμβουλίου της Ευρώπης και από την Σύμβαση.
6. Η βρετανική κυβέρνηση
112. Οι προσφεύγοντες δεν υπάγονται στην δικαιοδοσία των εναγομένων Κρατών και, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα για τον καταλογισμό πράξεων στα Κράτη αυτά (απόφαση Banković και λοιποί, § 75).
113. Η Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας υιοθετήθηκε δυνάμει του κεφαλαίου VII του Χάρτη του ΟΗΕ και, σύμφωνα με το άρθρο 103 του Χάρτη αυτού, οι υποχρεώσεις που βαρύνουν τα Κράτη-μέλη του ΟΗΕ βάσει της απόφασης αυτής υπερέχουν έναντι οποιασδήποτε άλλης υποχρέωσης απορρέουσας από άλλες διεθνείς συνθήκες.
Η διοίκηση του Κοσόβου είναι στα χέρια του ΟΗΕ, μέσω της MINUK και του ΕΑΓΓ, και δεν υπάγεται στην Σύμβαση. Η MINUK είναι μία διεθνής πολιτική παρουσία, η οποία δημιουργήθηκε από τον ΟΗΕ στο Κόσοβο και λογοδοτεί για τις πράξεις της, μέσω του ΕΑΓΓ, ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας σε ό,τι αφορά τα καθήκοντά της που καθορίζονται από την Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας. Στην MINUK ανατέθηκε η πολιτική διοίκηση του Κοσόβου και αυτή είναι επομένως το υπεύθυνο όργανο σε θέματα θεμελιωδών δικαιωμάτων. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την εξουδετέρωση των εκρηκτικών, η σχετική ευθύνη βαρύνει την UNMACC: τούτο προκύπτει από την διατύπωση της Απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας, από την καθιέρωση της UNMACC και από την εκ μέρους της ανάληψη της ευθύνης de facto και, στην συνέχεια, επισήμως, των ενεργειών εξουδετέρωσης των εκρηκτικών τον Αύγουστο και τον Οκτώβριο 1999 αντίστοιχα. Επειδή η UNMACC είναι όργανο του ΟΗΕ, οποιοσδήποτε ισχυρισμός σχετικός με την εξουδετέρωση των εκρηκτικών δεν θα μπορούσε να ενεργοποιήσει την ευθύνη της Γαλλίας.
Η KFOR είναι μία πολυεθνική και διεθνής παρουσία ασφαλείας, κατά τρόπο ώστε σε καμία στιγμή οποιοδήποτε από τα εναγόμενα Κράτη δεν άσκησε πραγματικό συνολικό έλεγχο πάνω σε ένα τμήμα του Κοσόβου. Οι ΠΕΤ αποτελούνται από στρατεύματα που έχουν σταλεί από πολλά Κράτη (συμπεριλαμβανομένων και σημαντικών στρατευμάτων προερχομένων από Κράτη που δεν συμβάλλονται στην Σύμβαση και βρίσκονται εκτός Ευρώπης) και υπάγονται σε μία συνολική διοίκηση («ενοποιημένη διοίκηση και έλεγχος»). Ακόμη και το γεγονός για ένα Κράτος να είναι το «διευθύνον έθνος» μιας ΠΕΤ, η οποία ελέγχει έναν συγκεκριμένο τομέα, δεν του δίνει κανένα βαθμό ελέγχου πάνω σε οποιοδήποτε τμήμα του Κοσόβου: η MINUK είναι υπεύθυνη για την πολιτική διοίκηση και τα ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η KFOR δεν ασκεί πάνω στην διοίκηση αυτή έναν έλεγχο συγκρίσιμο με εκείνον που ασκείται από τις τουρκικές δυνάμεις στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, όπως τον διαπίστωσε το Δικαστήριο (βλέπε τις υποθέσεις που αναφέρονται πιο πάνω στην παράγραφο 68).
114. Έτσι, κατ’ εφαρμογήν της Απόφασης 1244, το Συμβούλιο Ασφαλείας ασκούσε την εποχή των γεγονότων τις κυβερνητικές εξουσίες στο Κόσοβο, μέσω μιας διεθνούς διοίκησης υποστηριζόμενης από μία διεθνή παρουσία ασφαλείας, αποτελούμενης από στρατεύματα που έχουν τεθεί στην διάθεσή του από τα εναγόμενα Κράτη και από άλλα Κράτη που δεν είναι συμβαλλόμενα στην Σύμβαση.
Κανένα από τα εναγόμενα Κράτη δεν ήταν επομένως σε θέση να εγγυηθεί στους κατοίκους του Κοσόβου τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που αναφέρονται στο άρθρο 1 της Σύμβασης. Τα Κράτη αυτά ασκούσαν όχι μία κυριαρχική εξουσία αλλά μάλλον μία διεθνή εξουσία μέσω μιας διεθνούς παρουσίας ασφαλείας εντεταλμένης από το Συμβούλιο Ασφαλείας και ενεργούσας δυνάμει των εξουσιών που έχουν παρασχεθεί με μία αναγκαστική απόφαση στηριγμένη πάνω στο κεφάλαιο VII. Η πιο πάνω αναφερόμενη Hess έρχεται να ενισχύσει το συμπέρασμα αυτό. Εξάλλου, η κατάσταση εν προκειμένω μπορεί να διακριθεί από εκείνη που υπήρξε στην υπόθεση R (Al-Skeini) v. Secretary of State for Defence, [2005] EWCA Ci 1609), στην οποία ένα στράτευμα είχε τον αποκλειστικό έλεγχο ενός χώρου κράτησης μέσα στο πλαίσιο μιας διεθνούς επιχείρησης.
Επιπλέον, αν η υποχρέωση βάσει του άρθρου 1 είναι αδιαίρετη (πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Banković και λοιποί, § 75), τα εναγόμενα Κράτη δεν έχουν ούτε την εξουσία ούτε την ευθύνη να εγγυηθεί τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που αναφέρονται στο άρθρο 1, αφού η ευθύνη αυτή ανατίθεται ειδικώς στην MINUK.
115. Η αίτηση εγείρει θεμελιώδη ζητήματα αναφορικά με την σχέση μεταξύ της Σύμβασης (περιφερειακή συνθήκη και συνταγματικό κείμενο ευρωπαϊκής δημόσιας τάξης») και του παγκοσμίου συστήματος διαφύλαξης της διεθνούς ειρήνης, μέσα στο οποίο το Συμβούλιο της Ευρώπης παίζει σημαντικό ρόλο. Καταρχήν, δεν θα έπρεπε να σωρευθεί αυτή η περιφερειακή δομή σε ζητήματα δικαιωμάτων του ανθρώπου με μία δύναμη διαφύλαξης της ειρήνης, η οποία έχει συσταθεί από μία παγκόσμια οργάνωση. Τούτο θα ήταν αντίθετο προς την δημόσια τάξη στην οποία το Δικαστήριο αναφέρεται συχνά και θα κινδύνευε επιπλέον να προκαλέσει σοβαρές δυσκολίες στα συμβαλλόμενα Κράτη όταν συμμετέχουν σε επιχειρήσεις διαφύλαξης της ειρήνης του ΟΗΕ ή σε άλλες πολυεθνικές επιχειρήσεις εκτός των εδαφών τους.
116. Προκειμένου να αποφευχθεί το αποτέλεσμα αυτό, το άρθρο 1 πρέπει να ερμηνεύεται προς την κατεύθυνση ότι, όταν υπάλληλοι ενός Κράτους ενεργούν από κοινού μέσα στο πλαίσιο μιας διεθνούς επιχείρησης εξουσιοδοτημένης από τον ΟΗΕ, αυτοί δεν ασκούν κυρίαρχη δικαιοδοσία αλλά την δικαιοδοσία μιας διεθνούς αρχής, κατά τρόπο ώστε οι πράξεις τους να μην θέτουν τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα υπό το κράτος της δικαιοδοσίας των Κρατών αυτών ούτε ενεργοποιούν την ευθύνη των Κρατών αυτών βάσει της Σύμβασης.
7. Η κυβέρνηση της Πορτογαλίας
117. Δηλώνει ότι υιοθετεί τις παρατηρήσεις της βρετανικής κυβέρνησης.
8. Ο ΟΗΕ
118. Ο ΟΗΕ παραπέμπει στις αντίστοιχες εντολές και ευθύνες της MINUK και της KFOR, όπως αυτές εκτίθενται στην Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η εντολή που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας εκφράζει την βούληση των Κρατών μελών να παραχωρήσουν σε ένα όργανο του ΟΗΕ την εξουσία και όχι την υποχρέωση να ενεργήσει: δεν υπάρχει σε αυτό καμία υποχρέωση αποτελέσματος. Κατά την εκτέλεση της εντολής, το όργανο του ΟΗΕ διατηρεί, εκτός αν υπάρχουν αντίθετες διατάξεις, την διακριτική ευχέρεια να καθορίζει τον τρόπο της υλοποίησης, συμπεριλαμβανομένων και του χρονοδιαγράμματος και των προτεραιοτήτων. Ο ΟΗΕ υπενθυμίζει τις εφαρμοστέες διατάξεις της Απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας, οι οποίες παραθέτουν τις κύριες ευθύνες των παρουσιών πολιτικής και ασφαλείας, σημειώνοντας ότι η γενική εντολή, η οποία ήταν την εποχή εκείνη «αόριστη», έμενε ακόμη να συγκεκριμενοποιηθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος του και έπρεπε να αποτελέσει το αντικείμενο μιας συμφωνίας βάσει των ζητημάτων που θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν κατά την λειτουργία τους στην καθημερινότητα.
Επιπλέον, είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό το νομικό καθεστώς της MINUK και η σχέση της με την KFOR. Η MINUK είναι ένα όργανο εξαρτώμενο από τον ΟΗΕ, το οποίο έχει όλες τις νομοθετικές και διοικητικές εξουσίες στο Κόσοβο, συμπεριλαμβανομένης και της απονομής της δικαιοσύνης (κανονισμός 1999/1 της MINUK, πιο πάνω παράγραφος 70). Διευθύνεται από έναν ΕΑΓΓ και λογοδοτεί απευθείας στο Συμβούλιο Ασφαλείας μέσω του Γενικού Γραμματέως. Η KFOR συστάθηκε ως παρουσία με τον ίδιο βαθμό, αλλά με διακεκριμένη εντολή και δομή ελέγχου: είναι μία επιχείρηση που διεξάγει το ΝΑΤΟ και έχει εξουσιοδοτήσει το Συμβούλιο Ασφαλείας, υπό ενοποιημένη διοίκηση και έλεγχο. Δεν υπάρχει τυπική ή ιεραρχική σχέση μεταξύ των δύο παρουσιών και οι στρατιωτικοί δεν υποχρεούνται σε καμία περίπτωση να λογοδοτήσουν για τις πράξεις τους ενώπιον της πολιτικής παρουσίας. Εν τούτοις, τα δύο όργανα οφείλουν να συνεργάζονται και να παρέχουν αμοιβαία υποστήριξη για την επίτευξη των ιδίων στόχων.
119. Σε ό,τι αφορά την εξουδετέρωση των εκρηκτικών ειδικότερα, η παράγραφος 9 ε) της Απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας (η οποία αποδίδει την ευθύνη της εξουδετέρωσης των εκρηκτικών στην KFOR αλλά αφήνει ρητά στις δύο παρουσίες την μέριμνα να καθορίσουν τον τρόπο της μεταβίβασης του έργου αυτού στην MINUK) και η παράγραφος 11 κ) (η οποία αναθέτει στην MINUK να μεριμνήσει ώστε τα πρόσωπα να μπορέσουν να επιστρέψουν στα σπίτια τους με κάθε ασφάλεια και χωρίς εμπόδια) συνιστούν την εντολή της MINUK. Στις 17 Ιουνίου 1999 συστάθηκε η UNMACC και επρόκειτο να χρησιμεύσει ως κεντρικό σημείο και μηχανισμός συντονισμού για όλες τις δραστηριότητες που αφορούσαν τις νάρκες στο Κόσοβο (κατευθυντήριο σχήμα, πιο πάνω παράγραφος 54). Προκειμένου να εκπληρώσει τα καθήκοντά του, το όργανο αυτό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από μία στενή συνεργασία με όλους τους φορείς που εμπλέκονται στην εξουδετέρωση των εκρηκτικών, και ειδικότερα με την KFOR. Η ευθύνη των ενεργειών της εξουδετέρωσης των εκρηκτικών αναλήφθηκε de facto από την UNMACC ήδη από τον Αύγουστο του 1999, αν και η MINUK δεν ενημέρωσε επισήμως την KFOR πριν από τον Οκτώβριο του 1999 για αυτήν την κατάσταση των πραγμάτων (επιστολή του αναπληρωτή ΕΑΓΓ, πιο πάνω παράγραφος 57). Εν τούτοις, τούτο δεν την απαλλάσσει από την παραμένουσα και μόνιμη υποχρέωσή της να υποστηρίζει τις δραστηριότητες της εξουδετέρωσης των εκρηκτικών και, ιδιαίτερα, να εντοπίζει και να αναφέρει τα σημεία στα οποία βρίσκονται πυρομαχικά που δεν έχουν εκραγεί. Οι μόνιμες ευθύνες της KFOR ως προς την εξουδετέρωση των εκρηκτικών εκτίθενται μέσα στο κατευθυντήριο σχήμα και, πιο συγκεκριμένα, μέσα στο OPLAN 10413 του ΝΑΤΟ (πιο πάνω παράγραφος 3). Ένα από τα πλέον σημαντικά καθήκοντα της KFOR είναι η ανταλλαγή πληροφοριών και η οριοθέτηση των χώρων των αεροπορικών επιδρομών. Εκ των πραγμάτων, σύμφωνα με το FRAGO300 (πιο πάνω παράγραφος 56), η KFOR είχε αποφασίσει να διπλασιάσει τις προσπάθειες για την οριοθέτηση των χώρων των βομβών που δεν είχαν εκραγεί. Όθεν, η ευθύνη της MINUK για τις ενέργειες της εξουδετέρωσης των εκρηκτικών εξαρτάτο από την ακρίβεια των πληροφοριών σχετικά με το έδαφος, τις οποίες διέθετε και, δεδομένου ότι η UNMACC δεν ήταν ενημερωμένη για τους χώρους όπου βρίσκονταν πυρομαχικά που δεν είχαν εκραγεί, οι οποίοι έτσι δεν είχαν αποτελέσει το αντικείμενο οριοθέτησης, δεν ανέλαβε δράση για την εξουδετέρωση των εκρηκτικών.
120. Συμπερασματικά, αν και η επιχείρηση της εξουδετέρωσης των εκρηκτικών υπαγόταν πράγματι στην ευθύνη της UNMACC, ελλείψει των αναγκαίων πληροφοριών επί του εδάφους εκ μέρους της KFOR, η επίδικη παράλειψη δεν μπορεί να αποδοθεί στην MINUK.
E. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
121. Το Δικαστήριο υιοθέτησε την ακόλουθη δομή στην πιο κάτω απόφαση. Πρώτον, διαπίστωσε ποιος φορέας, μεταξύ της KFOR και της MINUK, ήταν εντεταλμένος σε ζητήματα κράτησης και εξουδετέρωσης των εκρηκτικών, αφού σε αυτό το τελευταίο σημείο τα μέρη διαφωνούν. Δεύτερον, ερεύνησε αν η επίδικη πράξη της KFOR (η κράτηση στην υπόθεση R.S.) και η αδράνεια της MINUK (η μη εκτέλεση της εξουδετέρωσης των εκρηκτικών στην υπόθεση B.) μπορούσαν να αποδοθούν στον ΟΗΕ: κατά την έρευνα αυτή, εξέτασε αν το κεφάλαιο VII έδινε ένα πλαίσιο στην KFOR και την MINUK και, σε καταφατική περίπτωση, αν οι επίδικες πράξεις ή παραλείψεις τους μπορούσαν καταρχήν να αποδοθούν στον ΟΗΕ. Το Δικαστήριο χρησιμοποίησε τον όρο «απόδοση» με την έννοια που δίνεται στον όρο αυτό από την ΕΔΔ στο άρθρο 3 του σχεδίου άρθρων της πάνω στην ευθύνη των διεθνών οργανώσεων (πιο πάνω παράγραφος 29). Τρίτον, το Δικαστήριο εξέτασε αν, παρά ταύτα, είχε αρμοδιότητα ratione personae για να ελέγξει τις πράξεις ή παραλείψεις των εναγομένων Κρατών που έχουν διαπραχθεί στο όνομα του ΟΗΕ.
122. Κατά την διαδικασία αυτή, το Δικαστήριο είχε υπόψη ότι δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει, κατά τρόπο αυθεντικό, την έννοια και την εμβέλεια των διατάξεων του Χάρτη του ΟΗΕ και άλλων διεθνών νομικών κειμένων. Οφείλει επίσης να εξετάσει αν τα κείμενα αυτά παρέχουν μία αποδεκτή βάση για τα ζητήματα που τίθενται ενώπιόν του (Brannigan et McBride κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 26 Μαΐου 1993, série A no. 258-B, § 72).
Το Δικαστήριο επανεπιβεβαιώνει εξάλλου ότι οι αρχές που έχουν ως βάση την Σύμβαση δεν μπορούν να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται σε κενό. Πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη οποιονδήποτε εφαρμοστέο κανόνα του διεθνούς δικαίου όταν αποφαίνεται επί διαφορών που αφορούν την αρμοδιότητά του και, συνεπώς, να καθορίζει την ευθύνη των Κρατών σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς δικαίου που διέπει το ζήτημα, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της Σύμβασης, ως νομικού κειμένου προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (άρθρο 31 § 3 γ) της Σύμβασης της Βιέννης της 23 Μαΐου 1969 για το δίκαιο των συνθηκών – Al-Adsani κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], no. 35763/97, § 55, CEDH 2001-XI – βλέπε επίσης την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Banković και λοιποί, § 57).
1. Ο εντεταλμένος φορέας σε θέματα κράτησης και εξουδετέρωσης των εκρηκτικών
123. Σύμφωνα με τα εναγόμενα Κράτη και τους τρίτους παρεμβαίνοντες, λίγο ενδιαφέρει ποιος, μεταξύ της MINUK και της KFOR, ήταν εντεταλμένος για τα ζητήματα της εξουδετέρωσης των εκρηκτικών (υπόθεση B.) και κράτησης (υπόθεση R.S.), αφού και οι δύο είναι διεθνείς φορείς που έχουν συσταθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας ενώπιον του οποίου οφείλουν να λογοδοτούν για τις πράξεις τους. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι τα ζητήματα εξουδετέρωσης των εκρηκτικών και κράτησης υπάγονταν στην εντολή της KFOR και ότι η δομή και η φύση της τελευταίας διέφεραν επαρκώς από εκείνα της MINUK έτσι ώστε να ενεργοποιήσουν την ατομική ευθύνη των εναγομένων Κρατών.
124. Λαμβάνοντας υπόψη το ΣΤΣ (ειδικότερα την παράγραφο 2 του άρθρου 1), την Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας (παράγραφος 9 και παράγραφος 4 του παραρτήματος 2 της απόφασης), όπως επιβεβαιώθηκε από το FRAGO997 (και, στην συνέχεια, από την οδηγία 42 του COMKFOR για την κράτηση) (πιο πάνω παράγραφος 51), το Δικαστήριο κρίνει προφανές ότι η εντολή ασφαλείας της KFOR επεκτείνεται στην λήψη αποφάσεων για την θέση υπό κράτηση.
125. Σε ό,τι αφορά την εξουδετέρωση των εκρηκτικών, το Δικαστήριο σημειώνει ότι το άρθρο 9 ε) της Απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας ορίζει ότι η KFOR διατηρεί την ευθύνη της επίβλεψης της εξουδετέρωσης των εκρηκτικών μέχρις ότου να μπορεί να επιληφθεί η MINUK. Η διάταξη αυτή συμπληρώνεται, όπως υπέδειξε ο ΟΗΕ στο Δικαστήριο, από το άρθρο 11 κ) της ίδιας απόφασης. Η έκθεση του Γενικού Γραμματέως προς το Συμβούλιο Ασφαλείας της 12 Ιουνίου 1999 (πιο πάνω παράγραφος 53) επιβεβαιώνει ότι οι ενέργειες εξουδετέρωσης των εκρηκτικών υπάγονταν στις ανθρωπιστικές δραστηριότητες (πρώην πυλώνας Ι της MINUK), κατά τρόπο ώστε η MINUK έπρεπε να εγκαταστήσει την UNMACC, και ότι, μέχρι τότε, η KFOR συνέχισε να χρησιμεύει ως κέντρο συντονισμού de facto. Όταν η UNMACC άρχισε τις επιχειρήσεις της, τέθηκε κάτω από την διεύθυνση του αναπληρωτή ΕΑΓΓ του πυλώνα Ι. Οι παρατηρήσεις του ΟΗΕ προς το Δικαστήριο, η πιο πάνω αναφερόμενη έκθεση αξιολόγησης, το κατευθυντήριο σχήμα, το FRAGO300 και οι επιστολές του αναπληρωτή ΕΑΓΓ του Αυγούστου και του Οκτωβρίου 1999 προς την KFOR (πιο πάνω παράγραφοι 55 και 57) επιβεβαιώνουν όλα, πρώτον, ότι η εντολή για την επίβλεψη της εξουδετέρωσης των εκρηκτικών αναλήφθηκε de facto και de jure από την UNMACC, ένα όργανο που δημιουργήθηκε από την MINUK, το αργότερο τον Οκτώβριο 1999 και συνεπώς πριν την ημερομηνία της έκρηξης στην υπόθεση B. και, δεύτερον, ότι η KFOR έμεινε αναμεμιγμένη στις δραστηριότητες εξουδετέρωσης των εκρηκτικών ως παρέχουσα υπηρεσίες, ενώ το προσωπικό της ενεργούσε επομένως στο όνομα της MINUK.
126. Το Δικαστήριο κρίνει ελάχιστα πειστικά τα επιχειρήματα των διαδίκων προς την αντίθετη κατεύθυνση. Λίγο ενδιαφέρει ότι το ΝΑΤΟ ήταν που έριξε τις βόμβες διασποράς, όπως σημειώνουν οι προσφεύγοντες, ή ότι η KFOR δεν ασφάλισε τον χώρο και δεν παρείχε τις απαραίτητες πληροφορίες στην MINUK, όπως σημειώνει ο ΟΗΕ, αφού η εντολή της MINUK ουδόλως τροποποιήθηκε από αυτό. Βεβαίως, οι εκθέσεις του Γενικού Γραμματέως προς το Συμβούλιο Ασφαλείας (πιο πάνω παράγραφος 53), οι οποίες αναφέρονται από τους προσφεύγοντες, αναφέρουν ότι η UNMACC συστάθηκε από κοινού από την KFOR και τον ΟΗΕ, αλλά η παρατήρηση αυτή παραπέμπει στην βοήθεια που παρείχε στην MINUK το προηγούμενο κέντρο συντονισμού de facto (η KFOR): επρόκειτο επομένως για μία μεταβατική βοήθεια που εντασσόταν στην γενική υποχρέωση υποστήριξης προς την MINUK που ανήκε στην KFOR (παράγραφοι 6 και 9 στ) της Απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας). Όμως, μία τέτοια βοήθεια στο έδαφος δεν μπορεί από την φύση της να τροποποιήσει την εντολή της MINUK. Η έκθεση της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού που επικαλέστηκαν οι προσφεύγοντες ορίζει (σελίδα 23) ότι οι ενέργειες εξουδετέρωσης των εκρηκτικών στο Κόσοβο συντονίζονταν από την UNMACC, η οποία λειτουργούσε υπό την αιγίδα της MINUK. Τέλος, ακόμη και αν η υποστήριξη της KFOR ήταν πράγματι κυριαρχική για την διατήρηση της παρουσίας της MINUK (όπως παρατηρούν οι προσφεύγοντες), παραμένει γεγονός ότι η απόφαση δημιούργησε χωριστές και διακεκριμένες παρουσίες, με διαφορετικές εντολές και ευθύνες και, κυρίως, χωρίς καμία ιεραρχική σχέση ή δεσμό εξάρτησης μεταξύ τους (παρατηρήσεις του ΟΗΕ, πιο πάνω παράγραφος 118).
127. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η έκδοση διαταγών για θέση υπό κράτηση υπαγόταν στην εντολή ασφαλείας της KFOR και ότι η επίβλεψη της εξουδετέρωσης των εκρηκτικών υπαγόταν στην εντολή της MINUK.
2. Οι επίδικες πράξη και παράλειψη μπορούν να αποδοθούν στον ΟΗΕ;
α) Το κεφάλαιο VII, θεμέλιο της KFOR και της MINUK
128. Η Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας που αντιπροσωπεύει το πρώτο μέτρο που ελήφθη ενόψει της εφαρμογής του κεφαλαίου VII, παραπέμπει ρητά σε αυτό και δίνει τις απαραίτητες διευκρινίσεις στην έννοια της «απειλής για την διεθνή ειρήνη και ασφάλεια» με την έννοια του άρθρου 39 του Χάρτη (πιο πάνω παράγραφος 23). Υπενθυμίζει ειδικότερα την «κύρια ευθύνη» του Συμβουλίου Ασφαλείας για την «διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας» και να «μεριμνήσει ώστε όλοι οι πρόσφυγες και οι εκδιωχθέντες να μπορέσουν να επιστρέψουν στα σπίτια τους με κάθε ασφάλεια και ελευθερία», το Συμβούλιο Ασφαλείας τονίζει ότι «η κατάσταση στην περιοχή συνεχίζει να συνιστά απειλή για την διεθνή ειρήνη και ασφάλεια» και, αφού τόνισε ρητά ότι ενεργούσε δυνάμει του κεφαλαίου VII, εκθέτει στην συνέχεια τις λύσεις που στοχεύουν στην εκρίζωση της απειλής για την ειρήνη και την ασφάλεια.
129. Η λύση που υιοθετήθηκε από την Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας γι’αυτήν την αποδεδειγμένη απειλή ήταν, όπως αναφέρεται πιο πάνω, η ανάπτυξη μιας διεθνούς δύναμης ασφαλείας (της KFOR) και η σύσταση μιας πολιτικής διοίκησης (της MINUK).
Ειδικότερα, η λύση αυτή εξουσιοδότησε «τα Κράτη μέλη και τις αρμόδιες διεθνείς οργανώσεις» να εγκαταστήσουν την διεθνή παρουσία ασφαλείας στο Κόσοβο σύμφωνα με το σημείο 4 του παραρτήματος 2 της απόφασης, παρέχοντάς της όλα τα μέσα που είναι απαραίτητα για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, οι οποίες απορρέουν γι’αυτήν από το άρθρο 9. Το σημείο 4 του παραρτήματος 2 προσθέτει ότι η παρουσία ασφαλείας θα απολάμβανε «μιας ουσιώδους συμμετοχής του [ΝΑΤΟ]» και έπρεπε να αναπτυχθεί υπό «ενοποιημένη διοίκηση και έλεγχο». Το Συμβούλιο Ασφαλείας έχει με τον τρόπο αυτό μεταβιβάσει στις οργανώσεις και στα Κράτη μέλη που είναι διατεθειμένα να παρέμβουν προς τούτο (βλέπε την παράγραφο 43 σε ό,τι αφορά την αποδοχή του όρου «μεταβίβαση» και την παράγραφο 24 ως προς τον εθελοντικό χαρακτήρα αυτής της συνεισφοράς των Κρατών) την εξουσία να εγκαταστήσουν μία διεθνή παρουσία ασφαλείας και να εξασφαλίσουν την επιχειρησιακή διοίκησή της. Τα στρατεύματα που συνθέτουν αυτήν την δύναμη επιχειρούσαν επομένως στην βάση μιας διοίκησης που είχε μεταβιβαστεί από τον ΟΗΕ και δεν ασκούνταν απευθείας από την οργάνωση αυτή. Επιπλέον, ο Γενικός Γραμματέας εξουσιοδοτήθηκε (σημείο 10) να συστήσει την MINUK με την βοήθεια των «αρμοδίων διεθνών οργανώσεων» και να διορίσει, μετά από διαβούλευση με το Συμβούλιο Ασφαλείας, έναν ΕΑΓΓ επιφορτισμένο να διευθύνει την εγκατάστασή της (σημεία 6 και 10 της Απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας). Το Συμβούλιο Ασφαλείας συνεπώς με την ίδια αυτή πράξη μεταβίβασε τις εξουσίες πολιτικής διοίκησής του σε ένα εξαρτώμενο όργανο (την MINUK), συσταθέν από τον Γενικό Γραμματέα. Αυτή η ευρεία εντολή (η οποία καλύπτει την μεταβατική διοίκηση της περιοχής και την εγκατάσταση και την επίβλεψη προσωρινών θεσμών αυτοδιοίκησης) περιγράφεται στο άρθρο 11 της απόφασης.
130. Αν και η απόφαση παραπέμπει στο κεφάλαιο VII του Χάρτη, δεν αναφέρει ποια ακριβώς είναι τα άρθρα του κεφαλαίου αυτού που θεμελιώνουν την ενέργεια του Συμβουλίου Ασφαλείας, το δε Δικαστήριο σημειώνει ότι από το κεφάλαιο VII μπορούμε να εξαγάγουμε περισσότερες πιθανές βάσεις γι’ αυτήν την ενέργεια της μεταβίβασης από το Συμβούλιο Ασφαλείας: το άρθρο 42, το οποίο έχει χαρακτήρα μη περιοριστικό (αν διαβαστεί μαζί με το άρθρο 48, του οποίου η διατύπωση είναι ευρεία), ο μη περιοριστικός χαρακτήρας του άρθρου 41, δυνάμει του οποίου μπορούν να εξουσιοδοτηθούν εδαφικές διοικήσεις, εφόσον εκπροσωπούν νομικά κείμενα αναγκαία για την διαφύλαξη της ειρήνης ή τις σιωπηρές εξουσίες που απονέμονται από τον Χάρτη στο Συμβούλιο Ασφαλείας να ενεργήσει προς τις δύο αυτές κατευθύνσεις στην βάση μιας συγκεκριμένης ερμηνείας του Χάρτη. Όπως και αν είναι , το Δικαστήριο εκτιμά ότι το κεφάλαιο VII παρέχει το πλαίσιο της πιο πάνω αναφερόμενης επιχείρησης μεταβίβασης από το Συμβούλιο Ασφαλείας των εξουσιών ασφαλείας του στην KFOR και των εξουσιών πολιτικής διοίκησής του στην MINUK (βλέπε, γενικά, White and Ulgen, “The Security Council and the Decentralised Military Option: Constitutionality and Function”, Netherlands Law Review 44, 1997, 386 – Sarooshi, “The United Nations and the Development of Collective Security: The Delegation by the UN Security Council of its Chapter VII powers”, Oxford University (1999) – Chesterton “Just War or Just Peace: Humanitarian Intervention and International Law”, (2002) Oxford University Press, σελ. 260-265 – Wolfrum “International Administration in Post-Conflict Situations by the United Nations and other International Actors”, Max Planck UNYB vol. 9 (2005), σελ. 667-672 – Friedrich, “UNMIK in Kosovo: struggling with Uncertainty”, Max Planck UNYB vol. 9 (2005) και τις παραπομπές που αναφέρονται σε αυτήν – και Εισαγγελέας κατά Dusko Tadic, απόφαση της 2.10.1995, Appeals Chamber of ICTY, § 35-36).
131. Είτε η ΟΔΓ ήταν ή όχι ένα Κράτος μέλος του ΟΗΕ την εποχή των γεγονότων (κατόπιν της λύσης της πρώην Ομόσπονδης Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας), συναίνεσε μέσα στο ΣΤΣ για τις παρουσίες αυτές. Βεβαίως, το ΣΤΣ υπογράφηκε από «την KFOR» την προηγουμένη της υιοθέτησης της Απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας με την οποία δημιουργήθηκε η δύναμη αυτή. Εν τούτοις, το ΣΤΣ συντάχθηκε πάνω στην ρητή βάση μιας παρουσίας ασφαλείας συσταθείσας «υπό την προστασία του ΟΗΕ» και με την έγκρισή του, η δε απόφαση είχε ήδη εισαχθεί ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η απόφαση, με συνημμένο το ΣΤΣ, υιοθετήθηκε την επομένη και καμία διεθνής δύναμη δεν αναπτύχθηκε πριν από την υιοθέτηση αυτή.
β) Μπορεί η επίδικη πράξη να αποδοθεί στην KFOR;
132. Αν το κεφάλαιο VII συνιστά την βάση της μεταβίβασης των εξουσιών ασφαλείας του Συμβουλίου Ασφαλείας, η μεταβίβαση αυτή πρέπει να είναι επαρκώς περιορισμένη για να παραμείνει συμβατή με τον βαθμό συγκέντρωσης της εξασφαλιζόμενης από το Συμβούλιο ασφαλείας συλλογικής ασφαλείας, η οποία συγκέντρωση είναι συνταγματικά αναγκαία δυνάμει του Χάρτη και, ειδικότερα, προκειμένου οι πράξεις του εντολοδόχου φορέως να είναι αποδοτέες στον ΟΗΕ (βλέπε, εκτός των Chestermann, de Wet, Friedrich, Kolb και Sarooshi, οι οποίοι μνημονεύονται όλοι πιο πάνω, Goelland-Debbas “The limits of Unilateral Enforcement of Community Objectives in the Framework of UN Peace Maintenance” EIL (2000) vol. 11, αριθ. 2369-2370 – Nils Blokker, “Is the authorization Authorised? Powers and Practice of the UN Security Council to Authorise the Use of Force by “Coalition of the Able and Willing”, EJIL (2000), vol. 11 αριθ. 3, σελ. 95-104, και υπόθεση Meroni κατά Ανώτατης Αρχής 9/56, [1958] ECR 133).
Τα όρια αυτά διατηρούν μία ισορροπία μεταξύ του κεντρικού ρόλου ασφαλείας του Συμβουλίου Ασφαλείας και δύο συγκεκριμένων πλευρών της θέσπισής της: Καταρχήν, η απουσία συμφωνιών συναφθεισών δυνάμει του άρθρου 43 σημαίνει ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας υπολογίζει στα Κράτη (και ιδιαίτερα στα μόνιμα μέλη του) και στις ομάδες Κρατών για την παροχή των στρατιωτικών μέσων που είναι απαραίτητα για την εκπλήρωση του ρόλου του ως προς την συλλογική ασφάλεια. Κατά δεύτερο λόγο, τέτοιες πολυεθνικές και σύνθετες αποστολές ασφαλείας απαιτούν μία σχετική μεταβίβαση της διοίκησης.
133. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι το ζήτημα-κλειδί επί του οποίου πρέπει να αποφανθεί είναι το αν το Συμβούλιο Ασφαλείας είχε διατηρήσει την τελική εξουσία και τον τελικό έλεγχο και αν μόνον η επιχειρησιακή διοίκηση είχε μεταβιβαστεί. Αυτό το μοντέλο μεταβίβασης είναι σήμερα ένα καθιερωμένο υποκατάστατο των συμφωνιών βάσει του άρθρου 43, οι οποίες ουδέποτε συνήφθησαν.
134. Τα ακόλουθα στοιχεία έρχονται να στηρίξουν την ιδέα ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας έχει διατηρήσει αυτήν την τελική εξουσία και τον τελικό έλεγχο, μεταβιβάζοντας ταυτόχρονα τις εξουσίες ασφαλείας που του παρέχει η Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Πρώτον, όπως σημείωσε το Δικαστήριο πιο πάνω, το κεφάλαιο VII εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο Ασφαλείας να μεταβιβάσει μία εξουσία στα «Κράτη μέλη και στις αρμόδιες διεθνείς οργανώσεις». Δεύτερον, η εν λόγω εξουσία ήταν μία εξουσία που μπορούσε να μεταβιβαστεί. Τρίτον, αυτή η μεταβίβαση δεν ήταν ούτε τεκμαιρόμενη ούτε σιωπηρή, αλλά προβλεπόταν ήδη ρητά μέσα στην ίδια την απόφαση. Τέταρτον, η απόφαση καθόρισε όρια επαρκώς προσδιορισμένα στην μεταβίβαση διατυπώνοντας την εντολή με την ηθελημένη ακρίβεια, αφού αναφέρονται σε αυτήν οι επιδιωκόμενοι στόχοι, οι ανατιθέμενοι ρόλοι και ευθύνες καθώς και τα μέσα που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Η αόριστη διατύπωση ορισμένων διατάξεων (βλέπε τις παρατηρήσεις του ΟΗΕ, πιο πάνω παράγραφος 118) δεν μπορούσε να αποφευχθεί πλήρως, λαμβανομένου υπόψη του συστατικού χαρακτήρα ενός τέτοιους κειμένου, του οποίου ο ρόλος είναι να καθορίσει γενικούς στόχους και σκοπούς και όχι να περιγράψει ή να παρέμβει στις λεπτομέρειες της υλοποίησης και των επιχειρησιακών επιλογών. Πέμπτον, οι διευθύνοντες της στρατιωτικής παρουσίας έπρεπε δυνάμει της απόφασης να λογοδοτούν στο Συμβούλιο Ασφαλείας κατά τρόπον ώστε να επιτρέπουν σε αυτό να ασκεί την γενική εξουσία και τον γενικό έλεγχό του (λογικά, το Συμβούλιο Ασφαλείας έπρεπε να συνεχίσει να παρακολουθεί ενεργά το ζήτημα – άρθρο 21 της απόφασης). Ο όρος που απαιτεί από τον Γενικό Γραμματέα να παρουσιάζει την έκθεση της KFOR στο Συμβούλιο Ασφαλείας συνιστά μία συμπληρωματική εγγύηση αφού ο Γενικός Γραμματέας φέρεται να αντιπροσωπεύει τα γενικά συμφέροντα του ΟΗΕ.
Αν και, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 19 της Απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας, οποιοδήποτε μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας μπορεί να χρησιμοποιήσει το δικαίωμα αρνησικυρίας του για να αντιταχθεί στο να τεθεί ένα τέλος στην εν λόγω μεταβίβαση, το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν πρόκειται για έναν παράγοντα, ο οποίος επαρκεί από μόνος του για να εξαχθεί ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν διατηρεί την τελική εξουσία και τον τελικό έλεγχο.
135. Κατά συνέπεια, η Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας εγκατέστησε την ακόλουθη αλυσίδα διοίκησης στις παρούσες υποθέσεις. Το Συμβούλιο Ασφαλείας διατήρησε την τελική εξουσία και τον τελικό έλεγχο πάνω στην αποστολή ασφαλείας και μεταβίβασε στο ΝΑΤΟ (μετά από διαβουλεύσεις με τα Κράτη που δεν είναι μέλη του ΝΑΤΟ) την εξουσία της εγκατάστασης μιας διεθνούς παρουσίας, της KFOR, καθώς και την επιχειρησιακή διοίκησή της. Το ΝΑΤΟ εξεπλήρωσε τα καθήκοντα διοίκησής του μέσω μιας αλυσίδας διοίκησης (ξεκινώντας από το Συμβούλιο του Βορείου Ατλαντικού, περνώντας από το SHAPE, μετά από το SACEUR και μετά από τον Επικεφαλής Διοικητή των Συμμαχικών Δυνάμεων της Νότιας Ευρώπης) μέχρι τον COMKFOR, δηλαδή τον διοικητή της KFOR. Αν οι ΠΕΤ διοικούνταν από έναν αξιωματικό του διευθύνοντος έθνους μεταξύ των Κρατών προμηθευτών των στρατευμάτων, αυτή είχε τεθεί υπό την άμεση διοίκηση του COMKFOR. Οι ΠΕΤ έπρεπε να ενεργούν σύμφωνα με ένα επιχειρησιακό σχέδιο, το οποίο είχε συλλάβει το ΝΑΤΟ και είχε υλοποιηθεί από τον COMKFOR στο όνομα της KFOR.
136. Αυτό το μοντέλο μεταβίβασης δείχνει ότι, αντιθέτως προς το επιχείρημα των προσφευγόντων, το οποίο επαναλαμβάνεται στην πιο πάνω παράγραφο 77, η άμεση επιχειρησιακή διοίκηση του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν είναι μία απαίτηση των αποστολών συλλογικής ασφαλείας που θεμελιώνονται πάνω στο κεφάλαιο VII.
137. Εν τούτοις, οι προσφεύγοντες διατυπώνουν λεπτομερείς παρατηρήσεις από τις οποίες προκύπτει ότι ο βαθμός ελέγχου των Κρατών προμηθευτών των στρατευμάτων είναι τέτοιος που προκαλεί την έξοδο των στρατευμάτων από την διεθνή εντολή και θέτει σε κίνδυνο την ενότητα της επιχειρησιακής διοίκησης. Στηρίζονται πάνω σε διάφορες πλευρές της εμπλοκής των Κρατών προμηθευτών των στρατευμάτων, συμπεριλαμβανομένης της πλευράς που τίθεται ως προμετωπίδα από την Επιτροπή της Βενετίας (πιο πάνω παράγραφος 50) και υποστηρίζουν ότι η KFOR δεν έχει διακεκριμένη νομική προσωπικότητα από εκείνη των Κρατών.
138. Το Δικαστήριο κρίνει πρωταρχικό να υπενθυμίσει ότι, όταν τα Κράτη, ενεργώντας κατά την ελεύθερη βούλησή τους, εξασφαλίζουν την αναγκαία αποστολή στρατευμάτων (πιο πάνω παράγραφος 24), διατηρούν στην πράξη κάποια εξουσία πάνω στους στρατιώτες (για λόγους, ειδικότερα, ασφαλείας, πειθαρχίας και υπακοής) καθώς και ορισμένες υποχρεώσεις έναντί τους (υλικές παροχές που περιλαμβάνουν τις στολές και τον εξοπλισμό). Η εκ μέρους του ΝΑΤΟ διοίκηση των επιχειρησιακών ζητημάτων δεν φέρεται επομένως ως αποκλειστική, αλλά το κύριο σημείο είναι αν, παρά την διαρθρωτική εμπλοκή των Κρατών προμηθευτών των στρατευμάτων, η διοίκηση αυτή είναι «πραγματική» (έκθεση της ΕΔΔ που μνημονεύεται στην πιο πάνω παράγραφο 32).
139. Το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ότι η εμπλοκή των Κρατών προμηθευτών των στρατευμάτων, είτε είναι πραγματική είτε διαρθρωτική, είναι ασυμβίβαστη με την πραγματικότητα (και ειδικότερα την ενότητα) της επιχειρησιακής διοίκησης του ΝΑΤΟ. Δεν βλέπει τίποτα που να αποτελεί ένδειξη ή απόδειξη της ύπαρξης συγκεκριμένων διαταγών προερχομένων από τα Κράτη προμηθευτές των στρατευμάτων που να αναφέρονται ή να παρεμβαίνουν στο επίδικο επιχειρησιακό ζήτημα (της κράτησης). Επίσης, τίποτα δεν αφήνει να εννοηθεί ότι η διαρθρωτική εμπλοκή των Κρατών προμηθευτών των στρατευμάτων, την οποία αποκάλυψαν οι προσφεύγοντες, έθιξε την πραγματικότητα του επιχειρησιακού ελέγχου του ΝΑΤΟ. Αφού, σύμφωνα με το δίκαιο, τα Κράτη αποστέλλουν οικειοθελώς στρατεύματα, η διατήρηση της εθνικής ανάπτυξης έχει επίσης εθελοντικό χαρακτήρα. Το γεγονός ότι τα Κράτη αυτά προμηθεύουν υλικά αγαθά στα στρατεύματά τους δεν έχει σημαντική επίπτωση πάνω στον επιχειρησιακό έλεγχο του ΝΑΤΟ. Κανείς δεν υποστήριξε ότι οι κανόνες στράτευσης που επιβλήθηκαν από το ΝΑΤΟ δεν τηρήθηκαν. Οι εθνικές διοικήσεις (στα ίδια τα στρατεύματά τους ή σε έναν τομέα του Κοσόβου) τίθενται υπό την άμεση επιχειρησιακή εξουσία του COMKFOR. Αν υπάρχει ένας κίνδυνος να τυγχάνουν οι καταγγελίες διαφορετικού χειρισμού ανάλογα με το Κράτος προμηθευτή των στρατευμάτων που είναι στην πηγή του επικαλουμένου προβλήματος (οι εθνικοί διοικητές είναι εκείνοι που αποφασίζουν αν πρέπει να παραιτηθούν από την ασυλία, τα Κράτη προμηθευτές των στρατευμάτων έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα για τα πειθαρχικά και ποινικά ζητήματα (τουλάχιστον), μερικά Κράτη προμηθευτές στρατευμάτων έχουν εγκαταστήσει το δικό τους δικαστικό γραφείο, και τουλάχιστον ένα από τα Κράτη αυτά έχει δεχθεί να είναι πολιτικώς υπεύθυνο (πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση Bici), δεν διευκρινίστηκε πώς το στοιχείο αυτό, αφ’ εαυτού, θα μπορούσε να βλάψει την πραγματικότητα ή την ενότητα της διοίκησης του ΝΑΤΟ σε επιχειρησιακά ζητήματα. Το Δικαστήριο δεν βλέπει πώς η απουσία συμφωνίας πάνω στο καθεστώς των δυνάμεων μεταξύ του ΟΗΕ και της χώρας υποδοχής, την ΟΔΓ, θα μπορούσε να επηρεάσει, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες, την επιχειρησιακή διοίκηση του ΝΑΤΟ. Το γεγονός ότι, όπως είπαν οι προσφεύγοντες (βλέπε την πιο πάνω παράγραφο 78), ο COMKFOR έχει την αποκλειστική ευθύνη της έκδοσης αποφάσεων θέσης υπό κράτηση, αντιστοιχεί σε μία κατανομή καθηκόντων και όχι σε ρήγμα στην δομή της ενοποιημένης διοίκησης, αφού ο COMKFOR ενεργεί ανά πάσα στιγμή ως αξιωματικός της KFOR, ο οποίος οφείλει να λογοδοτεί για τις πράξεις του ενώπιον του ΝΑΤΟ μέσω της πιο πάνω περιγραφόμενης αλυσίδας διοίκησης.
140. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν ο ΟΗΕ ο ίδιος δέχεται ότι ένα κάποιο περιθώριο προόδου υπάρχει ως προς τις δομές συνεργασίας και διοίκησης μεταξύ του Συμβουλίου Ασφαλείας, των Κρατών προμηθευτών των στρατευμάτων και των διεθνών οργανώσεων που έχουν συνεισφέρει, το Δικαστήριο εκτιμά ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας κατέχει την τελική εξουσία και τον τελικό έλεγχο και η πραγματική διοίκηση των εφαρμοστέων επιχειρησιακών ζητημάτων ανήκει στο ΝΑΤΟ.
141. Όθεν, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η KFOR ασκεί τα καθήκοντα που το Συμβούλιο Ασφαλείας της έχει μεταβιβάσει νόμιμα δυνάμει του κεφαλαίου VII, κατά τρόπο ώστε η επίδικη πράξη να είναι, καταρχήν, «αποδοτέα» στον ΟΗΕ, με την έννοια που δίνεται στον όρο αυτό στις πιο πάνω παραγράφους 29 και 121.
γ) Μπορεί η επίδικη παράλειψη να αποδοθεί στην MINUK;
142. Αντιθέτως προς την KFOR, η MINUK είναι ένα όργανο εξαρτώμενο από τον ΟΗΕ. Είτε είναι ένα όργανο εξαρτώμενο από τον Γενικό Γραμματέα ή από το Συμβούλιο Ασφαλείας, είτε έχει ή όχι νομική προσωπικότητα διακεκριμένη αυτής του ΟΗΕ, είτε η μεταβίβαση εξουσιών από το Συμβούλιο Ασφαλείας προς τον Γενικό Γραμματέα και/ ή την MINUK σέβεται ή όχι τον ρόλο που έχει απονεμηθεί στο Συμβούλιο Ασφαλείας από το άρθρο 24 του Χάρτη, η MINUK είναι ένα όργανο εξαρτώμενο από τον ΟΗΕ, το οποίο λογοδοτεί απευθείας, πλήρως και θεσμικώς για τις πράξεις του ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας (έκθεση της ΕΔΔ, πιο πάνω παράγραφος 33). Αν και η MINUK περιλαμβάνει τέσσερις πυλώνες (από τους οποίους οι τρεις διευθύνονταν την εποχή των γεγονότων από τον Ερυθρό Σταυρό, τον ΟΑΣΕ και την Ευρωπαϊκή Ένωση), έκαστος πυλώνας τελούσε υπό την εξουσία ενός αναπληρωτή ΕΑΓΓ, ο οποίος λογοδοτούσε για τις πράξεις τους ενώπιον του ΕΑΓΓ που, με την σειρά του, λογοδοτούσε στο Συμβούλιο Ασφαλείας (άρθρο 20 της Απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας).
143. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η MINUK είναι ένα όργανο εξαρτώμενο από τον ΟΗΕ, το οποίο θεσπίστηκε δυνάμει του κεφαλαίου VII του Χάρτη, κατά τρόπο ώστε η επίδικη παράλειψη να είναι, καταρχήν, «αποδοτέα» στον ΟΗΕ, με την έννοια που δίνεται στον όρο αυτό στις πιο πάνω παραγράφους 29 και 121.
Γ. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο ratione personae;
144. Έχει συνεπώς αποδειχθεί ότι οι επίδικες πράξη και παράλειψη είναι, καταρχήν, αποδοτέες στον ΟΗΕ. Επίσης, είναι προφανές ότι ο ΟΗΕ έχει νομική προσωπικότητα διακεκριμένη από εκείνη των Κρατών μελών του (υπόθεση της Κατανομής, CIJ Recueil 1949) και ότι η οργάνωση αυτή δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην Σύμβαση.
145. Στην απόφασή του στην υπόθεση Bosphorus (πιο πάνω αναφερόμενη, §§ 152-153), το Δικαστήριο είπε ότι, αν και η Σύμβαση δεν απαγορεύει στα Κράτη να μεταβιβάζουν κυριαρχικές εξουσίες σε μία διεθνή οργάνωση για σκοπούς συνεργασίας σε ορισμένους τομείς δραστηριότητος, τα Κράτη παραμένουν υπεύθυνα βάσει του άρθρου 1 της Σύμβασης για όλες τις πράξεις και τις παραλείψεις των οργάνων τους, ακόμη και αν αυτές απορρέουν από την ανάγκη της εκπλήρωσης των διεθνών νομικών υποχρεώσεων. Πράγματι, το άρθρο 1 δεν κάνει καμία διάκριση ως προς τον τύπο των επιδίκων κανόνων ή μέτρων και δεν αφαιρεί κανένα πρόσωπο της «δικαιοδοσίας» των Συμβαλλομένων Μερών από την εξουσία της Σύμβασης. Εν τούτοις, το Δικαστήριο έχει στην συνέχεια διευκρινίσει ότι, όταν η πράξη ενός Κράτους δικαιολογούνταν από την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν γι’αυτό από την ένταξή του σε μία διεθνή οργάνωση και η εν λόγω οργάνωση απέδιδε στα θεμελιώδη δικαιώματα μία προστασία τουλάχιστον αντίστοιχη προς εκείνη που εξασφαλίζεται από την Σύμβαση, συνέτρεχε λόγος να θεωρηθεί ότι το Κράτος τηρούσε τις απαιτήσεις της Σύμβασης. Ένα τέτοιο τεκμήριο θα μπορούσε εν τούτοις να ανατραπεί μέσα στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης υπόθεσης σε περίπτωση που θα διαπιστωνόταν ότι η προστασία των εγγυημένων από την Σύμβαση δικαιωμάτων έπασχε από πρόδηλη ανεπάρκεια. Σε μία τέτοια περίπτωση, ο ρόλος της Σύμβασης ως «συνταγματικού νομικού κειμένου της ευρωπαϊκής δημόσιας τάξης» στον τομέα των δικαιωμάτων του ανθρώπου θα υπερίσχυε του συμφέροντος της διεθνούς συνεργασίας (ίδια πιο πάνω απόφαση, §§ 155-156).
146. Εν προκειμένω, τίθεται επομένως το ζήτημα αν το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα ratione personae για να εξετάσει τις πράξεις των εναγομένων Κρατών που έχουν διαπραχθεί στο όνομα του ΟΗΕ και, γενικότερα, ποια είναι η σχέση μεταξύ της Σύμβασης και των πράξεων του ΟΗΕ βάσει του κεφαλαίου VII του Χάρτη του.
147. Το Δικαστήριο σημειώνει καταρχήν ότι εννέα από τα δώδεκα συμβαλλόμενα μέρη που είχαν υπογράψει αρχικά την Σύμβαση το 1950 (συμπεριλαμβανομένων και των δύο εναγομένων Κρατών) ήταν μέλη του ΟΗΕ από το 1945, ότι η μεγάλη πλειοψηφία των σημερινών Συμβαλλομένων Μερών εντάχθηκαν στον ΟΗΕ πριν να προσχωρήσουν στην Σύμβαση και ότι μέχρι σήμερα όλα τα Συμβαλλόμενα Μέρη είναι μέλη του ΟΗΕ. Όμως, ένας από τους σκοπούς της Σύμβασης (οι οποίοι αναγράφονται στο Προοίμιό της) είναι να εξασφαλίσει την συλλογική προστασία ορισμένων από τα δικαιώματα που αναφέρονται στην Παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που ψηφίστηκε από την Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Γενικότερα, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, όπως σημειώνει στην πιο πάνω παράγραφο 122, η Σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως των εφαρμοστέων κανόνων και των αρχών του διεθνούς δικαίου που έχουν εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών της. Το Δικαστήριο προσφεύγει λοιπόν σε δύο συμπληρωματικές διατάξεις του Χάρτη του ΟΗΕ, τα άρθρα 25 και 103, όπως αυτά έχουν ερμηνευθεί από το Διεθνές Δικαστήριο (πιο πάνω παράγραφος 27).
148. Πρέπει να δοθεί ακόμη μεγαλύτερο βάρος στον επιτακτικό χαρακτήρα του πρώτου σκοπού του ΟΗΕ και, συνακόλουθα, των εξουσιών που έχουν απονεμηθεί στο Συμβούλιο Ασφαλείας δυνάμει του κεφαλαίου VII για να επιτύχει τον σκοπό αυτό. Ειδικότερα, προκύπτει σαφώς από το προοίμιο, από τα άρθρα 1, 2 και 24, καθώς και από το κεφάλαιο VII του Χάρτη ότι ο ΟΗΕ έχει ως κύριο στόχο την διαφύλαξη της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας. Αν και είναι εξίσου σαφές ότι η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συμβάλλει σημαντικά στην εγκατάσταση της διεθνούς ειρήνης (βλέπε το Προοίμιο της Σύμβασης), παραμένει γεγονός ότι η κύρια ευθύνη ως προς τον στόχο αυτό ανήκει στο Συμβούλιο Ασφαλείας, το οποίο διαθέτει σημαντικά μέσα δυνάμει του κεφαλαίου VII για να τον επιτύχει, ειδικότερα με την υιοθέτηση καταναγκαστικών μέτρων. Η ευθύνη του Συμβουλίου Ασφαλείας προς τούτο είναι μοναδική και έχει καταστεί η συνέπεια της απαγόρευσης της μονομερούς προσφυγής στην βία, η οποία είναι σήμερα αναπόσπαστο τμήμα του διεθνούς εθιμικού δικαίου (πιο πάνω παράγραφοι 18-20).
149. Εν προκειμένω, το κεφάλαιο VII επέτρεψε στο Συμβούλιο Ασφαλείας να υιοθετήσει καταναγκαστικά μέτρα ως αντίδραση σε μία συγκεκριμένη σύγκρουση, η οποία θεωρήθηκε ότι μπορεί από την φύση της να απειλήσει την ειρήνη, μέτρα που εξετέθησαν μέσα στην Απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας, με την οποία συστήθηκαν η MINUK και η KFOR.
Οι επιχειρήσεις που υλοποιήθηκαν από τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας δυνάμει του κεφαλαίου VII του Χάρτη του ΟΗΕ είναι θεμελιώδεις για την αποστολή του ΟΗΕ, η οποία συνίσταται στην διαφύλαξη της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας, και στηρίζονται, για να είναι αποτελεσματικές, στις συνεισφορές των Κρατών μελών. Κατά συνέπεια, η Σύμβαση δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να προκαλέσει την υπαγωγή στον έλεγχο του Δικαστηρίου των πράξεων και παραλείψεων των Συμβαλλομένων Μερών, οι οποίες καλύπτονται από αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας και έχουν διαπραχθεί πριν από τέτοιες αποστολές ή κατά την διάρκειά τους. Τούτο θα εκλαμβανόταν ως μία παρέμβαση στην εκπλήρωση μιας κύριας αποστολής του ΟΗΕ στον τομέα αυτό, και μάλιστα, όπως είπαν ορισμένοι από τους διαδίκους, στην αποτελεσματική διεξαγωγή τέτοιων επιχειρήσεων. Τούτο θα ισοδυναμούσε επίσης στην επιβολή προϋποθέσεων για την υλοποίηση μιας απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας, οι οποίες δεν προβλέπονταν από το ίδιο το κείμενο της απόφασης. Αυτή η συλλογιστική εφαρμόζεται επίσης στις εθελοντικές πράξεις των εναγομένων Κρατών, όπως η ψήφος ενός μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας υπέρ της εφαρμοστέας διάταξης βάσει του κεφαλαίου VII και η αποστολή στρατευμάτων μέσα στο πλαίσιο της αποστολής ασφαλείας: τέτοιες πράξεις μπορεί να μην είναι κατά κυριολεξία υποχρεώσεις απορρέουσες από την ένταξη στον ΟΗΕ, αλλά είναι πρωταρχικές για την πραγματική εκπλήρωση από το Συμβούλιο Ασφαλείας της εντολής που του έχει δοθεί από το κεφάλαιο VII, και συνεπώς για την πραγματοποίηση από τον ΟΗΕ του επιτακτικού σκοπού της διαφύλαξης της ειρήνης και της ασφαλείας που του έχει ανατεθεί.
150. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων που προσφέρεται από την KFOR τόσο στο ουσιαστικό όσο και στο δικονομικό επίπεδο δεν είναι «αντίστοιχη» με εκείνη που εξασφαλίζεται από την Σύμβαση, με την έννοια, η οποία δίνεται από το Δικαστήριο στην απόφαση Bosphorus, γεγονός που ανατρέπει κατ’αυτούς το τεκμήριο του σεβασμού της Σύμβασης από τα εναγόμενα Κράτη.
151. Όμως, το Δικαστήριο βλέπει στις συνθήκες της υπόθεσης ουσιαστικές διαφορές σε σχέση με εκείνες της υπόθεσης Bosphorus. Στην απόφαση, η οποία εκδόθηκε στην υπόθεση αυτή, είχε σημειώσει ότι το εν λόγω μέτρο (η κατάσχεση του αεροσκάφους που μισθώθηκε από την προσφεύγουσα εταιρία) είχε εφαρμοστεί από τις αρχές του εναγομένου Κράτους, πάνω στο εθνικό έδαφός του, κατόπιν μιας απόφασης ενός υπουργού του Κράτους αυτού (Bosphorus, § 135). Επίσης, το Δικαστήριο δεν είχε δει στην υπόθεση αυτή κάποιο πρόβλημα αναφερόμενο στην αρμοδιότητά του, ειδικότερα ratione personae, έναντι του εναγομένου Κράτους, αν και η επίδικη κατάσχεση είχε αποφασιστεί στην βάση ενός κοινοτικού κανονισμού, ο οποίος είχε εκδοθεί και ο ίδιος σε εφαρμογή μιας απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αντιθέτως, στις παρούσες υποθέσεις, οι επίδικες πράξεις και παραλείψεις της KFOR και της MINUK δεν θα μπορούσαν να καταλογιστούν στα εναγόμενα Κράτη και, κατά τα άλλα, δεν έλαβαν χώρα στο έδαφός τους ούτε απορρέουν από αποφάσεις ληφθείσες από τις αρχές τους. Οι παρούσες προσφυγές διακρίνονται επομένως πλήρως από την υπόθεση Bosphorus στο επίπεδο τόσο της ευθύνης των εναγομένων Κρατών που απορρέουν από το άρθρο 1 όσο και της αρμοδιότητος ratione personae του Δικαστηρίου.
Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της φύσης της διεθνούς οργάνωσης και της διεθνούς συνεργασίας για την οποία επρόκειτο στην υπόθεση Bosphorus και της επίδικης εν προκειμένω. Όπως σημείωσε το Δικαστήριο πιο πάνω, η MINUK είναι ένα όργανο εξαρτώμενο από τον ΟΗΕ, το οποίο θεσπίστηκε δυνάμει του κεφαλαίου VII του Χάρτη, και οι εξουσίες που η KFOR άσκησε εν προκειμένω της είχαν μεταβιβαστεί νομίμως από το Συμβούλιο Ασφαλείας σε εφαρμογή του ιδίου αυτού κεφαλαίου VII. Οι πράξεις τους είναι επομένως ευθέως καταλογιστέες στον ΟΗΕ ως οργάνωσης με παγκόσμιο χαρακτήρα, η οποία καλύπτει έναν επιτακτικό στόχο συλλογικής ασφαλείας.
152. Όθεν, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι αιτιάσεις των προσφευγόντων πρέπει να κηρυχθούν ασυμβίβαστες ratione personae προς τις διατάξεις της Σύμβασης.
4. Άλλα ζητήματα παραδεκτού
153. Υπό το φως του πιο πάνω αναφερόμενου συμπεράσματός του, το Δικαστήριο κρίνει άσκοπη την εξέταση των άλλων παρατηρήσεων των διαδίκων σχετικά με το παραδεκτό της προσφυγής, και ειδικότερα εκείνες που σχετίζονται με την αρμοδιότητά του ratione loci για την εξέταση των αιτιάσεων των στρεφομένων κατά των εναγομένων Κρατών για τις εξω-εδαφικές πράξεις και παραλείψεις τους, με το ζήτημα του αν οι προσφεύγοντες έχουν εξαντλήσει όλες τις πραγματικές προσφυγές που διαθέτουν με την έννοια του άρθρου 35 § 1 της Σύμβασης και με το πρόβλημα της αρμοδιότητάς του να εξετάσει την υπόθεση, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που προέκυψαν από την πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση του Νομισματικού χρυσού (πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Banković και λοιποί, § 83).
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο,
Ομόφωνα, αποφασίζει να διαγράψει από το πινάκιο την προσφυγή R.S. στο μέτρο που στρέφεται κατά της Γερμανίας.
Κατά πλειοψηφία, κηρύσσει απαράδεκτες την προσφυγή A.B.. και B.B. και την προσφυγή R.S.στο μέτρο που στρέφονται κατά της Γαλλίας και της Νορβηγίας.
(υπογραφή)(υπογραφή)
Michael O’BOYLEΧρήστος ΡΟΖΑΚΗΣ
Αναπληρωτής ΓραμματέαςΠρόεδρος
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Κατάλογος των αρκτικόλεξων
ΣΤΣ (ΑΜΤ)Στρατιωτικό-τεχνικό σύμφωνο
ΚΣΣΕ (APCE)Κοινοβουλευτική συνέλευση του Συμβουλίου της
Ευρώπης
ΠΕΤ (BMN)Πολυεθνική ταξιαρχία
ΕΔΔ (CDI)Επιτροπή διεθνούς δικαίου
ΔΔ (CIJ)Διεθνές Δικαστήριο
COMKFORΔιοικητής της KFOR
ΕΠΒ (CPT)Επιτροπή για την πρόληψη των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης
KFORΔύναμη παρέμβασης του ΟΗΕ στο Κόσοβο
MINUKΑποστολή προσωρινής διοίκησης των Ηνωμένων Εθνών για το Κόσοβο
ΟΗΕ (ONU)Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών
OPLANΣχέδιο επιχειρήσεων
ΟΑΣΕ (OSCE)Οργάνωση για την ασφάλεια και την συνεργασία στην
Ευρώπη
ΝΑΤΟ(OTAN)Οργάνωση της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας
ΟΔΓ (RFY)Ομόσπονδη Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας
ΕΑΓΓ (RSSG)Ειδικός αντιπρόσωπος του Γενικού Γραμματέως
UNMACCΚέντρο συντονισμού της δράσης των Ηνωμένων Εθνών για την εξουδετέρωση των εκρηκτικών στο Κόσοβο
UNMASΥπηρεσία της δράσης των Ηνωμένων Εθνών για την εξουδετέρωση των εκρηκτικών στο Κόσοβο
Full & Egal Universal Law Academy