© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013. Η παρούσα μετάφραση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. την ένδειξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο τέλος του παρόντος εγγράφου.
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013. This translation does not bind the Court. For further information see the full copyright indication at the end of this document.
© Conseil de I’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013. La présente traduction ne lie pas la Cour. Pour plus de renseignements veuillez lire l’indication de copyright/droits d’auteur à la fin du présent document.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ YILDIRIM κατά ΤΟΥΡΚΙΑΣ
(Προσφυγή no 3111/10)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
18 Δεκεμβρίου 2012
ΟΡΙΣΤΙΚΗ
18/03/2013
Η απόφαση αυτή οριστικοποιήθηκε βάσει του Άρθρου 44 § 2 της Σύμβασης. Επιδέχεται μορφολογικές βελτιώσεις.
Για την υπόθεση Ahmet Yıldırım κατά Τουρκίας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (δεύτερο τμήμα), που συνεδρίασε σε σώμα συγκείμενο από τους:
Guido Raimondi, προεδρεύοντα,
Danutė Jočienė,
Dragoljub Popović,
András Sajó,
Işıl Karakaş,
Paulo Pinto de Albuquerque,
Helen Keller, δικαστές,
και τον Stanley Naismith, γραμματέα του τμήματος,
Κατόπιν συσκέψεως εν συμβουλίω στις 20 Νοεμβρίου 2012,
Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, που εγκρίνεται κατά την ημερομηνία αυτή:
Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση προήλθε από προσφυγή (no 3111/10) που ασκήθηκε κατά της Τουρκικής Δημοκρατίας, με την οποία ένας υπήκοος της χώρας αυτής, ο κ. Ahmet Yıldırım («ο προσφεύγων»), προσέφυγε στο Δικαστήριο στις 12 Ιανουαρίου 2010 σύμφωνα με το Άρθρο 34 της Σύμβασης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών («η Σύμβαση»).
2. Ο προσφεύγων εκπροσωπήθηκε από τον κ. A. Kaymak, δικηγόρο Σμύρνης. Η τουρκική κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τον υπάλληλό της.
3. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται συγκεκριμένα ότι το μέτρο του αποκλεισμού της πρόσβασης στον διαδικτυακό του τόπο, το οποίο αποφάσισαν οι εθνικές αρχές, συνιστά αδικαιολόγητη προσβολή των δικαιωμάτων του, τα οποία εγγυώνται τα Άρθρα 6, 7, 10, 13 της Σύμβασης και το Άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου no 1.
4. Στις 31 Ιανουαρίου 2011, η προσφυγή κοινοποιήθηκε στην Κυβέρνηση. Αποφασίστηκε επίσης, όπως επιτρέπει το Άρθρο 29 § 1 της Σύμβασης, να αποφανθεί το σώμα συγχρόνως περί του παραδεκτού και περί της ουσίας της υπόθεσης.
5. Ο προσφεύγων κατέθεσε συμπληρωματικές γραπτές παρατηρήσεις (Άρθρο 59 § 1 του κανονισμού). Παρατηρήσεις κατέθεσε επίσης η οργάνωση Open Society Justice Initiative, στην οποία η πρόεδρος του Δικαστηρίου είχε δώσει την έγκριση να παρέμβει στη γραπτή διαδικασία (Άρθρα 36 § 2 της Σύμβασης και 44 § 2 του κανονισμού).
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
I. ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
6. Ο προσφεύγων είναι γεννημένος το 1983 και διαμένει στην Κωνσταντινούπολη (Istanbul).
7. Είναι ιδιοκτήτης και διαχειριστής του ιστοχώρου «», όπου δημοσιεύει τις ακαδημαϊκές του εργασίες και τις απόψεις του σε διάφορους τομείς. Ο ιστοχώρος αυτός δημιουργήθηκε με την υπηρεσία «Google Sites» (), ένα εργαλείο της Google για δημιουργία και φιλοξενία ιστοχώρων.
8. Στις 23 Ιουνίου 2009, το επαρχιακό ποινικό δικαστήριο του Ντενιζλί (Denizli) εξέδωσε απόφαση διατάσσοντας, βάσει του Άρθρου 8 § 1 (β) του νόμου no 5651 σχετικά με τη νομιμοποίηση των δημοσιεύσεων στο Διαδίκτυο και την καταπολέμηση των αξιόποινων πράξεων που διαπράττονται στο Διαδίκτυο, τον αποκλεισμό της πρόσβασης στον ιστότοπο (στο εξής «ο επίδικος ιστοχώρος»). Επρόκειτο για ένα προληπτικό μέτρο το οποίο υιοθετήθηκε στο πλαίσιο μιας ποινικής διαδικασίας εναντίον του ιδιοκτήτη του, που κατηγορήθηκε για προσβολή της μνήμης του Ατατούρκ.
9. Την ίδια ημέρα, βάσει του Άρθρου 8 § 3 του νόμου no 5651, ένα αντίγραφο της απόφασης αποκλεισμού κοινοποιήθηκε προς εφαρμογή στην Προεδρία τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής («PTI»).
10. Στις 24 Ιουνίου 2009, κατ’ απαίτηση της PTI, το επαρχιακό ποινικό δικαστήριο του Ντενιζλί τροποποίησε την απόφασή του της 23ης Ιουνίου και αποφάσισε να αποκλείσει εντελώς την πρόσβαση στην υπηρεσία Google Sites βάσει του Άρθρου 8 του νόμου no 5651. Η PTI είχε επισημάνει ότι αυτή ήταν η μόνη περίπτωση να αποκλειστεί ο επίδικος ιστοχώρος, καθώς ο ιδιοκτήτης του δεν ήταν κάτοχος πιστοποιητικού φιλοξενίας και βρισκόταν στο εξωτερικό.
11. Η PTI, εφαρμόζοντας την απόφαση της 24ης Ιουνίου 2009, απέκλεισε εντελώς την πρόσβαση στην υπηρεσία Google Sites. Έτσι στάθηκε αδύνατο για τον προσφεύγοντα να έχει πρόσβαση στον δικό του ιστοχώρο, και οι όποιες προσπάθειές του προς αυτή την κατεύθυνση προσέκρουαν όλες στην απόφαση του δικαστηρίου.
12. Την 1η Ιουλίου 2009, ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση στην απόφαση αποκλεισμού της 24ης Ιουνίου 2009 και ζήτησε την άρση του μέτρου καθ’ όσον αφορούσε τον ιστότοπό του, υποστηρίζοντας ότι τον χρησιμοποιούσε τακτικά για να δημοσιεύει τις ακαδημαϊκές εργασίες του και τις απόψεις του σε διάφορους τομείς, και ότι το μέτρο είχε ως αποτέλεσμα να αποκλειστεί κάθε πρόσβαση στον εν λόγω ιστοχώρο, ενώ ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με τον ιστοχώρο που αποκλείστηκε για παράνομο περιεχόμενο. Υποστήριξε ειδικότερα ότι, προκειμένου να μην επηρεαστούν οι υπόλοιποι ιστοχώροι από το εν λόγω μέτρο, θα έπρεπε να επιλεγεί ένας τρόπος που να καθιστά μη προσβάσιμο μόνο τον επίδικο ιστοχώρο. Παρέθεσε ως παράδειγμα ένα μέτρο αποκλεισμού της διεύθυνσης URL.
Προς υποστήριξη του αιτήματός του, παρουσίασε στο δικαστήριο ένα αντίγραφο της ιστοσελίδας που εμφανιζόταν όταν επιχειρούσε πρόσβαση στον ιστότοπό του (). Στη σελίδα αυτή αναγραφόταν η ακόλουθη προειδοποίηση:
«Η Προεδρία των τηλεπικοινωνιών και της πληροφορικής εφαρμόζει την απόφαση της 24ης Ιουνίου 2009 το επαρχιακού ποινικού δικαστηρίου του Ντενιζλί αναφορικά με τον παρόντα δικτυακό τόπο () στο πλαίσιο ενός προληπτικού μέτρου.»
13. Στις 13 Ιουλίου 2009, το πλημμελειοδικείο του Ντενιζλί απέρριψε το αίτημα του προσφεύγοντος. Αναφερόμενο σε μια απόφαση της PTI προς την ίδια κατεύθυνση, το πλημμελειοδικείο θεώρησε ότι ο μόνος τρόπος να αποκλειστεί η πρόσβαση στον επίδικο ιστοχώρο, σύμφωνα προς τη συγκεκριμένη απόφαση, ήταν να αποκλειστεί η πρόσβαση συνολικά στη σελίδα «», που μετέδιδε την διωκόμενη δημοσίευση.
14. Σε επιστολή με ημερομηνία 25 Απριλίου 2012, ο προσφεύγων επεσήμανε στο Δικαστήριο ότι εξακολουθούσε να μην έχει πρόσβαση στον ιστότοπό του, ενώ εξ όσων γνώριζε η ποινική διαδικασία κατά του ιδιοκτήτη του επίδικου ιστοχώρου είχε ολοκληρωθεί στις 25 Μαρτίου 2011 χωρίς να ασκηθεί δίωξη, καθώς ήταν αδύνατον να προσδιοριστεί η ταυτότητα και η διεύθυνση του κατηγορουμένου, που βρισκόταν στο εξωτερικό.
II. Η ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
A. Ο νόμος no 5651 της 4ης Μαΐου 2007 σχετικά με τη νομιμοποίηση των δημοσιεύσεων στο Διαδίκτυο και την καταπολέμηση των αξιόποινων πράξεων που διαπράττονται στο Διαδίκτυο
15. Στα σχετικά του μέρη, ο νόμος no 5651 αναφέρει τα εξής:
« Άρθρο 2
Ορισμοί
1) Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου,
(...)
ε) [Εννοείται ως] πάροχος πρόσβασης (erişim sağlayıcı) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει στους χρήστες πρόσβαση στο Διαδίκτυο·
στ) [Εννοείται ως] πάροχος περιεχομένου (içerik sağlayıcı) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παράγει, τροποποιεί ή παρέχει κάθε είδους πληροφορίες ή δεδομένα στους χρήστες του Διαδικτύου·
(...)
ζ) [Εννοούνται ως] δημοσίευση (yayın) που μεταδίδεται στο Διαδίκτυο τα δεδομένα τα οποία είναι προσβάσιμα στο Διαδίκτυο σε ακαθόριστο αριθμό ατόμων·
(...)
ι) [Εννοείται ως] δημοσίευση (yayın) η δημοσίευση στο Διαδίκτυο·
(...)
Άρθρο 4
Ευθύνη των παρόχων περιεχομένου
1) Οι πάροχοι περιεχομένου θεωρούνται υπεύθυνοι για κάθε περιεχόμενο που παρέχουν στο Διαδίκτυο.
2) Οι πάροχοι περιεχομένου δεν θεωρούνται υπεύθυνοι για περιεχόμενο που ανήκει σε άλλον και το οποίο είναι διαθέσιμο μέσω συνδέσμου που παρέχουν οι ίδιοι (...)
(...)
Άρθρο 5
Ευθύνη των παρόχων φιλοξενίας
1) Ο πάροχος φιλοξενίας δεν έχει την υποχρέωση να επιτηρεί τα περιεχόμενα που φιλοξενεί, ούτε να ελέγχει εάν συνιστούν παράνομη δραστηριότητα.
2) Ο πάροχος φιλοξενίας, με την επιφύλαξη της ποινικής του ευθύνης, όταν ενημερώνεται, βάσει των Άρθρων 8 και 9 του παρόντος νόμου, για τον παράνομο χαρακτήρα ενός περιεχομένου το οποίο φιλοξενεί, έχει την υποχρέωση, στον βαθμό που κατέχει την τεχνική δυνατότητα, να παύει τη δημοσίευσή του.
Άρθρο 6
Ευθύνη των παρόχων πρόσβασης
1) α) Ο πάροχος πρόσβασης, όταν ενημερώνεται, βάσει των διατάξεων του παρόντος νόμου, για τον παράνομο χαρακτήρα του περιεχομένου που δημοσιεύει χρήστης, έχει την υποχρέωση, στον βαθμό που κατέχει την τεχνική δυνατότητα, να αποκλείει την πρόσβαση στο παράνομο περιεχόμενο.
(...)
2) Ο πάροχος πρόσβασης δεν έχει την υποχρέωση να ελέγχει τη συμμόρφωση με τον νόμο των περιεχομένων και των πληροφοριών στις οποίες εξασφαλίζει την πρόσβαση.
(...)
Άρθρο 8
Η απόφαση αποκλεισμού πρόσβασης και η εκτέλεσή της
1) Αποφασίζεται αποκλεισμός της πρόσβασης (erişimin engellenmesi) στις δημοσιεύσεις που μεταδίδονται στο Διαδίκτυο για τις οποίες υπάρχουν επαρκείς λόγοι να θεωρηθεί ότι, εξαιτίας του περιεχομένου τους, στοιχειοθετούν τα παρακάτω αδικήματα:
α) Αδικήματα που προβλέπονται από τον ποινικό κώδικα (...)
1) προτροπή σε αυτοκτονία (άρθ. 84),
2) σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων (άρθ. 103 § 1),
3) διευκόλυνση της χρήσης ναρκωτικών ουσιών (άρθ. 190),
4) παροχή προϊόντος επικίνδυνου για την υγεία (άρθ. 194),
5) προσβολή ηθών (άρθ. 226),
6) πορνεία (άρθ. 227),
7) φιλοξενία τυχερών παιγνίων (άρθ. 228),
β) αδικήματα κατά της μνήμης του Ατατούρκ που προβλέπονται από τον νόμο no 5816 της 25ης Ιουλίου 1951.
(...)
2) Ο αποκλεισμός της πρόσβασης αποφασίζεται από την δικαστή, εάν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, ή από το δικαστήριο, σε περίπτωση δικαστικής δίωξης. Κατά την αποδεικτική διαδικασία, ο αποκλεισμός της πρόσβασης μπορεί να διαταχθεί από τον εισαγγελέα στις περιπτώσεις όπου μια καθυστέρηση θα ήταν επιβλαβής. Πρέπει τότε να υποβληθεί στον δικαστή για έγκριση, εντός των επόμενων είκοσι τεσσάρων ωρών. Ο δικαστής οφείλει να εκδώσει την απόφασή του εντός είκοσι τεσσάρων ωρών. Εάν δεν εγκρίνει τον αποκλεισμό, το μέτρο αίρεται αμέσως από τον εισαγγελέα. Είναι δυνατή η άσκηση ένστασης κατά των αποφάσεων αποκλεισμού ως προληπτικού μέτρου, βάσει των διατάξεων του κώδικα ποινικής δικονομίας no 5271.
3) Ένα αντίγραφο της απόφασης αποκλεισμού που έχει ληφθεί από τον δικαστή, από το δικαστήριο ή από τον εισαγγελέα κοινοποιείται στην Προεδρία [τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής] προς εκτέλεση.
4) Όταν ο πάροχος περιεχομένου ή ο πάροχος φιλοξενίας βρίσκονται στο εξωτερικό (...) η απόφαση αποκλεισμού εκδίδεται αυταπάγγελτα από την Προεδρία. Γνωστοποιείται κατόπιν στον πάροχο πρόσβασης, από τον οποίο απαιτείται η εκτέλεσή της.
5) Οι αποφάσεις αποκλεισμού πρόσβασης είναι εκτελεστέες άμεσα, και το αργότερο εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από την κοινοποίησή τους.
(...)
7) Όταν μια δικαστική έρευνα δεν καταλήγει σε άσκηση δίωξης, η απόφαση αποκλεισμού της πρόσβασης ακυρώνεται αυτομάτως (...)
8) Όταν μια δίκη καταλήγει σε αθώωση, η απόφαση αποκλεισμού της πρόσβασης ακυρώνεται αυτομάτως (...)
9) Όταν καταργείται το παράνομο περιεχόμενο, αίρεται ο αποκλεισμός πρόσβασης (...) »
16. Η Προεδρία τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής ιδρύθηκε βάσει του προσωρινού Άρθρου 7 του νόμου no 2559 για τις αρμοδιότητες και τις υποχρεώσεις της αστυνομίας, που τροποποιήθηκε στις 3 Ιουλίου 2005 με τον νόμο no 5397. Ως διοικητικό όργανο, είναι υπεύθυνη κυρίως για την καταγραφή και τον έλεγχο των πληροφοριών που μεταδίδονται από τα μέσα τηλεπικοινωνιών.
17. Στην πράξη, όταν ένα δικαστήριο διατάσσει τον αποκλεισμό πρόσβασης σε έναν συγκεκριμένο ιστοχώρο, η PTI οφείλει να εκτελέσει το μέτρο. Εάν ο πάροχος περιεχομένου ή ο πάροχος φιλοξενίας βρίσκονται στο εξωτερικό, η PTI μπορεί να αποκλείσει εντελώς την πρόσβαση στις σελίδες του ενδιάμεσου παρόχου, βάσει του Άρθρου 8 §§ 3 και 4 του νόμου no 5651. Όταν εγκρίνεται συνεπώς μια απόφαση αποκλεισμού, μπορεί να αποκλειστεί όχι μόνο η πρόσβαση στον ιστοχώρο που αποτελεί αντικείμενο ποινικής διαδικασίας, αλλά η πρόσβαση σε όλο το περιεχόμενο του συγκεκριμένου τομέα Διαδικτύου. Έτσι, τομείς όπως οι «», «», «Google groups», «» ή και «» αποτέλεσαν αντικείμενο μέτρων αποκλεισμού πρόσβασης για μεγάλα χρονικά διαστήματα, εξαιτίας των ιστοχώρων που φιλοξενούσαν.
18. Η έννοια της «δημοσίευσης» όπως προβλέπεται στο Άρθρο 2 § 1 του νόμου no 5651 έχει επίσης προκαλέσει αντιπαραθέσεις στη βιβλιογραφία. Σύμφωνα με ορισμένους σχολιαστές, η παράγραφος (ζ) [ğ], κατά την οποία η έννοια της «δημοσίευσης στο Διαδίκτυο» ορίζεται ως «τα δεδομένα τα οποία είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο σε ακαθόριστο αριθμό ατόμων», βρίσκεται σε αντίφαση με την έννοια την οποία δίνει η παράγραφος (ι) [l] του ίδιου Άρθρου, κατά την οποία «[εννοείται ως] δημοσίευση η δημοσίευση στο Διαδίκτυο». Πράγματι, η δυσκολία προκύπτει από την αναφορά στα «δεδομένα διαθέσιμα στο Διαδίκτυο», η οποία μπορεί να περιλαμβάνει κάθε είδους δεδομένα που μεταδίδονται στο Διαδίκτυο.
III. Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ
A. Συμβούλιο της Ευρώπης
1. Η Σύμβαση για το ηλεκτρονικό έγκλημα
19. Η Σύμβαση για το ηλεκτρονικό έγκλημα (STE no 185), που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2004, καταρτίστηκε από τα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, τον Καναδά, την Ιαπωνία, τη Νότιο Αφρική και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στοχεύει σε διάφορους τύπους αδικημάτων που σχετίζονται με το ηλεκτρονικό έγκλημα: τα εγκλήματα κατά της εμπιστευτικότητας, της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας ηλεκτρονικών δεδομένων και συστημάτων, την ηλεκτρονική πλαστογραφία και απάτη, τα εγκλήματα που σχετίζονται με το ηλεκτρονικό περιεχόμενο και ειδικότερα με την παιδική πορνογραφία, και τα εγκλήματα που συνδέονται με την προσβολή πνευματικής ιδιοκτησίας και με τα συναφή δικαιώματα (κεφάλαιο II, ενότητα 1, τίτλοι 1 ως 4).
2. Επιτροπή των Υπουργών
a. Η τελική διακήρυξη CM (2005)56
20. Στο προοίμιο της διακήρυξης της Επιτροπής Υπουργών για τα δικαιώματα του ανθρώπου και το κράτος δικαίου στην κοινωνία της πληροφορίας (CM (2005)56 τελική, 13 Μαΐου 2005), αναγνωρίζεται ότι «η περιορισμένη πρόσβαση ή η απουσία πρόσβασης στις [τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνίας (TIC / ΤΠΕ)] μπορεί να στερήσει στα άτομα την δυνατότητά τους να ασκούν πλήρως τα θεμελιώδη δικαιώματά τους». Στο πρώτο κεφάλαιο της διακήρυξης, που επιγράφεται «Τα δικαιώματα του ανθρώπου στην Κοινωνία της πληροφορίας», αναφέρονται τα ακόλουθα:
« 1. Δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης, πληροφόρησης και επικοινωνίας
Οι ΤΠΕ προσφέρουν σε όλους δυνατότητες ελεύθερης έκφρασης, που υπερβαίνουν κάθε προηγούμενο. Παράλληλα ωστόσο, θέτουν σοβαρά υπό αμφισβήτηση την ελευθερία αυτή, λόγου χάρη σε περίπτωση λογοκρισίας από το Κράτος ή τον ιδιωτικό τομέα.
Η ελευθερία έκφρασης, πληροφόρησης και επικοινωνίας οφείλει να γίνεται σεβαστή στο ψηφιακό περιβάλλον, ακριβώς όπως και στο μη ψηφιακό περιβάλλον. Δεν επιτρέπεται να υπόκειται σε περιορισμούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται από το Άρθρο 10 της ΕΣΑΔ, για τον λόγο και μόνο ότι ασκείται υπό ψηφιακή μορφή.
Τα Κράτη μέλη, εγγυώμενα την ελευθερία της έκφρασης, οφείλουν να εξασφαλίζουν ότι η εθνική τους νομοθεσία κατά των παράνομων περιεχομένων, όπως τα περιεχόμενα ρατσιστικού χαρακτήρα ή σε πνεύμα φυλετικών διακρίσεων και η παιδική πορνογραφία, εφαρμόζεται εξίσου για τα αδικήματα που διαπράττονται μέσω των ΤΠΕ.
Τα Κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν και να ενισχύουν τα νομικά και πρακτικά μέτρα, ώστε να αποφεύγεται η λογοκρισία από το Κράτος και τον ιδιωτικό τομέα. (...) »
β. Η διακήρυξη της 28ης Μαΐου 2003
21. Στο προοίμιο της διακήρυξης που επιγράφεται «Ελευθερία της επικοινωνίας στο Διαδίκτυο» η οποία εγκρίθηκε από την Επιτροπή Υπουργών στις 28 Μαΐου 2003, κατά την 840η σύνοδο Αναπληρωτών Υπουργών, αναφέρεται ότι ο a priori έλεγχος των επικοινωνιών στο Διαδίκτυο, ανεξαρτήτως συνόρων, θα πρέπει να παραμείνει εξαίρεση, και ότι πρέπει να καταργηθούν τα εμπόδια στην ατομική πρόσβαση στο Διαδίκτυο. Στην διακήρυξη διατυπώνονται ειδικότερα οι ακόλουθες αρχές:
« (...)
Αρχή 1: Κανόνες σχετικά με τα περιεχόμενα στο Διαδίκτυο
Τα Κράτη μέλη δεν πρέπει να υποβάλλουν τα περιεχόμενα που μεταδίδονται στο Διαδίκτυο σε περιορισμούς πέρα από εκείνους που ισχύουν για τα άλλα μέσα μετάδοσης περιεχομένων.
(...)
Αρχή 3: Απουσία εκ των προτέρων ελέγχου του Κράτους
Οι δημόσιες αρχές δεν πρέπει να αρνούνται, μέσω γενικών μέτρων αποκλεισμού ή ελέγχου, την πρόσβαση του κοινού στην πληροφορία και άλλες επικοινωνίες στο Διαδίκτυο, ανεξαρτήτως συνόρων. Αυτό δεν εμποδίζει την εγκατάσταση φίλτρων για την προστασία των ανηλίκων, ιδίως σε μέρη προσβάσιμα στους ανηλίκους όπως τα σχολεία και οι βιβλιοθήκες.
Υπό τον όρο ότι γίνονται σεβαστές οι εγγυήσεις του Άρθρου 10, παράγραφος 2, της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, μπορούν να ληφθούν μέτρα για την κατάργηση ενός σαφώς προσδιοριζόμενου διαδικτυακού περιεχομένου, ή εναλλακτικά να αποκλειστεί η πρόσβαση σε αυτό, εάν οι αρμόδιες εθνικές αρχές έχουν λάβει προσωρινή ή οριστική απόφαση για τον παράνομο χαρακτήρα.
(...) »
22. Στην επεξηγηματική σημείωση της διακήρυξης, η αρχή no 3 σχολιάζεται ως ακολούθως:
«Απουσία εκ των προτέρων ελέγχου του Κράτους
Η αρχή αυτή υπογραμμίζει τη σημασία της απουσίας εκ των προτέρων ελέγχου του Κράτους σε ό,τι το κοινό μπορεί να αναζητά στο Διαδίκτυο. Ορισμένες χώρες τείνουν πράγματι να αποκλείουν την πρόσβαση του πληθυσμού στα περιεχόμενα κάποιων ξένων ή εθνικών ιστοχώρων για πολιτικούς λόγους. Η πρακτική αυτή, και κάθε ανάλογη πρακτική εκ των προτέρων ελέγχου από το Κράτος, πρέπει να καταδικάζεται αυστηρά.
Παρότι τα Κράτη δεν θα πρέπει με κανέναν τρόπο να καταφεύγουν σε ευρείας κλίμακας μέτρα με στόχο τον αποκλεισμό της πρόσβασης σε ανεπιθύμητα περιεχόμενα, πρέπει να επιτρέπονται εξαιρέσεις προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία των ανηλίκων. Όταν οι ανήλικοι έχουν πρόσβαση στο Διαδίκτυο λόγου χάρη στο σχολείο ή στις βιβλιοθήκες, οι δημόσιες αρχές μπορούν να απαιτήσουν την εγκατάσταση φίλτρων στους υπολογιστές, ώστε να αποκλείεται η πρόσβαση σε επιβλαβές περιεχόμενο.
Η απουσία εκ των προτέρων ελέγχου του Κράτους δεν αποκλείει, φυσικά, τη λήψη ορισμένων μέτρων προκειμένου να καταργηθεί ένα περιεχόμενο του Διαδικτύου ή να αποκλειστεί η πρόσβαση σε αυτό κατόπιν προσωρινής ή οριστικής απόφασης των αρμόδιων εθνικών αρχών για τον παράνομο χαρακτήρα του, όσον αφορά όχι μόνο το ποινικό δίκαιο αλλά και άλλους τομείς του δικαίου, όπως το αστικό ή το διοικητικό δίκαιο. Πρόκειται για την τυπική περίπτωση διαταγών για τη μη δημοσίευση παράνομου περιεχομένου στο Διαδίκτυο. Τέτοια μέτρα, που ενδεχομένως οδηγούν σε κάποιας μορφής εκ των προτέρων έλεγχο, θα πρέπει να συμμορφώνονται προς τις διατάξεις του Άρθρου 10, παράγραφος 2, της Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, και θα πρέπει να αφορούν ένα σαφώς προσδιοριζόμενο περιεχόμενο του Διαδικτύου.»
γ. Η σύσταση CM/Rec(2007)16
23. Το 2007, η Επιτροπή Υπουργών ενέκρινε την σύσταση CM/Rec(2007)16 για μέτρα με στόχο την προαγωγή της αξίας της δημόσιας υπηρεσίας του Διαδικτύου. Τα ζητήματα της προσβασιμότητας του Διαδικτύου και των επιτρεπόμενων περιορισμών αντιμετωπίζονται εμμέσως στο δεύτερο και το τρίτο κεφάλαιο, που επιγράφονται «Πρόσβαση» και «Άνοιγμα».
δ. Η σύσταση CM/Rec(2007)11
24. Και πάλι το 2007, η Επιτροπή Υπουργών ενέκρινε επίσης την σύσταση CM/Rec(2007)11 για την προαγωγή της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης στο νέο περιβάλλον της πληροφορίας και της επικοινωνίας.
ε. Η σύσταση CM/Rec(2008)6
25. Το 2008, η Επιτροπή Υπουργών ενέκρινε τη σύσταση CM/Rec(2008)6. Στο παράρτημά της εκτίθενται οι κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τη χρήση και τον έλεγχο των φίλτρων Διαδικτύου προκειμένου να ασκείται και να απολαμβάνεται πλήρως η ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης.
f. Η σύσταση CM/Rec(2012)3
26. Στις 4 Απριλίου 2012, η Επιτροπή Υπουργών ενέκρινε την σύσταση CM/Rec(2012)3 για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου στο πλαίσιο των μηχανών αναζήτησης. Στην παράγραφο 1 της διακήρυξης αυτής, υπογραμμίζεται κυρίως ότι «οι μηχανές αναζήτησης επιτρέπουν στο κοινό ολόκληρου του κόσμου να αναζητά, να λαμβάνει και να κοινοποιεί πληροφορίες, ιδέες και άλλα περιεχόμενα, και ειδικότερα να έχει πρόσβαση στη γνώση, να λαμβάνει μέρος σε συζητήσεις και να συμμετέχει στις δημοκρατικές διαδικασίες.»
B. Ευρωπαϊκή Ένωση
α. Η σύσταση 2008/2160(INI),
27. Στη Σύσταση 2008/2160(INI), που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 26 Μαρτίου 2009, προβλέπεται ρητά ότι τα Κράτη οφείλουν να συμμετέχουν στις προσπάθειες με στόχο την εγκαθίδρυση μιας δημοκρατίας της πληροφορίας, μέσω της άνευ όρων και ασφαλούς πρόσβασης στο Διαδίκτυο. Έτσι, το Κοινοβούλιο συστήνει στα Κράτη μέλη να καταδικάζουν την επιβαλλόμενη από τις κυβερνήσεις λογοκρισία του περιεχομένου που μπορεί να αναζητείται στους δικτυακούς τόπους, και τα καλεί «να εγγυώνται ότι η ελευθερία της έκφρασης δεν θα υποβάλλεται σε αυθαίρετους περιορισμούς προερχόμενους από τον δημόσιο ή/και ιδιωτικό χώρο, και να αποφεύγουν κάθε νομοθετικό ή διοικητικό μέτρο που θα μπορούσε να λειτουργεί αποτρεπτικά σε οποιαδήποτε πλευρά της ελευθερίας έκφρασης».
β. Η υπόθεση Scarlet Extended SA κατά Βελγικής Εταιρείας συγγραφέων, συνθετών και εκδοτών (Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης)
28. Η υπόθεση C-70/10, που εξετάστηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (CJUE), αφορούσε προδικαστικό ερώτημα σχετικά με τη δικαστική εντολή προς έναν πάροχο πρόσβασης στο Διαδίκτυο να εφαρμόσει ένα μόνιμο σύστημα ελέγχου αποκλείοντας κάθε ηλεκτρονική δραστηριότητα που θα μπορούσε να προσβάλει τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας.
29. Στην απόφασή του, με ημερομηνία 24 Νοεμβρίου 2011, το CJUE ανέφερε ότι οι κάτοχοι δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας θα έπρεπε να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν την έκδοση διαταγής σε βάρος ενδιάμεσου προσώπου που μεταδίδει σε δίκτυο παράνομη αναπαραγωγή από τρίτους προστατευόμενου έργου ή άλλου προστατευόμενου αντικειμένου, και ότι οι ειδικοί όροι τέτοιας διαταγής θα έπρεπε να ρυθμίζονται από το εθνικό δίκαιο. Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι οι εθνικοί αυτοί κανόνες θα πρέπει ωστόσο να σέβονται τους περιορισμούς που απορρέουν από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και κυρίως τις διατάξεις της οδηγίας 2000/31/CE για το ηλεκτρονικό εμπόριο, βάσει της οποίας οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να υιοθετούν μέτρα που να εξαναγκάζουν έναν πάροχο πρόσβασης στο Διαδίκτυο να έχει τη γενική εποπτεία των πληροφοριών που μεταδίδονται στο δίκτυό του. Εκτίμησε ότι η διαταγή που εκδόθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν σεβόταν την απαίτηση να εξασφαλίζεται μια σωστή ισορροπία ανάμεσα στην προστασία του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, από τη μια μεριά, και από την άλλη την ελευθερία του επιχειρείν, την ελευθερία της προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ελευθερία λήψης ή κοινοποίησης πληροφοριών. Κατέληξε επομένως στο συμπέρασμα ότι η δικαστική διαταγή προς έναν πάροχο πρόσβασης στο Διαδίκτυο να εγκαταστήσει ένα σύστημα ελέγχου όλων των ηλεκτρονικών επικοινωνιών που διαμετακομίζονται μέσω των υπηρεσιών του, το οποίο να εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλους τους πελάτες του προληπτικά, με αποκλειστικώς δικά του έξοδα και χωρίς χρονικό περιορισμό, αντέβαινε στο δίκαιο της Ένωσης, και συγκεκριμένα στην οδηγία 2000/31/CE και στα θεμελιώδη δικαιώματα.
Γ. Η Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου των Ηνωμένων Εθνών
30. Στο γενικό της σχόλιο no 34 για το Άρθρο 19 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που εγκρίθηκε κατά την 102η σύνοδό της (11-29 Ιουλίου 2011), η Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου των Ηνωμένων Εθνών ανέφερε τα εξής:
«43. Κάθε περιορισμός που επιβάλλεται στη λειτουργία των δικτυακών τόπων, των ιστολογίων και κάθε άλλου συστήματος μετάδοσης πληροφοριών μέσω του Διαδικτύου, των ηλεκτρονικών ή άλλων μέσων, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων υποστήριξης που συνδέονται με αυτά τα μέσα επικοινωνίας, όπως οι πάροχοι πρόσβασης στο Διαδίκτυο ή οι μηχανές αναζήτησης, είναι θεμιτός μόνο στον βαθμό που είναι συμβατός με την παράγραφο 3. Οι θεμιτοί περιορισμοί θα έπρεπε γενικά να στοχεύουν σε ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο· οι γενικές απαγορεύσεις λειτουργίας που πλήττουν ορισμένους ιστοχώρους και συστήματα δεν είναι συμβατές με την παράγραφο 3. Το να απαγορευτεί σε έναν ιστοχώρο ή σε ένα σύστημα μετάδοσης πληροφοριών να δημοσιεύσουν κάποιο περιεχόμενο, για τον λόγο και μόνο ότι ενδέχεται το περιεχόμενο αυτό να αποτελεί κριτική στην κυβέρνηση ή σε ένα πολιτικό και κοινωνικό σύστημα που υιοθετεί η κυβέρνηση, είναι εξίσου ασύμβατο με την παράγραφο 3.»
IV. ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
31. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η σχετική με το Διαδίκτυο νομοθεσία, που εγγράφεται σε ένα πλαίσιο ταχείας εξέλιξης των νέων τεχνολογιών, είναι ιδιαίτερα δυναμική και αποσπασματική, φαίνεται δύσκολο να συναχθούν κοινοί κανόνες με βάση τα στοιχεία συγκριτικού δικαίου που αφορούν τις χώρες μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Οι έρευνες που διεξήγαγε το Δικαστήριο σχετικά με τις νομοθεσίες είκοσι Κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης (Γερμανία, Αυστρία, Αζερμπαϊτζάν, Βέλγιο, Ισπανία, Εσθονία, Φινλανδία, Γαλλία, Ιρλανδία, Ιταλία, Λιθουανία, Κάτω Χώρες, Πολωνία, Πορτογαλία, Τσεχική Δημοκρατία, Ρουμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ρωσία, Σλοβενία και Ελβετία) δείχνουν ότι το δικαίωμα πρόσβασης στο Διαδίκτυο προστατεύεται θεωρητικά από τις συνταγματικές εγγυήσεις που ισχύουν στο θέμα της ελευθερίας έκφρασης και της ελευθερίας λήψης ιδεών και πληροφοριών, ότι θεωρείται σύμφυτο του δικαιώματος πρόσβασης στην πληροφορία και την επικοινωνία, το οποίο προστατεύεται από τα εθνικά Συντάγματα, και ότι εμπεριέχει το δικαίωμα του καθενός να συμμετέχει στην κοινωνία της πληροφορίας και την υποχρέωση των Κρατών να εγγυώνται την πρόσβαση των πολιτών στο Διαδίκτυο. Μπορεί επομένως να συναγάγει κανείς από το σύνολο των γενικών εγγυήσεων που προστατεύουν την ελευθερία έκφρασης ότι θα πρέπει να αναγνωριστεί επίσης ένα δικαίωμα ανεμπόδιστης πρόσβασης στο Διαδίκτυο.
32. Έτσι, στην απόφασή του της 10ης Ιουνίου 2009 (Απόφαση no 2009‑580 DC), το Γαλλικό Συνταγματικό Συμβούλιο δήλωσε ξεκάθαρα ότι η ελευθερία έκφρασης περιλαμβάνει την ελευθερία πρόσβασης στο Διαδίκτυο. Διατύπωσε επίσης ορισμένες θεμελιώδεις αρχές στο θέμα του περιορισμού της πρόσβασης στο Διαδίκτυο: περιορισμός στην ελευθερία των πολιτών να έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών μπορεί να παραγγελθεί μόνο από δικαστή, ύστερα από δίκαιη δίκη, και πρέπει να χαρακτηρίζεται από αναλογικότητα. Θεωρώντας ότι, «δεδομένης της φύσης της ελευθερίας την οποία εγγυάται το Άρθρο 11 της Διακήρυξης του 1789, ο νομοθέτης δεν μπορούσε [...] να αναθέσει τις αρμοδιότητες [του περιορισμού ή του αποκλεισμού της πρόσβασης στο Διαδίκτυο] σε μια διοικητική αρχή με σκοπό να προστατεύσει τα δικαιώματα των κατόχων δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων», το Συνταγματικό Συμβούλιο κήρυξε αντισυνταγματικά τα άρθρα του νόμου που προέβλεπαν, σε περίπτωση προσβολής των πνευματικών δικαιωμάτων, τη διακοπή της πρόσβασης στο Διαδίκτυο χωρίς προηγούμενη δικαστική απόφαση. Έκρινε ότι η διακοπή πρόσβασης ήταν δυνατόν να γίνει μόνο εάν αποφασιζόταν ύστερα από μια δικαστική διαδικασία εκατέρωθεν ακρόασης, ως συμπληρωματική ποινή, και δήλωσε ότι προληπτικά μέτρα ή διαταγές μπορούν να παραγγελθούν από τον πρόεδρο δικαστηρίου, με την επιφύλαξη να είναι «απολύτως αναγκαία για την προστασία απειλούμενων δικαιωμάτων».
33. Όσον αφορά τα πιθανά μέτρα περιορισμού σε περίπτωση παράνομων περιεχομένων στο Διαδίκτυο, υπάρχει στα νομικά κείμενα των ευρωπαϊκών χωρών μεγάλη διαφορά προσεγγίσεων και νομοθετικών μέτρων, που κυμαίνονται από την εξατομικευμένη διακοπή πρόσβασης στο Διαδίκτυο μέχρι την απαγόρευση πρόσβασης σε συγκεκριμένο ιστοχώρο και τη διαγραφή του παράνομου περιεχομένου. Στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών Κρατών, η προστασία των δικαιωμάτων των ανηλίκων και η μάχη ενάντια στη σεξουαλική τους εκμετάλλευση βρίσκονται στη βάση της λήψης κατάλληλων μέτρων περιορισμού της πρόσβασης σε επίμαχους ιστοχώρους (Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ελβετία και Γαλλία). Όσον αφορά την κοινή εγκληματικότητα, τα μέτρα περιορισμού της πρόσβασης είναι διαφορετικά και λιγότερο αυστηρά σε έξι χώρες (Αυστρία, Εσθονία, Φινλανδία, Ιταλία, Λιθουανία, Κάτω Χώρες).
34. Όσον αφορά την έκταση των μέτρων περιορισμού της πρόσβασης, γενικά γίνεται διάκριση ανάλογα με τη φύση της διαπραχθείσας παράβασης, εάν δηλαδή πρόκειται για παράβαση που προσβάλλει τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας ή για άλλου είδους παράβαση. Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΑΣΕ με τίτλο «Freedom of Expression on the Internet: Study of legal provisions and practices related to freedom of expression, the free flow of information and media pluralism on the Internet in OSCE participating States [Ελευθερία έκφρασης στο Διαδίκτυο: Μελέτη των νομικών διατάξεων και πρακτικών σχετικά με την ελευθερία της έκφρασης, την ελεύθερη ροή πληροφοριών και τον πλουραλισμό των μέσων στο Διαδίκτυο στα Κράτη μέλη του ΟΑΣΕ]», δεν υπάρχουν γενικές νομικές διατάξεις για τον αποκλεισμό της πρόσβασης στο Διαδίκτυο στην Αυστρία, τη Γερμανία, την Πολωνία και την Τσεχική Δημοκρατία, και πέντε Κράτη δεν έχουν διατάξεις που να προβλέπουν τον γενικό αποκλεισμό ανεξαρτήτως του είδους της παράβασης, αλλά έχουν ειδικές νομικές διατάξεις που προβλέπουν τον αποκλεισμό για ορισμένους τύπους παράβασης (Εσθονία, Ρωσική Ομοσπονδία, Φινλανδία, Κάτω Χώρες, Ηνωμένο Βασίλειο), λόγου χάρη σε περίπτωση παιδικής πορνογραφίας ή ρατσισμού, ή ακόμη σε περίπτωση έκφρασης μίσους, προτροπής σε τρομοκρατία ή δυσφήμισης.
35. Στη Ρωσία, παρότι η πρόσβαση στο Διαδίκτυο δεν μπορεί να απαγορευτεί γενικά, οι ομοσπονδιακοί νόμοι μπορούν να επιτρέψουν τον περιορισμό της πρόσβασης για ειδικούς λόγους, λόγου χάρη για την προστασία των θεμελίων του συνταγματικού συστήματος, της ηθικής, της υγείας, των δικαιωμάτων και των νόμιμων συμφερόντων τρίτων, ή προκειμένου να διασφαλιστεί η εθνική άμυνα και ασφάλεια (ομοσπονδιακός νόμος no 149-FZ).
36. Στα Κράτη που δεν διαθέτουν νομοθετικό πλαίσιο, γενικό ή ειδικό, που να προβλέπει το κλείσιμο των ιστοχώρων ή/και τον αποκλεισμό της πρόσβασης, η έλλειψη αυτή δεν αποκλείει τη δυνατότητα υιοθέτησης μέτρων αποκλεισμού από τους δικαστές ή την εφαρμογή τους σε εθελοντική βάση.
37. Η δυνατότητα να αμφισβητηθεί ένα μέτρο απαγόρευσης της πρόσβασης στο Διαδίκτυο συνδέεται στενά με τις γενικές εγγυήσεις προστασίας του δικαιώματος λήψης πληροφοριών και έκφρασης. Στο Αζερμπαϊτζάν, στο Βέλγιο, στην Ισπανία, τη Λιθουανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και στην Τσεχική Δημοκρατία, δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις σχετικά με τους λεπτομερείς όρους προσφυγής εναντίον ενός μέτρου περιορισμού πρόσβασης σε μια σελίδα του Διαδικτύου. Η νομοθεσία παραπέμπει στις γενικές συνταγματικές διατάξεις για την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, ή, στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου, στη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου εάν ο χρήστης αποδείξει ότι διαθέτει έννομο συμφέρον που συνδέεται με το αντικείμενο του αμφισβητούμενου μέτρου. Στην Εσθονία, η νομοθεσία προβλέπει ρητά τη δυνατότητα να αμφισβητηθεί ο περιορισμός πρόσβασης σε πληροφορίες του Διαδικτύου ενώπιον ανώτερης διοικητικής αρχής, ενώπιον ειδικής υπηρεσίας, ή απευθείας ενώπιον της διοικητικής δικαιοσύνης, όταν πρόκειται για δημόσια πληροφορία την οποία οι αρχές υποχρεούνται να καθιστούν προσβάσιμη («νόμος για την πληροφόρηση του κοινού»).
Ο ΝΟΜΟΣ
I. ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 10 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
38. Ο προσφεύγων διαμαρτύρεται για την έλλειψη δυνατότητας πρόσβασης στον ιστότοπό του, εξαιτίας ενός μέτρου που διατάχθηκε στο πλαίσιο μιας ποινικής υπόθεσης, η οποία ουδεμία σχέση είχε με τον ιστότοπό του. Θεωρεί το μέτρο προσβολή του δικαιώματός του στην ελευθερία λήψης και κοινοποίησης πληροφοριών και ιδεών, το οποίο εγγυάται το Άρθρο 10 της Σύμβασης, που αναφέρει τα εξής:
« 1. Καθένας έχει δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία της γνώμης και την ελευθερία λήψης ή κοινοποίησης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς να μπορούν να παρέμβουν οι δημόσιες αρχές και ανεξαρτήτως συνόρων. Το παρόν άρθρο δεν αποτρέπει τα Κράτη από το να υποβάλλουν τις επιχειρήσεις ραδιοφωνίας, κινηματογράφου ή τηλεόρασης σε ένα σύστημα αδειοδοτήσεων.
2. Η άσκηση των ελευθεριών αυτών, που ενέχει υποχρεώσεις και ευθύνες, μπορεί να διέπεται από ορισμένες διατυπώσεις, προϋποθέσεις, περιορισμούς ή κυρώσεις που να προβλέπει ο νόμος, εφόσον όλα αυτά συνιστούν αναγκαία μέτρα, εντός μιας δημοκρατικής κοινωνίας, για την εθνική ασφάλεια, την εδαφική ακεραιότητα ή τη δημόσια ασφάλεια, για τη διασφάλιση της τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος, για την προστασία της υγείας ή της ηθικής, για την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων των άλλων, για την αποτροπή της αποκάλυψης εμπιστευτικών πληροφοριών ή προκειμένου να διασφαλιστεί το κύρος και η αμεροληψία της δικαστικής εξουσίας.»
39. Η Κυβέρνηση δεν παρουσίασε παρατηρήσεις.
A. Περί του παραδεκτού
40. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αιτίαση δεν είναι προδήλως αβάσιμη, κατά το Άρθρο 35 § 3 (α) της Σύμβασης. Εξάλλου, δεν προσκρούει σε κανέναν άλλον λόγο απαραδέκτου. Πρέπει επομένως να κριθεί παραδεκτή.
B. Περί της ουσίας
1. Θέσεις των αντιδίκων
41. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι ο αποκλεισμός του Google Sites συνιστά έμμεση λογοκρισία. Εκτιμά ότι η συνέπεια του αποκλεισμού αυτού για τον ίδιο, δηλαδή η αδυναμία πρόσβασης στον δικό του ιστοχώρο ο οποίος δεν είχε καμία σχέση με το παράνομο περιεχόμενο που υπήρξε η αιτία για το μέτρο αποκλεισμού του Google Sites, ήταν δυσανάλογη σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους. Θεωρεί εξάλλου ότι η διαδικασία που κατέληξε στην απόφαση αποκλεισμού του Google Sites δεν μπορεί να θεωρηθεί δίκαιη και αμερόληπτη.
42. Η Κυβέρνηση δεν παρουσίασε παρατηρήσεις.
2. Παρεμβάσεις τρίτων
43. Αναφερόμενη στη δικογραφία του Δικαστηρίου, η οργάνωση The Open Society Justice Initiative εκτιμά ότι, με δεδομένο ότι το Google Sites φιλοξενεί μεγάλο όγκο δεδομένων και πληροφοριών και ότι, επομένως, είναι συγκρίσιμο με τα ηλεκτρονικά αρχεία των μεγάλων εφημερίδων ή με τις παραδοσιακές βιβλιοθήκες, το επίδικο μέτρο συνιστά εκ των προτέρων περιορισμό της δημοσίευσης. Υπογραμμίζει ότι, ενώ σκοπός του μέτρου που ελήφθη σε αυτή την περίπτωση ήταν να αποκλειστεί ένας συγκεκριμένος ιστοχώρος που διένεμε περιεχόμενο το οποίο αποτελούσε προσβολή στη μνήμη του Ατατούρκ, αποκλείστηκε η πρόσβαση συνολικά στο Google Sites, που φιλοξενούσε τον αμφισβητούμενο ιστοχώρο. Ένα τέτοιο μέτρο, που αποκλείει την πρόσβαση σε τόσο μεγάλο όγκο πληροφοριών για απροσδιόριστη χρονική διάρκεια, θα μπορούσε να θεωρηθεί εκ των προτέρων περιορισμός, εφόσον εμποδίζει τους χρήστες του Διαδικτύου να έχουν πρόσβαση στο αποκλεισμένο περιεχόμενο για απροσδιόριστη χρονική διάρκεια. Ανάλογοι περιορισμοί ενδέχεται να παρουσιάζουν τόσο μεγάλους κινδύνους, ώστε απαιτούν την πλέον προσεκτική εξέταση από πλευράς του Δικαστηρίου.
44. Η οργάνωση The Open Society Justice Initiative προσθέτει ότι τα μέτρα αποκλεισμού που εμποδίζουν την πρόσβαση σε ένα σύνολο ιστοχώρων παρουσιάζουν τον κίνδυνο της «παράπλευρης λογοκρισίας», και θα έπρεπε συνεπώς να αποφεύγεται η χρήση τέτοιων μέσων, δυσανάλογων κατά την οργάνωση, εφόσον είναι τεχνικά εφικτό να αποκλείεται μόνο ο αμφισβητούμενος ιστοχώρος. Παραθέτοντας τα παραδείγματα χωρών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οργάνωση παρατηρεί ότι ποτέ δεν ελήφθη στη Γαλλία, στη Γερμανία ή στο Ηνωμένο Βασίλειο κανένα μέτρο αποκλεισμού ευρείας κλίμακας του περιεχομένου του Διαδικτύου, όπως αυτό που υιοθετήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
45. Εξάλλου, το τουρκικό σύστημα δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις κατά της αυθαιρεσίας. Έτσι, δεν υπήρχε καμία υποχρέωση να ενημερωθούν για το μέτρο οι πάροχοι περιεχομένου ή οι κάτοχοι άλλων ιστοχώρων που πλήττονταν από τον αποκλεισμό. Επιπλέον, διατάχθηκαν στη χώρα αποκλεισμοί πολλών ιστοχώρων, με χιλιάδες χρήστες, χωρίς να εφαρμοστεί καμία εγγύηση. Λόγου χάρη, τα «YouT», «GeoCities», «Dailymotion» και πολλές υπηρεσίες της «Google» αποκλείστηκαν επί μήνες ή χρόνια, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα σημαντική «παράπλευρη λογοκρισία».
3. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
α. Σχετικά με την ύπαρξη παρέμβασης
46. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο προσφεύγων είναι ιδιοκτήτης και χρήστης ιστοχώρου, μέσω του οποίου δηλώνει ότι δημοσιεύει τις ακαδημαϊκές του εργασίες και τις απόψεις του σε διάφορους τομείς. Παραπονείται για την αδυναμία πρόσβασης στον ιστότοπό του, λόγω ενός μέτρου που παραγγέλθηκε στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης η οποία δεν είχε καμία σχέση με τον ιστότοπό του. Το συγκεκριμένο μέτρο συνιστά, κατά τον ίδιο, εκ των προτέρων περιορισμό επιβαλλόμενο πριν από την έκδοση μιας δικαστικής απόφασης επί της ουσίας.
47. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το Άρθρο 10 καθ’ αυτό δεν απαγορεύει κάθε εκ των προτέρων περιορισμό της δημοσίευσης. Απόδειξη γι’ αυτό είναι οι λέξεις «όροι», «περιορισμοί», «αποτροπή» και «πρόληψη», που βρίσκονται στο κείμενο του Άρθρου, αλλά και οι αποφάσεις Sunday Times κατά Ηνωμένου Βασιλείου (no 1) (26 Απριλίου 1979, σειρά A no 30), και Markt intern Verlag GmbH και Klaus Beermann κατά Γερμανίας (20 Νοεμβρίου 1989, σειρά A no 165). Ανάλογοι περιορισμοί παρουσιάζουν ωστόσο τόσο μεγάλους κινδύνους, ώστε απαιτούν από πλευράς Δικαστηρίου την πλέον λεπτομερή εξέταση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση του Τύπου: η πληροφορία είναι ένα αγαθό αναλώσιμο, και η καθυστέρηση της δημοσίευσής της, έστω και για βραχεία χρονική περίοδο, υπάρχει κίνδυνος να της στερήσει κάθε αξία και ενδιαφέρον. Ο κίνδυνος αυτός υφίσταται εξίσου όταν πρόκειται για εκδόσεις, άλλες από τις περιοδικές, που αφορούν κάποιο θέμα της επικαιρότητας.
48. Όσον αφορά τη σημασία των διαδικτυακών τόπων στην άσκηση της ελευθερίας έκφρασης, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, στην υπόθεση Times Newspapers Ltd κατά Ηνωμένου Βασιλείου (nos 1 και 2), (nos 3002/03 και 23676/03, § 27, CEDH 2009), είχε ήδη αποφανθεί το εξής:
«χάρη στην προσβασιμότητά τους καθώς και στην ικανότητά τους να διατηρούν και να διανέμουν μεγάλο όγκο δεδομένων, οι διαδικτυακοί τόποι συμβάλλουν τα μέγιστα στην καλύτερη πρόσβαση του κοινού στην επικαιρότητα, και γενικώς στη διευκόλυνση της επικοινωνίας της πληροφορίας.»
49. Οι εκτιμήσεις αυτές ισχύουν και για την συγκεκριμένη περίπτωση. Πράγματι, το Δικαστήριο σημειώνει ότι το Google Sites είναι ένα εργαλείο της Google που επιτρέπει την πιο εύκολη δημιουργία και κοινοποίηση ενός διαδικτυακού τόπου εντός ενός συνόλου, και αποτελεί έτσι μέσο άσκησης της ελευθερίας έκφρασης.
50. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το Άρθρο 10 εγγυάται την ελευθερία έκφρασης σε «όλους»· δεν κάνει διάκριση ανάλογα με τον επιδιωκόμενο σκοπό ούτε ανάλογα με τον ρόλο που τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα διαδραμάτισαν στην άσκηση αυτής της ελευθερίας (Çetin και άλλοι κατά Τουρκίας, nos 40153/98 και 40160/98, § 57, CEDH 2003‑III (αποσπάσματα)). Αφορά όχι μόνο το περιεχόμενο των πληροφοριών, αλλά και τα μέσα μετάδοσης των πληροφοριών αυτών, διότι κάθε περιορισμός που τους επιβάλλεται πλήττει το δικαίωμα λήψης και κοινοποίησης πληροφοριών (βλέπε, τηρουμένων των αναλογιών, Autronic AG κατά Ελβετίας, 22 Μαΐου 1990, § 47, σειρά A no 178). Επίσης, το Δικαστήριο έχει αναφέρει πλειστάκις ότι το Άρθρο 10 εγγυάται όχι μόνο το δικαίωμα κοινοποίησης πληροφοριών, αλλά κα το δικαίωμα του κοινού να λαμβάνει πληροφορίες (Observer και Guardian κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 26 Νοεμβρίου 1991, § 59 β), σειρά A no 216, και Guerra και άλλοι κατά Ιταλίας, 19 Φεβρουαρίου 1998, § 53, Συγκεντρωτικός κατάλογος αποφάσεων 1998-I).
51. Στην προκειμένη περίπτωση, το μέτρο του αποκλεισμού πρόσβασης στον ιστοχώρο ήταν αποτέλεσμα μιας απόφασης η οποία υιοθετήθηκε από το επαρχιακό ποινικό δικαστήριο του Ντενιζλί. Αρχικά επρόκειτο για ένα προληπτικό μέτρο που παραγγέλθηκε από το δικαστήριο στο πλαίσιο μιας ποινικής διαδικασίας εναντίον ενός τρίτου ιστοχώρου, βάσει του νόμου no 5816 ο οποίος απαγορεύει την προσβολή στη μνήμη του Ατατούρκ. Ωστόσο, το διοικητικό όργανο που ανέλαβε την εκτέλεση του εν λόγω μέτρου αποκλεισμού, δηλαδή η PTI, αιτήθηκε να παραγγελθεί ο συνολικός αποκλεισμός πρόσβασης στο Google Sites. Με απόφαση της 24ης Ιουνίου 2009, το επαρχιακό ποινικό δικαστήριο του Ντενιζλί ικανοποίησε το αίτημα αυτό. Αποφασίζοντας σχετικά με την ένσταση που εξέφρασε ο προσφεύγων, το πλημμελειοδικείο του Ντενιζλί επιβεβαίωσε εν συνεχεία το μέτρο, θεωρώντας ότι ο μόνος τρόπος να αποκλειστεί ο ιστοχώρος τον οποίο αφορούσε η ποινική διαδικασία ήταν να αποκλειστεί η πρόσβαση στο Google Sites. Έτσι, η PTI απέκλεισε την πρόσβαση συνολικά στον τομέα «Google Sites», παρεμποδίζοντας παρεμπιπτόντως και τον προσφεύγοντα να έχει πρόσβαση στον ιστότοπό του. Προκύπτει από τα γεγονότα της δικογραφίας ότι, ως συνέπεια του μέτρου αυτού, ο προσφεύγων επί απροσδιόριστη χρονική περίοδο δεν είχε δυνατότητα πρόσβασης στον δικό του ιστοχώρο, και ότι οι προσπάθειές του προς αυτό τον σκοπό προσέκρουαν στην απόφαση αποκλεισμού που είχε εκδοθεί από το δικαστήριο. Μπορεί επομένως νόμιμα να ισχυριστεί ότι το εν λόγω μέτρο έπληξε το δικαίωμά του να λαμβάνει και να κοινοποιεί πληροφορίες ή ιδέες.
52. Στον πυρήνα της υπόθεσης βρίσκεται επομένως κατ’ αρχήν η παράπλευρη συνέπεια ενός προληπτικού μέτρου που υιοθετήθηκε στο πλαίσιο μια δικαστικής διαδικασίας: ενώ ούτε το Google Sites καθ’ αυτό, ούτε ο ιστοχώρος του προσφεύγοντος ήταν αντικείμενο της διαδικασίας αυτής, εντούτοις η PTI απέκλεισε την πρόσβαση σε αυτούς τους ιστοχώρους προκειμένου να εκτελέσει το μέτρο που παραγγέλθηκε από το επαρχιακό ποινικό δικαστήριο του Ντενιζλί. Ο αποκλεισμός θα έπρεπε να διαρκέσει μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας, ή μέχρι να αποσυρθεί το παράνομο περιεχόμενο του ιστοχώρου που φιλοξενούσε το Google Sites (Άρθρο 9 του νόμου no 5651). Επρόκειτο συνεπώς για εκ των προτέρων αποκλεισμό, εφόσον εφαρμοζόταν προτού εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας.
53. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι, όποια και αν ήταν η νομική βάση, ένα τέτοιο μέτρο επρόκειτο ασφαλώς να επηρεάσει την προσβασιμότητα στο Διαδίκτυο, και ως εκ τούτου υπείχε την ευθύνη του εναγόμενου Κράτους βάσει του Άρθρου 10 (βλέπε, τηρουμένων των αναλογιών, Vereinigung demokratischer Soldaten Österreichs και Gubi κατά Αυστρίας, 19 Δεκεμβρίου 1994, § 27, σειρά A no 302).
54. Παρατηρεί επίσης ότι ο αμφισβητούμενος αποκλεισμός ήταν αποτέλεσμα μια απαγόρευσης η οποία έπληττε κατ’ αρχήν έναν τρίτο διαδικτυακό τόπο. Λόγω ακριβώς του συνολικού αποκλεισμού του Google Sites το μέτρο έπληξε και τον προσφεύγοντα, ιδιοκτήτη ενός άλλου διαδικτυακού τόπου που φιλοξενούνταν επίσης στον ίδιο τομέα. Ασφαλώς, δεν πρόκειται κυριολεκτικά για πλήρη απαγόρευση, αλλά για περιορισμό της πρόσβασης στο Διαδίκτυο, περιορισμό ο οποίος είχε ως συνέπεια να αποκλειστεί επίσης η πρόσβαση στον διαδικτυακό τόπο του προσφεύγοντος. Ωστόσο, η περιορισμένη συνέπεια του αμφισβητούμενου αποκλεισμού δεν αμβλύνει τη σημασία του, καθώς μάλιστα το Διαδίκτυο έχει καταστεί σήμερα ένα από τα κύρια μέσα άσκησης του δικαιώματος ελεύθερης έκφρασης και πληροφόρησης των ατόμων: βρίσκει κανείς στο Διαδίκτυο βασικά εργαλεία συμμετοχής σε δραστηριότητες και συζητήσεις σχετικά με πολιτικά ζητήματα ή δημόσιου ενδιαφέροντος.
55. Συνοπτικά, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το επίδικο μέτρο συνιστά περιορισμό ως αποτέλεσμα ενός προληπτικού μέτρου αποκλεισμού ενός διαδικτυακού τόπου: με σκοπό την εκτέλεση του μέτρου αυτού, το δικαστήριο παράγγειλε επίσης, ύστερα από αίτημα της PTI, τον αποκλεισμό πρόσβασης στο Google Sites, που φιλοξενούσε επίσης τον διαδικτυακό τόπο του προσφεύγοντος. Έτσι, ο προσφεύγων δεν είχε τη δυνατότητα πρόσβασης στον διαδικτυακό του τόπο. Το στοιχείο αυτό είναι επαρκές για το Δικαστήριο ώστε να συμπεράνει ότι το επίδικο μέτρο συνιστά «παρέμβαση δημόσιων αρχών» στο δικαίωμα του ενδιαφερομένου στην ελευθερία έκφρασης, αναπόσπαστο μέρος της οποίας είναι η ελευθερία λήψης και κοινοποίησης πληροφοριών ή ιδεών (βλέπε, τηρουμένων των αναλογιών, Ayşe Öztürk κατά Τουρκίας, no 24914/94, § 42, 15 Οκτωβρίου 2002).
56. Παρόμοια παρέμβαση παραβιάζει το Άρθρο 10 εάν δεν είναι «προβλεπόμενη από τον νόμο», δεν έχει έναν ή περισσότερους θεμιτούς σκοπούς σύμφωνα με το Άρθρο 10 § 2 και δεν είναι «αναγκαία εντός μιας δημοκρατικής κοινωνίας» για την επίτευξη του σκοπού ή των σκοπών αυτών.
β. Προβλεπόμενο από τον νόμο
57. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει εξαρχής ότι η φράση «προβλεπόμενο από τον νόμο» στο Άρθρο 10 § 2 προϋποθέτει πρώτα απ’ όλα ότι το επίδικο μέτρο πρέπει να διαθέτει βάση στο εθνικό δίκαιο, αλλά σχετίζεται επίσης και με την ποιότητα του εν λόγω νόμου: εκφράζει την απαίτηση να είναι ο νόμος προσβάσιμος στο ενδιαφερόμενο άτομο, το οποίο επιπλέον πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προβλέπει τις συνέπειές του για το ίδιο, καθώς και να είναι συμβατός με το κράτος δικαίου (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Dink κατά Τουρκίας, nos 2668/07, 6102/08, 30079/08, 7072/09 και 7124/09, § 114, 14 Σεπτεμβρίου 2010). Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ένας κανόνας είναι «προβλέψιμος» όταν συντάσσεται με τρόπο αρκετά συγκεκριμένο ώστε να επιτρέπει στον καθένα, με τις κατάλληλες συμβουλές εάν υπάρξει ανάγκη, να ρυθμίζει την συμπεριφορά του (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, RTBF κατά Βελγίου, no 50084/06, § 103, 29 Μαρτίου 2011, Akçam κατά Τουρκίας, no 32964/96, § 87, 30 Οκτωβρίου 2001).
58. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο αποκλεισμός της πρόσβασης στον ιστοχώρο τον οποίο αφορούσε η δικαστική διαδικασία είχε νομική βάση, δηλαδή το άρθρο 8 § 1 του νόμου no 5651. Στο ερώτημα εάν το άρθρο 8 § 1 του νόμου no 5651 ανταποκρινόταν επίσης στην απαίτηση της προσβασιμότητας και της προβλεψιμότητας, ο προσφεύγων εκτιμά ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση, καθώς η συγκεκριμένη διάταξη είναι κατά τον ίδιο υπερβολικά ασαφής.
59. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το εθνικό δίκαιο, για να ανταποκριθεί σε αυτές τις απαιτήσεις, πρέπει να παρέχει μια ορισμένη προστασία των δικαιωμάτων τα οποία εγγυάται η Σύμβαση από αυθαίρετες προσβολές της δημόσιας εξουσίας. Όταν πρόκειται για ζητήματα που αφορούν τα θεμελιώδη δικαιώματα, ο νόμος θα αντέβαινε το κράτος δικαίου, που αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αρχές οι οποίες κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση σε μια δημοκρατική κοινωνία, εάν η διακριτική ευχέρεια που διαθέτει η εκτελεστική εξουσία δεν γνώριζε όρια. Κατά συνέπεια, ο νόμος πρέπει να ορίζει το εύρος και τις λεπτομέρειες της άσκησης μιας τέτοια εξουσίας με επαρκή σαφήνεια (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, τις αποφάσεις Sunday Times όπ.π., § 49, και Maestri κατά Ιταλίας [GC], no 39748/98, § 30, CEDH 2004‑I).
60. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι εάν, τη στιγμή που ελήφθη η απόφαση του αποκλεισμού, υπήρχε ένας σαφής και συγκεκριμένος κανόνας, που θα επέτρεπε στον προσφεύγοντα να ρυθμίσει αναλόγως τη συμπεριφορά του στο θέμα αυτό.
61. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι βάσει του άρθρου 8 § 1 του νόμου no 5651, ο δικαστής μπορεί να διατάξει τον αποκλεισμό πρόσβασης «σε δημοσιεύσεις που μεταδίδονται στο Διαδίκτυο για τις οποίες υπάρχουν επαρκείς λόγοι να θεωρηθεί ότι, εξαιτίας του περιεχομένου τους, στοιχειοθετούν αδικήματα». Το άρθρο 2 του ίδιου νόμου δίνει δύο ορισμούς της έννοιας της «δημοσίευσης»: σύμφωνα με την παράγραφο (ζ) [ğ] «[εννοούνται ως] δημοσίευση στο Διαδίκτυο τα δεδομένα τα οποία είναι προσβάσιμα στο Διαδίκτυο σε ακαθόριστο αριθμό ατόμων», ενώ σύμφωνα με την παράγραφο (ι) [l], «[εννοείται ως] δημοσίευση η δημοσίευση στο Διαδίκτυο». Παρόλο που φαίνεται ότι η έννοια της «δημοσίευσης» είναι ευρύτατη και μπορεί να καλύπτει κάθε είδους δεδομένα που δημοσιεύονται στο Διαδίκτυο, είναι προφανές ότι ούτε ο διαδικτυακός τόπος του προσφεύγοντος ούτε το Google Sites καθ’ αυτό δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 § 1 του νόμου no 5651, εφόσον το περιεχόμενό τους, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, δεν ελέγχεται στην προκειμένη περίπτωση.
62. Πράγματι, ούτε το Google Sites ούτε ο ιστοχώρος του προσφεύγοντος υπήρξαν αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 8 § 1 του νόμου no 5651. Από το γεγονός ότι η απόφαση της 24ης Ιουνίου 2009 (παράγραφος 10 παραπάνω) επικαλείται τη συγκεκριμένη διάταξη, προκύπτει ότι το Google Sites θεωρήθηκε υπεύθυνο για το περιεχόμενο ενός ιστοχώρου που φιλοξενούσε, αλλά στα άρθρα 4, 5 και 6 του νόμου no 5651, που προσδιορίζουν τις ευθύνες των παρόχων περιεχομένου, φιλοξενίας και πρόσβασης, δεν τίθεται καθόλου θέμα συνολικού αποκλεισμού πρόσβασης, όπως παραγγέλθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου, δεν υποστηρίχθηκε ότι ο νόμος επιτρέπει τον αποκλεισμό συνολικά ενός τομέα Διαδικτύου ο οποίος προσφέρει τη δυνατότητα ανταλλαγής απόψεων και πληροφοριών, όπως είναι το Google Sites. Επιπλέον, τίποτε στη δικογραφία δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το Google Sites είχε ενημερωθεί, βάσει του άρθρου 5 § 2 του νόμου no 5651, ότι φιλοξενούσε παράνομο περιεχόμενο, ούτε ότι αρνήθηκε να συμμορφωθεί με ένα προσωρινό μέτρο που αφορούσε έναν ιστοχώρο εναντίον του οποίου εκκρεμούσε ποινική διαδικασία.
63. Το Δικαστήριο παρατηρεί επίσης ότι το άρθρο 8 §§ 3 και 4 του νόμου no 5651 επέτρεψε σε ένα διοικητικό όργανο (την PTI) να αποκτήσει εκτεταμένη εξουσία στο πλαίσιο της εκτέλεσης μιας απόφασης αποκλεισμού η οποία αρχικά είχε υιοθετηθεί για έναν συγκεκριμένο ιστοχώρο. Τα γεγονότα της υπόθεσης δείχνουν ότι η PTI μπορεί να αιτείται τη διεύρυνση ενός μέτρου αποκλεισμού χωρίς να εκκρεμεί καμία δικαστική διαδικασία εναντίον του ιστοχώρου ή του τομέα που πλήττει ο αποκλεισμός, και χωρίς να έχει αποδειχθεί μια πραγματική αναγκαιότητα του συνολικού αποκλεισμού.
64. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω (παράγραφος 47), το Δικαστήριο θεωρεί ότι τέτοιοι προληπτικοί αποκλεισμοί δεν είναι εκ των προτέρων ασύμβατοι με τη Σύμβαση. Ωστόσο, πρέπει να εγγράφονται σε ένα νομικό πλαίσιο ιδιαίτερα αυστηρό ως προς την οριοθέτηση της απαγόρευσης και αποτελεσματικό ως προς τον δικαστικό έλεγχο κατά των ενδεχόμενων καταχρήσεων (Association Ekin κατά Γαλλίας, no 39288/98, § 58, CEDH 2001‑VIII, βλέπε επίσης, τηρουμένων των αναλογιών, Συντακτική επιτροπή της Pravoye Delo και Shtekel κατά Ουκρανίας, no 33014/05, § 55, CEDH 2011 (αποσπάσματα)). Από αυτή την άποψη, ένας δικαστικός έλεγχος τέτοιων μέτρων που διενεργείται από τον δικαστή, βασισμένος σε μια στάθμιση των αντικρουόμενων συμφερόντων και με στόχο τη διευθέτηση μιας ισορροπίας ανάμεσα στα συμφέροντα αυτά, μπορεί να υπάρξει μόνο εντός ενός πλαισίου που να ορίζει συγκεκριμένους και ειδικούς κανόνες ως προς την εφαρμογή των προληπτικών περιορισμών της ελευθερίας έκφρασης (RTBF, όπ.π., § 114). Όμως, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όταν το επαρχιακό ποινικό δικαστήριο του Ντενιζλί αποφάσισε τον πλήρη αποκλεισμό της πρόσβασης στο Google Sites βάσει του νόμου no 5651, περιορίστηκε να αναφερθεί σε μια γνωμοδότηση της PTI, και δεν διερεύνησε εάν μπορούσε να υιοθετηθεί ένα λιγότερο βαρύ μέτρο προκειμένου να αποκλειστεί η πρόσβαση στον επίδικο ιστοχώρο (παράγραφος 10 παραπάνω).
65. Εξάλλου το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, στην ένσταση του που παρουσίασε την 1η Ιουλίου 2009, ο προσφεύγων υποστήριξε κυρίως ότι, προκειμένου να μην πλήττονταν από το εν λόγω μέτρο οι υπόλοιποι ιστοχώροι, έπρεπε να επιλεγεί μια μέθοδος η οποία να καθιστά μη προσβάσιμο μόνο τον επίδικο ιστοχώρο.
66. Όμως τίποτε δεν δείχνει ότι οι δικαστές που εκδίκασαν την ένσταση προσπάθησαν να σταθμίσουν τα συμφέροντα των διαφορετικών μερών, αφού αξιολόγησαν κυρίως την αναγκαιότητα ενός συνολικού αποκλεισμού πρόσβασης στο Google Sites. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, το πρόβλημα αυτό δεν είναι παρά συνέπεια του ίδιου του περιεχομένου του άρθρου 8 του νόμου no 5651, που δεν θέτει καμία υποχρέωση για τους εθνικούς δικαστές να εξετάσουν την αναγκαιότητα ενός συνολικού αποκλεισμού του Google Sites, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που το Δικαστήριο έχει θεσπίσει και εφαρμόζει, στο πλαίσιο της εφαρμογής του Άρθρου 10 της Σύμβασης, ενώ μια τέτοια υποχρέωση απορρέει άμεσα από τη Σύμβαση και τη νομολογία των οργάνων του. Στην απόφασή τους οι δικαστές έλαβαν υπόψη τους μόνο ότι ο μοναδικός τρόπος να αποκλειστεί η πρόσβαση στον επίδικο ιστοχώρο, σύμφωνα προς την απόφαση που είχε εκδοθεί, ήταν ο συνολικός αποκλεισμός πρόσβασης στο Google Sites (παράγραφοι 8, 10 και 13 παραπάνω). Ωστόσο κατά την άποψη του Δικαστηρίου θα έπρεπε κυρίως να λάβουν υπόψη τους το γεγονός ότι παρόμοια μέτρα, που καθιστούν μη προσβάσιμο μεγάλο όγκο πληροφοριών, πλήττουν σοβαρά τα δικαιώματα των χρηστών του Διαδικτύου και έχουν σημαντικές παράπλευρες συνέπειες.
67. Βάσει αυτών των παρατηρήσεων και της εξέτασης της αμφισβητούμενης νομοθεσίας όπως εφαρμόστηκε στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η παρέμβαση που συνέβη ως αποτέλεσμα του άρθρου 8 του νόμου no 5651 δεν ανταποκρινόταν στον όρο της προβλεψιμότητας, τον οποίο απαιτεί η Σύμβαση, και στέρησε από τον προσφεύγοντα τη δυνατότητα να απολαμβάνει τον επαρκή βαθμό προστασίας που απαιτεί το κράτος δικαίου σε μια δημοκρατική κοινωνία. Εξάλλου, η αμφισβητούμενη διάταξη φαίνεται να έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 1 του Άρθρου 10 της Σύμβασης, σύμφωνα με την οποία τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στο Άρθρο αυτό έχουν ισχύ «ανεξαρτήτως συνόρων» (βλέπε, προς την ίδια κατεύθυνση, Association Ekin, όπ.π., § 62).
68. Επιπλέον, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το αμφισβητούμενο μέτρο είχε αυθαίρετες επιπτώσεις και δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι στοχεύει στον αποκλεισμό μόνο του επίδικου ιστοχώρου, αφού επρόκειτο για τον γενικό αποκλεισμό όλων των ιστοχώρων που φιλοξενούσε το Google Sites. Εξάλλου, ο δικαστικός έλεγχος του αποκλεισμού πρόσβασης στους διαδικτυακούς τόπους δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την αποφυγή καταχρήσεων: το εθνικό δίκαιο δεν προβλέπει καμία εγγύηση προκειμένου να μην χρησιμοποιείται ως μέσο γενικού αποκλεισμού ένα μέτρο αποκλεισμού με στόχο έναν συγκεκριμένο ιστοχώρο.
69. Επομένως, υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 10 της Σύμβασης.
70. Δεδομένου αυτού του συμπεράσματος, το Δικαστήριο δεν κρίνει αναγκαίο στην προκειμένη περίπτωση να ελέγξει κατά πόσον έγιναν σεβαστές οι υπόλοιπες απαιτήσεις της παραγράφου 2 του Άρθρου 10.
III. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 6, 7, 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 2 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ No 1
71. Επικαλούμενος τα Άρθρα 6 και 13 της Σύμβασης, ο προσφεύγων παραπονείται ότι δεν είχε στη διάθεσή του αποτελεσματικά ένδικα μέσα προκειμένου να ελεγχθεί το επίδικο μέτρο από δικαστήριο και να υπάρξουν κυρώσεις για ενδεχόμενη κατάχρηση από πλευράς των αρχών.
Υπό το πρίσμα του Άρθρου 7, καταγγέλλει επίσης παραβίαση της αρχής της μη επιβολής ποινής άνευ νόμου, που θεσπίζει το Άρθρο 7 της Σύμβασης.
Τέλος, βασιζόμενος στο Άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου no 1, παραπονείται για προσβολή του δικαιώματός του στην εκπαίδευση, υποστηρίζοντας ότι η εν λόγω απαγόρευση είχε ως αποτέλεσμα να στερηθεί τη δυνατότητά του να συνεχίσει τις διδακτορικές του σπουδές.
72. Το Δικαστήριο, δεδομένης της διαπίστωσης παραβίασης στην οποία κατέληξε βάσει του Άρθρου 10 της Σύμβασης (παράγραφος 70 παραπάνω), εκτιμά ότι εξέτασε τα κύρια νομικά ζητήματα που έθετε η παρούσα υπόθεση. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων της υπόθεσης, θεωρεί ότι δεν υπάρχει λόγος να αποφανθεί ξεχωριστά περί του παραδεκτού και περί του βασίμου των καταγγελιών βάσει των Άρθρων 6, 7 et 13 της Σύμβασης και του Άρθρου 2 του Πρωτοκόλλου no 1 (Recep Kurt κατά Τουρκίας, no 23164/09, § 70, 22 Νοέμβριος 2011, και Kamil Uzun κατά Τουρκίας, no 37410/97, § 64, 10 Μαΐου 2007).
III. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
73. Σύμφωνα με το Άρθρο 41 της Σύμβασης,
«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της, και εάν το εθνικό δίκαιο του εμπλεκόμενου Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους επιτρέπει να γίνει μόνο μερική επανόρθωση των συνεπειών της παραβίασης, το Δικαστήριο, εάν είναι αναγκαίο, χορηγεί δίκαιη ικανοποίηση στον παθόντα ένδικο.»
A. Αποζημίωση
74. Ο προσφεύγων ζητά 10.000 ευρώ (EUR) για ηθική βλάβη που εκτιμά ότι υπέστη.
75. Η Κυβέρνηση αμφισβητεί τους ισχυρισμούς αυτούς.
76. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι πρέπει να καταβληθούν στον προσφεύγοντα 7.500 EUR ως ικανοποίηση για ηθική βλάβη.
B. Δικαστικά έξοδα
77. Ο προσφεύγων ζητά επίσης 3.300 EUR για τα δικαστικά έξοδα στα οποία προέβη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και ενώπιον του Δικαστηρίου. Υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι η παρουσίαση της υπόθεσής του ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και ενώπιον των οργάνων του Στρασβούργου απαίτησε εργασία περισσότερων από 28 ωρών, με ωριαίο κόστος 250 τουρκικές λίρες (TRY), σύμφωνα με τον πίνακα ελάχιστων αμοιβών της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης.
78. Η Κυβέρνηση αμφισβητεί τους ισχυρισμούς αυτούς.
79. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένας προσφεύγων μπορεί να επιτύχει την αποζημίωσή του για τα δικαστικά του έξοδα μόνο στον βαθμό που αποδεικνύεται ότι ήταν πραγματικά, αναγκαία και λογικά ως προς το ύψος τους. Στην προκειμένη περίπτωση και δεδομένων όλων των εγγράφων που έχει στην κατοχή του και της νομολογίας του, το Δικαστήριο εκτιμά λογικό το ποσό των 1.000 EUR για την κάλυψη όλων των εξόδων και το επιδικάζει στον προσφεύγοντα.
Γ. Τόκοι υπερημερίας
80. Το Δικαστήριο κρίνει ορθό να ορίσει τον δείκτη των τόκων υπερημερίας με βάση το επιτόκιο της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΑ,
1. Κηρύσσει παραδεκτή την αιτίαση σχετικά με την προσβολή του δικαιώματος του προσφεύγοντος στην ελευθερία λήψης και κοινοποίησης πληροφοριών·
2. Αποφασίζει ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 10 της Σύμβασης·
3. Αποφασίζει ότι δεν υφίσταται λόγος να εξετάσει ξεχωριστά το παραδεκτό ούτε το βάσιμο των αιτιάσεων βάσει των Άρθρων 6, 7 και 13 της Σύμβασης και του Άρθρου 2 του Πρωτοκόλλου no 1·
4. Αποφασίζει
α) ότι το εναγόμενο Κράτος οφείλει να καταβάλει στον προσφεύγοντα, σε τρεις μήνες από την ημέρα που η απόφαση θα καταστεί οριστική σύμφωνα προς το Άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης, τα εξής ποσά, σε τουρκικές λίρες, με την ισοτιμία που θα ισχύει κατά την ημερομηνία του διακανονισμού:
i) 7.500 EUR (επτά χιλιάδες πεντακόσια ευρώ), συν όποιο ποσό μπορεί να απαιτηθεί ως φόρος, για ηθική βλάβη·
ii) 1.000 EUR (χίλια ευρώ), συν όποιο ποσό μπορεί να απαιτηθεί ως φόρος από τον προσφεύγοντα, για δικαστικά έξοδα·
β) ότι από την εκπνοή της προαναφερθείσας προθεσμίας και μέχρι την καταβολή τους, στα ποσά αυτά θα προστίθεται τόκος υπερημερίας ίσος με τον ισχύοντα την περίοδο εκείνη δείκτη της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες·
5. Απορρίπτει το επιπλέον αίτημα του προσφεύγοντος για δίκαιη ικανοποίηση.
Συντάχθηκε στη γαλλική γλώσσα, και κοινοποιήθηκε γραπτώς στις 18 Δεκεμβρίου 2012, σε εφαρμογή του Άρθρου 77 §§ 2 και 3 του Κανονισμού.
Stanley NaismithGuido Raimondi
ΓραμματέαςΠρόεδρος
Σύμφωνα με τα Άρθρα 45 § 2 της Σύμβασης και 74 § 2 του Κανονισμού, στην παρούσα απόφαση επισυνάπτεται η χωριστή γνώμη του δικαστή Paulo Pinto de Albuquerque.
G.RA.
S.H.N.
© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013.
Οι επίσημες γλώσσες του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι η αγγλική και η γαλλική. Η παρούσα μετάφραση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, το οποίο δεν φέρει καμία ευθύνη για την ποιότητά της. Η μετάφραση είναι διαθέσιμη στη βάση νομολογίας HUDOC του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων () και σε κάθε άλλη βάση δεδομένων όπου έχει κοινοποιηθεί από το Δικαστήριο. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή της για μη εμπορικούς σκοπούς, με τον όρο να παρατίθεται ο πλήρης τίτλος της υπόθεσης και η παραπάνω ένδειξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Όποιος τυχόν επιθυμεί να χρησιμοποιήσει ολόκληρη ή μέρος της παρούσας μετάφρασης για εμπορικούς σκοπούς, καλείται να επικοινωνήσει με τη διεύθυνση: publishing@
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013.
The official languages of the European Court of Human Rights are English and French. This translation does not bind the Court, nor does the Court take any responsibility for the quality thereof. It may be downloaded from the HUDOC case-law database of the European Court of Human Rights () or from any other database with which the Court has shared it. It may be reproduced for non-commercial purposes on condition that the full title of the case is cited, together with the above copyright indication. If it is intended to use any part of this translation for commercial purposes, please contact mailto:publishing@
© Conseil de I’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013.
Les langues officielles de la Cour européenne des droits de l’homme sont le français et l’anglais. La présente traduction ne lie pas la Cour, et celle-ci décline toute responsabilité quant à sa qualité. Elle peut être téléchargée à partir de HUDOC, la base de jurisprudence de la Cour européenne des droits de l’homme (), ou de toute autre base de données à laquelle HUDOC l’a communiquée. Elle peut être reproduite à des fins non commerciales, sous réserve que le titre de l’affaire soit cité en entier et s’accompagne de l’indication de copyright ci-dessus. Toute personne souhaitant se servir de tout ou partie de la présente traduction à des fins commerciales est invitée à le signaler à l’adresse suivante : mailto:publishing@
Full & Egal Universal Law Academy