Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES
DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΤΜΗΜΑ ΕΥΡΕΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ
ΥΠΟΘΕΣΗ AVOTIŅŠ κ.λπ. κατά ΛΕΤΟΝΙΑΣ
(Προσφυγή υπ’ αριθ. 17502/07)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ23 Μαΐου 2016
Η παρούσα απόφαση είναι οριστική, αλλά ενδέχεται να υποστεί αναθεωρήσεις στη φάση της εκδοτικής επιμέλειας.
Στην υπόθεση Avotiņš κατά Λετονίας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αφού συνεδρίασε σε Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης αποτελούμενο από τους:
András Sajó, Πρόεδρο,
Işıl Karakaş,
Josep Casadevall,
Elisabeth Steiner,
Ján Šikuta,
Nona Tsotsoria,
Ganna Yudkivska,
André Potocki,
Paul Lemmens,
Aleš Pejchal,
Faris Vehabović,
Ksenija Turković,
Egidijus Kūris,
Robert Spano,
Iulia Antoanella Motoc,
Jon Fridrik Kjølbro, Δικαστές,
Jautrīte Briede, ad hoc Δικαστή,
και τον Johan Callewaert, Βοηθό Γραμματέα του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης,
Αφού συσκέφθηκε κεκλεισμένων των θυρών στις 8 Απριλίου 2015 και στις 23 Μαρτίου 2016,
Εκδίδει την παρακάτω απόφαση, η οποία υιοθετήθηκε την τελευταία ως άνω ημερομηνία:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1.Η υπόθεση αποτελεί απόρροια προσφυγής (αριθ. 17502/07) κατά της Δημοκρατίας της Κύπρου και της Δημοκρατίας της Λετονίας που κατατέθηκε στο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 34 της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση») από έναν υπήκοο Λετονίας, τον κ. Pēteris Avotiņš («ο προσφεύγων»), στις 20 Φεβρουαρίου 2007.
2.Αρχικά ο προσφεύγων εκπροσωπήθηκε από τον κ. J. Eglītis, δικηγόρο Ρίγας. Στη διαδικασία ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης εκπροσωπήθηκε από τον κ. L. Liepa, επίσης δικηγόρο Ρίγας. Η Κυβέρνηση της Λετονίας («η καθ’ ης Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από την πρώην Πληρεξούσιό της, κα I. Reine, και στη συνέχεια από τη σημερινή Πληρεξούσιό της, κα K. Līce.
3.Η προσφυγή αρχικά κατατέθηκε κατά της Κύπρου και της Λετονίας. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ειδικότερα ότι ένα κυπριακό δικαστήριο τον διέταξε να πληρώσει μια συμβατική οφειλή χωρίς να τον κλητεύσει νομότυπα ή να εξασφαλίσει την άσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων. Επιπλέον, παραπονείται για το γεγονός ότι τα δικαστήρια της Λετονίας διέταξαν την εκτέλεση της απόφασης του κυπριακού δικαστηρίου στη Λετονία. Επικαλείται παραβίαση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη που εγγυάται το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης.
4.Η προσφυγή αρχικά ανατέθηκε στο Τρίτο Τμήμα του Δικαστηρίου (άρθρο 52 παρ. 1 του Κανονισμού του Δικαστηρίου). Με μερική απόφαση της 30ής Μαρτίου 2010, σώμα δικαστών αυτού του Τμήματος κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη σε ό,τι αφορά την Κύπρο (λόγω μη τήρησης της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 35 παρ. 1 της Σύμβασης). Όσον αφορά τα παράπονα κατά της Λετονίας, το Τμήμα αποφάσισε περαιτέρω να κοινοποιήσει στην Κυβέρνηση της Λετονίας το παράπονο βάσει του άρθρου 6 παρ. 1 και να κηρύξει την υπόλοιπη προσφυγή απαράδεκτη.
5.Στις 1 Φεβρουαρίου 2011 άλλαξε η σύνθεση των Τμημάτων του Δικαστηρίου και η προσφυγή ανατέθηκε στο Τέταρτο Τμήμα (άρθρα 25 παρ. 1 και 52 παρ. 1 του Κανονισμού του Δικαστηρίου).
6.Στις 25 Φεβρουαρίου 2014 σώμα δικαστών αυτού του Τμήματος αποτελούμενο από τους Päivi Hirvelä, Πρόεδρο, Ineta Ziemele, George Nicolaou, Ledi Bianku, Zdravka Kalaydjieva, Vincent A. De Gaetano και Krzysztof Wojtyczek, Δικαστές, και τη Françoise Elens-Passos, Γραμματέα του Τμήματος, εξέδωσε απόφαση με την οποία έκρινε κατά πλειοψηφία ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1. Στην απόφαση προσαρτήθηκε η κοινή μειοψηφούσα άποψη των Δικαστών Ziemele, Bianku και De Gaetano.
7.Στις 23 Μαΐου 2014 ο προσφεύγων ζήτησε την παραπομπή της υπόθεσης στο Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης βάσει του άρθρου 43 της Σύμβασης και του άρθρου 73 του Κανονισμού του Δικαστηρίου. Στις 8 Σεπτεμβρίου 2014 το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης έκανε δεκτή την αίτηση.
8.Η σύνθεση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης καθορίστηκε στη συνέχεια σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 4 και 5 της Σύμβασης και του άρθρου 24 του Κανονισμού του Δικαστηρίου. Καθώς η έδρα του δικαστή που είχε διοριστεί για λογαριασμό της Λετονίας εν τω μεταξύ χήρευσε λόγω της αποχώρησης της Δικαστή Ineta Ziemele, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου διόρισε την κα Jautrīte Briede ad hoc Δικαστή (άρθρο 26 παρ. 4 της Σύμβασης και άρθρο 29 παρ. 1 του Κανονισμού του Δικαστηρίου).
9.Η καθ’ ης Κυβέρνηση κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις επί της ουσίας, ενώ ο προσφεύγων παρέπεμψε στα επιχειρήματα που είχε υποβάλει με την αίτησή του για παραπομπή στο Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης. Ελήφθησαν επίσης παρατηρήσεις από την Κυβέρνηση της Εσθονίας, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβουλευτικό Κέντρο για τα Ατομικά Δικαιώματα στην Ευρώπη («το Κέντρο AIRE»), στους οποίους ο Πρόεδρος είχε επιτρέψει να παρέμβουν στη γραπτή διαδικασία (άρθρο 36 παρ. 2 της Σύμβασης και άρθρο 44 παρ. 3 του Κανονισμού του Δικαστηρίου). Επετράπη και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να συμμετάσχει στην ακροαματική διαδικασία.
10.Επίσης, προς το σκοπό της σωστής απονομής της δικαιοσύνης, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε να καλέσει την Κυπριακή Κυβέρνηση να παρέμβει στην υπόθεση και να υποβάλει εξηγήσεις και παρατηρήσεις επί του κυπριακού δικαίου στο βαθμό που αφορά την υπόθεση (άρθρο 36 παρ. 2 της Σύμβασης και άρθρο 44 παρ. 3 του Κανονισμού του Δικαστηρίου). Η Κυπριακή Κυβέρνηση έκανε δεκτή την πρόσκληση και υπέβαλε τις παρατηρήσεις της στις 4 Φεβρουαρίου 2015.
11.Στις 8 Απριλίου 2015 διεξήχθη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στο Μέγαρο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο (άρθρο 59 παρ. 3 του Κανονισμού του Δικαστηρίου).
Ενώπιον του Δικαστηρίου εμφανίστηκαν:
(α) εκ μέρους του προσφεύγοντος
κ. L. LIEPA, Πληρεξούσιος Δικηγόρος,
κ. M. ŠĶIŅĶIS,
κ. M. PĒTERSONS, Σύμβουλοι,
κ. P. AVOTIŅŠ, Προσφεύγων,
(β) εκ μέρους της καθ’ ης Κυβέρνησης
κα K. LĪCE, Πληρεξούσιος,
κα S. KAULIŅA, Δικαστικός Αντιπρόσωπος,
κα A. ZIKMANE,
κα D. PALČEVSKA, Σύμβουλοι,
(γ) εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
κ. K. KRÄMER, Πληρεξούσιος.
Το Δικαστήριο άκουσε τις αγορεύσεις της κας Liepa, της κας Līce και του κ. Krämer, καθώς και τις απαντήσεις τους στις ερωτήσεις που τους απηύθυναν οι δικαστές.
12.Οι δικαστές Elisabeth Steiner, Nona Tsotsoria και Paul Lemmens, αναπληρωματικοί δικαστές, στη συνέχεια αντικατέστησαν τον Πρόεδρο Dean Spielman και τους Δικαστές Mark Villiger και Isabelle Berro, οι οποίοι αποχώρησαν από τα Δικαστήριο λόγω λήξης της θητείας τους και ήταν αδύνατον να συμμετάσχουν περαιτέρω στη συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 24 παρ. 3 και 4 του Κανονισμού του Δικαστηρίου). Την προεδρία του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης ανέλαβε ο Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου András Sajó (άρθρο 10 του Κανονισμού του Δικαστηρίου).
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Ι.ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
13.Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1954 και ζει στο Garkalne (περιφέρεια Ρίγας). Κατά το χρόνο των συμβάντων που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής ήταν σύμβουλος επενδύσεων.
Α.Η διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού
14.Στις 4 Μαΐου 1999 ο προσφεύγων και η F.H. Ltd., εμπορική εταιρία που έχει ιδρυθεί σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο, υπέγραψαν συμβολαιογραφική πράξη αναγνώρισης οφειλής. Σύμφωνα με τους όρους της πράξεως, ο προσφεύγων δήλωνε ότι δανείστηκε 100.000 δολ. ΗΠΑ από τη F.H. Ltd. με την υποχρέωση να αποπληρώσει το ποσό αυτό εντόκως μέχρι τις 30 Ιουνίου 1999. Η πράξη επίσης περιείχε ρήτρες επιλογής δικαίου και δικαιοδοσίας σύμφωνα με τις οποίες την πράξη διείπε «από κάθε άποψη» το κυπριακό δίκαιο και τα κυπριακά δικαστήρια είχαν μη αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάζουν οποιαδήποτε διαφορά που τυχόν θα ανέκυπτε από αυτήν. Η δηλωθείσα διεύθυνση του προσφεύγοντος ήταν G. Street, Ρίγα – συγκεκριμένα, η πράξη ανέφερε τα εξής:
«ΕΝΑΝΤΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΙΜΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ, ΕΓΩ, Ο PĒTERIS AVOTIŅŠ, κάτοικος [αριθ.], G. [οδός], 3rd floor, Riga, Latvia [ταχυδρομικός κώδικας] LV-... («ο Δανειολήπτης»)...».
15.Το 2003 η F.H. Ltd. άσκησε αγωγή κατά του προσφεύγοντος ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ισχυριζόμενη ότι δεν είχε αποπληρώσει την προαναφερθείσα οφειλή και ζητώντας από το δικαστήριο να τον διατάξει να πληρώσει εντόκως το αρχικό ποσό της οφειλής. Στη διαδικασία στο Στρασβούργο ο προσφεύγων υποστήριξε ότι αντιθέτως είχε ήδη αποπληρώσει την οφειλή πριν από την έναρξη της διαδικασίας ενώπιον του κυπριακού δικαστηρίου, όχι πληρώνοντας το εν λόγω ποσό στη F.H. Ltd., αλλά με άλλο τρόπο που είχε σχέση με το κεφάλαιο της μητρικής εταιρίας της F.H. Ltd. Αναγνώρισε όμως ότι δεν υπάρχουν έγγραφες αποδείξεις γι’ αυτό. Η καθ’ ης Κυβέρνηση αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος.
16.Με διάταγμά του της 27ης Ιουνίου 2003, το Επαρχιακό Δικαστήριο επέτρεψε τη «σφράγιση και κατάθεση κλητηρίου εντάλματος». Στις 24 Ιουλίου 2003 συντάχθηκε «ειδικά επικυρωμένο ένταλμα» που περιέγραφε λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Σε αυτό αναγραφόταν η διεύθυνση του προσφεύγοντος ως G. Street στη Ρίγα, δηλ. όπως αναγραφόταν στην πράξη αναγνώρισης οφειλής.
17.Καθώς ο προσφεύγων δεν ήταν κάτοικος Κύπρου, η F.H. Ltd. στις 11 Σεπτεμβρίου 2003 κατέθεσε στο ίδιο Επαρχιακό Δικαστήριο αίτηση (κατά τη διαδικασία της εκούσια δικαιοδοσίας) ζητώντας την έκδοση νέου διατάγματος για την επίδοση κλητηρίου εντάλματος στον προσφεύγοντα στο εξωτερικό, με την οποία θα καλείτο να εμφανιστεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Ο δικηγόρος της ενάγουσας εταιρίας προσκόμισε ένορκη δήλωση σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος είχε τη συνήθη κατοικία του στη Ρίγα (G. Street) και ότι ήταν δυνατή η επίδοση δικογράφων στη διεύθυνση αυτή. Ο προσφεύγων από μέρους του υποστήριξε ότι θα του ήταν πρακτικά αδύνατον να παραλάβει το κλητήριο ένταλμα στη διεύθυνση αυτή, στην οποία είχε απλώς υπογράψει τη δανειακή σύμβαση και την πράξη αναγνώρισης της οφειλής το 1999 και η οποία δεν ήταν ούτε η διεύθυνση κατοικίας ούτε η επαγγελματική του έδρα.
18.Στις 7 Οκτωβρίου 2003 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού διέταξε την επίδοση στον προσφεύγοντα ειδοποίησης σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας στη διεύθυνση που είχε δώσει η ενάγουσα εταιρία. Ο προσφεύγων κλητεύθηκε να παραστεί στη δίκη εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής του κλητηρίου εντάλματος. Σε αντίθετη περίπτωση, το δικαστήριο δεν θα έκανε άλλη προσπάθεια να επικοινωνήσει μαζί του, αλλά εφεξής θα αναρτούσε κάθε νέα ανακοίνωση σχετικά με την υπόθεση στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου.
19.Από ένορκη βεβαίωση που κατέθεσε υπάλληλος της δικηγορικής εταιρίας που εκπροσωπούσε τη F.H. Ltd. προκύπτει ότι, σύμφωνα με το διάταγμα του δικαστηρίου, το κλητήριο ένταλμα εστάλη ταχυδρομικώς με συστημένη επιστολή στη διεύθυνση του προσφεύγοντος στη Ρίγα (G. Street) στις 16 Νοεμβρίου 2003. Όμως, από το αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος που προσκόμισε η Κυβέρνηση της Λετονίας προκύπτει ότι αυτό συντάχθηκε στις 17 Νοεμβρίου 2003. Στην απόδειξη των κυπριακών ταχυδρομείων αναγράφεται ότι το κλητήριο ένταλμα εστάλη στις 18 Νοεμβρίου 2003 στην εν λόγω διεύθυνση (G. Street) και ότι παραλήφθηκε ενυπογράφως στις 27 Νοεμβρίου 2003. Όμως, η υπογραφή στην απόδειξη δεν φαίνεται να αντιστοιχεί στο όνομα του προσφεύγοντος. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι δεν παρέλαβε ποτέ το κλητήριο ένταλμα.
20.Καθώς ο προσφεύγων δεν παρέστη, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε απόφαση ερήμην του στις 24 Μαΐου 2004. Τον διέταξε να πληρώσει στην ενάγουσα το ποσό των 100.000 δολ. ΗΠΑ ή το ισόποσο σε λίρες Κύπρου, εντόκως με επιτόκιο 10% το έτος από τις 30 Ιουνίου 1999 μέχρι την εξόφληση της οφειλής. Επίσης, τον διέταξε να πληρώσει δικαστικά έξοδα ακαθάριστου ποσού 699,50 λιρών Κύπρου, εντόκως με επιτόκιο 8% το έτος. Σύμφωνα με την απόφαση, η οποία καθαρογράφθηκε στις 3 Ιουνίου 2004, ο προσφεύγων είχε ειδοποιηθεί νομότυπα για τη δίκη αλλά δεν παρέστη. Η απόφαση δεν ανέφερε αν ήταν τελεσίδικη ή μπορούσε να προσβληθεί με ένδικα μέσα.
Β.Η διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης στα δικαστήρια της Λετονίας
21.Στις 22 Φεβρουαρίου 2005 η F.H. Ltd. κατέθεσε αίτηση στο Πρωτοδικείο Latgale της Πόλης της Ρίγας (Rīgas pilsētas Latgales priekšpilsētas tiesa, Λετονία) ζητώντας την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης της 24ης Μαΐου 2004. Με την αίτησή της η εταιρία ζητούσε επίσης την έγκριση προσωρινών μέτρων. Ανέφερε ότι ο προσφεύγων έχει στην κυριότητά του ακίνητη περιουσία στο Garkalne (περιφέρεια Ρίγας), η οποία, σύμφωνα με το κτηματολόγιο, ήταν ήδη υποθηκευμένη σε τράπεζα. Για το λόγο αυτό, φοβούμενη μήπως ο προσφεύγων προσπαθήσει να αποφύγει την εκτέλεση της απόφασης, ζήτησε από το Πρωτοδικείο την εγγραφή βάρους επί του ακινήτου στο κτηματολόγιο. Τέλος, ζήτησε να διαταχθεί ο προσφεύγων να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα. Στην αίτηση της εταιρίας η αναγραφόμενη διεύθυνση κατοικίας του προσφεύγοντος ήταν Č. Street (Ρίγα), δηλ. διέφερε από τη διεύθυνση που είχε προηγουμένως γνωστοποιηθεί στο κυπριακό δικαστήριο.
22.Στις 22 Απριλίου 2005 το Πρωτοδικείο Latgale ανέβαλε τη συζήτηση της αίτησης της F.H. Ltd., ενημερώνοντας την εταιρία ότι η αίτηση είχε μια σειρά ελαττωμάτων και τάσσοντάς της προθεσμία ενός μηνός για τη διόρθωσή τους. Ειδικότερα, η F.H. Ltd. δεν είχε δώσει καμία εξήγηση για την αλλαγή της διεύθυνσης του προσφεύγοντος σε Č. Street, ενώ αυτός υποτίθεται ότι ήταν κάτοικος G. Street.
23.Στις 26 Μαΐου 2005 η F.H. Ltd. υπέβαλε διορθωτική πράξη στην οποία εξηγούσε, μεταξύ άλλων, ότι σύμφωνα με τις πληροφορίες που περιείχε το μητρώο κατοίκων (ledzīvotāju reģistrs), Č. Street ήταν η επίσημα δηλωμένη διεύθυνση κατοικίας του προσφεύγοντος. Όσον αφορά τη διεύθυνση G. Street, οι εκπρόσωποι της εταιρίας είχαν υποθέσει ότι ήταν η πραγματική διεύθυνση κατοικίας του προσφεύγοντος. Εν προκειμένω, η Κυβέρνηση της Λετονίας κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο επιστολής της αρμόδιας υπηρεσίας του μητρώου κατοίκων σύμφωνα με την οποία, πριν από τις 19 Ιουνίου 2006, η επίσημα δηλωμένη διεύθυνση κατοικίας του προσφεύγοντος ήταν Č. Street.
24.Με απόφασή του της 31ης Μαΐου 2015, το Πρωτοδικείο Latgale έκρινε ότι η διορθωτική πράξη που είχε υποβάλει η F.H. Ltd. ήταν ανεπαρκής για να θεραπεύσει όλα τα ελαττώματα της αίτησης. Ως εκ τούτου, το δικαστήριο αρνήθηκε να εξετάσει την αίτηση και την επέστρεψε στην εταιρία, η οποία κατέθεσε έφεση στο Περιφερειακό Δικαστήριο Ρίγας (Rīgas apgabaltiesa), το οποίο στις 23 Ιανουαρίου 2006 ακύρωσε την απόφαση της 31ης Μαΐου 2005 και ανέπεμψε την υπόθεση στο Πρωτοδικείο προκειμένου αυτό να συζητήσει την αίτηση αναγνώρισης και εκτέλεσης όπως είχε διορθωθεί με τη διορθωτική πράξη της 26ης Μαΐου 2005.
25.Με απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2006, η οποία εκδόθηκε χωρίς την παρουσία των διαδίκων, το Πρωτοδικείο Latgale έκανε πλήρως δεκτή την αίτηση της F.H. Ltd. Διέταξε την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης της 24ης Μαΐου 2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και την εγγραφή στο δημοτικό κτηματολόγιο του Garkalne βάρους επί του ακινήτου κυριότητας του προσφεύγοντος σε αυτό το δήμο. Επίσης, ο προσφεύγων διατάχθηκε να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα.
26.Σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, για την ύπαρξη της απόφασης και τη διαταγή εκτέλεσής της του Πρωτοδικείου Latgale πληροφορήθηκε για πρώτη φορά στις 15 Ιουνίου 2006 από το δικαστικό επιμελητή που ήταν υπεύθυνος για την εκτέλεση της απόφασης του κυπριακού δικαστηρίου. Την επομένη (16 Ιουνίου 2006) μετέβη στο Πρωτοδικείο, όπου ενημερώθηκε σχετικά με την απόφαση και τη διαταγή. Η καθ’ ης Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε αυτά τα περιστατικά.
27.Ο προσφεύγων δεν προσπάθησε να προσβάλει την κυπριακή απόφαση ενώπιον των κυπριακών δικαστηρίων. Όμως, άσκησε ενδιάμεση προσφυγή (blakus sūdzība) κατά της διαταγής της 27ης Φεβρουαρίου 2006 στο Περιφερειακό Δικαστήριο της Ρίγας, ενώ ζήτησε από το Πρωτοδικείο Latgale παράταση της προθεσμίας άσκησης έφεσης. Υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε κανένα στοιχείο στη δικογραφία που να αποδεικνύει ότι είχε ειδοποιηθεί για τη συνεδρίαση του δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 2006 ή για τη διαταγή που εκδόθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης την ημέρα αυτή, ισχυρίστηκε ότι η προθεσμία 30 ημερών του Νόμου περί Πολιτικής Δικονομίας έπρεπε να αρχίσει από τις 16 Ιουνίου 2006, ημέρα την οποία έλαβε γνώση της εν λόγω διαταγής.
28.Με απόφασή του της 13ης Ιουλίου 2006, το Πρωτοδικείο Latgale έκανε δεκτή την αίτηση του προσφεύγοντος και του χορήγησε παράταση της προθεσμίας άσκησης έφεσης. Μεταξύ άλλων, σημείωνε τα εξής:
«Είναι σαφές από τη διαταγή της 27ης Φεβρουαρίου 2006 ότι το θέμα της αναγνώρισης και εκτέλεσης της αλλοδαπής απόφασης κρίθηκε χωρίς την παρουσία των διαδίκων, βάσει εγγράφων που προσκόμισε η ενάγουσα [F.H. Ltd.]. Η διαταγή επίσης αναφέρει ότι ο καθ’ ου μπορεί να προσφύγει εναντίον της εντός 30 ημερών από την παραλαβή αντιγράφου [της], σύμφωνα με το άρθρο 641 παρ. 2 του Νόμου περί Πολιτικής Δικονομίας.
Το δικαστήριο κρίνει βάσιμο το επιχείρημα του αιτούντος Ρ. Avotiņš ότι δεν παρέλαβε τη διαταγή... της 27ης Φεβρουαρίου 2006 πριν από τις 16 Ιουνίου 2006, γεγονός που αποδεικνύεται από τον κατάλογο επιδόσεων [που περιέχεται στη δικογραφία] και από το γεγονός ότι η διαταγή, που επιδόθηκε [στον προσφεύγοντα] από το δικαστήριο, επεστράφη στις 10 Απριλίου 2006... Είναι σαφές από τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην έφεση ότι ο αιτών δεν κατοικούσε στη δηλωθείσα διεύθυνση στην [Č.] Street από τις 1 Μαΐου 2004. Αυτό επιβεβαιώνει... τη δήλωση του αντιπροσώπου του στη συζήτηση ότι ο αιτών δεν κατοικεί πλέον στην προαναφερθείσα διεύθυνση.
Ως εκ τούτου, η προθεσμία των 30 ημερών θα πρέπει... να αρχίσει την ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω διαταγής από τον αιτούντα...
Επιπλέον, το δικαστήριο δεν συμμερίζεται την άποψη του αντιπροσώπου της [F.H. Ltd.] ότι ο ίδιος ο αιτών είναι υπεύθυνος για τη μη παραλαβή της αλληλογραφίας αφού δεν είχε δηλώσει αμέσως την αλλαγή διεύθυνσής του και ότι ως εκ τούτου η προθεσμία [άσκησης έφεσης] δεν πρέπει να παραταθεί. Το γεγονός ότι ο αιτών δεν προέβη στις αναγκαίες νομικές ενέργειες σχετικά με την καταχώριση της κατοικίας του δεν αρκεί για να δικαιολογήσει άρνηση του δικαστηρίου να του επιτρέψει να ασκήσει τα θεμελιώδη δικαιώματα που εγγυάται το Κράτος σχετικά με την πρόσβαση στα δικαστήρια και σε δικαστική προστασία, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να προσβάλει μια απόφαση, με τις επιπτώσεις που ενδέχεται να έχει αυτό...».
29.Με τους λόγους έφεσης ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Ρίγας ο προσφεύγων υποστήριξε ότι η αναγνώριση και εκτέλεση της κυπριακής απόφασης στη Λετονία συνιστούσε παραβίαση του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ο «Κανονισμός Βρυξέλλες Ι») και διαφόρων διατάξεων του Νόμου περί Πολιτικής Δικονομίας της Λετονίας. Επ’ αυτού προέβαλε δύο επιχειρήματα.
30.Πρώτον, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι σύμφωνα με το άρθρο 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι (που ουσιαστικά αντιστοιχεί στο άρθρο 637 παρ. 2 στ. γ΄ του Νόμου περί Πολιτικής Δικονομίας της Λετονίας), απόφαση που εκδόθηκε ερήμην σε άλλο κράτος-μέλος δεν πρέπει να αναγνωρίζεται εάν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον εναγόμενο εγκαίρως και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αμυνθεί. Ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ενημερωθεί νομότυπα σχετικά με τη διαδικασία στην Κύπρο, παρ’ όλο που τόσο οι κύπριοι δικηγόροι που είχαν εκπροσωπήσει την ενάγουσα εταιρία στο Περιφερειακό Δικαστήριο Λεμεσού όσο και οι λετονοί δικηγόροι που την είχαν εκπροσωπήσει στα δικαστήρια της Λετονίας γνώριζαν πολύ καλά την επιχειρηματική του έδρα στη Ρίγα. Προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού υποστήριξε ότι διατηρούσε επαγγελματικές σχέσεις με τους κύπριους δικηγόρους, οι οποίοι επικοινωνούσαν τηλεφωνικά μαζί του και έστελναν φαξ στο γραφείο του, και ότι είχε συναντήσει αυτοπροσώπως τους λετονούς δικηγόρους. Συνεπώς, πρέπει όλοι να γνώριζαν την επιχειρηματική του διεύθυνση. Προσέθεσε δε ότι θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί του και στη διεύθυνση κατοικίας του στο Garkalne, όπου βρίσκεται η κατοικία που είχε δηλώσει επίσημα σύμφωνα με το νόμο, και ότι οι δικηγόροι θα μπορούσαν να συμβουλευθούν το δημοτικό κτηματολόγιο, όπου είναι καταχωρημένη στο όνομά του η εκεί ακίνητη περιουσία του. Όμως, αντί να του επιδώσουν ειδοποίηση σχετικά με τη διαδικασία σε μία από αυτές διευθύνσεις, οι οποίες ήταν γνωστές και προσιτές, οι δικηγόροι έδωσαν στα δικαστήρια μια διεύθυνση που έπρεπε να γνωρίζουν ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί.
31.Δεύτερον, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 38 παρ. 1 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι και του άρθρο 637 παρ. 2 στ. β΄ του Νόμου περί Πολιτικής Δικονομίας της Λετονίας, για να είναι μια απόφαση εκτελεστή στο κράτος-μέλος όπου απευθύνεται η αίτηση πρέπει να είναι εκτελεστή στο κράτος έκδοσης της απόφασης. Στην κρινόμενη υπόθεση υπήρξε τριπλή παραβίαση αυτής της απαίτησης. Πρώτον, η ενάγουσα υπέβαλε μόνο το κείμενο της απόφασης του κυπριακού δικαστηρίου στο λετονικό δικαστήριο και όχι τη βεβαίωση που απαιτείται βάσει του Παραρτήματος V του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι. Εν προκειμένω, ο προσφεύγων παραδέχθηκε ότι βάσει του άρθρου 55 παρ. 1 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι το δικαστήριο στο οποίο κατατίθεται αίτηση εκτέλεσης μπορεί, σε ορισμένες περιστάσεις, να μην απαιτήσει την προσκόμιση της βεβαίωσης αυτής από τον αιτούντα. Όμως, στην παρούσα υπόθεση το Πρωτοδικείο Latgale δεν κατέστησε σαφές αν η αιτούσα μπορούσε να απαλλαγεί από την υποχρέωση αυτή, και αν ναι, για ποιο λόγο. Δεύτερον, η κυπριακή απόφαση δεν ανέφερε καθόλου αν ήταν εκτελεστή ή αν μπορούσαν να ασκηθούν εναντίον της ένδικα μέσα. Τρίτον, ενώ για να είναι μια απόφαση εκτελεστή σύμφωνα με τον Κανονισμό Βρυξέλλες Ι πρέπει να είναι εκτελεστή στο κράτος έκδοσης της απόφασης, η αιτούσα εταιρία δεν είχε προσκομίσει γραπτές αποδείξεις ότι η απόφαση της 24ης Μαΐου 2004 ήταν εκτελεστή στην Κύπρο. Ενόψει όλων αυτών, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι η απόφαση δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί στην Κύπρο.
32.Με την απόφασή του της 2ας Οκτωβρίου 2006 το Περιφερειακό Δικαστήριο έκανε δεκτή επί της ουσίας την έφεση του προσφεύγοντος, ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή και απέρριψε την αίτηση αναγνώρισης και εκτέλεσης της κυπριακής απόφασης.
33.Η F.H. Ltd. κατέθεσε αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης στη Σύγκλητο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία τη συζήτησε στις 31 Ιανουαρίου 2007. Στην αρχή της συζήτησης η F.H. Ltd. υπέβαλε αντίγραφα διαφόρων εγγράφων στη Σύγκλητο, συμπεριλαμβανομένης της βεβαίωσης του άρθρου 54 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι και του Παραρτήματος V του Κανονισμού. Η βεβαίωση έφερε ημερομηνία 18 Ιανουαρίου 2007 και την υπογραφή του δικαστή υπηρεσίας του Περιφερειακού Δικαστηρίου Λεμεσού και ανέφερε ότι το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο είχε επιδοθεί στον προσφεύγοντα στις 27 Νοεμβρίου 2003. Το τελευταίο μέρος της βεβαίωσης, όπου έπρεπε να γραφεί το όνομα του προσώπου εις βάρος του οποίου ήταν εκτελεστή η απόφαση, είχε μείνει κενό. Όταν του ζητήθηκε να σχολιάσει αυτά τα έγγραφα, ο δικηγόρος του προσφεύγοντος υποστήριξε ότι είναι σαφώς ανεπαρκή για να καταστήσουν την απόφαση εκτελεστή.
34.Με την οριστική του απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 το Ανώτατο Δικαστήριο αναίρεσε και ακύρωσε την απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου της 2ας Οκτωβρίου 2006. Έκανε δεκτή την αίτηση της F.H. Ltd. και διέταξε την αναγνώριση και εκτέλεση της κυπριακής απόφασης, καθώς και την εγγραφή στο κτηματολόγιο βάρους επί του ακινήτου του προσφεύγοντος στο Garkalne. Τα σχετικά αποσπάσματα της απόφασης έχουν ως εξής:
«... Είναι σαφές από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας ότι η απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου Λεμεσού έχει καταστεί οριστική. Αυτό επιβεβαιώνεται από τις εξηγήσεις των διαδίκων κατά τη συζήτηση στο Περιφερειακό Δικαστήριο στις 2 Οκτωβρίου 2006, σύμφωνα με τις οποίες δεν έχει ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης, και από τη βεβαίωση που εκδόθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2007... Καθώς [ο προσφεύγων] δεν προσέβαλε την απόφαση, οι ισχυρισμοί του δικηγόρου του ότι δεν είχε ειδοποιηθεί νομότυπα για τη συζήτηση της υπόθεσης σε δικαστήριο της αλλοδαπής δεν έχουν καμία συνάφεια [nav būtiskas nozīmes].
Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, η Σύγκλητος κρίνει ότι η απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου Λεμεσού (Κύπρου) της 24ης Μαΐου 2004 πρέπει να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί στη Λετονία.
Το άρθρο 36 του Κανονισμού [Βρυξέλλες Ι] προβλέπει ότι αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής αποφάσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 644 παρ. 1 του Νόμου περί Πολιτικής Δικονομίας, αφού αναγνωριστεί τέτοια απόφαση, πρέπει να εκτελείται σύμφωνα με τους όρους του εν λόγω Νόμου...».
35.Στις 14 Φεβρουαρίου 2007 το Πρωτοδικείο Latgale, βασίζοντας την απόφασή του στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εξέδωσε διαταγή πληρωμής (izpildu raksts). Ο προσφεύγων συμμορφώθηκε αμέσως προς τους όρους της διαταγής και πλήρωσε στο δικαστικό επιμελητή που προσέλαβε η εταιρία συνολικό ποσό 90.244,62 λατς Λετονίας (περίπου 129.000 ευρώ) – 84.366,04 λατς για το αρχικό ποσό της οφειλής και 5.878,58 λατς για έξοδα εκτέλεσης. Στη συνέχεια κατέθεσε αίτηση ζητώντας την άρση του βάρους που είχε εγγραφεί επί του ακινήτου του στο Garkalne. Στις 24 Ιανουαρίου 2008, με δύο αποφάσεις του ο επί του κτηματολογίου δικαστής (Zemesgrāmatu nodaļas tiesnesis) απέρριψε την αίτηση. Ο προσφεύγων κατέθεσε αίτηση αναίρεσης στη Σύγκλητο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο με απόφασή του στις 14 Μαΐου 2008 ήρε το βάρος επί του ακινήτου του.
ΙΙ.ΣΥΝΑΦΕΣ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ
Α.Γενικό δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
1.Θεμελιώδη δικαιώματα στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
36.Κατά τον κρίσιμο χρόνο, οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) είχαν ως εξής:
«1. Η Ένωση βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη-μέλη.
2. Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Nοεμβρίου 1950, και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών-μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
...»
37.Μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας στις 1 Δεκεμβρίου 2009, το άρθρο 6 της ΣΕΕ έχει ως εξής:
«1. Η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Δεκεμβρίου 2000, όπως προσαρμόσθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2007, στο Στρασβούργο, ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες.
Οι διατάξεις του Χάρτη δεν συνεπάγονται καμία επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, όπως αυτές ορίζονται στις Συνθήκες.
Τα δικαιώματα, οι ελευθερίες και οι αρχές του Χάρτη ερμηνεύονται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του Τίτλου VII του Χάρτη που διέπουν την ερμηνεία και την εφαρμογή του και λαμβανομένων δεόντως υπόψη των επεξηγήσεων οι οποίες αναφέρονται στον Χάρτη και στις οποίες μνημονεύονται οι πηγές των εν λόγω διατάξεων.
2. Η Ένωση προσχωρεί στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Η προσχώρηση στην εν λόγω Σύμβαση δεν μεταβάλλει τις αρμοδιότητες της Ένωσης όπως ορίζονται στις Συνθήκες.
3. Τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και όπως απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών-μελών, αποτελούν μέρος των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης.»
38.Επιπλέον, από 1ης Δεκεμβρίου 2009, οι σχετικές διατάξεις της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) προβλέπουν τα εξής:
«Άρθρο 67
1. Η Ένωση συγκροτεί χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, με σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των διαφορετικών νομικών συστημάτων και παραδόσεων των κρατών-μελών.
...
4. Η Ένωση διευκολύνει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, ιδίως με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών και εξώδικων αποφάσεων σε αστικές υποθέσεις.
Άρθρο 81 παρ. 1
Η Ένωση αναπτύσσει δικαστική συνεργασία στις αστικές υποθέσεις που έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις, βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών και εξώδικων αποφάσεων. Η συνεργασία αυτή δύναται να περιλαμβάνει τη θέσπιση μέτρων προσέγγισης των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών-μελών.
Άρθρο 82 παρ. 1
Η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στην Ένωση θεμελιώνεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών και περιλαμβάνει την προσέγγιση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών-μελών στους τομείς που προβλέπονται στην παράγραφο 2 και στο άρθρο 83.»
39.Τέλος, η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 249 της Συνθήκης Ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο και είναι πανομοιότυπη με την παρ. 2 του άρθρου 288 της ΣΛΕΕ) προέβλεπε τα εξής:
«Ο κανονισμός έχει γενική ισχύ. Είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος-μέλος.»
40.Οι σχετικές διατάξεις του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (που δεν είχαν ακόμα αποκτήσει δεσμευτική ισχύ κατά τον κρίσιμο χρόνο) προβλέπουν τα εξής:
«Άρθρο 47 – Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου
Κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.
Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και εντός εύλογης προθεσμίας, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως. Κάθε πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να συμβουλεύεται δικηγόρο και να του αναθέτει την υπεράσπιση και εκπροσώπησή του.
...
Άρθρο 51 – Πεδίο εφαρμογής
1. Οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, καθώς και στα κράτη-μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. ...
...
Άρθρο 52 – Εμβέλεια και ερμηνεία των δικαιωμάτων και των αρχών
1. Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.
...
3. Στο βαθμό που ο παρών Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει το δίκαιο της Ένωσης να παρέχει ευρύτερη προστασία.
4. Στο βαθμό που ο παρών Χάρτης αναγνωρίζει θεμελιώδη δικαιώματα όπως απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών-μελών, τα εν λόγω δικαιώματα πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με τις παραδόσεις αυτές.
...
Άρθρο 53 – Επίπεδο προστασίας
Καμία διάταξη του παρόντος Χάρτη δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως περιορίζουσα ή θίγουσα τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες που αναγνωρίζονται στα αντίστοιχα πεδία εφαρμογής από το δίκαιο της Ένωσης, το διεθνές δίκαιο καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις, στις οποίες είναι μέρη η Ένωση, ή όλα τα κράτη-μέλη, και ιδίως από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, καθώς και από τα Συντάγματα των κρατών-μελών.»
41.Στην υπόθεση Krombach κατά Bamberski (C-7/98, απόφαση της 28ης Μαρτίου 2000, ECR I-1935), το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (γνωστό ως «Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» προτού τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη της Λισσαβώνας στις 1 Δεκεμβρίου 2009 – εφεξής «ΔΕΕ»), έκρινε τα εξής:
«25. Κατά πάγια νομολογία τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου την τήρηση των οποίων διασφαλίζει το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, τη γνωμοδότηση 2/94 [1996] ECR Ι-1759, παρ. 33). Συναφώς, το Δικαστήριο εμπνέεται από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών-μελών καθώς και από τις ενδείξεις τις οποίες παρέχουν οι διεθνείς πράξεις περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, για τις οποίες έχουν συνεργασθεί ή στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη-μέλη. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ) έχει συναφώς προέχουσα σημασία (βλ., μεταξύ άλλων, Υπόθεση 222/84, Johnston κατά Chief Constable of the Royal Ulster Constabulary [1986] ECR 1651, παρ. 18).
26. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ρητώς τη γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου κατά την οποία κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα για μια δίκαιη δίκη, αρχή που εμπνέεται από τα θεμελιώδη αυτά δικαιώματα (Υπόθεση C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής [1998] ECR Ι-8417, παρ. 20 και 21, και απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2000, Συνεκδικασθείσες Υποθέσεις C-174/98 P και C-189/98 P, Ολλανδία και Van der Wal κατά Επιτροπής [2000] ECR I-0000, παρ. 17).
27. Το άρθρο ΣΤ, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 6, παράγραφος 2, ΕΕ) κατοχύρωσε τη νομολογία αυτή. Κατά την εν λόγω διάταξη, ʺη Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών-μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίουʺ».
42.Στην υπόθεση ASML Netherlands BV κατά Semiconductor Industry Services GmbH (SEMIS) (C-283/05, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2006, ECR I-2041), το ΔΕΕ επανέλαβε τα εξής:
«26. Κατά πάγια νομολογία, τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν πράγματι αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων εγγυάται το Δικαστήριο... Προς τούτο, το Δικαστήριο εμπνέεται από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών-μελών και από τα στοιχεία που παρέχουν οι διεθνείς πράξεις περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, για τις οποίες έχουν συνεργαστεί ή στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη-μέλη. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ) παρουσιάζει συναφώς ιδιαίτερη σημασία...
27. Πράγματι, από την ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκύπτει ότι τα δικαιώματα άμυνας, που απορρέουν από το δικαίωμα για δίκαιη δίκη που καθιερώνει το άρθρο 6 της Συμβάσεως αυτής, απαιτούν συγκεκριμένη και αποτελεσματική προστασία, κατάλληλη για να εξασφαλίσει την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του εναγομένου (βλ. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αποφάσεις Artico κατά Ιταλίας, της 13ης Μαΐου 1980, Series A No. 37, παρ. 33, και T. κατά Ιταλίας, της 12ης Οκτωβρίου 1992, Series A No. 245 C, παρ. 28).»
43.Στην απόφασή του στην υπόθεση DEB Deutsche Energiehandels- und Beratugnsgesellschaft mbH κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (C-279/09, 22 Δεκεμβρίου 2009, ECR I-3849), η οποία εκδόθηκε αφού είχε τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη της Λισσαβώνας και συνεπώς αφού ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχε αποκτήσει την ίδια νομική ισχύ με τις Συνθήκες, το ΔΕΕ έκρινε τα εξής:
«29. Επομένως, το υποβληθέν ερώτημα άπτεται του δικαιώματος ενός νομικού προσώπου σε αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη και, συνακόλουθα, στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης, της αρχής της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας. Η αρχή αυτή συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης που απορρέει από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών-μελών και έχει κατοχυρωθεί με τα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ)...
30. Όσον αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα, μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, επιβάλλεται να λαμβάνεται υπόψη ο Χάρτης, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της ΣΕΕ, «έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες». Το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη προβλέπει συγκεκριμένα ότι οι διατάξεις του έχουν ως αποδέκτες τα κράτη-μέλη στην περίπτωση που αυτά εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης.
31. Συναφώς, το άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη προβλέπει ότι κάθε πρόσωπο του οποίου εθίγησαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που του διασφαλίζει το δίκαιο της Ένωσης έχει δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής στη δικαιοσύνη, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο οικείο άρθρο. Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και εντός εύλογης προθεσμίας, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως. Κάθε πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να συμβουλεύεται δικηγόρο και να του αναθέτει την υπεράσπιση και εκπροσώπησή του. Όσον αφορά το τρίτο εδάφιο του εν λόγω άρθρου, αυτό προβλέπει ειδικώς ότι, σε όσους δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους, παρέχεται ευεργέτημα πενίας, εφόσον το ευεργέτημα αυτό είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής πρόσβασης στη δικαιοσύνη.
32. Σύμφωνα με τις αφορώσες το συγκεκριμένο άρθρο επεξηγήσεις, οι οποίες, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ αλλά και το άρθρο 52, παράγραφος 7, του Χάρτη, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την ερμηνεία του, το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη αντιστοιχεί στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ.»
44.Στην υπόθεση Gascogne Sack Deutschland GmbH κατά Επιτροπής (C-40/12 P, απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013), το ΔΕΕ τόνισε τη συνέχεια του νομικού συστήματος πριν και μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, κρίνοντας τα εξής:
«28.Όσον αφορά το ζήτημα αν θα έπρεπε να γίνει δεκτό, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ότι η θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας αποτελεί στοιχείο που ανέκυψε κατά τη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και το οποίο, ως εκ τούτου, δικαιολογούσε, κατά το άρθρο 48, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, την προβολή νέων ισχυρισμών, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η θέση σε ισχύ της ως άνω Συνθήκης, με την οποία ενσωματώθηκε ο Χάρτης στο πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης, αποτελεί νέο στοιχείο κατά την έννοια του άρθρου 42, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού του Διαδικασίας. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει τονίσει ότι, ακόμα και πριν από τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης αυτής, είχε ήδη κρίνει επανειλημμένα ότι το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη το οποίο απορρέει, ιδίως, από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα το οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση διασφαλίζει ως γενική αρχή βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, ΕΕ (βλ., ιδίως, Υπόθεση C‑289/11 P, Legris Industries κατά Επιτροπής, παρ. 36).
45.Τέλος, αναφορικά με το εύρος των δικαιωμάτων που εγγυάται ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το ΔΕΕ έκρινε στην υπόθεση J. McB κατά L.E. (C-400/10 PPU, απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2010):
«53.Επιπλέον, όπως προκύπτει από το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, στον βαθμό που αυτός περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα κατοχυρωμένα από την ΕΣΔΑ, η έννοια και η έκτασή τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση. Πάντως, η ανωτέρω διάταξη δεν εμποδίζει το δίκαιο της Ένωσης να παρέχει ευρύτερη προστασία. Κατά το άρθρο 7 του ίδιου Χάρτη, «[κ]άθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του». Το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ είναι πανομοιότυπο με αυτό του ως άνω άρθρου 7, εξαιρουμένης της φράσεως «της αλληλογραφίας του» αντί «των επικοινωνιών του». Με αυτά τα δεδομένα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το ως άνω άρθρο 7 περιλαμβάνει δικαιώματα τα οποία αντιστοιχούν σε όσα κατοχυρώνει το άρθρο 8, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ. Επομένως, στο άρθρο 7 του Χάρτη πρέπει να δοθεί η ίδια έννοια και έκταση με αυτές που έχει το άρθρο 8, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, όπως αυτό ερμηνεύεται με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ., κατ’ αναλογία, Υπόθεση C‑450/06, Varec [2008] ECR I-581, παρ. 48).»
2.Θεμελιώδη δικαιώματα και αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης
46.Στην απόφασή του στην υπόθεση N.S. κατά Secretary of State for the Home Department (Συνεκδικασθείσες Υποθέσεις C-411/10 και C-493/10, 21 Δεκεμβρίου 2011, ECR I-3905), η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της εφαρμογής του Κανονισμού αριθ. 343/2003 του Συμβουλίου της 18ης Φεβρουαρίου 2003 για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους-μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος-μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας («Κανονισμός του Δουβλίνου»), το ΔΕΕ έκρινε τα εξής:
«77.Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, τα κράτη-μέλη οφείλουν όχι μόνο να ερμηνεύουν το εθνικό τους δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης, αλλά και να μεριμνούν ώστε να μην ερμηνεύουν νομοθέτημα του παράγωγου δικαίου κατά τρόπο αντίθετο προς τα θεμελιώδη δικαιώματα που προασπίζει η έννομη τάξη της Ένωσης ή προς τις λοιπές γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης (βλ., σχετικώς, Υπόθεση C-101/01, Lindqvist [2003] ECR I‑12971, παρ. 87, και Υπόθεση C‑305/05, Ordre des barreaux francophones et germanophones κ.λπ. [2007], ECR I‑5305, παρ. 28).
78.Από την εξέταση των νομοθετημάτων που αποτελούν το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου προκύπτει ότι το σύστημα αυτό εντάσσεται σε πλαίσιο εκ του οποίου ευλόγως συνάγεται ότι το σύνολο των κρατών που μετέχουν σε αυτό, είτε πρόκειται για κράτη-μέλη είτε για τρίτα κράτη, σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα, περιλαμβανομένων αυτών τα οποία στηρίζονται στη Σύμβαση της Γενεύης, στο Πρωτόκολλο του 1967 και στην ΕΣΔΑ, και ότι είναι δυνατή συναφώς η ύπαρξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών.
...
80.Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να τεκμαίρεται ότι η μεταχείριση των αιτούντων άσυλο σε κάθε κράτος-μέλος είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις του Χάρτη, τη Σύμβαση της Γενεύης και την ΕΣΔΑ.
81.Δεν αποκλείεται, πάντως, το σύστημα να αντιμετωπίζει στην πράξη σοβαρές δυσλειτουργίες εντός ορισμένου κράτους-μέλους, οπότε οι αιτούντες άσυλο διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο, σε περίπτωση μεταφοράς σε αυτό το κράτος-μέλος, να τύχουν μεταχειρίσεως αντίθετης προς τα θεμελιώδη δικαιώματά τους.
...
83.Συγκεκριμένα, πρόκειται για τον λόγο υπάρξεως της Ένωσης και για την υλοποίηση του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης και ειδικότερα του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, το οποίο στηρίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και στο τεκμήριο ότι τα λοιπά κράτη-μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, ότι σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα.
...
94.Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι σε περιπτώσεις όπως οι επίμαχες στις υποθέσεις των κυρίων δικών, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκ μέρους της Ένωσης και των κρατών-μελών τήρηση των υποχρεώσεών τους σχετικά με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο, απόκειται στα κράτη-μέλη, περιλαμβανομένων και των εθνικών δικαστηρίων, να μη μεταφέρουν αιτούντα άσυλο προς το «υπεύθυνο κράτος-μέλος», κατά την έννοια του Κανονισμού 343/2003, οσάκις είναι αδύνατο να αγνοούν ότι οι συστημικές πλημμέλειες όσον αφορά τη διαδικασία χορηγήσεως ασύλου και τις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων άσυλο στο κράτος-μέλος αυτό αποτελούν σοβαρούς και αποδεδειγμένους λόγους που να πείθουν ότι ο αιτών θα διατρέξει ουσιαστικό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη.
...
98.Πάντως, το κράτος-μέλος στο οποίο βρίσκεται ο αιτών άσυλο πρέπει να μεριμνά ώστε να μην επιδεινώσει κατάσταση τυχόν προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων αυτού του αιτούντος ακολουθώντας διαδικασία προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους-μέλους μη εύλογης χρονικής διάρκειας. Εφόσον παρίσταται ανάγκη, οφείλει να εξετάσει το ίδιο την αίτηση σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 3, παράγραφος 2, του Κανονισμού 343/2003.
99.Από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι, όπως επισήμανε η Γενική Εισαγγελέας στο σημείο 131 των προτάσεών της, εφαρμογή του Κανονισμού 343/2003 βάσει αμάχητου τεκμηρίου περί του ότι το κράτος-μέλος που είναι κατ’ αρχήν αρμόδιο να εξετάσει την αίτηση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα του αιτούντος άσυλο αντιβαίνει στην υποχρέωση των κρατών-μελών να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν τον Κανονισμό 343/2003 κατά τρόπο σύμφωνο με τα θεμελιώδη δικαιώματα.
100.Επιπλέον, όπως επισήμανε ο N.S., εάν γινόταν δεκτό ότι ο Κανονισμός 343/2003 επιβάλλει αμάχητο τεκμήριο σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τότε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι θέτει ο ίδιος εν αμφιβόλω τις εγγυήσεις που σκοπούν στον εκ μέρους της Ένωσης και των κρατών-μελών σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
101.Τούτο θα ίσχυε, ιδίως, στην περίπτωση διατάξεως προβλέπουσας ότι ορισμένα κράτη είναι «ασφαλή» όσον αφορά τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, εάν η διάταξη αυτή ερμηνευόταν υπό την έννοια ότι αποτελεί αμάχητο τεκμήριο που απαγορεύει την οποιαδήποτε περί του αντιθέτου απόδειξη.
....
104.Υπό τις συνθήκες αυτές, το τεκμήριο, το οποίο διαπιστώθηκε στην παρ. 80 της παρούσας αποφάσεως και το οποίο διέπει τη σχετική με το ζήτημα νομοθεσία, περί του ότι οι αιτούντες άσυλο θα τύχουν μεταχειρίσεως σύμφωνης με τα ανθρώπινα δικαιώματα πρέπει να θεωρηθεί μαχητό.
105.Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν επιτρέπει την εφαρμογή αμάχητου τεκμηρίου περί του ότι το κράτος-μέλος το οποίο ορίζεται ως υπεύθυνο βάσει του Κανονισμού 343/2003 σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα της Ένωσης.»
47.Στην υπόθεση Melloni κατά Ministerio Fiscal (C-399/11, απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2013), η οποία αφορούσε ειδικότερα το θέμα αν ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να αρνηθεί να εκτελέσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει του άρθρου 53 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων λόγω παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου που εγγυάται το εθνικό Σύνταγμα, το ΔΕΕ έκρινε τα εξής:
«60.Ασφαλώς, το άρθρο 53 του Χάρτη επιβεβαιώνει ότι, όταν πράξη της Ένωσης υπαγορεύει την εφαρμογή εθνικών μέτρων, είναι κατ’ αρχήν θεμιτό οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόζουν τα κατοχυρωμένα στα Συντάγματά τους θεμελιώδη δικαιώματα, αρκεί η εν λόγω εφαρμογή να μη θέτει υπό διακύβευση την υπεροχή, την ενότητα και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη.
61.Πάντως, [η] Απόφαση-Πλαίσιο [που διέπει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης] δεν παρέχει στα κράτη-μέλη την ευχέρεια να αρνούνται την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως οσάκις ο ενδιαφερόμενος εμπίπτει σε μια από τις τέσσερις υποθετικές περιπτώσεις οι οποίες προβλέπονται...
62.Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι η θέσπιση της Αποφάσεως-Πλαισίου 2009/299, η οποία ενέταξε την ανωτέρω διάταξη στην Απόφαση-Πλαίσιο 2002/584, στοχεύει στη θεραπεία των δυσχερειών της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των εκδοθεισών ερήμην του ενδιαφερομένου αποφάσεων οι οποίες είναι απόρροια της υπάρξεως διαφορών εντός των κρατών-μελών στο θέμα της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συναφώς, η ανωτέρω απόφαση-πλαίσιο εναρμονίζει τις προϋποθέσεις εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως σε περίπτωση ερήμην καταδίκης, η δε εναρμόνιση αυτή απηχεί τη συναίνεση η οποία επετεύχθη από τα κράτη-μέλη στο σύνολό τους αναφορικά με την εφαρμοστέα, δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, έκταση των δικονομικών δικαιωμάτων των οποίων απολαύουν οι καταδικασθέντες ερήμην τους οποίους αφορά ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως.
63.Επομένως, το να παρέχεται σε κράτος-μέλος η δυνατότητα να επικαλείται το άρθρο 53 του Χάρτη προκειμένου να εξαρτήσει την παράδοση προσώπου καταδικασθέντος ερήμην από τη μη προβλεπόμενη από την Απόφαση-Πλαίσιο 2009/299 προϋπόθεση ότι η καταδικαστική απόφαση μπορεί να αναθεωρηθεί εντός του κράτους-μέλους εκδόσεως, ώστε να αποφευχθεί προσβολή του δικαιώματος για δίκαιη δίκη και των κατοχυρωμένων στο Σύνταγμα του κράτους-μέλους εκτελέσεως δικαιωμάτων άμυνας, θα κατέληγε, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την ομοιομορφία του βαθμού προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων ο οποίος προσδιορίζεται από την ανωτέρω απόφαση-πλαίσιο, να θίξει τις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνωρίσεως τις οποίες η εν λόγω απόφαση τείνει να ενισχύσει και, συνακόλουθα, να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της αποφάσεως-πλαισίου.
64.Υπό το φως των προηγηθεισών σκέψεων, στο τρίτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 53 του Χάρτη έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε κράτος-μέλος να εξαρτά την παράδοση προσώπου καταδικασθέντος ερήμην από την προϋπόθεση ότι η καταδικαστική απόφαση μπορεί να αναθεωρηθεί εντός του κράτους-μέλους εκδόσεως, ώστε να αποφεύγεται τυχόν προσβολή του δικαιώματος για δίκαιη δίκη και των κατοχυρωμένων στο Σύνταγμά του δικαιωμάτων άμυνας.»
48.Στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd κατά Dau Si Senh κ.λπ. (C-519/13, απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2015), η οποία αφορούσε την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 για την επίδοση στα κράτη-μέλη δικαστικών και εξωδικαστικών πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, το ΔΕΕ έκρινε τα εξής:
«30.Συγκεκριμένα, προς βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της ταχύτητας των ένδικων διαδικασιών και προς διασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, ο εν λόγω κανονισμός καθιερώνει την αρχή της άμεσης διαβιβάσεως των δικαστικών και εξωδίκων εγγράφων μεταξύ των κρατών-μελών (βλ. απόφαση Leffler, C‑443/03, EU:C:2005:665, παρ. 3), πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα την απλοποίηση και την επιτάχυνση των διαδικασιών. Οι σκοποί αυτοί παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 6 έως 8 του εν λόγω κανονισμού.
31.Ωστόσο, όπως έχει επανειλημμένως κρίνει το Δικαστήριο, οι σκοποί αυτοί δεν πρέπει να επιτυγχάνονται με την καθ’ οιονδήποτε τρόπο αποδυνάμωση των δικαιωμάτων άμυνας των αποδεκτών, τα οποία απορρέουν από το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη που καθιερώνουν τα άρθρα 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Alder, C‑325/11, EU:C:2012:824, παρ. 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).»
Γνωμοδότηση 2/13
49.Στη Γνωμοδότηση 2/13 της 18ης Δεκεμβρίου σχετικά με το σχέδιο σύμβασης για την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το ΔΕΕ έκρινε ότι το σχέδιο σύμβασης δεν ήταν συμβατό με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα σχετικά σημεία της Γνωμοδότησης προβλέπουν τα εξής:
«187. Συναφώς, επιβάλλεται, κατά πρώτο λόγο, η υπόμνηση ότι το άρθρο 53 του Χάρτη προβλέπει ότι καμία διάταξη αυτού δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως περιορίζουσα ή θίγουσα τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται στα αντίστοιχα πεδία εφαρμογής από το δίκαιο της Ένωσης, το διεθνές δίκαιο καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις, στις οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη η Ένωση, ή όλα τα κράτη-μέλη, και ιδίως από την ΕΣΔΑ, καθώς και από τα Συντάγματα των κρατών-μελών.
188.Πάντως, το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει τη διάταξη αυτή υπό την έννοια ότι η εφαρμογή εθνικών προδιαγραφών προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν πρέπει να διακυβεύει, αφενός, το επίπεδο προστασίας που προβλέπει ο Χάρτης και, αφετέρου, την υπεροχή, την ενότητα και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης (απόφαση Melloni, EU:C:2013:107, παρ. 60).
189.Στο μέτρο κατά το οποίο το άρθρο 53 της ΕΣΔΑ επιφυλάσσει, κατ’ ουσίαν, στα Συμβαλλόμενα μέρη την ευχέρεια να καθορίζουν προδιαγραφές προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε υψηλότερο επίπεδο από τις αντίστοιχες προδιαγραφές που κατοχυρώνει η Σύμβαση αυτή, πρέπει να διασφαλιστεί ο συντονισμός μεταξύ της ως άνω διατάξεως και του άρθρου 53 του Χάρτη, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, προκειμένου η ευχέρεια που παρέχει στα κράτη-μέλη το άρθρο 53 της ΕΣΔΑ να εξακολουθήσει, όσον αφορά τα αναγνωρισμένα με τον Χάρτη δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα που κατοχυρώνει η προαναφερθείσα Σύμβαση, να μην υπερβαίνει αυτό που είναι αναγκαίο για την αποτροπή τυχόν διακυβεύσεως του επιπέδου προστασίας που προβλέπει ο Χάρτης, καθώς και της υπεροχής, της ενότητας και της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης.
...
191.Κατά δεύτερο λόγο, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών έχει, στο δίκαιο της Ένωσης, θεμελιώδη σημασία, δεδομένου ότι καθιστά δυνατή τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα. Πάντως, η αρχή αυτή, ιδίως όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, επιβάλλει σε καθένα από τα κράτη-μέλη να δέχονται, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι όλα τα λοιπά κράτη-μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, ότι σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα που είναι αναγνωρισμένα από το δίκαιο αυτό (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις N.S. κ.λπ., C‑411/10 και C‑493/10, EU:C:2011:865, παρ. 78 έως 80, καθώς και Melloni, EU:C:2013:107, παρ. 37 και 63).
192.Ειδικότερα, τα κράτη-μέλη, όταν θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης, είναι δυνατό να υποχρεωθούν, δυνάμει του δικαίου αυτού, να εκλάβουν ως δεδομένο τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων από τα λοιπά κράτη-μέλη, με αποτέλεσμα να μην έχουν τη δυνατότητα όχι μόνο να απαιτήσουν από κάποιο άλλο κράτος-μέλος να εφαρμόσει εθνικό επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων υψηλότερο από το επίπεδο προστασίας που εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης, αλλά επίσης, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, να ελέγχουν αν το άλλο κράτος-μέλος έχει πράγματι σεβαστεί, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνει η Ένωση.
193.Πάντως, η προσέγγιση που υπερίσχυσε στη σχεδιαζόμενη συμφωνία και η οποία συνίσταται στην εξομοίωση της Ένωσης με κράτος και στην αναγνώριση σε αυτή ενός ρόλου που, από κάθε άποψη, είναι πανομοιότυπος με τον ρόλο οποιουδήποτε άλλου Συμβαλλομένου Μέρους είναι αντίθετη ακριβώς προς την ίδια τη φύση της Ένωσης και, ειδικότερα, δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι τα κράτη-μέλη, λόγω της συμμετοχής τους στην Ένωση, έχουν αποδεχθεί ότι οι μεταξύ τους σχέσεις, όσον αφορά τους τομείς οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο μεταβιβάσεως αρμοδιοτήτων από τα κράτη-μέλη προς την Ένωση, θα διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης αποκλειομένου, εφόσον το δίκαιο αυτό το απαιτεί, οποιουδήποτε άλλου δικαίου.
194.Στο μέτρο κατά το οποίο η ΕΣΔΑ, επιβάλλοντας να θεωρηθούν η Ένωση και τα κράτη-μέλη ως συμβαλλόμενα μέρη όχι μόνο στις σχέσεις τους με συμβαλλόμενα μέρη που δεν είναι κράτη-μέλη της Ένωσης, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, συμπεριλαμβανομένης της περιπτώσεως κατά την οποία οι σχέσεις αυτές διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, μπορεί να υποχρεώσει ένα κράτος-μέλος να ελέγχει αν κάποιο άλλο κράτος-μέλος σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, παρά το γεγονός ότι το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των εν λόγω κρατών-μελών, η προσχώρηση είναι ικανή να διακυβεύσει την ισορροπία στην οποία στηρίζεται η Ένωση καθώς και την αυτονομία του δικαίου της Ένωσης.»
4.Διατάξεις σχετικά με τις προδικαστικές αποφάσεις
50. Το άρθρο 234 της Συνθήκης Ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 267 της ΣΛΕΕ) είχε ως εξής:
«Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις:
...
(β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης.
...
Δικαστήριο κράτους-μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ’ αυτού.
Δικαστήριο κράτους-μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.»
51.Στην υπόθεση Srl CILFIT and Lanificio di Gavardo SpA κατά Ministry of Health (C-283/81, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, ECR 3415), το ΔΕΕ προσδιόρισε την έκταση της υποχρέωσης που επιβάλλει το πρώην άρθρο 177 παρ. 3 της Συνθήκης Ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (που ισοδυναμεί με την τρίτη παράγραφο του άρθρου 234 της Συνθήκης Ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) και έκρινε τα εξής:
«Το άρθρο 177, τρίτη παράγραφος, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένα δικαστήριο, οι αποφάσεις του οποίου δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει, όταν ανακύπτει ενώπιόν του ζήτημα κοινοτικού δικαίου, να τηρεί την υποχρέωσή του προς παραπομπή, εκτός εάν διαπιστώνει ότι η ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου παρίσταται τόσο προφανής, ώστε να μην αφήνει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία· η συνδρομή μιας τέτοιας περιπτώσεως πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κοινοτικού δικαίου, τις ιδιάζουσες δυσκολίες που παρουσιάζει η ερμηνεία του και τον κίνδυνο διαστάσεως στη νομολογία εντός της Κοινότητος.»
52.Το πεδίο εφαρμογής της νομολογίας προσδιορίστηκε περαιτέρω στην υπόθεση Ferreira da Silva e Brito κ.λπ. κατά Estado português (C-160/4, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2015), στην οποία το ΔΕΕ έκρινε τα εξής:
«36.Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν, λαμβανομένων υπόψη περιστάσεων όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, και, ιδίως, του γεγονότος ότι κατώτερα δικαιοδοτικά όργανα έχουν εκδώσει αποκλίνουσες αποφάσεις όσον αφορά την ερμηνεία της έννοιας της μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2001/23, το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, έχει την έννοια ότι δικαστήριο οι αποφάσεις του οποίου δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου υποχρεούται κατ’ αρχήν να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία της συγκεκριμένης έννοιας.
37.Συναφώς, μολονότι η διαδικασία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ αποτελεί μέσο συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, με την οποία το Δικαστήριο τους παρέχει τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς επί της οποίας καλούνται να αποφανθούν, εντούτοις, όταν δεν υπάρχει κανένα ένδικο μέσο του εσωτερικού δικαίου κατά της αποφάσεως εθνικού δικαστηρίου, υποχρεούται να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κατά την έννοια του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, εφόσον ανακύπτει ενώπιόν του ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης (βλ. απόφαση Consiglio nazionale dei geologi και Autorità garante della concorrenza e del mercato, C‑136/12, EU:C:2013:489, παρ. 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
38.Όσον αφορά το περιεχόμενο της συγκεκριμένης υποχρεώσεως, όπως προκύπτει από νομολογία παγιωθείσα από της εκδόσεως της αποφάσεως Cilfit κ.λπ. (283/81, EU:C:1982:335), τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου οφείλουν, στην περίπτωση κατά την οποία ανακύπτει ενώπιόν τους ζήτημα σχετικό με το δίκαιο της Ένωσης, να τηρούν την υποχρέωσή τους να υποβάλουν προδικαστικό ερώτημα, εκτός αν διαπιστώνουν ότι το ανακύψαν ζήτημα δεν είναι ουσιώδες ή ότι η οικεία διάταξη του δικαίου της Ένωσης έχει ήδη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο ή ότι η ορθή εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης είναι τόσο προφανής, ώστε να μην αφήνει περιθώριο για εύλογες αμφιβολίες.
39.Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η εξέταση του ενδεχομένου αυτού πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά του δικαίου της Ένωσης, τις ιδιάζουσες δυσχέρειες που παρουσιάζει η ερμηνεία του και τον κίνδυνο αποκλίσεων της νομολογίας στο εσωτερικό της Ένωσης (απόφαση Intermodal Transports, C‑495/03, EU:C:2005:552, παρ. 33).
40.Ασφαλώς, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει αν η ορθή εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής, ώστε να μην υφίσταται περιθώριο εύλογης αμφιβολίας, και, συνεπώς, να αποφασίζει να μην υποβάλει στο Δικαστήριο ορισμένο ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που ανέκυψε ενώπιόν του (βλ. απόφαση Intermodal Transports, C‑495/03, EU:C:2005:552, παρ. 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
41.Συναφώς, αυτή καθ’ εαυτήν η ύπαρξη αντιφατικών αποφάσεων άλλων εθνικών δικαστηρίων δεν συνιστά στοιχείο αποφασιστικής σημασίας ικανό να επιβάλει την υποχρέωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος κατά το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
42.Πράγματι, το δικαστήριο που αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό μπορεί να κρίνει ότι, παρά την ύπαρξη συγκεκριμένης ερμηνείας από τα κατώτερα δικαστήρια όσον αφορά διάταξη του δικαίου της Ένωσης, ο τρόπος κατά τον οποίο ερμηνεύει την εν λόγω διάταξη, έστω και αν διαφέρει από την ερμηνεία των κατώτερων δικαστηρίων, είναι αναμφίβολα ορθός.
43.Εντούτοις, υπογραμμίζεται ότι, όσον αφορά το εξεταζόμενο εν προκειμένω ζήτημα, και όπως προκύπτει από τις σκέψεις 24 έως 27 της παρούσας αποφάσεως, η έννοια της μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως έχει εγείρει πολλές αμφιβολίες σε μεγάλο αριθμό εθνικών δικαστηρίων, τα οποία, συνεπεία αυτού, υποχρεώθηκαν να υποβάλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο. Οι αμφιβολίες αυτές καταδεικνύουν όχι μόνο την ύπαρξη ερμηνευτικών δυσχερειών αλλά και τον κίνδυνο να υπάρξουν αποκλίσεις στη νομολογία στο επίπεδο της Ένωσης.
44.Ως εκ τούτου, υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, οι οποίες χαρακτηρίζονται τόσο από την ύπαρξη αντιφατικών νομολογιακών τάσεων σε εθνικό επίπεδο όσον αφορά την έννοια της μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως, κατά την Οδηγία 2001/23, όσο και από τα επαναλαμβανόμενα ερμηνευτικά ζητήματα που δημιουργεί η έννοια αυτή στα διάφορα κράτη-μέλη, εθνικό δικαστήριο οι αποφάσεις του οποίου δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου οφείλει να συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή του να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα και τούτο προκειμένου να αποτραπεί κίνδυνος εσφαλμένης ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης.
45.Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου οφείλει να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο σχετικά με την ερμηνεία της έννοιας της μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2001/23, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι οποίες χαρακτηρίζονται τόσο από την ύπαρξη αντιφατικών νομολογιακών τάσεων σε εθνικό επίπεδο όσον αφορά την έννοια αυτή όσο και από τα επαναλαμβανόμενα ερμηνευτικά προβλήματα που δημιουργεί η έννοια στα διάφορα κράτη-μέλη.»
Β.Διατάξεις σχετικά με την αναγνώριση και εκτέλεση ξένων δικαστικών αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις
1.Κανονισμός αριθ. 44/2001 (Βρυξέλλες Ι): έκδοση που εφαρμόστηκε στην παρούσα υπόθεση
(α)Κείμενο του Κανονισμού
53.Ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ο «Κανονισμός Βρυξέλλες Ι») τέθηκε σε ισχύ στις 1 Μαρτίου 2002. Αντικατέστησε τη Σύμβαση των Βρυξελλών για τη δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 και ήταν δεσμευτικός για όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με εξαίρεση τη Δανία. Οι διατάξεις που παρατίθενται στη συνέχεια, οι οποίες εφαρμόστηκαν στην παρούσα υπόθεση, παρέμειναν σε ισχύ μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 2015, ημερομηνία έναρξης ισχύος της νέας αναδιατυπωμένης έκδοσης, η οποία είναι γνωστή ως «Βρυξέλλες Ι bis».
54.Οι Αιτιολογικές Σκέψεις 16 έως 18 του Κανονισμού αριθ. 44/2001 έχουν ως εξής:
«(16) Η αμοιβαία εμπιστοσύνη στην απονομή της δικαιοσύνης δικαιολογεί την αυτόματη αναγνώριση των αποφάσεων που εκδίδονται σε κράτος-μέλος, χωρίς να απαιτείται καμία διαδικασία, εκτός σε περίπτωση αμφισβήτησης.
(17) Η προαναφερόμενη αμοιβαία εμπιστοσύνη απαιτεί αποτελεσματικότητα και ταχύτητα της διαδικασίας με την οποία κηρύσσεται εκτελεστή σε κράτος-μέλος, απόφαση που εκδόθηκε σε άλλο κράτος-μέλος. Για το σκοπό αυτό μια απόφαση θα πρέπει να κηρύσσεται εκτελεστή κατά τρόπο οιονεί αυτόματο, μετά από απλό τυπικό έλεγχο των υποβαλλομένων εγγράφων, χωρίς να έχει το δικαστήριο τη δυνατότητα να προβάλει αυτεπαγγέλτως έναν από τους λόγους μη εκτέλεσης που προβλέπονται από τον ανά χείρας κανονισμό.
(18) Ο σεβασμός των δικαιωμάτων της υπεράσπισης επιβάλλει ωστόσο τη δυνατότητα του εναγομένου να ασκήσει, ενδεχομένως ένδικο μέσο, που εξετάζεται κατ’ αντιδικία, κατά της κηρύξεως της εκτελεστότητας, εφ’ όσον αυτός θεωρεί ότι στοιχειοθετείται ένας από τους λόγους μη εκτελέσεως. Η δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων πρέπει να αναγνωρίζεται επίσης στον αιτούντα, σε περίπτωση που απορρίπτεται η αίτησή του για να κηρυχθεί μια απόφαση εκτελεστή.»
55.Τα σχετικά άρθρα του Κανονισμού προβλέπουν τα εξής:
«Άρθρο 26
1. Όταν πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους-μέλους ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους-μέλους και δεν παρίσταται, το δικαστήριο διαπιστώνει αυτεπάγγελτα την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του, αν η δικαιοδοσία του δεν στηρίζεται στους όρους του παρόντος κανονισμού.
2. Ο δικαστής υποχρεούται να αναστείλει τη διαδικασία εφόσον δεν διαπιστώνεται ότι ο εναγόμενος αυτός ήταν σε θέση να παραλάβει το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο εντός της αναγκαίας για την άμυνά του προθεσμίας ή ότι καταβλήθηκε κάθε επιμέλεια για το σκοπό αυτό.
...
Άρθρο 33
1. Απόφαση που εκδίδεται σε κράτος-μέλος αναγνωρίζεται στα λοιπά κράτη-μέλη χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία.
2. Σε περίπτωση αμφισβήτησης, κάθε ενδιαφερόμενος που επικαλείται ως κύριο ζήτημα την αναγνώριση μπορεί να ζητήσει, κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στα τμήματα 2 και 3 του παρόντος κεφαλαίου, να διαπιστωθεί ότι η απόφαση πρέπει να αναγνωρισθεί.
...
Άρθρο 34
Απόφαση δεν αναγνωρίζεται:
1. αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως,
2. αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο εγκαίρως και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αμυνθεί, εκτός εάν ο εναγόμενος παρέλειψε να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως ενώ μπορούσε να το πράξει,
...
Άρθρο 35
1. Απόφαση δεν αναγνωρίζεται, επίσης, αν έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις των τμημάτων 3, 4 και 6 του κεφαλαίου II, καθώς και στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 72.
2. Κατά τον έλεγχο των βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, η αρχή ενώπιον της οποίας ζητείται η αναγνώριση δεσμεύεται από τις πραγματικές διαπιστώσεις στις οποίες το δικαστήριο του κράτους-μέλους προελεύσεως έχει θεμελιώσει τη διεθνή δικαιοδοσία του.
3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της πρώτης παραγράφου, δεν ερευνάται η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους-μέλους προελεύσεως. ...
Άρθρο 36
Αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής αποφάσεως.
Άρθρο 37 παρ. 1
Το δικαστήριο κράτους-μέλους, ενώπιον του οποίου ζητείται αναγνώριση αποφάσεως που εκδόθηκε σε άλλο κράτος-μέλος, μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία, αν η απόφαση αυτή έχει προσβληθεί με τακτικό ένδικο μέσο.
Άρθρο 38 παρ. 1
Αποφάσεις που εκδόθηκαν και είναι εκτελεστές σε κράτος-μέλος εκτελούνται σε άλλο-κράτος μέλος, αφού κηρυχθούν εκεί εκτελεστές, με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου.
Άρθρο 41
Η απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή ευθύς ως ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 53 χωρίς έλεγχο των λόγων μη εκτέλεσης, που αναφέρονται στα άρθρα 34 και 35. Ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δε δύναται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, να καταθέσει προτάσεις.
Άρθρο 43
1. Κατά της αποφάσεως που εκδίδεται επί της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο και από τους δύο διαδίκους.
...
3. Το ένδικο μέσο εκδικάζεται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.
Άρθρο 45
1. Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο δυνάμει του άρθρου 43... δύναται να απορρίψει ή να ανακαλέσει την κήρυξη της εκτελεστότητας μόνον εφόσον συντρέχει λόγος από τους οριζόμενους στα άρθρα 34 και 35. Αποφασίζει αμελλητί.
2. Αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής αποφάσεως.
Άρθρο 46 παρ. 1
Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο σύμφωνα με το άρθρο 43... μπορεί, με αίτηση του διαδίκου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, να αναστείλει τη διαδικασία αν κατά της αλλοδαπής αποφάσεως έχει ασκηθεί στο κράτος-μέλος προελεύσεως τακτικό ένδικο μέσο, ή αν η προθεσμία για την άσκησή του δεν έχει ακόμα εκπνεύσει· στη τελευταία περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να τάξει προθεσμία για την άσκηση του ένδικου αυτού μέσου.
Άρθρο 54
Το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους εκδόσεως της αποφάσεως, εκδίδει κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου διαδίκου βεβαίωση, σύμφωνα με το υπόδειγμα εντύπου που επισυνάπτεται στο Παράρτημα V του παρόντος Κανονισμού.»
(β)Αιτιολογική Έκθεση σχετικά με την Πρόταση Κανονισμού
56. Στο βαθμό που αφορά την παρούσα υπόθεση, η Αιτιολογική Έκθεση σχετικά με την Πρόταση Κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις υποβληθείσα από την Επιτροπή (έγγραφο COM/99/0348 τελικό, το οποίο δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων C 376 E της 28ης Δεκεμβρίου 1999, σελ. 1-17) ανέφερε τα εξής:
«2.2. Νομική βάση
Τα θέματα που καλύπτονται από τη σύμβαση των Βρυξελλών, από την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ εντάσσονται στο άρθρο 65 της συνθήκης ΕΚ και η νομική βάση της πρότασης αυτής είναι το άρθρο 61, σημείο γ΄ της Συνθήκης αυτής.
Η επιλεγείσα μορφή, κανονισμός, δικαιολογείται από πολλούς λόγους. Πράγματι, δεν μπορεί να δοθεί διακριτική ευχέρεια στα κράτη-μέλη όχι μόνο όσον αφορά τον καθορισμό των κανόνων της δικαιοδοσίας, που αποβλέπουν στην διατήρηση της ασφάλειας του δικαίου προς όφελος των πολιτών και των οικονομικών φορέων, αλλά ούτε και όσον αφορά τη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης που ανταποκρίνεται στην επιταγή σαφήνειας και ομοιογένειας στα κράτη-μέλη.
...
Τμήμα 2 – Εκτέλεση
Το τμήμα αυτό περιγράφει τις λεπτομέρειες της διαδικασίας που θα χρησιμοποιηθεί είτε ενόψει της τυπικής αναγνώρισης δυνάμει του άρθρου 33 παράγραφος 2, είτε ενόψει της περιγραφής του εκτελεστήριου τύπου με σκοπό την εκτέλεση σε κράτος-μέλος διαφορετικό από το κράτος προέλευσης της απόφασης. Εννοείται ότι η διαδικασία αυτή έχει ως αντικείμενο να καταστήσει εκτελεστή την απόφαση που είναι ήδη εκτελεστή στο κράτος προέλευσης και δεν προδικάζει τις διαδικασίες που αποβλέπουν στην καθαυτή εκτέλεση της απόφασης αυτής στο κράτος-μέλος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η διαδικασία αυτή έχει σχεδιασθεί ώστε να επιτρέπει την ταχεία λήψη απόφασης. Για το σκοπό αυτό επήλθαν σημαντικές τροποποιήσεις στο μηχανισμό που προβλέπεται στη Σύμβαση των Βρυξελλών. Κατ’ αρχήν, το αρμόδιο δικαστήριο ή η αρχή που έχει την υποχρέωση να κηρύξει την εκτελεστότητα στο κράτος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση δεν έχει καμία δυνατότητα να προχωρήσει με βάση δική του πρωτοβουλία, σχετικά με την απόφαση, στον έλεγχο της ύπαρξης ενός από τους λόγους μη εκτέλεσης που προβλέπονται στα άρθρα 41 και 42. Οι λόγοι αυτοί μπορούν μόνο να εξετασθούν, ενδεχομένως, στο πλαίσιο προσφυγής του διαδίκου κατά του οποίου επετράπη η εκτέλεση. Το εν λόγω αρμόδιο δικαστήριο ή η αρχή οφείλει μόνο να διενεργήσει τυπικό έλεγχο των εγγράφων που του υποβάλλονται για τη στήριξη της αίτησης και τα οποία προβλέπονται από τον κανονισμό. Αφετέρου, οι λόγοι μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης μειώθηκαν σημαντικά.
...
Άρθρο 41 [που αντιστοιχεί στο άρθρο 34 του Κανονισμού ΕΚ]
Το άρθρο αυτό προσδιορίζει τους μόνους λόγους που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από το δικαστήριο το οποίο επελήφθη του ενδίκου μέσου για την άρνηση ή την ανάκληση της κήρυξης για την εκτελεστότητα της απόφασης. Με στόχο τη βελτίωση της ελεύθερης κυκλοφορίας των αποφάσεων οι λόγοι αυτοί αναμορφώθηκαν κατά περιοριστικό τρόπο.
Κατ’ αρχήν, η προσθήκη, στο σημείο 1, του επιρρήματος «προφανώς» τονίζει τον εξαιρετικό χαρακτήρα της προσφυγής στη δημόσια τάξη. Μετέπειτα, ο λόγος που πιο συχνά επικαλείτο ο οφειλέτης για να αποφύγει την εκτέλεση αναθεωρήθηκε για να αποφευχθεί η κατάχρηση της διαδικασίας. Αν η επίδοση στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο στο κράτος προέλευσης γίνει εγκαίρως και κατά τέτοιο τρόπο που να μπορεί να διασφαλίσει την υπεράσπισή του τότε αυτός δεν μπορεί να αποφύγει την εκτέλεση. Μια απλή τυπική παρατυπία στην κοινοποίηση ή στην επίδοση δεν μπορεί επομένως να οδηγήσει στην απόρριψη της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης εάν αυτή δεν είχε εμποδίσει τον οφειλέτη να διασφαλίσει την υπεράσπισή του. Επιπλέον, αν ο οφειλέτης μπορούσε να καταθέσει ένδικο μέσο στο κράτος-μέλος προέλευσης επικαλούμενος διαδικαστική παρατυπία και δεν το έπραξε, δεν του δίνεται η άδεια να χρησιμοποιήσει αυτή τη διαδικαστική παρατυπία ως λόγο άρνησης ή ανάκλησης της κήρυξης στο κράτος-μέλος στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση...»
(γ)Νομολογία του ΔΕΕ
57.Στην υπόθεση Klomps κατά Michel (C-166/80, απόφαση της 16ης Ιουνίου 1981, ECR 1593), το ΔΕΕ εξειδίκευσε περαιτέρω το εύρος των εγγυήσεων του άρθρου 27 παρ. 2 της Σύμβασης των Βρυξελλών (που αντιστοιχεί εν μέρει στο άρθρο 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι). Έκρινε ότι η εν λόγω διάταξη εξακολουθεί να εφαρμόζεται και στην περίπτωση που ο καθ’ ου άσκησε ανακοπή κατά της ερήμην αποφάσεως και δικαστήριο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως απέρριψε ως απαράδεκτη την ανακοπή επειδή είχε παρέλθει η σχετική προθεσμία. Επίσης, έκρινε ότι ακόμα και αν δικαστήριο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως, ύστερα από ιδιαίτερη κατ’ αντιμωλίαν διαδικασία, απεφάνθη ότι η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν προσηκόντως, το άρθρο 27 παρ. 2 της Συμβάσεως απαιτεί από το δικαστή του κράτους της εκτελέσεως να εξετάσει τουλάχιστον κατά πόσον η ανωτέρω επίδοση ή κοινοποίηση έγιναν εμπρόθεσμα, κατά τρόπο που να παρασχέθηκε στον εναγόμενο η δυνατότητα υπερασπίσεως.
58.Στην προαναφερθείσα απόφασή του στην υπόθεση ASML Netherlands BV κατά Semiconductor Industry Services GmbH (SEMIS), το ΔΕΕ κλήθηκε να αποφανθεί κατά πόσον η προϋπόθεση ότι ο ερημοδικήσας εναγόμενος πρέπει να «μπορούσε», κατά την έννοια του άρθρου 34, σημείο 2 (in fine), του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως συνεπάγεται υποχρέωση νομότυπης επίδοσης ή κοινοποίησης της απόφασης στον εναγόμενο, ή αν αρκεί να έχει ενημερωθεί για την ύπαρξή της κατά το στάδιο της διαδικασίας εκτέλεσης στο Κράτος της εκτελέσεως. Το ΔΕΕ υιοθέτησε το παρακάτω σκεπτικό:
«20.... [Τ]ο άρθρο 34, σημείο 2, του Κανονισμού 44/2001 δεν απαιτεί κατ’ ανάγκη το νομότυπο της επιδόσεως ή της κοινοποιήσεως του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου, αλλά την πραγματική τήρηση των δικαιωμάτων άμυνας.
21.Τέλος, το εν λόγω άρθρο 34, σημείο 2, προβλέπει εξαίρεση από την άρνηση αναγνωρίσεως και εκτελέσεως της αποφάσεως, δηλαδή την περίπτωση κατά την οποία ο ερημοδικήσας εναγόμενος δεν άσκησε ένδικο μέσο κατά της απόφασης ενώ μπορούσε να το πράξει.
22.Επομένως, το άρθρο 34, σημείο 2, του Κανονισμού 44/2001 πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως των σκοπών και του συστήματος του εν λόγω κανονισμού.
23.Όσον αφορά, πρώτον, τους σκοπούς του εν λόγω κανονισμού, από τη δεύτερη, έκτη, δεκάτη έκτη και δεκάτη εβδόμη αιτιολογική σκέψη του προκύπτει ότι αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των αποφάσεων των κρατών-μελών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις απλοποιώντας τις διατυπώσεις ενόψει της ταχείας και απλής αναγνωρίσεως και εκτελέσεώς της.
24.Ο σκοπός αυτός δεν μπορεί πάντως να επιτευχθεί με την καθ’ οιονδήποτε τρόπο αποδυνάμωση των δικαιωμάτων άμυνας...
25. Η ίδια απαίτηση απορρέει από την δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη του Κανονισμού 44/2001, δυνάμει της οποίας η τήρηση των δικαιωμάτων άμυνας επιβάλλει τη δυνατότητα του εναγομένου να ασκήσει, ενδεχομένως, ένδικο μέσο, εξεταζόμενο κατ’ αντιμωλίαν, κατά της κηρύξεως της εκτελεστότητας μιας αποφάσεως, εφόσον θεωρεί ότι στοιχειοθετείται ένας από της λόγους αρνήσεως της εκτελέσεως.
...
29.Δεύτερον, όσον αφορά το σύστημα που καθιέρωσε ο Κανονισμός 44/2001 σχετικά με την αναγνώριση και την εκτέλεση, επιβάλλεται να παρατηρηθεί... ότι η τήρηση των δικαιωμάτων άμυνας του ερημοδικήσαντος διασφαλίζεται με διπλό έλεγχο.
30.Κατά την αρχική δίκη στο κράτος προελεύσεως, προκύπτει πράγματι, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 26, παράγραφος 2, του Κανονισμού 44/2001 και 19, παράγραφος 1, του Κανονισμού 1348/2000, ότι ο επιληφθείς δικαστής υποχρεούται να αναστείλει τη διαδικασία εφόσον δεν αποδεικνύεται είτε ότι ο ερημοδικήσας εναγόμενος ήταν σε θέση να παραλάβει εγκαίρως το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο προκειμένου να αμυνθεί, είτε ότι καταβλήθηκε κάθε επιμέλεια για τον σκοπό αυτό.
31.Κατά τη δίκη αναγνωρίσεως και εκτελέσεως εντός του κράτους της αναγνωρίσεως, αν ο εναγόμενος ασκήσει ένδικο μέσο κατά της κηρύξεως εκτελεστότητας της αποφάσεως που εξέδωσε το κράτος προελεύσεως, ο αποφαινόμενος επί του ενδίκου αυτού μέσου δικαστής μπορεί να οδηγηθεί στην εξέταση λόγου περί αρνήσεως αναγνωρίσεως ή εκτελέσεως, όπως αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 34, σημείο 2, του Κανονισμού 44/2001.
32.Υπό το φως αυτών των εκτιμήσεων πρέπει να καθοριστεί αν, σε περίπτωση που η ερήμην εκδοθείσα απόφαση δεν επιδόθηκε ή δεν κοινοποιήθηκε, η απλή γνώση περί της υπάρξεως της αποφάσεως κατά το στάδιο της διαδικασίας εκτελέσεως από το πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση αρκεί για να κριθεί ότι το πρόσωπο αυτό ήταν σε θέση, υπό την έννοια του άρθρου 34, σημείο 2, του Κανονισμού 44/2001, να ασκήσει ένδικο μέσο κατά της εν λόγω αποφάσεως.
33.Στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν αμφισβητείται ότι η ερήμην εκδοθείσα απόφαση δεν επιδόθηκε ούτε κοινοποιήθηκε στον ερημοδικήσαντα, οπότε δεν έλαβε γνώση του περιεχομένου της αποφάσεως.
34.Όπως ορθώς ισχυρίστηκαν η Αυστριακή, η Γερμανική, η Ολλανδική και η Πολωνική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η άσκηση ενδίκου μέσου κατά αποφάσεως είναι δυνατή μόνον αν ο συντάκτης του ενδίκου αυτού μέσου ήταν σε θέση να γνωρίζει το περιεχόμενό της, ενώ η απλή γνώση της υπάρξεως της αποφάσεως δεν αρκεί προς τούτο.
35.Πράγματι, για να μπορέσει ο εναγόμενος να ασκήσει αποτελεσματικό ένδικο μέσο που να καθιστά δυνατή σ’ αυτόν την επίκληση των δικαιωμάτων του, υπό την έννοια της νομολογίας που αναφέρεται στις παρ. 27 και 28 της παρούσας αποφάσεως, απαιτείται να μπορεί να λάβει γνώση των λόγων της ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως ώστε να μπορέσει να την αμφισβητήσει εγκαίρως.
36.Επομένως, μόνον η γνώση εκ μέρους του ερημοδικήσαντος εναγομένου του περιεχομένου της ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως διασφαλίζει, σύμφωνα με τις απαιτήσεις περί τηρήσεως των δικαιωμάτων άμυνας και αποτελεσματικής ασκήσεως αυτών, ότι ο εν λόγω εναγόμενος ήταν σε θέση, υπό την έννοια του άρθρου 34, σημείο 2, του Κανονισμού 44/2001, να ασκήσει ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως ενώπιον του δικαστή του κράτους προελεύσεως.
...
39.Το άρθρο 34, σημείο 2, του Κανονισμού 44/2001 δεν σημαίνει, εντούτοις, ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να προβεί σε νέα διαβήματα που βαίνουν πέραν της συνήθους επιμέλειας στο πλαίσιο της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του, όπως αυτά που συνίστανται στην ενημέρωσή του για το περιεχόμενο αποφάσεως εκδοθείσας εντός άλλου κράτους-μέλους.
40.Συνεπώς, για να θεωρηθεί ότι ο ερημοδικήσας εναγόμενος ήταν σε θέση, υπό την έννοια του άρθρου 34, σημείο 2, του Κανονισμού 44/2001, να ασκήσει ένδικο μέσον κατά ερήμην εκδοθείσας κατ’ αυτού αποφάσεως, πρέπει να είχε λάβει γνώση του περιεχομένου της αποφάσεως, πράγμα το οποίο προϋποθέτει ότι αυτή του επιδόθηκε ή του κοινοποιήθηκε.
...
49. Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 34, σημείο 2, του Κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι ένας εναγόμενος «μπορούσε» να ασκήσει ένδικο μέσο κατά ερήμην εκδοθείσας κατ’ αυτού αποφάσεως μόνον αν είχε πράγματι γνώση του περιεχομένου της, κατόπιν επιδόσεως ή κοινοποιήσεως πραγματοποιηθείσας εγκαίρως ώστε να μπορεί να αμυνθεί ενώπιον του δικαστή του κράτους προελεύσεως.»
59.Στην υπόθεση Bernardus Hendrikman and Maria Feyen κατά Magenta Druck & Verlag GmbH (C-78/95, απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1996, ECR I-4943), το ΔΕΕ έκρινε ότι ο εναγόμενος που αγνοεί την κατ’ αυτού κινηθείσα ένδικη διαδικασία και για τον οποίο παρίσταται ενώπιον του δικαστηρίου προελεύσεως δικηγόρος που δεν έχει λάβει εντολή πρέπει να θεωρηθεί ως «ερημοδικήσας» κατά την έννοια του άρθρου 27, σημείο 2, της Σύμβασης των Βρυξελλών ακόμη και αν η ενώπιον του δικαστηρίου προελεύσεως δίκη είχε το χαρακτήρα διαδικασίας κατ’ αντιμωλίαν.
60.Στην υπόθεση Travel Agency Ltd κατά Seramico Investments Ltd (C-619/10, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2012), το ΔΕΕ κλήθηκε να αποφανθεί κατά πόσον, όταν σε ερήμην απόφαση επισυνάπτεται η βεβαίωση του Παραρτήματος V του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, ο δικαστής του κράτους-μέλους εκτελέσεως είναι αρμόδιος να εξακριβώσει αν οι περιλαμβανόμενες στη βεβαίωση αυτή πληροφορίες συμφωνούν με τα αποδεικτικά στοιχεία. Το ΔΕΕ έκρινε τα εξής:
«32. Όσον αφορά συγκεκριμένα τον αναφερόμενο στο άρθρο 34, σημείο 2, του Κανονισμού 44/2001 λόγο, στον οποίο παραπέμπει το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, διαπιστώνεται ότι αποσκοπεί στη διασφάλιση των δικαιωμάτων του ερημοδικήσαντος εναγόμενου κατά τη διάρκεια της κινηθείσας στο κράτος-μέλος προελεύσεως διαδικασίας μέσω του συστήματος διπλού ελέγχου... Δυνάμει του συστήματος αυτού, ο δικαστής του κράτους-μέλους εκτελέσεως υποχρεούται να αρνηθεί ή να ανακαλέσει, σε περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου, την εκτέλεση μιας ερήμην εκδοθείσας αλλοδαπής αποφάσεως, αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο εγκαίρως και κατά τέτοιον τρόπον ώστε να μπορεί να αμυνθεί, εκτός εάν ο εναγόμενος παρέλειψε να ασκήσει ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους-μέλους προελεύσεως ενώ μπορούσε να το πράξει.
33. Πάντως, στο πλαίσιο αυτό, συνομολογείται ότι το γεγονός ότι το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο κοινοποιήθηκε στον εν λόγω εναγόμενο αποτελεί κρίσιμο πραγματικό στοιχείο για τη σφαιρική εκτίμηση... στην οποία πρέπει να προβεί ο δικαστής του κράτους-μέλους εκτελέσεως προκειμένου να εξακριβώσει αν ο εναγόμενος διέθετε τον χρόνο που απαιτείται για να προετοιμάσει την άμυνά του ή να προβεί στα απαραίτητα διαβήματα για να αποφύγει την έκδοση ερήμην αποφάσεως.
34. Επομένως, πρέπει να τονιστεί ότι το γεγονός ότι στην αλλοδαπή απόφαση επισυνάπτεται η βεβαίωση δεν συνεπάγεται περιορισμό του εύρους της εκτιμήσεως που πρέπει να πραγματοποιηθεί, στο πλαίσιο του διπλού ελέγχου, εκ μέρους του δικαστή του κράτους-μέλους εκτελέσεως, κατά την εξέταση του προβλεπόμενου από το άρθρο 34, σημείο 2, του Κανονισμού 44/2001 λόγου.
...
36. Στη συνέχεια, ... καθόσον το δικαστήριο ή η αρχή που είναι αρμόδια για την έκδοση της βεβαιώσεως δεν είναι οπωσδήποτε τα ίδια με εκείνα που εξέδωσαν την απόφαση της οποίας ζητείται η εκτέλεση, τα πληροφοριακά αυτά στοιχεία δεν μπορούν παρά να έχουν αμιγώς ενδεικτικό χαρακτήρα. Τούτο απορρέει από τον απλώς ενδεχόμενο χαρακτήρα της προσκομίσεως της βεβαιώσεως, ελλείψει της οποίας, κατά το άρθρο 55 του Κανονισμού 44/2001, ο δικαστής του κράτους-μέλους εκτελέσεως, ο οποίος είναι αρμόδιος να κηρύξει την εκτελεστότητα, μπορεί να δεχθεί ισοδύναμο έγγραφο ή, αν κρίνει ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς, να μην απαιτήσει την προσκόμιση της βεβαιώσεως.
37. Τέλος, ... πρέπει να διευκρινιστεί ότι, όπως προκύπτει από το γράμμα του Παραρτήματος V του εν λόγω κανονισμού, οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στη βεβαίωση απλώς αναφέρουν την «[η]μερομηνία επιδόσεως του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου σε περίπτωση που η απόφαση εξεδόθη ερήμην», χωρίς ωστόσο να αναφέρουν άλλα χρήσιμα στοιχεία προκειμένου να εξακριβωθεί αν ο εναγόμενος ήταν σε θέση να αμυνθεί, όπως, μεταξύ άλλων, τις λεπτομέρειες επιδόσεως ή κοινοποιήσεως ή τη διεύθυνση του εναγομένου.
38. Επομένως, στο πλαίσιο της εξετάσεως του λόγου που προβλέπει το άρθρο 34, σημείο 2, του Κανονισμού 44/2001, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, ο δικαστής του κράτους-μέλους εκτελέσεως είναι αρμόδιος να προβεί σε αυτοτελή εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων και να εξακριβώσει με τον τρόπο αυτό αν, ενδεχομένως, τα εν λόγω στοιχεία συμφωνούν με τις περιλαμβανόμενες στη βεβαίωση πληροφορίες, προκειμένου να εκτιμήσει, πρώτον, αν επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο και, δεύτερον, αν αυτή η τυχόν επίδοση ή κοινοποίηση πραγματοποιήθηκε εγκαίρως και κατά τρόπον ώστε ο εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί.
...
43. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι από τη δέκατη έκτη έως και τη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη του Κανονισμού 44/2001 προκύπτει ρητώς ότι σκοπός του συστήματος ενδίκων μέσων το οποίο προβλέπει κατά της αναγνωρίσεως ή της εκτελέσεως μιας αποφάσεως είναι η εξισορρόπηση, αφενός, της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην απονομή της δικαιοσύνης εντός της Ένωσης και, αφετέρου, του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, ο οποίος συνεπάγεται ότι ο εναγόμενος πρέπει να έχει επιβάλει τη δυνατότητα να ασκήσει ενδεχομένως ένδικο μέσο, εκδικαζόμενο κατ’ αντιμωλίαν, κατά της κηρύξεως της εκτελεστότητας, εφόσον θεωρεί ότι στοιχειοθετείται ένας από τους λόγους μη εκτελέσεως (βλ., συναφώς, απόφαση της 28ης Απριλίου 2009, C-420/07, Αποστολίδης [2009] ECR I-3571, παρ. 73).
...
46. Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 34, σημείο 2, του Κανονισμού 44/2001, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, σε συνδυασμό με τη δέκατη έκτη και τη δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, έχει την έννοια ότι, όταν ο εναγόμενος ασκήσει ένδικο μέσο κατά της κηρύξεως της εκτελεστότητας εκδοθείσας στο κράτος-μέλος προελεύσεως ερήμην αποφάσεως στην οποία επισυνάπτεται η βεβαίωση, ισχυριζόμενος ότι δεν του κοινοποιήθηκε το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, ο δικαστής του κράτους-μέλους εκτελέσεως, επιληφθείς του εν λόγω ενδίκου μέσου, είναι αρμόδιος να εξακριβώσει αν οι περιλαμβανόμενες στη βεβαίωση αυτή πληροφορίες συμφωνούν με τα αποδεικτικά στοιχεία.»
61.Στην υπόθεση Αποστολίδης κατά Orams (C-420/07, απόφαση της 28ης Απριλίου 2009, ECR I-3571), εν τω μεταξύ, το ΔΕΕ ανέφερε τα εξής:
«55.Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 34 του Κανονισμού 44/2001 πρέπει να ερμηνεύεται στενά καθόσον αποτελεί εμπόδιο στην επίτευξη ενός από τους θεμελιώδεις στόχους του εν λόγω κανονισμού... Όσον αφορά ειδικότερα τη ρήτρα της δημοσίας τάξεως, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 34, σημείο 1, του ως άνω κανονισμού, αυτή πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις...
...
73....[Α]πό τη δέκατη έκτη, τη δέκατη έβδομη και τη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη του Κανονισμού 44/2001 προκύπτει ότι σκοπός του συστήματος ενδίκων μέσων το οποίο προβλέπει κατά της αναγνωρίσεως ή της εκτελέσεως μιας αποφάσεως είναι η εξισορρόπηση, αφενός, της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην απονομή της δικαιοσύνης εντός της Ενώσεως, η οποία δικαιολογεί την κατ’ αρχήν αυτοδίκαιη αναγνώριση και κήρυξη ως εκτελεστών των αποφάσεων που εκδίδονται σε ένα κράτος-μέλος εντός άλλου κράτους-μέλους, και, αφετέρου, του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, ο οποίος επιβάλλει τη δυνατότητα του εναγομένου να ασκήσει ενδεχομένως ένδικο μέσο, που εξετάζεται κατ’ αντιμωλίαν, κατά της κηρύξεως της εκτελεστότητας, εφόσον θεωρεί ότι στοιχειοθετείται ένας από τους λόγους μη εκτελέσεως.
74. Με την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2006, C‑283/05, ASML [2006] ECR I‑12041, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να υπογραμμίσει τις διαφορές μεταξύ του άρθρου 34, σημείο 2, του Κανονισμού 44/2001 και του άρθρου 27, σημείο 2, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις...
75.Το εν λόγω άρθρο 34, σημείο 2, σε αντίθεση με το ανωτέρω άρθρο 27, σημείο 2, δεν απαιτεί κατ’ ανάγκην το νομότυπο της επιδόσεως ή της κοινοποιήσεως του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης, αλλά μάλλον τον ουσιαστικό σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας...
76.Ειδικότερα, κατά τα άρθρα 34, σημείο 2, και 45, παράγραφος 1, του Κανονισμού 44/2001, επιβάλλεται άρνηση αναγνωρίσεως ή εκτελέσεως μιας ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως σε περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου, αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο εγκαίρως και κατά τέτοιον τρόπον ώστε να μπορεί να αμυνθεί, εκτός εάν ο εναγόμενος παρέλειψε να ασκήσει ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους-μέλους προελεύσεως ενώ μπορούσε να το πράξει.
77.Από τη διατύπωση των εν λόγω διατάξεων προκύπτει ότι μια απόφαση η οποία εκδόθηκε ερήμην βάσει εισαγωγικού εγγράφου της δίκης που δεν επιδόθηκε στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο εγκαίρως και κατά τέτοιον τρόπον ώστε να μπορεί να αμυνθεί πρέπει να αναγνωρίζεται εφόσον ο εν λόγω εναγόμενος δεν ανέλαβε την πρωτοβουλία να ασκήσει ένδικο μέσο κατά της ως άνω αποφάσεως ενώ μπορούσε να το πράξει.
...
80.Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι δεν χωρεί άρνηση αναγνωρίσεως ή εκτελέσεως μιας ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 34, σημείο 2, του Κανονισμού 44/2001 όταν ο εναγόμενος μπόρεσε να ασκήσει ένδικο μέσο κατά της ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως και το ως άνω ένδικο μέσο του παρέσχε τη δυνατότητα να ισχυρισθεί ότι το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή το ισοδύναμο έγγραφο δεν του είχε επιδοθεί ή κοινοποιηθεί εγκαίρως και κατά τέτοιον τρόπον ώστε να μπορεί να αμυνθεί.»
2.Κανονισμός αριθ. 1215/2012 (Βρυξέλλες Ι bis): νέα αναδιατυπωμένη έκδοση
62. Η αναδιατυπωμένη έκδοση του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι (γνωστή ως «Βρυξέλλες Ι bis»), η οποία εισήχθη με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (αναδιατύπωση), τέθηκε σε ισχύ της 10 Ιανουαρίου 2015.
63.Το άρθρο 39 της νέας έκδοσης κατήργησε τη διαδικασία κήρυξης εκτελεστότητας και καθιέρωσε την αρχή της αυτόματης εκτελεστότητας αποφάσεων που εκδόθηκαν σε άλλο κράτος-μέλος. Προβλέπει τα εξής:
«Απόφαση η οποία έχει εκδοθεί σε ένα κράτος-μέλος και είναι εκτελεστή σε αυτό το κράτος-μέλος είναι ομοίως εκτελεστή στα υπόλοιπα κράτη-μέλη χωρίς να απαιτείται κήρυξη εκτελεστότητας.»
64.Όμως, το άρθρο 45 παρ. 1 της νέας έκδοσης επαναλαμβάνει τους όρους του άρθρου 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι:
«Με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου, η αναγνώριση μιας απόφασης απορρίπτεται:
(α)
αν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους-μέλους αναγνώρισης ή εκτέλεσης·
(β)
εάν η απόφαση εκδόθηκε ερήμην, εάν το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν κοινοποιήθηκε ή δεν επιδόθηκε στον εναγόμενο εγκαίρως και κατά τρόπο που να του επιτρέψει να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, εκτός αν ο εναγόμενος δεν προσέβαλε την απόφαση, ενώ είχε σχετικό δικαίωμα·
...»
Γ.Διατάξεις σχετικά με την επίδοση δικαστικών πράξεων
65.Πριν από τις 1 Μαΐου 2004, ημερομηνία προσχώρησης της Κύπρου και της Λετονίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η επίδοση δικαστικών πράξεων μεταξύ των δύο χωρών διεπόταν από τη Σύμβαση της Χάγης της 15ης Νοεμβρίου 1965 για την επίδοση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία είχε κυρωθεί και από τον Κύπρο (όπου τέθηκε σε ισχύ στις 1 Ιουνίου 1983) και από τη Λετονία (όπου τέθηκε σε ισχύ στις 1 Νοεμβρίου 1995). Η Σύμβαση εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις όπου δικαστική ή εξώδικη πράξη πρέπει να σταλεί προς επίδοση στο εξωτερικό, εκτός εάν η διεύθυνση του προς ο η επίδοση προσώπου δεν είναι γνωστή.
66.Μετά την προσχώρηση της Κύπρου και της Λετονίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση στις 1 Μαΐου 2004, η επίδοση δικαστικών πράξεων διέπεται από τον Κανονισμό (ΕΚ) για την επίδοση στα κράτη-μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Η πρώτη μορφή αυτού του Κανονισμού (Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 της 29ης Μαΐου 2000) καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 2007 από νέο κείμενο (Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007).
ΙΙΙ.ΣΥΝΑΦΕΣ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
67.Κατά τον κρίσιμο χρόνο οι σχετικές διατάξεις του Νόμου περί Πολιτικής Δικονομίας της Λετονίας (Civilprocesa likums) προέβλεπαν τα εξής:
«Άρθρο 8 παρ. 1
Το δικαστήριο εξακριβώνει τα περιστατικά της υπόθεσης αξιολογώντας τα αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθησαν σύμφωνα με το νόμο.
Άρθρο 9
1.Οι διάδικοι έχουν ίσα δικονομικά δικαιώματα.
2.Το δικαστήριο μεριμνά ώστε οι διάδικοι να μπορούν να ασκήσουν σε ισότιμη βάση τα δικαιώματα που τους παρέχονται για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους.
Άρθρο 230 παρ. 1
Στην απόφαση [lēmums, δηλ. όχι απόφαση επί της ουσίας] ο δικαστής ή το δικαστήριο οφείλει να αναφέρει:
...
(7)αναλυτικά τη διαδικασία και προθεσμία άσκησης προσφυγής κατά της απόφασης.
Άρθρο 637 παρ. 2
Αλλοδαπή απόφαση δεν αναγνωρίζεται μόνον εφόσον συντρέχει ένας από τους παρακάτω λόγους μη αναγνώρισης:
...
(2) η αλλοδαπή απόφαση δεν έχει καταστεί εκτελεστή σύμφωνα με το νόμο,
(3) ο εναγόμενος δεν μπόρεσε να ασκήσει τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, ιδίως αν ο ερημοδικήσας εναγόμενος δεν κλητεύθηκε νομοτύπως και εγκαίρως να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου, εκτός εάν ο εναγόμενος παρέλειψε να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως ενώ μπορούσε να το πράξει,
...
(6) η αναγνώριση της απόφασης αντίκειται στη δημόσια τάξη της Λετονίας [sabiedriskā iekārta],
...
Άρθρο 644
1.Αφού αναγνωριστεί, αλλοδαπή απόφαση που είναι εκτελεστή στο κράτος όπου εκδόθηκε εκτελείται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο.
2.Αναφορικά με τους κανόνες εκτέλεσης αποφάσεων που ορίζονται στον Κανονισμό του Συμβουλίου αριθ. 44/2001..., οι διατάξεις του [παρόντος] Κεφαλαίου... σχετικά με την αναγνώριση αποφάσεων αλλοδαπών δικαστηρίων ισχύουν στο βαθμό που προβλέπεται [από τον Κανονισμό αριθ. 44/2001].»
IV.ΣΥΝΑΦΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
68.Σύμφωνα με τις συναφείς διατάξεις του κυπριακού δικαίου που προσκόμισε η Κυπριακή Κυβέρνηση (βλ. παραπάνω παρ. 10), εναγόμενος κατά του οποίου εκδόθηκε απόφαση ερήμην μπορεί να καταθέσει αίτηση ακύρωσης της απόφασης (Διάταγμα 17, άρθρο 10 του Κανονισμού Πολιτικής Δικονομίας). Για την κατάθεση τέτοιας αίτησης δεν υπάρχει προθεσμία, αλλά ο εναγόμενος πρέπει να παράσχει εύλογη εξήγηση της ερημοδικίας του. Σύμφωνα με τη νομολογία των κυπριακών δικαστηρίων, ένας εναγόμενος μπορεί να καταθέσει αίτηση ακύρωσης τέτοιας απόφασης στις εξής δύο περιπτώσεις:
(α)εφόσον ο εναγόμενος δεν κλητεύθηκε νομότυπα στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση. Στις περιπτώσεις αυτές ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να ακυρώσει την απόφαση που εκδόθηκε ερήμην, χωρίς να έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει διαφορετικά,
(β)εφόσον ο εναγόμενος, ενώ κλητεύθηκε νομότυπα, προσκομίσει ένορκη δήλωση στην οποία εξηγεί με βάσιμα επιχειρήματα γιατί δεν παρέστη στην εκδίκαση της υπόθεσης (π.χ. επειδή δεν γνώριζε σχετικά με τη διαδικασία, είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο να παραστεί εκ μέρους του αλλά ο δικηγόρος δεν το έπραξε, ή έκανε λάθος την ημερομηνία χωρίς δόλο). Σε τέτοιες περιπτώσεις το δικαστήριο μπορεί να κάνει δεκτή την αίτηση, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο (απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Φυλακτού κατά Μιχαήλ, 1982, 1 A.A.D., 204).
ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
ΠΡΟΒΑΛΛΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΠΑΡ. 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
69.Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι υπήρξε θύμα παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης. Παραπονείται ότι κηρύσσοντας με απόφασή της εκτελεστή την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού της 24ης Μαΐου 2004, η οποία κατά τη γνώμη του ήταν σαφώς ελαττωματική αφού είχε εκδοθεί κατά παράβαση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λετονίας παραβίασε το δικαίωμά του για δίκαιη δίκη. Το άρθρο 6 παρ. 1, στο βαθμό που έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση, προβλέπει τα εξής:
«Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως... υπό... δικαστηρίου... επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών του αστικής φύσεως...».
Α.Η απόφαση του Τμήματος
70.Στην απόφασή του το Τμήμα κατ’ αρχάς παρατήρησε ότι, αφού το παράπονο κατά της Κύπρου είχε κηρυχθεί απαράδεκτο ως εκπρόθεσμο (βλ. παραπάνω παρ. 4), το Δικαστήριο δεν διέθετε δικαιοδοσία να κρίνει αν το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού είχε συμμορφωθεί προς το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης. Ως εκ τούτου, το πεδίο της υπόθεσης περιοριζόταν στο να διαπιστωθεί αν, διατάσσοντας την εκτέλεση της κυπριακής απόφασης στη Λετονία, τα δικαστήρια της Λετονίας τήρησαν τις θεμελιώδεις αρχές της δίκαιης δίκης κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Εν προκειμένω το Τμήμα έκρινε ότι η τήρηση από το Κράτος των έννομων υποχρεώσεών του που απορρέουν από την ιδιότητά του ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί θέμα γενικού ενδιαφέροντος και ότι αυτό ισχύει και για την εφαρμογή του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, βάσει της αρχής της «αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην απονομή της δικαιοσύνης». Ως εκ τούτου, τα δικαστήρια της Λετονίας είχαν καθήκον να εξασφαλίσουν την αναγνώριση και ταχεία και αποτελεσματική εκτέλεση της κυπριακής απόφασης στη Λετονία. Επιπλέον, το Τμήμα παρατήρησε ότι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων που παρέχει η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι κατ’ αρχήν ισοδύναμη με αυτήν που προβλέπει η Σύμβαση (βλ. Bosphorus Hava Yolları Turizm ve Ticaret Anonim Şirketi κατά Ιρλανδίας [GC], No. 45036/98, παρ. 160-65, ECHR 2005-VI).
71.Το Τμήμα επίσης έκρινε ότι, αφού δανείστηκε ένα χρηματικό ποσό από κυπριακή εταιρία και υπέγραψε πράξη αναγνώρισης της οφειλής που διεπόταν από το κυπριακό δίκαιο και υπήχθη στη δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων, ο προσφεύγων θα μπορούσε να αναμένεται να εξοικειωθεί με τις νομικές συνέπειες της τυχόν μη αποπληρωμής της οφειλής και τον τρόπο διεξαγωγής οποιωνδήποτε διαδικασιών στην Κύπρο. Κατά την άποψη του Τμήματος, το βάρος της απόδειξης ότι δεν διέθετε αποτελεσματική προσφυγή στα κυπριακά δικαστήρια έφερε ο ίδιος προσφεύγων. Όμως, δεν το απέδειξε αυτό ούτε ενώπιον της Συγκλήτου του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λετονίας ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου του Στρασβούργου. Ως εκ τούτου, το Τμήμα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι απορρίπτοντας τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος με απλή αναφορά στο γεγονός ότι δεν είχε προσφύγει κατά της κυπριακής απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε λάβει επαρκώς υπόψη τα δικαιώματα που προστατεύει το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης. Συνεπώς, δεν υπήρξε παραβίαση της διάταξης αυτής στην παρούσα υπόθεση.
72.Τέλος, το Τμήμα δεν διαπίστωσε καμία ένδειξη παραβίασης αναφορικά με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος βάσει του άρθρου 6 παρ. 1.
Β.Ισχυρισμοί των διαδίκων
1.Ισχυρισμοί του προσφεύγοντος
73.Στην αίτησή του για παραπομπή στο Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης και στους προφορικούς του ισχυρισμούς κατά την ακροαματική διαδικασία, ο προσφεύγων προέβαλε τα εξής επιχειρήματα. Κατ’ αρχάς υποστήριξε ότι το τεκμήριο ισοδύναμης προστασίας («το τεκμήριο Bosphorus») δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση για δύο λόγους. Πρώτον, σύμφωνα με τον Κανονισμό Βρυξέλλες Ι, τα ανώτερα δικαστήρια της Λετονίας (το Περιφερειακό Δικαστήριο και η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου) δεν ήταν υποχρεωμένα να αναγνωρίσουν αυτομάτως την κυπριακή απόφαση. Αντιθέτως, τα άρθρα 34 και 35 του Κανονισμού τους άφηναν ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας να ελέγξουν αν τα θεμελιώδη δικονομικά δικαιώματα του προσφεύγοντος είχαν γίνει σεβαστά στο Κράτος έκδοσης της απόφασης και να αποφασίσουν αν θα έπρεπε να εκτελεστεί η απόφαση στη Λετονία. Στο βαθμό αυτό, τα δικαστήρια της Λετονίας διατηρούσαν ακέραια την ευθύνη να εξασφαλίσουν την πλήρη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης. Επιπλέον, κηρύσσοντας την απόφαση εκτελεστή, η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου σαφώς παραβίασε τους όρους του άρθρου 34 σημείο 2 του Κανονισμού, όπως έχει ερμηνευθεί από το ΔΕΕ. Εν προκειμένω, ο προσφεύγων παραπέμπει στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Trade Agency (βλ. παραπάνω παρ. 60) και στις μεταγενέστερες αποφάσεις της Συγκλήτου του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λετονίας. Σε δύο περιπτώσεις, το τελευταίο εξέτασε προσεκτικά αν οι εναγόμενοι είχαν κλητευθεί νομότυπα και έγκαιρα να εμφανιστούν ενώπιον των δικαστηρίων του Κράτους έκδοσης της απόφασης. Και στις δύο περιπτώσεις, οι εναγόμενοι δεν είχαν προσπαθήσει να προσβάλουν τις εν λόγω αποφάσεις και η Σύγκλητος δεν τους μέμφθηκε γι’ αυτό.
74.Δεύτερον, η παρούσα υπόθεση πρέπει να διαφοροποιηθεί από την υπόθεση Bosphorus στο βαθμό που, στην παρούσα υπόθεση, η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν άσκησε το καθήκον της να εξετάσει αν έπρεπε να ζητήσει την έκδοση προδικαστικής απόφασης από το ΔΕΕ. Ο προσφεύγων αναγνωρίζει ότι ο ίδιος δεν ζήτησε ποτέ κάτι τέτοιο, αλλά υποστήριξε ότι δεν είχε την ευκαιρία να το πράξει αφού μόνο στον αντίδικο είχε επιτραπεί να υποβάλει ισχυρισμούς επί της ουσίας της υπόθεσης στη συνεδρίαση της 31ης Ιανουαρίου 2007. Συνεπώς, τα δικαστήρια της Λετονίας δεν χρησιμοποίησαν τους μηχανισμούς ελέγχου που είναι διαθέσιμοι στο νομικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά τη γνώμη του προσφεύγοντος, εάν η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λετονίας είχε ζητήσει την έκδοση προδικαστικής απόφασης από το ΔΕΕ, αυτό πιθανότατα θα είχε υποδείξει ότι η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου είχε την εξουσία να εξακριβώσει αν ο προσφεύγων είχε ενημερωθεί δεόντως σχετικά με τη διαδικασία ενώπιον του κυπριακού δικαστηρίου και αν είχε τη δυνατότητα, ακόμη και τότε, να προσφύγει κατά της κυπριακής απόφασης. Ο προσφεύγων παραπέμπει εν προκειμένω στην παρ. 38 της απόφασης στην υπόθεση Trade Agency (βλ. παραπάνω παρ. 60). Κατά τη γνώμη του, η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει περισσότερες ομοιότητες με την υπόθεση Michaud κατά Γαλλίας (No. 12323/11, παρ. 112-115, ECHR 2012), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν εφαρμόζεται το τεκμήριο Bosphorus για διαφόρους λόγους, συμπεριλαμβανομένου του προαναφερθέντος.
75.Ο προσφεύγων αναγνωρίζει ότι η τήρηση από το Κράτος των έννομων υποχρεώσεών του που απορρέουν από την ιδιότητά του ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί θέμα γενικού ενδιαφέροντος. Όμως, θα ήταν λάθος και ασυμβίβαστο με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου να κρίνει, όπως έκανε το Τμήμα στην απόφασή του, ότι ο λόγος αυτός από μόνος του συνιστά θεμιτό σκοπό που αρκεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό των δικαιωμάτων που εγγυάται η Σύμβαση. Στη νομολογία του Δικαστηρίου, ο σκοπός αυτός ποτέ δεν έχει θεωρηθεί επαρκής δικαιολογία παρέμβασης στα θεμελιώδη δικαιώματα, εκτός εάν συνδυάζεται με άλλους θεμιτούς σκοπούς όπως η πρόληψη του εγκλήματος (ο προσφεύγων παρέπεμψε στην προαναφερθείσα υπόθεση Michaud) ή η προστασία των δικαιωμάτων άλλων (παρέπεμψε στην Povse κατά Αυστρίας (dec.), No. 3890/11, 18 Ιουνίου 2013). Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, αφού ο Κανονισμός Βρυξέλλες Ι δεν υποχρέωνε τις αρχές της Λετονίας να εκτελέσουν αυτομάτως και χωρίς όρους την κυπριακή απόφαση, η εν λόγω παρέμβαση δεν εξυπηρετούσε κανένα θεμιτό σκοπό.
76.Κατά τη γνώμη του προσφεύγοντος, η κατάστασή του διαφέρει θεμελιωδώς από αυτή στην υπόθεση Orams, η οποία υπήρξε αντικείμενο διαδικασιών τόσο ενώπιον του ΔΕΕ (βλ. παραπάνω παρ. 61) όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. Orams κατά Κύπρου (dec.), Νο. 27841, 10 Ιουνίου 2010). Στην υπόθεση εκείνη οι προσφεύγοντες μπόρεσαν να προσφύγουν κατά της επίμαχης απόφασης. Ο δικηγόρος τους είχε ενημερωθεί για τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Κυπριακού Ανωτάτου Δικαστηρίου που θα συζητούσε την προσφυγή τους, παρέστη στη συζήτηση και υπερασπίστηκε την υπόθεσή τους. Στο Στρασβούργο οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν μόνο για τη μη αποστολή γραπτής ειδοποίησης και το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εγγυήσεις του άρθρου 6 παρ. 1 δεν περιλαμβάνουν υποχρέωση αποστολής γραπτής ειδοποίησης. Στην παρούσα υπόθεση, αντιθέτως, ποτέ δεν επιδόθηκε στον προσφεύγοντα το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο.
77.Ο προσφεύγων επίσης υποστηρίζει ότι, αφού αποπλήρωσε αυτοβούλως τη συμβατική του οφειλή, δεν μπορούσε να αναμένει ότι θα εγειρόταν διαδικασία εναντίον του στην Κύπρο. Η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου έπρεπε να είχε πειστεί η ίδια ότι υπήρχε νομική και πραγματική δυνατότητα προσβολής της επίμαχης απόφασης στην Κύπρο, αντί να επιφορτίζει τον προσφεύγοντα με ολόκληρο το βάρος της απόδειξης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δεν είναι δυνατόν να του καταλογιστεί ότι δεν προσπάθησε να προσβάλει την κυπριακή απόφαση για τρεις λόγους. Πρώτον, η ίδια η απόφαση δεν περιείχε καμία αναφορά σε διαθέσιμα ένδικα μέσα. Δεύτερον, το να επωμιστεί τέτοιο βάρος της απόδειξης ήταν αντίθετο με την προσέγγιση που υιοθέτησε το ΔΕΕ στην απόφαση επί της υπόθεσης ASML, σύμφωνα με την οποία «ένας εναγόμενος «μπορούσε» να ασκήσει ένδικο μέσο κατά ερήμην εκδοθείσας κατ’ αυτού αποφάσεως μόνον αν είχε πράγματι γνώση του περιεχομένου της, κατόπιν επιδόσεως ή κοινοποιήσεως πραγματοποιηθείσας εγκαίρως ώστε να μπορεί να αμυνθεί ενώπιον του δικαστή του κράτους προελεύσεως» (βλ. παραπάνω παρ. 58). Τρίτον, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε η Κυπριακή Κυβέρνηση, η πιθανότητα να γίνει δεκτή εκπρόθεσμη προσφυγή στην Κύπρο είναι εξαιρετικά υποθετική και ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (βλ. παραπάνω παρ. 68). Επιπλέον, αφού η απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Ρίγας της 2ας Οκτωβρίου 2006 που απέρριπτε την αίτηση να κηρυχθεί η απόφαση εκτελεστή ήταν υπέρ του (βλ. παραπάνω παρ. 32), ο προσφεύγων δεν είχε λόγο να προσπαθήσει να προσβάλει την απόφαση στην Κύπρο.
78.Ενόψει όλων των ανωτέρω, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, κηρύσσοντας την κυπριακή απόφαση εκτελεστή και αρνούμενα να εξετάσουν το επιχείρημά του ότι δεν είχε ειδοποιηθεί νομότυπα σχετικά με την εξέταση της υπόθεσής του από το κυπριακό δικαστήριο, τα δικαστήρια της Λετονίας δεν τήρησαν τις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης, κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1.
79.Τέλος – και πάλι από τη σκοπιά του άρθρου 6 παρ. 1 – ο προσφεύγων κατακρίνει τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθη η συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον της Συγκλήτου του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 31 Ιανουαρίου 2007. Παραπονείται ειδικότερα ότι δεν έγινε σεβαστή η αρχή της ισότητας των όπλων και ότι η Σύγκλητος αρνήθηκε να του δώσει αντίγραφο των πρακτικών της συνεδρίασης.
2.Ισχυρισμοί της καθ’ ης Κυβέρνησης
80.Αντίθετα με τον προσφεύγοντα, η καθ’ ης Κυβέρνηση έχει την άποψη ότι το τεκμήριο Bosphorus εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση. Πρώτον, υποστηρίζει ότι οι λόγοι μη αναγνώρισης που προβλέπονται στο άρθρο 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι δεν μπορούν να ερμηνευθούν ότι παρέχουν στο δικαστήριο του κράτους-μέλους όπου ζητείται η εκτέλεση περιθώριο διακριτικής ευχέρειας, καθώς οι λόγοι μη αναγνώρισης ορίζονται με σαφήνεια στο κείμενο αυτού του άρθρου. Παραπέμποντας στην αιτιολογική έκθεση σχετικά με την πρόταση Κανονισμού (βλ. παραπάνω παρ. 56) και στην απόφαση του ΔΕΕ επί της υπόθεσης Αποστολίδη κατά Orams (βλ. παραπάνω παρ. 60), η καθ’ ης Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ρητά επέλεξαν τη νομική μορφή του κανονισμού ώστε να μην αφήσουν περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στα κράτη-μέλη. Οι διατάξεις του Κανονισμού είναι αυτόνομες και δεν μπορούν να ερμηνεύονται ή να εφαρμόζονται υπό το φως του εθνικού δικαίου, και το άρθρο 34 πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά αφού αποτελεί εμπόδιο στην επίτευξη ενός από τους θεμελιώδεις σκοπούς του Κανονισμού ως συνόλου. Επιπλέον, το δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί επί της εκτέλεσης της απόφασης στο κράτος-μέλος όπου ζητείται η εκτέλεση δεν έχει την εξουσία να ελέγξει αυτεπαγγέλτως τους πιθανούς λόγους μη εκτέλεσης. Συνεπώς, η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν απήλαυε καμίας διακριτικής ευχέρειας όταν αποφάσισε να αναγνωρίσει και να εκτελέσει την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Όταν το έπραξε, απλώς συμμορφώθηκε προς τις αυστηρές υποχρεώσεις του που απορρέουν από την ιδιότητα της Λετονίας ως μέλους του Ευρωπαϊκής Ένωσης.
81.Δεύτερον, η καθ’ ης Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το γεγονός και μόνο ότι η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν έκανε πλήρη χρήση του μηχανισμού ελέγχου που προβλέπεται από το δίκαιο της ΕΕ δεν είχε ως αποτέλεσμα το τεκμήριο Bosphorus να είναι μαχητό. Κατά τους ισχυρισμούς της, η εφαρμογή αυτού του τεκμηρίου δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι πρέπει τα εθνικά δικαστήρια να ζητούν προδικαστική απόφαση από το ΔΕΕ σε όλες τις υποθέσεις ανεξαιρέτως, καθώς αυτό θα αντέκειτο στο πνεύμα συνεργασίας που πρέπει να διέπει τις σχέσεις μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του ΔΕΕ. Τα εθνικά δικαστήρια παραπέμπουν ένα ζήτημα για προδικαστική απόφαση μόνον όταν έχουν αμφιβολίες σχετικά με την ορθή ερμηνεία ή εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ. Δεν είναι υποχρεωμένα να το πράττουν εάν κρίνουν ότι το ανακύψαν ζήτημα δεν είναι συναφές, ότι η επίμαχη διάταξη έχει ήδη ερμηνευθεί από το ΔΕΕ ή ότι η ορθή εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ είναι τόσο προφανής που δεν αφήνει περιθώριο για εύλογη αμφιβολία. Αυτή είναι ακριβώς η κατάσταση στην παρούσα υπόθεση, καθώς η υπάρχουσα νομολογία του ΔΕΕ είναι επαρκώς ρητή σε ό,τι αφορά το νόημα και το εύρος των απαιτήσεων του άρθρου 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι. Επιπλέον, εάν ο προσφεύγων είχε κρίνει αναγκαίο να ληφθούν διευκρινίσεις σχετικά με τη διάταξη αυτή, μπορούσε να είχε ζητήσει από τη Σύγκλητο του Ανωτάτου Δικαστηρίου να παραπέμψει το θέμα στο ΔΕΕ για προδικαστική απόφαση. Το γεγονός ότι δεν το έπραξε αποτελεί ένδειξη ότι θεώρησε μια τέτοια κίνηση άσκοπη.
82.Η καθ’ ης Κυβέρνηση προσθέτει ότι, απορρίπτοντας το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι δεν είχε ενημερωθεί δεόντως σχετικά με τη διαδικασία για το λόγο και μόνο ότι δεν είχε προσβάλει την κυπριακή απόφαση, η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου ενήργησε σε πλήρη συμμόρφωση προς το άρθρο 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, όπως έχει ερμηνευθεί από το ΔΕΕ. Ο προσφεύγων σε κανένα σημείο δεν ισχυρίστηκε – πολύ δε περισσότερο απέδειξε – ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ή του Δικαστηρίου του Στρασβούργου ότι τουλάχιστον είχε προσπαθήσει να κινήσει διαδικασία έφεσης στην Κύπρο. Επιπλέον, είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι, ενόψει του εξαμήνου που παρήλθε από τον Ιούνιο του 2006 (όταν ο προσφεύγων έλαβε γνώση του περιεχομένου της κυπριακής απόφασης) έως τον Ιανουάριο του 2007 (όταν η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου συζήτησε την υπόθεση), ο προσφεύγων είχε στη διάθεσή του επαρκή χρόνο για να καταθέσει έφεση στην Κύπρο. Σχετικά με το σημείο αυτό η καθ’ ης Κυβέρνηση παραπέμπει στις παρατηρήσεις της Κυπριακής Κυβέρνησης, από τις οποίες προκύπτει σαφώς ότι αυτό το ένδικο μέσο ήταν διαθέσιμο στην πράξη και δεν υπέκειτο σε αυστηρή προθεσμία (βλ. παραπάνω παρ. 68). Υποστηρίζει ότι το άρθρο 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι βασίζεται στην παραδοχή ότι τα τυχόν ελαττώματα μιας απόφασης που εκδόθηκε ερήμην πρέπει να θεραπεύονται στη χώρα έκδοσής της. Εάν ο προσφεύγων είχε καταθέσει έφεση στα κυπριακά δικαστήρια, το Ανώτατο Δικαστήριο της Λετονίας θα μπορούσε να αναστείλει ή να αναβάλει τη διαδικασία εκτέλεσης σύμφωνα με τα άρθρα 37 παρ. 1 και 46 παρ. 1 του Κανονισμού. Παραλείποντας χωρίς καμία πραγματική δικαιολογία να καταθέσει αυτή την έφεση, στην πράξη ο προσφεύγων δεν επέτρεψε στα δικαστήρια της Λετονίας να αρνηθούν την εκτέλεση της απόφασης.
83.Παρατηρώντας ότι ο προσφεύγων είναι σύμβουλος επενδύσεων, η καθ’ ης Κυβέρνηση υποστηρίζει περαιτέρω ότι θα έπρεπε να γνωρίζει ότι η μη αποπληρωμή της οφειλής του θα είχε ως αποτέλεσμα δικαστική διαδικασία στην Κύπρο και ότι θα του αποστελλόταν κλητήριο ένταλμα στη διεύθυνση που αναγραφόταν στην πράξη αναγνώρισης της οφειλής. Καθώς ο προσφεύγων δεν είχε δώσει την αληθινή του διεύθυνση στην εταιρία με την οποία συνήψε τη δανειακή σύμβαση, η συμπεριφορά του ενδεχομένως μπορεί να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων για τους σκοπούς του άρθρου 17 της Σύμβασης. Επιπλέον, δεδομένου ότι ο προσφεύγων είχε συναινέσει στην εφαρμογή του κυπριακού δικαίου, πρέπει να υποτεθεί ότι ήταν εξαιρετικά εξοικειωμένος με το νομικό σύστημα της Κύπρου, συμπεριλαμβανομένων των διαθέσιμων ένδικων μέσων. Συνεπώς, το επιχείρημά του ότι η κυπριακή απόφαση δεν περιείχε καμία αναφορά σε διαθέσιμα ένδικα μέσα δεν έχει καμία συνάφεια, λαμβανομένου υπόψη ότι ούτε ο Κανονισμός Βρυξέλλες Ι ούτε το κυπριακό δίκαιο ούτε το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης υποχρεώνουν τα δικαστήρια να περιλαμβάνουν τέτοια αναφορά στις αποφάσεις τους. Συνεπώς, η κατάσταση για την οποία παραπονείται ο προσφεύγων ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιαστικά είναι αποτέλεσμα της δικής του συμπεριφοράς.
84.Η καθ’ ης Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ένας από τους σκοπούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι να εξασφαλίζει την αποτελεσματική λειτουργία της κοινής αγοράς. Η επίτευξη αυτού του σκοπού και η συμμόρφωση προς αυτόν, καθώς και η αμοιβαία εμπιστοσύνη στην απονομή της δικαιοσύνης, αποτελούν γενικό συμφέρον που επαρκεί να δικαιολογήσει ορισμένους περιορισμούς στο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, ιδίως αφού ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης αποτελεί θεμελιώδη αρχή και του δικαίου της ΕΕ που έχει αναγνωρίσει το ΔΕΕ. Συνεπώς, το Σύστημα που καθιέρωσε ο Κανονισμός Βρυξέλλες Ι σέβεται το δικαίωμα για δίκαιη δίκη. Ως εκ τούτου, και υπό το φως το τεκμηρίου Bosphorus, η καθ’ ης Κυβέρνηση ζητά από το Δικαστήριο να κρίνει ότι η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου έλαβε επαρκώς υπόψη τα δικαιώματα του προσφεύγοντος που κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης.
85.Τέλος, η καθ’ ης Κυβέρνηση απορρίπτει τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος ότι η συνεδρίαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 δεν διεξήχθη με δίκαιο τρόπο. Κατά τους ισχυρισμούς της, είναι σαφές από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι ο δικηγόρος του προσφεύγοντος είχε την ευκαιρία να αναπτύξει προφορικά τα επιχειρήματά του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Ο λόγος της μη σύνταξης πρακτικού είναι ότι αυτό δεν απαιτείται από το εθνικό δίκαιο σε τέτοιες περιπτώσεις. Επιπλέον, το άρθρο 6 παρ. 1 δεν υποχρεώνει τα εθνικά δικαστήρια να συντάσσουν γραπτό πρακτικό κάθε συνεδρίασης.
Γ.Παρατηρήσεις τρίτων που παρενέβησαν
1.Η Κυβέρνηση της Εσθονίας
86.Η Κυβέρνηση της Εσθονίας εξήγησε την ratio legis του άρθρου 34 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο). Η διατύπωση του άρθρου είναι πολύ προσεκτική και επιτυγχάνει ισορροπία ανάμεσα στο σεβασμό των υπερασπιστικών δικαιωμάτων και την ανάγκη να εξασφαλιστεί, μέσω της απλούστευσης των διατυπώσεων, η ταχεία και απλή αναγνώριση και εκτέλεση σε κάθε κράτος-μέλος αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις που προέρχονται από άλλο κράτος-μέλος. Ο τρόπος με τον οποίο συντάχθηκε η εν λόγω διάταξη δεν αφήνει διακριτική ευχέρεια στο κράτος-μέλος όπου ζητείται η εκτέλεση, καθόσον μάλιστα η πλούσια και σαφής νομολογία του ΔΕΕ παρέχει ακριβείς κατευθύνσεις για την εφαρμογή της. Για το λόγο αυτό, η εφαρμογή του τεκμηρίου Bosphorus δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι τα δικαστήρια των κρατών-μελών πρέπει να ζητούν συστηματικά από το ΔΕΕ προδικαστική απόφαση όποτε εφαρμόζεται το άρθρο 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι.
87.Η Κυβέρνηση της Εσθονίας δίνει ιδιαίτερο βάρος στο γεγονός ότι τα δύο εμπλεκόμενα Κράτη, η Κύπρος και η Λετονία, είναι συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης και υπόκεινται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, αντίθετα με τις περιπτώσεις όπου η προς εκτέλεση απόφαση προέρχεται από τρίτη χώρα, το δικαστήριο από το οποίο ζητείται η κήρυξη εκτελεστότητας δεν είναι υποχρεωμένο να πειστεί ότι η διαδικασία στο Κράτος προέλευσης ήταν γενικά σύμμορφη προς τις απαιτήσεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης. Ο έλεγχος που διενεργεί πρέπει να περιορίζεται στις διατυπώσεις της διαδικασίας εκτέλεσης, καθώς παραμένει ανοικτό στον εναγόμενο να ασκήσει τα δικαιώματά του βάσει του άρθρου 6 παρ. 1 στα δικαστήρια του Κράτους προέλευσης.
88.Κατά τους ισχυρισμούς της Κυβέρνησης της Εσθονίας, όταν ο ερημοδικήσας εναγόμενος δεν ασκεί έφεση κατά της επίμαχης απόφασης στο Κράτος προέλευσης αφού λάβει γνώση της, και δεν αποδείξει ότι ένα τέτοιο ένδικο μέσο θα ήταν αδύνατον να ασκηθεί ή θα ήταν αναποτελεσματικό, το δικαστήριο του Κράτους όπου ζητείται η εκτέλεση δεν έχει τη διακριτική ευχέρεια, κατά την εξέταση προσφυγής στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης, να απορρίψει την αίτηση του αντιδίκου για αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης. Ενόψει της όλης λογικής του άρθρου 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι και των γενικών αρχών της πολιτικής δικονομίας, είναι εύλογο το βάρος της απόδειξης εν προκειμένω να επωμιστεί ο εναγόμενος. Το άρθρο 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι παρέχει στα πρόσωπα επίπεδο προστασίας ισοδύναμο με αυτό που παρέχει το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης για τους σκοπούς της νομολογίας Bosphorus, και συνεπώς υποχρεώνει το Κράτος στο οποίο απευθύνεται η αίτηση να εκτελέσει την απόφαση το ταχύτερο δυνατόν.
2.Ευρωπαϊκή Επιτροπή
89.Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι το τεκμήριο ισοδύναμης προστασίας, γνωστό ως τεκμήριο Bosphorus, εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση. Επιβεβαιώνει ότι, βάσει του άρθρου 45 παρ. 1 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, το δικαστήριο από το οποίο ζητείται κήρυξη εκτελεστότητας μπορεί να απορρίψει την αίτηση μόνο για έναν από τους λόγους των άρθρων 34 και 35 του Κανονισμού. Συνεπώς, τα δικαστήρια των κρατών-μελών δεν μπορούν να ασκήσουν καμία διακριτική ευχέρεια όταν διατάσσουν την εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος-μέλος. Μια τέτοια πράξη εμπίπτει αυστηρά εντός του πεδίου των διεθνών έννομων υποχρεώσεων του κράτους-μέλους στο οποίο ζητείται η εκτέλεση, απορρέοντας από την ιδιότητά του ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
90.Όσον αφορά το γεγονός ότι στην παρούσα υπόθεση, όπως και στην προαναφερθείσα υπόθεση Michaud, τα εθνικά δικαστήρια δεν ζήτησαν προδικαστική απόφαση από το ΔΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι υπάρχει μία σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο υποθέσεων: στην παρούσα υπόθεση, αντίθετα με την υπόθεση Michaud, δεν μπορεί να πει κανείς ότι δεν αξιοποιήθηκαν «όλες οι δυνατότητες της διαδικασίας [της προδικαστικής απόφασης]», αφού ο προσφεύγων όχι μόνον δεν ζήτησε από τα δικαστήρια του καθ’ ου Κράτους να παραπέμψουν το ζήτημα για προδικαστική απόφαση, αλλά ούτε καν εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με τη συμβατότητα των σχετικών διατάξεων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το δικαίωμα της Σύμβασης που ισχυρίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου ότι παραβιάστηκε. Η Επιτροπή επιπλέον σημειώνει ότι η αίτηση προδικαστικής απόφασης δεν συνιστά ένδικο μέσο που πρέπει να εξαντληθεί για τους σκοπούς του άρθρου 35 παρ. 1 της Σύμβασης. Σε γενικούς όρους, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εφαρμογή του τεκμηρίου Bosphorus δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι πρέπει τα δικαστήρια των κρατών-μελών της ΕΕ να ζητούν από το ΔΕΕ προδικαστική απόφαση όποτε καλούνται να εφαρμόσουν τις διατάξεις του δικαίου της ΕΕ. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι το δίκαιο της ΕΕ επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο υποχρέωση να ζητά προδικαστική απόφαση, η μη συμμόρφωση προς αυτή την υποχρέωση δεν πρέπει να «ποινικοποιείται» με την άρνηση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου να εφαρμόσει το τεκμήριο ισοδύναμης προστασίας.
91.Κατά τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο μηχανισμός αναγνώρισης και εκτέλεσης που καθιερώνει ο Κανονισμός Βρυξέλλες Ι είναι, αυτός καθ’ εαυτόν, συμβατός με το δικαίωμα για δίκαιη δίκη που προστατεύει το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης. Το άρθρο 34 σημείο 2 του Κανονισμού πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με τις άλλες σχετικές διατάξεις του Κανονισμού και με τους Κανονισμούς για την επίδοση στα κράτη-μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (βλ. παραπάνω παρ. 66). Η συνδυασμένη ισχύς αυτών των διατάξεων σημαίνει ότι το δικαίωμα για δίκαιη δίκη είναι εγγυημένο όχι μόνο κατά το στάδιο της αναγνώρισης και εκτέλεσης της απόφασης, αλλά και νωρίτερα, κατά το στάδιο της δικαστικής διαδικασίας στο κράτος-μέλος προέλευσης. Η αναγνώριση και εκτέλεση δεν εξαρτώνται από το αν επιδόθηκε το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο σύμφωνα με τις τυπικές απαιτήσεις, αλλά μάλλον από μια ειδική εξέταση για το αν έγινε έμπρακτα σεβαστό το δικαίωμα του εναγομένου για κατ’ αντιμωλίαν διαδικασία. Η Επιτροπή περαιτέρω παρατηρεί ότι το άρθρο 34 σημείο 1 του Κανονισμού προβλέπει ότι η αίτηση αναγνώρισης και εκτέλεσης απορρίπτεται όταν «η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως». Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η διάταξη αυτή παρέχει ακόμα μεγαλύτερο βαθμό προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων καθώς δεν απαιτεί την κατάθεση έφεσης στο Κράτος προέλευσης.
92.Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά την ερμηνεία των όρων του άρθρου 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, το ΔΕΕ έλαβε ιδιαίτερη μέριμνα για την προστασία του δικαιώματος του ερημοδικήσαντος εναγομένου για δίκαιη δίκη. Ειδικότερα, στην προαναφερθείσα υπόθεση ASML (βλ. παραπάνω παρ. 58), έκρινε ότι ερημοδικήσας εναγόμενος μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν σε θέση να κινήσει διαδικασία για να προσβάλει απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του μόνον εάν είχε λάβει γνώση του περιεχομένου της, γεγονός που προϋποθέτει ότι η απόφαση του είχε επιδοθεί. Απλή γνώση της ύπαρξης της απόφασης δεν αρκεί εν προκειμένω. Συνεπώς, η ύπαρξη ή μη ένδικων μέσων στη χώρα προέλευσης πρέπει να αξιολογείται σε συνάρτηση με το χρονικό σημείο στο οποίο ο εναγόμενος έλαβε πράγματι γνώση του περιεχομένου της απόφασης, σε αντιδιαστολή προς την απλή γνώση της ύπαρξής της. Είναι γεγονός ότι το άρθρο 43 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι δεν απαιτεί από το δικαστήριο από το οποίο ζητείται κήρυξη εκτελεστότητας να εξετάζει αυτομάτως αν συντρέχουν οι περιστάσεις του άρθρου 34 σημείο 2, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας άσκησης έφεσης στο Κράτος προέλευσης. Όμως, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, αυτό δεν έχει καμία επίδραση στη συμμόρφωση προς το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης, αφού κατ’ αρχήν ούτε αυτή η διάταξη ούτε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διέπει το παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων και την αξιολόγησή τους από τα εθνικά δικαστήρια.
93.Συνοπτικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αντί να προβλέπει την «αυτόματη» αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν σε άλλο κράτος-μέλος, ο Κανονισμός Βρυξέλλες Ι εξαρτά την αναγνώριση και εκτέλεση από το σεβασμό του δικαιώματος για κατ’ αντιμωλίαν διαδικασία και, συνεπώς, του δικαιώματος για δίκαιη δίκη κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης.
3.Το Κέντρο AIRE
94.Το Κέντρο AIRE τονίζει την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος για δίκαιη δίκη στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνώρισης και εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και το καθήκον των εθνικών αρχών να εξασφαλίζουν αυτό το δικαίωμα. Δικαστήριο που εκδικάζει προσφυγή κατά της αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπής απόφασης δεν μπορεί να περιορίζει την προσοχή του στην εξακρίβωση της τήρησης των τυπικών απαιτήσεων του άρθρου 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι ή (μετά τις 10 Ιουνίου 2015) του άρθρου 45 παρ. 1 στ. α΄ του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι bis. Αντίθετα, όταν τα υπερασπιστικά δικαιώματα έχουν παραβιαστεί στο Κράτος προέλευσης, το δικαστήριο μπορεί και οφείλει να κάνει χρήση του άρθρου 34 σημείο 1 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι ή του άρθρου 45 παρ. 1 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι bis, σύμφωνα με τα οποία η αίτηση αναγνώρισης και εκτέλεσης πρέπει να απορρίπτεται όταν «η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως». Κατά τους ισχυρισμούς του Κέντρου AIRE, εάν το δικαστήριο δεν το πράξει, διαπράττει προφανές σφάλμα ερμηνείας του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με άλλα λόγια, το δικαστήριο που εκδικάζει την προσφυγή έχει τη διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί την εκτέλεση της απόφασης εάν αυτή εκδόθηκε κατά παράβαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων.
95. Το Κέντρο AIRE επιπλέον υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να επανεξετάσει την τρέχουσα προσέγγισή του στο τεκμήριο Bosphorus, ιδίως υπό το φως της στάσης που υιοθέτησε το ΔΕΕ στην απόφασή του επί της υπόθεσης Melloni και στη Γνωμοδότηση 2/13 (βλ. παραπάνω παρ. 47 και 49). Υποστηρίζει ειδικότερα ότι τα συμπεράσματα της Γνωμοδότησης 2/13, ιδίως της παρ. 192, βρίσκονται σε ριζική διάσταση με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που εγγυάται η Σύμβαση.
Δ.Η αξιολόγηση του Δικαστηρίου
1.Προκαταρκτικές σκέψεις
96.Το Δικαστήριο κατ’ αρχάς επαναλαμβάνει ότι, όσον αφορά τις διαφορές η έκβαση των οποίων είναι αποφασιστική για τα δικαιώματα αστικής φύσεως, το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης έχει εφαρμογή στην εκτέλεση αλλοδαπών τελεσίδικων αποφάσεων (βλ. McDonald κατά Γαλλίας (dec.), No. 18648/04, 29 Απριλίου 2008, Saccocia κατά Αυστρίας, Νο. 69917/01, παρ. 60-62, 18 Δεκεμβρίου 2008, και Sholokhov κατά Αρμενίας και Δημοκρατίας της Μολδαβίας, Νο. 40358/05, παρ. 66, 31 Ιουλίου 2012). Δεν αμφισβητείται ότι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού της 24ης Μαΐου 2004, η οποία διέτασσε τον προσφεύγοντα να πληρώσει εντόκως συμβατική οφειλή και τα δικαστικά έξοδα, αφορούσε την ουσία μιας «αστικής φύσεως» υποχρέωσης του προσφεύγοντος. Ως εκ τούτου, το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.
97.Η απόφαση της 24ης Μαΐου 2004 εκδόθηκε από κυπριακό δικαστήριο και τα λετονικά δικαστήρια διέταξαν την εκτέλεσή της στη Λετονία. Συνεπώς, οι αιτιάσεις του προσφεύγοντος βάσει του άρθρου 6 της Σύμβασης, όπως εκτίθενται στην προσφυγή, αφορούν τόσο τη διαδικασία στην Κύπρο όσο και αυτή στη Λετονία. Αναφορικά με την πρώτη, ο προσφεύγων παραπονείται για παραβίαση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, ενώ όσον αφορά τη δεύτερη παραπονείται ότι τα δικαστήρια επικύρωσαν τη διαδικασία της Κύπρου διατάσσοντας την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης. Όμως, το Δικαστήριο κήρυξε το παράπονο κατά της Κύπρου απαράδεκτο ως εκπρόθεσμο (μερική απόφαση της 3ης Μαρτίου 2010, βλ. παραπάνω παρ. 4). Ως εκ τούτου, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας η προσφυγή αφορά μόνο τη Λετονία. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία ratione personae να αποφανθεί επισήμως αν το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού συμμορφώθηκε προς τις απαιτήσεις του άρθρου 6 παρ. 1. Όμως, πρέπει να εξακριβώσει αν, κηρύσσοντας εκτελεστή την κυπριακή απόφαση, τα δικαστήρια της Λετονίας ενήργησαν σύμφωνα με τη διάταξη αυτή (βλ., τηρουμένων των αναλογιών, Pellegrini κατά Ιταλίας, Νο. 30882/96, παρ. 40-41, ECHR 2001-VIII). Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να λάβει υπόψη τις συναφείς πλευρές της διαδικασίας στην Κύπρο.
98.Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η απόφαση εκτέλεσης μιας αλλοδαπής δικαστικής απόφασης δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με τις απαιτήσεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης εάν ελήφθη χωρίς να δοθεί στον ηττηθέντα διάδικο η ευκαιρία να διατυπώσει με τρόπο αποτελεσματικό τα παράπονά του σχετικά με τον άδικο χαρακτήρα τη διαδικασίας που οδήγησε στην αλλοδαπή απόφαση, είτε στο Κράτος προέλευσης είτε στο Κράτος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση αναγνώρισης. Με τους ισχυρισμούς στο πλαίσιο της παρέμβασής της η Κυβέρνηση της Εσθονίας τονίζει τη σημασία της διάκρισης μεταξύ της εκτέλεσης μιας απόφασης που προέρχεται από άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος της Σύμβασης και μιας απόφασης που εκδόθηκε από τις αρχές Κράτους που δεν είναι Συμβαλλόμενο Μέρος της Σύμβασης. Στην πρώτη περίπτωση, όπου κατά τεκμήριο οι διάδικοι μπορούσαν να εξασφαλίσουν την προστασία των δικαιωμάτων τους που κατοχυρώνονται στη Σύμβαση στη χώρα προέλευσης της απόφασης, ο έλεγχος του δικαστηρίου στο Κράτος στο οποίο απευθύνεται η αίτηση πρέπει να είναι πιο περιορισμένος από ό,τι στη δεύτερη περίπτωση (βλ. παραπάνω παρ. 87). Το Δικαστήριο σημειώνει ότι δεν έχει ποτέ στο παρελθόν κληθεί να εξετάσει την τήρηση των εγγυήσεων για δίκαιη δίκη στο πλαίσιο αμοιβαίας αναγνώρισης βάσει του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, πάντα εφαρμόζει τη γενική αρχή ότι το δικαστήριο που εξετάζει αίτηση αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπής δικαστικής απόφασης δεν μπορεί να κάνει δεκτή την αίτηση χωρίς πρώτα να διεξαγάγει σε κάποιο βαθμό έλεγχο αυτής της απόφασης υπό το φως των εγγυήσεων για δίκαιη δίκη. Η ένταση αυτού του ελέγχου μπορεί να διαφέρει ανάλογα με η φύση της υπόθεσης (βλ., τηρουμένων των αναλογιών, Drozd και Janousek κατά Γαλλίας και Ισπανίας, 26 Ιουνίου 1992, παρ. 110, Series Α Νο. 240, και την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Pellegrini, παρ. 40). Ως εκ τούτου, στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει, υπό το φως των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης, αν ο έλεγχος που διεξήγαγε η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λετονίας είναι επαρκής για τους σκοπούς του άρθρου 6 παρ. 1.
99.Το Δικαστήριο τονίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 19 της Σύμβασης, το μόνο του καθήκον είναι να εξασφαλίζει την τήρηση των δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει τα Συμβαλλόμενα Μέρη της Σύμβασης. Ειδικότερα, ο ρόλος του δεν είναι να ασχολείται με πραγματικά ή νομικά σφάλματα στα οποία υποτίθεται ότι υπέπεσε το εθνικό δικαστήριο κατά την αξιολόγηση των αποδείξεων που τέθηκαν υπόψη του, εκτός εάν – και στο βαθμό που – μπορεί λόγω αυτών να παραβίασε δικαιώματα και ελευθερίες που προστατεύει η Σύμβαση (βλ., μεταξύ άλλων, García Ruiz κατά Ισπανίας [GC], Νο. 30544/96, παρ. 28, ECHR 1999-I). Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αξιολογήσει το ίδιο τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το εθνικό δικαστήριο να υιοθετήσει μια συγκεκριμένη απόφαση και όχι άλλη, ειδάλλως θα λειτουργούσε σαν δικαστήριο τέταρτου βαθμού δικαιοδοσίας και θα υπερέβαινε τα όρια της αποστολής του (Centro Europa 7 S.r.l. και Di Stefano κατά Ιταλίας [GC], Νο. 38433/09, παρ. 197, ECHR 2012). Ως εκ τούτου, δεν έχει δικαιοδοσία να κρίνει επί πραγματικών ζητημάτων που τίθενται υπόψη του, όπως ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος ότι είχε αποπληρώσει την οφειλή του πριν από την άσκηση αγωγής εναντίον του (βλ. παραπάνω παρ. 15 και 77).
100.Το Δικαστήριο περαιτέρω σημειώνει ότι η αναγνώριση και εκτέλεση της κυπριακής απόφασης έγινε σύμφωνα με τον τότε ισχύοντα Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (γνωστός ως «Κανονισμός Βρυξέλλες Ι»). Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου παραβίασε το άρθρο 34 σημείο 2 του Κανονισμού και την αντίστοιχη διάταξη του Νόμου περί Πολιτικής Δικονομίας της Λετονίας. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επισήμως για την τήρηση της εθνικής νομοθεσίας, άλλων διεθνών συνθηκών ή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. π.χ. S.J. κατά Λουξεμβούργου, Νο. 34471/04, παρ. 52, 4 Μαρτίου 2008, και Jeunesse κατά Ολλανδίας [GC], Νο. 12738/10, παρ. 110, 3 Οκτωβρίου 2014). Το έργο της ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι ανήκει κατά πρώτο λόγο στο ΔΕΕ, στο πλαίσιο της αίτησης για προδικαστική απόφαση, και κατά δεύτερο λόγο στα εθνικά δικαστήρια υπό την ιδιότητά τους ως δικαστηρίων της Ένωσης, δηλ. όταν εφαρμόζουν τον Κανονισμό όπως έχει ερμηνευθεί από το ΔΕΕ. Η δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου περιορίζεται στον έλεγχο της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις της Σύμβασης, εν προκειμένω του άρθρου 6 παρ. 1. Συνεπώς, εάν δεν υπάρχει στοιχείο αυθαιρεσίας που από μόνο του εγείρει ζήτημα βάσει του άρθρου 6 παρ. 1, το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει αν η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λετονίας εφάρμοσε σωστά το άρθρο 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι ή οποιαδήποτε άλλη διάταξη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2.Το τεκμήριο ισοδύναμης προστασίας (τεκμήριο Bosphorus)
(α)Πεδίο εφαρμογής του τεκμηρίου ισοδύναμης προστασίας
101.Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι, ακόμα και όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα Συμβαλλόμενα Κράτη εξακολουθούν να δεσμεύονται από τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν οικειοθελώς προσχωρώντας στη Σύμβαση. Όμως, οι υποχρεώσεις αυτές πρέπει να αξιολογούνται υπό το φως του τεκμηρίου που καθιέρωσε το Δικαστήριο στην απόφασή του επί της υπόθεσης Bosphorus, το οποίο ανέπτυξε περαιτέρω στην υπόθεση Michaud (και οι δύο αναφέρονται παραπάνω . βλ. επίσης M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδος [GC], Νο. 30696/09, παρ. 338, ECHR 2011, και την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Povse, παρ. 76). Στην υπόθεση Michaud, το Δικαστήριο συνόψισε τη νομολογία του σχετικά με το τεκμήριο αυτό ως εξής:
«102.Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι η πλήρης απαλλαγή των Συμβαλλομένων Κρατών από τις υποχρεώσεις τους βάσει της Σύμβασης όποτε απλά συμμορφώνονται προς τις υποχρεώσεις τους ως μελών διεθνών οργανισμών στους οποίους έχουν μεταβιβάσει μέρος της κυριαρχίας τους θα ήταν ασυμβίβαστη με το σκοπό της Σύμβασης: οι εγγυήσεις της Σύμβασης θα περιορίζονταν ή θα αποκλείονταν κατά βούληση, με αποτέλεσμα αυτή να χάνει τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της και να υπονομεύεται η πρακτική και αποτελεσματική φύση των εγγυήσεών της. Με άλλα λόγια, τα Κράτη παραμένουν υπεύθυνα βάσει της Σύμβασης για όλα τα μέτρα που λαμβάνουν σε συμμόρφωση προς τις διεθνείς τους έννομες υποχρεώσεις, ακόμη και αυτές που απορρέουν από την ιδιότητα τους ως μελών διεθνούς οργανισμού στον οποίο έχουν μεταβιβάσει μέρος της κυριαρχίας τους (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Bosphorus, παρ. 154).
103.Είναι γεγονός, ωστόσο, ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι μέτρα που λαμβάνονται σε συμμόρφωση προς τέτοιες υποχρεώσεις είναι δικαιολογημένα όταν ο συναφής οργανισμός προστατεύει τα θεμελιώδη δικαιώματα, σε σχέση τόσο με τις προσφερόμενες ουσιαστικές εγγυήσεις όσο και τους μηχανισμούς ελέγχου της τήρησής τους, με τρόπο που μπορεί να θεωρηθεί τουλάχιστον ισοδύναμος – δηλ. όχι πανομοιότυπος, αλλά «συγκρίσιμος» – με αυτόν που προβλέπει η Σύμβαση (εννοείται ότι κάθε τέτοια διαπίστωση «ισοδυναμίας» δεν μπορεί να είναι οριστική και επιδέχεται επανεξέταση υπό το φως οποιασδήποτε σχετικής αλλαγής στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων). Εάν θεωρηθεί ότι ο οργανισμός παρέχει τέτοια ισοδύναμη προστασία, τεκμαίρεται ότι το Κράτος δεν έχει αποστεί από τις απαιτήσεις της Σύμβασης όταν δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να εκπληρώνει έννομες υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητά του ως μέλους του οργανισμού.
Όμως, ένα Κράτος έχει πλήρη ευθύνη βάσει της Σύμβασης για όλες τις πράξεις που δεν εμπίπτουν στο στενό πεδίο των διεθνών έννομων υποχρεώσεών του, ιδίως όταν ασκεί κρατική διακριτική ευχέρεια (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδος, παρ. 338). Επιπλέον, το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό εάν, υπό τις περιστάσεις συγκεκριμένης υπόθεσης, κρίνεται ότι η προστασία των δικαιωμάτων της Σύμβασης υπήρξε καταφανώς ανεπαρκής. Στις περιπτώσεις αυτές, τα συμφέροντα της διεθνούς συνεργασίας υπερκερά ο ρόλος της Σύμβασης ως «συνταγματικού οργάνου της ευρωπαϊκής δημοσίας τάξεως» στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Bosphorus, παρ. 152-58, και επίσης, μεταξύ άλλων, M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδος, παρ. 338-40).
104.Σκοπός του τεκμηρίου ισοδύναμης προστασίας είναι ειδικότερα να εξασφαλίσει ότι το Συμβαλλόμενο Κράτος δεν θα αντιμετωπίζει δίλημμα όποτε είναι υποχρεωμένο να επικαλεστεί έννομες υποχρεώσεις του λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους διεθνούς οργανισμού που δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης και στο οποίο έχει μεταβιβάσει μέρος της κυριαρχίας του για να δικαιολογήσει πράξεις ή παραλείψεις του λόγω της ιδιότητας αυτής έναντι της Σύμβασης. Επίσης, βοηθά να καθοριστεί σε ποιες υποθέσεις το Δικαστήριο μπορεί, προς όφελος του διεθνούς οργανισμού, να μειώσει την ένταση του εποπτικού του ρόλου, όπως του ανατίθεται από το άρθρο 19 της Σύμβασης, αναφορικά με την τήρηση από τα Συμβαλλόμενα Κράτη των δεσμεύσεών τους που απορρέουν από τη Σύμβαση. Από αυτούς τους σκοπούς προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχεται τέτοια ρύθμιση μόνον όταν τα δικαιώματα και οι εγγυήσεις που προστατεύει λαμβάνουν προστασία συγκρίσιμη με αυτήν που παρέχει το ίδιο το Δικαστήριο. Σε αντίθετη περίπτωση, το Κράτος θα διέφευγε κάθε διεθνή έλεγχο της συμβατότητας των πράξεών του με τις δεσμεύσεις του βάσει της Σύμβασης.»
102.Στο πλαίσιο του πρώην «πρώτου πυλώνα» της ΕΕ (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Bosphorus, παρ. 72), το Δικαστήριο έκρινε ότι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων που προσφέρει το νομικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι κατ’ αρχήν ισοδύναμη με αυτήν που παρέχει η Σύμβαση. Για να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα έκρινε, πρώτον, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση προσφέρει ισοδύναμη προστασία των ουσιαστικών εγγυήσεων, παρατηρώντας εν προκειμένω ότι κατά το σχετικό χρόνο ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων αποτελούσε ήδη προϋπόθεση της νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων και ότι στο πλαίσιο της διεξαγωγής της αξιολόγησής του το ΔΕΕ έκανε εκτενείς παραπομπές σε διατάξεις της Σύμβασης και στη νομολογία του Στρασβούργου (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Bosphorus, παρ. 159). Η κρίση αυτή ισχύει a fortiori από τις 1 Δεκεμβρίου 2009, ημερομηνία έναρξης ισχύος του (τροποποιημένου) άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο αποδίδει στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης το ίδιο κύρος με τις Συνθήκες και παρέχει στα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως τα εγγυάται η Σύμβαση και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών-μελών, καθεστώς γενικών αρχών του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Michaud, παρ. 106).
103.Το Δικαστήριο έκρινε ισοδύναμη την ουσιαστική προστασία που παρέχει το δίκαιο της ΕΕ λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 52 παρ. 3 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, σύμφωνα με το οποίο, στο βαθμό που ο Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία εγγυάται η Σύμβαση, η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η Σύμβαση, με την επιφύλαξη της δυνατότητας το δίκαιο της ΕΕ να παρέχει ευρύτερη προστασία (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Bosphorus, παρ. 80). Όταν εξετάζει αν μπορεί να θεωρηθεί και στο πλαίσιο της υπόθεσης της οποίας έχει επιληφθεί ότι η προστασία που παρέχει το δίκαιο της ΕΕ είναι ισοδύναμη με αυτήν που προβλέπει η Σύμβαση, το Δικαστήριο λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη τη σημασία της συμμόρφωσης προς τον κανόνα που διατυπώνει το άρθρο 52 παρ. 3 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, δεδομένου ότι μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας (βλ. παραπάνω παρ. 37) ο Χάρτης έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες.
104.Δεύτερον, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι ο μηχανισμός που προβλέπει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εποπτεία της τήρησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων, στο μέτρο που έχουν αξιοποιηθεί πλήρως οι δυνατότητές του, παρέχει και αυτός προστασία συγκρίσιμη με αυτήν που παρέχει η Σύμβαση. Σχετικά με το σημείο αυτό, το Δικαστήριο έχει δώσει ιδιαίτερη σημασία στο ρόλο και τις εξουσίες του ΔΕΕ, παρά το γεγονός ότι η ατομική πρόσβαση στο δικαστήριο είναι πολύ πιο περιορισμένη από την πρόσβαση στο Δικαστήριο του Στρασβούργου βάσει του άρθρου 34 της Σύμβασης (βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις στις υποθέσεις Bosphorus, παρ. 160-165, και Michaud, παρ. 106-11).
(β) Εφαρμογή του τεκμηρίου ισοδύναμης προστασίας στην παρούσα υπόθεση
105.Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι η εφαρμογή του τεκμηρίου ισοδύναμης προστασίας στο νομικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπόκειται σε δύο προϋποθέσεις, τις οποίες έθεσε στην προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Michaud: την έλλειψη οποιουδήποτε περιθωρίου ελιγμών από τις εθνικές αρχές και την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων του εποπτικού μηχανισμού που προβλέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση (αυτόθι, παρ. 113-15). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο πρέπει να εξακριβώσει αν ικανοποιούνται αυτές οι δύο προϋποθέσεις στην παρούσα υπόθεση.
106.Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο σημειώνει κατ’ αρχάς ότι η διάταξη που εφάρμοσε η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου περιέχεται σε Κανονισμό, ο οποίος έχει άμεση εφαρμογή στα κράτη-μέλη στο σύνολό του, και όχι σε Οδηγία, η οποία θα ήταν δεσμευτική για το Κράτος σε σχέση με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αλλά θα άφηνε στο Κράτος το περιθώριο να επιλέξει τα μέσα και τον τρόπο επίτευξής του (βλ., αντιστρόφως, την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Michaud, παρ. 113). Όσον αφορά την ακριβή διάταξη που εφαρμόστηκε στην κρινόμενη υπόθεση, δηλ. το άρθρο 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, το Δικαστήριο σημειώνει ότι αυτή επιτρέπει τη μη αναγνώριση ή εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης μόνον εντός πολύ συγκεκριμένων ορίων και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, δηλ. «εάν το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν κοινοποιήθηκε ή δεν επιδόθηκε στον εναγόμενο εγκαίρως και κατά τρόπο που να του επιτρέψει να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, εκτός αν ο εναγόμενος δεν προσέβαλε την απόφαση, ενώ είχε σχετικό δικαίωμα». Όπως προκύπτει σαφώς από την ερμηνεία που έχει δώσει το ΔΕΕ στην αρκετά εκτενή νομολογία του (βλ. παραπάνω παρ. 57-61), η διάταξη αυτή δεν χορηγεί καμία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο από το οποίο ζητείται κήρυξη εκτελεστότητας. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λετονίας δεν απήλαυε κανενός περιθωρίου ελιγμών στην παρούσα υπόθεση.
107.Συνεπώς, η παρούσα υπόθεση πρέπει να διαφοροποιηθεί από την προαναφερθείσα υπόθεση M.S.S., στην οποία, εξετάζοντας το θέμα της ευθύνης του Βελγίου βάσει της Σύμβασης, το Δικαστήριο σημείωσε ότι, σύμφωνα με τους όρους του εφαρμοστέου Κανονισμού (του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ), οι κρατικές αρχές του Βελγίου διατηρούσαν τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσουν αν θα κάνουν χρήση της ρήτρας «κυριαρχίας» που τους επέτρεπε να εξετάσουν την αίτηση ασύλου και να μην επιστρέψουν το αιτούντα άσυλο στην Ελλάδα εφόσον έκριναν ότι οι ελληνικές αρχές πιθανόν να μην εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους βάσει της Σύμβασης (παρ. 339-340). Αντίθετα, το άρθρο 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι δεν χορηγεί στα Κράτη καμία τέτοια διακριτική ευχέρεια αξιολόγησης.
108.Στο πλαίσιο της παρέμβασής του, το Κέντρο AIRE υποστηρίζει ότι η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λετονίας μπορούσε και έπρεπε να προσφύγει στο άρθρο 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, σύμφωνα με το οποίο η αίτηση για κήρυξη εκτελεστότητας απορρίπτεται εάν «η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως». Σύμφωνα με το Κέντρο AIRE, η διάταξη αυτή παρείχε στο λετονικό δικαστήριο κάποιο βαθμό διακριτικής ευχέρειας (βλ. παραπάνω παρ. 94). Όμως, τα επιχειρήματα που προέβαλε ο προσφεύγων ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου περιορίζονταν στην εφαρμογή του σημείου 2 του άρθρου 34. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θα περιορίσει την ανάλυσή του στα παράπονα του προσφεύγοντος όπως τα διατύπωσε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Θεωρεί ότι δεν αποτελεί καθήκον του να κρίνει αν έπρεπε να έχει εφαρμοστεί άλλη διάταξη του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι.
109.Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλ. την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων του εποπτικού μηχανισμού που προβλέπεται από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο παρατηρεί κατ’ αρχάς ότι στην προαναφερθείσα απόφαση επί της υπόθεσης Bosphorus αναγνωρίζεται ότι, συνολικά, οι εποπτικοί μηχανισμοί που υφίστανται στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρέχουν ένα επίπεδο προστασίας ισοδύναμο με αυτό που παρέχει ο μηχανισμός της Σύμβασης (αυτόθι, παρ. 160-64). Όσον αφορά τις συγκεκριμένες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, σημειώνει ότι η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν ζήτησε προδικαστική απόφαση από το ΔΕΕ σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 34 σημείο 2 του Κανονισμού. Όμως, θεωρεί ότι αυτή η δεύτερη προϋπόθεση πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς υπερβολικό φορμαλισμό και λαμβανομένων υπόψη των ειδικών χαρακτηριστικών του εν λόγω εποπτικού μηχανισμού. Θεωρεί ότι δεν εξυπηρετεί κανένα χρήσιμο σκοπό να εξαρτηθεί η εφαρμογή του τεκμηρίου Bosphorus από την προϋπόθεση ότι το εθνικό δικαστήριο πρέπει να ζητά προδικαστική απόφαση από το ΔΕΕ σε όλες τις υποθέσεις ανεξαιρέτως, συμπεριλαμβανομένων εκείνων όπου δεν ανακύπτει κανένα γνήσιο και σοβαρό ζήτημα σε σχέση με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων από το δίκαιο της ΕΕ, ή εκείνων όπου το ΔΕΕ έχει ήδη ορίσει επακριβώς πώς πρέπει να εφαρμόζονται οι ισχύουσες διατάξεις του δικαίου της ΕΕ κατά τρόπο συμβατό με τα θεμελιώδη δικαιώματα.
110.Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, έχει κρίνει ότι τα εθνικά δικαστήρια κατά των αποφάσεων των οποίων δεν προβλέπει το εθνικό δίκαιο κανένα ένδικο μέσο είναι υποχρεωμένα να αιτιολογούν την απόφασή τους να μην παραπέμψουν ένα θέμα στο ΔΕΕ για προδικαστική απόφαση, υπό το φως των εξαιρέσεων που προβλέπει η νομολογία του ΔΕΕ. Ως εκ τούτου, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να αιτιολογούν γιατί δεν έκριναν αναγκαίο να ζητήσουν προδικαστική απόφαση (βλ. Ullens de Scooten και Rezabek κατά Βελγίου, No. 3989/07 και 38353/07, παρ. 62, 20 Σεπτεμβρίου 2011, και Dhahbi κατά Ιταλίας, No. 17120/09, παρ. 31-34, 8 Απριλίου 2014). Το Δικαστήριο τονίζει ότι ο σκοπός του ελέγχου που διεξάγει εν προκειμένω είναι να διαπιστώσει αν η άρνηση παραπομπής ενός ζητήματος για προδικαστική απόφαση αποτελεί από μόνη της παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης. Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου λαμβάνει υπόψη την προσέγγιση που έχει ήδη παγιωθεί στη νομολογία του ΔΕΕ. Ως εκ τούτου, ο έλεγχος αυτός διαφέρει από εκείνον που διεξάγει όταν, όπως στην παρούσα υπόθεση, εξετάζει την επιλογή να μη ζητηθεί προδικαστική απόφαση στο πλαίσιο της γενικής αξιολόγησης του βαθμού προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων που παρέχει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με τη νομολογία της απόφασής του στην υπόθεση Michaud, το Δικαστήριο διεξάγει αυτή την αξιολόγηση προκειμένου να κρίνει αν μπορεί να εφαρμόσει το τεκμήριο ισοδύναμης προστασίας στην επίμαχη απόφαση, ένα τεκμήριο που εφαρμόζει το Δικαστήριο σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που έχει το ίδιο θέσει.
111.Συνεπώς, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το ερώτημα αν αξιοποιήθηκαν πλήρως οι δυνατότητες των εποπτικών μηχανισμών που προβλέπει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – και ειδικότερα αν το γεγονός ότι το εθνικό δικαστήριο που εκδίκασε την υπόθεση δεν ζήτησε προδικαστική απόφαση από το ΔΕΕ μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή του τεκμηρίου ισοδύναμης προστασίας – πρέπει να αξιολογείται υπό το φως των συγκεκριμένων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση σημειώνει ότι ο προσφεύγων δεν προέβαλε κανένα συγκεκριμένο επιχείρημα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι και τη συμβατότητά του με τα θεμελιώδη δικαιώματα που να επιβάλλει διαπίστωση ότι έπρεπε να έχει ζητηθεί προδικαστική απόφαση από το ΔΕΕ. Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν υπέβαλε κανένα σχετικό αίτημα στη Σύγκλητο του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λετονίας. Συνεπώς, η παρούσα υπόθεση σαφώς πρέπει να διαφοροποιηθεί από την προαναφερθείσα υπόθεση Michaud, στην οποία το εθνικό ανώτατο δικαστήριο απέρριψε την αίτηση του προσφεύγοντος για προδικαστική απόφαση από το ΔΕΕ παρ’ όλο που το θέμα της συμβατότητας της Σύμβασης με την επίμαχη διάταξη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είχε ποτέ στο παρελθόν εξεταστεί από το ΔΕΕ (αυτόθι, παρ. 114). Συνεπώς, το γεγονός ότι το θέμα δεν παραπέμφθηκε για προδικαστική απόφαση δεν συνιστά καθοριστικό παράγοντα στην παρούσα υπόθεση. Ως εκ τούτου, η δεύτερη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου Bosphorus θα πρέπει να θεωρηθεί ότι πληρούται.
112.Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι το τεκμήριο ισοδύναμης προστασίας έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση, καθώς η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να εκπληρώσει τις έννομες υποχρεώσεις της Λετονίας που απορρέουν από την ιδιότητά της ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ., τηρουμένων των αναλογιών, την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Povse, παρ. 78). Ως εκ τούτου, το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στο να εξακριβώσει αν η προστασία των δικαιωμάτων που εγγυάται η Σύμβαση ήταν καταφανώς ανεπαρκής στην παρούσα υπόθεση ώστε να είναι μαχητό το τεκμήριο αυτό. Στην περίπτωση αυτή, τα συμφέροντα τις διεθνούς συνεργασίας υπερκερά η τήρηση της Σύμβασης ως «συνταγματικού κειμένου της ευρωπαϊκής δημοσίας τάξεως» (βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις στις υποθέσεις Bosphorus, παρ. 156, και Michaud, παρ. 103). Κατά την εξέταση αυτού του θέματος το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη το άρθρο 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι και τις συγκεκριμένες περιστάσεις υπό τις οποίες εφαρμόστηκε στην παρούσα υπόθεση.
3.Ισχυρισμός ότι η προστασία των δικαιωμάτων που εγγυάται η Σύμβαση ήταν καταφανώς ανεπαρκής
(α)Γενικές παρατηρήσεις επί της αμοιβαίας αναγνώρισης
113.Σε γενικούς όρους, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο Κανονισμός Βρυξέλλες Ι βασίζεται εν μέρει στους μηχανισμούς αμοιβαίας αναγνώρισης, οι οποίοι με τη σειρά τους βασίζονται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Προοίμιο του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι αναφέρει ότι η προσέγγιση στην οποία βασίζεται ο Κανονισμός είναι αυτή της «αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην απονομή δικαιοσύνης» στην ΕΕ, γεγονός που συνεπάγεται ότι «μια απόφαση θα πρέπει να κηρύσσεται εκτελεστή κατά τρόπο οιονεί αυτόματο, μετά από απλό τυπικό έλεγχο των υποβαλλομένων εγγράφων, χωρίς να έχει το δικαστήριο τη δυνατότητα να προβάλει αυτεπαγγέλτως έναν από τους λόγους μη εκτέλεσης που προβλέπονται από τον ανά χείρας κανονισμό» (βλ. παραπάνω παρ. 54). Το Δικαστήριο έχει συναίσθηση της σημασίας των μηχανισμών αμοιβαίας αναγνώρισης για την οικοδόμηση του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης που αναφέρεται στο άρθρο 67 της ΣΛΕΕ, και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης που απαιτείται. Όπως αναφέρεται στα άρθρα 81 παρ. 1 και 82 παρ. 1 της ΣΛΕΕ, σκοπός της αμοιβαίας αναγνώρισης δικαστικών αποφάσεων είναι ειδικότερα να διευκολύνει την αποτελεσματική δικαστική συνεργασία σε αστικές και ποινικές υποθέσεις. Το Δικαστήριο έχει κατ’ επανάληψη διατρανώσει τη δέσμευσή του στη διεθνή και ευρωπαϊκή συνεργασία (βλ., μεταξύ άλλων, Waite και Kennedy κατά Γερμανίας [GC], Νο. 26083/94, παρ. 63 και 72, ECHR 1999-I, και την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Bosphorus, παρ. 150). Συνεπώς, θεωρεί ότι η δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στην Ευρώπη και η υιοθέτηση των αναγκαίων μέσων για την επίτευξή της είναι κατ’ αρχήν απόλυτα θεμιτές από τη σκοπιά της Σύμβασης.
114.Παρ’ όλα αυτά, οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία αυτού του χώρου δεν πρέπει να παραβιάζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα των προσώπων που επηρεάζονται από τους μηχανισμούς που προκύπτουν, όπως μάλιστα επιβεβαιώνεται από το άρθρο 67 παρ. 1 της ΣΛΕΕ. Όμως, είναι προφανές ότι ο στόχος της αποτελεσματικότητας στον οποίο σκοπούν μερικές από τις χρησιμοποιούμενες μεθόδους έχει ως αποτέλεσμα ο έλεγχος της τήρησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων να ρυθμίζεται αυστηρά ή και να περιορίζεται. Γι’ αυτό το λόγο, το ΔΕΕ δήλωσε πρόσφατα στη Γνωμοδότηση 2/13 ότι «τα κράτη-μέλη, όταν θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης, είναι δυνατό να υποχρεωθούν, δυνάμει του δικαίου αυτού, να εκλάβουν ως δεδομένο τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων από τα λοιπά κράτη-μέλη, με αποτέλεσμα να μην έχουν τη δυνατότητα..., πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, να ελέγχουν αν το άλλο κράτος-μέλος έχει πράγματι σεβαστεί, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνει η Ένωση» (βλ. παραπάνω παρ. 49). Ο περιορισμός της εξουσίας του Κράτους στο οποίο ζητείται η αναγνώριση να ελέγχει το σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων από το κράτος προέλευσης της απόφασης σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί, στην πράξη, να αντίκειται στην υποχρέωση που επιβάλλει η Σύμβαση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο του Κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση πρέπει να έχει τουλάχιστον την εξουσία να διεξάγει έλεγχο ανάλογο με τη βαρύτητα τυχόν σοβαρών καταγγελιών για παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο Κράτος προέλευσης, ούτως ώστε να εξασφαλίσει ότι η προστασία αυτών των δικαιωμάτων δεν είναι προφανώς ανεπαρκής.
115.Επιπλέον, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι όταν οι εθνικές αρχές εφαρμόζουν το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν έχουν καμία σχετική διακριτική ευχέρεια, έχει εφαρμογή το τεκμήριο ισοδύναμης προστασίας που ορίζεται στην απόφαση επί της υπόθεσης Bosphorus. Αυτό συμβαίνει όταν οι μηχανισμοί αμοιβαίας αναγνώρισης απαιτούν από το δικαστήριο να θεωρήσει δεδομένο ότι ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων από ένα άλλο κράτος-μέλος υπήρξε επαρκής. Έτσι, το εθνικό δικαστήριο στερείται τη διακριτική του ευχέρεια στο θέμα αυτό, με αποτέλεσμα την αυτόματη εφαρμογή του τεκμηρίου ισοδυναμίας Bosphorus. Το Δικαστήριο τονίζει ότι αυτό παραδόξως έχει ως αποτέλεσμα ένα διπλό περιορισμό του ελέγχου του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων από το εθνικό δικαστήριο, λόγω του συνδυασμένου αποτελέσματος του τεκμηρίου στο οποίο βασίζεται η αμοιβαία αναγνώριση και του τεκμηρίου ισοδύναμης προστασίας Bosphorus.
116.Στην απόφασή του επί της υπόθεσης Bosphorus το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η Σύμβαση αποτελεί «συνταγματικό κείμενο της ευρωπαϊκής δημοσίας τάξεως» (αυτόθι, παρ. 156). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο πρέπει να πειστεί, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του τεκμηρίου ισοδύναμης προστασίας (βλ. παραπάνω παρ. 105-106), ότι οι μηχανισμοί αμοιβαίας αναγνώρισης δεν αφήνουν κανένα κενό ή ιδιαίτερη κατάσταση που καθιστά την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που εγγυάται η Σύμβαση προφανώς ανεπαρκή. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνει υπόψη, σε πνεύμα συμπληρωματικότητας, τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν αυτοί οι μηχανισμοί και ειδικότερα το στόχο της αποτελεσματικότητας στον οποίο αποσκοπούν. Παρ’ όλα αυτά, οφείλει να εξακριβώσει ότι η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης δεν εφαρμόζεται αυτόματα και μηχανιστικά (βλ., τηρουμένων των αναλογιών, Χ. κατά Λετονίας [GC], Νο. 27853/09, παρ. 98 και 107, ECHR 2013) εις βάρος των θεμελιωδών δικαιωμάτων – τα οποία, όπως έχει τονίσει και το ΔΕΕ, πρέπει να γίνονται σεβαστά στο πλαίσιο αυτό (βλ. π.χ. την απόφασή του στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd., η οποία αναφέρεται στην παραπάνω παρ. 48). Στο πνεύμα αυτό, όταν τα δικαστήρια ενός Κράτους που είναι ταυτόχρονα και Συμβαλλόμενο Μέρος της Σύμβασης και κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης καλούνται να εφαρμόσουν ένα μηχανισμό αμοιβαίας αναγνώρισης που καθιερώνει το δίκαιο της ΕΕ, πρέπει να εφαρμόζουν πλήρως αυτό το μηχανισμό όταν η προστασία των δικαιωμάτων της Σύμβασης δεν μπορεί να θεωρείται προφανώς ανεπαρκής. Όμως, σε περίπτωση που εγερθεί ενώπιόν τους σοβαρό και τεκμηριωμένο παράπονο ότι η προστασία ενός δικαιώματος της Σύμβασης υπήρξε καταφανώς ανεπαρκής και ότι η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να θεραπευθεί από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορούν να αποφύγουν την εξέταση αυτού του παραπόνου για το λόγο και μόνο ότι εφαρμόζουν το δίκαιο της ΕΕ.
(β)Το ερώτημα αν η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων ήταν καταφανώς ανεπαρκής στην παρούσα υπόθεση
117.Το Δικαστήριο πρέπει τώρα να εξακριβώσει αν η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων που παρέσχε η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λετονίας υπήρξε καταφανώς ανεπαρκής στην παρούσα υπόθεση με αποτέλεσμα το τεκμήριο ισοδύναμης προστασίας να είναι μαχητό, όσον αφορά τόσο τη διάταξη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εφαρμόστηκε όσο και την εφαρμογή της στη συγκεκριμένη περίπτωση του προσφεύγοντος.
118.Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η απαίτηση της εξάντλησης των ένδικων μέσων που απορρέει από το μηχανισμό που προβλέπει το άρθρο 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, όπως έχει ερμηνευθεί από το ΔΕΕ (ο εναγόμενος πρέπει να έχει εξαντλήσει τα ένδικα μέσα που είναι διαθέσιμα στο Κράτος προέλευσης για να μπορεί να παραπονεθεί για τη μη επίδοση του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου), δεν είναι από μόνη της προβληματική υπό το πρίσμα των εγγυήσεων του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης. Πρόκειται για μια προϋπόθεση που επιδιώκει το σκοπό της εξασφάλισης της σωστής απονομής της δικαιοσύνης σε πνεύμα δικονομικής οικονομίας και που βασίζεται σε μια προσέγγιση παρόμοια με αυτή που αποτελεί τη βάση του κανόνα εξάντλησης των ένδικων μέσων του άρθρου 35 παρ. 1 της Σύμβασης. Η προσέγγιση αυτή έχει δύο σκέλη. Πρώτον, τα Κράτη απαλλάσσονται από την υποχρέωση να λογοδοτήσουν ενώπιον διεθνούς οργάνου για τις πράξεις τους εάν πρώτα δεν τους δοθεί η ευκαιρία να επανορθώσουν μέσω του δικού τους νομικού συστήματος και, δεύτερον, θεωρείται δεδομένο ότι το εθνικό σύστημα διαθέτει μια αποτελεσματική προσφυγή σχετικά με την προβαλλόμενη παραβίαση (βλ., τηρουμένων των αναλογιών, Akdivar κ.λπ. κατά Τουρκίας, 16 Σεπτεμβρίου 1996, παρ. 65, Reports of Judgments and Decisions 1996-IV, και Sargsyan κατά Αζερμπαϊτζάν [GC], Νο. 40167/06, παρ. 115, ECHR 2015). Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν διακρίνει καμία ένδειξη ότι η προσφερόμενη προστασία υπήρξε καταφανώς ανεπαρκής εν προκειμένω.
119.Όμως, το Δικαστήριο τονίζει ότι η αρχή του συζητητικού συστήματος και η αρχή της ισότητας των όπλων, οι οποίες είναι στενά συνδεδεμένες, αποτελούν θεμελιώδη συστατικά της έννοιας της «δίκαιης δίκης» κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης. Απαιτούν μια «δίκαιη ισορροπία» μεταξύ των διαδίκων: σε κάθε διάδικο πρέπει να δίνεται εύλογη ευκαιρία να παρουσιάσει τις θέσεις του υπό συνθήκες που δεν τον θέτουν σε ουσιαστικά μειονεκτική θέση έναντι του αντιδίκου ή των αντιδίκων του (βλ. π.χ. Gorraiz Lizarraga κ.λπ. κατά Ισπανίας, Νο. 62543/00, παρ. 56, ECHR 2004-ΙΙΙ). Αυτές οι αρχές, οι οποίες καλύπτουν όλες τις πτυχές του δικονομικού δικαίου στα Συμβαλλόμενα Κράτη, έχουν επίσης εφαρμογή στο συγκεκριμένο τομέα της επίδοσης δικογράφων στους διαδίκους (βλ. Miholapa κατά Λετονίας, Νο. 61655/00, παρ. 23, 31 Μαΐου 2007, και Övüş κατά Τουρκίας, Νο. 42981/04, παρ. 47, 13 Οκτωβρίου 2009), αν και το άρθρο 6 παρ. 1 δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει συγκεκριμένη μορφή επίδοσης εγγράφων (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Orams).
120.Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο προσφεύγων υποστήριξε ειδικότερα ενώπιον των δικαστηρίων της Λετονίας ότι δεν του είχαν επιδοθεί νομοτύπως και εγκαίρως το κλητήριο ένταλμα για τη δίκη ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και η αίτηση της εταιρίας F.H. Ltd., με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να προετοιμάσει την άμυνά του. Ως εκ τούτου, υποστήριξε ότι η αναγνώριση της επίμαχης απόφασης δεν έπρεπε να έχει γίνει δεκτή σύμφωνα με το άρθρο 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι το κλητήριο ένταλμα εστάλη σε διεύθυνση όπου ήταν ουσιαστικά αδύνατον να το παραλάβει, παρ’ όλο που οι κύπριοι και λετονοί δικηγόροι που εκπροσωπούσαν την ενάγουσα εταιρία γνώριζαν πολύ καλά την επιχειρηματική του διεύθυνση στη Ρίγα και θα μπορούσαν εύκολα να βρουν την ιδιωτική του διεύθυνση κατοικίας (βλ. παραπάνω παρ. 30). Ως εκ τούτου, προέβαλε πειστικά επιχειρήματα ενώπιον των δικαστηρίων της Λετονίας υποστηρίζοντας την ύπαρξη δικονομικού ελαττώματος το οποίο ήταν a priori αντίθετο με το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης και απέκλειε την εκτέλεση της κυπριακής απόφασης στη Ρίγα.
121.Υπό το φως των γενικών αρχών που επανέλαβε παραπάνω, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, στη δίκη ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο προσφεύγων παραπονέθηκε ότι δεν είχε λάβει ούτε κλητήριο ένταλμα ούτε κοινοποίηση της κυπριακής απόφασης. Στο πλαίσιο αυτό επικαλέστηκε τους λόγους μη αναγνώρισης που προβλέπει το άρθρο 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι. Η διάταξη αυτή αναφέρει ρητά ότι η επίκληση αυτών των λόγων είναι δυνατή μόνον εφόσον έχει ήδη κινηθεί διαδικασία για να προσβληθεί η επίμαχη απόφαση, στο βαθμό που αυτό ήταν δυνατόν. Το γεγονός ότι ο προσφεύγων επικαλέστηκε αυτό το άρθρο χωρίς να έχει προσβάλει την απόφαση κατά τις απαιτήσεις αναπόφευκτα ήγειρε το ερώτημα αν υπήρχαν διαθέσιμα ένδικα μέσα στην Κύπρο υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Σε μια τέτοια κατάσταση η Σύγκλητος δεν είχε το δικαίωμα απλά να επικρίνει τον προσφεύγοντα, όπως έκανε στην απόφασή της της 31ης Ιανουαρίου 2007, επειδή δεν προσέφυγε κατά της εν λόγω απόφασης, σιωπώντας σχετικά με το θέμα του βάρους της απόδειξης σε σχέση με την ύπαρξη και τη διαθεσιμότητα ένδικου μέσου στο Κράτος προέλευσης. Το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης, όπως και το άρθρο 34 σημείο 2 (in fine) του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, απαιτούσαν από τη Σύγκλητο να εξακριβώσει αν ικανοποιείται αυτή η προϋπόθεση, ειδάλλως δεν μπορούσε να αρνηθεί να εξετάσει το παράπονο του προσφεύγοντος. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο προσδιορισμός του βάρους της απόδειξης, ο οποίος, όπως τονίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (βλ. παραπάνω παρ. 92), δεν διέπεται από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπήρξε καθοριστικός στην παρούσα υπόθεση. Συνεπώς, το σημείο αυτό έπρεπε να εξεταστεί στο πλαίσιο μιας κατ’ αντιμωλίαν δίκης που θα οδηγούσε σε αιτιολογημένες διαπιστώσεις. Όμως, το Ανώτατο Δικαστήριο σιωπηρά υπέθεσε είτε ότι το βάρος της απόδειξης φέρει ο εναγόμενος είτε ότι ένα τέτοιο ένδικο μέσο ήταν όντως διαθέσιμο στον προσφεύγοντα. Η προσέγγιση αυτή, που αντανακλά μια κυριολεκτική και αυτόματη εφαρμογή του άρθρου 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, μπορούσε θεωρητικά να οδηγήσει σε διαπίστωση ότι η προσφερόμενη προστασία υπήρξε καταφανώς ανεπαρκής με αποτέλεσμα το τεκμήριο ισοδύναμης προστασίας των υπερασπιστικών δικαιωμάτων που εγγυάται το άρθρο 6 παρ. 1 να είναι μαχητό. Εντούτοις, αν και το ελάττωμα αυτό είναι ατυχές, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι το παραπάνω ισχύει στις ειδικές περιστάσεις της παρούσας προσφυγής.
122.Πράγματι, είναι σαφές από τις πληροφορίες που παρέσχε η Κυπριακή Κυβέρνηση μετά από αίτημα του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, τις οποίες δεν αμφισβήτησαν οι διάδικοι, ότι το κυπριακό δίκαιο παρείχε στον προσφεύγοντα, αφού πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της απόφασης, μια απολύτως ρεαλιστική ευκαιρία να προσφύγει κατά της απόφασης παρά το μεγάλο χρονικό διάστημα που είχε παρέλθει από την έκδοσή της. Σύμφωνα με την κυπριακή νομοθεσία και νομολογία, όταν ερημοδικήσας εναγόμενος ζητήσει την ακύρωση της απόφασης και υποστηρίζει με βάσιμα επιχειρήματα ότι δεν κλητεύθηκε νομότυπα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, το δικαστήριο που εξετάζει την αίτηση υποχρεούται – και όχι απλά εξουσιοδοτείται – να ακυρώσει την ερήμην απόφαση (βλ. παραπάνω παρ. 68). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν πείθεται από το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι μια τέτοια διαδικασία ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Το Δικαστήριο έχει πάγια κρίνει ότι σε περίπτωση αμφιβολίας για το αν ένα συγκεκριμένο ένδικο μέσο προσφέρει πραγματική πιθανότητα επιτυχίας, το ζήτημα αυτό πρέπει να υποβάλλεται στα εθνικά δικαστήρια (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Akdivar κ.λπ. κατά Τουρκίας, παρ. 71, και Naydenov κατά Βουλγαρίας, Νο. 17353/03, παρ. 50, 26 Νοεμβρίου 2009). Στην κρινόμενη υπόθεση το Δικαστήριο θεωρεί ότι, την περίοδο από τις 16 Ιουνίου 2006 (ημερομηνία κατά την οποία απέκτησε πρόσβαση στο σύνολο της δικογραφίας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και μπόρεσε να λάβει γνώση των περιεχομένων της κυπριακής απόφασης) μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2007 (ημερομηνία της δίκης στη Σύγκλητο του Ανωτάτου Δικαστηρίου), ο προσφεύγων είχε στη διάθεσή του επαρκή χρόνο για να ασκήσει ένδικο μέσο στα κυπριακά δικαστήρια. Όμως, για λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει, δεν έκανε καμία προσπάθεια να το πράξει.
123.Το γεγονός ότι η κυπριακή απόφαση δεν κάνει καμία αναφορά στα διαθέσιμα ένδικα μέσα δεν επηρεάζει τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Είναι γεγονός ότι το άρθρο 230 παρ. 1 του Νόμου περί Πολιτικής Δικονομίας της Λετονίας υποχρεώνει τα δικαστήρια να αναφέρουν στο κείμενο των αποφάσεών τους αναλυτικά τις διαδικασίες και τις προθεσμίες προσφυγής εναντίον τους (βλ. παραπάνω παρ. 67). Όμως, ενώ αυτή η απαίτηση είναι αξιέπαινη στο βαθμό που παρέχει μία ακόμα εξασφάλιση που διευκολύνει την άσκηση των δικαιωμάτων των διαδίκων, η ύπαρξή της δεν προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 6 παρ. 1 (βλ. Société Guérin Automobiles κατά των 15 Κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (dec.), Νο. 51717/99, 4 Ιουλίου 2000). Ως εκ τούτου, εναπόκειτο στον ίδιο τον προσφεύγοντα, αφού θα λάμβανε κατάλληλες συμβουλές εφόσον χρειαζόταν, να ερευνήσει σχετικά με τα ένδικα μέσα που ήταν διαθέσιμα στην Κύπρο αφού έλαβε γνώση της εν λόγω απόφασης.
124.Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο συμφωνεί με την άποψη της καθ’ ης Κυβέρνησης ότι ο προσφεύγων, ο οποίος είναι σύμβουλος επενδύσεων, θα έπρεπε να γνωρίζει τις νομικές συνέπειες της πράξεως αναγνώρισης οφειλής που υπέγραψε. Η πράξη αυτή διεπόταν από το κυπριακό δίκαιο, αφορούσε χρηματικό ποσό που δανείστηκε ο προσφεύγων από κυπριακή εταιρία και περιείχε ρήτρα δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων. Ως εκ τούτου, ο προσφεύγων έπρεπε να μεριμνήσει ώστε να ενημερωθεί για τον τρόπο με τον οποίο μπορούσε να διεξαχθεί διαδικασία ενώπιον των κυπριακών δικαστηρίων (βλ., τηρουμένων των αναλογιών, Robba κατά Γερμανίας, Νο. 20999/92, απόφαση της Επιτροπής της 28ης Φεβρουαρίου 1996, αδημοσίευτη). Επειδή παρέλειψε να λάβει πληροφορίες για το θέμα αυτό, συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό λόγω της αδράνειας και έλλειψης επιμέλειάς του στη δημιουργία της κατάστασης για την οποία παραπονείται ενώπιον του Δικαστηρίου και την οποία μπορούσε να έχει αποτρέψει, αποφεύγοντας να υποστεί οποιαδήποτε ζημία (βλ., τηρουμένων των αναλογιών, Hussin κατά Βελγίου (dec.), Νο. 70807/01, 6 Μαΐου 2004, και την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση McDonald).
125.Συνεπώς, στις συγκεκριμένες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων υπήρξε καταφανώς ανεπαρκής με αποτέλεσμα το τεκμήριο ισοδύναμης προστασίας να είναι μαχητό.
126.Τέλος, όσον αφορά τα υπόλοιπα παράπονα του προσφεύγοντος βάσει του άρθρου 6 παρ. 1, και στο βαθμό που έχει δικαιοδοσία να κρίνει επ’ αυτών, το Δικαστήριο δεν βρίσκει καμία ένδειξη παραβίασης των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται με τη διάταξη αυτή.
127.Ως εκ τούτου, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Κρίνει, με 16 ψήφους υπέρ και μία κατά, ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης.
Έγινε στα Αγγλικά και τα Γαλλικά και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Μέγαρο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο στις 23 Μαΐου 2016.
Johan Callewaert András Sajó
Βοηθός ΓραμματέαςΠρόεδρος
Σύμφωνα με το άρθρο 45 παρ. 2 της Σύμβασης και το άρθρο 74 παρ. 2 του Κανονισμού του Δικαστηρίου, στην παρούσα απόφαση προσαρτώνται οι παρακάτω χωριστές απόψεις:
(α) η κοινή συντρέχουσα άποψη των Δικαστών Lemmens και Briede,
(β) η μειοψηφούσα άποψη του Δικαστή Sajó.
A.S.
J.C.
***
ΚΟΙΝΗ ΣΥΝΤΡΕΧΟΥΣΑ ΑΠΟΨΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ LEMMENS ΚΑΙ BRIEDE
1.Συμφωνούμε με την πλειοψηφία ότι το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση, αλλά δεν παραβιάστηκε.
Δυστυχώς, όμως, αδυνατούμε να παρακολουθήσουμε το σκεπτικό της πλειοψηφίας σε όλα τα σημεία. Η πλειοψηφία βασικά κρίνει ότι υπήρξε ένα ελάττωμα στη διαδικασία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λετονίας (βλ. παρ. 119-21 της απόφασης), αλλά ότι στις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης δεν υπήρξε καταφανής ανεπάρκεια στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Για το λόγο αυτό, η πλειοψηφία εφάρμοσε το τεκμήριο ισοδύναμης προστασίας, γνωστό ως τεκμήριο Bosphorus (βλ. παρ. 122-25).
Με όλο το σεβασμό, διαφωνούμε με την παραδοχή ότι υπήρξε ελάττωμα στη διαδικασία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
2.Το άρθρο 33 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι θεσπίζει την αρχή ότι δικαστική απόφαση που εκδόθηκε σε ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγνωρίζεται στα άλλα κράτη-μέλη. Το άρθρο 34 προβλέπει εξαιρέσεις της αρχής, απαριθμώντας δύο περιπτώσεις στις οποίες δεν αναγνωρίζεται μια απόφαση. Ο προσφεύγων επικαλέστηκε την εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 34 σημείο 2 (βλ. παρ. 30 της απόφασης). Υποστήριξε ότι η απόφαση του δικαστηρίου της Λεμεσού εκδόθηκε ερήμην και ότι δεν του είχε επιδοθεί το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή ισοδύναμο έγγραφο εγκαίρως και με τρόπο που να του επιτρέπει να οργανώσει την άμυνά του. Υπήρχε ένα εμπόδιο για τον προσφεύγοντα: δεν μπορούσε να επικαλεστεί την εξαίρεση του άρθρου 34 σημείο 2 σε περίπτωση που «παρέλειψε να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως (στην Κύπρο) ενώ μπορούσε να το πράξει» (άρθρο 34 σημείο 2, in fine). Συνεπώς, το θέμα της εξάντλησης των ένδικων μέσων στην Κύπρο ήταν καθοριστικό για την απόφαση σχετικά με αυτό το επιχείρημα του προσφεύγοντος. Σημειώνουμε ότι η απόφασή μας πουθενά δεν αναφέρει ότι ο προσφεύγων υποστήριξε ότι δεν μπόρεσε να προσβάλει την απόφαση της Λεμεσού όταν ενημερώθηκε για την ύπαρξή της (βλ. ιδιαίτερα παρ. 30 και 32).
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο προσφεύγων επικαλέστηκε και μια άλλη διάταξη του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, το άρθρο 38 παρ. 1 (βλ. παρ. 31 της απόφασης). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απόφαση που εκδίδεται σε ένα κράτος-μέλος «και είναι εκτελεστή στο Κράτος αυτό» εκτελείται σε άλλο κράτος-μέλος αφού κηρυχθεί εκτελεστή εκεί μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου. Ο προσφεύγων υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι «η αιτούσα εταιρία δεν είχε προσκομίσει γραπτές αποδείξεις ότι η απόφασης της 24ης Μαΐου 2004 ήταν εκτελεστή στην Κύπρο» (αυτόθι). Συνεπώς, το ερώτημα αν η απόφαση της Λεμεσού ήταν εκτελεστή στην Κύπρο ήταν καθοριστικό για την απόφαση σχετικά με το δεύτερο επιχείρημα του προσφεύγοντος.
Το Ανώτατο Δικαστήριο της Λετονίας αναίρεσε την απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου και διέταξε την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης της Λεμεσού. Δίνουμε ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο με τον οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο αντιμετώπισε τα δύο επιχειρήματα του προσφεύγοντος. Έκρινε, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων της δικογραφίας, ότι η απόφαση της Λεμεσού «κατέστη οριστική». Επίσης, έκρινε ότι το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε από τις εξηγήσεις και των δύο διαδίκων, σύμφωνα με τις οποίες δεν ασκήθηκε προσφυγή κατά της απόφασης. Κατά τη γνώμη μας, οι διαπιστώσεις αυτές περιέχουν την απάντηση και στα δύο επιχειρήματα του προσφεύγοντος: αφού η απόφαση ήταν οριστική, ήταν εκτελεστή και, ως εκ τούτου, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα βάσει του άρθρου 38 παρ. 1 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι. Επιπλέον, ο προσφεύγων δεν προσέβαλε την απόφαση και, ως εκ τούτου, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα βάσει του άρθρου 34 σημείο 2 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι. Η δεύτερη διαπίστωση εξηγεί επίσης γιατί το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το ζήτημα της δέουσας γνωστοποίησης της εξέτασης της υπόθεσης από το δικαστήριο της Λεμεσού «δεν ήταν συναφές».
3.Η πλειοψηφία έκρινε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έπρεπε να έχει εξετάσει ρητά, στο πλαίσιο κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης σε σχέση με την ύπαρξη και διαθεσιμότητα ένδικου μέσου κατά της απόφασης της Λεμεσού (βλ. παρ. 121 της απόφασης).
Κατά τη γνώμη μας, στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης δεν απαιτούσε τη ρητή εξέταση του ζητήματος του βάρους της απόδειξης. Οι διαδικασίες ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένου του ζητήματος του βάρους της απόδειξης και του σκεπτικού των αποφάσεών του, ρυθμίζονται από το δίκαιο της Λετονίας. Εναπόκειτο στο Ανώτατο Δικαστήριο να αντιμετωπίσει το επιχείρημα του προσφεύγοντος σύμφωνα με τους κανόνες του εθνικού δικαίου. Ο προσφεύγων παρουσίασε τα επιχειρήματά του στο Ανώτατο Δικαστήριο σε κατ’ αντιμωλίαν συζήτηση και το Ανώτατο Δικαστήριο απάντησε στα επιχειρήματα αυτά στην απόφασή του. Επιπλέον, ο προσφεύγων δεν αμφισβήτησε καν το γεγονός ότι ήταν διαθέσιμα ένδικα μέσα στην Κύπρο. Αντίθετα, βάσισε το επιχείρημά του σχετικά με το άρθρο 38 παρ. 1 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι ακριβώς στο γεγονός ότι η απόφαση της Λεμεσού δεν ήταν ακόμα εκτελεστή, γεγονός που μπορούσε να γίνει κατανοητό από το Ανώτατο Δικαστήριο ως παραδοχή ότι μπορούσε ακόμα να προσφύγει κατά της απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε σιωπηρά ότι ένα ένδικο μέσο ήταν όντως διαθέσιμο και σημείωσε ρητά ότι ο προσφεύγων δεν το άσκησε.
Εάν ο προσφεύγων ήθελε να υποστηρίξει ότι δεν διέθετε κανένα ένδικο μέσο στην Κύπρο, κατά τη γνώμη μας ήταν υποχρέωσή του να θέσει ρητά αυτό το θέμα ο ίδιος ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αμφισβητούμε ότι μπορούσε να αναμένει από το Ανώτατο Δικαστήριο να θέσει αυτό το ζήτημα αυτεπαγγέλτως. Και σαφώς θεωρούμε ότι δεν μπορεί να παραπονείται βάσει του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης για έλλειψη ρητής απάντησης σε επιχείρημα που δεν διατύπωσε ρητά.
4.Βάσει του ανωτέρω σκεπτικού, συμπεραίνουμε ότι η δίκη ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν σύμφωνη με την αρχή του συζητητικού συστήματος και την αρχή της ισότητας των όπλων και ότι, ως εκ τούτου, το άρθρο 6 παρ. 1 δεν παραβιάστηκε.
5.Αφού καταλήξαμε στο συμπέρασμα αυτό, προφανώς δεν χρειάζεται να εξετάσουμε ακριβώς ποια ένδικα μέσα ήταν διαθέσιμα σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο (βλ. παρ. 122 της απόφασης).
Βρίσκουμε αξιοσημείωτο ότι η πλειοψηφία, προκειμένου να «σώσει» το καθ’ ου Κράτος από τη διαπίστωση παραβίασης της Σύμβασης, υιοθετεί ένα σκεπτικό που βασίζεται σε μια ερμηνεία του κυπριακού δικαίου, στηριζόμενη έτσι σε πληροφορίες που παρέσχε η Κυπριακή Κυβέρνηση. Κατ’ αρχήν ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν είναι να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο. Η πλειοψηφία ερμηνεύει εν προκειμένω διατάξεις του εθνικού δικαίου τρίτου Κράτους, οι οποίες, επιπλέον, δεν φαίνεται να υπήρξαν αντικείμενο συζήτησης σε κατ’ αντιμωλίαν διαδικασία ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων του καθ’ ου Κράτους.
6.Τέλος, καθώς κρίνουμε ότι δεν υπήρξε κανένα ελάττωμα στη διαδικασία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λετονίας, έχουμε τη γνώμη ότι δεν ήταν απαραίτητη η προσφυγή στην αρχή Bosphorus.
Όταν το Δικαστήριο εφαρμόζει το τεκμήριο Bosphorus, στην πράξη μειώνει την ένταση του εποπτικού του ρόλου προς όφελος της διεθνούς συνεργασίας (βλ. Michaud κατά Γαλλίας, Νο. 12323/11, παρ. 104, ECHR 2012). Δεν πρέπει να το κάνει αυτό όταν δεν διακυβεύονται τα συμφέροντα της διεθνούς συνεργασίας.
Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη μας, η εφαρμογή της αρχής είναι συναφής μόνον όταν η κρινόμενη υπόθεση περιλαμβάνει την εφαρμογή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εφόσον υπήρξε ελάττωμα στις σχετικές διαδικασίες. Τότε ανακύπτει το ερώτημα αν η ανεπάρκεια της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι τόσο προφανής που το τεκμήριο υπέρ του καθ’ ου Κράτους είναι μαχητό. Στην παρούσα υπόθεση, όμως, μετά από τη διεξαγωγή του ελέγχου που κατά τη γνώμη μας ασκεί «κανονικά» το Δικαστήριο, κρίνουμε ότι δεν υπήρξε ελάττωμα στη διαδικασία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λετονίας.
Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη μας η προσφυγή μπορούσε να απορριφθεί χωρίς να χρειάζεται να βασιστεί το σκεπτικό μας στην αρχή Bosphorus.
***
ΜΕΙΟΨΗΦΟΥΣΑ ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗ SAJÓ
1.Δυστυχώς, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τις απόψεις της πλειοψηφίας στην παρούσα υπόθεση.
2.Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού διέταξε τον προσφεύγοντα να πληρώσει ένα συγκεκριμένο ποσό στις 24 Μαΐου 2004. Η απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο μιας διαδικασίας στην οποία κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον προσφεύγοντα (εναγόμενο στην εθνική διαδικασία) σε λάθος διεύθυνση. Ως εκ τούτου, ήταν αδύνατον να γνωρίζει σχετικά με τη διαδικασία. Η αιτούσα εταιρία ζήτησε εκτέλεση της κυπριακής δικαστικής απόφασης στη Λετονία. Ο προσφεύγων πληροφορήθηκε για πρώτη φορά σχετικά με την ύπαρξη της κυπριακής απόφασης στο πλαίσιο αυτής της εθνικής διαδικασίας. Ενώ το Περιφερειακό Δικαστήριο ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή εκτέλεσης, το Ανώτατο Δικαστήριο της Λετονίας διέταξε την αναγνώριση και εκτέλεση της κυπριακής απόφασης. Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι η απαιτούμενη βεβαίωση, με ημερομηνία έκδοσης 18 Ιανουαρίου 2007 (δηλ. δύο χρόνια μετά την κατάθεση της αίτησης εκτέλεσης στο δικαστήριο της Λετονίας), κατατέθηκε μόνο στο πλαίσιο της αίτησης αναίρεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο και έγινε δεκτή σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Όμως, η υπόθεση αφορά πιο θεμελιώδη θέματα του δίκαιου χαρακτήρα της δίκης. Επίσης, ανακύπτουν ζητήματα αντιμετώπισης του δικαίου της ΕΕ σε αυτό το Δικαστήριο. Αυτά είναι τα θέματα στα οποία διαφωνώ.
3.Το Δικαστήριο δεν αρνείται ότι «η απόφαση εκτέλεσης μιας αλλοδαπής δικαστικής απόφασης δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με τις απαιτήσεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης εάν ελήφθη χωρίς να δοθεί στον ηττηθέντα διάδικο η ευκαιρία να διατυπώσει με τρόπο αποτελεσματικό τα παράπονά του σχετικά με τον άδικο χαρακτήρα τη διαδικασίας που οδήγησε στην αλλοδαπή απόφαση, είτε στο Κράτος προέλευσης είτε στο Κράτος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση αναγνώρισης» (βλ. παρ. 98).
4.Όμως, στο σκεπτικό του Δικαστηρίου:
(α)Δεν αναγνωρίζεται στα εθνικά δικαστήρια διακριτική ευχέρεια να εξετάσουν αυτό το θέμα διότι αυτό πρέπει να καθορίζεται βάσει του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, ο οποίος, σύμφωνα με την ερμηνεία που έδωσε το ΔΕΕ (τουλάχιστον όπως την κατανοεί το Δικαστήριο), δεν χορηγεί καμία διακριτική ευχέρεια αξιολόγησης.
(β)Όμως, από αυτό τον αποκλεισμό του ελέγχου του δίκαιου χαρακτήρα της εθνικής διαδικασίας στο πλαίσιο της εκτελεστότητας της κυπριακής απόφασης δεν ανακύπτει κανένα ζήτημα διότι το ίδιο το νομικό σύστημα που τον αποκλείει πρέπει να θεωρείται ότι παρέχει επαρκή προστασία. Όταν η έλλειψη κατάλληλης προστασίας απορρέει από το δίκαιο της ΕΕ, δεν υφίσταται, εκ πρώτης όψεως, έλλειψη κατάλληλης προστασίας διότι «οι εποπτικοί μηχανισμοί που υφίστανται στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρέχουν ένα επίπεδο προστασίας ισοδύναμο με αυτό που παρέχει ο μηχανισμός της Σύμβασης» (βλ. παρ. 109 σε σχέση με την απόφαση Bosphorus).
(γ)Η παρούσα υπόθεση αφορά την (αμοιβαία) αναγνώριση (αλλοδαπών) δικαστικών αποφάσεων.
(δ)Στο πλαίσιο του μηχανισμού αμοιβαίας αναγνώρισης δικαστικών αποφάσεων εντός της ΕΕ, το τεκμήριο ισοδύναμης προστασίας Bosphorus εφαρμόζεται ώστε μόνον η καταφανώς ελλιπής προστασία των δικαιωμάτων της Σύμβασης να δημιουργεί θέμα βάσει της Σύμβασης.
(ε)Τέτοια καταφανής έλλειψη δεν υφίσταται, αν και η Σύγκλητος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λετονίας δεν εξέτασε το θέμα της διαθεσιμότητας ένδικου μέσου στο Κράτος προέλευσης.
(στ)Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε η Κυπριακή Κυβέρνηση, «τις οποίες δεν αμφισβήτησαν οι διάδικοι», υπήρχε «μια απολύτως ρεαλιστική ευκαιρία να προσφύγει [ο προσφεύγων] κατά της απόφασης στην Κύπρο».
5.Όμως, εάν η πραγματική παραδοχή του σημείου στ΄ είναι σωστή, η υπόθεση έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη, χωρίς να χρειάζεται επίκληση του τεκμηρίου Bosphorus και της καταφανούς έλλειψης προστασίας. Επιπλέον, όπως αναφέρει το ίδιο το Δικαστήριο, οι διάδικοι (και το Δικαστήριο) οφείλουν να βασιστούν – στη διαδικασία ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – σε όσα έλαβαν υπόψη τα εθνικά δικαστήρια. Σύμφωνα με την απόφαση της Συγκλήτου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, «η απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου Λεμεσού κατέστη οριστική» διότι, μεταξύ άλλων, δεν ασκήθηκε έφεση εναντίον της. (Η ευθύνη γι’ αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί στον προσφεύγοντα.) Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της δίκης έγκειται ακριβώς στην αδυναμία άσκησης τέτοιας έφεσης: χωρίς κατάλληλη επίδοση στο πλαίσιο της διαδικασίας, δεν υπήρχε δυνατότητα έφεσης. Δεν βλέπω σε ποιο σημείο μπορούσε ο προσφεύγων να θέσει το θέμα της δυνατότητας άσκησης έφεσης στο πλαίσιο της εθνικής διαδικασίας στην Κύπρο: αυτή η έλλειψη ευκαιρίας έγινε δεκτή από όλα τα μέρη και τα εθνικά δικαστήρια, και το μόνο σημείο διαφωνίας ήταν αν αυτή η απόφαση που εκδόθηκε κατά παράβαση των απαιτήσεων της δίκαιης δίκης μπορούσε να εκτελεστεί. Όμως, οι αποφάσεις της Συγκλήτου του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λετονίας και του Δικαστηρίου επιρρίπτουν την ευθύνη στον προσφεύγοντα, παρ’ όλο που η διαδικασία εκτέλεσης βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη και το θέμα ήταν μόνον αν η απόφαση που εκδόθηκε κατά παράβαση της απαίτησης για δίκαιη δίκη μπορούσε να εκτελεστεί.
6.Το ίδιο το Δικαστήριο έχει συναίσθηση της ανεπάρκειας της διαδικασίας στη Λετονία και έκρινε ότι το εθνικό δικαστήριο της Λετονίας δεν συζήτησε το θέμα της διαθεσιμότητας ένδικου μέσου στην Κύπρο, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το βάρος της απόδειξης ότι υπήρχε τέτοια δυνατότητα σε κατ’ αντιμωλίαν δίκη που οδηγεί σε αιτιολογημένες διαπιστώσεις. Όμως, σύμφωνα με την απόφαση, το ελάττωμα αυτό δεν φθάνει στο επίπεδο καταφανούς έλλειψης προστασίας. Αυτό είναι το ισχύον όριο σε καταστάσεις τεκμαιρόμενης ισοδύναμης προστασίας σε θέματα αμοιβαίας αναγνώρισης. Βάσει αυτού του ελάχιστου ελέγχου, το Δικαστήριο πείστηκε ότι δεν υπήρξε παραβίαση καθώς, δεδομένου ότι ο προσφεύγων δεν άσκησε προσφυγή στην Κύπρο, τα «ατυχή ελαττώματα» δεν συνιστούν εξόφθαλμη παραβίαση.
7.Στο σημείο αυτό οφείλω να εκφράσω τις επιφυλάξεις μου σχετικά με την αρχή Bosphorus, και ιδίως την εφαρμογή της σε Κανονισμούς, οι οποίοι αναμφίβολα δεν επιτρέπουν διακριτική ευχέρεια σε θέματα που ανακύπτουν βάσει της Σύμβασης.[1] Η πάγια δικαιολογία της εφαρμογής της αρχής Bosphorus, όπως την εφάρμοσε το Δικαστήριο στις παραπάνω περιστάσεις, είναι ότι το νομικό σύστημα της ΕΕ ήδη λαμβάνει υπόψη τις αξίες και τα δικαιώματα της Σύμβασης και παρέχει προστασία σε αυτά χάρη στο ΔΕΕ. Είναι όντως εύλογο να υποτεθεί ότι όταν τα Κράτη μεταβιβάζουν κυριαρχικά τους δικαιώματα σε ένα διεθνή οργανισμό που αναγνωρίζει τα θεμελιώδη δικαιώματα της Σύμβασης, όπως προβλέπονται στον άμεσης εφαρμογής Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (άρθρο 52 παρ. 3), τα δικαιώματα προστατεύονται. Υπάρχει πράγματι ένας μηχανισμός (το ΔΕΕ) που αποστολή του είναι να εξασφαλίζει ότι τα δικαιώματα αυτά προστατεύονται έμπρακτα.
8.Επιπλέον, υπάρχει μία ακόμα δικαιολογία που προβάλλεται για το κριτήριο της καταφανούς ανεπάρκειας της προστασίας όπως εφαρμόζεται σε πλαίσιο αμοιβαίας εμπιστοσύνης/αναγνώρισης: υποστηρίζεται ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντα της διεθνούς συνεργασίας. Όμως, ακόμη και αν υποτεθεί, χάριν του λόγου, ότι το σύστημα της ΕΕ παρέχει ισοδύναμη προστασία τόσο από πλευράς ουσιαστικού δικαίου όσο και από πλευράς δικονομίας, μέσω του ΔΕΕ, δεν πρέπει να θυσιάζονται τα δικαιώματα της Σύμβασης προς όφελος της διεθνούς συνεργασίας, κάτι που εξάλλου δεν αναγνωρίζεται από τη Σύμβαση ως λόγος περιορισμού των δικαιωμάτων της. Μπορώ να αντιληφθώ πρακτικούς λόγους εφαρμογής τεκμηρίων χάριν της συμβατότητας των προτύπων του ελέγχου που προβλέπει η Σύμβαση στο πλαίσιο ενός περιφερειακού διεθνούς οργανισμού όπως η ΕΕ που ρητά αναγνωρίζει τα δικαιώματα της Σύμβασης (τουλάχιστον από τότε που τέθηκε σε ισχύ ο Χάρτης). Η ανάγκη αρμονίας επιβάλλει κάποιο σεβασμό εν προκειμένω. Όμως, η ανάγκη σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις νομικές πηγές της ΕΕ δεν καθιστά το ρόλο του παρόντος Δικαστηρίου θεμελιωδώς διαφορετικό από τον εποπτικό του ρόλο έναντι των εθνικών συνταγματικών συστημάτων. Εξάλλου, τα οικεία συντάγματα και εθνικά δικαστικά συστήματα εγγυώνται κατά κανόνα τα δικαιώματα της Σύμβασης. Επιπλέον, στην παρούσα υπόθεση το ΔΕΕ δεν είχε την ευκαιρία να παράσχει την αναμενόμενη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ενώ ισχύει ότι τα κράτη-μέλη της ΕΕ μπορεί, σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ, να υποχρεούνται να σέβονται τα δικαιώματα της Σύμβασης και συνεπώς τα δικαστήρια άλλων Κρατών μπορούν να θεωρούν δεδομένο ότι αυτή η υποχρέωση εκπληρώνεται, τίποτε δεν εγγυάται αυτομάτως ότι το πρώτο Κράτος όντως εκπλήρωσε αυτή την υποχρέωση και, ως εκ τούτου, το δεύτερο Κράτος, εμπιστευόμενο το πρώτο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απαλλάσσεται από την ευθύνη. Ακόμη και αν απαλλαγεί από την υποχρέωση για αυτεπάγγελτη εις βάθος εξέταση, οφείλει να διεξάγει έλεγχο στον αναγκαίο βαθμό για την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων, ιδίως όταν ο προσφεύγων διατυπώνει εκ πρώτης όψεως βάσιμα επιχειρήματα ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάστηκαν στην πρώτη χώρα. Στην αντίθετη περίπτωση, θα δημιουργηθεί ένα σύστημα που δεν είναι ανοικτό στον έλεγχο που προβλέπει η Σύμβαση. Είναι λυπηρό ότι το Ανώτατο Δικαστήριο της Λετονίας δεν έδωσε στο σύστημα της ΕΕ τη δυνατότητα να ελέγξει τον ισχυρισμό. Το Δικαστήριο αυτό θα συνεχίσει να αξιολογεί αν οι πράξεις των Κρατών, όποια και αν είναι η προέλευσή τους, είναι σύμφωνες με τη Σύμβαση, ενώ τα Κράτη είναι και θα παραμείνουν υπεύθυνα να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τη Σύμβαση.
9.Κατά τη γνώμη μου, δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων να επεκταθεί η αρχή Bosphorus σε καταστάσεις όπου τα εθνικά δικαστήρια υποτίθεται ότι δεν έχουν τη διακριτική ευχέρεια να λαμβάνουν υπόψη τα δικαιώματα της Σύμβασης.[2] Και εδώ υπάρχει κάποια ασυνέπεια . τουλάχιστον εγώ δεν μπορώ να διακρίνω συγκρίσιμες παραδοχές ισοδύναμης προστασίας σε θέματα εφαρμογής του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, ακόμα και όταν το Συμβούλιο Ασφαλείας έχει αποκλειστική δικαιοδοσία. Τέλος, η επέκταση της αρχής Bosphorus σε θέματα αμοιβαίας αναγνώρισης (ένα ζήτημα που βεβαίως δεν περιορίζεται στον Κανονισμό των Βρυξελλών για την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων) φαίνεται να δημιουργεί ένα τεκμήριο που δεν στηρίζεται στην πραγματικότητα της ζωής ακόμα και σύμφωνα με το ΔΕΕ, όπως κατέστη σαφές τελευταία στις υποθέσεις C-404/15 και C-659/15 PPU. Το Δικαστήριο θα παραμείνει πιστό στη θέση που υιοθέτησε στην υπόθεση M.S.S. (για την εκτέλεση αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων στο πλαίσιο του άρθρου 6 βλ. Pellegrini κατά Ιταλίας, Νο. 30882/96, ECHR 2001-VIII, και επιπλέον Χ. κατά Λετονίας [GC], Νο. 27853/09, ECHR 2013).
[1] Κατά τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (όπως διατυπώθηκε στο πλαίσιο της παρέμβασής της), ο μηχανισμός του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι προβλέπει αποτελεσματικό έλεγχο του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, με τη μορφή της εξαίρεσης για λόγους δημόσιας ασφάλειας.
[2] Εν προκειμένω βρίσκω πιο πειστική την άποψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά το παρόν Δικαστήριο δεν καλείται να κρίνει τη θέση βάσει του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πόσω μάλλον τη θέση βάσει του διεθνούς δικαίου, οπότε δεν μπορώ να επικαλεστώ τέτοιες σκέψεις.
Full & Egal Universal Law Academy