ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΟΜΕΑΣ
ΥΠΟΘΕΣΗ BÉLÁNÉ NAGY κατά ΟΥΓΓΑΡΙΑΣ
(Προσφυγή αριθ. 53080/13)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
10 Φεβρουαρίου 2015
Παραπομπή στο Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως
1/6/2015
Η παρούσα απόφαση θα καταστεί τελεσίδικη σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 44, παράγραφος 2 της Σύμβασης. Μπορεί να υποστεί φραστικές αναδιατυπώσεις.
Στην υπόθεση Béláné Nagy κατά Ουγγαρίας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Δεύτερος Τομέας), συνεδριάζοντας σε Τμήμα αποτελούμενο από τους:
Işıl Karakaş, Πρόεδρο,
András Sajó,
Nebojša Vučinić,
Helen Keller,
Egidijus Kūris,
Robert Spano,
Jon Fridrik Kjølbro, δικαστές,
και Stanley Naismith, Γραμματέα του Τομέα,
Αφού διαβουλεύτηκε κεκλεισμένων των θυρών στις 6 Ιανουαρίου 2015,
Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, η οποία ελήφθη κατά την ημερομηνία αυτή:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση προέρχεται από μία προσφυγή (αριθ. 53080/13) κατά της Ουγγαρίας την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 34 της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (εφεξής «η Σύμβαση») μια υπήκοος Ουγγαρίας, η κα. Béláné Nagy (εφεξής «η προσφεύγουσα»), στις 12 Αυγούστου 2013.
2. Η προσφεύγουσα εκπροσωπείται από τον κ. Α. Cech, δικηγόρο στη Βουδαπέστη. Η Ουγγρική Κυβέρνηση (εφεξής «η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τον κ. Z. Tallódi, εκπρόσωπο του Υπουργείου Δημόσιας Διοίκησης και Δικαιοσύνης.
3. Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι είχε απωλέσει τα μέσα βιοπορισμού της, τα οποία διασφάλιζε μόνο με ένα επίδομα αναπηρίας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των μεταβολών στη νομοθεσία από τις αρχές, χωρίς ορθή κρίση, αν και η υγεία της δεν είχε ποτέ βελτιωθεί. Επικαλείται το άρθρο 6 της Σύμβασης.
4. Στις 21 Ιανουαρίου 2014, η προσφυγή αυτή κοινοποιήθηκε στην Κυβέρνηση.
5. Στις 27 Αυγούστου 2014 χορηγήθηκε στην προσφεύγουσα νομική αρωγή.
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
I. ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
6. Η προσφεύγουσα γεννήθηκε το 1959 και ζει στη Baktalórántháza.
7. Το 2001 η απώλεια της ικανότητας προς εργασία της προσφεύγουσας εκτιμήθηκε ότι είναι 67 τοις εκατό από την 1η Απριλίου 2001, και της χορηγήθηκε σύνταξη αναπηρίας (βλέπε παράγραφο 18 κατωτέρω). Η εκτίμηση αυτή διατηρήθηκε κατά τα έτη 2003, 2006 και 2007.
8. Σύμφωνα με μια τροποποίηση της ισχύουσας μεθοδολογίας αλλά, προφανώς, χωρίς καμία ουσιαστική μεταβολή στην υγεία της, το ποσοστό αναπηρίας της προσφεύγουσας μεταβλήθηκε σε 40 τοις εκατό την 1η Δεκεμβρίου 2009. Χωρίς να διαβλέπει την αποκατάστασή της, η επιτροπή εξέτασης προγραμμάτισε το επόμενο check- up της ιατρικής της κατάστασης για το Νοέμβριο του 2012.
Συνεπεία του ορισμού του ποσοστού αναπηρίας στο 40 τοις εκατό, το δικαίωμά της σε σύνταξη αναπηρίας ανακλήθηκε από την 1η Φεβρουαρίου 2010.
Η προσφεύγουσα προσέβαλε την απόφαση αυτή στο δικαστήριο, αλλά το Εργατικό Δικαστήριο της Nyíregyháza απέρριψε την προσφυγή της την 1η Απριλίου 2011, παρά τη γνωμάτευση εμπειρογνώμονα η οποία ανάφερε ότι η κατάσταση της προσφεύγουσας δεν είχε βελτιωθεί από το 2007. Η προσφεύγουσα υποχρεώθηκε να επιστρέψει τα ποσά που εισέπραξε μετά την 1η Φεβρουαρίου 2010.
9. Το 2011 η προσφεύγουσα ζήτησε επανεξέταση της αναπηρίας της. Το Σεπτέμβριο του 2011, η πρωτοβάθμια αρχή την εκτίμησε σε 45 τοις εκατό, προγραμματίζοντας την επόμενη εξέταση για το Σεπτέμβριο του 2014. Η δευτεροβάθμια αρχή άλλαξε αυτό το ποσοστό σε 50 τοις εκατό, με προγραμματισμένη επανεξέταση το Μάρτιο του 2015. Ένα τέτοιο ποσοστό θα της παρείχε δικαίωμα σε σύνταξη αναπηρίας, αν δεν ήταν δυνατή η αποκατάστασή της (βλέπε παράγραφο 19 κατωτέρω). Ωστόσο, αυτή τη φορά, η εξέταση διέβλεψε την αποκατάσταση της προσφεύγουσας σε ένα χρονικό διάστημα 36 μηνών, διάστημα κατά το οποίο επρόκειτο να λαμβάνει επίδομα αποκατάστασης.
10. Από την 1η Ιανουαρίου 2012 τέθηκε σε ισχύ ένας νέος νόμος σχετικά με τα επιδόματα αναπηρίας (νόμος CXCI του 2011). Εισήγαγε πρόσθετα κριτήρια εφαρμογής (βλέπε παράγραφο 20 κατωτέρω). Αξίζει να σημειωθεί ότι, αντί για την ικανοποίηση του κριτηρίου της προϋπηρεσίας που απαιτούσε η προηγούμενη νομοθεσία, το άτομο με αναπηρία πρέπει να έχει τουλάχιστον 1.095 ημέρες καλυπτόμενες από κοινωνική ασφάλιση κατά την πενταετία που προηγείται της υποβολής της αίτησής του. Τα άτομα που δεν πληρούν την απαίτηση αυτή μπορούν, ωστόσο, να πληρούν τις προϋποθέσεις, αν δεν είχαν διακοπή της κοινωνικής κάλυψης για περισσότερες από 30 ημέρες σε όλη τη σταδιοδρομία τους ή αν εισέπρατταν σύνταξη αναπηρίας στις 31 Δεκεμβρίου 2011.
11. Το Φεβρουάριο του 2012, η προσφεύγουσα υπέβαλε και νέα αίτηση για επίδομα αναπηρίας. Η κατάστασή της αξιολογήθηκε τον Απρίλιο του 2012, καταλήγοντας σε διαπίστωση ποσοστού αναπηρίας 50 τοις εκατό. Στις 5 Ιουνίου 2012 απορρίφθηκε η προσφυγή της, επειδή δεν είχε την απαιτούμενη περίοδο κοινωνικής κάλυψης. Δεν διαβλέφθηκε αποκατάσταση. Η επόμενη εξέταση είχε προγραμματιστεί για τον Απρίλιο του 2014.
12. Στις 2 Αυγούστου 2012, η προσφεύγουσα υπέβαλε νέα αίτηση για σύνταξη αναπηρίας, βάσει του νέου νόμου για τα επιδόματα αναπηρίας και υποβλήθηκε σε άλλη μια εξέταση, στην οποία το ποσοστό αναπηρίας της και πάλι καθορίστηκε στο 50 τοις εκατό. Δεν διαβλέφθηκε αποκατάσταση.
13. Κατ’ αρχάς, ένα τέτοιο ποσοστό αναπηρίας θα παρείχε στην προσφεύγουσα το δικαίωμα σε σύνταξη αναπηρίας, βάσει του νέου συστήματος. Ωστόσο, δεδομένου ότι η σύνταξη αναπηρίας της είχε λήξει το Φεβρουάριο του 2010 (δηλαδή, δεν ελάμβανε σύνταξη αναπηρίας στις 31 Δεκεμβρίου 2011) και, επιπλέον, δεν ήταν σε θέση να συγκεντρώσει τον απαιτούμενο αριθμό ημερών κάλυψης από κοινωνική ασφάλιση ή να επιδείξει μια αδιάκοπη κοινωνική κάλυψη, δεν ήταν επιλέξιμη, υπό οποιαδήποτε ιδιότητα, για επίδομα αναπηρίας στο πλαίσιο του νέου συστήματος. Αντί των απαιτούμενων 1.095 ημερών κάλυψης από την κοινωνική ασφάλιση, η προσφεύγουσα είχε μόνο 947.
14. Κατά συνέπεια, το αίτημα της προσφεύγουσας για σύνταξη αναπηρίας απορρίφθηκε, τόσο από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές (στις 23 Νοεμβρίου 2012 και στις 27 Φεβρουαρίου 2013), όσο και από το Διοικητικό και Εργατικό Δικαστήριο του Nyíregyháza, στις 20 Ιουνίου 2013.
15. Από την 1η Ιανουαρίου 2014, τα επίδικα νομοθετικά κριτήρια έχουν τροποποιηθεί, με σκοπό την επέκταση της επιλεξιμότητας για το επίδομα αναπηρίας σε όσους έχουν συγκεντρώσει είτε 2.555 ημέρες κάλυψης από την κοινωνική ασφάλιση εντός δέκα ετών είτε 3.650 ημέρες εντός δεκαπέντε ετών. Ωστόσο, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να ικανοποιήσει ούτε αυτά τα κριτήρια.
16. Φαίνεται ότι, προς το παρόν, η προσφεύγουσα ζει με βοηθήματα.
17. Από το 2013, το Συνταγματικό Δικαστήριο εξέτασε μια σειρά από καταγγελίες που καταφέρονται, επί της ουσίας, κατά των ίδιων νέων κανόνων για τα δικαιώματα αναπηρίας (αριθ. αποφάσεων 3227/2013, 3156/2013 και 3235/2014). Οι προσφεύγοντες σε αυτές τις διαδικασίες έγειραν τις συνταγματικές ανησυχίες τους, μετά τις αμετάκλητες και δεσμευτικές εθνικές αποφάσεις, χωρίς να απευθύνονται στο Kúria (Ανώτατο Δικαστήριο), στο πλαίσιο της διαδικασίας επανεξέτασης. Αν και τα αιτήματα αυτά, τελικά, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα για άλλους λόγους, το Συνταγματικό Δικαστήριο δεν έκρινε ότι, προκειμένου να διασκεδαστούν οι συνταγματικές τους καταγγελίες, οι εν λόγω προσφεύγοντες όφειλαν να έχουν προσεγγίσει, προηγουμένως, το Kúria.
II. ΣΥΝΑΦΕΣ ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ
18. Οι σχετικές διατάξεις του νόμου αριθ. LXXXI του 1997 για τη Σύνταξη Κοινωνικής Ασφάλισης 1, όπως ίσχυαν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2011, προέβλεπαν:
1 καταργήθηκε με το νόμο αριθ. CXCI του 2011, από την 1η Ιανουαρίου 2012
Άρθρο 4 (1) γ)
«[Σύμφωνα με τους όρους του παρόντος νόμου] ο όρος σύνταξη αναπηρίας [σημαίνει]: τη σύνταξη που πρέπει να καταβληθεί σε περίπτωση αναπηρίας, με την προϋπόθεση ότι έχει συγκεντρωθεί η απαιτούμενη προϋπηρεσία.»
Άρθρο 23 (1)
«Σύνταξη αναπηρίας οφείλεται σε ένα άτομο το οποίο:
(α) έχει υποστεί 67 τοις εκατό απώλεια της ικανότητας προς εργασία, λόγω προβλημάτων υγείας, σωματικών ή ψυχικών προβλημάτων, χωρίς καμία προοπτική βελτίωσης κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους ... [και]
(β) έχει συγκεντρώσει την απαιτούμενη προϋπηρεσία [συνάρτηση της ηλικίας, όπως περιγράφεται στο νόμο] [και]
(γ) δεν εργάζεται τακτικά ή κερδίζει σημαντικά λιγότερα από ό, τι πριν καταστεί ανάπηρο.»
19. Όσον αφορά στις συντάξεις αναπηρίας που χορηγούνται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2007, ο ίδιος νόμος, όπως ίσχυε μεταξύ 12 Μαρτίου και 31 Δεκεμβρίου 2011, όριζε τα εξής:
Άρθρο 36 / A
«(1) Σύνταξη αναπηρίας θα οφείλεται σε ένα άτομο το οποίο:
α) υπέστη [τουλάχιστον 79 τοις εκατό απώλεια της ικανότητας προς εργασία, ή το ίδιο μεταξύ 50 και 79 τοις εκατό, εάν δεν είναι εφικτή η αποκατάσταση], και
β) συγκέντρωσε την προϋπηρεσία που απαιτείται σε σχέση με την ηλικία του, και
γ) [δεν έχει εισόδημα ή κερδίζει σημαντικά λιγότερα χρήματα από ό, τι προηγουμένως], και
δ) δεν λαμβάνει επίδομα ασθενείας ή επίδομα ασθενείας αναπηρίας.»
20. Ο Νόμος CXCI του 2011 σχετικά με τις παροχές που χορηγούνται σε άτομα με μειωμένη ικανότητα εργασίας, στο βαθμό που είναι συναφής και ίσχυε μεταξύ 26 Ιουλίου 2012 και 31 Δεκεμβρίου 2013, όριζε τα εξής:
Άρθρο 2
«(1) Το άτομο του οποίου η κατάσταση της υγείας έχει διαπιστωθεί ότι είναι 60 τοις εκατό ή λιγότερο, κατά τη σύνθετη επανεξέταση της Αρχής Αποκατάστασης (εφεξής: τα άτομα με μειωμένη ικανότητα εργασίας) και το οποίο:
α) έχει καλυφθεί για ένα ελάχιστο 1.095 ημερών από την κοινωνική ασφάλιση, με βάση το άρθρο 5 του [Νόμου περί Κοινωνικής Ασφάλισης], κατά τα πέντε έτη που προηγούνται της υποβολής της αίτησής του, και
β) δεν έχει εμπλακεί σε οποιαδήποτε βιοποριστική δραστηριότητα και
γ) δεν λαμβάνει κανένα τακτικό χρηματικό επίδομα
θα είναι επιλέξιμο για επιδόματα που χορηγούνται σε άτομα με μειωμένη ικανότητα εργασίας.
(2) Κατά παρέκκλιση από το εδάφιο (1) (α), τα άτομα
α) που καλύφθηκαν από την κοινωνική ασφάλιση εντός 180 ημερών από τη λήξη της μαθητείας τους και των οποίων η κάλυψη κοινωνικής ασφάλισης δεν έχει διακοπεί για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 30 ημερών πριν την υποβολή της αίτησής τους, ή
β) τα οποία λάμβαναν την 31η Δεκεμβρίου 2011 σύνταξη αναπηρίας, σύνταξη αναπηρίας ατυχήματος, επίδομα αποκατάστασης ή κοινωνικό επίδομα για άτομα με προβλήματα υγείας
θα είναι επιλέξιμα για τις παροχές που χορηγούνται σε άτομα με μειωμένη ικανότητα εργασίας, ανεξάρτητα από τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτεται με κοινωνική ασφάλιση.
(3) Η περίοδος ασφάλισης των 1.095 ημερών θα περιλαμβάνει:
α) την περίοδο του επιδόματος ασθενείας, του επιδόματος ασθενείας λόγω ατυχήματος, του επιδόματος εγκυμοσύνης και τοκετού, του επιδόματος παιδικής μέριμνας και του επιδόματος ανεργίας,
β) την περίοδο της σύνταξης αναπηρίας, της σύνταξης αναπηρίας λόγω ατυχήματος, του επιδόματος αποκατάστασης, του κοινωνικού επιδόματος για άτομα με προβλήματα υγείας,
γ) την προϋπηρεσία που έχει συγκεντρωθεί δυνάμει μιας σύμβασης που έχει συναφθεί βάσει του άρθρου 34 του [Νόμου περί Κοινωνικής Ασφάλισης], με σκοπό τη συγκέντρωση προϋπηρεσίας και εισοδήματος δημιουργίας δικαιώματος σύνταξης, υπό την προϋπόθεση ότι η σύμβαση είχε συναφθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011.»
Άρθρο 3
«(1) Με την επιφύλαξη της πρότασης αποκατάστασης της Αρχής Αποκατάστασης που υποβάλλεται στο πλαίσιο της σύνθετης επανεξέτασης, το επίδομα που χορηγείται σε ένα άτομο με μειωμένη ικανότητα εργασίας θα είναι είτε:
α) επίδομα αποκατάστασης, είτε
β) επίδομα αναπηρίας».
Άρθρο 5
«(1) Τα άτομα με μειωμένη ικανότητα προς εργασία δικαιούνται επιδόματος αναπηρίας, στις περιπτώσεις που δεν συνιστάται αποκατάσταση.»
21. Το Συνταγματικό Δικαστήριο εξέτασε το Νόμο CXCI του 2011 στην απόφαση 40/2012. (XII.6.) AB. Υπενθύμισε ότι η νομολογία του διαφοροποιείται μεταξύ των επιδομάτων που αποκτώνται με υποχρεωτικές εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, αφενός, και των κοινωνικών επιδομάτων που δεν συνιστούν «εξαγορασθέντα δικαιώματα», αφ’ ετέρου. Τα πρώτα επιδόματα (π.χ. σύνταξη γήρατος ή σύνταξη επιζώντος συζύγου) απολάμβαναν συνταγματικής προστασίας όμοια με αυτή της ιδιοκτησίας, λόγω του εγγενούς ασφαλιστικού τους στοιχείου. Όσον αφορά στα τελευταία, οι εγγυήσεις που απορρέουν από τις απαιτήσεις του κράτους δικαίου (δηλαδή της προστασίας της θεμιτής προσδοκίας, της κατάλληλης στιγμής για την προετοιμασία) θα πρέπει να τηρούνται ως κριτήρια συνταγματικότητας - αντί των απαιτήσεων που σχετίζονται με την προστασία της ιδιοκτησίας. Στη νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου, η προστασία της θεμιτής προσδοκίας (ή, με άλλα λόγια, η προστασία των κεκτημένων δικαιωμάτων) σήμαινε την εφαρμογή της απαίτησης του εύθετου χρόνου για προετοιμασία, που προκύπτει, επίσης, από την αρχή της ασφάλειας δικαίου των ήδη αποκτηθέντων τίτλων. Σε περίπτωση απουσίας ενός ήδη αποκτηθέντος τίτλου, το Συνταγματικό Δικαστήριο μπορεί μόνο να ελέγξει αν ο χρόνος που προβλέπεται από τη νομοθεσία ήταν επαρκής προκειμένου να συνειδητοποιήσουν τα άτομα το περιεχόμενό του. Στην πραγματικότητα, το ζήτημα στις αντίστοιχες καταστάσεις ήταν η διαφορά στη σταθερότητα της βάσης των προσδοκιών.
22. Η απόφαση περιλαμβάνει ιδίως τα ακόλουθα αποσπάσματα:
«30. ... Το Συνταγματικό Δικαστήριο εξέτασε τροποποιήσεις σε νόμους και κανονισμούς που αφορούν συντάξεις αναπηρίας σε αρκετές αποφάσεις. Η απόφαση με αριθμό 321 / Β / 1996 AB κατηγοριοποιεί τις συντάξεις αναπηρίας εν μέρει ως επίδομα, προτρέποντας την προστασία της ιδιοκτησίας και εν μέρει ως παροχή κοινωνικών υπηρεσιών. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, ο νόμος «παρέχει φροντίδα, στο πλαίσιο της συνταγματικής αρχής της κοινωνικής ασφάλισης, για τα άτομα τα οποία, πριν φθάσουν σε ηλικία σύνταξης γήρατος έχουν χάσει την ικανότητά τους να εργαστούν λόγω αναπηρίας ή ανικανότητας από ατύχημα. ... Πριν φθάσουν στην επίσημη ηλικία συνταξιοδότηση, η σύνταξη αναπηρίας είναι μια ειδική παροχή που χορηγείται σε άτομα με βάση την αναπηρία τους. Μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδότησης, τα άτομα που είναι ... ανίκανα προς εργασία ... δεν δικαιούνται αυτή την ειδική παροχή επειδή, κατά τη λήξη της απασχόλησής τους, είναι επιλέξιμα να λάβουν σύνταξη γήρατος με βάση την ηλικία τους.»
31. Η απόφαση αριθ. 1129 / Β / 2008 AB αναφέρει ότι η σύνταξη αναπηρίας εμπίπτει στην κατηγορία των προσωπικών παροχών συνταξιοδότησης, αν και το στοιχείο «εξαγορασθέντος δικαιώματός» τους είναι εμφανές μόνο στο μέτρο που «το άθροισμά του είναι μεγαλύτερο μετά από μια μεγαλύτερη προϋπηρεσία, ή είναι ίσο ή προσεγγίζει τη σύνταξη γήρατος. Διαφορετικά, κυριαρχεί η αρχή της αλληλεγγύης, δεδομένου ότι το άτομο με αναπηρία, το οποίο δεν θα ήταν επιλέξιμο για σύνταξη γήρατος με βάση την ηλικία ή την προϋπηρεσία του, είναι σε θέση να λαμβάνει συνταξιοδοτικές παροχές από το χρονικό σημείο κατά το οποίο καθορίζεται η αναπηρία». ...
32. Κατά την ερμηνεία του Συνταγματικού Δικαστηρίου, οι νόμοι που παρέχουν δικαίωμα σε συντάξεις αναπηρίας δεν αποτελούν υποκειμενικά συνταγματικά δικαιώματα, αλλά είναι ανάμικτες παροχές κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικών υπηρεσιών, διαθέσιμες – υπό συγκεκριμένους όρους - σε άτομα κάτω από την ηλικία συνταξιοδότησης που πάσχουν από κακή υγεία, τα οποία, λόγω της αναπηρίας τους, έχουν μειωμένη ικανότητα προς εργασία και έχουν ανάγκη από οικονομική βοήθεια, λόγω της απώλειας του εισοδήματος.»
23. Οι σχετικές διατάξεις της Σύμβασης αριθ. 102 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ) για την Κοινωνική Ασφάλιση (Στοιχειώδεις Κανόνες), που εγκρίθηκε στις 28 Ιουνίου 1952, έχουν ως εξής: 2
2 Η Σύμβαση αριθ. 102 έχει επικυρωθεί από 50 χώρες. Όσον αφορά στα Κράτη-Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, 14 από αυτά, μη συμπεριλαμβανόμενης της Ουγγαρίας, επικύρωσαν το Μέρος IX της εν λόγω πράξης.
Μέρος IX – Επίδομα αναπηρίας
Άρθρο 53
«Κάθε Μέλος για το οποίο έχει τεθεί σε ισχύ το παρόν μέρος της Σύμβασης πρέπει να διασφαλίζει στα προστατευόμενα άτομα τη χορήγηση επιδομάτων αναπηρίας, σύμφωνα με τα επόμενα άρθρα του παρόντος Μέρους.»
Άρθρο 54
«Η καλυπτόμενη έκτακτη ανάγκη περιλαμβάνει αδυναμία άσκησης οποιασδήποτε προσοδοφόρας δραστηριότητας, σε προβλεπόμενο βαθμό, η οποία αδυναμία είναι πιθανό να είναι μόνιμη ή να επιμένει μετά την εξάντληση του επιδόματος ασθενείας.»
Άρθρο 55
«Τα προστατευόμενα άτομα περιλαμβάνουν:
(α) καθορισμένες κατηγορίες μισθωτών, που απαρτίζουν όχι λιγότερο από το 50 τοις εκατό όλων των εργαζομένων, ή
(β) καθορισμένες κατηγορίες του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, που απαρτίζουν όχι λιγότερο από το 20 τοις εκατό όλων των κατοίκων, ή
(γ) όλους τους κατοίκους των οποίων τα έσοδα, κατά τη διάρκεια της έκτακτης ανάγκης, δεν υπερβαίνουν τα καθοριζόμενα όρια, με τέτοιο τρόπο ώστε να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του άρθρου 67, ή
(δ) στις περιπτώσεις που ισχύει μια δήλωση που έχει γίνει σύμφωνα με το άρθρο 3, καθορισμένες κατηγορίες μισθωτών, που απαρτίζουν όχι λιγότερο από 50 τοις εκατό όλων των εργαζομένων σε βιομηχανικές θέσεις εργασίας που απασχολούν 20 άτομα και άνω.»
Άρθρο 56
«Το επίδομα θα είναι μια περιοδική καταβολή που υπολογίζεται ως εξής:
(α) στις περιπτώσεις που προστατεύονται κατηγορίες εργαζομένων ή κατηγορίες του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, με τέτοιο τρόπο ώστε να συμμορφώνεται είτε με τις απαιτήσεις του άρθρου 65 είτε με τις απαιτήσεις του άρθρου 66,
(β) στις περιπτώσεις που όλοι οι κάτοικοι, των οποίων τα έσοδα, κατά τη διάρκεια του ασφαλιστικού κινδύνου, δεν υπερβαίνουν καθορισμένα όρια, με τέτοιο τρόπο ώστε να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 67.»
Άρθρο 57
«1. Το επίδομα που ορίζεται στο άρθρο 56 θα διασφαλίζεται, σε περίπτωση καλυπτόμενης έκτακτης ανάγκη, τουλάχιστον για --
(α) ένα προστατευόμενο άτομο που έχει συμπληρώσει, πριν την επέλευση της έκτακτης ανάγκης, σύμφωνα με καθορισμένους κανόνες, μια απαιτούμενη περίοδο, η οποία μπορεί να είναι είτε 15 έτη εισφορών ή απασχόλησης, είτε 10 έτη διαμονής, ή
(β) στις περιπτώσεις που, κατ’ αρχάς, προστατεύονται όλα τα οικονομικά ενεργά άτομα, ένα προστατευόμενο άτομο που έχει συμπληρώσει μια απαιτούμενη περίοδο τριών ετών εισφορών και για το οποίο, ενώ ήταν σε εργάσιμη ηλικία, έχει καταβληθεί ο προβλεπόμενος μέσος ετήσιος αριθμός εισφορών.
2. Σε περίπτωση που το επίδομα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εξαρτάται από μια ελάχιστη περίοδο εισφορών ή απασχόλησης, μειωμένο επίδομα θα διασφαλίζεται τουλάχιστον για --
(α) ένα προστατευόμενο άτομο που έχει συμπληρώσει, πριν την έκτακτη ανάγκη, σύμφωνα με καθορισμένους κανόνες, μια απαιτούμενη περίοδο πέντε ετών εισφορών ή απασχόλησης, ή
(β) στις περιπτώσεις που, κατ’ αρχάς, προστατεύονται όλα τα οικονομικά ενεργά άτομα, ένα προστατευόμενο άτομο που έχει συμπληρώσει μια απαιτούμενη περίοδο τριών ετών εισφορών και για το οποίο, ενώ ήταν σε εργάσιμη ηλικία, έχει καταβληθεί το ήμισυ του μέσου ετήσιου αριθμού εισφορών που καθορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
3. Οι απαιτήσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου θα θεωρείται ότι πληρούνται όταν ένα επίδομα που υπολογίζεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Μέρους XI, αλλά σε ποσοστό δέκα μονάδων χαμηλότερο από ό, τι φαίνεται στον Πίνακα που επισυνάπτεται στο εν λόγω Μέρος, για τον τυπικό ενδιαφερόμενο, διασφαλίζεται τουλάχιστον για ένα προστατευόμενο άτομο που έχει συμπληρώσει, σύμφωνα με καθορισμένους κανόνες, πέντε έτη εισφορών, απασχόλησης ή διαμονής.
4. Μια αναλογική μείωση του ποσοστού που αναφέρεται στον Πίνακα που επισυνάπτεται στο Μέρος XI μπορεί να υπάρξει όταν η απαιτούμενη περίοδος για τη σύνταξη που αντιστοιχεί στο μειωμένο ποσοστό υπερβαίνει τα πέντε έτη εισφορών ή απασχόλησης, αλλά είναι κάτω των 15 ετών εισφορών ή απασχόλησης. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται μειωμένη σύνταξη, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.»
Άρθρο 58
«Το επίδομα που προβλέπεται στα άρθρα 56 και 57 θα χορηγείται καθ’ όλη τη διάρκεια της έκτακτης ανάγκης ή μέχρι να καταστεί απαιτητό το επίδομα γήρατος.»
24. Η Διεθνής Ταξινόμηση Λειτουργικότητας, Αναπηρίας και Υγείας (ICF), η οποία εγκρίθηκε από τα Κράτη-Μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) το 2001, προβλέπει, στο σχετικό τμήμα της, τα εξής:
Παράρτημα 6
Ηθικές οδηγίες για τη χρήση της ICF, κοινωνική χρήση των πληροφοριών ICF
«(10) Η Διεθνής Ταξινόμηση Λειτουργικότητας, Αναπηρίας και Υγείας, καθώς και όλες οι πληροφορίες που προέρχονται από τη χρήση της, δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την απόρριψη κεκτημένων δικαιωμάτων ή τον περιορισμό, με άλλο τρόπο, νόμιμων δικαιωμάτων σε επιδόματα, για άτομα ή ομάδες.»
Ο ΝΟΜΟΣ
I. ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΑΡΙΘ. 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
25. Η προσφεύγουσα κατήγγειλε ότι είχε χάσει τα μέσα βιοπορισμού της, που προηγουμένως είχε διασφαλίσει με τη σύνταξη αναπηρίας, επειδή, σύμφωνα με το νέο σύστημα, σε ισχύ από το 2012, δεν είχε πλέον δικαίωμα σε ένα τέτοιο επίδομα, αν και η υγεία της ήταν κακή όπως πάντα, και αυτό συνεπεία της τροποποιημένης νομοθεσίας που περιέχει όρους που δεν θα μπορούσε πιθανώς να ικανοποιήσει. Επικαλέστηκε το άρθρο 6 της Σύμβασης.
Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η καταγγελία αυτή πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, το οποίο έχει ως εξής:
«Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας του. Κανείς δεν μπορεί να στερηθεί την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.
Οι προηγούμενες διατάξεις δεν επηρεάζουν, ωστόσο, σε καμία περίπτωση το δικαίωμα του Κράτους να εφαρμόζει όσους νόμους κρίνει αναγκαίους για τον έλεγχο της χρήσης των ιδιοκτησίας, σύμφωνα με το γενικό συμφέρον ή για διασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.»
26. Η Κυβέρνηση αμφισβήτησε το επιχείρημα αυτό.
A. Επί του παραδεκτού
27. Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί λόγω μη εξάντλησης των εθνικών ένδικων μέσων, επειδή η προσφεύγουσα δεν είχε καταθέσει προσφυγή επανεξέτασης κατά των αποφάσεων είτε της 1ης Απριλίου 2011 είτε της 20ης Ιουνίου 2013, ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο προς εξάντληση σε διοικητικές διαφορές.
Υποστήριξε, επίσης, ότι η προσφυγή είχε υποβληθεί εκπρόθεσμα, αφού η εξάμηνη προθεσμία πρέπει να υπολογίζεται από την απόφαση του 2011 η οποία, αρχικά, ανακάλεσε το δικαίωμα της προσφεύγουσας. Κατά την άποψή της, ούτε η ψήφιση του νέου νόμου, ούτε οι επακόλουθες νέες εξετάσεις διέκοψαν την προσμέτρηση της εν λόγω προθεσμίας.
28. Η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι η επανεξέταση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που αργότερα μετονομάστηκε σε Kúria, της οποίας το αντικείμενο ήταν εκ του νόμου περιορισμένο σε νομικά ζητήματα, θα ήταν μάταιη σε οποιαδήποτε διαδικασία, επειδή ήταν αντικειμενικά αδύνατο να ικανοποιήσει τα κριτήρια που περιέχονται στο νόμο. Επιπλέον, η ένστασή της ήταν συνεχούς χαρακτήρα ή, εναλλακτικά, και το πιο σημαντικό, έπρεπε να υπολογίζεται από τη δεύτερη απόφαση που αντανακλά τη νομοθεσία του 2012, λόγοι για τους οποίους ο κανόνας των έξι μηνών πρέπει να θεωρηθεί ότι τηρήθηκε.
29. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η προσφυγή για επανεξέταση ενώπιον του Kúria είναι, συνήθως, ένα ένδικο μέσο που πρέπει να εξαντλείται σε αστικές δικαστικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανόμενων και των διοικητικών, (βλέπε υπόθεση Béla Szabó κατά Ουγγαρίας, αριθ. 37470/06, 9 Δεκεμβρίου 2008). Ωστόσο, ο κανόνας περί αναλώσεως πρέπει να εφαρμόζεται με κάποιο βαθμό ευελιξίας και χωρίς υπερβολική τυπολατρία. Πράγματι, ο κανόνας περί αναλώσεως δεν είναι ούτε απόλυτος ούτε μπορεί να εφαρμόζεται αυτόματα. Κατά την εξέταση του κατά πόσο έχει τηρηθεί, είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλέπε υπόθεση Akdivar και Λοιποί κατά Τουρκίας, 16 Σεπτεμβρίου 1996, παράγραφος 69, Εκθέσεις Δικαστικών Αποφάσεων και Κρίσεων 1996 - IV). Σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 1, τακτική προσφυγή θα πρέπει να ασκείται από έναν προσφεύγοντα σε ένδικα μέσα τα οποία είναι διαθέσιμα και επαρκή για την παροχή έννομης προστασίας σε σχέση με τις επικαλούμενες παραβιάσεις. Η ύπαρξη αυτών των ένδικων μέσων πρέπει να είναι επαρκώς βέβαιη, όχι μόνο στη θεωρία αλλά και στην πράξη, ειδάλλως δεν θα διαθέτουν την απαιτούμενη προσιτότητα και αποτελεσματικότητα. Δεν υπάρχει καμία υποχρέωση προσφυγής σε ένδικα μέσα τα οποία είναι ανεπαρκή ή αναποτελεσματικά (βλέπε υπόθεση Akdivar, όπως ανωτέρω, παράγραφοι 66, 67).
30. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το αντικείμενο της πρώτης άσκησης της προσφυγής ήταν το ποσοστό αναπηρίας, όπως αυτό ορίζεται στο πλαίσιο μιας νέας θεσμικής μεθοδολογίας. Αυτό της δεύτερης υπόθεσης - δηλαδή, το ζήτημα το οποίο πράγματι καταγγέλλεται - ήταν το ερώτημα κατά πόσον ή όχι το ποσό των προηγούμενων εισφορών της προσφεύγουσας προς το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης ήταν επαρκές για τους σκοπούς του ισχύοντος καθεστώτος φροντίδας προς τα άτομα με αναπηρία. Για το Δικαστήριο, τα εθνικά δικαστήρια δεν έκαναν τίποτε περισσότερο, και στις δύο περιπτώσεις, από το να εφαρμόσουν τις κανονιστικές διατάξεις στην κατάσταση της προσφεύγουσας, χωρίς καμία ιδιαίτερη ερμηνεία του δικαίου ή αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων. Δεδομένου ότι, όπως το αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο, μια επανεξέταση ενώπιον του Kúria περιορίζεται σε νομικά ζητήματα (ένας ισχυρισμός της προσφεύγουσας που δεν αμφισβητήθηκε από την Κυβέρνηση), είναι πεπεισμένο ότι μία πρόταση επανεξέτασης που θα αμφισβητεί τους ίδιους τους κανόνες θα ήταν χωρίς καμία εύλογη προοπτική επιτυχίας. Ως εκ τούτου, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, αυτή η νομική λεωφόρος θα ήταν αναποτελεσματική και, ως εκ τούτου, μάταιη, και η μη άσκησή της δεν μπορεί να προσαφθεί στην προσφεύγουσα. Κατά συνέπεια, η προσφυγή δεν μπορεί να απορριφθεί λόγω μη εξάντλησης των εθνικών ένδικων μέσων.
31. Παρά τον αναμφισβήτητα συνεχή χαρακτήρα της θεμιτής προσδοκίας της προσφεύγουσας να λάβει φροντίδα προς άτομα με αναπηρία (δείτε το κεφάλαιο Επί της Ουσίας, και ιδίως την παράγραφο 45 κατωτέρω), το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, όσον αφορά στην πρώτη άσκηση της προσφυγής, η τελική εθνική απόφαση στην υπόθεση αυτή, σχετικά με την εκπλήρωση των ιατρικών κριτηρίων επιλεξιμότητας που ίσχυαν τότε, εκδόθηκε την 1η Απριλίου 2011, δηλαδή περισσότερο από έξι μήνες πριν την ημερομηνία υποβολής της προσφυγής (12 Αυγούστου 2013). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κωλύεται, σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 1 της Σύμβασης, να εξετάσει την εν λόγω διαδικασία.
Όσον αφορά στη δεύτερη περίπτωση, στις 20 Ιουνίου 2013, με τελεσίδικη και δεσμευτική δικαστική απόφαση, η προσφεύγουσα αποκλείστηκε από την επιλεξιμότητα για σύνταξη αναπηρίας, βάσει των κανόνων του 2012, λόγω έλλειψης επαρκούς περιόδου κοινωνικής κάλυψης. Η προσφυγή, στο βαθμό που αφορά στο να βρει η ένσταση της προσφεύγουσας την πηγή της στην εν λόγω απόφαση, δεν μπορεί, επομένως, να απορριφθεί λόγω μη συμμόρφωσης με τον κανόνα των έξι μηνών.
32. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η προσφυγή δεν είναι προδήλως αβάσιμη, κατά την έννοια του άρθρου 35, παράγραφος 3 (α) της Σύμβασης. Περαιτέρω επισημαίνει ότι δεν είναι απαράδεκτη για οποιουσδήποτε άλλους λόγους. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί παραδεκτή.
B. Επί της ουσίας
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
33. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η αφαίρεση της σύνταξης αναπηρίας της μέσω διαδοχικών τροποποιήσεων των οικείων κανόνων επιλεξιμότητας, με αποκορύφωμα την κατάσταση του έτους 2012, αλλά χωρίς καμία βελτίωση στην υγεία της, αποτελούσε αδικαιολόγητη προσβολή των δικαιωμάτων της που απορρέουν από τη Σύμβαση. Κατά την άποψή της, η παρέμβαση δεν επιδίωξε κανένα αναγνωρίσιμο θεμιτό σκοπό και της επέβαλε μια υπερβολική προσωπική επιβάρυνση, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η διακοπή της σύνταξης αναπηρίας αφαίρεσε από την προσφεύγουσα τα μέσα για την επιβίωσή της.
34. Η Κυβέρνηση ήταν της γνώμης ότι η προσφεύγουσα δεν είχε ούτε κατοχή, ούτε θεμιτή προσδοκία για τους σκοπούς του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1. Κατά την άποψή της, είχε ήδη παύσει να δικαιούται σύνταξης αναπηρίας δυνάμει των προηγούμενων κανόνων και, έως το χρόνο έναρξης ισχύος της νέας νομοθεσίας, δεν είχε «κατοχή», κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1. Ούτε θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι έχει θεμιτή προσδοκία, ελλείψει ικανοποίησης των σχετικών κριτηρίων επιλεξιμότητας στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος.
2. Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
α. Γενικές αρχές
35. Οι αρχές που εφαρμόζονται, γενικά, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 είναι εξίσου σημαντικές όταν πρόκειται για κοινωνικές και κοινωνικής πρόνοιας παροχές. Ειδικότερα, το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 δεν δημιουργεί δικαίωμα κτήσεως περιουσιακών στοιχείων (βλέπε υπόθεση Van der Mussele κατά Βελγίου, 23 Νοεμβρίου 1983, παράγραφος 48, Σειρά Α αριθ. 70). Ούτε εγγυώνται, ως εκ τούτου, οποιοδήποτε δικαίωμα σε σύνταξη ενός συγκεκριμένου ποσού (βλέπε, για παράδειγμα, Kjartan Ásmundsson κατά Ισλανδίας, αριθ. 60669/00, παράγραφος 39, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων 2004-IX). Πράγματι, το δικαίωμα σε σύνταξη γήρατος ή οποιαδήποτε παροχή κοινωνικής πρόνοιας ενός συγκεκριμένου ποσού δεν περιλαμβάνεται, ως τέτοιο, μεταξύ των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που διασφαλίζονται από τη Σύμβαση (βλέπε, για παράδειγμα, υπόθεση Aunola κατά Φινλανδίας (απόφαση), αριθ. 30517 / 96, 15 Μαρτίου 2001).
36. Το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 δεν θέτει κανένα περιορισμό στην ελευθερία του Συμβαλλομένου Κράτους να αποφασίζει αν πρέπει ή όχι να διαθέτει οποιαδήποτε μορφή συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ή να επιλέγει τον τύπο ή το ύψος των παροχών που διαθέτει στο πλαίσιο οποιουδήποτε τέτοιου συστήματος. Εάν, ωστόσο, ένα Συμβαλλόμενο Κράτος έχει σε ισχύ νομοθεσία που προβλέπει την αυτοδίκαιη πληρωμή ενός δικαιώματος παροχής κοινωνικής πρόνοιας - είτε υπό όρους είτε όχι, με προηγούμενη καταβολή εισφορών - η εν λόγω νομοθεσία πρέπει να θεωρηθεί ότι δημιουργεί ένα ιδιοκτησιακό συμφέρον που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 για άτομα που πληρούν τις απαιτήσεις του (βλέπε, στο πλαίσιο του άρθρου 14, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, υπόθεση Stec και Λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφαση). [GC], αριθ. 65731/01 και 65900/01, παράγραφος 54, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων 2005-X). Για το Δικαστήριο, η τελευταία αρχή επιτρέπει μια συγκεκριμένη ερμηνεία, στο πλαίσιο της φροντίδας προς τα άτομα με αναπηρία, η οποία είναι μια παροχή κοινωνικής πρόνοιας ειδικού χαρακτήρα. Δεδομένου ότι η καταβολή εισφορών σε ένα συνταξιοδοτικό ταμείο μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να δημιουργήσει ένα δικαίωμα ιδιοκτησίας και το δικαίωμα αυτό μπορεί να επηρεαστεί από τον τρόπο με τον οποίο διανέμεται το ταμείο (βλέπε υπόθεση Kjartan Ásmundsson, όπως αναφέρεται ανωτέρω, παράγραφος 39), το Δικαστήριο θεωρεί ότι αν η παροχή, η οποία είχε χορηγηθεί με βάση την ισχύουσα νομοθεσία και η οποία είχε δημιουργηθεί από την καταβολή κατάλληλων εισφορών στο σύστημα και την ικανοποίηση των απαιτήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας κατά τη διάρκεια της ενεργού απασχόλησης του ατόμου, αφαιρέθηκε - ιδίως με αναδρομική τροποποίηση των κανόνων εισφορών - ένα τέτοιο μέτρο θα απαιτούσε πειστική δικαιολογία για τους σκοπούς του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, εφ’ όσον ισχύει η άλλη βασική απαίτηση, δηλαδή η επιδείνωση της κατάστασης της υγείας.
37. Στο σύγχρονο δημοκρατικό Κράτος πολλά άτομα εξαρτώνται εντελώς, για το σύνολο ή μέρος της ζωής τους, όσον αφορά στην επιβίωσή τους, από τις παροχές κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας. Πολλά εθνικά νομικά συστήματα αναγνωρίζουν ότι τα άτομα αυτά απαιτούν κάποιο βαθμό βεβαιότητας και ασφάλειας, και προβλέπουν παροχές που πρέπει να καταβληθούν - υπό την εκπλήρωση των όρων επιλεξιμότητας - ως δικαίωμα. Σε περίπτωση που ένα άτομο έχει ένα διεκδικήσιμο δικαίωμα, βάσει του εθνικού δικαίου, σε μια παροχή κοινωνικής πρόνοιας, η σημασία αυτού του συμφέροντος θα πρέπει, επίσης, να αντικατοπτρίζεται με διατήρηση σε ισχύ του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 (βλέπε, μεταξύ άλλων αρχών, Stec, όπως αναφέρεται ανωτέρω, παράγραφος 51, υπόθεση Moskal κατά Πολωνίας, αριθ. 10373/05, παράγραφος 39, 15 Σεπτεμβρίου 2009).
38. Το Δικαστήριο έχει δεχθεί τη δυνατότητα μείωσης στα δικαιώματα κοινωνικής ασφάλισης, σε ορισμένες περιπτώσεις. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει επισημάνει τη σημασία που μπορεί να έχει η πάροδος του χρόνου στη νομική ύπαρξη και το χαρακτήρα των παροχών κοινωνικής ασφάλισης. Αυτό ισχύει τόσο για τροποποιήσεις της νομοθεσίας, οι οποίες μπορούν να υιοθετηθούν με σκοπό την αντιμετώπιση των κοινωνικών μεταβολών και των εξελίξεων των απόψεων σχετικά με τις κατηγορίες των ατόμων που έχουν ανάγκη κοινωνικής πρόνοιας, καθώς, επίσης, και για την εξέλιξη των επιμέρους καταστάσεων (βλέπε υπόθεση Wieczorek κατά Πολωνίας, αριθ. 18176/05, παράγραφος 67, 8 Δεκεμβρίου 2009 και, περαιτέρω, παραπομπές στη νομολογία που παρατίθενται σε αυτή). Ωστόσο, όταν το ποσό μιας παροχής μειώνεται ή διακόπτεται, αυτό μπορεί να συνιστά παρέμβαση σε περιουσία, η οποία απαιτεί αιτιολόγηση (βλέπε υπόθεση Kjartan Ásmundsson, όπως αναφέρεται ανωτέρω, παράγραφος 40, και υπόθεση Rasmussen κατά Πολωνίας, αριθ. 38886/05, παράγραφος 71, 28 Απριλίου 2009).
39. Απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να κριθεί ορισμένη παρέμβαση συμβατή με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 είναι ότι θα πρέπει να είναι νόμιμη.
Επιπλέον, οποιαδήποτε παρέμβαση από δημόσια αρχή στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο όταν εξυπηρετεί ένα νόμιμο δημόσιο (ή γενικό) συμφέρον. Λόγω της άμεσης γνώσης της κοινωνίας τους και των αναγκών της, οι εθνικές αρχές είναι, κατ’ αρχάς, σε καλύτερη θέση από το διεθνή δικαστή να αποφασίσουν τι είναι «προς το δημόσιο συμφέρον». Σύμφωνα με το σύστημα προστασίας που προβλέπει η Σύμβαση, εναπόκειται, επομένως, στις εθνικές αρχές να προβούν στην αρχική αξιολόγηση ως προς την ύπαρξη ενός προβλήματος δημοσίου ενδιαφέροντος που δικαιολογεί μέτρα παρέμβασης στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας (βλέπε υπόθεση Terazzi Srl κατά Ιταλίας, αριθ. 27265/95, παράγραφος 85, 17 Οκτωβρίου 2002, και υπόθεση Wieczorek κατά Πολωνίας, όπως αναφέρεται ανωτέρω, παράγραφος 59).
Το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 απαιτεί, επίσης, οποιαδήποτε παρέμβαση να είναι ανάλογη προς το σκοπό που επιδιώκεται να επιτευχθεί (βλέπε υπόθεση Jahn και Λοιποί κατά Γερμανίας [GC], αριθ. 46720/99, 72203/01 και 72552/01, παράγραφοι 81-94, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων 2005-VI). Η απαιτούμενη δίκαιη ισορροπία δεν θα επιτευχθεί όταν ο ενδιαφερόμενος υφίσταται ατομική και υπερβολική επιβάρυνση (βλέπε υπόθεση Sporrong και Lönnroth κατά Σουηδίας, 23 Σεπτεμβρίου 1982, παράγραφοι 69-74, σειρά Α, αριθ. 52).
β. Εφαρμογή των αρχών αυτών στην παρούσα υπόθεση
40. Η προσφεύγουσα είχε, από το 2001, δικαίωμα να λάβει σύνταξη αναπηρίας, επειδή πληρούσε όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις (βλέπε παράγραφο 7 ανωτέρω). Σύμφωνα με τους κανόνες που ίσχυαν την εποχή εκείνη, ένας από τους όρους επιλεξιμότητας για σύνταξη αναπηρίας ήταν η συγκέντρωση της απαιτούμενης προϋπηρεσίας (βλέπε παράγραφο 18 ανωτέρω).
41. Είναι αλήθεια ότι, στη συνέχεια, έχασε τη σύνταξή της (βλέπε ανωτέρω, παράγραφο 8), διότι, σύμφωνα με μια νέα μεθοδολογία αξιολόγησης, η υγεία της δεν εθεωρείτο πλέον αρκετά επιδεινωμένη ώστε να πληροί τις προϋποθέσεις για τη σύνταξη. Το Δικαστήριο επισημαίνει, στο σημείο αυτό, ότι αυτό οφείλεται σε μια μεταβολή στις ισχύουσες μεθόδους και όχι σε πραγματική βελτίωση στην υγεία της.
42. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, από τον Ιανουάριο του 2012, το σύστημα σύνταξης αναπηρίας αντικαταστάθηκε από ένα σύστημα επιδομάτων, το οποίο περιλάμβανε νέα κριτήρια επιλεξιμότητας. Όταν, το 2012, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση για το επίδομα το οποίο αντικατέστησε τη σύνταξη, κρίθηκε μη επιλέξιμη, όχι γιατί δεν είχε την απαιτούμενη κατάσταση αναπηρίας, αλλά λόγω της ανεπαρκούς περιόδου κοινωνικής κάλυψης - και αυτό ανεξάρτητα από τον αριθμό των προηγούμενων εισφορών της στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίες είχαν αναγνωριστεί προηγουμένως, όσον αφορά στην προϋπηρεσία, ως επαρκείς (βλέπε παραγράφους 11, 13 και 14 ανωτέρω).
43. Για το Δικαστήριο, αυτές οι μεταβολές στην κατάσταση της προσφεύγουσας, σύμφωνα με τους κανονισμούς για σύνταξη / επίδομα αναπηρίας, πρέπει να εξεταστούν από την πλευρά των εγγενών χαρακτηριστικών των εν λόγω συστημάτων. Αξίζει να σημειωθεί, στο σημείο αυτό, ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα δικαιώματα που αποκτήθηκαν από υποχρεωτικές εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, μπορούν, εν μέρει, να θεωρηθούν «εξαγορασθέντα δικαιώματα» (βλέπε παραγράφους 21 και 22 ανωτέρω). Ειδικότερα, το εν λόγω Δικαστήριο κατηγοριοποίησε τις συντάξεις αναπηρίας «εν μέρει ως επίδομα, προτρέποντας την προστασία της ιδιοκτησίας και εν μέρει ως παροχή κοινωνικών υπηρεσιών». Κατά την άποψη του Συνταγματικού Δικαστηρίου, οι εγγυήσεις που απορρέουν από τις απαιτήσεις του κράτους δικαίου, δηλαδή η προστασία της θεμιτής προσδοκίας, ισχύουν και για τα κοινωνικά επιδόματα.
Σε μεγάλο βαθμό συμφωνώντας με τις απόψεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο είναι, επομένως, πεπεισμένο ότι η σύνταξη / το επίδομα αναπηρίας ένα διεκδικήσιμο δικαίωμα για μια παροχή κοινωνικής πρόνοιας που αναγνωρίζεται βάσει του εθνικού δικαίου, και ως εκ τούτου, το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 έχει εφαρμογή (βλέπε παράγραφο 37 ανωτέρω). Πράγματι, όντας ειδικό στοιχείο του συνταξιοδοτικού συστήματος, η σύνταξη / το επίδομα αναπηρίας δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια ασφάλεια, εγγυημένη δυνάμει της κοινωνίας της αλληλεγγύης, ότι όταν ένα άτομο έχει καταβάλει τις απαιτούμενες εισφορές στο σύστημα, για παράδειγμα με την καταβολή των κρατήσεων επί της μισθοδοσίας για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, θα πρέπει να δικαιούται επιδόματος, αν το απαιτεί μια σοβαρή επιδείνωση της υγείας, που έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία άσκησης προσοδοφόρων δραστηριοτήτων.
44. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η προσφεύγουσα είχε καταβάλει τις εισφορές αυτές στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, όπως απαιτούνταν κατά τη διάρκεια της εργασίας της. Η προκύπτουσα θεμιτή προσδοκία να λάβει φροντίδα ατόμων με αναπηρία αναγνωρίστηκε και τιμήθηκε από τις αρχές, όταν προέκυψε η έκτακτη ανάγκη, και της χορηγήθηκε σύνταξη αναπηρίας το 2001. Συνέχισε να απολαμβάνει το εν λόγω «αγαθό» μέχρι το 2010. Η κατάσταση της υγείας της εμφανίζεται να παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη καθ’ όλη αυτή την περίοδο και την περίοδο που ακολούθησε, και τα διάφορα ποσοστά αναπηρίας που αποδόθηκαν σε αυτή την κατάσταση ήταν, μόνο, η συνέπεια των διαδοχικών μεταβολών στη μεθοδολογία.
45. Για το Δικαστήριο, η ύπαρξη της συνεχιζόμενης, αναγνωρισμένης, θεμιτής προσδοκίας της προσφεύγουσας να λαμβάνει φροντίδα ατόμων με αναπηρία - εάν το απαιτεί η υγεία της, ακόμα και μετά τη διακοπή της σύνταξης το 2010 - αποδεικνύεται επαρκώς από το γεγονός ότι, ως άτομο που πληρούσε την προϋπόθεση των εισφορών, υπόκειτο σε επακόλουθες περιοδικές επανεξετάσεις (το Σεπτέμβριο του 2011, καθώς και τον Απρίλιο και τον Αύγουστο του 2012, με επανεξέταση να έχει προγραμματιστεί για τα έτη 2014 και 2015).
46. Αν και δεν έχει κυρωθεί από την Ουγγαρία ή την πλειοψηφία των Κρατών-Μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, το Δικαστήριο, ωστόσο, θεωρεί αξιοσημείωτο το άρθρο 57, παράγραφος 1 (β) της Σύμβασης της ΔΟΕ για την Κοινωνική Ασφάλιση (βλέπε παράγραφο 23 ανωτέρω), σύμφωνα με το οποίο ένα προστατευόμενο άτομο που έχει συμπληρώσει μια απαιτούμενη περίοδο τριών ετών εισφορών και για το οποίο, για όσο χρονικό διάστημα ήταν σε εργάσιμη ηλικία, έχει καταβληθεί ο προβλεπόμενος μέσος ετήσιος αριθμός εισφορών, θεωρείται επιλέξιμο για παροχές.
47. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι, από τη στιγμή που πληροί τις διοικητικές απαιτήσεις του συστήματος συντάξεων αναπηρίας, όπως ίσχυαν κατά το πρώτο ουσιώδες χρονικό σημείο (δηλαδή, το 2001), η προσφεύγουσα απέκτησε, για τους σκοπούς του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, μια επίσημη αναγνώριση της θεμιτής προσδοκίας της να λάβει σύνταξη / επίδομα αναπηρίας, όπως και όταν η ιατρική κατάστασή της θα το καθιστούσε αναγκαίο. Η προσδοκία αυτή προέρχεται από τη νομοθεσία που ίσχυε κατά τη διάρκεια της εργασίας της και κατά το χρόνο της αρχικής απόκτησης των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων αναπηρίας. Λαμβάνοντας υπόψη τις θεσμικές διατάξεις σχετικά με την επιλεξιμότητα, αυτή η αναγνωρισμένη θεμιτή προσδοκία είναι μιας φύσης περισσότερο συγκεκριμένης από μια απλή ελπίδα, δεδομένου ότι βασιζόταν σε νομικές διατάξεις (συγκρίνετε και αντιπαραβάλλετε υπόθεση Gratzinger και Gratzingerova κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (απόφαση), αριθ. 39794/98, παράγραφος 73, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων 2002-VII).
48. Αυτή η αναγνωρισμένη θεμιτή προσδοκία και τα ιδιοκτησιακά συμφέροντα που δημιουργούνται από τη νομοθεσία ενός Συμβαλλόμενου Κράτους που ισχύει κατά το χρόνο που καθίσταται κανείς επιλέξιμος (βλέπε υπόθεση Stec, όπως αναφέρεται ανωτέρω, παράγραφος 54), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποσβέννυνται από το γεγονός ότι, σε μια νέα μεθοδολογία αξιολόγησης, η αναπηρία της προσφεύγουσας βαθμολογήθηκε προς τα κάτω, στο 40 τοις εκατό, το Δεκέμβριο του 2009 (βλέπε ανωτέρω, παράγραφο 8), προφανώς χωρίς σημαντική μεταβολή στην κατάστασή της. Για το Δικαστήριο, η ουσία του θέματος είναι ότι, κατά τη διάρκεια της εργασίας της, η προσφεύγουσα είχε συνεισφέρει στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, όπως απαιτείτο από το νόμο, γεγονός το οποίο, από μόνο του, υπαγόρευσε την υποχρέωση από την πλευρά του Κράτους, που βασίζεται στην κοινωνική αλληλεγγύη, να παρέχει φροντίδα προς τα άτομα με αναπηρία, αν προκύψει έκτακτη ανάγκη. Με τη χορήγηση σύνταξης αναπηρίας, το 2001, οι αρχές αναγνώρισαν, εμμέσως, ότι αυτή πληρούσε τα σχετικά κριτήρια. Μεταξύ των ετών 2001 και 2010, η προσφεύγουσα απολάμβανε την προκύπτουσα ιδιοκτησία της σύνταξης αναπηρίας και, όταν η αναπηρία της θεωρήθηκε λιγότερο σοβαρή, αυτή η ιδιοκτησία αντικαταστάθηκε από την αναγνωρισμένη θεμιτή προσδοκία της συνεχιζόμενης φροντίδας, στην περίπτωση που οι περιστάσεις το απαιτήσουν και πάλι.
Ανεξάρτητα από την απώλεια της σύνταξης το 2010, το Δικαστήριο είναι, επομένως, της άποψης ότι η προσδοκία της προσφεύγουσας, ως συμβάλλουσας στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης που πληρούσε, κάποτε, την προϋπόθεση επιλεξιμότητας, είναι νόμιμη και αδιάλειπτη στη νομική της φύση.
Θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι «αν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει ακόμη στη νομολογία οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ ανταποδοτικών και μη ανταποδοτικών παροχών, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, δεν υπάρχει κανένας λόγος που να δικαιολογεί τη συνεχιζόμενη ύπαρξη μιας τέτοιας διάκρισης« (βλέπε υπόθεση Stec, όπως αναφέρεται ανωτέρω, παράγραφος 53). Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, η άποψη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί κατάργηση οποιασδήποτε προστασίας παρείχετο προηγουμένως στα ανταποδοτικά συστήματα, καθ’ υπέρβαση αυτής που οφείλεται στα μη ανταποδοτικά. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το εν λόγω σύστημα συντάξεων αναπηρίας περιλάμβανε στοιχεία ανταποδοτικού χαρακτήρα, όπως έκρινε το Συνταγματικό Δικαστήριο (βλέπε παραγράφους 21, 22 και 43 ανωτέρω).
49. Το δικαίωμα της προσφεύγουσας παρεμποδίστηκε, στη συνέχεια, από τις αρχές, όταν, το 2012, της αρνήθηκαν τη φροντίδα προς άτομα με αναπηρία λόγω ανεπαρκών εισφορών κατά το παρελθόν, αν και ιατρική κατάστασή της κρίθηκε και πάλι αρκετά επιδεινωμένη. Θα πρέπει εκ νέου να τονιστεί ότι οι εισφορές αυτές, οι οποίες αρχικά διατυπώθηκαν ως προϋπηρεσία, ήταν κάποτε επαρκείς για το σκοπό αυτό, και η νέα απαίτηση, που εκφράζεται σε όρους διάρκειας της κάλυψης κοινωνικής ασφάλισης, θεσπίστηκε αργότερα, όταν η προσφεύγουσα δεν ήταν, ουσιαστικά, πλέον σε θέση να ανταποκριθεί σε αυτή.
50. Δεν αμφισβητήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι αυτή η παρέμβαση προβλεπόταν από το νόμο και το Δικαστήριο δεν βλέπει κανένα λόγο να αποφασίσει διαφορετικά. Πράγματι, η απόρριψη του επιδόματος αναπηρίας οφειλόταν ακριβώς σε μια μεταβολή στο νόμο (βλέπε, τηρουμένων των αναλογιών, υπόθεση Lakićević και Λοιποί κατά Μαυροβουνίου και Σερβίας, αριθ. 27458/06, 37205/06, 37207/06 και 33604/07, παράγραφος 70 13 Δεκεμβρίου 2011).
51. Όσον αφορά στο δημόσιο ή γενικό συμφέρον, το Δικαστήριο δέχεται ότι η επίδικη νομοθεσία επιδίωκε το νόμιμο στόχο της οικονομικής ευημερίας της κοινωνίας.
52. Όσον αφορά στο ζήτημα της αναλογικότητας, το Κράτος έχει, προφανώς, ένα ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά στην κανονιστική ρύθμιση της πρόσβασης των πολιτών σε παροχές αναπηρίας, απαιτώντας, ιδίως, ένα ορισμένο αριθμό εισφορών στο σύστημα, καθώς και ένα υποχρεωτικό ελάχιστο ποσοστό αναπηρίας. Τα στοιχεία αυτά υπόκεινται σε εξελίξεις, υπό το πρίσμα των κοινωνικών μεταβολών, της ανάπτυξης της αγοράς εργασίας και της προόδου της ιατρικής επιστήμης, συμπεριλαμβανόμενων και των επιλογών της αποκατάστασης.
53. Ωστόσο, η ελευθερία που απολαύουν τα Κράτη στον τομέα αυτό δεν μπορεί να φθάσει μέχρι του σημείου να στερήσει αυτό το δικαίωμα, από τη στιγμή που χορηγήθηκε, από την ίδια την ουσία του. Επιπλέον, οι απαιτήσεις του κράτους δικαίου πρέπει να τηρούνται, και μια αναδρομική αγνόηση των κεκτημένων δικαιωμάτων και της θεμιτής προσδοκίας, όπως είναι η περίπτωση με τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, πρέπει να αποφεύγεται κατά τη θέσπιση μέτρων κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Ως προς το ζήτημα αν η θεμιτή προσδοκία για λήψη φροντίδας ατόμων με αναπηρία συνεπάγεται το δικαίωμα μη μεταβολής των προϋποθέσεων επιλεξιμότητας, το Δικαστήριο επισημαίνει, κατ’ αναλογία, τις Ηθικές Κατευθυντήριες Γραμμές του εγγράφου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τη Διεθνή Ταξινόμηση της Λειτουργικότητας, Αναπηρίας και Υγείας, το οποίο δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την απόρριψη κεκτημένων δικαιωμάτων ή, με άλλο τρόπο, τον περιορισμό νόμιμων δικαιωμάτων για παροχές σε άτομα (βλέπε ανωτέρω, παράγραφο 24). Το κράτος δικαίου, μια από τις θεμελιώδεις αρχές μιας δημοκρατικής κοινωνίας, είναι συμφυές σε όλα τα άρθρα της Σύμβασης (βλέπε υπόθεση Amuur κατά Γαλλίας, 25 Ιουνίου 1996, παράγραφος 50, Εκθέσεις 1996-III). Αυτή η εξέταση συνεπάγεται, στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, μια κρατική υποχρέωση διασφάλισης, βάσει της κοινωνικής αλληλεγγύης, ενός ορισμένου εισοδήματος για εκείνους των οποίων η εργασιακή ικανότητα υποχώρησε κάτω από το νόμιμα καθορισμένο επίπεδο, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν καταβάλει επαρκείς εισφορές στο σύστημα - και αυτό με την επιφύλαξη της γενικής αρχής που υπάρχει παντού στη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 δεν δημιουργεί δικαίωμα κτήσεως περιουσίας, ούτε θέτει κανέναν περιορισμό στην ελευθερία του Συμβαλλομένου Κράτους να αποφασίζει αν θα θεσπίσει ή όχι οποιαδήποτε μορφή συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ή να επιλέγει τον τύπο ή το ύψος των παροχών που θα παρέχει υπό οποιοδήποτε τέτοιο σύστημα (βλέπε υπόθεση Stec, παράγραφος 54, που αναφέρεται ανωτέρω στην παράγραφο 36).
Το Δικαστήριο θα προσέθετε, στο σημείο αυτό, ότι, ως ζήτημα κράτους δικαίου, η αρχή impossibilium nulla obligatio est («ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα») έχει ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα υπόθεση, όπου η προσφεύγουσα εκ των υστέρων επιτιμήθηκε επειδή δεν κατέβαλε κατά το παρελθόν επαρκείς εισφορές, όπως καθορίζεται από τη νέα νομοθεσία – μια προϋπόθεση στην οποία δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε εκείνο το χρονικό σημείο.
54. Στην προκειμένη περίπτωση, όταν η προσφεύγουσα αναγκάστηκε να υποβάλει αίτηση για συνταξιοδότηση, για πρώτη φορά, είχε ήδη εκπληρώσει τις τότε αντίστοιχες διοικητικές απαιτήσεις και της χορηγήθηκε σύνταξη.
Παρά την ουσιαστικά αμετάβλητη κατάσταση της υγείας της, χρόνια αργότερα αποκλείστηκε από την παροχή, δεδομένου ότι οι ασθένειες που είχε δεν θεωρούνταν πλέον αρκετά ουσιώδεις για τη συνέχιση της σύνταξης.
Όταν το ποσοστό αναπηρίας της, στη συνέχεια, αυξήθηκε και πάλι, αυτό δεν μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη χορήγηση σύνταξης ή επιδόματος, επειδή το παρεμβαλλόμενο νέο διοικητικό κριτήριο ήταν, ουσιαστικά, ανέφικτο στη συγκεκριμένη περίπτωση της προσφεύγουσας.
55. Τελικά αρνήθηκαν στην προσφεύγουσα εξ ολοκλήρου τα δικαιώματα κοινωνικής ασφάλισης που διαφορετικά θα της οφείλονταν, εν όψει της κακής κατάστασης της υγείας της. Είναι αξιοσημείωτο, από την άποψη της αναλογικότητας, ότι την αποστέρησαν εντελώς από τη σύνταξη / το επίδομά της, λόγω μιας νέας προϋπόθεσης επιλεξιμότητας, αντί να υποχρεωθεί να υποστεί μια εύλογη μείωση, ανάλογη με το ποσοστό της συσσωρευθείσας κάλυψης κοινωνικής ασφάλισής της, δηλαδή, 947 ημερών, αντί των 1.095 (βλέπε, τηρουμένων των αναλογιών, υπόθεση Kjartan Ásmundsson, όπως αναφέρεται ανωτέρω, παράγραφος 45, υπόθεση Wieczorek, όπως αναφέρεται ανωτέρω, παράγραφος 67, υπόθεση Maggio και Λοιποί κατά Ιταλίας, αριθ. 46286/09, 52851/08, 53727/08, 54486/08 και 56001/08, παράγραφος 62, 31 Μαΐου 2011, υπόθεσης Banfield κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφαση), αριθ. 6223/04, 18 Οκτωβρίου 2005, και υπόθεση Lakićević και Λοιποί, όπως αναφέρεται ανωτέρω, παράγραφος 72).
56. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτή η πορεία των γεγονότων ισοδυναμεί με δραστική μεταβολή των όρων της πρόσβασης της προσφεύγουσας σε παροχές αναπηρίας, που δεν ήταν σε θέση να προβλέψει ή να προκαταλάβει, από την άποψη ότι η θεμιτή προσδοκία της για λήψη σύνταξης αναπηρίας, εάν είχε ανάγκη και βάσει των προηγουμένως καταβληθεισών κρατήσεων μισθοδοσίας, εξαλείφθηκε πλήρως, και δεν ήταν ποτέ σε θέση να επανορθώσει την κατάστασή της.
57. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η προσφεύγουσα υποχρεώθηκε να αναλάβει μια υπερβολική και δυσανάλογη ατομική επιβάρυνση. Ως εκ τούτου, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1.
II. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
58. Το άρθρο 41 της Σύμβασης προβλέπει τα εξής:
«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και εάν το εθνικό δίκαιο του ενδιαφερόμενου Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους επιτρέπει την εν μέρει μόνον επανόρθωση, το Δικαστήριο χορηγεί, εφόσον είναι αναγκαίο, δίκαιη ικανοποίηση στο ζημιωθέντα.»
A. Βλάβη
59. Η προσφεύγουσα αξίωσε 9.834 ευρώ (EUR) για χρηματική ζημία και 5.000 ευρώ για ηθική βλάβη. Το ανωτέρω ποσό θα πρέπει να αντιστοιχεί στη συνολική αξία των συντάξεων αναπηρίας που δεν είχαν εκταμιευτεί κατά την κρίσιμη περίοδο.
60. Η Κυβέρνηση αμφισβήτησε τις αξιώσεις αυτές.
61. Το Δικαστήριο κρίνει ορθό να επιδικάσει 5.000 ευρώ για χρηματική ζημία (λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η διαπιστωθείσα παραβίαση αφορά μόνο στην περίοδο μετά την 1η Ιανουαρίου 2012) και, στη βάση της ορθής κρίσης, 5.000 ευρώ για ηθική βλάβη.
B. Δαπάνες και έξοδα
62. Η προσφεύγουσα αξίωσε, επίσης, 6.240 ευρώ για τα έξοδα και τις δαπάνες ενώπιον του Δικαστηρίου. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε 38,6 ώρες νόμιμης εργασίας, με χρέωση ωριαίας αμοιβής 150 ευρώ, και σε 9 ώρες εργασίας νομικού βοηθού, με χρέωση ωριαίας αμοιβής 50 ευρώ, που πρόκειται να τιμολογηθούν από το δικηγόρο της.
63. Η Κυβέρνηση αμφισβήτησε αυτή την αξίωση.
64. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα δικαιούται αποζημίωση για έξοδα και δαπάνες μόνο κατά το μέτρο που έχει αποδειχθεί ότι αυτά έχουν, πραγματικά και αναγκαία, προκύψει και είναι εύλογα ως προς το ποσό. Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των εγγράφων που έχει στην κατοχή του και των ανωτέρω κριτηρίων, το Δικαστήριο θεωρεί εύλογο να επιδικάσει το ποσό των 5.000 ευρώ, που καλύπτει τα έξοδα πάσης φύσεως, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 850 ευρώ - ποσό που έχει επιδικαστεί στην προσφεύγουσα στο πλαίσιο του συστήματος νομικής βοήθειας του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Γ. Τόκοι υπερημερίας
65. Το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο το επιτόκιο υπερημερίας να πρέπει να βασίζεται στο επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στο οποίο θα πρέπει να προστεθούν τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
1. Κηρύσσει, κατά πλειοψηφία, την παραδεκτή προσφυγή,
2. Αποφαίνεται, με τέσσερις ψήφους έναντι τριών, ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 της Σύμβασης,
3. Αποφαίνεται με τέσσερις ψήφους έναντι τριών,
(α) ότι το εναγόμενο Κράτος οφείλει να καταβάλει στην προσφεύγουσα, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία θα καταστεί τελεσίδικη η απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 2 της Σύμβασης, τα ακόλουθα ποσά, που πρέπει να μετατραπούν στο νόμισμα του εναγόμενου Κράτους, με το επιτόκιο που ισχύει κατά την ημερομηνία διακανονισμού:
(i) EUR 5.000 (πέντε χιλιάδες ευρώ), πλέον οποιουδήποτε ποσού ενδέχεται να οφείλεται ως φόρος, για χρηματική ζημία,
(ii) EUR 5.000 (πέντε χιλιάδες ευρώ), πλέον οποιουδήποτε φόρου ενδέχεται να οφείλεται, για ηθική βλάβη,
(iii) EUR 4.150 (τέσσερις χιλιάδες εκατόν πενήντα ευρώ), πλέον οποιουδήποτε φόρου ενδέχεται να οφείλεται στην προσφεύγουσα, όσον αφορά στις δαπάνες και τα έξοδα,
(β) ότι από την πάροδο των προαναφερθέντων τριών μηνών, μέχρι και την αποπληρωμή, θα καταβάλλεται απλός τόκος για τα ανωτέρω ποσά, με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κατά την περίοδο υπερημερίας, συν τρεις ποσοστιαίες μονάδες,
4. Απορρίπτει, ομόφωνα, το υπόλοιπο της αξίωσης της προσφεύγουσας για δίκαιη ικανοποίηση.
Συντάχθηκε στην αγγλική γλώσσα και, στη συνέχεια, κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 10 Φεβρουαρίου 2015, σύμφωνα με το άρθρο 77, παράγραφοι 2 και 3 του Κανονισμού του Δικαστηρίου.
Stanley Naismith
Işıl Karakaş
Γραμματέας
Πρόεδρος
Σύμφωνα με το άρθρο 45, παράγραφος 2 της Σύμβασης και το άρθρο 74, παράγραφος 2 του Κανονισμού του Δικαστηρίου, η διαφορετική γνώμη των δικαστών Keller, Spano και Kjølbro επισυνάπτεται στην παρούσα απόφαση.
ΚΟΙΝΗ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΩΝ KELLER, SPANO ΚΑΙ KJØLBRO
Ι.
1. Το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 της Σύμβασης δεν έχει ποτέ, έως σήμερα, ερμηνευθεί από το Δικαστήριο ότι υποχρεώνει τα Κράτη-Μέλη να παρέχουν στα άτομα το δικαίωμα σε παροχές κοινωνικής ασφάλισης, με τη μορφή συντάξεων αναπηρίας, ανεξάρτητα από το αν έχουν ένα διεκδικήσιμο δικαίωμα σε μια τέτοια σύνταξη, βάσει του εθνικού δικαίου. Η πλειοψηφία έχει, επομένως, επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος ιδιοκτησίας το οποίο προβλέπεται από τη Σύμβαση, κατά τρόπο που είναι κατηγορηματικά αντίθετος προς τη νομολογία του Δικαστηρίου και το αντικείμενο και το σκοπό του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1. Καθώς το δικαίωμα ιδιοκτησίας, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, δεν είναι ένα αυτόνομο αποθετήριο για τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα που δεν χορηγούνται από τα Κράτη-Μέλη, με όλο το σεβασμό, διαφωνούμε.
II.
2. Θα αρχίσουμε ανακεφαλαιώνοντας τη νομολογία του Δικαστηρίου στον τομέα αυτό.
3. Όπως εξηγείται στην απόφαση περί παραδεκτού του Τμήματος Μείζονος Συνθέσεως, στην υπόθεση Stec και Λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου. ((απόφαση) [GC], αριθ. 65731/01 και 65900/01, παράγραφος 50, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων 2005-X):
«Η προσέγγιση του Δικαστηρίου στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα του τρόπου με τον οποίο είναι, σήμερα, οργανωμένη η παροχή κοινωνικής πρόνοιας στα Κράτη-Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Είναι σαφές ότι σε αυτά τα Κράτη, αλλά και στα περισσότερα μεμονωμένα Κράτη, υπάρχει ένα ευρύ φάσμα παροχών κοινωνικής ασφάλισης που έχουν σχεδιαστεί για να παρέχουν δικαιώματα που προκύπτουν αυτοδίκαια. Οι παροχές χρηματοδοτούνται με μια μεγάλη ποικιλία από τρόπους: κάποιες πληρώνονται από εισφορές σε ένα ειδικό ταμείο, κάποιες εξαρτώνται από το μητρώο εισφορών του προσφεύγοντος, πολλές πληρώνονται από τη γενική φορολογία, με βάση ένα καθεστώς που ορίζεται από το νόμο... Λαμβάνοντας υπόψη την ποικιλία των μεθόδων χρηματοδότησης, και τη συμπλεκτική φύση των παροχών, σύμφωνα με τα περισσότερα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας, φαίνεται όλο και περισσότερο επιπόλαιο να υποστηρίζεται ότι μόνο οι παροχές που χρηματοδοτούνται από εισφορές σε ένα συγκεκριμένο ταμείο εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1. Επιπλέον, το να αποκλείσει κανείς παροχές που καταβάλλονται από τη γενική φορολογία θα ήταν σαν να αγνοεί το γεγονός ότι πολλοί προσφεύγοντες στο πλαίσιο αυτού του τελευταίου τύπου συστήματος, συμβάλλουν, επίσης, στη χρηματοδότηση του, μέσω της καταβολής φόρων.»
4. Όπως συνέχισε παρατηρώντας το Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως (αυτόθι, παράγραφος 51, η υπογράμμιση δική μας):
«Στο σύγχρονο δημοκρατικό Κράτος πολλά άτομα εξαρτώνται εντελώς, για το σύνολο ή μέρος της ζωής τους, όσον αφορά στην επιβίωσή τους, από τις παροχές κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας. Πολλά εθνικά νομικά συστήματα αναγνωρίζουν ότι τα άτομα αυτά απαιτούν κάποιο βαθμό βεβαιότητας και ασφάλειας, και προβλέπουν παροχές που πρέπει να καταβληθούν - υπό την εκπλήρωση των όρων επιλεξιμότητας - ως δικαίωμα. Σε περίπτωση που ένα άτομο έχει ένα διεκδικήσιμο δικαίωμα, βάσει του εθνικού δικαίου, σε μια παροχή κοινωνικής πρόνοιας, η σημασία αυτού του συμφέροντος θα πρέπει, επίσης, να αντικατοπτρίζεται με διατήρηση σε ισχύ του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1.»
5. Ωστόσο, το Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως εισήγαγε προσεκτικά ένα σημαντικό περιοριστικό παράγοντα σχετικά, δηλώνοντας ότι (αυτόθι, παράγραφοι 54-55, η υπογράμμιση δική μας):
«Πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί ότι οι αρχές ... που ισχύουν, γενικά, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, είναι εξίσου σημαντικές όταν πρόκειται για παροχές κοινωνικής πρόνοιας. Ειδικότερα, το άρθρο αυτό δεν δημιουργεί δικαίωμα για απόκτηση περιουσίας. Δεν θέτει κανένα περιορισμό στην ελευθερία του Συμβαλλομένου Κράτους να αποφασίσει αν πρέπει να διαθέτει οποιαδήποτε μορφή συστήματος κοινωνικής ασφάλισης ή όχι, ή να επιλέξει τον τύπο ή το ύψος των παροχών που θα διαθέτει στο πλαίσιο οποιουδήποτε τέτοιου συστήματος .... Εάν, ωστόσο, ένα Συμβαλλόμενο Κράτος έχει σε ισχύ νομοθεσία που προβλέπει την αυτοδίκαιη πληρωμή μιας παροχής κοινωνικής πρόνοιας - είτε υπό όρους είτε όχι, με προηγούμενη καταβολή των εισφορών - η νομοθεσία αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι δημιουργεί ένα ιδιοκτησιακό συμφέρον που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, για άτομα που πληρούν τις απαιτήσεις του ...»
Σε σχέση με τις υποθέσεις που αφορούν μια καταγγελία που έχει υποβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 14, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, βάσει της οποίας ο προσφεύγων είχε στερηθεί το σύνολο ή μέρος μιας συγκεκριμένης παροχής, λόγω διακρίσεων που καλύπτονται από το άρθρο 14, το Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως κατέληξε στο εξής συμπέρασμα:
«Το σχετικό κριτήριο είναι αν, εκτός από την προϋπόθεση του δικαιώματος για το οποίο η προσφεύγουσα ασκεί προσφυγή, θα είχε δικαίωμα, εκτελεστό δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, να λάβει την εν λόγω παροχή ... Αν και το Πρωτόκολλο αριθ. 1 δεν περιλαμβάνει το δικαίωμα είσπραξης παροχής κοινωνικής ασφάλισης οποιουδήποτε είδους, αν ένα Κράτος αποφασίσει να δημιουργήσει ένα σύστημα παροχών, θα πρέπει να το κάνει με έναν τρόπο που να είναι συμβατός με το άρθρο 14.»
6. Έτσι προκύπτει, σαφώς, από την υπόθεση Stec και Λοιποί (όπως αναφέρεται ανωτέρω), όπως επιβεβαιώθηκε από το Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως στην υπόθεση Andrejeva κατά Λετονίας ([GC], αριθ. 55707/00, παράγραφος 77, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2009), και πάλι, πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Stummer κατά Αυστρίας ([GC], αριθ. 37452/02, παράγραφος 82, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2011), ότι η ίδια η Σύμβαση δεν παρέχει δικαίωμα να καταστεί κάποιος ιδιοκτήτης περιουσίας, δικαίωμα λήψης οποιασδήποτε σύνταξης ή άλλων παροχών κοινωνικής ασφάλισης, ή δικαίωμα σε παροχές κοινωνικής ασφάλισης ενός συγκεκριμένου ύψους. Παρατηρούμε, ωστόσο, ότι η υπόθεση Stec και Λοιποί (όπως αναφέρεται ανωτέρω) περιορίστηκε στο ερώτημα αν η παροχή κοινωνικής πρόνοιας την οποία αφορά η καταγγελία ενέπιπτε στο «πεδίο εφαρμογής» του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, για τους σκοπούς του άρθρου 14. Ωστόσο, το Δικαστήριο εφάρμοσε, στη συνέχεια, μια παρόμοια δοκιμή εφαρμογής των καταγγελιών, καλώντας το ίδιο να εντοπίσει μια ανεξάρτητη παραβίαση του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, εξετάζοντας έτσι αν η ανάκληση των παροχών κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας ήταν σύμφωνη με τις απαιτήσεις της νομιμότητας και της αναλογικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 (βλέπε, για παράδειγμα, υπόθεση Wieczorek κατά Πολωνίας, αριθ. 18176/05, παράγραφος 67, 8 Δεκεμβρίου 2009 και υπόθεση Moskal κατά Πολωνίας, αριθ. 10373/05, παράγραφος 39, 15 Σεπτεμβρίου 2009). Σε τέτοιες περιπτώσεις, το Δικαστήριο επέμεινε στη σταθερή θέση του ότι η εν λόγω αξίωση μιας αδικαιολόγητης παρέμβασης με δικαίωμα στον τομέα των δικαιωμάτων πρόνοιας δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, εάν ο προσφεύγων δεν μπορεί να αποδείξει, ως ζήτημα απόλυτου ελάχιστου ορίου, ότι είχε, κατά τη χρονική στιγμή της παρέμβασης, ένα «διεκδικήσιμο δικαίωμα» βάσει του εθνικού δικαίου. Κατά συνέπεια, όπως έχει πρόσφατα επιβεβαιωθεί, για άλλη μια φορά, από το Δικαστήριο στην υπόθεση Richardson κατά Ηνωμένου Βασιλείου ((απόφαση) αριθ. 26252/08, 10 Απριλίου 2012, παράγραφος 17), στις περιπτώσεις που «ο ενδιαφερόμενος δεν πληροί ή παύει να πληροί, τις νομικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο για τη χορήγηση οποιασδήποτε συγκεκριμένης μορφής παροχών ή σύνταξης, δεν υπάρχει παρέμβαση στα δικαιώματα που απορρέουν από το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 «(η υπογράμμιση δική μας). Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στις υποθέσεις των Bellet, Huertas και Vialatte κατά Γαλλίας, (απόφαση) αριθ. 40832/98, 27 Απριλίου 1999 και Rasmussen κατά Πολωνίας, αριθ. 38886/05, παράγραφος 71, 28 Απριλίου 2009.
III.
7. Δεν αμφισβητείται, εν προκειμένω, και η πλειοψηφία το αναγνωρίζει εξίσου (βλέπε παραγράφους 41-42 της απόφασης), ότι η προσφεύγουσα δεν είχε διεκδικήσιμο δικαίωμα βάσει του εθνικού δικαίου στη σύνταξη αναπηρίας που ζήτησε το Φεβρουάριο και τον Αύγουστο του 2012, η απόρριψη της οποίας, στη συνέχεια, αποτέλεσε τη βάση της αξίωσης της, που τελικά απορρίφθηκε από το Διοικητικό και Εργατικό Δικαστήριο στις 20 Ιουνίου 2013. Περισσότερα από δύο έτη είχαν περάσει έτσι από τότε που ανακλήθηκε το δικαίωμά της σε σύνταξη αναπηρίας και οι δικαστικές διαδικασίες, στις οποίες η προσφεύγουσα αμφισβήτησε την ανάκληση, ολοκληρώθηκαν την 1η Απριλίου 2011. Ως εκ τούτου, η προσφυγή της προς το Δικαστήριο, όσον αφορά στις διαδικασίες αυτές, ορθώς απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 1 της Σύμβασης (βλέπε παράγραφο 31 της απόφασης).
Αυτή η αδιάσειστη νομική πραγματικότητα θα έπρεπε, κατά την άποψή μας, να ήταν το τέλος του ζητήματος, δεδομένου ότι η ύπαρξη βάσιμης αξίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, στον τομέα των παροχών κοινωνικής πρόνοιας, εξαρτάται σταθερά από την ύπαρξη ενός δικαιώματος στις εν λόγω παροχές, βάσει του εθνικού δικαίου, όπως έχουμε εξηγήσει στις παραγράφους 2-6 ανωτέρω. Με άλλα λόγια, η Σύμβαση δεν προβλέπει δικαίωμα για σύνταξη αναπηρίας ανεξάρτητα από την εθνική νομοθεσία.
8. Η πλειοψηφία προσπάθησε να παρακάμψει αυτό τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, στον τομέα των δικαιωμάτων κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας, με την υιοθέτηση, για πρώτη φορά, της έννοιας ότι η προσφεύγουσα, που κάποτε είχε δικαίωμα σε σύνταξη αναπηρίας βάσει του εθνικού δικαίου, διατηρεί επ’ αόριστον μια «θεμιτή προσδοκία να λάβει σύνταξη / επίδομα αναπηρίας, όπως και όταν θα το απαιτούσε η ιατρική της κατάσταση» (βλέπε παράγραφο 47 της απόφασης). Αν και είναι σαφές ότι η προσφεύγουσα απώλεσε κάθε διεκδικήσιμο δικαίωμα σε σύνταξη αναπηρίας το 2010, η πλειοψηφία καταλήγει, ωστόσο, ως εκ τούτου, στο συμπέρασμα ότι η «προσδοκία της προσφεύγουσας, ως συνεισφέρουσας στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, που πληρούσε κάποτε την προϋπόθεση επιλεξιμότητας, είναι νόμιμη και συνεχής στη νομική φύση της» (βλέπε υπόθεση σημείο 48 της απόφασης, στο τέλος).
9. Κατ’ αρχάς, σημειώνουμε, με όλο το σεβασμό, ότι η πλειοψηφία απέχει από το να αναγνωρίσει ανοιχτά ότι η προσέγγιση αυτή συνεπάγεται μια εντελώς νέα αντίληψη της έννοιας της «θεμιτής προσδοκίας», σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, που δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ πριν στη νομολογία του Δικαστηρίου και οπωσδήποτε όχι στον τομέα των δικαιωμάτων κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας. Έτσι, η πλειοψηφία φιλοδοξεί να «εφαρμόσει» τις γενικές αρχές της νομολογίας του Δικαστηρίου, όπως τις επανέλαβε στις παραγράφους 35-39 της απόφασης, η ορθή εφαρμογή των οποίων δεν θα μπορούσε, ενδεχομένως, να οδηγήσει στο αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε η πλειοψηφία.
10. Δεύτερον, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι η αυτοτελής έννοια της «ιδιοκτησίας», σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 δεν περιορίζεται σε «υφιστάμενη ιδιοκτησία», αλλά μπορεί να καλύπτει και περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανόμενων και των απαιτήσεων, όσον αφορά στα οποία ο προσφεύγων μπορεί να υποστηρίξει ότι έχει, τουλάχιστον, μια εύλογη και «θεμιτή προσδοκία» απόκτησης ουσιαστικής απόλαυσης ενός δικαιώματος ιδιοκτησίας (βλέπε υπόθεση μεταξύ άλλων αρχών, την υπόθεση Öneryıldız κατά Τουρκίας, αριθ. 48939/99, παράγραφος 124, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων 2004-ΧΙΙ). Έτσι, προκειμένου να υπάρχει οποιαδήποτε δυνατότητα για έναν προσφεύγοντα να έχει βάσιμο δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, με βάση μια «θεμιτή προσδοκία», η εν λόγω προσδοκία πρέπει να θεμελιώνεται σε κάποια κανονιστική νομική πηγή, σε εθνικό επίπεδο, που να μπορεί εύλογα να εκχωρήσει ένα δικαίωμα ιδιοκτησίας σε αυτόν. Είναι αυτονόητο ότι θεμιτή προσδοκία σε δικαίωμα ιδιοκτησίας δεν προκύπτει όταν το εν λόγω άτομο δεν μπορεί, ενδεχομένως, να είναι ο αποδέκτης ενός τέτοιου δικαιώματος στο εθνικό δίκαιο, ενόψει της φύσης και της νομικής προέλευσής του. Όπως δήλωσε κατηγορηματικά το Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως στην υπόθεση Kopecký κατά Σλοβακίας ([GC], 44912/98, παράγραφος 50, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων 2004-IX), «καμία θεμιτή προσδοκία [σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1] δεν μπορεί να ειπωθεί ότι προκύπτει όταν υπάρχει διαφορά ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του εθνικού δικαίου και όταν οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος απορρίπτονται, στη συνέχεια, από τα εθνικά δικαστήρια» (βλέπε, επίσης, υπόθεση Anheuser-Busch Inc κατά Πορτογαλίας, [GC], αριθ. 73049/01, παράγραφος 65, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων 2007-I).
11. Συνεπώς, το σκεπτικό της πλειοψηφίας εγείρει το εξής κρίσιμο ερώτημα: ποια είναι η κανονιστική νομική πηγή της «συνεχούς» θεμιτής προσδοκίας που η πλειοψηφία θεωρεί ότι έχει η προσφεύγουσα; Δεν αμφισβητείται ότι δεν πρόκειται να βρεθεί στο εθνικό δίκαιο της Ουγγαρίας. Και πάλι, η προσφεύγουσα δεν είχε κανένα δικαίωμα στην εν λόγω σύνταξη το 2012. Η ύπαρξη ενός τέτοιου δικαιώματος σαφώς απορρίφθηκε από τα εθνικά δικαστήρια. Ως εκ τούτου, το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 δεν δημιουργεί δικαίωμα απόκτησης ιδιοκτησίας και, το σημαντικότερο, δεν θέτει κανέναν περιορισμό στην ελευθερία του Συμβαλλομένου Κράτους να αποφασίζει αν πρέπει να διαθέτει ή όχι οποιαδήποτε μορφή συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Είναι αυτονόητο ότι το 2012, δύο έτη αφότου έχασε το εθνικό δικαίωμά της σε σύνταξη αναπηρίας, η προσφεύγουσα δεν θα μπορούσε, ενδεχομένως, να είχε θεμιτή προσδοκία, βάσει του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1, για διατήρηση ενός αυτόνομου δικαιώματος, το οποίο ήταν ανύπαρκτο μέσα στα όρια του δικαιώματος ιδιοκτησίας δυνάμει της Σύμβασης. Και πάλι, όπως το Δικαστήριο δήλωσε, ως γενική αρχή, μόλις πάνω από τρία έτη πριν, στην υπόθεση Richardson (όπως αναφέρεται ανωτέρω, παράγραφος 17), στις περιπτώσεις που ο ενδιαφερόμενος δεν πληροί, ή «παύει να πληροί», τις νομικές προϋποθέσεις που ορίζονται στην εθνική νομοθεσία για τη χορήγηση οποιασδήποτε συγκεκριμένης μορφής παροχών ή σύνταξης, δεν υπάρχει παρέμβαση στα δικαιώματα που απορρέουν από το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1.
12. Η πλειοψηφία φαίνεται να επηρεάζεται από την αντίληψη ότι η προσφεύγουσα συνέβαλε στο εν λόγω συνταξιοδοτικό σύστημα κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος που εργαζόταν (βλέπε παραγράφους 48-49 της απόφασης). Ωστόσο, το ζήτημα αυτό είναι άνευ σημασίας για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως. Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα δεν ισχυρίστηκε, ούτε απέδειξε με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι το εν λόγω ανταποδοτικό σύστημα είχε τη μορφή υποχρεωτικών εισφορών, για παράδειγμα προς ένα συνταξιοδοτικό ταμείο ή ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, που δημιούργησε έναν άμεσο σύνδεσμο μεταξύ του επιπέδου των εισφορών και των χορηγούμενων παροχών. Ως εκ τούτου, η προσφεύγουσα δεν είχε, σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή, ένα αναγνωρίσιμο και απαιτητό μερίδιο σε ένα συγκεκριμένο ταμείο, για τους σκοπούς του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, ή τα λεγόμενα «εξαγορασθέντα δικαιώματα» κατά την έννοια της Σύμβασης (βλέπε, για παράδειγμα, την υπόθεση Müller κατά Αυστρίας, αριθ. 5849/72, απόφαση της Επιτροπής της 1ης Οκτωβρίου 1975 Αποφάσεις και Εκθέσεις (DR) 3, σελ. 25, την υπόθεση G. κατά Αυστρίας, αριθ. 10094/82, απόφαση της Επιτροπής της 14ης Μαΐου 1984, Αποφάσεις και Εκθέσεις 38, σελ. 84, και την υπόθεση De Kleine Staarman κατά Ολλανδίας, αριθ. 10503/83, απόφαση της Επιτροπής της 16ης Μαΐου 1985, Αποφάσεις και Εκθέσεις 42, σελ. 162).
13. Ως εκ τούτου, το ερώτημα κατά πόσον ή όχι η προσφεύγουσα συνέβαλε, σε κάποιο βαθμό, στο εν λόγω δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα, και αν το ανταποδοτικό της μητρώο λήφθηκε υπόψη κατά την εξέταση του αν είχε δικαίωμα σε σύνταξη αναπηρίας το 2001, δεν έχει καμία σχέση με το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, όταν, το 2012, δεν είχε, σαφώς, κανένα δικαίωμα σε μία τέτοια σύνταξη, υπό το νέο εθνικό σύστημα που θεσπίστηκε με το νόμο αριθ. CXCI (βλέπε παράγραφο 10 της απόφασης). Αυτή η αντίληψη εφαρμογής του δικαιώματος στην ιδιοκτησία βάσει της Σύμβασης προκύπτει άμεσα από την υπόθεση Stec και Λοιποί (όπως αναφέρεται ανωτέρω), που κατέστησε περιττή, κατ’ αρχάς, τη διάκριση μεταξύ ανταποδοτικών ή μη ανταποδοτικών συστημάτων συνταξιοδότησης στα Κράτη-Μέλη, για τους σκοπούς του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1. Και στις δύο περιπτώσεις, ο προσφεύγων πρέπει να αποδείξει ότι είχε διεκδικήσιμο δικαίωμα βάσει του εθνικού δικαίου για εφαρμογή του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1. Αυτή, απλά, δεν είναι η περίπτωση της παρούσας προσφεύγουσας.
IV.
14. Εν κατακλείδι, η προσφεύγουσα θα μπορούσε να είχε βάσιμη αξίωση, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 της Σύμβασης, όταν ανακλήθηκε η σύνταξη αναπηρίας της το 2010, όπως αποφασίστηκε τελεσίδικα από τα ουγγρικά δικαστήρια, το 2011. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού, αφού η καταγγελία της προσφεύγουσας ως προς αυτό δεν υποβλήθηκε στο Δικαστήριο εντός έξι μηνών από την τελεσίδικη απόφαση της εν λόγω διαδικασίας (βλέπε παράγραφο 7 ανωτέρω). Η πλειοψηφία δεν μπορεί να επανορθώσει αυτή την κατάσταση με την επινόηση ενός ουσιαστικού δικαιώματος για σύνταξη αναπηρίας δυνάμει της Σύμβασης, όπου δεν υπάρχει κανένα, με απρόβλεπτες συνέπειες για τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας των 47 Κρατών-Μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Ακριβής μετάφραση του Αγγλικού πρωτότυπου εγγράφου.
Αθήνα, 15/3/2016 Ο μεταφραστής, Στέφανος Τέφος
Full & Egal Universal Law Academy