© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013. Αυτή η μετάφραση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. την ένδειξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο τέλος του παρόντος εγγράφου.
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013. This translation does not bind the Court. For further information see the full copyright indication at the end of this document.
© Conseil de l’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013. La présente traduction ne lie pas la Cour. Pour plus de renseignements veuillez lire l’indication de copyright/droits d’auteur à la fin du présent document.
ΤΜΗΜΑ ΕΥΡΕΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΕΩΣ
ΥΠΟΘΕΣΗ CENTRO EUROPA 7 S.R.L. ΚΑΙ DI STEFANO κατά ΙΤΑΛΙΑΣ
(Προσφυγή αριθ. 38433/09)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
7 Ιουνίου 2012
Η απόφαση αυτή οριστικοποιήθηκε. Επιδέχεται μορφολογικές βελτιώσεις.
Για την υπόθεση Centro Europa 7 S.r.l. και Di Stefano κατά Ιταλίας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που συνεδρίασε σε τμήμα ευρείας συνθέσεως συγκείμενο από τους:
Françoise Tulkens, προεδρεύοντα,
Jean-Paul Costa,
Josep Casadevall,
Nina Vajić,
Dean Spielmann,
Corneliu Bîrsan,
Elisabeth Steiner,
Elisabet Fura,
Ljiljana Mijović,
David Thór Björgvinsson,
Dragoljub Popović,
András Sajó,
Nona Tsotsoria,
Işıl Karakaş,
Kristina Pardalos,
Guido Raimondi,
Linos-Alexandre Sicilianos, δικαστές,
και Vincent Berger, νομικό σύμβουλο,
Κατόπιν συσκέψεως εν συμβουλίω στις 12 Οκτωβρίου 2011 και στις 11 Απριλίου 2012,
Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, που εγκρίνεται κατά την ημερομηνία που αναφέρθηκε τελευταία:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση προήλθε από προσφυγή (αριθ. 38433/09) κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας, με την οποία μια ιταλική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η Centro Europa 7 S.r.l., και ένας Ιταλός υπήκοος, ο κ. Francescantonio Di Stefano («οι προσφεύγοντες»), προσέφυγαν στο Δικαστήριο στις 16 Ιουλίου 2009 σύμφωνα με το Άρθρο 34 της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών («η Σύμβαση») .
2. Οι προσφεύγοντες εκπροσωπήθηκαν από τον κ. A. Pace, τον κ. R. Mastroianni, τον κ. O. Grandinetti και τον κ. F. Ferraro, δικηγόρους Ρώμης. Η ιταλική κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από την υπάλληλό της, κ. Ε. Spatafora.
3. Οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι η μη παραχώρηση των απαραίτητων συχνοτήτων για τηλεοπτικές μεταδόσεις στην προσφεύγουσα εταιρεία παραβίασε το δικαίωμά τους στην ελευθερία έκφρασης και, ειδικότερα, την ελευθερία τους στη μετάδοση πληροφοριών και ιδεών. Παραπονέθηκαν, επίσης, για παράβαση των άρθρων 14 και 6 § 1, της Σύμβασης και του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1.
4. Η προσφυγή ανατέθηκε στο δεύτερο τμήμα του Δικαστηρίου (Άρθρο 52 § 1 του Κανονισμού του Δικαστηρίου). Στις 10 Νοεμβρίου 2009, το δεύτερο τμήμα αποφάσισε να κοινοποιήσει την προσφυγή στην Κυβέρνηση. Όπως προβλέπεται από το πρώην άρθρο 29 § 3 της Σύμβασης (τρέχον άρθρο 29 § 1) και το άρθρο 54o του Κανονισμού, αποφάσισε να εξετάσει συγχρόνως το παραδεκτό και την ουσία της προσφυγής. Στις 30 Νοεμβρίου 2010, το σώμα του εν λόγω τμήματος συγκείμενο από τους Françoise Tulkens, Danute Jočienė, Dragoljub Popović, András Sajó, Nona Tsotsoria, Kristina Pardalos, Guido Raimondi, δικαστές, και Françoise Elens-Passos, αναπληρώτρια γραμματέα του τμήματος, θεώρησε αρμόδιο να αποφανθεί επί της προσφυγής το τμήμα ευρείας συνθέσεως, και κανένας από τους διαδίκους δεν προέβαλε ένσταση για αυτή τη μεταβίβαση αρμοδιότητας (άρθρο 30 της Σύμβασης και άρθρο 72 του Κανονισμού).
5. Η σύνθεση του τμήματος ευρείας συνθέσεως καθορίστηκε με βάση τις διατάξεις του άρθρου 26 §§ 4 και 5 της Σύμβασης και το άρθρο 24 του Κανονισμού. Στις 3 Νοεμβρίου 2011, η θητεία του Jean-Paul Costa ως προέδρου του Δικαστηρίου έληξε. Από την ημερομηνία αυτή, την προεδρία του τμήματος ευρείας συνθέσεως στην παρούσα υπόθεση ανέλαβε η Françoise Tulkens (Άρθρο 9 § 2 του Κανονισμού). Ο Jean-Paul Costa συνέχισε να παρίσταται μετά τη λήξη της θητείας του, σύμφωνα με τα άρθρα 23 § 3 της Σύμβασης και 24 § 4 του Κανονισμού.
6. Οι προσφεύγοντες και η Κυβέρνηση κατέθεσαν αμφότεροι περαιτέρω παρατηρήσεις (Άρθρο 59 § 1 του Κανονισμού). Επιπλέον, παρατηρήσεις κατέθεσε η οργάνωση Πρωτοβουλία Δικαιοσύνης Ανοικτής Κοινωνίας (Open Society Justice Initiative) που είχε λάβει άδεια από τον προεδρεύοντα να παρέμβει στη γραπτή διαδικασία (Άρθρα 36 § 2 της Σύμβασης και 44 § 2 του Κανονισμού).
7. Η δημόσια ακρόαση έλαβε χώρα στο Κτίριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο Στρασβούργο, στις 12 Οκτωβρίου 2011 (Άρθρο 59 § 3 του Κανονισμού).
Εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου:
(α) για την Κυβέρνηση
ο κ.M. Remus,νομικός σύμβουλος,
ο κ.P. Gentili,συνήγορος,
(β) για τους προσφεύγοντες
ο κ.R. Mastroianni,
ο κ.O. Grandinetti,
ο κ.F. Ferraro,συνήγορος.
Το Δικαστήριο άκουσε τις αγορεύσεις του κ. Remus, του κ. Gentili, του κ. Mastroianni και του κ. Grandinetti, καθώς επίσης και τις απαντήσεις τους στις ερωτήσεις που τέθηκαν από τα μέλη του.
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
I. ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
8. Η πρώτη προσφεύγουσα, Centro Europa 7 S.r.l. («η προσφεύγουσα εταιρεία»), είναι μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που δραστηριοποιείται στον τομέα τηλεοπτικών μεταδόσεων και έχει την έδρα της στη Ρώμη. Ο δεύτερος προσφεύγων, ο κ. Francescantonio Di Stefano, είναι ένας Ιταλός υπήκοος που γεννήθηκε το 1953 και μένει στη Ρώμη. Είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της προσφεύγουσας εταιρείας.
9. Με το υπουργικό διάταγμα της 28ης Ιουλίου 1999, οι αρμόδιες αρχές χορήγησαν στην Centro Europa 7 S.r.l. άδεια για επίγειες τηλεοπτικές μεταδόσεις εθνικής εμβέλειας, σύμφωνα με τον νόμο αριθ. 249/1997 (βλ. παραγράφους 56-61 παρακάτω), εξουσιοδοτώντας την να εγκαταστήσει και να λειτουργήσει ένα αναλογικό τηλεοπτικό δίκτυο. Η άδεια διευκρίνιζε ότι η προσφεύγουσα εταιρεία δικαιούταν τρεις συχνότητες που κάλυπταν το 80% της εθνικής επικράτειας. Όσον αφορά την κατανομή των συχνοτήτων, η άδεια αναφερόταν στο εθνικό σχέδιο κατανομής συχνοτήτων, που υιοθετήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1998. Ανέφερε ότι οι εγκαταστάσεις θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν με τις απαιτήσεις του «σχεδίου εκχώρησης» (piano di assegnazione) εντός εικοσιτεσσάρων μηνών και ότι τα μέτρα που λαμβάνονται για αυτόν τον σκοπό θα πρέπει να συμμορφώνονται με το πρόγραμμα προσαρμογής (programma di adeguamento) που καταρτίστηκε από τη Ρυθμιστική Αρχή Επικοινωνιών (Autorità per le garanzie nelle comunicazioni – εφεξής «AGCOM») και το Υπουργείο Επικοινωνιών («το Υπουργείο»). Από την απόφαση αριθ. 2624 της 31ης Μαΐου 2008 του Consiglio di Stato (βλ. παράγραφο 14 παρακάτω) φαίνεται ότι, σύμφωνα με τους όρους της άδειας, η κατανομή των συχνοτήτων μετατέθηκε μέχρις ότου οι αρχές να υιοθετήσουν το πρόγραμμα προσαρμογής, βάσει του οποίου η προσφεύγουσα εταιρεία θα έπρεπε να αναβαθμίσει τις εγκαταστάσεις της. Το πρόγραμμα προσαρμογής θα έπρεπε, με τη σειρά του, να έχει λάβει υπόψιν τις απαιτήσεις του εθνικού σχεδίου κατανομής συχνοτήτων. Ωστόσο, το σχέδιο δεν εφαρμόστηκε. Σε εθνικό επίπεδο εφαρμόζονταν διαδοχικά μεταβατικά σχέδια που ωφελούσαν τα υπάρχοντα κανάλια, με αποτέλεσμα, παρά το γεγονός ότι η προσφεύγουσα εταιρεία διέθετε άδεια, να μην είναι σε θέση να εκπέμψει μέχρι τον Ιούνιο του 2009, καθώς δεν της είχαν εκχωρηθεί συχνότητες.
10. Η προσφεύγουσα εταιρεία, μέσω του νόμιμου εκπροσώπου της, κατέθεσε αρκετές προσφυγές στα διοικητικά δικαστήρια.
A. Πρώτη ομάδα διοικητικών διαδικασιών
11. Τον Νοέμβριο του 1999, η προσφεύγουσα εταιρεία απέστειλε προειδοποιητική επιστολή στο Υπουργείο σχετικά με την κατανομή συχνοτήτων σε αυτή. Με σημείωμα της 22ας Δεκεμβρίου 1999, το Υπουργείο απέρριψε το αίτημά της.
1. Διαδικασίες επί της ουσίας
12. Το 2000 η προσφεύγουσα εταιρεία άσκησε προσφυγή ενώπιον του Περιφερειακού Διοικητικού Δικαστηρίου του Λατίου κατά του Υπουργείου και της RTI (δίκτυο ιταλικών τηλεοπτικών καναλιών που ελέγχεται από τον όμιλο Mediaset), παραπονούμενη ότι οι αρχές δεν προχώρησαν στην κατανομή τηλεοπτικών συχνοτήτων σε αυτή. Η προσφυγή στρεφόταν, επίσης, κατά της RTI, καθώς το κανάλι Retequattro είχε εξουσιοδότηση να εκπέμπει σε συχνότητες που θα έπρεπε να έχουν εκχωρηθεί στην προσφεύγουσα εταιρεία.
13. Στις 16 Σεπτεμβρίου 2004, το Περιφερειακό Διοικητικό Δικαστήριο απεφάνθη υπέρ της προσφεύγουσας εταιρείας, κρίνοντας ότι οι αρχές έπρεπε είτε να εκχωρήσουν τις συχνότητες είτε να ανακαλέσουν την άδεια. Συνεπώς, κήρυξε άκυρο το σημείωμα της 22ας Δεκεμβρίου 1999.
14. Η RTI άσκησε έφεση ενώπιον του Consiglio di Stato. Με την απόφαση αριθ. 2624 της 31ης Μαΐου 2008, το Consiglio di Stato απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την απόφαση του Περιφερειακού Διοικητικού Δικαστηρίου. Σημείωσε ότι στην άδεια δεν είχε οριστεί καταληκτική ημερομηνία για την υιοθέτηση, εκ μέρους των αρχών, του προγράμματος προσαρμογής που καταρτίστηκε από την AGCOM και το Υπουργείο, αλλά δόθηκε προθεσμία εικοσιτεσσάρων μηνών στην προσφεύγουσα εταιρεία για να βελτιώσει τις εγκαταστάσεις της. Συνεπώς, το Consiglio di Stato έκρινε ότι το πρόγραμμα προσαρμογής θα έπρεπε να έχει εγκριθεί άμεσα.
Το Consiglio di Stato πρόσθεσε ότι το Υπουργείο έπρεπε να αποφανθεί επί του αιτήματος της προσφεύγουσας εταιρείας σχετικά με την κατανομή συχνοτήτων, σύμφωνα με απόφαση που εκδόθηκε εν τω μεταξύ από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης[1] («το ΔΕΕ» – βλ. παραγράφους 33-36 παρακάτω).
2. Διαδικασίες κήρυξης εκτελεστότητας
15. Στις 23 Οκτωβρίου 2008, η προσφεύγουσα εταιρεία, μην έχοντας ακόμη αποκτήσει συχνότητες, κίνησε διαδικασίες ενώπιον του Consiglio di Stato κατά του Υπουργείου, παραπονούμενη για τη μη εκτέλεση της απόφασης της 31ης Μαΐου 2008.
16. Στις 11 Δεκεμβρίου 2008, το Υπουργείο παρέτεινε την εγκυρότητα της άδειας που χορηγήθηκε το 1999 μέχρι την ημερομηνία κατάργησης των αναλογικών εκπομπών και εκχώρησε στην Centro Europa 7 S.r.l. ένα μόνο κανάλι με ισχύ από τις 30 Ιουνίου 2009.
17. Το Consiglio di Stato έκρινε, συνεπώς, με την απόφαση αριθ. 243/09 της 20ής Ιανουαρίου 2009 ότι το Υπουργείο εκτέλεσε σωστά την απόφαση της 31ης Μαΐου 2008.
18. Στις 18 Φεβρουαρίου 2009, η προσφεύγουσα εταιρεία κατέθεσε και νέα προσφυγή στο Περιφερειακό Διοικητικό Δικαστήριο, ισχυριζόμενη ότι το διάταγμα της 11ης Δεκεμβρίου 2008, με το οποίο είχαν εκχωρηθεί οι συχνότητες, ήταν ανεπαρκές, καθώς, αντιβαίνοντας στους όρους της άδειας, αφορούσε ένα μόνο κανάλι που δεν κάλυπτε το 80% της εθνικής επικράτειας. Η εταιρεία ζητούσε στην προσφυγή της την ακύρωση του διατάγματος και την επιδίκαση αποζημίωσης.
19. Στις 9 Φεβρουαρίου 2010, η προσφεύγουσα εταιρεία υπέγραψε συμφωνία με το Υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης (το πρώην Υπουργείο Επικοινωνιών), το οποίο ανέλαβε να της παραχωρήσει πρόσθετες συχνότητες σύμφωνα με τους όρους της άδειας.
20. Στις 11 Φεβρουαρίου 2010, σύμφωνα με μία από τις διατάξεις της εν λόγω συμφωνίας, η προσφεύγουσα εταιρεία ζήτησε τη διαγραφή των δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούσαν ενώπιον του Περιφερειακού Διοικητικού Δικαστηρίου.
21. Στις 8 Μαρτίου 2011, η προσφεύγουσα εταιρεία υπέβαλε αίτηση στο Περιφερειακό Διοικητικό Δικαστήριο να επαναφέρει την υπόθεση στον κατάλογό του. Ζήτησε την ακύρωση του διατάγματος της 11ης Δεκεμβρίου 2008, με το οποίο είχαν εκχωρηθεί οι συχνότητες, και την επιδίκαση αποζημίωσης. Ισχυρίστηκε ότι οι διοικητικές αρχές δεν είχαν συμμορφωθεί πλήρως με την υποχρέωσή τους να εκχωρήσουν πρόσθετες συχνότητες και δεν είχαν τηρήσει τη συμφωνία της 9ης Φεβρουαρίου 2010 και την απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2008.
22. Η παράγραφος 6 της εν λόγω συμφωνίας ανέφερε:
«Η Centro Europa 7 S.r.l. δεσμεύεται να ζητήσει μέχρι τις 11 Φεβρουαρίου 2010 τη διαγραφή της προσφυγής αριθ. 1313/09 που εκκρεμεί ενώπιον του Περιφερειακού Διοικητικού Δικαστηρίου του Λατίου, να καταστήσει δυνατή την παραγραφή της, λόγω μη υποβολής νέας προσφυγής για τον προγραμματισμό ακρόασης εντός της νόμιμης χρονικής προθεσμίας και, μέχρι την ίδια ημερομηνία, να παραιτηθεί από τις αξιώσεις αποζημίωσης που ήγειρε με την εν λόγω προσφυγή, εφόσον, μέχρι την ημερομηνία παραγραφής της υπόθεσης, η παρούσα συμφωνία, η απόφαση εκχώρησης πρόσθετων συχνοτήτων και η απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2008 δεν έχουν, εν τω μεταξύ, καταστεί άκυρες.
Η Διοίκηση, από τη μεριά της, δεσμεύεται να συμμορφωθεί πλήρως με την υποχρέωσή της να εκχωρήσει πρόσθετες συχνότητες και με την παρούσα συμφωνία και την απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2008. Σε περίπτωση μη συμμορφώσεως, η Centro Europa 7 και οι αντισυμβαλλόμενες αρχές δύνανται να επανακτήσουν πλήρως τα αντίστοιχα διαδικαστικά τους προνόμια. Σε περίπτωση που η εκχώρηση των πρόσθετων συχνοτήτων καταστεί άκυρη, προσδιορίζεται ότι η Centro Europa 7 S.r.l. μπορεί να ενεργοποιήσει εκ νέου την προσφυγή αριθ. 1313/09, μόνο εάν η Europa Way S.r.l. αδυνατεί στην παρούσα κατάσταση να λειτουργήσει μία ή περισσότερες από τις εγκαταστάσεις που αναφέρονται στο Τεχνικό Προσάρτημα A.»
23. Οι διαδικασίες, επί του παρόντος, εκκρεμούν ενώπιον του Περιφερειακού Διοικητικού Δικαστηρίου.
B. Δεύτερη ομάδα διοικητικών διαδικασιών
1. Διαδικασίες ενώπιον του Περιφερειακού Διοικητικού Δικαστηρίου
24. Εν τω μεταξύ, στις 27 Νοεμβρίου 2003, ενώ η αρχική της προσφυγή εκκρεμούσε ακόμη ενώπιον του Περιφερειακού Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα εταιρεία άσκησε νέα προσφυγή ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, ζητώντας συγκεκριμένα την αναγνώριση του δικαιώματός της να της παραχωρηθούν συχνότητες και αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη.
25. Με την απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, το Περιφερειακό Διοικητικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή, κρίνοντας συγκεκριμένα ότι η προσφεύγουσα εταιρία είχε μόνο έννομο συμφέρον (interesse legittimo), δηλαδή, ίδια κατάσταση που προστατευόταν εμμέσως όσο ήταν σύμφωνη με το δημόσιο συμφέρον, και όχι ενοχικό δικαίωμα (diritto soggettivo) όσον αφορά την εκχώρηση συχνοτήτων για αναλογική επίγεια τηλεοπτική μετάδοση.
2. Έφεση ενώπιον του Consiglio di Stato
26. Η προσφεύγουσα εταιρεία άσκησε έφεση ενώπιον του Consiglio di Stato, ισχυριζόμενη ότι από τη στιγμή που της είχε χορηγηθεί άδεια από τις αρμόδιες αρχές, στην ουσία είχε ενοχικό δικαίωμα. Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 352/2003 και ο νόμος αριθ. 112/2004 δεν συμμορφώνονται με την κοινοτική νομοθεσία (βλ. παραγράφους 65-67 παρακάτω).
27. Στις 19 Απριλίου 2005, το Consiglio di Stato αποφάσισε να εξετάσει μόνο την αξίωση της προσφεύγουσας εταιρείας για αποζημίωση και να μην αποφανθεί κατά την εν λόγω φάση επί του αιτήματος εκχώρησης συχνοτήτων.
28. Παρά ταύτα, παρατήρησε ότι η μη εκχώρηση συχνοτήτων στην Centro Europa 7 S.r.l. οφειλόταν ουσιαστικά σε νομοθετικούς λόγους.
29. Υπενθύμισε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, του νόμου αριθ. 249/1997 (βλ. παράγραφο 58 παρακάτω) έδινε τη δυνατότητα στους «de facto κατόχους» ραδιοσυχνοτήτων, που βάσει του προγενέστερου καθεστώτος έχουν άδεια λειτουργίας, να συνεχίσουν να εκπέμπουν, μέχρι τη χορήγηση νέων αδειών ή μέχρι την απόρριψη των αιτήσεων χορήγησης νέων αδειών και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο έως τις 30 Απριλίου 1998.
30. Υπενθύμισε, επίσης, ότι το άρθρο 3, παράγραφος 7, του νόμου αριθ. 249/1997 (βλ. παράγραφο 61 παρακάτω) παρείχε τη δυνατότητα συνέχισης των εν λόγω εκπομπών, αναθέτοντας στην AGCOM τον ορισμό μιας καταληκτικής ημερομηνίας, υπό τη μόνη προϋπόθεση της ταυτόχρονης μετάδοσης των προγραμμάτων σε επίγειες συχνότητες και μέσω δορυφόρου ή καλωδίου. Σημείωσε ότι σε περίπτωση που η AGCOM δεν ορίσει καταληκτική ημερομηνία, το Συνταγματικό Δικαστήριο έχει ορίσει την 31η Δεκεμβρίου 2003 ως την ημερομηνία κατά την οποία η μετάδοση προγραμμάτων από τα «υπερβαίνοντα το όριο κανάλια» (δηλαδή, τα υπάρχοντα εθνικά τηλεοπτικά κανάλια που υπερβαίνουν τους περιορισμούς συγκέντρωσης που τίθενται στο άρθρο 2, παράγραφο 6, του νόμου αριθ. 249/1997) θα πρέπει να γίνεται αποκλειστικά και μόνο μέσω δορυφόρου ή καλωδίου, ούτως ώστε να ελευθερωθούν οι συχνότητες που πρόκειται να εκχωρηθούν στους κατόχους άδειας, όπως η προσφεύγουσα εταιρεία. Το Consiglio di Stato παρατήρησε, ωστόσο, ότι η προθεσμία δεν τηρήθηκε μετά από την παρέμβαση του εθνικού νομοθέτη, καθόσον το άρθρο 1 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 352/2003, το οποίο, στη συνέχεια, έγινε ο νόμος αριθ. 43 της 24ης Φεβρουαρίου 2004 (βλ. παράγραφο 65 παρακάτω), παρέτεινε τη δραστηριότητα των υπερβαινόντων το όριο καναλιών, μέχρι την ολοκλήρωση έρευνας από την AGCOM σχετικά με την ανάπτυξη ψηφιακών τηλεοπτικών καναλιών. Πρόσθεσε ότι το άρθρο 23, παράγραφος 5, του νόμου αριθ. 112/2004 (βλ. παράγραφο 67 παρακάτω) παρέτεινε, στη συνέχεια, με μηχανισμό γενικής έγκρισης, τη δυνατότητα των υπερβαινόντων το όριο καναλιών να συνεχίσουν τις εκπομπές σε επίγειες συχνότητες μέχρι την υλοποίηση του εθνικού προγράμματος κατανομής συχνοτήτων για την ψηφιακή τηλεόραση, με αποτέλεσμα τα εν λόγω κανάλια να μην υποχρεωθούν να ελευθερώσουν τις συχνότητες που προορίζονταν να παραχωρηθούν στους κατόχους αδειών, όπως η προσφεύγουσα εταιρεία.
31. Επομένως, ο νόμος αριθ. 112/2004 είχε ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με το Consiglio di Stato, τη μη ελευθέρωση των συχνοτήτων που προορίζονταν να παραχωρηθούν στους κατόχους αδειών αναλογικών εκπομπών και την παρεμπόδιση της συμμετοχής νέων επιχειρήσεων στην πειραματική ψηφιακή τηλεόραση.
32. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Consiglio di Stato αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και ζήτησε από το ΔΕΕ να εκδώσει προδικαστική απόφαση σχετικά με την ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και ελεύθερου ανταγωνισμού, της Οδηγίας 2002/21/ΕΚ («η οδηγία-πλαίσιο»), της Οδηγίας 2002/20/ΕΚ («η οδηγία για την αδειοδότηση»), της Οδηγίας 2002/77/ΕΚ («η σχετική με τον ανταγωνισμό οδηγία») και του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής σύμβασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
3. Απόφαση του ΔΕΕ
33. Στις 31 Ιανουαρίου 2008, το ΔΕΕ εξέδωσε απόφαση. Κήρυξε απαράδεκτα δύο ερωτήματα, κρίνοντας ότι δεν είχε επαρκείς πληροφορίες για να αποφανθεί επ’ αυτών.
34. Αναφορικά με το ερώτημα σχετικά με το άρθρο 10 της Σύμβασης, το ΔΕΕ συμπέρανε τα εξής:
«Με το πρώτο του ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο εάν οι διατάξεις του άρθρου 10 της ΕΣΑΔ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 6 ΕΕ, απαγορεύουν, όσον αφορά τις τηλεοπτικές μεταδόσεις, εθνική νομοθεσία η εφαρμογή της οποίας συνεπάγεται την αδυναμία εκπομπής εκ μέρους επιχειρήσεων που κατέχουν άδειες, όπως η Centro Europa 7, λόγω μη παραχώρησης ραδιοσυχνοτήτων.
(...)
Με τα ερωτήματα αυτά, το εθνικό δικαστήριο επιδιώκει να προσδιορίσει το αν υπάρχουν παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου προκειμένου να αποφανθεί επί του υποβληθέντος αιτήματος αποζημίωσης για τις απώλειες που απορρέουν από τις εν λόγω παραβιάσεις.
(...) το άρθρο 49 ΕΚ και, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου, τα άρθρα 5, παράγραφοι 1 και 2, δεύτερο εδάφιο, και 7, παράγραφος 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση, καθώς και το άρθρο 4 της σχετικής με τον ανταγωνισμό οδηγίας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν, όσον αφορά τις τηλεοπτικές μεταδόσεις, εθνική νομοθεσία η εφαρμογή της οποίας συνεπάγεται την αδυναμία εκπομπής εκ μέρους επιχειρήσεων που κατέχουν άδειες, λόγω μη παραχώρησης ραδιοσυχνοτήτων βάσει αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων και αναλογικών κριτηρίων.
Επομένως, η απάντηση αυτή παρέχει από μόνη της στο εθνικό δικαστήριο τη δυνατότητα να αποφανθεί επί του αιτήματος αποζημίωσης που υπεβλήθη από την Centro Europa 7 για τις απώλειες που υπέστη.
Ως εκ τούτου, κατόπιν της απάντησης του Δικαστηρίου στο δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο ερώτημα, η απόφαση επί του πρώτου και τρίτου ερωτήματος δεν είναι απαραίτητη.»
35. Όσον αφορά την ουσία, το ΔΕΕ παρατήρησε ότι τα υπάρχοντα κανάλια είχαν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις δραστηριότητες εκπομπής ως αποτέλεσμα μιας σειράς μέτρων που θεσπίστηκαν από τον εθνικό νομοθέτη, προς ζημίαν των νέων επιχειρήσεων εκπομπής, οι οποίες, ωστόσο, κατείχαν άδειες για επίγειες τηλεοπτικές μεταδόσεις. Σημείωσε ότι τα εν λόγω μέτρα συνεπάγονταν τη διαδοχική εφαρμογή μεταβατικών ρυθμίσεων προς όφελος των υφιστάμενων δικτύων και ότι αυτό είχε ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της πρόσβασης στην αγορά τηλεοπτικών μεταδόσεων, επιχειρήσεων που δεν διέθεταν συχνότητες εκπομπής, όπως η προσφεύγουσα εταιρεία, παρόλο που διέθεταν άδεια (στην περίπτωση της προσφεύγουσας εταιρείας, η άδεια χορηγήθηκε το 1999). Το ΔΕΕ έκρινε ότι:
«(...) ο νόμος αριθ. 112/2004 (...) δεν περιορίζεται μόνο στο να χορηγεί σε υφιστάμενες επιχειρήσεις ένα δικαίωμα προτεραιότητας στην απόκτηση ραδιοσυχνοτήτων, αλλά επιπλέον τους παρέχει το δικαίωμα αυτό κατ’ αποκλειστικότητα, χωρίς κανέναν χρονικό περιορισμό, με τη μορφή προνομίου που χορηγείται στις εν λόγω επιχειρήσεις και χωρίς να προβλέπεται η υποχρέωση επιστροφής των ραδιοσυχνοτήτων που υπερβαίνουν το όριο μετά τη μετάβαση στις ψηφιακές τηλεοπτικές μεταδόσεις.»
36. Το ΔΕΕ πρόσθεσε ότι η εφαρμογή των μεταβατικών σχεδίων δεν ήταν σύμφωνη με το νέο κοινό κανονιστικό πλαίσιο (ΝΚΚΠ), το οποίο υλοποίησε διατάξεις της Συνθήκης και, ειδικότερα, τις διατάξεις περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, στον τομέα των δικτύων και των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Σε αυτό το πλαίσιο, παρατήρησε ότι αρκετές διατάξεις του ΝΚΚΠ ανέφεραν ότι η κατανομή και εκχώρηση συχνοτήτων πρέπει να βασίζονται σε αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά κριτήρια. Κατά την άποψη του ΔΕΕ, τα εν λόγω κριτήρια δεν εφαρμόστηκαν στην παρούσα υπόθεση, καθώς η κατάσταση των υπαρχόντων καναλιών δεν είχε τροποποιηθεί στα πλαίσια των μεταβατικών σχεδίων και συνέχισαν τις δραστηριότητες εκπομπής προς ζημίαν επιχειρήσεων, όπως η προσφεύγουσα εταιρεία, οι οποίες δεν ήταν σε θέση να ασκήσουν τα δικαιώματά τους και να εκμεταλλευτούν την άδειά τους, αφού δεν τους είχαν εκχωρηθεί συχνότητες εκπομπής.
Επομένως, το ΔΕΕ κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα:
«(...) πρέπει να διευκρινιστεί ότι, στον τομέα των τηλεοπτικών εκπομπών, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, που προβλέπεται στο άρθρο 49 ΕΚ και υλοποιείται στον τομέα αυτό από το ΝΚΚΠ, επιτάσσει όχι μόνον τη χορήγηση αδειών εκπομπής, αλλά και την παραχώρηση ραδιοσυχνοτήτων εκπομπής. Πράγματι, μια επιχείρηση δεν μπορεί να ασκεί αποτελεσματικά τα δικαιώματα που αντλεί από το κοινοτικό δίκαιο αναφορικά με την πρόσβαση στην αγορά τηλεοπτικών μεταδόσεων εξαιτίας της έλλειψης ραδιοσυχνοτήτων εκπομπής.
(...)
Το άρθρο 49 ΕΚ και, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία-πλαίσιο), τα άρθρα 5, παράγραφοι 1 και 2, δεύτερο εδάφιο, και 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση), καθώς και το άρθρο 4 της οδηγίας 2002/77/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπουν, όσον αφορά τις τηλεοπτικές μεταδόσεις, εθνική νομοθεσία η εφαρμογή της οποίας συνεπάγεται την αδυναμία εκπομπής εκ μέρους επιχειρήσεων που κατέχουν άδειες, λόγω μη παραχώρησης ραδιοσυχνοτήτων βάσει αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων και αναλογικών κριτηρίων.»
4. Επανάληψη της διαδικασίας στο Consiglio di Stato
37. Με την απόφαση αριθ. 2622/08 της 31ης Μαΐου 2008, το Consiglio di Stato συμπέρανε ότι δεν μπορούσε να εκχωρήσει συχνότητες εκ μέρους της Κυβέρνησης ή να υποχρεώσει την Κυβέρνηση να το πράξει. Διέταξε την Κυβέρνηση να επιληφθεί του αιτήματος της προσφεύγουσας εταιρείας για συχνότητες κατά τρόπο σύμφωνο προς τα κριτήρια που διατυπώνονται από το ΔΕΕ. Συγκεκριμένα, έκανε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
«Η υιοθέτηση συγκεκριμένου μέτρου από τις αρχές σχετίζεται περισσότερο με ζητήματα εκτέλεσης και υλοποίησης παρά με αποζημίωση: σε υποθέσεις που έχουν να κάνουν με παράνομη άρνηση λήψης διοικητικών μέτρων που έχουν ζητηθεί, η υιοθέτηση του μέτρου δεν ισοδυναμεί με αποζημίωση, αλλά μάλλον με την εκτέλεση μιας υποχρέωσης δεσμευτικής για τις αρχές, εκτός εάν ο ενδιαφερόμενος ιδιωτικός φορέας υπέστη ζημία.»
38. Αναφορικά με το αίτημα κατανομής συχνοτήτων, το Consiglio di Stato παρατήρησε:
«Όταν, ωστόσο, διακυβεύονται έννομα συμφέροντα, δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη συγκεκριμένου μέσου επανόρθωσης, επειδή τυχόν αδράνεια, καθυστέρηση ή παράνομη άρνηση θα έχει πάντα επίδραση σε κατάσταση που ήταν ή παραμένει ανεπαρκής, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει τίποτα να αποκατασταθεί. Το ζήτημα που σχετίζεται με τα εν λόγω συμφέροντα αφορά την πρακτική εφαρμογή οποιασδήποτε απόφασης ακυρώνει το καταγγελλόμενο μέτρο.
(...)
Εφαρμόζοντας αυτές τις αρχές στην παρούσα υπόθεση, το Consiglio κρίνει απαράδεκτο το αίτημα του προσφεύγοντος για έκδοση διαταγής που απαιτεί από τις αρχές την εκχώρηση δικτύου ή συχνοτήτων.»
5. Απόφαση σχετικά με την αξίωση της προσφεύγουσας εταιρείας για αποζημίωση
39. Το Consiglio di Stato μετέθεσε στις 16 Δεκεμβρίου 2008 την οριστική του απόφαση σχετικά με την καταβολή αποζημίωσης στην προσφεύγουσα εταιρεία, κρίνοντας ότι ήταν απαραίτητο να περιμένει την ψήφιση των σχετικών κανονισμών από την Κυβέρνηση, προτού εκτιμήσει το ποσό.
40. Το Consiglio di Stato ζήτησε από αμφότερους τους διαδίκους να συμμορφωθούν με τις ακόλουθες απαιτήσεις έως τις 16 Δεκεμβρίου 2008. Το Υπουργείο έπρεπε, αρχικά, να διευκρινίσει ποιες συχνότητες ήταν διαθέσιμες μετά τις διαδικασίες μειοδοτικού διαγωνισμού το 1999 και γιατί αυτές δεν είχαν εκχωρηθεί στην προσφεύγουσα εταιρεία και, δεύτερον, να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό του ότι η άδεια που χορηγήθηκε στην προσφεύγουσα εταιρεία είχε λήξει το 2005.
41. Η προσφεύγουσα εταιρεία, από τη μεριά της, έπρεπε, κατόπιν σχετικού αιτήματος του Consiglio di Stato, να υποβάλει έκθεση για τις δραστηριότητές της μεταξύ των ετών 1999 και 2008, καθώς και να εξηγήσει γιατί δεν είχε συμμετάσχει στη διαδικασία μειοδοτικού διαγωνισμού το 2007 για την εκχώρηση συχνοτήτων.
42. Το Consiglio di Stato ζήτησε, επίσης, από την AGCOM να εξηγήσει γιατί δεν εφαρμόστηκε ποτέ το εθνικό σχέδιο κατανομής συχνοτήτων για επίγειες τηλεοπτικές μεταδόσεις. Τέλος, απέρριψε το αίτημα της προσφεύγουσας εταιρείας για αναστολή της προσωρινής αδειοδότησης που χορηγήθηκε σε κανάλι που ανήκει στον όμιλο Mediaset (Retequattro) για χρήση των συχνοτήτων.
43. Στην απάντησή της, η AGCOM εξήγησε στο Consiglio di Stato ότι το εθνικό σχέδιο κατανομής συχνοτήτων δεν εφαρμόστηκε παρά στις 13 Νοεμβρίου 2008. Σύμφωνα με την AGCOM, αυτή η καθυστέρηση οφειλόταν σε πολλούς παράγοντες. Πρώτον, η νομική κατάσταση ήταν περίπλοκη, επειδή ήταν δύσκολο να προσδιοριστούν οι διαθέσιμες συχνότητες εκπομπής ως αποτέλεσμα των δικαστικών αποφάσεων, οι οποίες είχαν επιτρέψει στα υπερβαίνοντα το όριο κανάλια να συνεχίσουν τις εκπομπές. Επιπλέον, οι μεταβατικές ρυθμίσεις που θέσπισε ο νόμος αριθ. 66/2001 (βλ. παραγράφους 63-64 παρακάτω), οι οποίες επέτρεψαν στα κανάλια να συνεχίσουν να εκπέμπουν αναλογικά, εμπόδισαν την εφαρμογή του σχεδίου λόγω της ασυμβατότητας μεταξύ των συμφερόντων των καναλιών που πιθανόν θα μπορούσαν να εκπέμπουν βάσει του σχεδίου και των συμφερόντων των καναλιών που δικαιούνταν νομίμως να συνεχίσουν την υπάρχουσα λειτουργία τους.
44. Η προσφεύγουσα εταιρεία κατέθεσε μια αποτίμηση εμπειρογνώμονα από την εμπορική τράπεζα Unipol, σύμφωνα με την οποία η ζημία που υπέστη ανερχόταν σε 2.175.213.345,00 ευρώ (EUR). Η αποτίμηση βασιζόταν στα κέρδη που πραγματοποίησε το Retequattro, το υπερβαίνον το όριο κανάλι που θα έπρεπε να έχει ελευθερώσει τις συχνότητες που εκχωρήθηκαν στην προσφεύγουσα εταιρεία.
45. Με την απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2009, το Consiglio di Stato, βάσει του άρθρου 2043 του Αστικού Κώδικα (βλ. παράγραφο 69 παρακάτω), διέταξε το Υπουργείο να καταβάλλει ως αποζημίωση στην προσφεύγουσα εταιρεία το ποσό του 1.041.418 ευρώ (EUR). Σημείωσε ότι για διάστημα δέκα ετών, το Υπουργείο ενήργησε με αμέλεια, έχοντας χορηγήσει στην Centro Europa 7 S.r.l. άδεια χωρίς να της εκχωρήσει κάποια συχνότητα εκπομπής.
46. Το Consiglio di Stato έκρινε ότι υπήρξε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς των διοικητικών αρχών και της εικαζόμενης ζημίας και ότι η χορήγηση άδειας στην Centro Europa 7 S.r.l. δεν της εκχωρούσε το άμεσο δικαίωμα να ασκεί την αντίστοιχη οικονομική δραστηριότητα. Συνεπώς, η αποζημίωση πρέπει να υπολογιστεί βάσει της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για την εκχώρηση των συχνοτήτων από τις αρμόδιες αρχές.
47. Κατά τη γνώμη του Consiglio di Stato, η μη κατανομή των συχνοτήτων έως τις 11 Δεκεμβρίου 2008 αποδόθηκε στις αρχές. Ως εκ τούτου, η υφιστάμενη ζημία ήταν αποτέλεσμα παράνομης πράξης για την οποία οι αρχές υπείχαν εξωσυμβατική ευθύνη, αναφορικά τόσο με την παραβίαση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης όσο και με την καθυστέρηση στην κατανομή των συχνοτήτων. Το γεγονός ότι οι αρχές ξεκίνησαν διαδικασία μειοδοτικού διαγωνισμού για τις συχνότητες το 1999, παρόλο που η κατάσταση στον τομέα εκπομπών δεν ήταν ξεκάθαρη και υπήρχαν σημαντικά τεχνικά ζητήματα, ήταν «παρακινδυνευμένο». Το Consiglio di Stato θεώρησε ότι το ζήτημα επανόρθωσης για τη ζημία που υπέστη η προσφεύγουσα εταιρεία πρέπει να λάβει υπόψιν αυτό το πλαίσιο. Η συμπεριφορά των αρχών δεν χαρακτηρίστηκε από «αξιοσημείωτη βαρύτητα» (notevole gravità) και η παράνομη πράξη αποδόθηκε, ως εκ τούτου σε «αμελή» και ακούσια συμπεριφορά εκ μέρους τους.
48. Το Consiglio di Stato πρόσθεσε ότι η εκτίμηση της χρηματικής ζημίας πρέπει να έχει ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2004, καθώς το Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάσισε ότι η «μεταβατική περίοδος», μετά την παρέλευση της οποίας θα έπρεπε να ψηφιστεί η νομοθεσία που θα έδινε τη δυνατότητα στους κατόχους άδειας να ξεκινήσουν τις μεταδόσεις, είχε λήξει στις 31 Δεκεμβρίου 2003 (βλ. παράγραφο 62 παρακάτω). Ως προς τα κριτήρια για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης που θα χορηγηθεί, το Consiglio di Stato τόνισε ότι, όσον αφορά τις απώλειες, η προσφεύγουσα εταιρεία ήταν πλήρως ενήμερη, την περίοδο της προκήρυξης διαγωνισμού, για τις περιστάσεις της υπόθεσης και για τις προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειτο η άδεια. Επιπλέον, τα γεγονότα που εμπόδισαν την κατανομή των συχνοτήτων ήταν σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμα. Συνεπώς, η προσφεύγουσα εταιρεία έπρεπε να γνωρίζει ότι ήταν απίθανο να αποκτήσει τις συχνότητες, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Επιπλέον, μπορούσε να έχει αγοράσει τις συχνότητες σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου αριθ. 66 της 20ής Μαρτίου 2001 (βλ. παράγραφο 64 παρακάτω).
Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω συμπεράσματα, το Consiglio di Stato, χωρίς να διατάξει αποτίμηση εμπειρογνώμονα, αποφάσισε να επιδικάσει στην προσφεύγουσα εταιρεία το ποσό των 391.418 EUR για τις απώλειες που υπέστη. Όσον αφορά τα διαφυγόντα κέρδη, έκρινε ότι, από 1ης Ιανουαρίου 2004, η προσφεύγουσα εταιρεία μπορούσε να έχει αποκτήσει κέρδη, αλλά δεν ήταν σε θέση να το πράξει, λόγω της καθυστέρησης στην κατανομή συχνοτήτων. Το ποσό θα μπορούσε να εκτιμηθεί στις 650.000 EUR. Αρνήθηκε να λάβει υπόψιν την αποτίμηση εμπειρογνώμονα που κατέθεσε η προσφεύγουσα εταιρεία και έκρινε ότι ήταν απίθανο να έχει αγοράσει η εταιρεία μετοχές στην αγορά, ακόμη και στην περίπτωση που τα υπερβαίνοντα το όριο κανάλια θα είχαν απελευθερώσει τις συχνότητες. Κατά την άποψη του Consiglio di Stato, η σύγκριση μεταξύ της προσφεύγουσας εταιρείας και των δύο κυρίαρχων επιχειρήσεων (Mediaset και RAI) ήταν αδικαιολόγητη, ειδικότερα επειδή δεν είχε συμπεριληφθεί η έτερη πανεθνική επιχείριση (La 7), η οποία, παρόλο που ήταν ισχυρότερη οικονομικά από την προσφεύγουσα εταιρεία, λειτουργούσε με ζημία.
II. ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ
A. Απόφαση αριθ. 225/1974 του Συνταγματικού Δικαστηρίου 225/1974
49. Με την απόφαση αριθ. 225/1974, το Συνταγματικό Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 43 του Συντάγματος, επιβεβαίωσε την αρχή του μονοπωλίου που απολαμβάνει η δημόσια κρατική τηλεόραση RAI για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Έκρινε ότι οι τεχνικοί περιορισμοί στον αριθμό των συχνοτήτων δικαιολογούν το μονοπώλιο, ενώ, επίσης, διατύπωσε την απαίτηση της αντικειμενικότητας και αμεροληψίας κατά την παροχή δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών.
B. Νόμος αριθ. 103/1975
50. Ο νόμος αριθ. 103 της 14ης Απριλίου 1975 (Nuove norme in materia di diffusione radiofonica e televisiva) μετέφερε τον έλεγχο των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών από την εκτελεστική στη νομοθετική εξουσία. Ιδρύθηκε μια κοινοβουλευτική επιτροπή δύο σωμάτων που ήταν υπεύθυνη για τη γενική διαχείριση και την εποπτεία των ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών. Το διοικητικό συμβούλιο της RAI εκείνη την εποχή διοριζόταν από το Κοινοβούλιο. Το 1979 εγκαινιάστηκε και τρίτο κανάλι του δικτύου της RAI, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στα περιφερειακά προγράμματα.
Γ. Απόφαση αριθ. 202/1976 του Συνταγματικού Δικαστηρίου 202/1976
51. Με την απόφαση αριθ. 202 της 15ης Ιουλίου 1976, το Συνταγματικό Δικαστήριο κήρυξε μη συνταγματικές τις διατάξεις του νόμου 103/1975 θεσπίζοντας μονοπώλιο ή ολιγοπώλιο στις τοπικές ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις. Λαμβάνοντας υπόψιν την εν λόγω απόφαση, οι εμπορικές επιχειρήσεις είχαν την άδεια να λειτουργούν τοπικά τηλεοπτικά κανάλια.
52. Η κατανομή και εθελοντική αναδιανομή των τοπικών συχνοτήτων στη συνέχεια ενθάρρυνε την ανάπτυξη μεγάλων περιφερειακών ή εθνικών επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένου του ομίλου Mediaset. Το πρώτο κανάλι του ομίλου ήταν το Canale 5, που ξεκίνησε να εκπέμπει σε εθνική εμβέλεια το 1980. Έως το 1984, έχοντας αναλάβει άλλα δύο κανάλια (Italia Uno και Retequattro), ο όμιλος Mediaset κατάφερε, μαζί με τη RAI, να εδραιώσει ένα «δυοπώλιο» δημόσιων και ιδιωτικών επιχειρήσεων.
Δ. Ο νόμος αριθ. 223/1990
53. Ο νόμος αριθ. 223 της 6ης Αυγούστου 1990, που τιτλοφορείται «Διατάξεις που διέπουν το δημόσιο και ιδιωτικό ραδιοτηλεοπτικό σύστημα» (Disciplina del sistema radiotelevisivo pubblico e privato), μετέφερε την εξουσία διορισμού μελών του διοικητικού συμβουλίου της RAI από την κοινοβουλευτική επιτροπή στους εισηγητές του Κοινοβουλίου και της Γερουσίας.
E. Απόφαση αριθ. 420/1994 του Συνταγματικού Δικαστηρίου
54. Με την απόφαση αριθ. 420 της 5ης Δεκεμβρίου 1994, το Συνταγματικό Δικαστήριο κήρυξε μη συνταγματικές τις διατάξεις που επιτρέπουν στα τρία κανάλια που ελέγχονται από τον όμιλο Mediaset (Canale 5, Italia Uno και Retequattro) να κατέχουν δεσπόζουσα θέση. Έκρινε ότι η διάταξη, σύμφωνα με την οποία η ίδια επιχείρηση μπορεί να κατέχει πολλές άδειες τηλεοπτικών μεταδόσεων υπό την προϋπόθεση να μην υπερβαίνει το 25% του συνολικού αριθμού των εθνικών καναλιών, δηλαδή, συνολικά τρία κανάλια, δεν ήταν αρκετή για να αποτρέψει τη συγκέντρωση τηλεοπτικών καναλιών και, συνεπώς, παραβίαζε το άρθρο 21 του Συντάγματος, καθώς δεν επέτρεπε τη διασφάλιση της πολυφωνίας στις πηγές ενημέρωσης. Το Συνταγματικό Δικαστήριο θεώρησε ότι η ύπαρξη νομοθεσίας για την αποτροπή καθιέρωσης δεσποζουσών θέσεων αποτελούσε ουσιαστική απαίτηση, προκειμένου να δικαιολογηθεί η εκχώρηση του μονοπωλίου εκ μέρους του κράτους στον ραδιοτηλεοπτικό τομέα. Η δημιουργία τέτοιων δεσποζουσών θέσεων στον εν λόγω τομέα δεν θα είχε μόνο ως αποτέλεσμα την αλλαγή των ρόλων ως προς τον ανταγωνισμό, αλλά θα οδηγούσε, επίσης, στην ανάδυση ενός ολιγοπωλίου και θα παραβίαζε τη θεμελιώδη αρχή της πολυφωνίας στις πηγές ενημέρωσης. Το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε, συνεπώς, ότι η απλή συνύπαρξη μιας κρατικής εταιρείας με ιδιωτικές εταιρείες (μικτό σύστημα) στον ραδιοτηλεοπτικό τομέα δεν επαρκούσε για να διασφαλιστεί ο σεβασμός στο δικαίωμα λήψης πληροφοριών από πολλές ανταγωνιστικές πηγές. Όπως είχε ήδη διαπιστώσει στην απόφαση αριθ. 826/1988, επαναδιαβεβαίωσε ότι μια κρατική εταιρεία δεν μπορεί να διασφαλίσει αφ’ εαυτής την ισορροπία που θα εμποδίζει την καθιέρωση μιας δεσπόζουσας θέσης στον ιδιωτικό τομέα.
55. Στις 11 Ιουνίου 1995, κατά τη διενέργεια δημοψηφίσματος, το ιταλικό εκλογικό σώμα απέρριψε με πλειοψηφία (57%) πρόταση για τροποποίηση της υπάρχουσας νομοθεσίας, απαγορεύοντας στις ιδιωτικές επιχειρήσεις να ελέγχουν περισσότερα του ενός τηλεοπτικά κανάλια.
ΣΤ. Ο νόμος αριθ. 249/1997
56. Ο νόμος αριθ. 249 της 31ης Ιουλίου 1997, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου 1998, θέσπισε την AGCOM (Autorità per le garanzie nelle comunicazioni). Το άρθρο 2, παράγραφος 6, του νόμου επέβαλε περιορισμούς συγκέντρωσης στον τομέα τηλεοπτικών μεταδόσεων, απαγορεύοντας στην ίδια επιχείρηση να κατέχει άδειες εκπομπής σε εθνική εμβέλεια σε ποσοστό άνω του 20% των τηλεοπτικών καναλιών που λειτουργούν σε επίγειες συχνότητες.
57. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, προέβλεπε ότι οι επιχειρήσεις που, βάσει του προηγούμενου νομικού πλαισίου, είχαν άδεια λειτουργίας, μπορούσαν να συνεχίσουν τη μετάδοση των προγραμμάτων τους σε εθνική και τοπική εμβέλεια, μέχρι τη χορήγηση νέων αδειών ή μέχρι την απόρριψη των αιτήσεων χορήγησης νέων αδειών και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο έως τις 30 Απριλίου 1998.
58. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, προέβλεπε ότι η AGCOM επρόκειτο να υιοθετήσει, το αργότερο έως τις 31 Ιανουαρίου 1998, ένα εθνικό σχέδιο κατανομής συχνοτήτων για τηλεοπτικές μεταδόσεις, βάσει του οποίου επρόκειτο να χορηγηθούν νέες άδειες το αργότερο έως τις 30 Απριλίου 1998.
59. Με την απόφαση αριθ. 68 της 30ής Οκτωβρίου 1998, η AGCOM υιοθέτησε το εθνικό σχέδιο κατανομής συχνοτήτων. Κατόπιν, με την απόφαση 78 της 1ης Δεκεμβρίου 1998, υιοθέτησε κανονισμούς σχετικά με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία χορήγησης αδειών για αναλογικές επίγειες τηλεοπτικές μεταδόσεις.
60. Το άρθρο 3, παράγραφος 6, του νόμου αριθ. 249/1997 θέσπισε ένα μεταβατικό σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο τα υπάρχοντα εθνικά τηλεοπτικά κανάλια που υπερέβαιναν τους περιορισμούς συγκέντρωσης που επιβλήθηκαν από το άρθρο 2, παράγραφος 6, (γνωστά ως «υπερβαίνοντα το όριο κανάλια») θα μπορούσαν να συνεχίσουν προσωρινά να εκπέμπουν σε επίγειες συχνότητες μετά την 30ή Απριλίου 1998, εφόσον συμμορφώνονταν με τις υποχρεώσεις που επιβλήθηκαν στα κανάλια που κατείχαν άδειες και εφόσον τα προγράμματά τους μεταδίδονταν ταυτόχρονα δορυφορικά ή καλωδιακά.
61. Το άρθρο 3, παράγραφος 7, του ίδιου νόμου ανέθεσε στην AGCOM τον ορισμό μιας ημερομηνίας, μέχρι την οποία, εν όψει της πραγματικής και σημαντικής αύξησης τηλεθεατών καλωδιακής ή δορυφορικής τηλεόρασης, τα υπερβαίνοντα το όριο κανάλια θα εξέπεμπαν μόνο μέσω δορυφόρου ή καλωδίου, ελευθερώνοντας, ως εκ τούτου, επίγειες συχνότητες.
Η. Απόφαση αριθ. 466/2002 του Συνταγματικού Δικαστηρίου
62. Στις 20 Νοεμβρίου 2002, το Συνταγματικό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση αναφορικά με το άρθρο 3, παράγραφος 7, του νόμου 249/1997. Έκρινε ότι η μεταβατική περίοδος που προβλεπόταν στην εν λόγω διάταξη ήταν αποδεκτή, δεδομένου ότι, την περίοδο ψήφισης του νόμου, το εναλλακτικό μέσο μετάδοσης στην Ιταλία δεν μπορούσε να θεωρηθεί ανταγωνιστικό σε σχέση με τον παραδοσιακό αναλογικό τρόπο μετάδοσης, από όπου προέκυψε και η ανάγκη θέσπισης μιας μεταβατικής περιόδου, προκειμένου να προωθηθεί η ανάπτυξη του ψηφιακού τρόπου μετάδοσης. Ωστόσο, το Συνταγματικό Δικαστήριο κήρυξε μη συνταγματικό τον μη καθορισμό συγκεκριμένης καταληκτικής ημερομηνίας για τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Αναφερόμενο στα τεχνικά συμπεράσματα που διατυπώνονται στην απόφαση αριθ. 346/2001 της AGCOM, τα οποία προέκυψαν από μελέτη σχετικά με τον αριθμό των τηλεθεατών καλωδιακής και δορυφορικής τηλεόρασης στην Ιταλία, απεφάνθη ότι η 31η Δεκεμβρίου 2003 ήταν μια εύλογη ημερομηνία για να λήξει η μεταβατική περίοδος.
Το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε, συγκεκριμένα, ότι:
«(...) το τρέχον σύστημα ιδιωτικής τηλεόρασης στην Ιταλία που λειτουργεί αναλογικά σε εθνικό επίπεδο προήλθε από καταστάσεις απλής de facto κατοχής συχνοτήτων (λειτουργία εγκαταστάσεων χωρίς άδειες και εξουσιοδοτήσεις) και δεν σχετιζόταν με κάποια επιθυμία για μεγαλύτερη πολυφωνία στην κατανομή των συχνοτήτων και για σωστό σχεδιασμό των επίγειων μεταδόσεων (...) Συνεπώς, αυτή η de facto κατάσταση δεν εγγυάται τον σεβασμό για εξωτερική πολυφωνία στην ενημέρωση, που αποτελεί «ουσιαστική απαίτηση» που προβλέπεται στη σχετική συνταγματική νομολογία (...) Σε αυτό το πλαίσιο, δεδομένης της επιμονής (και επιδείνωσης) μιας κατάστασης που κρίθηκε παράνομη στην απόφαση αριθ. 420/1994 και της συνεχιζόμενης λειτουργίας των καναλιών που θεωρήθηκαν «υπερβαίνοντα το όριο» από τη νομοθεσία το 1997, πρέπει να οριστεί μια καταληκτική ημερομηνία απολύτως σίγουρη, οριστική και, ως εκ τούτου, δεσμευτική, προκειμένου να διασφαλιστεί η συμβατότητα με τους συνταγματικούς κανόνες (...)»
Η. Ο νόμος αριθ. 66/2001
63. Το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 5 της 23ης Ιανουαρίου 2001, το οποίο, μετά την τροποποίησή του, έγινε ο νόμος αριθ. 66 της 20ής Μαρτίου 2001, επέτρεψε στις επιχειρήσεις που ασχολούνταν νομίμως με τις τηλεοπτικές μεταδόσεις σε επίγειες συχνότητες να συνεχίσουν να εκπέμπουν, μέχρι να εφαρμοστεί το εθνικό σχέδιο κατανομής συχνοτήτων για την ψηφιακή τηλεόραση.
64. Το άρθρο 1 προέβλεπε ότι οι επιχειρήσεις που δεν εξέπεμπαν εκείνη την περίοδο, αλλά διέθεταν άδεια, μπορούσαν να αγοράσουν εγκαταστάσεις και συνδέσεις εκπομπής που χρησιμοποιούνταν νομίμως κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νομοθετικού διατάγματος.
Το άρθρο 2 bis προβλέπει:
«Προκειμένου να διασφαλιστεί το άνοιγμα της ψηφιακής επίγειας τηλεοπτικής αγοράς, οι επιχειρήσεις που ασχολούνται νομίμως με τις ψηφιακές τηλεοπτικές μεταδόσεις, μέσω δορυφόρου ή μέσω καλωδίου, δύνανται να διεξάγουν δοκιμές επαναλαμβάνοντας ταυτόχρονα προγράμματα που έχουν ήδη μεταδοθεί σε αναλογικές συχνότητες.»
I. Ο νόμος αριθ. 43 της 24ης Φεβρουαρίου 2004 και ο νόμος αριθ. 112 της 3ης Μαΐου 2004
65. Το άρθρο 1 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 352 της 24ης Δεκεμβρίου 2003, το οποίο, μετά την τροποποίησή του, έγινε ο νόμος αριθ. 43 της 24ης Φεβρουαρίου 2004, επέτρεψε στα υπερβαίνοντα το όριο κανάλια να συνεχίσουν να εκπέμπουν σε αναλογικά και ψηφιακά τηλεοπτικά δίκτυα, μέχρι την ολοκλήρωση έρευνας σχετικά με την ανάπτυξη ψηφιακών τηλεοπτικών καναλιών.
66. Ο νόμος αριθ. 112 της 3ης Μαΐου 2004 (γνωστός ως «νόμος Gasparri») καθόρισε τα διαφορετικά στάδια για την έναρξη των ψηφιακών μεταδόσεων σε επίγειες συχνότητες.
67. Το άρθρο 23 του νόμου προβλέπει:
«1. Καθώς εκκρεμεί η εφαρμογή του εθνικού σχεδίου κατανομής συχνοτήτων για την ψηφιακή τηλεόραση, οι επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες τηλεοπτικών μεταδόσεων σε οποιαδήποτε βάση σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο και πληρούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση άδειας όσον αφορά την πραγματοποίηση ψηφιακών επίγειων δοκιμαστικών μεταδόσεων, σύμφωνα με (...) το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 5 [της 23ης Ιανουαρίου 2001], το οποίο, μετά την τροποποίησή του, έγινε ο νόμος αριθ. 66 [της 20ής Μαρτίου 2001], δύνανται να διεξάγουν τέτοιου είδους δοκιμές, συμπεριλαμβανομένων των ταυτόχρονων επαναλήψεων προγραμμάτων που έχουν ήδη μεταδοθεί σε αναλογικές συχνότητες, μέχρι την ολοκλήρωση της μετατροπής των δικτύων, καθώς και να υποβάλλουν αιτήσεις, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, (...) για τις απαραίτητες άδειες και εξουσιοδοτήσεις για ψηφιακές επίγειες μεταδόσεις.
2. Οι δοκιμαστικές ψηφιακές εκπομπές δύνανται να διεξαχθούν σε εγκαταστάσεις που εκπέμπουν νομίμως σε αναλογικές συχνότητες κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου.
3. Προκειμένου να καταστεί δυνατή η δημιουργία ψηφιακών δικτύων, επιτρέπονται οι μεταβιβάσεις εγκαταστάσεων ή κλάδων επιχειρήσεων μεταξύ φορέων που ασχολούνται νομίμως με τις τηλεοπτικές μεταδόσεις σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω αγορές προορίζονται για ψηφιακές μεταδόσεις.
(...)
5. Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, χορηγείται άδεια λειτουργίας τηλεοπτικού καναλιού, κατόπιν αιτήματος, σε όσους ασχολούνται νομίμως με τις τηλεοπτικές μεταδόσεις δυνάμει άδειας ή γενικής εξουσιοδότησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 παραπάνω, εφόσον μπορούν να αποδείξουν ότι το ποσοστό του τοπικού πληθυσμού ή γεωγραφικού χώρου που καλύπτουν δεν υπολείπεται του 50%.
(...)
9. Προκειμένου να διευκολυνθεί η μετατροπή του αναλογικού συστήματος σε ψηφιακό, η μετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων συνεχίζεται με τη χρήση εγκαταστάσεων που λειτουργούν νομίμως κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου (...)»
68. Η AGCOM ενέκρινε ένα αρχικό σχέδιο κατανομής συχνοτήτων για εθνικά και περιφερειακά κανάλια στις 29 Ιανουαρίου 2003 και το «ολοκληρωμένο σχέδιο», που συμπλήρωνε το «σχέδιο πρώτου επιπέδου» με ένα «σχέδιο δεύτερου επιπέδου» (κατανομή συχνοτήτων σε τοπικά κανάλια), στις 12 Νοεμβρίου 2003.
Κ. Άρθρο 2043 του Αστικού Κώδικα
69. Η εν λόγω διάταξη αναφέρει τα εξής:
«Κάθε παράνομη πράξη που προκαλεί ζημία σε άλλον καθιστά τον δράστη υπόχρεο σε αποζημίωση, σύμφωνα με το αστικό δίκαιο.»
III. ΣΧΕΤΙΚΑ ΔΙΕΘΝΗ ΚΕΙΜΕΝΑ
A. Έγγραφα του Συμβουλίου της Ευρώπης
1. Σύσταση αριθ. R (99) 1 της Επιτροπής Υπουργών προς τα κράτη μέλη σχετικά με τα μέτρα για την προώθηση της πολυφωνίας στα μέσα μαζικής ενημέρωσης
70. Τα σχετικά σημεία της εν λόγω σύστασης, που υιοθετήθηκε από την Επιτροπή Υπουργών στις 19 Ιανουαρίου 1999 στην 656η συνεδρίαση των αναπληρωτών τους, αναφέρουν τα εξής:
«Η Επιτροπή Υπουργών, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 15.β του Καταστατικού του Συμβουλίου της Ευρώπης,
(...)
Τονίζοντας, επίσης, ότι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και συγκεκριμένα ο τομέας των δημόσιων τηλεοπτικών μεταδόσεων, θα έπρεπε να επιτρέπει την έκφραση σε διαφορετικές ομάδες και συμφέροντα στην κοινωνία, συμπεριλαμβανομένων των γλωσσικών, κοινωνικών, οικονομικών, πολιτιστικών ή πολιτικών μειονοτήτων,
Επισημαίνοντας ότι η ύπαρξη πολλαπλών αυτόνομων και ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο ενισχύει γενικά την πολυφωνία και τη δημοκρατία,
Υπενθυμίζοντας ότι η πολιτική και πολιτιστική πολυμορφία του είδους και του περιεχομένου των μέσων μαζικής ενημέρωσης είναι πρωταρχικής σημασίας για την πολυφωνία στα μέσα μαζικής ενημέρωσης,
Τονίζοντας ότι τα κράτη πρέπει να προωθούν την πολιτική και πολιτιστική πολυφωνία, αναπτύσσοντας την πολιτική τους όσον αφορά τα μέσα ενημέρωσης σύμφωνα με το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής σύμβασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου, η οποία εγγυάται την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, και δείχνοντας τον πρέποντα σεβασμό στην αρχή της ανεξαρτησίας των μέσων ενημέρωσης,
(...)
Σημειώνοντας ότι υπάρχουν ήδη ορισμένες περιπτώσεις ανασχετικών παραγόντων στον τομέα των νέων τεχνολογιών και υπηρεσιών των επικοινωνιών, όπως έλεγχος επί των συστημάτων πρόσβασης υπό όρους όσον αφορά τις ψηφιακές τηλεοπτικές υπηρεσίες,
Σημειώνοντας, επίσης, ότι η καθιέρωση δεσποζουσών θέσεων και η ανάπτυξη συγκεντρώσεων των μέσων ενημέρωσης ενδέχεται να προωθείται από την τεχνολογική σύγκλιση μεταξύ των τομέων μεταδόσεων, τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής,
(...)
Πεπεισμένη ότι η διαφάνεια όσον αφορά τον έλεγχο των επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένων των παρόχων περιεχομένου και υπηρεσιών των νέων υπηρεσιών επικοινωνιών, μπορεί να συμβάλει στην ύπαρξη ενός πλουραλιστικού πεδίου στα μέσα ενημέρωσης,
(...)
Υπενθυμίζοντας, επίσης, τις διατάξεις σχετικά με την πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης που περιλαμβάνονται στο Πρωτόκολλο τροποποίησης της Ευρωπαϊκής σύμβασης για τη διασυνοριακή τηλεόραση,
Λαμβάνοντας υπόψη την εργασία που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων διεθνών οργανισμών στον τομέα των συγκεντρώσεων των μέσων ενημέρωσης και της πολυφωνίας,
Συνιστά στις κυβερνήσεις των κρατών μελών:
i. να εξετάσουν τα μέτρα που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της παρούσας σύστασης και να σκεφθούν τη συμπερίληψη αυτών στην εθνική τους νομοθεσία ή πρακτική, όπου είναι απαραίτητο, με απώτερο σκοπό να προωθήσουν την πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης,
ii. να αξιολογούν σε τακτική βάση την αποτελεσματικότητα των υπαρχόντων μέτρων για την προώθηση της πολυφωνίας και/ή των μηχανισμών για την αποτροπή της συγκέντρωσης και να εξετάζουν την πιθανή ανάγκη αναθεώρησής τους, λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις στον τομέα των μέσων ενημέρωσης.»
2. Σύσταση Rec(2003)9 της Επιτροπής Υπουργών προς τα κράτη μέλη σχετικά με τα μέτρα για την προώθηση της δημοκρατικής και κοινωνικής συμβολής των ψηφιακών μεταδόσεων
71. Τα σχετικά σημεία της εν λόγω σύστασης, που υιοθετήθηκε από την Επιτροπή Υπουργών στις 28 Μαΐου 2003 στην 840ή συνεδρίαση των αναπληρωτών τους, αναφέρουν τα εξής:
«...
Υπενθυμίζοντας ότι η ύπαρξη μεγάλης ποικιλίας ανεξάρτητων και αυτόνομων μέσων ενημέρωσης, που επιτρέπουν την έκφραση ποικίλων ιδεών και απόψεων, όπως διατυπώνεται στη διακήρυξή της για την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης της 29ης Απριλίου 1982, είναι σημαντική για τις δημοκρατικές κοινωνίες,
Λαμβάνοντας υπόψη το ψήφισμα αριθ. 1 σχετικά με το μέλλον των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών που υιοθετήθηκε κατά την 4η Ευρωπαϊκή Υπουργική Συνδιάσκεψη επί της πολιτικής στον τομέα των μέσων μαζικής ενημέρωσης (Πράγα, 7‑8 Δεκεμβρίου 1994), και υπενθυμίζοντας τη σύστασή της R (96) 10 σχετικά με τις εγγυήσεις της ανεξαρτησίας των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών,
Τονίζοντας τον ειδικό ρόλο των ραδιοτηλεοπτικών μέσων και, συγκεκριμένα των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών, στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες, δηλαδή την υποστήριξη των αξιών στις οποίες βασίζονται οι πολιτικές, νομικές και κοινωνικές δομές των δημοκρατικών κοινωνιών και, συγκεκριμένα, ο σεβασμός για τα δικαιώματα του ανθρώπου, τον πολιτισμό και την πολιτική πολυφωνία,
(...)
Σημειώνοντας ότι παράλληλα με την αύξηση του αριθμού των καναλιών στο ψηφιακό περιβάλλον, η συγκέντρωση στον τομέα των μέσων ενημέρωσης εξακολουθεί να αυξάνεται, ιδίως στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, και υπενθυμίζοντας στα κράτη μέλη τις αρχές που διατυπώνονται στη σύσταση R (99) 1 σχετικά με τα μέτρα για την προώθηση της πολυφωνίας στα μέσα ενημέρωσης και συγκεκριμένα όσες αφορούν τους κανόνες ιδιοκτησίας στον τομέα των μέσων ενημέρωσης, την πρόσβαση σε πλατφόρμες και την ποικιλομορφία του περιεχομένου των μέσων ενημέρωσης,
(...)
Συνιστά στις κυβερνήσεις των κρατών μελών, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που ορίζονται στο παράρτημα:
a. να δημιουργήσουν ικανές νομικές και οικονομικές συνθήκες για την ανάπτυξη των ψηφιακών μεταδόσεων που θα εγγυώνται την πολυφωνία στις ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες και τη δημόσια πρόσβαση σε διευρυμένες επιλογές και ποικιλία ποιοτικών προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένης της διατήρησης και, όπου είναι δυνατό, της επέκτασης των διαθέσιμων διασυνοριακών υπηρεσιών,
b. να προστατεύουν και, εάν είναι απαραίτητο, να λαμβάνουν θετικά μέτρα για τη διασφάλιση και την προώθηση της πολυφωνίας στα μέσα ενημέρωσης, προκειμένου να αντισταθμίζουν την αυξανόμενη συγκέντρωση σε αυτόν τον τομέα,
(...)»
3. Σύσταση CM/Rec(2007)2 της Επιτροπής Υπουργών προς τα κράτη μέλη σχετικά με την πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης και την ποικιλομορφία του περιεχομένου των μέσων ενημέρωσης
72. Τα σχετικά σημεία της εν λόγω σύστασης, που υιοθετήθηκε από την Επιτροπή Υπουργών στις 31 Ιανουαρίου 2007 στην 985η συνεδρίαση των αναπληρωτών τους, αναφέρουν τα εξής:
«...
Υπενθυμίζοντας το άρθρο 10 της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ETS αριθ. 5), που εγγυάται την ελευθερία έκφρασης και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών, χωρίς την επέμβαση των δημόσιων αρχών και ασχέτως συνόρων,
Υπενθυμίζοντας τη διακήρυξή της σχετικά με την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, που υιοθετήθηκε στις 29 Απριλίου 1982, η οποία τονίζει ότι η ελεύθερη ροή και ευρεία κυκλοφορία κάθε είδους πληροφοριών διασυνοριακά είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τη διεθνή κατανόηση, την προσέγγιση των λαών και τον αμοιβαίο εμπλουτισμό των πολιτισμών,
Υπενθυμίζοντας τη σύστασή της Rec(2000)23 σχετικά με την ανεξαρτησία και τις λειτουργίες των ρυθμιστικών αρχών για τον ραδιοτηλεοπτικό τομέα και την αιτιολογική της έκθεση, η οποία τονίζει τη σημασία της πολιτικής, οικονομικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των ραδιοτηλεοπτικών ρυθμιστικών φορέων,
Υπενθυμίζοντας τις ευκαιρίες που παρέχουν οι ψηφιακές τεχνολογίες, καθώς και τους πιθανούς κινδύνους που σχετίζονται με αυτές στις σύγχρονες κοινωνίες, όπως αναφέρεται στη σύσταση Rec(2003)9 σχετικά με τα μέτρα για την προώθηση της δημοκρατικής και κοινωνικής συμβολής των ψηφιακών μεταδόσεων,
Υπενθυμίζοντας τη σύστασή της αριθ. R (99) 1 σχετικά με τα μέτρα για την προώθηση της πολυφωνίας στα μέσα ενημέρωσης και τη σύστασή της αριθ. R (94) 13 σχετικά με τα μέτρα για την προώθηση της διαφάνειας στα μέσα ενημέρωσης, οι διατάξεις της οποίας πρέπει να ισχύουν από κοινού σε όλα τα μέσα ενημέρωσης,
Σημειώνοντας ότι, από τότε που υιοθετήθηκαν οι συστάσεις αριθ. R (99) 1 και αριθ. R (94) 13, πραγματοποιήθηκαν σημαντικές τεχνολογικές εξελίξεις, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την αναθεώρηση των εν λόγω κειμένων, προκειμένου αυτά να προσαρμοστούν στην τρέχουσα κατάσταση του τομέα των μέσων ενημέρωσης στην Ευρώπη,
(...)
Επιβεβαιώνοντας ότι η πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης και η ποικιλομορφία του περιεχομένου των μέσων ενημέρωσης είναι ουσιαστικής σημασίας για τη λειτουργία μιας δημοκρατικής κοινωνίας και αποτελούν απόρροια του θεμελιώδους δικαιώματος στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 10 της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών,
Εκτιμώντας ότι θα υπάρξει πλήρης συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 10 της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, μόνον εάν κάθε άτομο έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει την προσωπική του άποψη από διάφορες πηγές πληροφόρησης,
Αναγνωρίζοντας την καίρια συμβολή των μέσων ενημέρωσης στην ενίσχυση του δημόσιου διαλόγου, της πολιτικής πολυφωνίας και της γνωστοποίησης των διαφόρων απόψεων, ιδίως παρέχοντας σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των πολιτιστικών, γλωσσικών, εθνοτικών, θρησκευτικών ή άλλων μειονοτήτων, τη δυνατότητα να λάβουν ή να μεταδώσουν πληροφορίες, να εκφράσουν την άποψή τους και να ανταλλάξουν ιδέες,
(...)
Επιβεβαιώνοντας ότι, προκειμένου να προστατέψουν και να προωθήσουν ενεργά την πολυφωνία όσον αφορά την έκφραση ιδεών και απόψεων, καθώς και την πολιτιστική ποικιλομορφία, τα κράτη μέλη πρέπει να προσαρμόσουν τα υφιστάμενα κανονιστικά πλαίσια, ιδίως αναφορικά με την ιδιοκτησία στον τομέα των μέσων ενημέρωσης, και να υιοθετήσουν όποιο κανονιστικό και οικονομικό μέτρο απαιτείται για τη διασφάλιση της διαφάνειας στα μέσα ενημέρωσης και της δομικής πολυφωνίας, καθώς και της ποικιλομορφίας του περιεχομένου που διανέμεται,
(...)
Λαμβάνοντας υπόψη ότι η εθνική πολιτική στον τομέα των μέσων ενημέρωσης ενδέχεται να εστιάζει στη διαφύλαξη της ανταγωνιστικότητας των εγχώριων εταιρειών μέσων ενημέρωσης στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης των αγορών και ότι τα φαινόμενα συγκέντρωσης μέσων ενημέρωσης σε διακρατικό επίπεδο μπορούν να επιδράσουν αρνητικά στην ποικιλομορφία του περιεχομένου,
Συνιστά στις κυβερνήσεις των κρατών μελών:
i. να σκεφτούν να συμπεριλάβουν στην εθνική νομοθεσία ή πρακτική τα μέτρα που ορίζονται παρακάτω,
ii. να αξιολογούν σε εθνικό επίπεδο, τακτικά, την αποτελεσματικότητα των υπαρχόντων μέτρων για την προώθηση της πολυφωνίας στα μέσα ενημέρωσης και της ποικιλομορφίας του περιεχομένου και να εξετάζουν την πιθανή ανάγκη αναθεώρησής τους, λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές, τεχνολογικές και κοινωνικές εξελίξεις στον τομέα των μέσων ενημέρωσης,
iii. να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τη δομή των μέσων ενημέρωσης, την εθνική νομοθεσία και τις μελέτες αναφορικά με τη συγκέντρωση και την ποικιλομορφία των μέσων ενημέρωσης.
Συνιστώμενα μέτρα
I. Μέτρα που προωθούν τη δομική πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης
1. Γενική αρχή
1.1. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώκουν την ύπαρξη επαρκούς ποικιλίας μέσων ενημέρωσης, τα οποία να παρέχονται από αρκετές διαφορετικές, ιδιωτικές και δημόσιες, επιχειρήσεις και να είναι διαθέσιμα στο κοινό, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά της αγοράς των μέσων ενημέρωσης, ιδίως τις ιδιαίτερες πτυχές που σχετίζονται με το εμπόριο και τον ανταγωνισμό.
1.2. Όταν η εφαρμογή των γενικών κανόνων ανταγωνισμού στον τομέα των μέσων ενημέρωσης και η ρύθμιση όσον αφορά την πρόσβαση δεν αρκούν για τη διασφάλιση της τήρησης των απαιτήσεων σχετικά με την πολιτιστική ποικιλομορφία και την πολυφωνία όσον αφορά την έκφραση ιδεών και απόψεων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υιοθετούν συγκεκριμένα μέτρα.
(...)
1.4. Κατά την προσαρμογή του κανονιστικού τους πλαισίου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δείχνουν ιδιαίτερη προσοχή στην ανάγκη αποτελεσματικού και πρόδηλου διαχωρισμού μεταξύ της άσκησης πολιτικής εξουσίας ή επιρροής και του ελέγχου των μέσων ενημέρωσης ή της λήψης αποφάσεων όσον αφορά το περιεχόμενο των μέσων ενημέρωσης.
(...)
4. Άλλα μέσα ενημέρωσης που συμβάλλουν στην πολυφωνία και την ποικιλομορφία
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη άλλων μέσων ενημέρωσης ικανών να συμβάλλουν στην πολυφωνία και την ποικιλομορφία και να παρέχουν έδαφος για διάλογο. Τα εν λόγω μέσα ενημέρωσης θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να λάβουν τη μορφή μιας κοινότητας, τοπικής μειονότητας ή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. (...)
II. Μέτρα που προωθούν την ποικιλομορφία του περιεχομένου
(...)
3. Κατανομή αδειών εκπομπής και κανόνες μεταφοράς σήματος / υποχρέωσης προσφοράς
3.1. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να σκεφτούν την εισαγωγή μέτρων για την προώθηση και την παρακολούθηση της παραγωγής και παροχής ποικίλου περιεχομένου από τις εταιρείες των μέσων ενημέρωσης. Όσον αφορά τον τομέα τηλεοπτικών μεταδόσεων, τα εν λόγω μέτρα θα μπορούσαν να ζητούν, για την έκδοση άδειας μεταδόσεων, η παραγωγή ή λειτουργία ορισμένου αριθμού πρωτότυπων προγραμμάτων, ιδίως όσων σχετίζονται με ειδήσεις και ζητήματα επικαιρότητας, να γίνεται από ραδιοτηλεοπτικούς φορείς.
3.2. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να σκεφτούν τη θέσπιση κανόνων που θα στοχεύουν στη διατήρηση ενός πλουραλιστικού τοπίου στα τοπικά μέσα ενημέρωσης, διασφαλίζοντας ιδιαιτέρως ότι οι κοινοπραξίες, δηλαδή η συγκεντρωτική παροχή προγραμμάτων και σχετικών υπηρεσιών, δεν θέτουν σε κίνδυνο την πολυφωνία.
3.3. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέψουν, όπου είναι απαραίτητο, την υιοθέτηση κανόνων μεταφοράς σήματος για άλλα μέσα διανομής και πλατφόρμες παράδοσης εκτός από τα καλωδιακά δίκτυα. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη τη διαδικασία ψηφιοποίησης, ειδικά την αυξημένη ικανότητα των δικτύων και τον πολλαπλασιασμό των διαφορετικών δικτύων, τα κράτη μέλη θα πρέπει ανά διαστήματα να ελέγχουν τους κανόνες μεταφοράς σήματος που έχουν, προκειμένου να βεβαιωθούν ότι εξακολουθούν να πληρούν τους σαφώς καθορισμένους στόχους γενικού συμφέροντος. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν τη συνάφεια μιας υποχρέωσης προσφοράς παράλληλα με τους κανόνες μεταφοράς σήματος, ούτως ώστε να ενθαρρύνουν τις εταιρίες των δημόσιων μέσων ενημέρωσης και των βασικών εμπορικών μέσων ενημέρωσης να θέσουν τα κανάλια τους στη διάθεση των επιχειρήσεων δικτύων που επιθυμούν να τα μεταφέρουν. Στα μέτρα που θα προκύψουν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι υποχρεώσεις σχετικά με τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας.»
4. Ψήφισμα 1387 (2004) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης σχετικά με τη μονοπώληση των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης και την πιθανή κατάχρηση εξουσίας στην Ιταλία
73. Το εν λόγω ψήφισμα, που υιοθετήθηκε από την Κοινοβουλευτική Συνέλευση στις 24 Ιουνίου 2004, αναφέρει τα εξής:
«1. Η Ιταλία είναι ιδρυτικό μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης και υποστηρίζει ένθερμα τα ιδανικά που αυτό αντιπροσωπεύει. Συνεπώς, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση ανησυχεί για τη συγκέντρωση της πολιτικής και εμπορικής εξουσίας και της ισχύος των μέσων ενημέρωσης στα χέρια ενός ανθρώπου, του πρωθυπουργού Σίλβιο Μπερλουσκόνι.
2. Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση δεν μπορεί να δεχτεί ότι αυτή η αντικανονικότητα ελαχιστοποιείται, με το σκεπτικό ότι αποτελεί μόνο δυνητικό πρόβλημα. Η δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο από την καθημερινή της λειτουργία, αλλά και από τις αρχές που υποστηρίζει η χώρα όσον αφορά τους πολίτες της, αλλά και διεθνώς. Η Συνέλευση υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τα κράτη έχουν υποχρέωση να προστατεύουν και, όταν απαιτείται, να λαμβάνουν θετικά μέτρα για τη διασφάλιση και την προώθηση της πολυφωνίας στα μέσα ενημέρωσης.
3. Η Συνέλευση αποδοκιμάζει το γεγονός ότι πολλαπλές διαδοχικές ιταλικές κυβερνήσεις από το 1994 δεν κατάφεραν να επιλύσουν το πρόβλημα σύγκρουσης συμφερόντων και ότι το σημερινό κοινοβούλιο δεν έχει ακόμη υιοθετήσει την κατάλληλη νομοθεσία. Διαφωνεί με το γεγονός ότι η κυρίαρχη αρχή του νομοσχεδίου Frattini που βρίσκεται υπό συζήτηση επί του παρόντος και προβλέπει ότι μόνο οι διαχειριστές και όχι οι ιδιοκτήτες θα υπέχουν ευθύνη, παρέχει αληθινή και εκτενή λύση στη σύγκρουση συμφερόντων σχετικά με τον κ. Μπερλουσκόνι.
4. Μέσω της Mediaset, τον κύριο εμπορικό όμιλο επικοινωνιών και ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών της Ιταλίας και έναν από τους μεγαλύτερους στον κόσμο, ο κ. Μπερλουσκόνι κατέχει περίπου τις μισές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες εθνικής εμβέλειας στη χώρα. Ο ρόλος του ως αρχηγού της κυβέρνησης του δίνει, επίσης, τη δυνατότητα να επηρεάζει έμμεσα τον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα, RAI, που αποτελεί τον κύριο ανταγωνιστή της Mediaset. Καθώς η Mediaset και η RAI ελέγχουν μαζί το 90% σχεδόν του τηλεοπτικού κοινού και πάνω από τα τρία τέταρτα των πόρων σε αυτόν τον τομέα, ο κ. Μπερλουσκόνι ασκεί πρωτοφανή έλεγχο στα ισχυρότερα μέσα ενημέρωσης στην Ιταλία.
5. Αυτό το δυοπώλιο στην τηλεοπτική αγορά αποτελεί αντικανονικότητα εξεταζόμενο υπό αντιμονοπωλιακή οπτική. Η υπάρχουσα κατάσταση διατηρήθηκε, παρόλο που οι νομικές διατάξεις σχετικά με την πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης κηρύχθηκαν δύο φορές αντισυνταγματικές, και οι αρμόδιες αρχές καθιέρωσαν τη δεσπόζουσα θέση της RAI και των τριών τηλεοπτικών καναλιών της Mediaset. Η εν λόγω κατάσταση περιγράφεται επακριβώς σε πρόσφατο διάταγμα του πρωθυπουργού, που εγκρίθηκε από το κοινοβούλιο, βάσει του οποίου το τρίτο κανάλι της RAI και το κανάλι Retequattro της Mediaset έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τη λειτουργία τους, κατά παράβαση των υφιστάμενων αντιμονοπωλιακών ορίων μέχρι την υιοθέτηση νέας νομοθεσίας. Ο ανταγωνισμός στον τομέα των μέσων ενημέρωσης διαστρεβλώθηκε περαιτέρω από το γεγονός ότι η διαφημιστική εταιρεία της Mediaset, Publitalia ’80, έχει δεσπόζουσα θέση στον χώρο της τηλεοπτικής διαφήμισης. Η Συνέλευση αποδοκιμάζει τον συνεχή αποκλεισμό ενός δυνητικού εθνικού ραδιοτηλεοπτικού φορέα, του Europa 7, που κέρδισε τον μειοδοτικό διαγωνισμό που προκήρυξε η κυβέρνηση το 1999 για να εκπέμπει σε συχνότητες που κατείχε το κανάλι Retequattro της Mediaset.
6. Η Συνέλευση πιστεύει ότι ο «νόμος Gasparri» που υιοθετήθηκε προσφάτως σχετικά με τη μεταρρύθμιση στον ραδιοτηλεοπτικό τομέα ενδεχομένως να μην διασφαλίσει αποτελεσματικά την ύπαρξη μεγαλύτερης πολυφωνίας απλώς μέσω του πολλαπλασιασμού των τηλεοπτικών καναλιών κατά την ψηφιοποίηση. Παράλληλα, επιτρέπει με προφανή τρόπο στη Mediaset να επεκταθεί ακόμη περισσότερο, καθώς παρέχει στους παράγοντες της αγοράς τη δυνατότητα να έχουν μονοπώλιο σε έναν δεδομένο τομέα, χωρίς να φτάνουν ποτέ το αντιμονοπωλιακό όριο στο συνολικό ολοκληρωμένο σύστημα επικοινωνιών (SIC). Η Συνέλευση σημειώνει ότι αυτές οι ανησυχίες οδήγησαν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να αντιταχθεί στην προηγούμενη εκδοχή του νόμου.
7. Η Συνέλευση ανησυχεί ιδιαίτερα για την κατάσταση της RAI, η οποία αντιβαίνει στις αρχές της ανεξαρτησίας που ορίζονται στη σύσταση 1641 (2004) της Συνέλευσης σχετικά με τις δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες. Η RAI αποτελούσε πάντοτε καθρέπτη του πολιτικού συστήματος της χώρας και η εσωτερική της πολυφωνία μετατοπίστηκε από την αναλογική αντιπροσώπευση των κυρίαρχων πολιτικών ιδεολογιών στο παρελθόν στη νοοτροπία του τρέχοντος πολιτικού συστήματος, σύμφωνα με την οποία όλα ανήκουν στον νικητή. Η Συνέλευση επισημαίνει με ανησυχία τις παραιτήσεις του προέδρου της RAI και ενός εκ των πλέον δημοφιλών δημοσιογράφων της χώρας ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την έλλειψη ισορροπημένης πολιτικής εκπροσώπησης στο διοικητικό συμβούλιο και για την πολιτική επιρροή στον σχεδιασμό του προγράμματος της RAI.
8. Ενώ τα έντυπα μέσα ενημέρωσης στην Ιταλία παρείχαν παραδοσιακά μεγαλύτερη πολυφωνία και πολιτική ισορροπία από ό,τι ο ραδιοτηλεοπτικός τομέας, οι περισσότεροι Ιταλοί ενημερώνονται για την επικαιρότητα από την τηλεόραση. Το υψηλό κόστος της εφημερίδας σε σύγκριση με την τηλεοπτική διαφήμιση έχει αρνητικό αντίκτυπο στα ιταλικά έντυπα μέσα. Ωστόσο, η Συνέλευση επιθυμεί να δηλώσει την έγκρισή της για τα κυβερνητικά μέτρα που στοχεύουν στην παροχή βοήθειας στις μικρομεσαίες εφημερίδες και για άλλα μέτρα με σκοπό την ενίσχυση του αναγνωστικού κοινού των εφημερίδων.
9. Η Συνέλευση ανησυχεί ιδιαίτερα για το ότι η αρνητική εικόνα που παρουσιάζει διεθνώς η Ιταλία λόγω της σύγκρουσης συμφερόντων αναφορικά με τον κ. Μπερλουσκόνι, θα μπορούσε να βλάψει τις προσπάθειες του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προώθηση ανεξάρτητων και αμερόληπτων μέσων ενημέρωσης στις νέες δημοκρατίες. Θεωρεί ότι η Ιταλία, ως εκ των ισχυρότερων συνεισφερόντων στη λειτουργία του οργανισμού, έχει ιδιαίτερη ευθύνη ως προς αυτό το ζήτημα.
10. Η Συνέλευση τονίζει ότι πολλά διεθνή όργανα, όπως ο εκπρόσωπος του ΟΑΣΕ για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και, πιο πρόσφατα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέφρασαν παρόμοιες ανησυχίες. Χαιρετίζει τα μέτρα για τη διασφάλιση της πολυφωνίας στα μέσα ενημέρωσης που προτάθηκαν στο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τους κινδύνους παραβίασης, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ειδικά στην Ιταλία, της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης (Άρθρο 11, παράγραφος 2 του Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων) της 22ας Απριλίου 2004, δηλαδή το ότι η προστασία της ποικιλομορφίας στα μέσα ενημέρωσης θα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα του δικαίου του ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
11. Η Συνέλευση καλεί, ως εκ τούτου, το ιταλικό κοινοβούλιο:
i. να ψηφίσει, κατεπειγόντως, νόμο για την επίλυση της σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ ιδιοκτησίας και ελέγχου εταιρειών και άσκησης δημόσιου αξιώματος, και για τη θέσπιση ποινών σε περιπτώσεις ύπαρξης σύγκρουσης συμφερόντων με την απόλυση από δημόσιο αξίωμα στο υψηλότερο επίπεδο,
ii. να διασφαλίσει ότι η νομοθεσία και τα άλλα κανονιστικά μέτρα θα θέσουν τέλος στη μακροχρόνια πρακτική της πολιτικής επέμβασης στα μέσα ενημέρωσης, λαμβάνοντας υπόψη ιδιαίτερα τη διακήρυξη της Επιτροπής Υπουργών για την ελευθερία του πολιτικού διαλόγου στα μέσα ενημέρωσης, που υιοθετήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2004,
iii. να τροποποιήσει τον νόμο Gasparri σύμφωνα με τις αρχές που τέθηκαν στη σύσταση αριθ. R (99) 1 της Επιτροπής Υπουργών σχετικά με τα μέτρα για την προώθηση της πολυφωνίας στα μέσα ενημέρωσης, ειδικότερα:
a. αποφεύγοντας την εμφάνιση δεσποζουσών θέσεων στις σχετικές αγορές στο πλαίσιο των ολοκληρωμένων συστημάτων επικοινωνιών,
b. περιλαμβάνοντας συγκεκριμένα μέτρα για να τερματιστεί το τρέχον δυοπώλιο RAI-Mediaset,
c. περιλαμβάνοντας συγκεκριμένα μέτρα για να διασφαλίσει ότι η ψηφιοποίηση θα εγγυάται τον πλουραλισμό του περιεχομένου.
12. Η Συνέλευση καλεί την ιταλική κυβέρνηση:
i. να λάβει μέτρα για να ευθυγραμμίσει τη λειτουργία της RAI με τη σύσταση 1641 (2004) της Συνέλευσης σχετικά με τις δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες, με τη διακήρυξη της 4ης Ευρωπαϊκής Υπουργικής Συνδιάσκεψης επί της πολιτικής στον τομέα των μέσων μαζικής ενημέρωσης της Πράγας και με τις συστάσεις αριθ. R (96)10 της Επιτροπής Υπουργών σχετικά με τις εγγυήσεις της ανεξαρτησίας των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών και Rec(2003)9 σχετικά με τα μέτρα για την προώθηση της δημοκρατικής και κοινωνικής συμβολής των ψηφιακών μεταδόσεων.
ii. να δώσει ένα θετικό παράδειγμα διεθνώς προτείνοντας και υποστηρίζοντας πρωτοβουλίες στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προώθηση μεγαλύτερης πολυφωνίας στα μέσα ενημέρωσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
13. Η Συνέλευση ζητά τη γνωμοδότηση της Επιτροπής της Βενετίας σχετικά με τη συμβατότητα του νόμου Gasparri και του νομοσχεδίου Frattini με τα πρότυπα του Συμβουλίου της Ευρώπης στο πεδίο της ελευθερίας έκφρασης και της πολυφωνίας στα μέσα ενημέρωσης, ειδικά υπό το φως της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.»
5. Γνωμοδότηση της Επιτροπής της Βενετίας σχετικά με τη συμβατότητα των νόμων «Gasparri» και «Frattini» της Ιταλίας με τα πρότυπα του Συμβουλίου της Ευρώπης στο πεδίο της ελευθερίας έκφρασης και της πολυφωνίας στα μέσα ενημέρωσης
74. Η γνωμοδότηση της Επιτροπής της Βενετίας, που υιοθετήθηκε στην 63η συνεδρίασης της ολομέλειας (10-11 Ιουνίου 2005), σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση, έχει ως εξής:
«Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης ζήτησε τη γνωμοδότηση της Επιτροπής της Βενετίας σχετικά με το εάν οι δύο ιταλικοί νόμοι για το ραδιοτηλεοπτικό σύστημα (“ο νόμος Gasparri”) και για τη σύγκρουση συμφερόντων (“ο νόμος Frattini”) συμμορφώνονται με τα πρότυπα του Συμβουλίου της Ευρώπης στο πεδίο της ελευθερίας έκφρασης και της πολυφωνίας στα μέσα ενημέρωσης.
(...)
Ενώ η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν προσφέρει συγκεκριμένη καθοδήγηση στο ζήτημα, ορισμένες συναφείς αρχές ενδέχεται, ωστόσο, να απορρέουν από αυτή τη νομολογία: κατ’ αρχάς, ότι η ελευθερία έκφρασης κατέχει θεμελιώδη ρόλο σε μια δημοκρατική κοινωνία, ειδικότερα όπου, μέσω του τύπου, χρησιμεύει στη μετάδοση πληροφοριών και ιδεών γενικού ενδιαφέροντος, που το κοινό δικαιούται να λάβει, και ότι το κράτος είναι ο απόλυτος εγγυητής της πολυφωνίας, ιδίως σε σχέση με τα οπτικοακουστικά μέσα ενημέρωσης, τα προγράμματα των οποίων μεταδίδονται συχνά σε ιδιαίτερα ευρύ κοινό.
(...)
Η πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης επιτυγχάνεται, όταν υπάρχουν πολλαπλά αυτόνομα και ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, διασφαλίζοντας ποικιλία περιεχομένου των μέσων ενημέρωσης που αντικατοπτρίζει διαφορετικές πολιτικές και πολιτιστικές απόψεις. Κατά την Επιτροπή, η εσωτερική πολυφωνία πρέπει να επιτευχθεί σε κάθε τομέα των μέσων ενημέρωσης ταυτόχρονα: δεν θα ήταν αποδεκτή, για παράδειγμα, η διασφάλιση της πολυφωνίας μόνο στον τομέα των έντυπων μέσων και όχι στον αντίστοιχο τηλεοπτικό. Κατά την Επιτροπή, πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης δεν σημαίνει μόνο ύπαρξη πληθώρας δρώντων και φορέων, αλλά και ύπαρξη μεγάλου εύρους μέσων ενημέρωσης, δηλαδή διαφορετικών ειδών μέσων ενημέρωσης.
Τα όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης παραθέτουν ορισμένα μέσα για την προώθηση της πολυφωνίας στα μέσα ενημέρωσης, τα οποία περιλαμβάνουν:
- ένα νομοθετικό πλαίσιο που επιβάλλει όρια για τη συγκέντρωση των μέσων ενημέρωσης. Τα μέσα για την επίτευξή του περιλαμβάνουν τον καθορισμό επιτρεπόμενων κατώτατων ορίων (που θα υπολογιστούν βάσει ενός ή συνδυασμού στοιχείων, όπως το ποσοστό τηλεθέασης ή το μερίδιο κεφαλαίου ή τα όρια εσόδων), τα οποία επιτρέπεται να ελέγχει μία εταιρεία μέσων ενημέρωσης σε μία ή περισσότερες σχετικές αγορές,
- συγκεκριμένες ρυθμιστικές αρχές μέσων ενημέρωσης με εξουσία να δρουν κατά της συγκέντρωσης,
- συγκεκριμένα μέτρα κατά της κάθετης ενοποίησης (έλεγχος βασικών στοιχείων παραγωγής, μετάδοσης, διανομής και σχετικών δραστηριοτήτων από μία εταιρεία ή έναν όμιλο),
- ανεξαρτησία των ρυθμιστικών αρχών,
- διαφάνεια των μέσων ενημέρωσης,
- προληπτικά μέτρα για την προώθηση της παραγωγής και μετάδοσης ποικίλου περιεχομένου,
- χορήγηση, βάσει αντικειμενικών και αμερόληπτων κριτηρίων, στα πλαίσια διαφανών διαδικασιών και υποκείμενη σε ανεξάρτητο έλεγχο, άμεσης ή έμμεσης χρηματικής υποστήριξης για την ενίσχυση της πολυφωνίας,
- μέσα αυτορρύθμισης, όπως συντακτικές κατευθυντήριες γραμμές και κανονισμοί που θα ορίζουν τη συντακτική ανεξαρτησία.
Όσον αφορά τις διατάξεις του νόμου Gasparri που αφορούν την προστασία της πολυφωνίας στα μέσα ενημέρωσης, η Επιτροπή θεωρεί κατ’ αρχάς ότι η απλή αύξηση του αριθμού των καναλιών που θα επέλθει με την ψηφιακή τηλεόραση δεν επαρκεί για να εγγυηθεί την πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης. Τα νέα κανάλια ενδέχεται να έχουν πολύ λίγους τηλεθεατές, αλλά παρόμοια απόδοση. Τελικά, οι μεγαλύτερες εταιρείες θα απολαμβάνουν μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, όπως αγορά προγράμματος, απολαμβάνοντας, ως εκ τούτου, σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι των άλλων εθνικών παρόχων περιεχομένου.
Η Επιτροπή θεωρεί, συνεπώς, ότι το κατώτατο όριο του 20% των καναλιών δεν αποτελεί σαφή ένδειξη του μεριδίου της αγοράς. Θα πρέπει να συνδυαστεί, για παράδειγμα, με έναν δείκτη ποσοστού τηλεθέασης.
Όσον αφορά το δεύτερο κατώτατο όριο που τέθηκε στον νόμο Gasparri, δηλαδή 20% των εσόδων στα ολοκληρωμένα συστήματα επικοινωνιών (SIC), η Επιτροπή θεωρεί ότι τα SIC απεικονίζουν σίγουρα μια σύγχρονη τάση, αλλά δεν πρέπει, τουλάχιστον με αυτόν τον πολύ ευρύ ορισμό, να χρησιμοποιηθούν από τώρα σε αυτό το στάδιο αντί για το κριτήριο της “σχετικής αγοράς”, καθώς αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να μετριαστεί η αποτελεσματικότητα των μέσων που στοχεύουν στην προστασία της πολυφωνίας. Πράγματι, ενδέχεται να δώσει τη δυνατότητα σε μια μεμονωμένη εταιρεία να απολαύσει εξαιρετικά υψηλά ποσοστά επί των εσόδων σε μεμονωμένες αγορές, ενώ την ίδια στιγμή να παραμένει κάτω από το κατώτατο όριο του 20% για όλο τον τομέα.
Πράγματι, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το συνδυασμένο αποτέλεσμα του νέου πλαισίου που ορίζεται στον νόμο Gasparri μετρίασε την αυστηρότητα των προηγούμενων κανόνων κατά της συγκέντρωσης, τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια των οποίων είχαν υπερβεί η Mediaset και η RAI. Κατά συνέπεια, επετράπη στο κανάλι Retequattro να συνεχίσει να κατέχει αναλογικές συχνότητες.
Η Επιτροπή θεωρεί, συνεπώς, ότι το κριτήριο των SIC θα πρέπει να αντικατασταθεί από το κριτήριο της “σχετικής αγοράς” που χρησιμοποιούταν πρωτύτερα, όπως συμβαίνει στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
(...)
Όσον αφορά τις διατάξεις σχετικά με τη μετάβαση των ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων από τις αναλογικές στις ψηφιακές συχνότητες, η Επιτροπή έχει την εντύπωση ότι η προσέγγιση που υιοθέτησε ο νόμος Gasparri είναι η αποφυγή εύρεσης πραγματικής λύσης στο πρόβλημα της συγκέντρωσης μέσων ενημέρωσης στην τηλεοπτική αγορά μέχρι κάποια στιγμή στο μέλλον και βασίζεται ιδιαίτερα στη στιγμή που θα τεθεί σε πλήρη ισχύ η ψηφιοποίηση. Κατά την άποψη της Επιτροπής, αυτή η προσέγγιση δεν είναι ικανοποιητική, καθώς, εάν διατηρηθεί η υπάρχουσα κατάσταση, είναι πιθανό η Mediaset και η RAI να παραμείνουν κυρίαρχοι δρώντες στην ιταλική τηλεόραση. Σε αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, παρά τα γενικά αντιμονοπωλιακά μέτρα κατά της κατάχρησης δεσποζουσών θέσεων, οι δεσπόζουσες θέσεις ως τέτοιες απαγορεύονται στον τομέα των μέσων ενημέρωσης.
(...)
Όσον αφορά την ιδιωτικοποίηση της RAI, που θα έπρεπε να οδηγήσει σε μικρότερο βαθμό πολιτικοποίησης του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αλλαγή στη RAI θα καταστήσει δυνατό τον κυβερνητικό έλεγχο στον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα για μη προβλέψιμο χρονικό διάστημα. Για όσο διάστημα παραμείνει στην εξουσία η τωρινή κυβέρνηση, αυτό σημαίνει ότι, πέραν του γεγονότος ότι θα ελέγχει τα τρία εθνικά τηλεοπτικά κανάλια που κατέχει, ο πρωθυπουργός θα ελέγχει εν μέρει και τα τρία δημόσια εθνικά τηλεοπτικά κανάλια. Η Επιτροπή εκφράζει την ανησυχία της, καθώς αυτή η αντικανονική κατάσταση ενέχει τον κίνδυνο ακόμη και να ενδυναμώσει την απειλή μονοπώλησης, γεγονός που ενδέχεται να αποτελεί, στα πλαίσια της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μη δικαιολογημένη επέμβαση στην ελευθερία έκφρασης.
(...)»
6. Έγγραφο συζήτησης ζητήματος του Επιτρόπου για τα δικαιώματα του ανθρώπου σχετικά με την «πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης και τα δικαιώματα του ανθρώπου»
75. Το έγγραφο συζήτησης της 6ης Δεκεμβρίου 2011 του Επιτρόπου για τα δικαιώματα του ανθρώπου, σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση, αναφέρει τα εξής:
«3.2 Η περίπτωση της Ιταλίας
Η ιστορία της καλούμενης “ιταλικής ανωμαλίας” είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο η μονοπώληση των ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών (μέσω υπερβολικής ενοποίησης και υπερσυγχωνεύσεων) μπορεί να αποτελέσει οξύ κίνδυνο ακόμη και στις παλαιότερες δημοκρατίες.
Η ελευθερία έκφρασης και η ελευθερία του τύπου βρίσκονται σε υγιές επίπεδο στην Ιταλία. Ωστόσο, η τηλεοπτική αγορά καλείται συχνά “ιταλική ανωμαλία”.
Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, δεν υπήρξε καμία τρίτη δύναμη ικανή να περιορίσει το ονομαζόμενο δυοπώλιο: κυριαρχία της εθνικής αγοράς τηλεοπτικών καναλιών από τον ιδιωτικό όμιλο Mediaset και τη δημόσια Radiotelevisione Italiana, RAI. Στο δυοπώλιο προστίθεται ένα ουσιαστικό μονοπώλιο του ομίλου Mediaset στον εμπορικό τομέα της τηλεόρασης και στη διαφημιστική αγορά. Πριν την ψηφιοποίηση, το ποσοστό τηλεθέασης του δυοπωλίου ήταν γύρω στο 90% (και για τα τρία κανάλια και των δύο ιδιοκτησιών). Η κατάσταση του δυοπωλίου αντικατοπτρίζεται, επίσης, στα συνδυασμένα έσοδα και στη διαφημιστική αγορά.
Επιπλέον, στην Ιταλία τα πολιτικά κόμματα και οι κυβερνήσεις ασκούσαν πάντοτε έλεγχο στη δημόσια τηλεόραση. Καθώς ο πρωθυπουργός της Σίλβιο Μπερλουσκόνι είναι συνιδιοκτήτης της Mediaset, στους συνήθεις φόβους για άσκηση κυβερνητικού ελέγχου στη RAI προστέθηκε η ανησυχία για άσκηση εκτεταμένου κυβερνητικού ελέγχου στην πλέον σημαντική πηγή ενημέρωσης της χώρας, την τηλεόραση.
Οι καλούμενοι νόμοι Gasparri και Frattini του 2004 υποτίθεται ότι θα παρείχαν εγγυήσεις για μελλοντική πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης και θα κήρυσσαν εκτός νόμου τις καταστάσεις άσκησης δύο αξιωμάτων αντίστοιχα. Ωστόσο, ούτε η παγκόσμια ψηφιοποίηση ούτε οι κανόνες ισότιμου ανταγωνισμού μπορούν από μόνοι τους να εγγυηθούν την πολιτιστική ποικιλομορφία και την πολιτική πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης, ειδικά εάν η υφιστάμενη συγκέντρωση μέσων ενημέρωσης συντηρείται στην ουσία ή ακόμη και ευνοείται από τον νόμο. Οι κανόνες του νόμου Gasparri για τη μετάβαση από το αναλογικό στο ψηφιακό σύστημα, παρά την καινοτομία τους, επιτρέπουν στο δυοπώλιο να χρησιμοποιήσει την οικονομική δύναμη που έχει αποκτήσει για να επεκταθεί στις νέες ψηφιακές αγορές.
Τα ευρωπαϊκά πρότυπα απαγορεύουν την αθέμιτη πολιτική ή μεροληπτική ιδιοκτησία ή έλεγχο ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών, προκειμένου να αποφευχθεί κυβερνητική ή πολιτική επέμβαση. Η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο επιβάλλουν περιορισμούς στην άμεση ιδιοκτησία ή έλεγχο ραδιοτηλεοπτικών μέσων από πολιτικούς παράγοντες. Οι χώρες της Ε.Ε. ζητούν, επίσης, από τους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς να παραμένουν ανεξάρτητοι από πολιτικά κόμματα και πολιτικούς. Η Ιταλία, παρά τον νόμο Frattini, δεν κάνει τίποτα από τα παραπάνω.»
B. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
76. Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τους κινδύνους παραβίασης, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ειδικά στην Ιταλία, της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης (Άρθρο 11, παράγραφος 2 του Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων (2003/2237(INI)), σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση, αναφέρει τα εξής:
«Κατάσταση στην Ιταλία
(...) Επισημαίνει ότι το επίπεδο συγκέντρωσης στην τηλεοπτική αγορά της Ιταλίας είναι επί του παρόντος το υψηλότερο στην Ευρώπη και ότι, ενώ η ιταλική τηλεόραση παρέχει δώδεκα εθνικά κανάλια και δέκα έως δεκαπέντε περιφερειακά και τοπικά κανάλια, η αγορά χαρακτηρίζεται από το δυοπώλιο μεταξύ της RAI και της MEDIASET, όπου οι δύο επιχειρήσεις μαζί αντιστοιχούν στο 90% σχεδόν του συνολικού ποσοστού τηλεθέασης και συγκεντρώνουν το 96,8% των διαφημιστικών πόρων, έναντι 88% στη Γερμανία, 82% στο Ηνωμένο Βασίλειο, 77% στη Γαλλία και 58% στην Ισπανία,
Επισημαίνει ότι ο όμιλος Mediaset είναι ο μεγαλύτερος ιδιωτικός όμιλος τηλεόρασης και επικοινωνιών της Ιταλίας και ένας από τους μεγαλύτερους στον κόσμο και ελέγχει (μεταξύ άλλων) τηλεοπτικά δίκτυα (RTI S.p.A.) και διαφημιστικές δικαιόχρησης (Publitalia ’80), που έχει αποδειχθεί επισήμως ότι κατέχουν δεσπόζουσα θέση κατά παράβαση της εθνικής νομοθεσίας (Νόμος 247/97) από τη Ρυθμιστική Αρχή Επικοινωνιών (απόφαση 226/03),
Επισημαίνει ότι ένας από τους τομείς, όπου η σύγκρουση συμφερόντων είναι πιο εμφανής είναι ο διαφημιστικός, δεδομένου ότι το 2001 ο όμιλος Mediaset λάμβανε τα δύο τρία των τηλεοπτικών διαφημιστικών πόρων, που έφταναν συνολικά τα 2.500 εκατομμύρια ευρώ, και ότι οι κύριες ιταλικές εταιρείες είχαν μεταφέρει μεγάλο μέρος των επενδύσεών τους στη διαφήμιση από το έντυπο υλικό στα δίκτυα της Mediaset και από τη RAI στη Mediaset,
Επισημαίνει ότι ο πρόεδρος του ιταλικού υπουργικού συμβουλίου δεν έχει επιλύσει τη σύγκρουση συμφερόντων που τον αφορά, όπως υποσχέθηκε ρητά, αλλά, αντίθετα, αύξησε την πλειοψηφική του συμμετοχή στην εταιρεία Mediaset (από 48,639% σε 51,023%), μειώνοντας, έτσι, δραστικά το δικό του καθαρό χρέος μέσω μιας σημαντικής αύξησης στα διαφημιστικά έσοδα προς ζημίαν των εσόδων των ανταγωνιστών (και της ακροαματικότητας) και, πάνω απ’ όλα, της χρηματοδότησης των διαφημίσεων για τον γραπτό τύπο,
Εκφράζει τη λύπη του για τα επαναλαμβανόμενα και τεκμηριωμένα περιστατικά κυβερνητικής παρέμβασης, πίεσης και λογοκρισίας όσον αφορά την εταιρική δομή και τα προγράμματα (ακόμη και όσον αφορά σατιρικά προγράμματα) της δημόσιας τηλεόρασης RAI, ξεκινώντας από την απόλυση τριών διάσημων επαγγελματιών κατόπιν του πολύκροτου δημόσιου αιτήματος του προέδρου του ιταλικού υπουργικού συμβουλίου τον Απρίλιο του 2002 –σε ένα πλαίσιο στο οποίο η απόλυτη πλειοψηφία των μελών του διοικητικού συμβουλίου της RAI και το αντίστοιχο όργανο κοινοβουλευτικού ελέγχου είναι μέλη των κυβερνώντων κομμάτων– και με αυτή την πίεση να επεκτείνεται στη συνέχεια σε άλλα μέσα ενημέρωσης που δεν βρίσκονται υπό την ιδιοκτησία του, οδηγώντας, μεταξύ άλλων, στην παραίτηση του αρχισυντάκτη της εφημερίδας Corriere della Sera τον Μάιο του 2003,
Επισημαίνει, συνεπώς, ότι το ιταλικό σύστημα παρουσιάζει μια ανωμαλία εξαιτίας ενός μοναδικού συνδυασμού οικονομικής και πολιτικής εξουσίας και ισχύος των μέσων ενημέρωσης στα χέρια ενός ανθρώπου, του σημερινού προέδρου του ιταλικού υπουργικού συμβουλίου, και εξαιτίας του γεγονότος ότι η ιταλική κυβέρνηση ελέγχει, άμεσα ή έμμεσα, όλα τα εθνικά τηλεοπτικά κανάλια,
Σημειώνει ότι στην Ιταλία, ο ραδιοτηλεοπτικός τομέας λειτουργούσε για δεκαετίες σε εξωδικαστικές συνθήκες, όπως επανειλημμένα έχει αναγνωρίσει το Συνταγματικό Δικαστήριο, απέναντι στις οποίες οι προσπάθειες της συνήθους νομοθεσίας και των αρμόδιων θεσμών αποδείχθηκαν αναποτελεσματικές όσον αφορά την εκ νέου εγκαθίδρυση ενός νόμιμου καθεστώτος. Η RAI και ο όμιλος Mediaset συνεχίζουν αμφότεροι να ελέγχουν τρεις επίγειους αναλογικούς τηλεοπτικούς φορείς, παρόλο που το Συνταγματικό Δικαστήριο με την απόφαση αριθ. 420 του 1994 απεφάνθη ότι δεν επιτρέπεται η ίδια επιχείρηση να μεταδίδει πάνω από το 20% των τηλεοπτικών προγραμμάτων που μεταδίδονται στο εσωτερικό της χώρας σε επίγειες συχνότητες (δηλαδή, περισσότερα από δύο προγράμματα) και έκρινε ότι το ρυθμιστικό καθεστώς σύμφωνα με τον νόμο αριθ. 223/90 αντίκειται στο Σύνταγμα της Ιταλίας, παρόλο που είναι “μεταβατικό καθεστώς”, ενώ ούτε ο νόμος αριθ. 249/97 (που θεσπίζει την Αρχή διασφάλισης των επικοινωνιών και κανόνες για την τηλεπικοινωνία και τα ραδιοτηλεοπτικά συστήματα) συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο, στην απόφασή του αριθ. 466/02, κήρυξε το άρθρο 3, παράγραφος 7, αυτού, συνταγματικά παράτυπο “στο μέτρο που δεν προβλέπει τον καθορισμό μιας αυστηρής και απαραβίαστης καταληκτικής ημερομηνίας, που σε κάθε περίπτωση δεν θα υπερβαίνει την 31η Δεκεμβρίου 2003, έως την οποία τα προγράμματα που μεταδίδονται από ραδιοτηλεοπτικούς φορείς που υπερβαίνουν τα όρια που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 3 πρέπει να μεταδίδονται αποκλειστικά μέσω δορυφόρου ή καλωδίου”,
Σημειώνει ότι το ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο απεφάνθη τον Νοέμβριο του 2002 (υπόθεση 466/2002) ότι το τρέχον σύστημα ιδιωτικής τηλεόρασης στην Ιταλία που λειτουργεί αναλογικά σε εθνικό επίπεδο προήλθε από καταστάσεις απλής de facto κατοχής συχνοτήτων (λειτουργία εγκαταστάσεων χωρίς εκχώρηση και εξουσιοδοτήσεις) και δεν σχετιζόταν με κάποια επιθυμία για μεγαλύτερη πολυφωνία στην κατανομή των συχνοτήτων και για σωστό σχεδιασμό των μεταδόσεων (...) Συνεπώς, αυτή η de facto κατάσταση δεν εγγυάται τον σεβασμό για εξωτερική πολυφωνία στην ενημέρωση, που αποτελεί ουσιαστική απαίτηση που προβλέπεται στη σχετική συνταγματική νομολογία (...) Σε αυτό το πλαίσιο, δεδομένης της συνεχούς ύπαρξης (και επιδείνωσης) μιας κατάστασης που κρίθηκε παράνομη στην απόφαση αριθ. 420 το 1994 και δικτύων που θεωρούνταν “πλεονάζοντα” από τη νομοθεσία του 1997, πρέπει να οριστεί μια οριστική καταληκτική ημερομηνία απολύτως σίγουρη, οριστική και, ως εκ τούτου, απολύτως δεσμευτική, προκειμένου να διασφαλιστεί η εναρμόνιση με τους συνταγματικούς κανόνες, σημειώνει ότι, παρ’ όλα αυτά, η καταληκτική ημερομηνία για τη μεταρρύθμιση του οπτικοακουστικού τομέα δεν τηρήθηκε και ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επέστρεψε τον σχετικό νόμο για να εξεταστεί εκ νέου από το Κοινοβούλιο, κρίνοντας ότι δεν υπήρξε σεβασμός των αρχών που διατυπώθηκαν από το Συνταγματικό Δικαστήριο,
(...)
Ελπίζει ότι ο νομοθετικός ορισμός που περιλαμβάνεται στο νομοσχέδιο για τη μεταρρύθμιση του οπτικοακουστικού τομέα (άρθρο 2, σημείο Ζ του νόμου Gasparri) του “ολοκληρωμένου συστήματος επικοινωνιών”, ως της μόνης σχετικής αγοράς, δεν αντιβαίνει στους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού, υπό την έννοια του άρθρου 82 της Συνθήκης ΕΚ, ή στις πολυάριθμες αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ε.Ε. και δεν καθιστά αδύνατο έναν σαφή και σταθερό ορισμό της αγοράς αναφοράς,
Ελπίζει ότι το “σύστημα εκχώρησης συχνοτήτων” που προβλέπεται στο σχέδιο του νόμου Gasparri δεν αποτελεί απλή νομιμοποίηση της de facto κατάστασης και δεν αντιβαίνει, ειδικότερα, στην οδηγία 2002/21/ΕΚ, το άρθρο 7 της 2002/20/ΕΚ ή την οδηγία 2002/77/ΕΚ, που διευκρινίζουν, μεταξύ άλλων, ότι η εκχώρηση ραδιοσυχνοτήτων για υπηρεσίες ηλεκτρονικής επικοινωνίας πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά κριτήρια.
Τονίζει τη βαθιά του ανησυχία για τη μη εφαρμογή του νόμου και τη μη εκτέλεση των αποφάσεων του Συνταγματικού Δικαστηρίου, κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας και των κανόνων δικαίου, και για την ανικανότητα μεταρρύθμισης του οπτικοακουστικού τομέα, με αποτέλεσμα να εξασθενίσει σημαντικά το δικαίωμα των πολιτών σε πλουραλιστική ενημέρωση για δεκαετίες, δικαίωμα που αναγνωρίζεται και στον Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων,
Ανησυχεί ότι ανάλογη κατάσταση με την Ιταλία θα μπορούσε να προκύψει και σε άλλα κράτη μέλη, εάν κάποιος μεγαλοεπιχειρηματίας των μέσων ενημέρωσης επιλέξει να εισέλθει στην πολιτική ζωή,
Λυπάται που το ιταλικό κοινοβούλιο δεν έχει υιοθετήσει ακόμη κανονισμό για την επίλυση της σύγκρουσης συμφερόντων του προέδρου του ιταλικού υπουργικού συμβουλίου, που, όπως είχε υποσχεθεί, θα πραγματοποιούταν εντός των εκατό πρώτων ημερών της διακυβέρνησής του,
Θεωρεί ότι η υιοθέτηση μιας γενικής μεταρρύθμισης στον οπτικοακουστικό τομέα θα μπορούσε να διευκολυνθεί, εάν επρόκειτο να περιέχει συγκεκριμένες και επαρκείς διασφαλίσεις για την αποτροπή τωρινών ή μελλοντικών συγκρούσεων συμφερόντων στις δραστηριότητες των μελών τοπικών, περιφερειακών ή εθνικών εκτελεστικών οργάνων που έχουν ουσιαστικά συμφέροντα στον ιδιωτικό οπτικοακουστικό τομέα,
Ελπίζει, επιπλέον, ότι το σχέδιο του νόμου Frattini σχετικά με τη σύγκρουση συμφερόντων δεν θα περιοριστεί στην εκ των πραγμάτων αναγνώριση της σύγκρουσης συμφερόντων του πρωθυπουργού, αλλά θα προβλέπει επαρκείς μηχανισμούς για την αποτροπή συνέχισης της παρούσας κατάστασης,
Εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, εάν είχαν καθοριστεί οι υποχρεώσεις των κρατών μελών για τη διασφάλιση της πολυφωνίας στα μέσα ενημέρωσης μετά την πράσινη βίβλο του 1992 για την πολυφωνία, η τρέχουσα κατάσταση στην Ιταλία θα μπορούσε ενδεχομένως να έχει αποφευχθεί,
(...)
Καλεί το ιταλικό κοινοβούλιο:
- να επιταχύνει τις εργασίες του για τη μεταρρύθμιση του οπτικοακουστικού τομέα σύμφωνα με τις συστάσεις του ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Προέδρου της Δημοκρατίας, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του νομοσχεδίου Gasparri, που αντιβαίνουν στην κοινοτική νομοθεσία, όπως επισημάνθηκε από τις εν λόγω αρχές,
- να βρει μια αληθινή και κατάλληλη λύση στο πρόβλημα της σύγκρουσης συμφερόντων του προέδρου του ιταλικού υπουργικού συμβουλίου, που ελέγχει, επίσης, άμεσα τον κύριο πάροχο ιδιωτικής τηλεόρασης και, έμμεσα, τη δημόσια τηλεόραση, την κύρια διαφημιστική εταιρεία δικαιόχρησης και πολλές άλλες δραστηριότητες που συνδέονται με τον οπτικοακουστικό τομέα και τον τομέα των μέσων ενημέρωσης,
- να λάβει μέτρα για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα.»
Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
I. ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ
77. Κατά την ακροαματική διαδικασία της 12ης Οκτωβρίου 2011, οι προσφεύγοντες αποσαφήνισαν τον χρονικό χαρακτήρα της υπόθεσης που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, διευκρίνισαν ότι οι αιτιάσεις τους σχετίζονταν μόνο με την περίοδο από τις 28 Ιουλίου 1999, ημερομηνία έκδοσης του υπουργικού διατάγματος με το οποίο η Centro Europa 7 S.r.l. έλαβε άδεια για τηλεοπτικές μεταδόσεις εθνικής εμβέλειας (βλ. παράγραφο 9 παραπάνω), έως τις 30 Ιουνίου 2009, οπότε και είχε την εξουσιοδότηση να χρησιμοποιήσει ένα μόνο κανάλι και μπορούσε να ξεκινήσει να εκπέμπει (βλ. παράγραφο 16 παραπάνω). Συνεπώς, το Δικαστήριο θα περιοριστεί στην εξέταση του εάν τα θεμελιώδη δικαιώματα των προσφευγόντων παραβιάστηκαν κατά την προαναφερθείσα περίοδο και δεν θα εξετάσει τυχόν παρόμοιες παραβιάσεις που ενδέχεται να συνέβησαν πριν την 28η Ιουλίου 1999 ή μετά την 30ή Ιουνίου 2009.
II. ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ
A. Η ιδιότητα θύματος της προσφεύγουσας εταιρείας
78. Η Κυβέρνηση παρατήρησε ότι στην προσφεύγουσα εταιρεία είχαν κατανεμηθεί συχνότητες δυνάμει του υπουργικού διατάγματος της 11ης Δεκεμβρίου 2008 (βλ. παράγραφο 16 παραπάνω) και ισχυρίστηκε ότι οποιεσδήποτε διαφωνίες σχετικά με το εν λόγω ζήτημα διευθετήθηκαν με τη συμφωνία της 9ης Φεβρουαρίου 2010 (βλ. παράγραφο 19 παραπάνω). Επιπλέον, στις 20 Ιανουαρίου 2009, το Consiglio di Stato επιδίκασε στην προσφεύγουσα εταιρεία 1.041.418 EUR ως αποζημίωση (βλ. παράγραφο 45 παραπάνω). Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι, λαμβάνοντας υπόψη τα εν λόγω μέτρα συνολικά, η Centro Europa 7 S.r.l. δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι θύμα των πράξεων για τις οποίες διαμαρτύρεται (βλ., mutatis mutandis, Scordino κατά Ιταλίας (αριθ. 1) [GC], αριθ. 36813/97, § 179, ΕΔΑΔ 2006-V).
79. Η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι, παρόλο που οι συχνότητες έχουν πλέον κατανεμηθεί σχεδόν δέκα έτη μετά τη χορήγηση της άδειας, θα μπορούσε ακόμη να ισχυριστεί ότι ήταν θύμα των εικαζόμενων παραβιάσεων, επειδή η αποζημίωση που επιδίκασε το Consiglio di Stato ήταν ανεπαρκής σε σχέση με τη ζημία που υπέστη και δεν αντικατόπτριζε τον πραγματικό της αντίκτυπο. Όσον αφορά τη συμφωνία της 9ης Φεβρουαρίου 2010, σχετιζόταν με την εκχώρηση των πρόσθετων συχνοτήτων σε σχέση με αυτές που είχαν κατανεμηθεί με το διάταγμα του Δεκεμβρίου του 2008 και, συνεπώς, δεν εμπίπτει στο πεδίο της παρούσας προσφυγής.
80. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι εναπόκειται πρωτίστως στα εθνικά δικαστήρια να αποκαταστήσουν οποιαδήποτε εικαζόμενη παράβαση της Σύμβασης. Σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα εάν ένας προσφεύγων μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι θύμα της εικαζόμενης παράβασης είναι σχετικό με όλα τα στάδια της διαδικασίας σύμφωνα με τη Σύμβαση (βλ. Burdov κατά Ρωσίας, αριθ. 59498/00, § 30, ΕΔΑΔ 2002-III).
81. Το Δικαστήριο, επαναλαμβάνει, επίσης, ότι όποια απόφαση ή μέτρο ευνοϊκό στον προσφεύγοντα δεν αρκεί κατ’ αρχήν για να του στερήσει την ιδιότητα του «θύματος», εκτός εάν οι εθνικές αρχές έχουν αναγνωρίσει, ρητά ή κατ’ ουσίαν, παράβαση της Σύμβασης, παρέχοντας, έπειτα, επανόρθωση (βλ. Eckle κατά Γερμανίας, 15 Ιουλίου 1982, §§ 69 και εξής, Σειρά A αριθ. 51, Amuur κατά Γαλλίας, 25 Ιουνίου 1996, § 36, Reports of Judgments and Decisions 1996‑III, Dalban κατά Ρουμανίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 28114/95, § 44, ΕΔΑΔ 1999-VI, και Jensen κατά Δανίας (απόφ.), αριθ. 48470/99, ΕΔΑΔ 2001-X).
82. Το ζήτημα σχετικά με το εάν κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ακόμη ότι είναι θύμα εικαζόμενης παράβασης της Σύμβασης ουσιαστικά συνεπάγεται εκ μέρους του Δικαστηρίου ex post facto εξέταση της κατάστασής του (βλ. Scordino (αριθ. 1), όπ. π., § 181).
83. Στην παρούσα υπόθεση, στην προσφεύγουσα εταιρεία κατανεμήθηκαν συχνότητες εκπομπής τον Δεκέμβριο του 2008 και ήταν σε θέση να εκπέμψει από τις 30 Ιουνίου 2009 (βλ. παράγραφο 16 παραπάνω). Η κατανομή των συχνοτήτων έθεσε ένα τέρμα στην κατάσταση για την οποία διαμαρτύρεται η προσφεύγουσα εταιρεία στην προσφυγή της. Ωστόσο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, αυτό δεν αποτελεί ούτε έμμεση αναγνώριση παράβασης της Σύμβασης ούτε επανόρθωση για την περίοδο κατά την οποία δεν επιτρεπόταν στην Centro Europa 7 S.r.l. να εκπέμψει.
84. Το Δικαστήριο θεωρεί, επίσης, ότι δεν υπήρξε, ούτε ρητά ούτε κατ’ ουσίαν, αναγνώριση παράβασης του άρθρου 10 της Σύμβασης και του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 στο πλαίσιο των εθνικών διαδικασιών. Σε αυτό το πλαίσιο, σημειώνει ότι το 2005, το Consiglio di Stato αποφάσισε να αναστείλει την εξέταση της έφεσης που άσκησε η προσφεύγουσα εταιρεία και ζήτησε από το ΔΕΕ να απαντήσει σε προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και ελεύθερου ανταγωνισμού, της Οδηγίας 2002/21/ΕΚ («η οδηγία-πλαίσιο»), της Οδηγίας 2002/20/ΕΚ («η οδηγία για την αδειοδότηση»), της Οδηγίας 2002/77/ΕΚ («η σχετική με τον ανταγωνισμό οδηγία») και του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (βλ. παράγραφο 32 παραπάνω). Το ΔΕΕ έκρινε ότι δεν ήταν απαραίτητο να αποφανθεί σχετικά με το ερώτημα για το άρθρο 10 της Σύμβασης, καθόσον η απάντησή του αναφορικά με το άρθρο 49 ΕΚ και, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου, τα άρθρα 5, παράγραφοι 1 και 2, δεύτερο εδάφιο, και 7, παράγραφος 3, της οδηγίας για την αδειοδότηση, καθώς και το άρθρο 4 της σχετικής με τον ανταγωνισμό οδηγίας παρείχε στο αιτούν δικαστήριο τη δυνατότητα να αποφανθεί επί της υποβληθείσας προσφυγής της προσφεύγουσας εταιρείας (βλ. παράγραφο 34 παραπάνω).
85. Στις αποφάσεις του της 31ης Μαΐου 2008 και της 20ής Ιανουαρίου 2009, το Consiglio di Stato έκρινε ότι η μη κατανομή συχνοτήτων στην προσφεύγουσα εταιρεία οφειλόταν ουσιαστικά σε νομοθετικούς λόγους και ότι υπήρξε αμέλεια εκ μέρους των αρχών. Συνεπώς, επιδίκασε αποζημίωση στην προσφεύγουσα εταιρεία σύμφωνα με το άρθρο 2043 του αστικού κώδικα (βλ. παραγράφους 37-38 και 45-48 παραπάνω).
86. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, το Consiglio di Stato περιορίστηκε στις εν λόγω αποφάσεις στη διαπίστωση ότι οι αρχές υπείχαν εξωσυμβατική ευθύνη σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του αστικού κώδικα (βλ. παράγραφο 69 παραπάνω) κατά το περιεχόμενο του οποίου, οποιαδήποτε σκόπιμη ή αμελής συμπεριφορά που προκαλεί αδικαιολόγητη ζημία καθιστά τον δράστη υπόχρεο σε αποζημίωση. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη στις εν λόγω αποφάσεις ότι, μαζί με την πρόκληση ζημίας, η συμπεριφορά των αρχών παραβίαζε τις αρχές που θεσπίστηκαν από το Δικαστήριο αναφορικά με την ελευθερία έκφρασης ή το δικαίωμα ειρηνικής απόλαυσης περιουσίας ή και τα δύο. Σε αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το Consiglio di Stato δεν αναφέρθηκε καθόλου στις εν λόγω αρχές.
87. Τέλος, η Κυβέρνηση, πριν προσφύγει στο Δικαστήριο, δεν είχε αναγνωρίσει καμία παράβαση της Σύμβασης. Υπό αυτές τις συνθήκες και δεδομένης της απουσίας οποιασδήποτε αναγνώρισης, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η προσφεύγουσα εταιρεία μπορεί ακόμη να ισχυριστεί ότι είναι θύμα των εικαζόμενων παραβάσεων.
88. Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η αποζημίωση που επιδίκασε το Consiglio di Stato ήταν επαρκής και κατάλληλη, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν μπορεί να αποκαταστήσει τη μη αναγνώριση των εικαζόμενων παραβάσεων.
89. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο απορρίπτει την ένσταση της Κυβέρνησης.
B. Η ιδιότητα θύματος του δεύτερου προσφεύγοντος
90. Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι ο δεύτερος προσφεύγων, ο κ. Francescantonio Di Stefano, δεν θεωρείται νομιμοποιούμενος να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν είχε εξηγήσει ποιος ήταν ο ρόλος του στην Centro Europa 7 S.r.l. ή με ποιον τρόπο χαρακτηρίζεται θύμα. Η Κυβέρνηση παρατήρησε, επιπλέον, ότι δεν ήταν ο μοναδικός μέτοχος της εν λόγω εταιρείας και ότι όλες οι διοικητικές αποφάσεις εκδόθηκαν αναφορικά με την εταιρεία μόνο.
91. Οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Glas Nadezhda EOOD και Anatoliy Elenkov κατά Βουλγαρίας, αριθ. 14134/02, § 41, 11 Οκτωβρίου 2007, και Groppera Radio AG και άλλοι κατά Ελβετίας, 28 Μαρτίου 1990, § 49, Σειρά A αριθ. 173), ο μοναδικός μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος μιας εταιρείας μπορεί να θεωρηθεί κι αυτός θύμα μιας απαγόρευσης εκπομπής.
92. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι ο όρος «θύμα», που χρησιμοποιείται στο άρθρο 34 της Σύμβασης, υποδηλώνει το άτομο που επηρεάστηκε άμεσα από την επίμαχη πράξη ή παράλειψη (βλ., μεταξύ άλλων, Vatan κατά Ρωσίας, αριθ. 47978/99, § 48, 7 Οκτωβρίου 2004). Επιπλέον, επαναλαμβάνει ότι ένα άτομο δεν μπορεί να διαμαρτυρηθεί για παράβαση του δικαιώματός του σε δίκη στην οποία δεν είναι διάδικος, ακόμη και αν ήταν μέτοχος και/ή διευθυντής εταιρείας που συμμετείχε στη δίκη ως διάδικος (βλ., μεταξύ άλλων, F. Santos, Lda. και Fachadas κατά Πορτογαλίας (απόφ.), αριθ. 49020/99, ΕΔΑΔ 2000-X, και Nosov κατά Ρωσίας (απόφ.), αριθ. 30877/02, 20 Οκτωβρίου 2005). Επιπλέον, ενώ ο μοναδικός ιδιοκτήτης μιας εταιρείας μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι «θύμα» υπό την έννοια του άρθρου 34 της Σύμβασης σε ορισμένες περιστάσεις που τα προσβαλλόμενα μέτρα ελήφθησαν αναφορικά με την εταιρεία του (βλ., μεταξύ άλλων, Ankarcrona κατά Σουηδίας (απόφ.), αριθ. 35178/97, ΕΔΑΔ 2000-VI, και Glas Nadezhda EOOD και Anatoliy Elenkov, όπ. π., § 40), όταν δεν συμβαίνει αυτό, η παράβλεψη της νομικής προσωπικότητας μιας εταιρείας μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ειδικότερα όπου τεκμηριώνεται σαφώς ότι η εταιρεία είναι αδύνατον να προσφύγει στα συμβατικά όργανα μέσω των φορέων που ορίζονται στο καταστατικό της ή, σε περίπτωση εκκαθάρισης, μέσω των εκκαθαριστών της (βλ. Meltex Ltd και Movsesyan κατά Αρμενίας, αριθ. 32283/04, § 66, 17 Ιουνίου 2008, βλ., επίσης Agrotexim και άλλοι κατά Ελλάδας, 24 Οκτωβρίου 1995, § 66, Σειρά A αριθ. 330-A, CDI Holding Aktiengesellschaft και άλλοι κατά Σλοβακίας (απόφ.), αριθ. 37398/97, 18 Οκτωβρίου 2001, και Amat-G Ltd και Mebaghishvili κατά Γεωργίας, αριθ. 2507/03, § 33, ΕΔΑΔ 2005‑VIII).
93. Το Δικαστήριο παρατηρεί, εξαρχής, ότι δεν έχουν τεκμηριωθεί τέτοιου είδους εξαιρετικές περιστάσεις στην παρούσα υπόθεση (βλ., αντίθετα, G.J. κατά Λουξεμβούργου, αριθ. 21156/93, § 24, 26 Οκτωβρίου 2000). Επιπλέον, σημειώνει ότι ο δεύτερος προσφεύγων δεν παρείχε κανένα στοιχείο που αποδεικνύει ότι ήταν πράγματι ο μοναδικός μέτοχος της Centro Europa 7 S.r.l. Όλα τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δείχνουν ότι μόνο η προσφεύγουσα εταιρεία, ως νομικό πρόσωπο, συμμετείχε στην προκήρυξη διαγωνισμού και της χορηγήθηκε άδεια τηλεοπτικών μεταδόσεων. Επιπλέον, όλες οι αποφάσεις των ιταλικών δικαστηρίων κατά τις εθνικές διαδικασίες αφορούσαν μόνο την προσφεύγουσα εταιρεία (βλ. Meltex Ltd και Movsesyan, όπ. π., § 67). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι η άρνηση κατανομής των συχνοτήτων και οι επακόλουθες δικαστικές διαδικασίες επηρέασαν μόνο τα συμφέροντα της προσφεύγουσας εταιρείας. Συνεπώς, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον δεύτερο προσφεύγοντα ως «θύμα», υπό την έννοια του άρθρου 34 της Σύμβασης, των καταγγελλόμενων πράξεων.
94. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή, στο μέτρο που ασκήθηκε από τον δεύτερο προσφεύγοντα, αντιβαίνει ratione personae στις διατάξεις της Σύμβασης υπό την έννοια του άρθρου 35, παράγραφος 3 (α), και πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 4.
95. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα περιοριστεί στην εξέταση των αιτιάσεων που ασκήθηκαν για λογαριασμό της προσφεύγουσας εταιρείας.
Γ. Καταχρηστική άσκηση του ατομικού δικαιώματος αναφοράς
96. Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η προσφεύγουσα εταιρεία άσκησε καταχρηστικά το ατομικό δικαίωμα αναφοράς. Υποστήριξε ότι η εταιρεία δεν είχε ενημερώσει το Δικαστήριο για τις διαδικασίες κήρυξης εκτελεστότητας αναφορικά με την κατανομή των συχνοτήτων, γεγονός που οδήγησε στη διαγραφή της υπόθεσης, συνεπεία της συμφωνίας μεταξύ της Centro Europa 7 S.r.l. και της Κυβέρνησης (βλ. παραγράφους 19-20 παραπάνω). Η προσφεύγουσα εταιρεία αμέλησε, συνεπώς, να ενημερώσει το Δικαστήριο για τα στοιχεία που κατείχε και ήταν ουσιαστικά για την εξέταση της υπόθεσης (Kerechashvili κατά Γεωργίας (απόφ.), αριθ. 5667/02, ΕΔΑΔ 2006-V).
97. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι μια προσφυγή δύναται να απορριφθεί για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προσφυγής, εάν βασιζόταν σκοπίμως σε αναληθή γεγονότα με σκοπό να παραπλανηθεί το Δικαστήριο (βλ. Varbanov κατά Βουλγαρίας, αριθ. 31365/96, § 36, ΕΔΑΔ 2000-X). Το ίδιο ισχύει και σε περιπτώσεις εμφάνισης νέων, σημαντικών εξελίξεων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και όταν, παρόλο που απαιτείται ρητά από το άρθρο 47, παράγραφος 6 του Κανονισμού του Δικαστηρίου, ο προσφεύγων δεν κοινοποιεί τις εν λόγω πληροφορίες στο Δικαστήριο, εμποδίζοντάς το, με αυτόν τον τρόπο, να αποφανθεί επί της υπόθεσης έχοντας πλήρη γνώση των γεγονότων (βλ. Hadrabová και άλλοι κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (απόφ.), αριθ. 42165/02 και 466/03, 25 Σεπτεμβρίου 2007, και Predescu κατά Ρουμανίας, αριθ. 21447/03, §§ 25‑27, 2 Δεκεμβρίου 2008). Ωστόσο, ακόμη και σε τέτοιες υποθέσεις, η πρόθεση του προσφεύγοντος να παραπλανήσει το Δικαστήριο πρέπει να αποδεικνύεται πάντοτε με επαρκή βεβαιότητα (βλ., mutatis mutandis, Melnik κατά Ουκρανίας, αριθ. 72286/01, §§ 58-60, 28 Μαρτίου 2006, και Nold κατά Γερμανίας, αριθ. 27250/02, § 87, 29 Ιουνίου 2006).
98. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι αιτιάσεις της προσφεύγουσας εταιρείας αφορούν την αδυναμία της να εκπέμψει κατά την περίοδο από τις 28 Ιουλίου 1999 έως τις 30 Ιουνίου 2009 (βλ. παράγραφο 77 παραπάνω) και ότι στο έντυπο της προσφυγής, η εταιρεία δήλωσε ότι είχε αποκτήσει τις συχνότητες το 2008 και της επετράπη να εκπέμψει τον Ιούνιο του 2009.
99. Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα εταιρεία αμέλησε να ενημερώσει το Δικαστήριο κατά την έναρξη της διαδικασίας για ένα ή περισσότερα ουσιαστικά στοιχεία για την εξέταση της υπόθεσης. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι η συμφωνία με το Υπουργείο και η αίτηση για την επαναφορά της υπόθεσης στον κατάλογο του Περιφερειακού Διοικητικού Δικαστηρίου αποτελούν γεγονότα που συνέβησαν στις 9 Φεβρουαρίου 2010 και στις 8 Μαρτίου 2011 αντίστοιχα (βλ. παραγράφους 19-22 παραπάνω), αρκετό διάστημα μετά το τέλος της περιόδου με την οποία σχετίζεται η προσφυγή στην παρούσα υπόθεση. Συνεπώς, δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η προσφεύγουσα εταιρεία έκανε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ατομικής αναφοράς στην παρούσα υπόθεση.
100. Κατά συνέπεια, η ένσταση της Κυβέρνησης δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
Δ. Εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής
101. Κατά την ακροαματική διαδικασία της 12ης Οκτωβρίου 2011, η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τον κανόνα των έξι μηνών που ορίζεται στο άρθρο 35, παράγραφος 1, της Σύμβασης, με το σκεπτικό ότι η οριστική εθνική απόφαση ήταν η απόφαση αριθ. 2622 του Consiglio di Stato που κατατέθηκε στη γραμματεία του την 31η Μαΐου 2008. Ισχυρίστηκε ότι στην εν λόγω απόφαση το Consiglio di Stato, κάνοντας δεκτή την απόφαση του Περιφερειακού Διοικητικού Δικαστηρίου, κήρυξε απαράδεκτο, με οριστική ισχύ, το αίτημα για κατανομή συχνοτήτων. Κατά συνέπεια, η προσφυγή της 20ής Ιουλίου 2009 ασκήθηκε εκπρόθεσμα.
102. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι ο κανόνας των έξι μηνών δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαιτεί από τους προσφεύγοντες να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου πριν από την οριστική διευθέτηση της θέσης τους σχετικά με το ζήτημα σε εθνικό επίπεδο (βλ. Varnava και άλλοι κατά Τουρκίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 16064/90, 16065/90, 16066/90, 16068/90, 16069/90, 16070/90, 16071/90, 16072/90 και 16073/90, § 157, ΕΔΑΔ 2009). Εάν ο προσφεύγων διαμαρτύρεται για συνεχή κατάσταση, η περίοδος των έξι μηνών υπολογίζεται από τη στιγμή που τελειώνει η εν λόγω κατάσταση (βλ., μεταξύ πολλών άλλων, Ortolani κατά Ιταλίας (απόφ.), αριθ. 46283/99, 31 Μαΐου 2001, και Pianese κατά Ιταλίας και Κάτω Χωρών (απόφ.), αριθ. 14929/08, § 59, 27 Σεπτεμβρίου 2011).
103. Στην παρούσα υπόθεση, στην απόφαση της 31ης Μαΐου 2008, το Consiglio di Stato αρνήθηκε το αίτημα της προσφεύγουσας εταιρείας για κατανομή συχνοτήτων, κρίνοντας ότι τα δικαστήρια δεν ήταν αρμόδια να λάβουν το αιτούμενο μέτρο αντί των διοικητικών αρχών. Απεφάνθη ότι το Υπουργείο έπρεπε να αποφανθεί επί του αιτήματος της προσφεύγουσας εταιρείας σχετικά με τις συχνότητες, εφαρμόζοντας την απόφαση που εκδόθηκε εν τω μεταξύ από το ΔΕΕ και ανέβαλε την απόφασή του σχετικά με την επιδίκαση αποζημίωσης στην εταιρεία (βλ. παραγράφους 37-39 παραπάνω).
104. Εκ τούτου συνάγεται ότι ακόμη και μετά την απόφαση αριθ. 2622 του Consiglio di Stato της 31ης Μαΐου 2008, η προσφεύγουσα εταιρεία εξακολουθούσε να αναμένει την απάντηση των αρχών στο αίτημά της για την κατανομή συχνοτήτων. Καθώς η εν λόγω απόφαση δεν ήταν οριστική, δεν είχε διευθετήσει όλες τις αξιώσεις της προσφεύγουσας εταιρείας. Ειδικότερα, τα ζητήματα σχετικά με το εάν η εταιρεία υπέστη ζημία, εάν η εν λόγω ζημία αποδιδόταν στις αρχές και εάν δικαιούταν αποζημίωση παρέμειναν ανοικτά. Το Consiglio di Stato απεφάνθη γι’ αυτά μόνο στην απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2009, με την οποία διέταξε το Υπουργείο να καταβάλλει ως αποζημίωση στην προσφεύγουσα εταιρεία το ποσό του 1.041.418 ευρώ (EUR). Μόνο στην τελευταία απόφαση, το Consiglio di Stato αναγνώρισε ότι η συμπεριφορά του Υπουργείο ήταν αμελής, πρώτον, λόγω του ότι είχε χορηγήσει άδεια στην Centro Europa 7 S.r.l. χωρίς να της έχει εκχωρήσει συχνότητες εκπομπής και, δεύτερον, λόγω του ότι υπήρξε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς των αρχών και της εικαζόμενης ζημίας (βλ. παραγράφους 45-48 παραπάνω).
Επιπλέον, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η κατάσταση για την οποία παραπονείται η προσφεύγουσα εταιρεία ενώπιόν του, δηλαδή η αδυναμία της να μεταδώσει τηλεοπτικά προγράμματα, τερματίστηκε στις 30 Ιουνίου 2009 (βλ. παράγραφο 16 παραπάνω), είκοσι μόλις ημέρες πριν την άσκηση της προσφυγής.
105. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ένσταση της Κυβέρνησης για την εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
E. Μη εξάντληση των εθνικών ένδικων μέσων
106. Κατά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης, η προσφεύγουσα εταιρεία δεν εξάντλησε τα εθνικά ένδικα μέσα, εφόσον δεν ήγειρε, «τουλάχιστον κατ’ ουσίαν», την αιτίασή της σύμφωνα με το άρθρο 10 της Σύμβασης, στην προσφυγή που κατέθεσε στις 18 Φεβρουαρίου 2009 στο Περιφερειακό Διοικητικό Δικαστήριο, αμφισβητώντας το διάταγμα της 11ης Δεκεμβρίου 2008, με το οποίο είχαν εκχωρηθεί οι συχνότητες (βλ. παράγραφο 18 παραπάνω).
107. Η προσφεύγουσα εταιρεία αμφισβήτησε το επιχείρημα της Κυβέρνησης και ισχυρίστηκε ότι η υπόθεση που ήγειρε ενώπιον του Περιφερειακού Διοικητικού Δικαστηρίου αφορούσε περίοδο εκτός του πεδίου της προσφυγής της στο Δικαστήριο.
108. Οι γενικές αρχές σχετικά με την εξάντληση των εθνικών ένδικων μέσων ορίζονται στην υπόθεση Sejdovic κατά Ιταλίας ([Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 56581/00, §§ 43-46, ΕΔΑΔ 2006-II). Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι διαδικασίες στις οποίες αναφέρθηκε η Κυβέρνηση, που εκκρεμούν ακόμη στα εθνικά δικαστήρια (βλ. παράγραφο 23 παραπάνω), αφορούν το διάταγμα της 11ης Δεκεμβρίου 2008, με το οποίο εκχωρήθηκαν οι συχνότητες. Το εν λόγω διάταγμα έθεσε τέρμα στην κατάσταση για την οποία παραπονέθηκε η προσφεύγουσα εταιρεία ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς αποτελούσε τη νομική βάση σύμφωνα με την οποία μπορούσε να εκπέμψει από την 30ή Ιουνίου 2009 (βλ. παράγραφο 16 παραπάνω). Εκ τούτου συνάγεται ότι, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, η προσφεύγουσα εταιρεία δεν μπορεί να υποχρεωθεί να περιμένει την έκβαση των εν λόγω διαδικασιών, πριν από την επί της ουσίας εξέταση των αιτιάσεών της από το Δικαστήριο.
109. Συνεπώς, η προκαταρκτική ένσταση της Κυβέρνησης για μη εξάντληση των εθνικών ένδικων μέσων πρέπει να απορριφθεί.
III. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 10 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
110. Η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε παράβαση του δικαιώματός της στην ελευθερία έκφρασης και, ειδικότερα, στην ελευθερία μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι για περίοδο σχεδόν δέκα ετών η Κυβέρνηση δεν της είχε εκχωρήσει συχνότητες για αναλογικές επίγειες τηλεοπτικές μεταδόσεις. Ισχυρίστηκε ότι η μη εφαρμογή του νόμου αριθ. 249/1997 (βλ. παράγραφο 56 παραπάνω), η μη εκτέλεση των αποφάσεων αριθ. 420/1994 και 466/2002 του Συνταγματικού Δικαστηρίου (βλ. παραγράφους 54 και 62 παραπάνω) και το δυοπώλιο που υφίσταται στην ιταλική τηλεοπτική αγορά παραβίασαν το άρθρο 10 της Σύμβασης, που προβλέπει:
«1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Το παρόν άρθρον δεν κωλύει τα Κράτη από του να υποβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιοφωνίας, κινηματογράφου ή τηλεοράσεως εις κανονισμούς εκδόσεως αδειών λειτουργίας.
2. Η άσκησις των ελευθεριών τούτων, συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνας, δύναται να υπαχθεί εις ωρισμένας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, προβλεπομένους υπό του νόμου και αποτελούντας αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία, δια την εθνικήν ασφάλειαν, την εδαφικήν ακεραιότηταν ή την δημόσιαν ασφάλειαν, προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, την προστασίαν της υπολήψεως ή των
δικαιωμάτων των τρίτων, την παρεμπόδισιν της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών, ή την διασφάλισιν του κύρους και αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.»
111. Η Κυβέρνηση αμφισβήτησε το εν λόγω επιχείρημα.
A. Επί του παραδεκτού
112. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι αυτή η αιτίαση δεν είναι προδήλως αβάσιμη υπό την έννοια του άρθρου 35, παράγραφος 3 (α) της Σύμβασης. Σημειώνει, επίσης, ότι δεν θεωρείται απαράδεκτη για κάποιον άλλο λόγο. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί παραδεκτή.
B. Επί της ουσίας
1. Ισχυρισμοί των διαδίκων και του τρίτου μέρους που παρενέβη
(α) Η προσφεύγουσα εταιρεία
113. Η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι αδυνατούσε να μεταδώσει τηλεοπτικά προγράμματα, παρόλο που διέθετε άδεια για κάτι τέτοιο κατόπιν διαδικασίας μειοδοτικού διαγωνισμού. Η εν λόγω παράβαση των δικαιωμάτων της προέκυψε από διάφορα νομοθετικά, διοικητικά και δικαστικά μέτρα που έλαβε το ιταλικό κράτος, ενεργώντας μέσω διαφορετικών οργάνων και θεσμών. Οι επεμβάσεις στο δικαίωμά της στην ελευθερία έκφρασης δεν ήταν ούτε δικαιολογημένες ούτε αναγκαίες σε μια δημοκρατική κοινωνία.
114. Κατά τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας εταιρείας, η θέσπιση μιας σειράς μεταβατικών νόμων υποστήριζε μια προσωρινή πρακτική που ευνοούσε τις υπάρχουσες επιχειρήσεις, εμποδίζοντας την από την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων της. Αναφέρθηκε στο συμπέρασμα του Δικαστηρίου στην υπόθεση Meltex Ltd και Movsesyan (όπ. π.) και επισήμανε ότι, σε αντίθεση με την εν λόγω υπόθεση, η παράβαση στην παρούσα υπόθεση δεν προκύπτει απλά από την άρνηση ενός δικαιώματος σε μια μεμονωμένη απόφαση, αλλά από την άρνηση, για περισσότερα από δέκα έτη, να καταστεί εφαρμοστέα μια άδεια που χορηγήθηκε ως αποτέλεσμα διαδικασίας μειοδοτικού διαγωνισμού.
115. Η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι η άρνηση κατανομής συχνοτήτων εκπομπής ισοδυναμούσε με παρέμβαση στην άσκηση των δικαιωμάτων της σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1 της Σύμβασης (Meltex Ltd και Movsesyan, όπ. π., και Glas Nadezhda EOOD και Anatoliy Elenkov, όπ. π.). Η παρέμβαση δεν προβλέπεται από τον νόμο, όπως απαιτείται από τη Σύμβαση, λόγω της αδυναμίας πρόβλεψης της μεταβατικής νομοθεσίας που ψηφίστηκε από το εθνικό κοινοβούλιο. Η προσφεύγουσα εταιρεία τόνισε, επίσης, ότι τα ιταλικά δικαστήρια εφάρμοσαν την εν λόγω νομοθεσία και έκριναν ότι η αποζημίωση θα έπρεπε να υπολογιστεί από την 1η Δεκεμβρίου 2004, αντίθετα με ό,τι έκρινε το ΔΕΕ στην απόφασή του.
(β) Η Κυβέρνηση
116. Η Κυβέρνηση παρατήρησε ότι το 1999 χορηγήθηκε στην προσφεύγουσα εταιρεία άδεια, η οποία δεν εκχωρούσε ipso facto το δικαίωμα κατανομής συχνοτήτων. Σύμφωνα με το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 5 της 23ης Ιανουαρίου 2001, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο αριθ. 66 της 20ής Μαρτίου 2001 (βλ. παραγράφους 63-64 παραπάνω), η προσφεύγουσα εταιρεία θα μπορούσε να έχει αγοράσει τις απαραίτητες συχνότητες για τη μετάδοση προγραμμάτων. Ωστόσο, δεν επωφελήθηκε από αυτή την επιλογή και δεν συμμετείχε στη νέα προκήρυξη διαγωνισμού που εκδόθηκε το 2007.
117. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης, δεν εκχωρήθηκαν συχνότητες στην προσφεύγουσα εταιρεία εξαιτίας της γενικής αναδιοργάνωσης των εθνικών και τοπικών αναλογικών συχνοτήτων σε ένα πλαίσιο περιορισμένης διαθεσιμότητας και επειδή πολλές εταιρείες, που είχαν υποβάλει μη αποδεκτές προσφορές το 1999, προσέφυγαν στα εθνικά δικαστήρια και έλαβαν την εξουσιοδότηση να συνεχίσουν να εκπέμπουν χωρίς άδεια βάσει των προηγούμενων κανόνων.
118. Η Κυβέρνηση δήλωσε ότι σκοπός της προκήρυξης διαγωνισμού το 1999 ήταν να επιλεγούν οι επιχειρήσεις που θα συμπεριλαμβάνονταν στο σχέδιο AGCOM. Συνεπώς, ο στόχος δεν ήταν η άμεση κατανομή συχνοτήτων, καθώς έπρεπε να καταρτιστεί το πρόγραμμα προσαρμογής των εγκαταστάσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, τόνισε ότι το Υπουργείο δεν είχε χορηγήσει άλλες άδειες υπό τις ίδιες συνθήκες το 1999.
119. Η Κυβέρνηση εξήγησε ότι, μετά την αποτυχία της καλωδιακής τηλεόρασης στην Ιταλία, ο νόμος αριθ. 66/2001 προέβλεπε ότι η μετάβαση στην ψηφιακή επίγεια τηλεόραση θα πραγματοποιούνταν το αργότερο έως το 2006. Συνεπώς, το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 352/2003 και ο νόμος αριθ. 112/2004 (βλ. παραγράφους 65-67 παραπάνω) προσδιόριζαν ότι οι μεταβατικές διατάξεις θα έπαυαν να ισχύουν όταν η ψηφιακή κάλυψη θα υπερέβαινε το 50% των χρηστών συνολικά, επίπεδο που επετεύχθη στις 27 Μαΐου 2004.
120. Η Κυβέρνηση επισήμανε περαιτέρω ότι το ΔΕΕ έκρινε ότι δεν ήταν απαραίτητο να εξετάσει εάν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης. Επιπλέον, στις αποφάσεις αριθ. 242 και 243/2009, το Consiglio di Stato έκρινε ότι η εθνική τηλεόραση δεν ήταν διασυνοριακή υπηρεσία και ότι η προσφεύγουσα εταιρεία, ως κάτοχος αδείας, είχε δικαίωμα να συμμετάσχει σε ανταγωνιστικές, άνευ διακρίσεων διαδικασίες για την κατανομή συχνοτήτων από την 1η Ιανουαρίου 2008. Το εν λόγω αποτέλεσμα επετεύχθη με το υπουργικό διάταγμα της 11ης Δεκεμβρίου 2008 (βλ. παράγραφο 16 παραπάνω), με το οποίο εκχωρήθηκε στην προσφεύγουσα εταιρεία το κανάλι 8 στη ζώνη συχνότητας VHF III, το οποίο κατέστη διαθέσιμο μετά τη μετάβαση στις ψηφιακές μεταδόσεις.
121. Η Κυβέρνηση τόνισε ότι η Ιταλία έπρεπε σταδιακά να ευθυγραμμίσει τα εθνικά και τοπικά κανάλια και ότι ήταν ουσιαστικής σημασίας η εναρμόνιση των κεκτημένων δικαιωμάτων των υπαρχουσών επιχειρήσεων με τα συμφέροντα των νέων επιχειρήσεων και, πάνω απ’ όλα, η αποτροπή τυχόν κινδύνου καθιέρωσης μονοπωλίου ή, αντιθέτως, δημιουργίας χάους. Ειδικότερα, η μετάβαση έδωσε τη δυνατότητα στις υπάρχουσες επιχειρήσεις να συνεχίσουν να εκπέμπουν και στους νέους κατόχους άδειας να αναπτύξουν ένα δίκτυο αγοράζοντας συχνότητες.
122. Η Κυβέρνηση τόνισε ότι, σύμφωνα με την νομολογία του Δικαστηρίου, ο κανονισμός για τις δραστηριότητες των τηλεοπτικών εταιρειών ήταν συμβατός με το άρθρο 10 της Σύμβασης, γεγονός που δεν απέτρεψε τα κράτη από την εξέταση των τεχνικών πτυχών, των δικαιωμάτων και των αναγκών ενός συγκεκριμένου κοινού, της φύσης και των στόχων των καναλιών, του πιθανού κοινού τους σε εθνικό και τοπικό επίπεδο και των υποχρεώσεων που απορρέουν από διεθνείς δεσμεύσεις (Informationsverein Lentia και άλλοι κατά Αυστρίας, 24 Νοεμβρίου 1993, Σειρά A αριθ. 276).
123. Η Κυβέρνηση εξήγησε ότι η άδεια που χορηγήθηκε στην προσφεύγουσα εταιρεία σήμαινε ότι η εταιρεία βρισκόταν σε νομικά προστατευμένη θέση και μπορούσε να αγοράσει συχνότητες, να χρησιμοποιήσει την ικανότητα ψηφιακής μετάδοσης άλλων επιχειρήσεων και να επωφεληθεί από «τη συστέγαση των δύο επιχειρήσεων, της RAI και της [Mediaset]».
124. Η Κυβέρνηση παρατήρησε ότι η προσφεύγουσα εταιρεία κατά την παρούσα περίοδο παρείχε στους πελάτες της ορισμένα κανάλια που μετέδιδαν ποικίλο περιεχόμενο, συμπεριλαμβανομένων ταινιών τρόμου και ταινιών ενηλίκων. Ουσιαστικά, λειτουργούσε με ένα περιορισμένο σύστημα, καθώς τα προγράμματά της ήταν προσβάσιμα μόνο με τη χρήση αποκωδικοποιητή, τον οποίο προμήθευε στους πελάτες της. Αυτό ήταν ενδεικτικό της έκτασης και του τρόπου με τον οποίο η προσφεύγουσα εταιρεία επωφελείτο της ελευθερίας της να μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες σε μια δημοκρατική κοινωνία.
125. Τέλος, η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης δεν μπορούσαν με κανέναν τρόπο να συγκριθούν με τις περιστάσεις της υπόθεσης Meltex Ltd και Movsesyan (όπ. π.).
(γ) Το τρίτο μέρος που παρενέβη
126. Η Πρωτοβουλία Δικαιοσύνης Ανοικτής Κοινωνίας (Open Society Justice Initiative) ξεκίνησε υποβάλλοντας μια σύνοψη των «Κατευθυντήριων αρχών για την πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης». Έπειτα, αναφέρθηκε στους νόμους και τις πρακτικές τριών ευρωπαϊκών χωρών παρόμοιου μεγέθους με την Ιταλία (Γαλλία, Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο) και, στη συνέχεια, συζήτησε τα ευρωπαϊκά πρότυπα, σύμφωνα με τα οποία η υποχρέωση διασφάλισης της πολυφωνίας επιτάσσει τον καθορισμό ορίων στην ιδιοκτησία μέσων ενημέρωσης, ιδίως στον ραδιοτηλεοπτικό τομέα.
127. Επίσης, εξέτασε τον πολιτικό έλεγχο που ασκείται στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα και επισήμανε ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν υιοθετήσει νομικά συστήματα που συγκεκριμένα απαγορεύουν και/ή περιορίζουν την ικανότητα ελέγχου των ραδιοτηλεοπτικών φορέων και των προγραμμάτων τους από πολιτικούς και πολιτικά κόμματα.
128. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του τρίτου μέρους, οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης θα πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο μιας ευρύτερης και παλαιότερης δυσφορίας που επικρατεί στον ραδιοτηλεοπτικό και ενημερωτικό τομέα της Ιταλίας. Η Πρωτοβουλία Δικαιοσύνης Ανοικτής Κοινωνίας ισχυρίστηκε ότι, εάν το Δικαστήριο διαπιστώσει παράβαση του άρθρου 10 στην παρούσα υπόθεση, ίσως θα πρέπει να διατάξει το ιταλικό κράτος να εφαρμόσει γενικά και συστηματικά μέτρα, προκειμένου να διασφαλιστεί η πολυφωνία του ραδιοτηλεοπτικού του συστήματος.
2. Η κρίση του Δικαστηρίου
(α) Γενικές αρχές σχετικά με την πολυφωνία στα οπτικοακουστικά μέσα
129. Το Δικαστήριο θεωρεί απαραίτητο να συνοψίσει από την αρχή τις γενικές αρχές που καθιερώθηκαν στη νομολογία του σχετικά με την πολυφωνία στα οπτικοακουστικά μέσα. Όπως τονίζεται συχνά, δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατία χωρίς πολυφωνία. Η δημοκρατία θρέφεται από την ελευθερία έκφρασης. Η δημοκρατία επιτρέπει να προτείνονται και να συζητούνται διάφορα πολιτικά προγράμματα, ακόμη και εκείνα που θέτουν υπό αμφισβήτηση τον τρόπο οργάνωσης ενός κράτους, υπό τον όρο να μην βλάπτουν την ίδια τη δημοκρατία (βλ. Manole και άλλοι κατά Μολδαβίας, αριθ. 13936/02, § 95, ΕΔΑΔ 2009 (αποσπάσματα) και Σοσιαλιστικό κόμμα και άλλοι κατά Τουρκίας, 25 Μαΐου 1998, §§ 41, 45 και 47, Reports 1998‑III).
130. Σε αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι για τη διασφάλιση πραγματικής πολυφωνίας στον οπτικοακουστικό τομέα σε μια δημοκρατική κοινωνία, δεν αρκεί η πρόβλεψη ύπαρξης πολλών καναλιών ή της θεωρητικής δυνατότητας πιθανών επιχειρήσεων να εισέλθουν στην οπτικοακουστική αγορά. Επιπλέον, είναι απαραίτητο να επιτραπεί η αποτελεσματική πρόσβαση στην αγορά, προκειμένου να διασφαλιστεί η ποικιλομορφία του περιεχομένου του προγράμματος συνολικά, αντικατοπτρίζοντας όσον το δυνατόν περισσότερο την ποικιλία των απόψεων που συναντώνται στην κοινωνία προς την οποία απευθύνονται τα προγράμματα.
131. Η ελευθερία έκφρασης, όπως διασφαλίζεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, αποτελεί ένα εκ των ουσιαστικών θεμελίων μιας δημοκρατικής κοινωνίας και μία εκ των βασικών προϋποθέσεων για την πρόοδό της (βλ. Lingens κατά Αυστρίας, 8 Ιουλίου 1986, § 41, Σειρά A αριθ. 103). Η ελευθερία του τύπου και των άλλων μέσων ενημέρωσης παρέχει στο κοινό ένα από τα καλύτερα μέσα για να ανακαλύψουν και να σχηματίσουν άποψη για τις ιδέες και τη συμπεριφορά των πολιτικών ηγετών. Είναι δεσμευτικό για τον τύπο να μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες για πολιτικά ζητήματα και για άλλα θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος. Πέρα από τον τύπο που έχει καθήκον να μεταδίδει τέτοιου είδους πληροφορίες και ιδέες, έχει και το κοινό δικαίωμα να τις λάβει (βλ., για παράδειγμα, Handyside κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 7 Δεκεμβρίου 1976, § 49, Σειρά A αριθ. 24, και Lingens, όπ. π., §§ 41-42).
132. Από αυτή την άποψη, τα οπτικοακουστικά μέσα, όπως το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, κατέχουν έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο. Εξαιτίας της δύναμής τους να μεταφέρουν μηνύματα μέσω ήχου και εικόνας, τα εν λόγω μέσα έχουν μια πιο άμεση και ισχυρή επίδραση από τον τύπο (βλ. Jersild κατά Δανίας, 23 Σεπτεμβρίου1994, § 31, Σειρά A αριθ. 298, και Pedersen και Baadsgaard κατά Δανίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 49017/99, § 79, ΕΔΑΔ 2004-XI). Η λειτουργία της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου ως οικείων πηγών διασκέδασης που εισέρχονται στο σπίτι του ακροατή ή του τηλεθεατή ενισχύει περαιτέρω τον αντίκτυπό τους (βλ. Murphy κατά Ιρλανδίας, αριθ. 44179/98, § 74, ΕΔΑΔ 2003-IX).
133. Μια κατάσταση, όπου μια ισχυρή οικονομική ή πολιτική κοινωνική ομάδα έχει τη δυνατότητα να κυριαρχήσει στα οπτικοακουστικά μέσα και, έτσι, να ασκεί πίεση στους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς και, τελικά, να περιορίσει τη συντακτική τους ελευθερία, υποβαθμίζει τον θεμελιώδη ρόλο της ελευθερίας έκφρασης σε μια δημοκρατική κοινωνία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 10 της Σύμβασης, ειδικότερα όπου χρησιμεύει στη μετάδοση πληροφοριών και ιδεών γενικού ενδιαφέροντος, που το κοινό δικαιούται να λαμβάνει (βλ. VgT Verein gegen Tierfabriken κατά Ελβετίας, αριθ. 24699/94, §§ 73 και 75, ΕΔΑΔ 2001-VI, βλ., επίσης, De Geillustreerde κατά Κάτω Χωρών, αριθ. 5178/71, Απόφαση της Επιτροπής της 6ης Ιουλίου 1976, § 86, Decisions and Reports 8, σ. 13). Αυτό συμβαίνει και όπου τη θέση κυριαρχίας κατέχει το κράτος ή ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι, λόγω του περιοριστικού χαρακτήρα του, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ένα καθεστώς αδειοδότησης που παραχωρεί στον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα το μονοπώλιο στις διαθέσιμες συχνότητες, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη γι’ αυτό (βλ. Informationsverein Lentia και άλλοι, όπ. π., § 39).
134. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι σε έναν τέτοιο ευαίσθητο τομέα, όπως είναι ο οπτικοακουστικός, το κράτος, εκτός από την αρνητική υποχρέωση της μη επέμβασης, έχει και τη θετική υποχρέωση να θεσπίσει ένα κατάλληλο νομοθετικό και διοικητικό πλαίσιο για να διασφαλίσει την αποτελεσματική πολυφωνία (βλ. παράγραφο 130 παραπάνω). Αυτό είναι ειδικότερα επιθυμητό, όταν, όπως στην παρούσα υπόθεση, το εθνικό οπτικοακουστικό σύστημα χαρακτηρίζεται από δυοπώλιο.
Έχοντας υπόψη αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι στη σύσταση CM/Rec(2007)2 σχετικά με την πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης και την ποικιλομορφία του περιεχομένου των μέσων ενημέρωσης (βλ. παράγραφο 72 παραπάνω), η Επιτροπή Υπουργών επαναδιαβεβαίωσε ότι «προκειμένου να προστατέψουν και να προωθήσουν ενεργά την πολυφωνία όσον αφορά την έκφραση ιδεών και απόψεων, καθώς και την πολιτιστική ποικιλομορφία, τα κράτη μέλη πρέπει να προσαρμόσουν τα υφιστάμενα κανονιστικά πλαίσια, ιδίως αναφορικά με την ιδιοκτησία στον τομέα των μέσων ενημέρωσης, και να υιοθετήσουν όποιο κανονιστικό και οικονομικό μέτρο απαιτείται για τη διασφάλιση της διαφάνειας στα μέσα ενημέρωσης και της δομικής πολυφωνίας, καθώς και της ποικιλομορφίας του περιεχομένου που διανέμεται».
135. Το ζήτημα που ανακύπτει στην παρούσα υπόθεση είναι εάν υπήρξε παρέμβαση των κρατικών αρχών στο δικαίωμα της προσφεύγουσας εταιρείας «να μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες» και, σε περίπτωση που υπήρξε, εάν η παρέμβαση «προβλεπόταν από τον νόμο», επιδίωκε έναν ή περισσότερους νόμιμους σκοπούς και ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία» προκειμένου να επιτευχθούν οι εν λόγω σκοποί (βλ. RTBF κατά Βελγίου, αριθ. 50084/06, § 117, ΕΔΑΔ 2011 (αποσπάσματα)).
(β) Σχετικά με το εάν υπήρξε παρέμβαση
136. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η άρνηση χορήγησης άδειας τηλεοπτικών μεταδόσεων αποτελεί παρέμβαση στην άσκηση των δικαιωμάτων που εγγυάται το άρθρο 10, παράγραφος 1 της Σύμβασης (βλ., μεταξύ άλλων, Informationsverein Lentia και άλλοι, όπ. π., § 27, Radio ABC κατά Αυστρίας, 20 Οκτωβρίου 1997, § 27, Reports 1997-VI, Leveque κατά Γαλλίας (απόφ.), αριθ. 35591/97, 23 Νοεμβρίου 1999, United Christian Broadcasters Ltd κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθ. 44802/98, 7 Νοεμβρίου 2000, Demuth κατά Ελβετίας, αριθ. 38743/97, § 30, ΕΔΑΔ 2002-IX, και Glas Nadezhda EOOD και Anatoliy Elenkov, όπ. π., § 42). Μικρή σημασία έχει εάν η άδεια δεν χορηγήθηκε μετά από ατομική προσφυγή ή συμμετοχή σε προκήρυξη διαγωνισμού (βλ. Meltex Ltd και Movsesyan, όπ. π., § 74).
137. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η παρούσα υπόθεση διαφέρει από όσες αναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο, καθώς δεν αφορά άρνηση χορήγησης άδειας. Αντιθέτως, μετά από προκήρυξη διαγωνισμού, χορηγήθηκε άδεια στην προσφεύγουσα εταιρεία στις 28 Ιουλίου 1999 για αναλογικές επίγειες τηλεοπτικές μεταδόσεις (βλ. παράγραφο 9 παραπάνω). Ωστόσο, καθώς δεν της εκχωρήθηκαν συχνότητες εκπομπής, δεν ήταν σε θέση να μεταδώσει προγράμματα μέχρι τις 30 Ιουνίου 2009.
138. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι σκοπός της Σύμβασης δεν είναι να εγγυάται θεωρητικά ή πλασματικά δικαιώματα, αλλά να εγγυάται δικαιώματα πρακτικά και αποτελεσματικά (βλ. Artico κατά Ιταλίας, 13 Μαΐου 1980, § 33, Σειρά A αριθ. 37). Η μη εκχώρηση συχνοτήτων στην προσφεύγουσα εταιρεία στέρησε κάθε πρακτικό σκοπό της άδειας, μιας και ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατον να διενεργηθεί η δραστηριότητα που εξουσιοδοτούσε για περίοδο περίπου δέκα ετών. Συνεπώς, αυτό αποτελούσε ουσιαστικό εμπόδιο και, άρα, παρέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος της προσφεύγουσας εταιρείας να μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες.
(γ) Σχετικά με το εάν η παρέμβαση «προβλεπόταν από τον νόμο»
(i) Γενικές αρχές
139. Η τρίτη πρόταση του άρθρου 10, παράγραφος 1, δίνει στα κράτη το δικαίωμα να ρυθμίζουν, μέσω ενός συστήματος αδειοδότησης, τον τρόπο οργάνωσης των μεταδόσεων στην επικράτειά τους, ειδικότερα όσον αφορά τις τεχνικές πτυχές. Μια άδεια δύναται, επίσης, να χορηγηθεί υπό όρους βάσει άλλων ζητημάτων, όπως η φύση και οι στόχοι ενός προτεινόμενου καναλιού, το πιθανό κοινό του σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, τα δικαιώματα και οι ανάγκες ενός συγκεκριμένου κοινού και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από διεθνείς νομικές δεσμεύσεις (βλ. United Christian Broadcasters Ltd, όπ. π., και Demuth, όπ. π., §§ 33‑35). Μια τέτοιου είδους ρύθμιση πρέπει να βασίζεται στη «νομοθεσία».
140. Η έκφραση «προβλέπεται από τον νόμο» στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 10 δεν προϋποθέτει μόνο ότι το προσβαλλόμενο μέτρο θα πρέπει να έχει κάποια νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά αναφέρεται, επίσης, στην ποιότητα του υπό κρίση νόμου, που θα πρέπει να είναι προσβάσιμος στον ενδιαφερόμενο και προβλέψιμος ως προς τις συνέπειές του (βλ., μεταξύ άλλων, VgT Verein gegen Tierfabriken, όπ. π., § 52, Rotaru κατά Ρουμανίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 28341/95, § 52, ΕΔΑΔ 2000-V, Gawęda κατά Πολωνίας, αριθ. 26229/95, § 39, ΕΔΑΔ 2002-II, και Maestri κατά Ιταλίας ([Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 39748/98, § 30, ΕΔΑΔ 2004‑I). Ωστόσο, εναπόκειται στις εθνικές αρχές, κυρίως στα δικαστήρια, να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία (βλ. Kruslin κατά Γαλλίας, 24 Απριλίου 1990, § 29, Σειρά A αριθ. 176-A, και Kopp κατά Ελβετίας, 25 Μαρτίου 1998, § 59, Reports 1998-II).
141. Μία από τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την έκφραση «προβλέπεται από τον νόμο» είναι η προβλεψιμότητα. Συνεπώς, ένα πρότυπο δεν μπορεί να θεωρηθεί «νόμος», εκτός εάν έχει διατυπωθεί με επαρκή σαφήνεια που επιτρέπει στους πολίτες να ρυθμίζουν τη συμπεριφορά τους. Δεχόμενοι τις κατάλληλες συμβουλές, εάν απαιτείται, οι πολίτες πρέπει να είναι σε θέση να προβλέπουν τις συνέπειες που ενδέχεται να συνεπιφέρει μια δεδομένη πράξη, ως έναν εύλογο για τις περιστάσεις βαθμό. Τέτοιου είδους συνέπειες δεν είναι δυνατόν να προβλέπονται με απόλυτη βεβαιότητα. Η εμπειρία δείχνει ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό. Όμως, ενώ η βεβαιότητα είναι ιδιαίτερα επιθυμητή, ενδέχεται να επιφέρει υπερβολική αυστηρότητα, και ο νόμος πρέπει να είναι σε θέση να συμβαδίζει με τις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Συνεπώς, πολλοί νόμοι διατυπώνονται αναπόφευκτα με όρους που, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, είναι ασαφείς και των οποίων η ερμηνεία και εφαρμογή αποτελούν ζητήματα πρακτικής (βλ. Sunday Times κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αριθ. 1), 26 Απριλίου 1979, § 49, Σειρά A αριθ. 30, Kokkinakis κατά Ελλάδας, 25 Μαΐου 1993, § 40, Σειρά A αριθ. 260-A, και Rekvényi κατά Ουγγαρίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 25390/94, § 34, ΕΔΑΔ 1999-III).
142. Ο βαθμός ακρίβειας που απαιτείται από την εθνική νομοθεσία, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να προβλέπει κάθε ενδεχόμενο, εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το περιεχόμενο του επίμαχου νόμου, το πεδίο που προορίζεται να καλύψει και τον αριθμό και την κατάσταση των ατόμων στα οποία απευθύνεται (βλ. RTBF κατά Βελγίου, όπ. π., § 104, Rekvényi, όπ. π., § 34, και Vogt κατά Γερμανίας, 26 Σεπτεμβρίου 1995, § 48, Σειρά Α αριθ. 323).
143. Ειδικότερα, ένας κανόνας είναι «προβλέψιμος», όταν παρέχει έναν βαθμό προστασίας κατά των αυθαίρετων παρεμβάσεων από τις δημόσιες αρχές (βλ. Tourancheau και July κατά Γαλλίας, αριθ. 53886/00, § 54, 24 Νοεμβρίου 2005) και κατά της εκτεταμένης εφαρμογής περιορισμών εις βάρος οποιουδήποτε διαδίκου (βλ., mutatis mutandis, Başkaya και Okçuoğlu κατά Τουρκίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 23536/94 και 24408/94, § 36, ΕΔΑΔ 1999-IV).
(ii) Εφαρμογή των παραπάνω αρχών στην παρούσα υπόθεση
144. Στην παρούσα υπόθεση, επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προσδιορίσει εάν η ιταλική νομοθεσία θέσπισε με επαρκή σαφήνεια τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία μέσω της οποίας θα μπορούσαν να έχουν εκχωρηθεί συχνότητες εκπομπής στην προσφεύγουσα εταιρεία, σύμφωνα με την άδεια που της είχε χορηγηθεί. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια υπόθεση σαν την παρούσα, στην οποία η σχετική νομοθεσία αφορούσε τις συνθήκες πρόσβασης στην οπτικοακουστική αγορά.
145. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι στις 28 Ιουλίου 1999, οι αρμόδιες αρχές χορήγησαν στην προσφεύγουσα εταιρεία άδεια για επίγειες τηλεοπτικές μεταδόσεις εθνικής εμβέλειας, σύμφωνα με τον νόμο αριθ. 249/1997, εξουσιοδοτώντας την να εγκαταστήσει και να λειτουργήσει ένα αναλογικό τηλεοπτικό δίκτυο. Όσον αφορά την κατανομή συχνοτήτων, η άδεια αναφερόταν στο εθνικό σχέδιο κατανομής συχνοτήτων, που υιοθετήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1998, και έδινε προθεσμία εικοσιτεσσάρων μηνών στην προσφεύγουσα εταιρεία για να ευθυγραμμίσει τις εγκαταστάσεις της με τις σχετικές απαιτήσεις (βλ. παράγραφο 9 παραπάνω). Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων (βλ. παράγραφο 14 παραπάνω), η προσφεύγουσα εταιρεία δεν θα μπορούσε να συμμορφωθεί με την εν λόγω υποχρέωση, μέχρις ότου οι αρχές να υιοθετήσουν το πρόγραμμα προσαρμογής και να εφαρμόσουν το σχέδιο κατανομής συχνοτήτων. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι υπό αυτές τις συνθήκες, η προσφεύγουσα εταιρεία μπορούσε εύλογα να αναμένει ότι οι αρχές θα υιοθετούσαν, εντός εικοσιτεσσάρων μηνών από την 28η Ιουλίου 1999 το αργότερο, τα μέσα που απαιτούνταν για τη ρύθμιση των επίγειων μεταδόσεών της. Εφόσον είχε αναβαθμίσει τις εγκαταστάσεις της, όπως απαιτούνταν, η προσφεύγουσα εταιρεία θα έπρεπε, στη συνέχεια, να έχει το δικαίωμα να μεταδίδει τηλεοπτικά προγράμματα.
146. Ωστόσο, μέχρι τον Δεκέμβριο του 2008 δεν είχε εφαρμοστεί το σχέδιο κατανομής συχνοτήτων και η προσφεύγουσα εταιρεία απέκτησε κανάλι για να μεταδίδει τα προγράμματά της την 30ή Ιουνίου 2009 (βλ. παράγραφο 16 παραπάνω). Εν τω μεταξύ, πολλά κανάλια συνέχισαν προσωρινά να χρησιμοποιούν διάφορες συχνότητες που υποτίθεται ότι είχαν κατανεμηθεί σύμφωνα με το σχέδιο. Το Consiglio di Stato έκρινε (βλ. παράγραφο 28 παραπάνω) ότι αυτή η κατάσταση πραγμάτων οφειλόταν ουσιαστικά σε νομοθετικούς λόγους. Το Δικαστήριο θα εξετάσει συνοπτικά αυτούς τους λόγους.
147. Σημειώνει αρχικά ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του νόμου αριθ. 249/1997 όριζε ότι τα «υπερβαίνοντα το όριο» κανάλια (βλ. παράγραφο 60 παραπάνω) μπορούσαν να συνεχίσουν να εκπέμπουν σε εθνική και τοπική εμβέλεια, μέχρι τη χορήγηση νέων αδειών ή μέχρι την απόρριψη των αιτήσεων χορήγησης νέων αδειών και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο έως τις 30 Απριλίου 1998 (βλ. παράγραφο 57 παραπάνω). Ωστόσο, το άρθρο 3, παράγραφος 6, του ίδιου νόμου θέσπισε ένα μεταβατικό σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο τα υπερβαίνοντα το όριο κανάλια μπορούσαν να συνεχίσουν προσωρινά να εκπέμπουν σε επίγειες συχνότητες μετά την 30ή Απριλίου 1998, εφόσον συμμορφώνονταν με τις υποχρεώσεις που επιβλήθηκαν στα κανάλια που κατείχαν άδειες και εφόσον τα προγράμματά τους μεταδίδονταν ταυτόχρονα δορυφορικά ή καλωδιακά (βλ. παράγραφο 60 παραπάνω).
148. Η προσφεύγουσα εταιρεία μπορούσε να έχει συμπεράνει από το προαναφερθέν νομοθετικό πλαίσιο, που ίσχυε την περίοδο χορήγησης της άδειας, ότι, από τις 30 Απριλίου 1998, η δυνατότητα των υπερβαινόντων το όριο καναλιών να συνεχίσουν να εκπέμπουν δεν θα επηρέαζε τα δικαιώματα των νέων κατόχων άδειας. Ωστόσο, το πλαίσιο αυτό τροποποιήθηκε από τον νόμο αριθ. 66 της 20ής Μαΐου 2001, που ρύθμισε τη μετάβαση από την αναλογική στην ψηφιακή τηλεόραση και, για μία ακόμη φορά, εξουσιοδότησε τα υπερβαίνοντα το όριο κανάλια να συνεχίσουν να εκπέμπουν σε επίγειες συχνότητες, μέχρι την εφαρμογή του εθνικού σχεδίου κατανομής συχνοτήτων για την ψηφιακή τηλεόραση (βλ. παράγραφο 63 παραπάνω).
149. Στις 20 Νοεμβρίου 2002, ημερομηνία έως την οποία δεν είχε ακόμη εφαρμοστεί το σχέδιο, το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι η μετάβαση από τις επίγειες συχνότητες σε καλωδιακές ή δορυφορικές μεταδόσεις για τα υπερβαίνοντα το όριο κανάλια έπρεπε να ολοκληρωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2003 το αργότερο, ανεξάρτητα από το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η ανάπτυξη της ψηφιακής τηλεόρασης (βλ. παράγραφο 62 παραπάνω). Βάσει αυτής της απόφασης, η προσφεύγουσα εταιρεία μπορούσε να αναμένει ότι οι συχνότητες που θα έπρεπε να είχαν εκχωρηθεί σε αυτή, θα ελευθερώνονταν έως τις αρχές του 2004. Ωστόσο, διατάχθηκε και νέα παράταση, ως αποτέλεσμα της εθνικής νομοθεσίας.
150. Το άρθρο 1 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 352/2003 έδωσε τη δυνατότητα στα υπερβαίνοντα το όριο κανάλια να συνεχίσουν να λειτουργούν, μέχρι την ολοκλήρωση μιας έρευνας από την AGCOM σχετικά με την ανάπτυξη ψηφιακών τηλεοπτικών καναλιών. Κατά συνέπεια, ο νόμος αριθ. 112/2004 (άρθρο 23, παράγραφος 5), με έναν μηχανισμό γενικής έγκρισης, παρέτεινε τη δυνατότητα των υπερβαινόντων το όριο καναλιών να συνεχίσουν τις εκπομπές σε επίγειες συχνότητες μέχρι την υλοποίηση του εθνικού σχεδίου κατανομής συχνοτήτων για την ψηφιακή τηλεόραση (βλ. παραγράφους 65-67 παραπάνω), οπότε τα εν λόγω κανάλια δεν ήταν πλέον υποχρεωμένα να ελευθερώσουν τις συχνότητες που έπρεπε να έχουν παραχωρηθεί στις επιχειρήσεις που διέθεταν άδεια, όπως η προσφεύγουσα εταιρεία.
151. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η διαδοχική εφαρμογή των εν λόγω νόμων είχε ως αποτέλεσμα τη μη ελευθέρωση των συχνοτήτων και την παρεμπόδιση της συμμετοχής άλλων επιχειρήσεων, πέραν των υπερβαινόντων το όριο καναλιών, στα πρώιμα στάδια της ψηφιακής τηλεόρασης. Ειδικότερα, οι επίμαχοι νόμοι ανέβαλλαν την ημερομηνία λήξης του μεταβατικού σχεδίου μέχρι να ολοκληρωθεί η έρευνα της AGCOM για την ανάπτυξη των ψηφιακών τηλεοπτικών καναλιών και μέχρι να υλοποιηθεί το εθνικό σχέδιο κατανομής συχνοτήτων, δηλαδή, με αναφορά σε γεγονότα που συνέβαιναν σε ημερομηνίες που ήταν αδύνατον να προβλεφθούν. Σε αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο συμφωνεί με τη διαπίστωση του ΔΕΕ, κατά την οποία:
«(...) ο νόμος αριθ. 112/2004 δεν περιορίζεται μόνο στο να χορηγεί σε υφιστάμενες επιχειρήσεις δικαίωμα προτεραιότητας στην απόκτηση ραδιοσυχνοτήτων, αλλά επιπλέον τους παρέχει το δικαίωμα αυτό κατ’ αποκλειστικότητα, χωρίς κανέναν χρονικό περιορισμό, με τη μορφή προνομίου που χορηγείται στις εν λόγω επιχειρήσεις και χωρίς να προβλέπεται η υποχρέωση επιστροφής των ραδιοσυχνοτήτων που υπερβαίνουν το όριο μετά τη μετάβαση στις ψηφιακές τηλεοπτικές μεταδόσεις.»
152. Επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι επίμαχοι νόμοι συντάχθηκαν με ασαφείς όρους, οι οποίοι δεν προσδιορίζουν με επαρκή ακρίβεια και σαφήνεια το πεδίο και τη διάρκεια του μεταβατικού σχεδίου.
153. Επιπλέον, το ΔΕΕ, στο οποίο παρέπεμψε το ζήτημα το Consiglio di Stato, σημείωσε ότι τα εν λόγω μέτρα της εθνικής νομοθεσίας συνεπάγονταν τη διαδοχική εφαρμογή μεταβατικών συστημάτων προς όφελος των υφιστάμενων δικτύων και ότι αυτό είχε ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της πρόσβασης στην αγορά τηλεοπτικών μεταδόσεων, επιχειρήσεων που δεν διέθεταν συχνότητες εκπομπής, όπως η Centro Europa 7 S.r.l., παρόλο που διέθεταν άδεια (στην περίπτωση της προσφεύγουσας εταιρείας, η άδεια χορηγήθηκε το 1999 - βλ. παράγραφο 35 παραπάνω).
154. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το εγχώριο νομοθετικό πλαίσιο δεν ήταν σαφές και ακριβές και δεν επέτρεπε στην προσφεύγουσα εταιρεία να προβλέψει, με επαρκή βεβαιότητα, τη στιγμή μιας ενδεχόμενης κατανομής των συχνοτήτων ώστε να είναι σε θέση να ξεκινήσει την εκτέλεση της δραστηριότητας για την οποία έλαβε άδεια, παρά τις διαδοχικές διαπιστώσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου και του ΔΕΕ. Εκ τούτου συνάγεται ότι οι επίμαχοι νόμοι δεν πληρούσαν τις απαιτήσεις προβλεψιμότητας που έχουν καθιερωθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου.
155. Το Δικαστήριο επισημαίνει περαιτέρω ότι οι αρχές δεν τήρησαν τις καταληκτικές ημερομηνίες που ορίζονταν στην άδεια, όπως προέκυπταν από τον νόμο αριθ. 249/1997 και τις αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου, διαψεύδοντας, έτσι, τις προσδοκίες της προσφεύγουσας εταιρείας. Η Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η εταιρεία διέθετε αποτελεσματικά μέσα για να υποχρεώσει τις αρχές να συμμορφωθούν με τον νόμο και τις αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Συνεπώς, δεν παρείχε επαρκείς εγγυήσεις κατά της αυθαιρεσίας.
(δ) Συμπέρασμα
156. Συμπερασματικά, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το νομοθετικό πλαίσιο, όπως ισχύει για την προσφεύγουσα εταιρεία, η οποία δεν ήταν σε θέση να δραστηριοποιηθεί στον τομέα τηλεοπτικών μεταδόσεων για διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών παρότι της είχε χορηγηθεί άδεια κατόπιν διαδικασίας μειοδοτικού διαγωνισμού, δεν πληρούσε την απαίτηση προβλεψιμότητας σύμφωνα με τη Σύμβαση και στέρησε από την εταιρεία το μέτρο προστασίας κατά της αυθαιρεσίας που απαιτείται από το κράτος δικαίου σε μια δημοκρατική κοινωνία. Η εν λόγω έλλειψη είχε ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη μειωμένου ανταγωνισμού στον οπτικοακουστικό τομέα. Ως εκ τούτου, ισοδυναμούσε με αδυναμία συμμόρφωσης του κράτους με τη θετική του υποχρέωση να θεσπίσει ένα κατάλληλο νομοθετικό και διοικητικό πλαίσιο για να διασφαλίσει αποτελεσματική πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης (βλ. παράγραφο 134 παραπάνω).
157. Οι εν λόγω διαπιστώσεις αρκούν για να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι, στην παρούσα υπόθεση, υπήρξε παράβαση του άρθρου 10 της Σύμβασης.
158. Το παραπάνω συμπέρασμα απαλλάσσει το Δικαστήριο από το να εξετάσει εάν, στην παρούσα υπόθεση, υπήρξε συμμόρφωση με τις υπόλοιπες απαιτήσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 10 της Σύμβασης, δηλαδή εάν οι νόμοι που όριζαν την παράταση του μεταβατικού σχεδίου εξυπηρετούσαν έναν νόμιμο σκοπό και ήταν αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία για την επίτευξη του σκοπού αυτού.
IV. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 14 ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 10 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
159. Η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι υπέστη διάκριση σε σχέση με τον όμιλο Mediaset ως προς την απόλαυση του δικαιώματός της στην ελευθερία έκφρασης.
Βασίστηκε στο άρθρο 14 της Σύμβασης που προβλέπει τα εξής:
«Η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως.»
160. Κατά τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας εταιρείας, το ιταλικό σύστημα παρείχε προτιμησιακή μεταχείριση στον όμιλο Mediaset, ο οποίος επωφελήθηκε από νομοθετικά και διοικητικά μέτρα που εισάγουν διακρίσεις και υιοθετήθηκαν σε περιστάσεις κατά τις οποίες εμπλεκόταν σύγκρουση συμφερόντων. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι υπέστη διακρίσεις σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να μην της επιτραπεί η είσοδος στην αγορά.
161. Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι πρέπει να αποφευχθεί πολιτική προσέγγιση στην υπόθεση. Επανέλαβε τους λόγους που ορίζονται στις παρατηρήσεις της σύμφωνα με το άρθρο 10, σχετικά με το γιατί η προσφεύγουσα εταιρεία δεν ήταν σε θέση να αποκτήσει τις συχνότητες, αρνούμενη ότι υπήρχε συνάφεια μεταξύ των καταστάσεων της Centro Europa 7 S.r.l. και της Mediaset, και ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρξε προτιμησιακή μεταχείριση κάποιου συγκεκριμένου καναλιού έναντι της προσφεύγουσας εταιρείας στην παρούσα υπόθεση.
162. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η εν λόγω αιτίαση συνδέεται στενά με την αιτίαση σύμφωνα με το άρθρο 10 της Σύμβασης και πρέπει να κηρυχθεί και αυτή παραδεκτή. Λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματά του σύμφωνα με το άρθρο 10 (βλ. παράγραφο 156 παραπάνω), το Δικαστήριο δεν θεωρεί απαραίτητο να εξετάσει χωριστά την αιτίαση σύμφωνα με το άρθρο 14 της Σύμβασης.
V. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΑΡΙΘ. 1
163. Η προσφεύγουσα εταιρεία διαμαρτυρήθηκε για παράβαση του δικαιώματός της στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας της, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, το οποίο προβλέπει:
«Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους.
Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.»
164. Η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι, για δέκα σχεδόν έτη, δεν ήταν σε θέση να ασκήσει τα δικαιώματά της σύμφωνα με την άδεια που της είχε χορηγηθεί για τηλεοπτικές μεταδόσεις εθνικής εμβέλειας και ότι η αποζημίωση που της επιδικάστηκε από τα εθνικά δικαστήρια δεν αντικατόπτριζε την πλήρη αξία της «περιουσίας» της.
165. Η Κυβέρνηση αμφισβήτησε το εν λόγω επιχείρημα.
A. Επί του παραδεκτού
166. Το Δικαστήριο πρέπει, αρχικά, να προσδιορίσει εάν η προσφεύγουσα εταιρεία διέθετε «περιουσία», κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 και εάν το εν λόγω άρθρο είναι, συνεπώς, εφαρμοστέο στην παρούσα υπόθεση.
1. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
(α) Η Κυβέρνηση
167. Ως βασικό ισχυρισμό, η Κυβέρνηση αμφισβήτησε ότι υπήρχε «περιουσία» και τόνισε ότι η άδεια που χορηγήθηκε το 1999 στην προσφεύγουσα εταιρεία δεν εκχωρούσε ipso facto δικαίωμα κατανομής συχνοτήτων από το Υπουργείο. Συνεπώς, δεν είχε εύλογη προσδοκία για την απόκτηση συχνοτήτων. Επιπλέον, τα εθνικά δικαστήρια κήρυξαν απαράδεκτο το αίτημα της προσφεύγουσας εταιρείας για την κατανομή των συχνοτήτων.
168. Η Κυβέρνηση σημείωσε περαιτέρω ότι η Σύμβαση δεν προστάτευε μη υπαρκτά δικαιώματα που στερούνταν νομικής βάσης. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ούτε μια «πραγματική διαφορά» ούτε μια «βάσιμη αξίωση» πληρούσε τις απαιτήσεις της «περιουσίας» υπό την έννοια της Σύμβασης. Καμία «εύλογη προσδοκία» που προστατευόταν από τη Σύμβαση δεν εγέρθηκε όταν υπήρχε διαφωνία ως προς τη σωστή ερμηνεία και εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας και όταν τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων (Kopecký κατά Σλοβακίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 44912/98, § 50, ΕΔΑΔ 2004-IX).
169. Επιπλέον, η προσφεύγουσα εταιρεία μπορούσε να έχει αγοράσει τις συχνότητες στην αγορά σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου αριθ. 66 της 20ής Μαρτίου 2001 (βλ. παράγραφο 63 παραπάνω). Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, το αντικείμενο της προσφυγής δεν ήταν η κατανομή των συχνοτήτων, αλλά το εικαζόμενο ανεπαρκές ποσό αποζημίωσης που επιδικάστηκε σε εθνικό επίπεδο. Τέλος, η Κυβέρνηση σημείωσε ότι ουδέποτε υπήρξε απόσυρση ή ανάκληση της άδειας.
(β) Η προσφεύγουσα εταιρεία
170. Η προσφεύγουσα εταιρεία αμφισβήτησε τα επιχειρήματα της Κυβέρνησης και ισχυρίστηκε ότι το δικαίωμα πρόσβασης σε συχνότητες εκπομπής και χρήσης αυτών, που επέτρεπε την άσκηση της ελευθερίας έκφρασης και την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, αποτελούσε περιουσιακό στοιχείο και, άρα, ενέπιπτε στο πεδίο της «περιουσίας» υπό την έννοια του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1.
2. Η κρίση του Δικαστηρίου
(α) Γενικές αρχές
171. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι η έννοια της «περιουσίας» στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 έχει αυτόνομη σημασία, η οποία δεν περιορίζεται στην ιδιοκτησία υλικών αγαθών και είναι ανεξάρτητη από την επίσημη ταξινόμηση του εσωτερικού δικαίου. Όπως και με τα υλικά αγαθά, ορισμένα άλλα δικαιώματα και συμφέροντα, τα οποία συνιστούν περιουσιακά στοιχεία, μπορούν επίσης να θεωρηθούν «δικαιώματα ιδιοκτησίας» και, επομένως, «περιουσία» για τους σκοπούς της παρούσας διάταξης. Σε κάθε υπόθεση, το ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι εάν οι περιστάσεις της υπόθεσης, εξεταζόμενες στο σύνολό τους, παρείχαν στον προσφεύγοντα ουσιαστικό συμφέρον, που προστατεύεται από το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 (βλ. Iatridis κατά Ελλάδας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 31107/96, § 54, ΕΔΑΔ 1999-II, Beyeler κατά Ιταλίας ([Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 33202/96, § 100, ΕΔΑΔ 2000-I, και Broniowski κατά Πολωνίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 31443/96, § 129, ΕΔΑΔ 2004-V).
172. Το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 ισχύει μόνο για την υπάρχουσα περιουσία ενός ατόμου. Συνεπώς, τυχόν μελλοντικά έσοδα δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι αποτελούν «περιουσία», εκτός εάν έχουν ήδη κερδηθεί ή είναι σαφώς καταβλητέα. Επιπλέον, η ελπίδα αναβίωσης ενός δικαιώματος ιδιοκτησίας που έχει από καιρό εξαλειφθεί δεν μπορεί να εκληφθεί ως «περιουσία», ούτε και μια υπό όρους αξίωση, η οποία έχει παρέλθει, ως αποτέλεσμα μη εκπλήρωσης του όρου (βλ. Gratzinger και Gratzingerova κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (απόφ.) [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 39794/98, § 69, ΕΔΑΔ 2002-VII).
173. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια «εύλογη προσδοκία» για την απόκτηση περιουσιακού στοιχείου δύναται, επίσης, να απολαμβάνει της προστασίας του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1. Συνεπώς, όπου υπάρχει περιουσιακό συμφέρον στη φύση της αξίωσης, το άτομο στο οποίο είναι κατοχυρωμένο δύναται να θεωρηθεί ως έχον «εύλογη προσδοκία», εάν υπάρχει επαρκής βάση για το συμφέρον στην εθνική νομοθεσία, για παράδειγμα, εάν υφίσταται νομολογία των εθνικών δικαστηρίων που επιβεβαιώνει την ύπαρξή του. Ωστόσο, δεν μπορεί να προκύψει καμία «εύλογη προσδοκία», όταν υπάρχει διαφωνία ως προς τη σωστή ερμηνεία και εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας και τα εθνικά δικαστήρια, στη συνέχεια, απορρίψουν τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων (βλ. Kopecký, όπ. π., § 50).
(β) Εφαρμογή των παραπάνω αρχών στην παρούσα υπόθεση
174. Το Δικαστήριο παρατηρεί, εξ αρχής, ότι η προσφεύγουσα εταιρεία κατείχε άδεια για επίγειες τηλεοπτικές μεταδόσεις εθνικής εμβέλειας από την 28η Ιουλίου 1999. Η άδεια την εξουσιοδοτούσε να εγκαταστήσει και να λειτουργήσει ένα αναλογικό τηλεοπτικό δίκτυο (βλ. παράγραφο 9 παραπάνω). Τα διοικητικά δικαστήρια της Ιταλίας έκριναν ότι αυτό δεν εκχωρούσε στην προσφεύγουσα εταιρεία ατομικό δικαίωμα (diritto soggettivo) όσον αφορά την κατανομή συχνοτήτων εκπομπής, αλλά μόνο έννομο συμφέρον (interesse legittimo), δηλαδή, ίδια κατάσταση που προστατευόταν εμμέσως όσο ήταν σύμφωνη με το δημόσιο συμφέρον. Συνεπώς, το μοναδικό δικαίωμα της προσφεύγουσας εταιρείας ήταν να επιληφθεί η Κυβέρνηση το αίτημά της για συχνότητες κατά τρόπο σύμφωνο προς τα κριτήρια που διατυπώνονται από την εθνική νομοθεσία και το ΔΕΕ (βλ. την απόφαση του Περιφερειακού Διοικητικού Δικαστηρίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, παράγραφος 25 παραπάνω, και την απόφαση αριθ. 2622/08 του Consiglio di Stato της 31ης Μαΐου 2008, παράγραφος 37 παραπάνω).
175. Όπως σημείωσε το Δικαστήριο σχετικά με το άρθρο 10 της Σύμβασης, λαμβάνοντας υπόψη τους όρους της άδειας και το νομοθετικό πλαίσιο που ίσχυε εκείνη την περίοδο, η προσφεύγουσα εταιρεία μπορούσε εύλογα να αναμένει ότι οι αρχές θα λάμβαναν, εντός εικοσιτεσσάρων μηνών από την 28η Ιουλίου 1999, τα αναγκαία νομικά μέτρα για τη ρύθμιση των επίγειων μεταδόσεών της. Εφόσον είχε αναβαθμίσει τις εγκαταστάσεις της, όπως απαιτούνταν, η προσφεύγουσα εταιρεία θα έπρεπε, στη συνέχεια, να έχει το δικαίωμα να μεταδίδει τηλεοπτικά προγράμματα (βλ. παράγραφο 145 παραπάνω). Άρα, από αυτή την άποψη, είχε «εύλογη προσδοκία». Είναι αλήθεια, όπως δήλωσε η Κυβέρνηση, ότι τα διοικητικά δικαστήρια αρνήθηκαν τα αιτήματα της προσφεύγουσας εταιρείας για κατανομή συχνοτήτων. Ωστόσο, η εν λόγω απόφαση δεν συνεπαγόταν απόρριψη του αιτήματος της προσφεύγουσας εταιρείας επί της ουσίας, αλλά προέκυψε από τον γενικό κανόνα στην ιταλική νομοθεσία, σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου τα διοικητικά δικαστήρια δεν μπορούν να λάβουν ορισμένα μέτρα αντί των διοικητικών αρχών (βλ. παράγραφο 37 παραπάνω).
176. Επιπλέον, στην απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2008, το ΔΕΕ έκρινε τα εξής:
«(...) πρέπει να διευκρινιστεί ότι, στον τομέα των τηλεοπτικών εκπομπών, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, που προβλέπεται στο άρθρο 49 ΕΚ και υλοποιείται στον τομέα αυτό από το ΝΚΚΠ, επιτάσσει όχι μόνον τη χορήγηση αδειών εκπομπής, αλλά και την παραχώρηση ραδιοσυχνοτήτων εκπομπής. Πράγματι, μια επιχείρηση δεν μπορεί να ασκεί αποτελεσματικά τα δικαιώματα που αντλεί από το κοινοτικό δίκαιο αναφορικά με την πρόσβαση στην αγορά τηλεοπτικών μεταδόσεων εξαιτίας της έλλειψης ραδιοσυχνοτήτων εκπομπής.»
177. Το Δικαστήριο συμφωνεί με αυτή την ανάλυση. Επιπλέον, σημειώνει ότι, σύμφωνα με προηγούμενη κρίση του, η απόσυρση άδειας για πραγματοποίηση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ισοδυναμεί με παρέμβαση στο δικαίωμα ειρηνικής απόλαυσης περιουσίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 της Σύμβασης (βλ. Tre Traktörer AB κατά Σουηδίας, 7 Ιουλίου 1989, § 53, Σειρά A αριθ. 159, Capital Bank AD κατά Βουλγαρίας, αριθ. 49429/99, § 130, ΕΔΑΔ 2005-XII, Rosenzweig και Bonded Warehouses Ltd κατά Πολωνίας, αριθ. 51728/99, § 49, 28 Ιουλίου 2005, και Bimer S.A. κατά Μολδαβίας, αριθ. 15084/03, § 49, 10 Ιουλίου 2007). Παρόλο που στην παρούσα υπόθεση η άδεια στην ουσία δεν αποσύρθηκε, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η μη κατανομή των συχνοτήτων εκπομπής στέρησε την ουσία της.
178. Το Δικαστήριο θεωρεί, συνεπώς, ότι τα συμφέροντα που σχετίζονται με την εκμετάλλευση της άδειας αποτελούσαν περιουσιακά συμφέροντα που προστατεύονται από το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 (βλ., mutatis mutandis, Tre Traktörer AB, όπ. π., § 53).
179. Κατά συνέπεια, κρίνει ότι η εύλογη προσδοκία της προσφεύγουσας εταιρείας, που συνδεόταν με περιουσιακά συμφέροντα, όπως η λειτουργία ενός αναλογικού τηλεοπτικού δικτύου δυνάμει της άδειας, είχε επαρκή βάση για να αποτελεί ουσιαστικό συμφέρον και, άρα, «περιουσία» υπό την έννοια του κανόνα που διατυπώνεται στην πρώτη πρόταση του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, το οποίο, ως εκ τούτου, είναι εφαρμοστέο στην παρούσα υπόθεση (βλ., mutatis mutandis, Stretch κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 44277/98, §§ 32-35, 24 Ιουνίου 2003, και Bozcaada Kimisis Teodoku Rum Ortodoks Kilisesi Vakfı κατά Τουρκίας (αριθ. 2), αριθ. 7646/03, 37665/03, 37992/03, 37993/03, 37996/03, 37998/03, 37999/03 και 38000/03, § 50, 6 Οκτωβρίου 2009).
180. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι αυτή η αιτίαση δεν είναι προδήλως αβάσιμη υπό την έννοια του άρθρου 35, παράγραφος 3 (α) της Σύμβασης. Σημειώνει, επίσης, ότι δεν θεωρείται απαράδεκτη για κάποιον άλλο λόγο. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί παραδεκτή.
B. Επί της ουσίας
1. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
(α) Η προσφεύγουσα εταιρεία
181. Η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι η συμπεριφορά της Κυβέρνησης ισοδυναμούσε με οικειοποίηση περιουσίας για τους σκοπούς του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, καθώς η Κυβέρνηση όχι μόνο δεν κατένειμε τις συχνότητες χωρίς να προβάλλει κάποια αιτία, αλλά αρνήθηκε, επίσης, να καταστήσει εφαρμοστέα την άδεια που χορηγήθηκε κατόπιν νόμιμης διαδικασίας μειοδοτικού διαγωνισμού.
182. Η προσφεύγουσα εταιρεία υποστήριξε ότι η οικειοποίηση δεν είχε καμία συνάφεια με το δημόσιο συμφέρον, αλλά υπηρετούσε τα ιδιωτικά συμφέροντα της Mediaset, μέσω της χρήσης συχνοτήτων που θα έπρεπε να είχαν ελευθερωθεί προς όφελός της, καθώς ήταν ο νόμιμος κάτοχος άδειας. Επιπλέον, η οικειοποίηση δεν «υπόκειτο στους όρους που προβλέπονται από τον νόμο». Σύμφωνα με τον νόμο αριθ. 249/1997, οι σχετικές συχνότητες θα έπρεπε να έχουν ελευθερωθεί υπέρ του αναδόχου που κέρδισε τη διαδικασία μειοδοτικού διαγωνισμού, δηλαδή υπέρ της Centro Europa 7 S.r.l. Ωστόσο, μια σειρά μεταβατικών νομοθετικών μέτρων δεν επέτρεψε στην εταιρεία να έχει πρόσβαση στις συχνότητες.
183. Η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε, επίσης, ότι η αποζημίωση που επιδικάστηκε σε εθνικό επίπεδο δεν αντικατόπτριζε την αξία της οικειοποιηθείσας περιουσίας. Για τον καθορισμό των διαφυγόντων κερδών ως επακόλουθο των χαμένων ευκαιριών, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη την καθυστέρηση στην κατανομή των συχνοτήτων, αλλά και το γεγονός ότι ήταν αδύνατος ο ανταγωνισμός με τις άλλες εταιρείες το 1999, σε μια εποχή που η αγορά ήταν περισσότερο περιορισμένη από ό,τι είναι σήμερα. Η προσφεύγουσα εταιρεία επισήμανε, επιπλέον, ότι το Consiglio di Stato, επικαλούμενο τη διαπίστωση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η 31η Δεκεμβρίου 2003 αποτελούσε εύλογη ημερομηνία για τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, είχε λάβει υπόψη μόνο τη ζημία που υπέστη μετά το 2004, παραβλέποντας, έτσι, πέντε έτη παραβίασης. Τέλος, η προσφεύγουσα εταιρεία σημείωσε ότι, σύμφωνα με τη διαπίστωση του Consiglio di Stato, η χορήγηση της άδειας δεν είχε εκχωρήσει το άμεσο δικαίωμα συμμετοχής στην αντίστοιχη οικονομική δραστηριότητα και ότι η αποζημίωση θα έπρεπε, ως εκ τούτου, να υπολογισθεί βάσει της εύλογης προσδοκίας για κατανομή συχνοτήτων από τις αρμόδιες αρχές.
(β) Η Κυβέρνηση
184. Η Κυβέρνηση αμφισβήτησε τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας εταιρείας και εναντιώθηκε στην «οικονομική» φύση της προσφυγής.
2. Η κρίση του Δικαστηρίου
185. Το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, που εγγυάται το δικαίωμα για προστασία της περιουσίας, περιέχει τρεις διακριτούς κανόνες: «ο πρώτος κανόνας, που ορίζεται στην πρώτη πρόταση της πρώτης παραγράφου, είναι γενικής φύσης και διατυπώνει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας· ο δεύτερος κανόνας, που περιέχεται στη δεύτερη πρόταση της πρώτης παραγράφου, καλύπτει τη στέρηση της περιουσίας και την θέτει υπό ορισμένες προϋποθέσεις· ο τρίτος κανόνας, που διατυπώνεται στη δεύτερη παράγραφο, αναγνωρίζει ότι τα συμβαλλόμενα κράτη δικαιούνται, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον (...) Οι τρεις κανόνες, ωστόσο, δεν είναι «διακριτοί» υπό την έννοια της απουσίας σύνδεσης μεταξύ τους. Ο δεύτερος και τρίτος κανόνας σχετίζονται με συγκεκριμένες περιπτώσεις παρέμβασης στο δικαίωμα της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας και, κατά συνέπεια, πρέπει να εκλαμβάνονται υπό το φως της γενικής αρχής που διατυπώνεται στον πρώτο κανόνα» (βλ., μεταξύ άλλων, James και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 21 Φεβρουαρίου 1986, § 37, Σειρά A αριθ. 98, και Beyeler, όπ. π., § 98).
186. Η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα υπόθεση «στερήθηκε την περιουσία της». Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί αυτό το επιχείρημα. Δεν υπήρξε οικειοποίηση του ουσιαστικού συμφέροντος της προσφεύγουσας εταιρείας όσον αφορά τη λειτουργία αναλογικού τηλεοπτικού δικτύου, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι πλέον είναι σε θέση να μεταδίδει τηλεοπτικά προγράμματα. Παρ΄ όλα αυτά, η δυνατότητα πραγματοποίησης της δραστηριότητας που αντιστοιχεί στην άδεια επηρεάστηκε από διάφορα μέτρα, τα οποία, στην ουσία, στόχευαν στην καθυστέρηση της ημερομηνίας έναρξης. Αυτό, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, αποτελεί μέσο ελέγχου της χρήσης της περιουσίας που πρέπει να εξεταστεί από τη σκοπιά της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1.
187. Η πρώτη και πιο σημαντική απαίτηση του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 είναι ότι οποιαδήποτε παρέμβαση δημόσιας αρχής στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας θα πρέπει να είναι νόμιμη (βλ. Iatridis, όπ. π., § 58, και Beyeler, όπ. π., § 108). Ειδικότερα, η δεύτερη παράγραφος αναγνωρίζει ότι τα κράτη έχουν το δικαίωμα να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι ασκούν το εν λόγω δικαίωμα κατά την εφαρμογή «νόμων». Η αρχή της νομιμότητας προϋποθέτει, επίσης, ότι οι σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας είναι επαρκώς προσιτές, ακριβείς και προβλέψιμες στην εφαρμογή τους (βλ., mutatis mutandis, Broniowski, όπ. π., § 147).
188. Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει, σύμφωνα με το άρθρο 10 της Σύμβασης, ότι η παρέμβαση στα δικαιώματα της προσφεύγουσας εταιρείας δεν είχε επαρκώς προβλέψιμη νομική βάση υπό την έννοια της νομολογίας του (βλ. παράγραφο 156 παραπάνω). Μπορεί μόνο να καταλήξει στην ίδια διαπίστωση σε σχέση με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, και αυτό αρκεί για να συμπεράνει ότι υπήρξε παράβαση του εν λόγω άρθρου.
189. Το παραπάνω συμπέρασμα απαλλάσσει το Δικαστήριο από το να επανεξετάσει εάν στην παρούσα υπόθεση ικανοποιούνταν οι άλλες απαιτήσεις του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, ειδικότερα εάν ο έλεγχος της χρήσης της «περιουσίας» της προσφεύγουσας εταιρείας ήταν «σύμφωνος με το γενικό συμφέρον».
VI. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6, ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
190. Η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε παράβαση του δικαιώματός της σε δίκαιη δίκη. Επικαλέστηκε το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Σύμβασης, τα σχετικά σημεία του οποίου προβλέπουν:
«Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, (...) υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου (...) το οποίον θα αποφασίση (...) επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως (...)»
A. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
1. Η Κυβέρνηση
191. Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω αιτίαση ήταν προδήλως αβάσιμη, καθώς δεν ήταν καθήκον του Δικαστηρίου να επιληφθεί πλανών περί τα πράγματα και περί το δίκαιο που εικάζεται ότι διέπραξε ένα εσωτερικό δικαστήριο και εναπόκειται στις εθνικές αρχές, κυρίως στα δικαστήρια, να επιλύσουν προβλήματα ερμηνείας της εθνικής νομοθεσίας.
192. Ειδικότερα, οι νόμοι αριθ. 43/2004 και 112/2004 δεν ελήφθησαν υπόψη από το Περιφερειακό Διοικητικό Δικαστήριο και το Consiglio di Stato αναφέρθηκε στους εν λόγω νόμους κατά τη διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα εταιρεία δικαιούταν αποζημίωση. Η απόφαση του Consiglio di Stato που της επιδίκαζε χρηματική αποζημίωση απέδειξε, επίσης, ότι το κράτος ήταν ανεξάρτητο και ότι ελήφθη υπόψη η απόφαση του ΔΕΕ. Η Κυβέρνηση επισήμανε επίσης ότι κατά τις δικαστικές διαδικασίες τα μέρη που είχαν κοινά συμφέροντα μπορούσαν να υποβάλουν παρατηρήσεις στο δικαστήριο, συνταχθείσες με εν μέρει όμοιους όρους, ενώ η σύνταξη των τεχνικών ισχυρισμών από δικηγόρο δεν σήμαινε ότι είχαν εγκριθεί από την Κυβέρνηση.
193. Τέλος, η Κυβέρνηση παρατήρησε ότι το Consiglio di Stato είχε αρνηθεί το αίτημα της προσφεύγουσας εταιρείας για αποτίμηση εμπειρογνώμονα, κρίνοντας ότι το βάρος της απόδειξης ανήκε στην προσφεύγουσα εταιρεία και ότι μια αξιολόγηση από εμπειρογνώμονα κατόπιν δικαστικής διαταγής δεν μπορούσε να αντισταθμίσει τη μη προσκόμιση αποδείξεων.
2. Η προσφεύγουσα εταιρεία
194. Η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι οι διάφορες νομοθετικές τροποποιήσεις κατά τη διάρκεια των διαδικασιών παραβίασαν το δικαίωμά της σε δίκαιη δίκη. Πρόσθεσε ότι ο νόμος δεν εφαρμόστηκε σωστά και ότι οι αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν είχαν εκτελεστεί. Επιπλέον, κατά τις διαδικασίες ενώπιον του Consiglio di Stato, η Κυβέρνηση ευνόησε τον όμιλο Mediaset, καταδεικνύοντας, έτσι, την έλλειψη ανεξαρτησίας του κράτους. Κατά τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας εταιρείας, αυτό κατέστη σαφές από το γεγονός ότι το υπόμνημα της Κυβέρνησης είχε βασιστεί σε αυτό που προσκόμισε ο όμιλος Mediaset.
195. Η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι το ιταλικό κράτος δεν κατάφερε να καταρτίσει ένα σαφές και ολοκληρωμένο κανονιστικό πλαίσιο, παραβιάζοντας, έτσι, τις αρχές της νομιμότητας, της διαφάνειας, της μη διάκρισης, του ελεύθερου ανταγωνισμού, της αμεροληψίας και του κράτους δικαίου. Τέλος, το Consiglio di Stato δεν την αποζημίωσε για τη ζημία που υπέστη πραγματικά και δεν διέταξε αξιολόγηση εμπειρογνώμονα για το οφειλόμενο ποσό.
B. Η κρίση του Δικαστηρίου
196. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ορισμένα εκ των παραπόνων της προσφεύγουσας εταιρείας (ειδικότερα, εκείνα που αφορούν την έλλειψη σαφούς κανονιστικού πλαισίου, τις νομοθετικές τροποποιήσεις και τη μη εκτέλεση των αποφάσεων του Συνταγματικού Δικαστηρίου) καλύπτουν σε μεγάλο βαθμό τον ίδιο λόγο με την αιτίαση σύμφωνα με το άρθρο 10 της Σύμβασης. Συνεπώς, δεν είναι απαραίτητο να τα εξετάσει χωριστά υπό το άρθρο 6.
197. Όσον αφορά τις συγκεκριμένες αιτιάσεις που αφορούν τις διαδικασίες στο Consiglio di Stato, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι καθήκον του είναι να διασφαλίζει την τήρηση των δεσμεύσεων που αναλαμβάνουν τα Συμβαλλόμενα Μέρη στη Σύμβαση. Ειδικότερα, συμφωνεί με την Κυβέρνηση ότι δεν είναι καθήκον του να επιλαμβάνεται πλανών περί τα πράγματα και περί το δίκαιο που εικάζεται ότι διέπραξε ένα εθνικό δικαστήριο, εκτός εάν και στο μέτρο που δύναται να έχει παραβιάσει δικαιώματα και ελευθερίες που προστατεύονται από τη Σύμβαση (βλ., μεταξύ άλλων, García Ruiz κατά Ισπανίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 30544/96, § 28, ΕΔΑΔ 1999‑I). Ειδικότερα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκτιμήσει τα γεγονότα που οδήγησαν ένα εθνικό δικαστήριο να υιοθετήσει μια απόφαση αντί κάποιας άλλης. Διαφορετικά, θα ενεργούσε σαν δικαστήριο τετάρτου βαθμού και θα περιφρονούσε τα όρια δράσης του (βλ., mutatis mutandis, Kemmache κατά Γαλλίας (αριθ. 3), 24 Νοεμβρίου 1994, § 44, Σειρά A αριθ. 296-C). Το μοναδικό καθήκον του Δικαστηρίου σε σχέση με το άρθρο 6 της Σύμβασης είναι να εξετάζει προσφυγές που ισχυρίζονται ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν τήρησαν τις ειδικές διαδικαστικές διασφαλίσεις που ορίζονται στο εν λόγω άρθρο ή ότι η διεξαγωγή των διαδικασιών συνολικά δεν διασφάλισε μια δίκαιη δίκη στον προσφεύγοντα (βλ., μεταξύ πολλών άλλων, Donadze κατά Γεωργίας, αριθ. 74644/01, §§ 30-31, 7 Μαρτίου 2006).
198. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν αποδεικνύεται πως οι διαδικασίες στο Consiglio di Stato δεν διεξήχθησαν σύμφωνα με τις απαιτήσεις μιας δίκαιης δίκης. Επαναλαμβάνει, επίσης, ότι οι απαιτήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας που ορίζονται στο άρθρο 6 της Σύμβασης αφορούν το δικαστήριο που θα κρίνει την ουσία της υπόθεσης και όχι τους διαδίκους (βλ. Forcellini κατά Αγίου Μαρίνου (απόφ.), αριθ. 34657/97, 28 Μαΐου 2002, και Previti κατά Ιταλίας (απόφ.), αριθ. 45291/06, § 255, 8 Δεκεμβρίου 2009), και ότι εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να αξιολογήσουν τη συνάφεια των προτεινόμενων αποδείξεων (βλ., mutatis mutandis και σχετικά με τις ποινικές διαδικασίες, Previti, όπ. π., § 221, και Bracci κατά Ιταλίας, αριθ. 36822/02, § 65, 13 Οκτωβρίου 2005).
199. Εκ τούτου συνάγεται ότι η εν λόγω αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35, παράγραφοι 3 (α) και 4 της Σύμβασης.
VII. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
200. Το άρθρο 41 της Σύμβασης προβλέπει:
«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της, και αν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους δεν επιτρέπει παρά μόνο ατελή εξάλειψη των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο χορηγεί, εφόσον είναι αναγκαίο, στον παθόντα δίκαιη ικανοποίηση.»
A. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
1. Υλική ζημία
(α) Η προσφεύγουσα εταιρεία
201. Η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι η αποζημίωση που της επιδικάστηκε ήταν ανεπαρκής. Σημείωσε ότι το Consiglio di Stato είχε κρίνει ότι η αποζημίωση καταβλήθηκε αναφορικά με ένα πολύ μικρό μέρος της τεράστιας ζημίας που υπέστη, είχε παραβλέψει τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα που προσκόμισε και δεν είχε ορίσει ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες. Συνεπώς, το Consiglio di Stato είχε απορρίψει σχεδόν στο σύνολό της την αξίωση αποζημίωσης, δηλώνοντας ότι δεν ήταν δυνατή η καταβολή ούτε των δικαστικών εξόδων ούτε των εξόδων εκκίνησης.
202. Όσον αφορά τα έξοδα εκκίνησης, η προσφεύγουσα εταιρεία παρατήρησε ότι μετά τη χορήγηση της άδειας μεταδόσεων, δημιούργησε αμέσως μια αποδοτική και αποτελεσματική δομή προκειμένου να καταστεί σημαντικός παράγων στην αγορά εμπορικών μεταδόσεων. Ειδικότερα, μίσθωσε τηλεοπτικά στούντιο έκτασης μεγαλύτερης των 20.000 τετραγωνικών μέτρων, με εξοπλισμό προηγμένης τεχνολογίας, που είχε αγοραστεί εκ των προτέρων, ούτως ώστε να ήταν σε θέση να ξεκινήσει να εκπέμπει αμέσως. Ανέλαβε, επίσης, το κόστος δημιουργίας οπτικοακουστικής βιβλιοθήκης, κάνοντας την παραγωγή των προγραμμάτων της, όπως απαιτούνταν από τους κανονισμούς αδειοδότησης.
203. Όσον αφορά τα διαφυγόντα κέρδη, ήταν σαφές ότι η αποζημίωση που επιδίκασε το Consiglio di Stato ήταν ανεπαρκής, εάν γινόταν σύγκριση αυτού του ποσού με τα κέρδη που είχε το Retequattro, το υπερβαίνον το όριο κανάλι που έπρεπε να έχει ελευθερώσει τις συχνότητες εκπομπής που είχαν εκχωρηθεί στην προσφεύγουσα εταιρεία. Κατά την εκτίμηση των διαφυγόντων κερδών, το Δικαστήριο έπρεπε να λάβει, επίσης, υπόψη ότι η Centro Europa 7 S.r.l. είχε εισέλθει προσφάτως στην αγορά εμπορικών μεταδόσεων, σε μια εποχή που οι αναλογικές μεταδόσεις επρόκειτο να αντικατασταθούν πλήρως από την ψηφιακή επίγεια τηλεόραση και άλλες τεχνικές μεταδόσεων. Κατά συνέπεια, έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι αλλαγές που συντελέστηκαν στην αγορά από το 1999. Η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι είχε κρατηθεί παράνομα εκτός της αγοράς εμπορικών μεταδόσεων για σημαντικό χρονικό διάστημα, γεγονός που είχε ζημιώσει, επίσης την προοπτική προώθησης του εμπορικού της σήματος και απόκτησης εμπειρίας, οπτικοακουστικού περιεχομένου και άλλων πλεονεκτημάτων σχετικών με τις αναλογικές μεταδόσεις.
204. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα και βάσει των αποδεικτικών στοιχείων, η προσφεύγουσα εταιρεία αξίωσε το ποσό των 2.174.130.492,55 ευρώ (129.957.485,60 EUR για τις απώλειες που υπέστη και 2.045.214.475,00 EUR για διαφυγόντα κέρδη) – το ποσό που ζητούσε κατά τις εθνικές διαδικασίες – μειωμένο κατά το ποσό που επιδικάστηκε από το Consiglio di Stato, ή άλλο ποσό που θα καθοριστεί κατά δίκαιη κρίση. Ο νόμιμος τόκος θα πρέπει να καταβληθεί με την αποζημίωση.
(β) Η Κυβέρνηση
205. Η Κυβέρνηση εναντιώθηκε στις αξιώσεις της προσφεύγουσας εταιρείας, καθώς τις θεώρησε υπερβολικές. Τόνισε ότι το Consiglio di Stato της είχε επιδικάσει αποζημίωση. Επιπλέον, οι αξιώσεις ήταν απλή εικασία και δεν είχαν αιτιώδη συνάφεια με τις εικαζόμενες παραβάσεις της Σύμβασης (Informationsverein Lentia και άλλοι, όπ. π., § 46, Radio ABC, όπ. π., § 41, και Meltex Ltd και Movsesyan, όπ. π., § 102).
206. Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε, επίσης, ότι η προσφεύγουσα εταιρεία δεν είχε δημιουργήσει εγκαταστάσεις για ψηφιακές τηλεοπτικές μεταδόσεις κατά την περίοδο από τον Δεκέμβριο του 2008 έως τον Ιανουάριο του 2009. Ο σχετικός εξοπλισμός δεν είχε αγοραστεί πριν το 2009.
2. Ηθική βλάβη
(α) Η προσφεύγουσα εταιρεία
207. Η προσφεύγουσα εταιρεία αξίωσε το ποσό των 10.000.000 EUR για ηθική βλάβη.
208. Ισχυρίστηκε ότι το Δικαστήριο έπρεπε να εξετάσει τους ακόλουθους παράγοντες, ειδικότερα: (α) το αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα που είχε περάσει, (β) το γεγονός ότι η προσφεύγουσα εταιρεία μπορούσε εύλογα να αναμένει ότι η ιταλική Κυβέρνηση θα καταστήσει εφαρμοστέα την άδεια τηλεοπτικών μεταδόσεων εντός των σχετικών χρονικών ορίων, (γ) την απογοήτευση και ανησυχία εξαιτίας του γεγονότος ότι ήταν ένας ανίσχυρος μάρτυρας στην ανάπτυξη της αγοράς τηλεοπτικών μεταδόσεων χωρίς να είναι σε θέση να επενδύσει σε αυτή, αλλά και την απώλεια αρκετών επικερδών ευκαιριών, (δ) τις σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις, (ε) τη ζημία στη φήμη της εταιρείας λόγω της θέσης των εμπλεκόμενων ατόμων, (στ) τη σοβαρή ανησυχία της εταιρείας σχετικά με την αδυναμία της να φθάσει τους ανταγωνιστές, που είχαν εδραιώσει τη θέση τους στην αγορά αναλογικών μεταδόσεων και τις σχετικές αγορές, (ζ) τις συνθήκες αβεβαιότητας στις οποίες η προσφεύγουσα εταιρεία έπρεπε να λάβει αποφάσεις στρατηγικής σημασίας, (η) τα κωλύματα και τα εμπόδια που έπρεπε να ξεπεράσει ο διευθυντής της, (θ) την απογοήτευση εξαιτίας της επαναλαμβανόμενης και πλήρους αδιαφορίας που επεδείκνυε η Κυβέρνηση σχετικά με τις αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου και του ΔΕΕ, αλλά και τις απαιτήσεις των ευρωπαϊκών θεσμών.
(β) Η Κυβέρνηση
209. Η Κυβέρνηση εναντιώθηκε στις αξιώσεις της προσφεύγουσας εταιρείας, καθώς τις θεώρησε υπερβολικές.
3. Έξοδα και δαπάνες
(α) Η προσφεύγουσα εταιρεία
210. Υποβάλλοντας τα αποδεικτικά έγγραφα, η προσφεύγουσα εταιρεία ζήτησε την καταβολή των δικαστικών εξόδων στα οποία προέβη σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, επιδιώκοντας να καταστήσει εφαρμοστέα την άδεια και να μπορέσει να συμμετάσχει σωστά σε οικονομικές δραστηριότητες στην αγορά τηλεοπτικών μεταδόσεων.
211. Τόνισε ότι, εκτός από τον κυρίαρχο εμπορικό ραδιοτηλεοπτικό φορέα στην Ιταλία, είχε να ανταγωνιστεί και την ίδια την ιταλική Κυβέρνηση για διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών, καθώς κατά τη διάρκεια του εν λόγω διαστήματος, ο ιδιοκτήτης της Mediaset – του ραδιοτηλεοπτικού ομίλου στον οποίο ανήκε το υπερβαίνον το όριο κανάλι Retequattro – υπηρέτησε, επίσης, ως Πρωθυπουργός για πολλές θητείες.
212. Συνεπώς, η προσφεύγουσα εταιρεία αξίωσε το ποσό των 1.023.706,35 ευρώ για τα έξοδα στα οποία προέβη σε εθνικό επίπεδο και το ποσό των 200.000 ευρώ για τα αντίστοιχα έξοδα στα οποία προέβη ενώπιον του Δικαστηρίου.
(β) Η Κυβέρνηση
213. Η Κυβέρνηση εναντιώθηκε στις αξιώσεις της προσφεύγουσας εταιρείας.
B. Η κρίση του Δικαστηρίου
1. Υλική ζημία και ηθική βλάβη
214. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι διαπίστωσε δύο παραβάσεις στην παρούσα υπόθεση. Πρώτον, η παρέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος της προσφεύγουσας εταιρείας να μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες υπό την έννοια του άρθρου 10 της Σύμβασης προέκυψε από νομοθετικά μέτρα, τα οποία δεν πληρούσαν ούτε την απαίτηση προβλεψιμότητας ούτε την υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει αποτελεσματική πολυφωνία (βλ. παράγραφο 156 παραπάνω). Δεύτερον, η προσφεύγουσα εταιρεία μπορούσε νόμιμα να αναμένει ότι οι αρχές θα λάμβαναν, εντός εικοσιτεσσάρων μηνών από την 28η Ιουλίου 1999, τα αναγκαία νομικά μέτρα για τη ρύθμιση των επίγειων μεταδόσεών της, δίνοντάς της έτσι τη δυνατότητα μετάδοσης προγραμμάτων (βλ. παράγραφο 175 παραπάνω). Για τους σκοπούς του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, η εν λόγω προσδοκία αποτελεί «περιουσία» (βλ. παράγραφο 178 παραπάνω), η χρήση της οποίας ελεγχόταν από τους ίδιους νόμους που κρίθηκαν ανεπαρκώς προβλέψιμοι σε σχέση με το άρθρο 10 (βλ. παράγραφο 188 παραπάνω). Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν εξέτασε εάν οι ισχύοντες κανονισμοί ήταν «σύμφωνοι με το γενικό συμφέρον» (βλ. παράγραφο 189 παραπάνω) και εάν η παρέμβαση στο δικαίωμα της προσφεύγουσας εταιρείας να μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες εξυπηρετούσε έναν νόμιμο σκοπό και ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία για την επίτευξη του σκοπού αυτού (βλ. παράγραφο 158 παραπάνω).
215. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να τεκμηριώσει τον ακριβή βαθμό στον οποίο επηρέασαν οι παραβιάσεις που έχει διαπιστώσει τα δικαιώματα ιδιοκτησίας της προσφεύγουσας εταιρείας, λαμβάνοντας υπόψη, ιδιαιτέρως, τα ειδικά χαρακτηριστικά της ιταλικής οπτικοακουστικής αγοράς και την απουσία συγκριτικής εμπορικής κατάστασης στην επίμαχη αγορά.
216. Το Δικαστήριο σημειώνει, επίσης, ότι η προσφεύγουσα εταιρεία υπέστη ζημία λόγω της παρατεταμένης αβεβαιότητας, που προέκυψε από την έλλειψη ακρίβειας του εθνικού νομικού πλαισίου, ως προς την ημερομηνία κατά την οποία θα κατανέμονταν οι συχνότητες και, ως εκ τούτου, θα ξεκινούσε τη λειτουργία της στην εμπορική τηλεοπτική αγορά μεταδόσεων. Παρ’ όλα αυτά, η προσφεύγουσα εταιρεία προχώρησε σε ορισμένες επενδύσεις βάσει της άδειας. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η αποζημίωση που επιδίκασε το Consiglio di Stato, καλύπτοντας μόνο την περίοδο 2004 - 2009, δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής, ιδίως καθώς τα εσωτερικά δικαστήρια δεν διέταξαν αποτίμηση εμπειρογνώμονα σχετικά με τις υφιστάμενες απώλειες και τα διαφυγόντα κέρδη.
217. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Κυβέρνηση απλώς αμφισβήτησε τις αξιώσεις της προσφεύγουσας εταιρείας, θεωρώντας τις υπερβολικές.
218. Αναφορικά με τις υφιστάμενες απώλειες, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η προσφεύγουσα εταιρεία δεν απέδειξε ότι όλες οι επενδύσεις που έκανε ήταν αναγκαίες για να λειτουργήσει σύμφωνα με τη χορηγηθείσα άδεια. Ως προς τα εικαζόμενα διαφυγόντα κέρδη, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η προσφεύγουσα εταιρεία πράγματι υπέστη τέτοιου είδους απώλειες, ως αποτέλεσμα της αδυναμίας της να αποκομίσει οποιοδήποτε κέρδος από την άδεια για πολλά έτη. Θεωρεί, ωστόσο, ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης δεν προσφέρονται για μια ακριβή εκτίμηση της υλικής ζημίας, καθώς αυτού του είδους η ζημία περιλαμβάνει πολλούς αστάθμητους παράγοντες, καθιστώντας αδύνατο τον υπολογισμό του ακριβούς ποσού που θα ήταν ικανό να παρέχει δίκαιη αποζημίωση.
219. Χωρίς να προχωρήσει σε εικασίες για τα κέρδη που θα είχε αποκτήσει η προσφεύγουσα εταιρεία, εάν δεν είχαν γίνει οι παραβάσεις της Σύμβασης και εάν ήταν σε θέση να εκπέμπει από το 2001, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η εταιρεία πραγματικά έχασε ευκαιρίες (βλ., mutatis mutandis, Gawęda, όπ. π., § 54). Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι η προσφεύγουσα εταιρεία σκόπευε να ξεκινήσει ένα εντελώς καινούριο εμπορικό εγχείρημα, η πιθανή επιτυχία του οποίου εξαρτιόταν από διάφορους παράγοντες, η εκτίμηση των οποίων δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Σε αυτό το πλαίσιο, επισημαίνει ότι όταν υπάρξει ισχυρισμός για διαφυγόντα κέρδη (lucrum cessans), αυτός πρέπει να διαπιστωθεί κατά αναμφισβήτητο τρόπο και δεν πρέπει να βασίζεται σε απλή εικασία ή πιθανότητα.
220. Υπό αυτές τις περιστάσεις, το Δικαστήριο θεωρεί σωστό να επιδικάσει ως αποζημίωση ένα ποσό κατ’ αποκοπήν για τις απώλειες που υπέστη και τα διαφυγόντα κέρδη που προέκυψαν από την αδυναμία της εταιρείας να χρησιμοποιήσει την άδεια. Πρέπει, επίσης, να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι σε εθνικό επίπεδο επιδικάστηκε αποζημίωση στην προσφεύγουσα εταιρεία σε σχέση με μέρος της επίμαχης περιόδου (βλ. παράγραφο 48 παραπάνω).
221. Επιπλέον, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι παραβάσεις του άρθρου 10 της Σύμβασης και του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 που διαπίστωσε στην παρούσα υπόθεση πρέπει να προκάλεσαν στην προσφεύγουσα εταιρεία παρατεταμένη αβεβαιότητα στη λειτουργία της επιχείρησής της και αίσθημα έλλειψης βοήθειας και απογοήτευσης (βλ., mutatis mutandis, Rock Ruby Hotels Ltd κατά Τουρκίας (δίκαιη ικανοποίηση), αριθ. 46159/99, § 36, 26 Οκτωβρίου 2010). Σε αυτό το πλαίσιο, επαναλαμβάνει ότι δύναται να επιδικάσει χρηματική αποζημίωση για ηθική βλάβη σε μια εμπορική εταιρεία. Η ηθική βλάβη που υφίστανται τέτοιου είδους εταιρείες δύναται να περιλαμβάνει πτυχές, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, «αντικειμενικές» ή «υποκειμενικές». Στις πτυχές που δύνανται να ληφθούν υπόψη συμπεριλαμβάνονται η φήμη της εταιρείας, η αβεβαιότητα κατά τον προγραμματισμό αποφάσεων, η διατάραξη της διοίκησης της εταιρείας (για τις οποίες δεν υπάρχει ακριβής μέθοδος υπολογισμού των συνεπειών) και, τέλος, έστω και σε μικρότερο βαθμό, η ανησυχία και η αναστάτωση που προκαλείται στα μέλη της ομάδας διαχείρισης (βλ. Comingersoll S.A. κατά Πορτογαλίας, [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 35382/97, § 35, ΕΔΑΔ 2000-IV).
222. Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους παραπάνω παράγοντες και κρίνοντας κατά δίκαιη κρίση, το Δικαστήριο θεωρεί εύλογο να επιδικάσει στην προσφεύγουσα εταιρεία το αθροιστικό ποσό των 10.000.000 EUR για την κάλυψη της ζημίας όλων των κατηγοριών, πλέον οποιουδήποτε ποσού μπορεί να οφείλεται ως φόρος.
2. Έξοδα και δαπάνες
223. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι μόνο τα δικαστικά έξοδα και δαπάνες των οποίων αποδείχτηκε η πραγματικότητα, η αναγκαιότητα και ο εύλογος χαρακτήρας του ύψους τους μπορούν να ανακτηθούν σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης (βλ. Nikolova κατά Βουλγαρίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 31195/96, § 79, ΕΔΑΔ 1999-II).
224. Αναφορικά με τα έξοδα στα οποία προέβη κατά τις εθνικές διαδικασίες, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, πριν προσφύγει στα συμβατικά όργανα, η προσφεύγουσα εταιρεία εξάντλησε τα εσωτερικά ένδικα μέσα που είχε στη διάθεσή της σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία, καθώς εκκίνησε δύο ομάδες διαδικασιών στα διοικητικά δικαστήρια, η πολυπλοκότητα και η διάρκεια των οποίων πρέπει να τονιστεί. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η προσφεύγουσα εταιρεία προέβη σε δαπάνες ζητώντας επανόρθωση για τις παραβάσεις της Σύμβασης μέσω του εσωτερικού δικαστικού συστήματος (βλ., mutatis mutandis, Rojas Morales κατά Ιταλίας, αριθ. 39676/98, § 42, 16 Νοεμβρίου 2000).
225. Όσον αφορά τις δαπάνες που σχετίζονται με τις διαδικασίες ενώπιόν του, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η παρούσα υπόθεση είναι κάπως πολύπλοκη, καθώς χρειάστηκε εξέταση από το τμήμα ευρείας συνθέσεως, πολλές σειρές παρατηρήσεων και ακροαματική διαδικασία. Επίσης, εγείρει σημαντικά νομικά ζητήματα.
226. Λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του και τη σχετική πρακτική, το Δικαστήριο θεωρεί εύλογο να επιδικάσει στην προσφεύγουσα εταιρεία το αθροιστικό ποσό των 100.000 EUR για όλα τα έξοδα και τις δαπάνες.
3. Τόκοι υπερημερίας
227. Το Δικαστήριο κρίνει σωστό να υπολογίσει το ύψος των τόκων υπερημερίας με βάση το επιτόκιο διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
1. Δέχεται, ομόφωνα, την προκαταρκτική ένσταση της Κυβέρνησης ότι η προσφυγή αντιβαίνει ratione personae στις διατάξεις της Σύμβασης, στο μέτρο που ασκήθηκε από τον κ. Di Stefano και, συνεπώς, κηρύσσει απαράδεκτο αυτό το κεφάλαιο της προσφυγής,
2. Απορρίπτει, κατά πλειοψηφία, την προκαταρκτική ένσταση της Κυβέρνησης για εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής,
3. Απορρίπτει, κατά πλειοψηφία, τις άλλες προκαταρκτικές ενστάσεις της Κυβέρνησης,
4. Κηρύσσει, κατά πλειοψηφία, παραδεκτή την προσφυγή της προσφεύγουσας εταιρείας όσον αφορά τις αιτιάσεις σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 14 της Σύμβασης,
5. Κηρύσσει, κατά πλειοψηφία, παραδεκτή την προσφυγή της προσφεύγουσας εταιρείας όσον αφορά την αιτίαση σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1,
6. Κηρύσσει, ομόφωνα, απαράδεκτο το υπόλοιπο της προσφυγής της προσφεύγουσας εταιρείας,
7. Αποφασίζει, με δεκαέξι ψήφους έναντι μίας, ότι υπήρξε παράβαση του άρθρου 10 της Σύμβασης,
8. Αποφασίζει, ομόφωνα, ότι δεν είναι αναγκαία η ξεχωριστή εξέταση της αιτίασης σύμφωνα με το άρθρο 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 10,
9. Αποφασίζει, με δεκατέσσερις ψήφους έναντι τριών, ότι υπήρξε παράβαση του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1,
10. Αποφασίζει, με εννέα ψήφους έναντι οκτώ, ότι το εναγόμενο κράτος οφείλει να καταβάλει στην προσφεύγουσα εταιρεία, μέσα σε διάστημα τριών μηνών, το ποσό των 10.000.000 EUR (δέκα εκατομμύρια ευρώ) για υλική ζημία και ηθική βλάβη, πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται ως φόρος,
11. Αποφασίζει, ομόφωνα, ότι το εναγόμενο κράτος οφείλει να καταβάλει στην προσφεύγουσα εταιρεία, μέσα σε διάστημα τριών μηνών, το ποσό των 100.000 EUR (εκατό χιλιάδες ευρώ) για έξοδα και δαπάνες, πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται από την προσφεύγουσα εταιρεία ως φόρος,
12. Αποφασίζει, ομόφωνα, ότι, από τη λήξη της τρίμηνης αυτής προθεσμίας και μέχρι την καταβολή, το ποσό αυτό θα προσαυξηθεί με τόκο, υπολογιζόμενο με επιτόκιο ίσο με το ισχύον την περίοδο εκείνη επιτόκιο διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες,
13. Απορρίπτει, ομόφωνα, τις υπόλοιπες αξιώσεις της προσφεύγουσας εταιρείας για δίκαιη ικανοποίηση.
Συντάχθηκε στην αγγλική και τη γαλλική γλώσσα και εκδόθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κτίριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο, στις 7 Ιουνίου 2012.
Vincent BergerFrançoise Tulkens
ΝομικόςΠρόεδρος
Σύμφωνα με τα άρθρα 45 § 2 της Σύμβασης και 74 § 2 του Κανονισμού, στην παρούσα απόφαση επισυνάπτονται οι παρακάτω ξεχωριστές γνώμες:
(α) Σύμφωνη γνώμη του δικαστή Vajić,
(β) Κοινή μερικώς αποκλίνουσα γνώμη των δικαστών Sajó, Karakaş και Tsotsoria, υποστηριζόμενη εν μέρει από τον δικαστή Steiner,
(γ) Κοινή μερικώς αποκλίνουσα γνώμη των δικαστών Popović και Mijović,
(δ) Αποκλίνουσα γνώμη του δικαστή Steiner.
F.T.
V.B.
Οι ξεχωριστές γνώμες δεν μεταφράστηκαν, αλλά εμφανίζονται στην αγγλική και/ή στη γαλλική γλώσσα στο(στα) κείμενο(α) της επίσημης γλώσσας της απόφασης, το(τα) οποίο(α) είναι προσπελάσιμο(α) στη βάση δεδομένων νομολογίας του Δικαστηρίου HUDOC.
© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013.
Οι επίσημες γλώσσες του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι η αγγλική και η γαλλική. Η παρούσα μετάφραση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο το οποίο δεν φέρει καμία ευθύνη για την ποιότητά της. Η μετάφραση είναι διαθέσιμη στη βάση νομολογίας HUDOC του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων () και σε κάθε άλλη βάση δεδομένων όπου έχει κοινοποιηθεί από το Δικαστήριο. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή της για μη εμπορικούς σκοπούς, με τον όρο να παρατίθεται ο πλήρης τίτλος της υπόθεσης και η παρακάτω ένδειξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Όποιος τυχόν επιθυμεί να χρησιμοποιήσει ολόκληρη ή μέρος της παρούσας μετάφρασης για εμπορικούς σκοπούς, καλείται να επικοινωνήσει με τη διεύθυνση: publishing@.
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013.
The official languages of the European Court of Human Rights are English and French. This translation does not bind the Court, nor does the Court take any responsibility for the quality thereof. It may be downloaded from the HUDOC case-law database of the European Court of Human Rights () or from any other database with which the Court has shared it. It may be reproduced for non-commercial purposes on condition that the full title of the case is cited, together with the above copyright indication. If it is intended to use any part of this translation for commercial purposes, please contact publishing@.
© Conseil de l’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013.
Les langues officielles de la Cour européenne des droits de l’homme sont le français et l’anglais. La présente traduction ne lie pas la Cour, et celle-ci décline toute responsabilité quant à sa qualité. Elle peut être téléchargée à partir de HUDOC, la base de jurisprudence de la Cour européenne des droits de l’homme (), ou de toute autre base de données à laquelle HUDOC l’a communiquée. Elle peut être reproduite à des fins non commerciales, sous réserve que le titre de l’affaire soit cité en entier et s’accompagne de l’indication de copyright ci-dessus. Toute personne souhaitant se servir de tout ou partie de la présente traduction à des fins commerciales est invitée à le signaler à l’adresse suivante : publishing@
[1] Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών.
Full & Egal Universal Law Academy