© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013.
Αυτή η μετάφραση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε στην πλήρη ένδειξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο τέλος του παρόντος εγγράφου.
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013.
This translation does not bind the Court. For further information see the full copyright indication at the end of this document.
© Conseil de l’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013.
La présente traduction ne lie pas la Cour. Pour plus de renseignements veuillez lire l’indication de copyright/droits d’auteur à la fin du présent document.
ΤΜΗΜΑ ΕΥΡΕΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΕΩΣ
ΥΠΟΘΕΣΗ EL-MASRI κατά ΠΡΩΗΝ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
(Προσφυγή αρ. 39630/09)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
13 Δεκεμβρίου 2012
Η απόφαση αυτή οριστικοποιήθηκε. Επιδέχεται μορφολογικές βελτιώσεις.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ....................................................1
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ.................................................3
I. ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ................3
A. Η εκδοχή του προσφεύγοντα για τα γεγονότα.....3
1. Ταξίδι στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας 3
2. Κράτηση σε καθεστώς απομόνωσης στο ξενοδοχείο 4
3. Μεταφορά στο αεροδρόμιο των Σκοπίων .......4
4. Παράδοση σε ειδική ομάδα της CIA στο αεροδρόμιο των Σκοπίων 5
5. Πτήση από τα Σκόπια προς το Αφγανιστάν.....6
6. Κράτηση και ανάκριση στο Αφγανιστάν.........6
7. Συγκεκαλυμμένη μεταφορά στην Αλβανία.......7
8. Άφιξη στη Γερμανία..........................8
B. Η θέση της Κυβέρνησης της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας όσον αφορά τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα 9
1. Η θέση της εναγόμενης Κυβέρνησης, όπως καταγράφηκε στις εκθέσεις που υιοθετήθηκαν μετά από σειρά ερευνών σε διεθνές επίπεδο. 9
(α) Εικαζόμενες μυστικές κρατήσεις και παράνομες διακρατικές μεταφορές κρατουμένων, στις οποίες εμπλέκονται κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, Έγγρ. 10957, 12 Ιουνίου 2006 («η έκθεση Marty του 2006») 9
(β) Συμβούλιο της Ευρώπης, Έκθεση του Γενικού Γραμματέα σύμφωνα με το Άρθρο 52 της Σύμβασης σχετικά με το ζήτημα της μυστικής κράτησης και μεταφοράς κρατουμένων που είναι ύποπτοι για τρομοκρατικές ενέργειες (SG/Inf (2006) 5, 28 Φεβρουαρίου 2006)....................................................................................................12
2. Η εκδοχή των γεγονότων που υποβλήθηκε από την εναγόμενη κυβέρνηση κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου 12
Γ. Έρευνες που διεξήχθησαν σε διεθνές επίπεδο και σχετίζονται με την υπόθεση του προσφεύγοντα 13
1. Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης – «η έρευνα Marty» 14
(α) Η έκθεση Marty του 2006.................14
(β) Μυστικές κρατήσεις και παράνομες μεταφορές κρατουμένων στις οποίες εμπλέκονται κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης: δεύτερη έκθεση, Έγγρ. 11302 αναθ., 11 Ιουνίου 2007 («η έκθεση Marty του 2007») 16
2. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: η έρευνα Fava....17
3. Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, Τελικές Παρατηρήσεις σχετικά με την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, 3 Απριλίου 2008, Έγγρ. ΟΗΕ ССРR/С/МKD/СO/2 19
4. Η αγωγή του προσφεύγοντα ενώπιον της Διαμερικανικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά των Ηνωμένων Πολιτειών (ΗΠΑ) 19
Δ. Σχετικές διαδικασίες ενώπιον άλλων εθνικών αρχών πέραν αυτών του εναγόμενου κράτους 20
1. Γερμανία..................................20
(α) Έρευνα από τις γερμανικές διωκτικές αρχές.20
(β) Έρευνα που διεξήχθη από το γερμανικό κοινοβούλιο 20
2. Νομικές ενέργειες στις Ηνωμένες Πολιτείες....21
E. Διαδικασίες που διεξήχθησαν στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας σχετικά με τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα για σύλληψη, κράτηση και κακομεταχείριση 22
1. Διαδικασίες ενώπιον του Τμήματος ελέγχου και επαγγελματικών προτύπων του Υπουργείου Εσωτερικών (DCPS) 22
2. Ποινικές διαδικασίες κατά αξιωματούχων άγνωστης ταυτότητας, υπεύθυνων για την επιβολή του νόμου 23
3. Αστική αγωγή για αποζημίωση...............24
ΣΤ. Άλλα στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο25
1. Ένορκη μαρτυρία της 4ης Μαρτίου 2010......25
2. Έκθεση πραγματογνώμονα σχετικά με την υπόθεση του προσφεύγοντα που υποβλήθηκε από τον κ. J.G.S. 26
3. Διακηρύξεις του Ευρωπαϊκού Κέντρου για τα συνταγματικά και ανθρώπινα δικαιώματα (ECCHR) 27
4. Έγγραφα WikiLeaks........................28
II. ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ.......................28
Το Σύνταγμα του 1991 (Устав)..............................28
B. Ποινικός κώδικας (Кривичен законик)..........28
1. Παραγραφή της ποινικής δίωξης.............28
2. Εκτέλεση και αναστολή της παραγραφής......29
3. Παράνομη στέρηση ελευθερίας...............29
4. Βασανιστήρια..............................29
5. Κακομεταχείριση κατά την εκτέλεση υπηρεσιακών καθηκόντων 29
Γ. Κώδικας Ποινικής Δικονομίας του 1997 (Закон за кривичната постапка), όπως ίσχυε τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο 29
Δ. Νόμος περί υποχρεώσεων (Закон за облигационите односи) 31
ΙΙΙ. ΣΧΕΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΓΓΡΑΦΑ........................................................................................................31
A. Νομικά έγγραφα διεθνούς δικαίου..............31
1. Σύμβαση της Βιέννης περί των προξενικών σχέσεων, που υπογράφηκε στη Βιέννη στις 24 Απριλίου 1963 και τέθηκε σε ισχύ στις 19 Μαρτίου 1967 31
Άρθρο 36.............................................31
Επικοινωνία και επαφή με υπηκόους του κράτους αποστολής31
2. Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ICCPR) 32
Άρθρο 4...............................................32
Άρθρο 7...............................................32
Άρθρο 9...............................................32
3. Διεθνής Σύμβαση για την προστασία όλων των ατόμων από εξαναγκαστική εξαφάνιση («η CED») 33
Άρθρο 1...............................................33
Άρθρο 2...............................................33
Άρθρο 3...............................................33
Άρθρο 4...............................................33
4. Ύπατος Αρμοστής των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του ανθρώπου, Εγχειρίδιο για την αποτελεσματική διερεύνηση και τεκμηρίωση βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας του 2001 33
5. Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου, Άρθρα σχετικά με την κρατική ευθύνη για διεθνείς αδικοπραξίες, 2001 34
Άρθρο 7...............................................34
Κατάχρηση εξουσίας ή παραβίαση εντολών................34
Άρθρο 14.............................................34
Παράταση της παραβίασης διεθνούς υποχρέωσης..........34
Άρθρο 15.............................................34
Παραβίαση συνιστώμενη από πράξη συμβιβασμού.........34
Άρθρο 16.............................................35
Βοήθεια ή συνδρομή στη διάπραξη διεθνούς αδικοπραξίας..35
6. Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, Έκθεση του Ειδικού Εισηγητή της Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με το ζήτημα βασανιστηρίων και άλλης σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, 2 Ιουλίου 2002 (A/57/173) 35
7. Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, Ψήφισμα 1433 σχετικά με τη νομιμότητα των κρατήσεων στον Κόλπο του Γκουαντάναμο από τις Ηνωμένες Πολιτείες, που υιοθετήθηκε στις 26 Απριλίου 2005 35
8. Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, Ψήφισμα 1463 σχετικά με εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, που υιοθετήθηκε στις 3 Οκτωβρίου 2005 36
9. Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, Ψήφισμα 60/148 σχετικά με βασανιστήρια και άλλους τρόπους σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, που υιοθετήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2006 36
10. Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη δημοκρατία μέσω του δικαίου (Επιτροπή της Βενετίας), Γνωμοδότηση σχετικά με τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, όσον αφορά χώρους μυστικών κρατήσεων και διακρατικές μεταφορές κρατουμένων (αρ. 363/2005, 17 Μαρτίου 2006) 36
11. Έκθεση του Ειδικού Εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με την προώθηση και την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών κατά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, A/HRC/10/3, 4 Φεβρουαρίου 2009 37
12. Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, Ψηφίσματα 9/11 και 12/12: Δικαίωμα στην αλήθεια, 24 Σεπτεμβρίου 2008 και 12 Οκτωβρίου 2009 38
13. Συμβούλιο της Ευρώπης, Κατευθυντήριες Οδηγίες της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την εξάλειψη της ατιμωρησίας για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, 30 Μαρτίου 2011 38
B. Σχετική νομολογία ξένων δικαιοδοσιών και διεθνών οργάνων 39
1. Εφετείο Αγγλίας και Ουαλίας (Αστικό Τμήμα), Abbasi και άλλος κατά Υπουργού Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας και Υπουργού Εσωτερικών, Υπόθεση αρ: C/2002/0617A, 0617B, 6 Νοεμβρίου 2002..........................................................................................................39
2. Εφετείο της ένατης περιφέρειας των Ηνωμένων Πολιτειών, Falen Gherebi κατά George Walker Bush, Donald H. Rumsfeld, Περιφέρεια της Κολούμπια Αρ. CV-03-01267-AHM, 18 Δεκεμβρίου 2003 39
3. Επιτροπή του ΟΗΕ κατά των βασανιστηρίων, Agiza κατά Σουηδίας, Αρ. κοινοποίησης 233/2003, Έγγρ. ΟΗΕ CAT/C/34/D/233/2003 (2005), και Επιτροπή των Η.Ε. για τα δικαιώματα του ανθρώπου, Alzery κατά Σουηδίας, Έγγρ. ΟΗΕ CCPR/C/88/D/1416/2005 (2006) 40
Γ. Επίσημα κείμενα που εκφράζουν ανησυχίες σχετικά με παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων που εικάζεται ότι λαμβάνουν χώρα σε χώρους κράτησης που ελέγχονται από τις ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001.............................................................................................................41
1. Σχετικό υλικό από διεθνείς οργανισμούς δικαιωμάτων του ανθρώπου................................................................................................ 41
(α) Δήλωση του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του ανθρώπου σχετικά με την κράτηση Ταλιμπάν και μελών της Αλ Κάιντα στην αμερικανική βάση στον Κόλπο του Γκουαντάναμο στην Κούβα, 16 Ιανουαρίου 2002 41
(β) Υπόμνημα της Διεθνούς Αμνηστίας προς την Αμερικανική Κυβέρνηση σχετικά με τα δικαιώματα των ατόμων σε καθεστώς κράτησης από τις ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και στον Κόλπο του Γκουαντάναμο, Απρίλιος 2002 42
(γ) Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, «Ηνωμένες Πολιτείες, Τεκμήριο ενοχής: παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κρατουμένων μετά την 11η Σεπτεμβρίου», Φύλλο 14, Αρ. 4 (Ζ), Αύγουστος 2002 42
(δ) Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, «Ηνωμένες Πολιτείες: Αναφορές βασανιστηρίων σε υπόπτους για συμμετοχή στην Αλ Κάιντα», 26 Δεκεμβρίου 2002 42
(ε) Διεθνής Ομοσπονδία Ελσίνκι για τα ανθρώπινα δικαιώματα, «Μέτρα κατά της τρομοκρατίας, ασφάλεια και ανθρώπινα δικαιώματα: εξελίξεις στην Ευρώπη, στην Κεντρική Ασία και στη Βόρεια Αμερική μετά την 11η Σεπτεμβρίου», Έκθεση, Απρίλιος 2003......................................................................................................43
(στ) Έκθεση Διεθνούς Αμνηστίας 2003 – Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, 28 Μαΐου 2003 43
(ζ) Διεθνής Αμνηστία, «Παράνομη κράτηση έξι ανδρών από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη στον Κόλπο του Γκουαντάναμο», 29 Μαΐου 2003......................................................................................................43
(η) Διεθνής Αμνηστία, «Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Η απειλή ενός κακού παραδείγματος: υπονόμευση διεθνών προτύπων καθώς οι κρατήσεις στο πλαίσιο του “πολέμου κατά της τρομοκρατίας” συνεχίζονται», 18 Αυγούστου 2003 44
(θ) Διεθνής Αμνηστία, «Κράτηση σε καθεστώς απομόνωσης/ Φόβοι κακομεταχείρισης», 20 Αυγούστου 2003 44
(ι) Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού, Ηνωμένες Πολιτείες: Ο πρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού (ICRC) υπογραμμίζει την ανάγκη προόδου για ζητήματα που σχετίζονται με κρατήσεις, Δελτίο τύπου 04/03, 16 Ιανουαρίου 2004 44
(κ) Ομάδα εργασίας του ΟΗΕ για τις αυθαίρετες κρατήσεις, Γνωμοδότηση αρ. 29/2006, Κ. Ibn al-Shaykh al-Libi και 25 άλλα άτομα κατά Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, Έγγρ. ΟΗΕ A/HRC/4/40/Add.1 στο 103 (2006) 44
2. Άλλα δημόσια έγγραφα.....................45
Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών, «Υπόμνημα στο Κέντρο Ελέγχου του Υπουργείου Δικαιοσύνης - Έγγραφο εργασίας για τον συνδυασμό μεθόδων ανάκρισης που χρησιμοποιούνται από τη CIA», 30 Δεκεμβρίου 2004 45
3. Άρθρα από τον τύπο........................45
Ο ΝΟΜΟΣ....................................................48
I. Η ΑΡΧΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΓΙΑ ΜΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΑ ΤΩΝ ΕΞΙ ΜΗΝΩΝ 48
A. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων....................48
1. Η εναγόμενη κυβέρνηση....................48
2. Ο προσφεύγων............................49
B. Η κρίση του Δικαστηρίου......................49
1. Γενικές αρχές που διαμόρφωσε η νομολογία του Δικαστηρίου 49
2. Εφαρμογή των παραπάνω αρχών στην παρούσα υπόθεση 50
(α) Εάν μια μηνυτήρια αναφορά θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως μέσο προσφυγής από τον προσφεύγοντα 51
(β) Η χρονική στιγμή έναρξης της προθεσμίας των έξι μηνών 53
(γ) Συμπέρασμα............................54
II. Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ 54
A. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων....................54
B. Η εκτίμηση του Δικαστηρίου για τα γεγονότα.....54
1. Γενικές αρχές..............................54
2. Απόδειξη των γεγονότων στην παρούσα υπόθεση 56
ΙΙΙ. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 3 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ 60
A. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων....................61
1. Ο προσφεύγων............................61
2. Η εναγόμενη κυβέρνηση....................61
B. Παρεμβάσεις τρίτων μερών....................62
1. Ο Ύπατος Αρμοστής των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (UNHCHR) 62
2. Το Διεθνές Κέντρο για τη νομική προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου (Interights) 63
3. Οργάνωση για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου Redress 63
4. Κοινοί ισχυρισμοί από τη Διεθνή Αμνηστία (AI) και τη Διεθνή Επιτροπή Νομικών (ICJ) 64
Γ. Η κρίση του Δικαστηρίου......................65
1. Επί του παραδεκτού........................65
2. Επί της ουσίας.............................65
(α) Διαδικαστική πτυχή του Άρθρου 3: έλλειψη αποτελεσματικής διερεύνησης 65
(i) Γενικές αρχές..........................65
(ii) Εφαρμογή των παραπάνω αρχών στην παρούσα υπόθεση 67
(β) Ουσιαστική πτυχή του Άρθρου 3 της Σύμβασης 70
(i) Κακομεταχείριση στο ξενοδοχείο και στο αεροδρόμιο των Σκοπίων 70
(α) Γενικές αρχές.........................70
(β) Εφαρμογή των παραπάνω αρχών στην παρούσα υπόθεση 71
Μεταχείριση στο ξενοδοχείο...........................71
Μεταχείριση στο αεροδρόμιο των Σκοπίων...............72
(ii) Απομάκρυνση του προσφεύγοντα.......74
(α) Γενικές αρχές.........................74
(β) Εφαρμογή των παραπάνω αρχών στην παρούσα υπόθεση 75
iii) Συμπέρασμα......................................77
IV. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 5 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ 77
A. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων....................78
B. Παρεμβάσεις τρίτων μερών....................79
Γ. Η κρίση του Δικαστηρίου......................80
1. Επί του παραδεκτού........................80
2. Επί της ουσίας.............................80
(α) Γενικές αρχές που διαμόρφωσε η νομολογία του Δικαστηρίου 80
(β) Εφαρμογή των παραπάνω αρχών στην παρούσα υπόθεση 81
(i) Η κράτηση του προσφεύγοντα στα Σκόπια......82
(ii) Η μετέπειτα κράτηση του προσφεύγοντα..83
(iii) Συμπέρασμα.....................................84
(iv) Διαδικαστική πτυχή του Άρθρου 5: έλλειψη αποτελεσματικής διερεύνησης 84
V. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ 84
A. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων....................85
B. Η κρίση του Δικαστηρίου......................85
1. Επί του παραδεκτού........................85
2. Επί της ουσίας.............................85
VI. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ 86
A. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων....................86
B. Η κρίση του Δικαστηρίου......................87
1. Επί του παραδεκτού........................87
2. Επί της ουσίας.............................87
(α) Γενικές αρχές που διαμόρφωσε η νομολογία του Δικαστηρίου 87
(β) Εφαρμογή των παραπάνω αρχών στην παρούσα υπόθεση 88
VII. ΑΛΛΕΣ ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΕΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ89
VIII. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ.......90
A. Ζημία.......................................90
B. Έξοδα και δικαστική δαπάνη..................91
Γ. Τόκοι υπερημερίας...........................91
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΜΟΦΩΝΑ.........92
Στην υπόθεση El-Masri κατά πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που συνεδρίασε σε τμήμα ευρείας συνθέσεως συγκείμενο από τους:
Nicolas Bratza, προεδρεύοντα,
Françoise Tulkens,
Josep Casadevall,
Dean Spielmann,
Nina Vajić,
Peer Lorenzen,
Karel Jungwiert,
Isabelle Berro-Lefèvre,
Khanlar Hajiyev,
Luis López Guerra,
Ledi Bianku,
Işıl Karakaş,
Vincent A. de Gaetano,
Julia Laffranque,
Λίνο-Αλέξανδρο Σισιλιάνο,
Erik Møse,
Helen Keller, δικαστές,
και Michael O’Boyle, αναπληρωτή γραμματέα,
Κατόπιν συσκέψεως εν συμβουλίω στις 16 Μαΐου και στις 24 Οκτωβρίου 2012,
Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, που εγκρίνεται κατά την ημερομηνία που αναφέρθηκε τελευταία:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση προήλθε από προσφυγή (αρ. 39630/09) κατά της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 34 της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση») ένας Γερμανός υπήκοος, ο κ. Khaled El-Masri («ο προσφεύγων»), στις 20 Ιουλίου 2009.
2. Ο προσφεύγων εκπροσωπήθηκε από τον κ. J.A. Goldston, τον κ. D. Pavli και τον κ. R. Skilbeck, από την Πρωτοβουλία Δικαιοσύνης Ανοικτής Κοινωνίας («OSJI») Παράρτημα Νέας Υόρκης, και τον κ. F. Medarski, δικηγόρο από την ΠΓΔΜ. Η κυβέρνηση της ΠΓΔΜ («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τον αντιπρόσωπό της, τον κ. K. Bogdanov.
3. Ο προσφεύγων επικαλείται, ειδικότερα, ότι έπεσε θύμα μυστικής επιχείρησης παράδοσης, δηλαδή ότι πράκτορες του εναγόμενου Κράτους τον συνέλαβαν, τον κράτησαν σε καθεστώς απομόνωσης, τον ανέκριναν και τον κακομεταχειρίστηκαν, και τον παρέδωσαν στο αεροδρόμιο των Σκοπίων σε πράκτορες της CIA που τον μετέφεραν, με ειδική πτήση οργανωμένη από τη CIA, σε μυστικό χώρο κράτησης της CIA στο Αφγανιστάν, όπου υπέστη κακομεταχείριση για πάνω από τέσσερις μήνες. Η επικαλούμενη δοκιμασία διήρκεσε από τις 31 Δεκεμβρίου 2003 μέχρι τις 29 Μαΐου 2004, όταν ο προσφεύγων επέστρεψε στη Γερμανία.
4. Η προσφυγή ανατέθηκε αρχικά στο Πέμπτο Τμήμα του Δικαστηρίου (Άρθρο 52 § 1 του Κανονισμού του Δικαστηρίου). Την 1η Φεβρουαρίου 2011 το Δικαστήριο άλλαξε τη σύνθεση των Τμημάτων του (Άρθρο 25 § 1) και η παρούσα υπόθεση ανατέθηκε στο νεοσυσταθέν Πρώτο Τμήμα (Άρθρο 52 § 1).
5. Στις 28 Σεπτεμβρίου 2010 οι αιτιάσεις του προσφεύγοντα δυνάμει των Άρθρων 3, 5, 8 και 13 της Σύμβασης κοινοποιήθηκαν στην Κυβέρνηση.
6. Η Γερμανική Κυβέρνηση, που είχε ενημερωθεί για το δικαίωμά της να παρέμβει στη διαδικασία, σύμφωνα με το Άρθρο 36 § 1 της Σύμβασης, δεν έδειξε σχετική επιθυμία.
7. Η Mirjana Lazarova Trajkovska, η δικαστής που εκλέχτηκε από την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, αποσύρθηκε από την υπόθεση (Άρθρο 28 του Κανονισμού). Η εναγόμενη Κυβέρνηση, κατά συνέπεια, διόρισε τον Peer Lorenzen, τον δικαστή που εκλέχτηκε από τη Δανία, για να την αντικαταστήσει (Άρθρο 26 § 4 της Σύμβασης και Άρθρο 29 § 1 του Κανονισμού).
8. Στις 24 Ιανουαρίου 2011, το σώμα του πρώτου τμήματος, που αποτελούταν από τους παρακάτω δικαστές: Nina Vajić, Peer Lorenzen, Elisabeth Steiner, Khanlar Hajiyev, Julia Laffranque, Λίνος-Αλέξανδρος Σισιλιάνος και Erik Møse, με βοηθό τη Søren Nielsen, γραμματέα του τμήματος, θεώρησε αρμόδιο να αποφανθεί επί της προσφυγής το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως, και κανένας από τους διαδίκους δεν προέβαλε ένσταση για αυτή την υπαναχώρηση (Άρθρο 30 της Σύμβασης και Άρθρο 72).
9. Η σύνθεση του Τμήματος Ευρείας Συνθέσεως καθορίστηκε με βάση τις διατάξεις του Άρθρου 26 §§ 4 και 5 της Σύμβασης και το Άρθρο 24 του κανονισμού.
10. Ο προσφεύγων και η Κυβέρνηση κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Επιπλέον, ελήφθησαν σχόλια τρίτων από τον Ύπατο Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, από τις οργανώσεις Interights και Redress, τη Διεθνή Επιτροπή Νομικών και τη Διεθνή Αμνηστία, που είχαν λάβει άδεια από τον προεδρεύοντα να παρέμβουν στη γραπτή διαδικασία (Άρθρο 36 § 2 της Σύμβασης και Άρθρο 44 § 2).
11. Το δικαστήριο αποφάσισε να εξαιρέσει από την προφορική εξέταση τον κ. H.K., έναν μάρτυρα που πρότεινε ο προσφεύγων.
12. Η δημόσια ακρόαση έλαβε χώρα στο Κτίριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο Στρασβούργο, στις 16 Μαΐου 2012 (Άρθρο 59 § 3 του Κανονισμού).
13. Εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου:
(α) για την Κυβέρνηση
ο κ.K. Bogdanov,υπάλληλος,
η κ.D. Djonova, Υπουργείο Δικαιοσύνης,
η κ.V. Stanojevska, Υπουργείο Δικαιοσύνης,
η κ.N. Josifova, Υπουργείο Εσωτερικών,νομικοί σύμβουλοι,
(β) για τον προσφεύγοντα
ο κ.J.A. Goldston, Διευθύνων Σύμβουλος,
Πρωτοβουλία Δικαιοσύνης Ανοικτής Κοινωνίας,
ο κ.D. Pavlis,συνήγορος,
ο κ.R. Skilbeck,
ο κ.F. Medarski, νομικοί σύμβουλοι.
14. Το Δικαστήριο άκουσε αγορεύσεις του κ. Bogdanov, του κ. Goldston και του κ. Pavli, κι επίσης τις απαντήσεις τους στις ερωτήσεις που τέθηκαν από τα μέλη του.
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
I. ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
15. Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1963 και ζει στο Σέντεν, στη Γερμανία.
A. Η εκδοχή του προσφεύγοντα για τα γεγονότα
16. Στην προσφυγή, ο προσφεύγων αναφέρθηκε στη δήλωση που έκανε στις 6 Απριλίου 2006 για την προσφυγή ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Ανατολικής Περιφέρειας της Βιρτζίνια (βλ. παραγράφους 62 και 63 παρακάτω).
1. Ταξίδι στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας
17. Στις 31 Δεκεμβρίου 2003, ο προσφεύγων επιβιβάστηκε σε ένα λεωφορείο στην πόλη Ουλμ, στη Γερμανία, με σκοπό να επισκεφθεί τα Σκόπια προκειμένου, όπως δήλωσε, «να περάσει ολιγοήμερες διακοπές και κάποιο διάστημα μακριά από το πιεστικό περιβάλλον του σπιτιού». Γύρω στις 3 μ.μ. έφτασε στα σύνορα Σερβίας/ΠΓΔΜ διασχίζοντας την πόλη Ταμπανόβτσε. Υπήρχαν κάποιες αμφιβολίες σχετικά με την εγκυρότητα του γερμανικού διαβατηρίου του, το οποίο είχε εκδοθεί πρόσφατα. Κάποιος συνοριακός φύλακας έλεγξε το διαβατήριό του και τον ρώτησε σχετικά με τον σκοπό του ταξιδιού του και το διάστημα και τον τόπο της διαμονής του. Το διαβατήριό του έφερε σφραγίδα εισόδου στην ΠΓΔΜ στις 31 Δεκεμβρίου 2003. Τότε, ερευνήθηκαν τα προσωπικά του αντικείμενα και ρωτήθηκε σχετικά με πιθανή σχέση με διάφορες Ισλαμικές οργανώσεις και ομάδες. Η ανάκριση έληξε στις 10 μ.μ. Με τη συνοδεία ανδρών με πολιτικά που ήταν οπλισμένοι, οδηγήθηκε σε ένα ξενοδοχείο, το οποίο, σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήθηκε αργότερα, ήταν το ξενοδοχείο Skopski Merak στα Σκόπια («το ξενοδοχείο»). Μετά την επιστροφή του στη Γερμανία, ο προσφεύγων αναγνώρισε, από φωτογραφίες που υπήρχαν στον ιστότοπο του ξενοδοχείου, το κτίριο του ξενοδοχείου, το δωμάτιο όπου ισχυρίστηκε ότι κρατήθηκε και έναν από τους σερβιτόρους που του είχε σερβίρει φαγητό κατά την κράτησή του στο ξενοδοχείο.
2. Κράτηση σε καθεστώς απομόνωσης στο ξενοδοχείο
18. Ο προσφεύγων οδηγήθηκε σε κάποιο δωμάτιο στον υψηλότερο όροφο του ξενοδοχείου. Κατά την κράτησή του στο ξενοδοχείο, φυλασσόταν από ομάδα εννέα ανδρών, που άλλαζαν βάρδια κάθε έξι ώρες. Τρεις από αυτούς ήταν πάντα μαζί του, ακόμα και όταν κοιμόταν. Τον ανέκριναν συνεχώς καθ’ όλη τη διάρκεια της κράτησής του. Τον ανέκριναν στα αγγλικά παρόλο που δεν γνώριζε καλά τη γλώσσα. Τα αιτήματά του να επικοινωνήσει με τη γερμανική πρεσβεία δεν γίνονταν δεκτά. Κάποια στιγμή, όταν δήλωσε ότι σκόπευε να φύγει, του έβαλαν ένα πιστόλι στον κρόταφο και τον απείλησαν ότι θα τον πυροβολούσαν. Μετά από επτά ημέρες κράτησης, κάποιος άλλος πράκτορας ήρθε και του πρότεινε να κάνουν μια συμφωνία, συγκεκριμένα, ότι θα τον έστελναν πίσω στη Γερμανία, εάν ομολογούσε ότι είναι ήταν μέλος της Αλ Κάιντα.
19. Τη δέκατη τρίτη μέρα της κράτησής του, ο προσφεύγων ξεκίνησε απεργία πείνας για να διαμαρτυρηθεί κατά της συνεχούς, παράνομης κράτησής του. Δεν έφαγε για τις υπόλοιπες δέκα μέρες της κράτησής του στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Μια εβδομάδα αφού ξεκίνησε απεργία πείνας, του είπαν ότι σύντομα θα τον μετέφεραν αεροπορικώς πίσω στη Γερμανία.
3. Μεταφορά στο αεροδρόμιο των Σκοπίων
20. Στις 23 Ιανουαρίου 2004 γύρω στις 8 μ.μ., ο προσφεύγων βιντεοσκοπήθηκε με βιντεοκάμερα και τον διέταξαν να πει ότι τον είχαν μεταχειριστεί καλά, ότι δεν τον έβλαψαν με κανένα τρόπο και ότι σύντομα θα επέστρεφε αεροπορικώς στη Γερμανία. Με χειροπέδες στα χέρια και με δεμένα τα μάτια, τον έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο και τον οδήγησαν στο αεροδρόμιο των Σκοπίων.
4. Παράδοση σε ειδική ομάδα της CIA στο αεροδρόμιο των Σκοπίων
21. Όταν έφτασαν, ενώ φορούσε ακόμα τις χειροπέδες και είχε δεμένα τα μάτια, αρχικά τον έβαλαν να καθίσει σε μια καρέκλα, όπου έμεινε για μιάμιση ώρα. Του είπαν ότι θα οδηγηθεί σε κάποια αίθουσα για ιατρικές εξετάσεις πριν μεταφερθεί στη Γερμανία. Έπειτα, δύο άτομα τράβηξαν βίαια τα χέρια του προς τα πίσω. Τον χτύπησαν άσχημα σε όλο το σώμα. Έσκισαν τα ρούχα που φορούσε με ψαλίδι ή μαχαίρι. Αφαίρεσαν με βίαιο τρόπο το εσώρουχό του. Τον έριξαν στο πάτωμα, τράβηξαν πίσω τα χέρια του και μια αρβύλα ακούμπησε στην πλάτη του. Έπειτα ένιωσε ένα σκληρό αντικείμενο να εισάγεται με τη βία στον πρωκτό του. Όπως δήλωσαν οι δικηγόροι του προσφεύγοντα στη δημόσια ακροαματική διαδικασία στις 16 Μαΐου 2012, από όλες τις ενέργειες που διαπράχθηκαν κατά του προσφεύγοντα, αυτή ήταν η πλέον εξευτελιστική και επονείδιστη. Σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, του χορήγησαν με βίαιο τρόπο ένα υπόθετο. Μετά τον τράβηξαν από το πάτωμα και τον έσυραν σε μια γωνία της αίθουσας, με τα πόδια του δεμένα. Έλυσαν τα μάτια του. Άστραψε μια λάμψη που τον τύφλωσε για λίγο. Όταν ανέκτησε την όρασή του, είδε επτά ή οχτώ άνδρες ντυμένους στα μαύρα, οι οποίοι φορούσαν μαύρες μάσκες που κάλυπταν ολόκληρο το πρόσωπό τους. Ένας από τους άνδρες του φόρεσε πάνα. Έπειτα του φόρεσαν μια σκούρα μπλε φόρμα με κοντά μανίκια. Κάλυψαν το κεφάλι του με μια σακούλα και του φόρεσαν μια ζώνη με αλυσίδες στους καρπούς και στους αστραγάλους του. Οι άνδρες του φόρεσαν ωτοασπίδες και επιθέματα στα μάτια, του έδεσαν τα μάτια και του φόρεσαν κουκούλα. Τον έκαναν να σκύψει, πιέζοντας το κεφάλι του προς τα κάτω, και τον μετέφεραν γρήγορα περπατώντας σε ένα αεροσκάφος που περίμενε, με τις χειροπέδες να του δημιουργούν πληγές στους αστραγάλους. Το αεροσκάφος ήταν περικυκλωμένο από οπλισμένους φύλακες ασφαλείας από την ΠΓΔΜ. Ανέπνεε με δυσκολία λόγω της σακούλας που κάλυπτε το κεφάλι του. Όταν μπήκε στο αεροσκάφος, τον πέταξαν στο πάτωμα με το κεφάλι κάτω και τα πόδια και τα χέρια ανοιχτά και δεμένα στις δύο πλευρές του αεροσκάφους. Κατά τη διάρκεια της πτήσης του έκαναν δύο ενέσεις. Του χορήγησαν επίσης αναισθητικό από τη μύτη. Κατά τη διάρκεια της πτήσης ήταν αναίσθητος την περισσότερη ώρα. Το διαβατήριο του προσφεύγοντα έφερε σφραγίδα εξόδου από την ΠΓΔΜ στις 23 Ιανουαρίου 2004.
22. Σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, η μεταχείρισή του πριν την πτήση στο αεροδρόμιο των Σκοπίων, «κατά πάσα πιθανότητα στα χέρια της ειδικής ομάδας παράδοσης της CIA [Αμερικανική Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών]», ταιριάζει εκπληκτικά με ένα πρόσφατα δημοσιοποιηθέν έγγραφο της CIA, στο οποίο περιγράφεται το πρωτόκολλο της επονομαζόμενης μεταχείρισης του «σοκ σύλληψης» (βλ. παράγραφο 124 παρακάτω).
5. Πτήση από τα Σκόπια προς το Αφγανιστάν
23. Κατά την προσγείωση, ο προσφεύγων αποβιβάστηκε από το αεροσκάφος. Η θερμοκρασία έξω ήταν υψηλότερη από ό,τι στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, γεγονός που τον έκανε να συμπεράνει ότι δεν είχε επιστρέψει στη Γερμανία. Αργότερα συμπέρανε ότι βρισκόταν στο Αφγανιστάν και ότι είχε πετάξει μέσω Βαγδάτης.
6. Κράτηση και ανάκριση στο Αφγανιστάν
24. Μετά την προσγείωση στο Αφγανιστάν, ο προσφεύγων μετακινήθηκε με όχημα για περίπου δέκα λεπτά, έπειτα τον έσυραν έξω από το όχημα, τον πέταξαν στους τοίχους ενός δωματίου, κι έπειτα στο πάτωμα, με κλωτσιές και χτυπήματα. Τον χτυπούσαν και τον πατούσαν με τα πόδια κυρίως στο κεφάλι και στον λαιμό. Τον άφησαν σε ένα μικρό, βρώμικο, σκοτεινό κελί με τσιμεντένιους τοίχους. Όταν τα μάτια του συνήθισαν στο φως, είδε ότι οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με χειρόγραφες σημειώσεις στα Αραβικά, στα Ουρντού και στα Φαρσί. Το κελί δεν διέθετε κρεβάτι. Παρόλο που έκανε κρύο, του έδωσαν μόνο μία βρώμικη, στρατιωτική κουβέρτα και κάποια παλιά, σκισμένα ρούχα ριγμένα μέσα σε ένα λεπτό μαξιλάρι. Από ένα παράθυρο στο επάνω μέρος του κελιού, είδε τον κόκκινο ήλιο να δύει. Αργότερα, κατάλαβε ότι είχε μεταφερθεί σε έναν χώρο της CIA, τον οποίο τα μέσα ενημέρωσης αναγνώρισαν ως το «Salt Pit», ένα εργοστάσιο κατασκευής τούβλων βόρεια της βιομηχανικής περιοχής της Καμπούλ που χρησιμοποιούταν από τη CIA για κράτηση και ανάκριση ατόμων που θεωρούνταν ύποπτοι για τρομοκρατία υψηλού επιπέδου.
25. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του, ανακρίθηκε τρεις ή τέσσερις φορές, κάθε φορά από τον ίδιο άνδρα, ο οποίος μιλούσε Αραβικά με Νοτιολιβανέζικη προφορά, και κάθε φορά κατά τη διάρκεια της νύχτας. Οι ανακρίσεις του συνοδεύονταν από απειλές, προσβολές, σπρωξιές και φωνές. Στα συνεχή του αιτήματα να συναντηθεί με κάποιον εκπρόσωπο της Γερμανικής Κυβέρνησης δεν δινόταν σημασία.
26. Τον Μάρτιο του 2004, ο προσφεύγων, μαζί με αρκετούς άλλους συγκρατούμενους, με τους οποίους επικοινωνούσε μέσω των τοίχων των κελιών, ξεκίνησαν απεργία πείνας για να διαμαρτυρηθούν για τον συνεχιζόμενο εγκλεισμό τους χωρίς να τους έχουν απαγγελθεί κατηγορίες. Λόγω των συνθηκών της κράτησής του και της απεργίας πείνας, η υγεία του προσφεύγοντα χειροτέρευε καθημερινά. Δεν έλαβε καμία ιατρική περίθαλψη κατά το εν λόγω διάστημα, παρόλο που το ζήτησε αρκετές φορές.
27. Στις 10 Απριλίου 2004, την τριακοστή έβδομη ημέρα της απεργίας πείνας, άνδρες με κουκούλες μπήκαν στο κελί του, τον τράβηξαν από το κρεβάτι του και του έδεσαν τα χέρια και τα πόδια. Τον έσυραν στην αίθουσα ανακρίσεων, τον έβαλαν να καθίσει σε μια καρέκλα και τον έδεσαν σε αυτή. Του έβαλαν με τη βία καθετήρα πρόσληψης τροφής από τη μύτη στο στομάχι του και διοχέτευσαν ένα υγρό μέσω αυτού. Μετά από αυτή τη διαδικασία, ο προσφεύγων έλαβε ποσότητα φαγητού από κονσέρβα, καθώς και κάποια βιβλία για να διαβάσει.
28. Μετά την εξαναγκαστική χορήγηση τροφής, ο προσφεύγων αρρώστησε βαριά και υπέφερε από πολύ έντονους πόνους. Ένας γιατρός τον επισκέφθηκε στο κελί του μες στη νύχτα και του χορήγησε φαρμακευτική αγωγή, αλλά παρέμεινε κατάκοιτος για πολλές ημέρες. Σε αυτό το διάστημα, ο προσφεύγων ένιωσε ότι μάλλον έγινε ένας μικρός σεισμός. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο προσφεύγων υπέβαλλε στο δικαστήριο τον «Κατάλογο σημαντικών σεισμών σε παγκόσμια κλίμακα το 2004», που εκδόθηκε από την Αμερικανική Γεωλογική Υπηρεσία (USGS) στις 6 Οκτωβρίου 2005. Σύμφωνα με αυτό το έγγραφο, σημειώθηκε σεισμός στις 5 Απριλίου 2004 στην Περιοχή Χίντου-Κους, στο Αφγανιστάν.
29. Στις 16 Μαΐου 2004, ο προσφεύγων δέχτηκε επίσκεψη από κάποιον που μιλούσε Γερμανικά και δήλωσε ότι ονομαζόταν «Σαμ». Ο συγκεκριμένος άνδρας τον επισκέφθηκε τρεις ακόμα φορές πριν από την απελευθέρωσή του.
30. Στις 21 Μαΐου 2004 ο προσφεύγων ξεκίνησε τη δεύτερη απεργία πείνας.
7. Συγκεκαλυμμένη μεταφορά στην Αλβανία
31. Στις 28 Μαΐου 2004, έβγαλαν από το κελί του τον προσφεύγοντα, με δεμένα τα μάτια και με χειροπέδες στα χέρια, και τον κλείδωσαν σε κάτι που έμοιαζε με κοντέινερ πλοίου μέχρι που άκουσε τον ήχο άφιξης ενός αεροσκάφους. Τότε, του έδωσαν τη βαλίτσα που του είχαν πάρει στα Σκόπια. Του είπαν να βάλει τα ρούχα που φορούσε όταν έφτασε στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και του έδωσαν δύο καινούργια μπλουζάκια, ένα από τα οποία μάλιστα φόρεσε. Έπειτα, τον οδήγησαν στο αεροσκάφος που περίμενε, με δεμένα τα μάτια και φορώντας ωτοασπίδες, και τον έδεσαν στη θέση που καθόταν. Ο «Σαμ» τον συνόδεψε στο αεροσκάφος. Είπε ότι το αεροπλάνο θα προσγειωνόταν σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα και όχι στη Γερμανία, αλλά ότι τελικά ο προσφεύγων θα συνέχιζε για τη Γερμανία.
32. Όταν προσγειώθηκε το αεροσκάφος, ο προσφεύγων, έχοντας ακόμη δεμένα τα μάτια του, μεταφέρθηκε στο πίσω κάθισμα ενός οχήματος. Δεν του είπαν πού βρισκόταν. Μεταφέρθηκε με το αυτοκίνητο, διασχίζοντας βουνά, σε δρόμους στρωμένους με άσφαλτο και σε χωματόδρομους. Ο προσφεύγων αντιλήφθηκε άνδρες να βγαίνουν από το αυτοκίνητο κι έπειτα άνδρες να μπαίνουν στο αυτοκίνητο. Όλοι οι άνδρες διέθεταν σλαβική προφορά, αλλά δεν μιλούσαν πολύ. Τελικά, το όχημα σταμάτησε. Τον έβγαλαν από το αυτοκίνητο και του έλυσαν τα μάτια. Αυτοί που τον κρατούσαν αιχμάλωτο, του έδωσαν τα πράγματα και το διαβατήριό του, του έβγαλαν τις χειροπέδες και του ζήτησαν να κατέβει το μονοπάτι χωρίς να γυρίσει προς τα πίσω. Ήταν σκοτεινά και ο δρόμος ήταν έρημος. Πίστευε ότι θα τον πυροβολούσουν πισώπλατα και θα τον άφηναν να πεθάνει. Έστριψε σε μια στροφή και συνάντησε τρεις οπλισμένους άνδρες. Του ζήτησαν αμέσως το διαβατήριό του. Είδαν ότι δεν υπήρχε βίζα στο Γερμανικό του διαβατήριο και τον ρώτησαν γιατί βρισκόταν στην Αλβανία παράνομα. Τους απάντησε ότι δεν είχε ιδέα πού βρισκόταν. Του είπαν ότι βρισκόταν κοντά στα σύνορα της Αλβανίας με την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και τη Σερβία. Οι άνδρες τον οδήγησαν σε ένα μικρό κτίριο με Αλβανική σημαία και παρουσιάστηκε ενώπιον ενός ανώτερου αξιωματούχου. Ο αξιωματούχος παρατήρησε τα μακριά μαλλιά και τη μακριά γενειάδα του προσφεύγοντα και του είπε ότι έμοιαζε με τρομοκράτη. Τότε, τον οδήγησαν στο αεροδρόμιο Μητέρα Τερέζα στα Τίρανα. Τον οδήγησαν διαμέσου του τελωνείου και του ελέγχου μετανάστευσης χωρίς να περάσει από έλεγχο και τον έβαλαν σε ένα αεροπλάνο για τη Φρανκφούρτη, στη Γερμανία. Στο διαβατήριο του προσφεύγοντα μπήκε σφραγίδα εξόδου από την Αλβανία.
8. Άφιξη στη Γερμανία
33. Στις 29 Μαΐου 2004 στις 8:40 π.μ. ο προσφεύγων έφτασε στο Διεθνές Αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης. Ζύγιζε δεκαοχτώ κιλά λιγότερο από όταν έφυγε από τη Γερμανία, τα μαλλιά του ήταν μακριά και ατημέλητα και δεν είχε ξυριστεί μετά την άφιξή του στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Αμέσως μετά την άφιξή του στη Γερμανία, ο προσφεύγων συναντήθηκε με τον κ. M. Gnjidić, έναν δικηγόρο που δουλεύει στην πόλη Ουλμ.
34. Στις γραπτές παρατηρήσεις του, ο προσφεύγων δήλωσε ότι δεν είχε υποβληθεί σε καμιά ιατρική εξέταση πέρα από την ανάλυση ισοτόπων των θυλάκων των μαλλιών του (βλ. παραγράφους 56 και 57 παρακάτω). Κατά τη δημόσια ακροαματική διαδικασία, οι δικηγόροι του προσφεύγοντα εξήγησαν ότι τα αποτελέσματα κάποιων ιατρικών εξετάσεων που πραγματοποιήθηκαν μετά την επιστροφή του στη Γερμανία υποβλήθηκαν από τον Γερμανό εισαγγελέα στην έρευνα Fava του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (βλ. παραγράφους 47-51 παρακάτω). Ωστόσο, αυτά τα αποτελέσματα δεν είχαν υποβληθεί στο Δικαστήριο, καθώς δεν αποδείκνυαν κανέναν σωματικό τραυματισμό,, δεδομένου του μεγάλου διαστήματος που είχε περάσει από το περιστατικό στο αεροδρόμιο των Σκοπίων. Επιπλέον, ο προσφεύγων δήλωσε ότι υποβλήθηκε σε περίπλοκες τεχνικές και μεθόδους ανάκρισης, που ήταν ειδικά σχεδιασμένες, ώστε να μην αφήνουν καμία απόδειξη σωματικής κακομεταχείρισης.
35. Η έκθεση Marty του 2007 (βλ. παράγραφο 46 παρακάτω) επισήμανε ότι ο προσφεύγων είχε ζητήσει θεραπεία στο ιατρικό κέντρο αποκατάστασης θυμάτων βασανιστηρίων στην πόλη Νέο-Ουλμ σε σύντομο διάστημα μετά την επιστροφή του στη Γερμανία το 2004. Ωστόσο, μόλις το 2006 ο κ. Gnjidić κατάφερε να εξασφαλίσει την απαιτούμενη συμφωνία χρηματοδότησης ασφάλισης υγείας για να ξεκινήσει πρόγραμμα θεραπείας για περιορισμένο διάστημα (εβδομήντα ώρες) στο κέντρο αποκατάστασης, το οποίο κρίθηκε ανεπαρκές και από τον κ. Gnjidić και από την θεράποντα ιατρό (βλ. παράγραφο 296 της έκθεσης Marty του 2007).
36. Ο προσφεύγων υπέβαλε, επίσης, γραπτή δήλωση της 5ης Ιανουαρίου 2009 της Δρ. Katherine Porterfield, υπεύθυνης ψυχολογικής υποστήριξης στο Πρόγραμμα για Επιζώντες από Βασανιστήρια του Bellevue/NYU, στην οποία επιβεβαίωνε ότι ο προσφεύγων υπέφερε από διαταραχή μετατραυματικού στρες και κατάθλιψη «τα οποία κατά πάσα πιθανότητα οφείλονται στην αιχμαλωσία, καθώς και στην κακομεταχείριση και κακοποίηση που βίωσε». Η γνώμη της Δρ. Porterfield βασίστηκε σε πολλά τηλεφωνήματα και δύο επαναληπτικές συνεδρίες που είχε με τον προσφεύγοντα. Επίσης, τον συμβούλεψε να επισκεφθεί κάποιον ιατρό στην κοινότητά του που να έχει τις απαιτούμενες γνώσεις για να τον βοηθήσει. Ο προσφεύγων δεν ακολούθησε αυτή τη συμβουλή.
B. Η θέση της κυβέρνησης της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας όσον αφορά τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα
1. Η θέση της εναγόμενης Κυβέρνησης, όπως καταγράφηκε στις εκθέσεις που υιοθετήθηκαν μετά από σειρά ερευνών σε διεθνές επίπεδο
(α) Εικαζόμενες μυστικές κρατήσεις και παράνομες διακρατικές μεταφορές κρατουμένων, στις οποίες εμπλέκονται κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, Έγγρ. 10957, 12 Ιουνίου 2006 («η έκθεση Marty του 2006»)
37. Στις 13 Δεκεμβρίου 2005, ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης ζήτησε από την Επιτροπή της Συνέλευσης Νομικών Υποθέσεων και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να ερευνήσει ισχυρισμούς για «έκτακτες παραδόσεις» στην Ευρώπη. Ο Γερουσιαστής Dick Marty από την Ελβετία διορίστηκε ως Ειδικός Εισηγητής. Στις 12 Ιουνίου 2006, η Συνέλευση δημοσίευσε την έκθεση Marty του 2006. Παραθέτει, με βάση τις συνεδριάσεις που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 27 και 29 Απρίλη 2006, τη θέση των αρχών της ΠΓΔΜ σχετικά με την υπόθεση του προσφεύγοντα. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων:
«3.1.3.1. Η θέση των αρχών
106. Η “επίσημη θέση” της Κυβέρνησης της ΠΓΔΜ καταγράφηκε για πρώτη φορά σε μια επιστολή από τον Υπουργό Εσωτερικών [όνομα], προς τον Πρέσβη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής [το όνομά του] με ημερομηνία 27 Δεκεμβρίου 2005. Εν περιλήψει, κατά κύριο λόγο περιέχει τέσσερις πληροφορίες “σύμφωνα με τα αρχεία της αστυνομίας”: πρώτον, ο κ. El-Masri έφτασε με λεωφορείο στα σύνορα της ΠΓΔΜ διασχίζοντας την Ταμπανόβτσε στις 4 μ.μ. στις 31 Δεκεμβρίου 2003, δεύτερον, ερωτήθηκε από “αρμόδιους αστυνομικούς”, οι οποίοι είχαν υποψίες ότι “κατείχε πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα’”, τρίτον, περίπου πέντε ώρες αργότερα, ο κ. El-Masri “έλαβε άδεια εισόδου” στην ΠΓΔΜ, προφανώς ελεύθερα, και τέταρτον, στις 23 Ιανουαρίου 2004, έφυγε από την ΠΓΔΜ μέσω της συνοριακής διάβασης Μπλάτσε στο Κόσοβο ...
108. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας [όνομα] υιοθέτησε αυστηρή στάση κατά την πρώτη συνεδρίαση με την αντιπροσωπεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αποθαρρύνοντας οποιονδήποτε αξιωματούχο που μπορεί να θέλησε να φέρει αντιρρήσεις εκφράζοντας μια διαφορετική άποψη: “Μέχρι αυτή τη στιγμή, θα ήθελα να σας διαβεβαιώσω ότι δεν έχω λόγο να μην πιστεύω την επίσημη εκδοχή του Υπουργείου Εσωτερικών της χώρας μας. Δεν διαθέτω κάποια πρόσθετα σχόλια ή γεγονότα, από οποιανδήποτε πλευρά, που να με πείθουν ότι τα στοιχεία που αναφέρονται στην επίσημη έκθεση του Υπουργείου μας δεν είναι αληθή.”
109. Την Παρασκευή 28 Απριλίου, η επίσημη θέση παρουσιάστηκε με πολύ περισσότερες λεπτομέρειες κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίασης με τον [όνομα] που ήταν Επικεφαλής της UBK, της κεντρικής υπηρεσίας πληροφοριών της ΠΓΔΜ, κατά τη διάρκεια της υπόθεσης του El-Masri. [Αυτός] δήλωσε ότι το “Τμήμα Ελέγχου και Επαγγελματικών Προτύπων” της UBK διεξήγαγε έρευνα για την υπόθεση και εντόπισε τα επίσημα αρχεία των επαφών του κ. El-Masri με τις αρχές της ΠΓΔΜ. Οι υπόλοιπες λεπτομέρειες, όπως περιγράφηκαν από τον [Επικεφαλής της UBK] παραθέτονται περιληπτικά παρακάτω:
Ο κ. El-Masri έφτασε στα σύνορα της ΠΓΔΜ στις 31 Δεκεμβρίου 2003, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Το Υπουργείο Εσωτερικών είχε εντείνει τα μέτρα ασφαλείας την περίοδο των εορτών και είχε τεθεί κατάσταση υψηλού συναγερμού για πιθανή εγκληματική δραστηριότητα. Στο πλαίσιο αυτών των πιο εντατικών δράσεων, οι επιβάτες λεωφορείων περνούσαν από εξονυχιστικό έλεγχο ασφαλείας, όπως έλεγχο των εγγράφων ταυτότητας.
Κατά τον έλεγχο του διαβατηρίου του κ. El-Masri, γεννήθηκαν κάποιες υποψίες στη συνοριακή αστυνομία της ΠΓΔΜ και αποφάσισε να “προχωρήσει στην κράτησή του”. Για να μην αναγκαστούν και οι υπόλοιποι επιβάτες να περιμένουν στα σύνορα, δόθηκε άδεια στο λεωφορείο να συνεχίσει το ταξίδι του.
Ο σκοπός κράτησης του κ. El-Masri ήταν να γίνουν κάποιες ερωτήσεις, οι οποίες (σύμφωνα με τον [Επικεφαλής της UBK]) πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με όλα τα ισχύοντα ευρωπαϊκά πρότυπα. Μέλη της UBK, η υπηρεσία ασφάλειας και αντικατασκοπείας, βρίσκονται σε όλα τα συνοριακά σημεία στην ΠΓΔΜ στο πλαίσιο του προγράμματος που περιγράφεται ως “Ενιαία Διαχείριση και Ασφάλεια Συνόρων”. Οι αξιωματούχοι της UBK συμμετείχαν στις ερωτήσεις που έγιναν στον κ. El-Masri. Οι αξιωματούχοι ζήτησαν από τον κ. El-Masri να μάθουν τους λόγους του ταξιδιού του στη χώρα, πού σκόπευε να μείνει και αν είχε μαζί του αρκετά χρήματα. [Ο Επικεφαλής της UBK] εξήγησε: “Νομίζω ότι επρόκειτο για τυπικές ερωτήσεις που γίνονται κατά τη διάρκεια τέτοιου είδους τυπικών διαδικασιών. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες”.
Ταυτόχρονα, αξιωματούχοι της ΠΓΔΜ πραγματοποίησαν έναν πρώτο οπτικό έλεγχο στα ταξιδιωτικά έγγραφα του κ. El-Masri. Είχαν υποψίες ότι το διαβατήριο μπορεί να είναι πλαστό ή πλαστογραφημένο, παρατηρώντας συγκεκριμένα ότι ο κ. El-Masri γεννήθηκε στο Κουβέιτ, αλλά ισχυριζόταν ότι κατείχε τη γερμανική υπηκοότητα.
Έγινε και περαιτέρω έλεγχος διαβατηρίου, διασταυρώνοντας τα στοιχεία στη βάση δεδομένων της Ιντερπόλ. Η συνοριακή διάβαση του Ταμπανόβτσε δεν συνδέεται με το δίκτυο της Ιντερπόλ, έτσι οι πληροφορίες έπρεπε να διαβιβαστούν στα Σκόπια, απ’ όπου υποβλήθηκε ηλεκτρονικό αίτημα στην κεντρική βάση δεδομένων της Ιντερπόλ στη Λυών. Ένας αξιωματούχος της UBK στο Τμήμα Ανάλυσης Δεδομένων υπέβαλε προφανώς αυτό το αίτημα, χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικό κωδικό, με αποτέλεσμα οι αρχές της ΠΓΔΜ να μην έχουν κρατήσει σχετικό αρχείο. Ο κ. El-Masri αναγκάστηκε να περιμένει στη συνοριακή διάβαση μέχρι να ολοκληρωθεί η έρευνα της Ιντερπόλ.
Όταν πιστοποιήθηκε ότι δεν υπήρχε ένταλμα της Ιντερπόλ κατά του κ. El-Masri και κανένας άλλος λόγος για να τον κρατήσουν, αφέθηκε ελεύθερος. Έπειτα, έφυγε από τη συνοριακή διάβαση στην Ταμπανόβτσε, παρόλο που οι αξιωματούχοι της ΠΓΔΜ δεν μπορούν να περιγράψουν με ποιο τρόπο. Όταν ρωτήθηκε σχετικά με αυτό σε άλλη συνεδρίαση, ο Υπουργός Εσωτερικών [όνομα] είπε: “δεν είμαστε σε θέση να σας πούμε τι του συνέβη ακριβώς αφού αφέθηκε ελεύθερος γιατί δεν μας αφορά· μόλις το άτομο φύγει από τη συνοριακή διάβαση, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με ποιο τρόπο συνέχισε το ταξίδι του”.
Ο Υπουργός Εσωτερικών έπειτα δήλωσε ... ότι ο κ. El-Masri είχε μείνει σε ένα ξενοδοχείο στα Σκόπια που ονομάζεται “Skopski Merak”. Ο κ. El-Masri λέγεται ότι έφτασε στο ξενοδοχείο το απόγευμα της 31ης Δεκεμβρίου 2003 και καταχωρήθηκε στο βιβλίο πελατών. Έμεινε 23 βράδια, με καθημερινό πρωινό, και αναχώρησε στις 23 Ιανουαρίου 2004.
Έπειτα, το Υπουργείο έκανε κι άλλο έλεγχο σε όλες τις συνοριακές διαβάσεις και ανακάλυψε ότι την ίδια ημέρα, στις 23 Ιανουαρίου 2004, το απόγευμα, ο κ. El-Masri αναχώρησε από το έδαφος της ΠΓΔΜ από τη συνοριακή διάβαση Μπλάτσε, και εισήχθη στο έδαφος του Κοσόβου. Όταν ρωτήθηκε εάν ο κ. El-Masri έλαβε σφραγίδα που να υποδεικνύει την αναχώρησή του με αυτό τον τρόπο, [ο Επικεφαλής της UBK] απάντησε: “Κανονικά θα πρέπει να μπαίνει σφραγίδα στο διαβατήριο, όταν κάποιος απομακρύνεται από τα σύνορα της ΠΓΔΜ, αλλά δεν μπορώ να είμαι σίγουρος. Η UNMIK [Διοικητική Αποστολή των Ηνωμένων Εθνών στο Κόσοβο] διαθέτει επίσης προσωπικό στα σύνορα του Κοσόβου και είναι υπεύθυνη για την τήρηση του πρωτοκόλλου σε εκείνη την πλευρά ... Ο συνάδελφός μου από την UBK μόλις με ενημέρωσε ότι πέρασε πρόσφατα δύο φορές από τη συνοριακή διάβαση στο Μπλάτσε και δεν έλαβε καμία φορά σφραγίδα.”
...
116. Αυτό που δεν αναφέρεται στην επίσημη εκδοχή είναι το γεγονός ότι η UBK της ΠΓΔΜ συνεργάζεται συνήθως με τη CIA για τέτοια ζητήματα (γεγονός, που σε κάποιο βαθμό, είναι αρκετά κατανοητό και λογικό). Σύμφωνα με εμπιστευτικές πληροφορίες που λάβαμε (για τις οποίες γνωρίζουμε την πηγή),δόθηκε πλήρης περιγραφή του κ. El-Masri στη CIA μέσω του Κεντρικού Γραφείου της στα Σκόπια για ανάλυση ... το συγκεκριμένο άτομο είχε επαφές με τρομοκρατικές οργανώσεις, και ειδικά με την Αλ Κάιντα; Με βάση τα στοιχεία που διέθετε η υπηρεσία σχετικά με τον Khaled El-Masri –τα οποία δεν γνωρίζουμε– η CIA έδωσε θετική απάντηση. Ζητήθηκε από την UBK, ως τοπική συνεργαζόμενη οργάνωση, να βοηθήσει στη φύλαξη και την κράτηση του κ. El-Masri μέχρι να είναι δυνατή η παράδοσή του στη CIA για μεταφορά.»
(β) Συμβούλιο της Ευρώπης, Έκθεση του Γενικού Γραμματέα σύμφωνα με το Άρθρο 52 της Σύμβασης σχετικά με το ζήτημα της μυστικής κράτησης και μεταφοράς κρατουμένων που είναι ύποπτοι για τρομοκρατικές ενέργειες (SG/Inf (2006) 5, 28 Φεβρουαρίου 2006)
38. Στις 21 Νοεμβρίου 2005, ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης επικαλέστηκε τη διαδικασία που ορίζει το Άρθρο 52 της Σύμβασης σχετικά με αναφορές για ευρωπαϊκή συνεργασία σε επιχειρήσεις μυστικών παραδόσεων. Τα κράτη μέλη έπρεπε να παραδώσουν έκθεση σχετικά με τους ελέγχους που προβλέπονται από την εγχώρια νομοθεσία για πράξεις που τελούνται από ξένους παράγοντες εντός της δικαιοδοσίας τους, σχετικά με τους νομικούς μηχανισμούς για την πρόληψη μη αναγνωρισμένης στέρησης ελευθερίας, σχετικά με νομικές και ερευνητικές δράσεις μετά από καταγγελίες παραβίασης δικαιωμάτων της Σύμβασης και σχετικά με το εάν έχουν ερευνηθεί ή ερευνώνται περιπτώσεις δημόσιων λειτουργών που υποτίθεται ότι ενεπλάκησαν σε πράξεις ή παραλείψεις που οδήγησαν σε στέρηση ελευθερίας κρατουμένων.
39. Στις 17 Φεβρουαρίου και στις 3 Απριλίου 2006, η εναγόμενη Κυβέρνηση απάντησε σε αυτό το αίτημα. Στον τελευταίο ισχυρισμό, η εναγόμενη Κυβέρνηση εξέφρασε τη θέση της όσον αφορά την υπόθεση του προσφεύγοντα. Ανέφεραν, μεταξύ άλλων:
«... Όσον αφορά την υπόθεση του κ. Khaled El-Masri, θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι η εν λόγω υπόθεση ερευνήθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών, και οι σχετικές πληροφορίες στάλθηκαν στους εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, στον Διευθυντή Δυτικών Βαλκανίων της ΓΔ [Γενική Διεύθυνση] Διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες και στα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τον Ιούνιο του 2005. ... [Ο] Υπουργός Εσωτερικών της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας σάς ενημερώνει ότι, με βάση τα αρχεία της αστυνομίας σχετικά με την είσοδο και την έξοδο από τα σύνορα της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, ο κ. Khaled El-Masri έφτασε, με λεωφορείο, στη συνοριακή διάβαση Ταμπανόβτσε από την Ένωση Κρατών Σερβίας και Μαυροβουνίου στις 31 Δεκεμβρίου 2003 στις 4 μ.μ. δείχνοντας γερμανικό διαβατήριο. Καθώς υπήρχαν υποψίες ότι τα ταξιδιωτικά έγγραφα ήταν πλαστά, οι αρμόδιοι αστυνομικοί έλεγξαν το διαβατήριο και έκαναν κάποιες ερωτήσεις στον κ. Khaled El-Masri καθώς διέσχιζε τα σύνορα. Ελέγχθηκαν επίσης τα αρχεία της Ιντερπόλ από τα οποία διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε διεθνές ένταλμα σύλληψης για τον κ. El-Masri. Ο κ. Khaled El-Masri αφέθηκε ελεύθερος να μπει στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας στις 31 Δεκεμβρίου 2003 στις 8:57 μ.μ. Σύμφωνα με τα αρχεία της αστυνομίας, ο κ. Khaled El-Masri έφυγε από την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας στις 23 Ιανουαρίου 2004 από τη συνοριακή διάβαση Μπλάτσε περνώντας στην Ένωση Κρατών Σερβίας και Μαυροβουνίου (στην περιοχή του Κοσόβου).»
2. Η εκδοχή των γεγονότων που υποβλήθηκε από την εναγόμενη Κυβέρνηση κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
40. Η Κυβέρνηση επιβεβαίωσε την εκδοχή των γεγονότων, όπως παρουσιάστηκε παραπάνω (βλ. παραγράφους 37 και 39 παραπάνω). Αρνήθηκαν ότι ο προσφεύγων είχε κρατηθεί και υποστεί κακομεταχείριση από κρατικούς παράγοντες στο ξενοδοχείο, ότι παραδόθηκε σε πράκτορες της CIA, και ότι εκείνοι τον κακομεταχειρίστηκαν στο αεροδρόμιο των Σκοπίων και τον μετέφεραν σε μια φυλακή που ελέγχεται από τη CIA στο Αφγανιστάν. Σύμφωνα με τη δήλωσή τους, ο προσφεύγων εισήχθη, διέμεινε και έφυγε ελεύθερα από το έδαφος του εναγόμενου Κράτους. Η μόνη επαφή με κρατικούς παράγοντες πραγματοποιήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2003, κατά την είσοδό του στο εναγόμενο κράτος, όταν διεξήχθησαν έρευνες σχετικά με την εγκυρότητα του διαβατηρίου του. Δεν πραγματοποιήθηκε άλλη επαφή με κρατικούς παράγοντες καθ’ όλη τη διάρκεια της διαμονής του στο εναγόμενο κράτος. Οι έρευνες του Υπουργείου Εσωτερικών έδειξαν ότι ο προσφεύγων έμεινε στο εναγόμενο κράτος με δική του επιλογή και ελεύθερη βούληση από τις 31 Δεκεμβρίου 2003 έως τις 23 Ιανουαρίου 2004, όταν έφυγε ελεύθερα από το κράτος μέσω της συνοριακής διάβασης Μπλάτσε.
41. Προς απόδειξη των λεγομένων τους, υπέβαλαν ένα αντίγραφο των παρακάτω εγγράφων: αποσπάσματα από τα επίσημα αρχεία της συνοριακής διάβασης του Ταμπανόβτσε και του Μπλάτσε, ένα απόσπασμα από το βιβλίο πελατών, όπου ο προσφεύγων είχε καταχωρηθεί ως πελάτης που διέμενε στο δωμάτιο 11 από τις 31 Δεκεμβρίου 2003 έως τις 22 Ιανουαρίου 2004, και δύο επιστολές με ημερομηνία αποστολής τον Φεβρουάριο του 2006 στις οποίες ο διευθυντής του ξενοδοχείου , πρώτον, γνωστοποίησε στο Υπουργείο Εσωτερικών τα ονόματα των έξι ατόμων που είχαν βάρδια στο ξενοδοχείο εκείνη την ημέρα και, δεύτερον, αρνήθηκε ότι έμεινε ποτέ κανείς στο ξενοδοχείο χωρίς τη θέλησή του. Επίσης καθιστούσε σαφές ότι το άτομο του οποίου η φωτογραφία ήταν στην ιστοσελίδα του ξενοδοχείου (βλ. την παράγραφο 17 παραπάνω) ήταν ο κ. Z.G., ο οποίος βρισκόταν στο ξενοδοχείο. Συνέταξαν επίσης επιστολή στις 3 Φεβρουαρίου 2006 στην οποία ο Υπουργός Μεταφορών / Διοίκησης της Πολιτικής Αεροπορίας της ΠΓΔΜ ενημέρωνε το Υπουργείο Εσωτερικών ότι στις 23 Ιανουαρίου 2004, ένα αεροσκάφος Boeing 737 που πετούσε από την Πάλμα, με αρ. πτήσης N313P, είχε πάρει άδεια προσγείωσης στο αεροδρόμιο των Σκοπίων, ότι το ίδιο αεροσκάφος είχε λάβει άδεια (στις 10:30 μ.μ.) να απογειωθεί την ίδια μέρα για την Καμπούλ και ότι στις 2:25 π.μ. στις 24 Ιανουαρίου 2004, είχε δοθεί άδεια στο εν λόγω αεροσκάφος να απογειωθεί για Βαγδάτη. Επίσης, η Κυβέρνηση υπέβαλε αντίγραφο των λογαριασμών του προσφεύγοντα στο ξενοδοχείο, τους οποίους, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, είχε εξοφλήσει τοις μετρητοίς. Τέλος, υπέβαλαν αντίγραφο ενός εγγράφου της αστυνομίας για τη σύλληψη του προσφεύγοντα στη συνοριακή διάβαση Ταμπανόβτσε στις 31 Δεκεμβρίου 2003. Όπως δηλώνεται στο έγγραφο, ο προσφεύγων κρατήθηκε από τις 4:30 μ.μ. έως τις 9:30 μ.μ. Το έγγραφο δεν αναφέρει τους λόγους της σύλληψής του, αλλά περιέχει ένα μη ολοκληρωμένο χειρόγραφο σημείωμα ότι συνελήφθη βάσει «τηλ. αρ. 9106 της 8ης Δεκεμβρίου 2003».
Γ. Έρευνες που διεξήχθησαν σε διεθνές επίπεδο και σχετίζονται με την υπόθεση του προσφεύγοντα
42. Έχουν γίνει αρκετές έρευνες σε διεθνές επίπεδο σχετικά με ισχυρισμούς για «έκτακτες παραδόσεις» στην Ευρώπη και την εμπλοκή ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Οι εκθέσεις αναφέρθηκαν στην υπόθεση του προσφεύγοντα.
1. Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης – «η έρευνα Marty»
(α) Η έκθεση Marty του 2006
43. H έκθεση Marty του 2006 (βλ. παράγραφο 37 παραπάνω) αναφέρει, μεταξύ άλλων:
«A. Σχέδιο ψηφίσματος
...
7. Τα γεγονότα και οι πληροφορίες που έχουν συλλεχθεί μέχρι σήμερα, σε συνδυασμό με νέα στοιχεία που πρόκειται να αποκαλυφθούν, δείχνουν ότι τα σημαντικά στοιχεία αυτού του δικτύου δράσης συμπεριλαμβάνουν κατά κύριο λόγο: ένα παγκόσμιο δίκτυο μυστικών κρατήσεων σε κρησφύγετα της CIA και σε στρατιωτικές ή ναυτικές βάσεις, το πρόγραμμα «παραδόσεων» της CIA, στο πλαίσιο του οποίου ύποπτοι για τρομοκρατική δράση μεταφέρονται σε άλλα κράτη με πολιτικά αεροσκάφη, χωρίς νομική προστασία, τις περισσότερες φορές για να μεταφερθούν σε κράτη όπου συνηθίζεται η εξευτελιστική μεταχείριση και τα βασανιστήρια, και η χρήση στρατιωτικών αεροπορικών βάσεων και αεροσκαφών για τη μεταφορά κρατουμένων ως ανθρώπινο εμπόρευμα στον Κόλπο του Γκουαντάναμο στην Κούβα ή σε άλλα κέντρα κράτησης ...
11. Οποιαδήποτε προσπάθεια να γίνει γνωστή η πραγματική κατάσταση και η έκταση αυτών των παράνομων επιχειρήσεων συναντά πάντα εμπόδια ή απορρίπτεται, από τις Ηνωμένες Πολιτείες καθώς και από τις ευρωπαϊκές χώρες με τις οποίες συνεργάζονται. Οι αρχές των περισσότερων κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης έχουν αρνηθεί τη συμμετοχή τους, σε πολλές περιπτώσεις, χωρίς να έχουν πραγματοποιήσει στην πραγματικότητα κάποια έρευνα ή σοβαρή διερεύνηση ...
Γ. Αιτιολογική έκθεση
...
2.7.1. Μεθοδολογία της CIA – η μεταχείριση ενός κρατουμένου κατά τη διάρκεια παράδοσης
... Σε γενικές γραμμές, οι υποθέσεις που αναφέρονται στην έκθεση πιστοποιούν την ύπαρξη ενός συγκεκριμένου modus operandi για τις παραδόσεις, που εφαρμόζεται από μια ελίτ, ομάδα εξαιρετικά εκπαιδευμένων και πειθαρχημένων πρακτόρων της CIA ...
11. Συμπέρασμα
287. Παρόλο που αδιάσειστα στοιχεία, τουλάχιστον με τη στενή έννοια του όρου, δεν υπάρχουν στη διάθεσή μας, κάποια παρόμοια και συγκλίνοντα στοιχεία δείχνουν ότι πράγματι υπήρξαν μυστικά κέντρα κράτησης και ότι πραγματοποιήθηκαν παράνομες διακρατικές μεταφορές στην Ευρώπη. ...»
44. Το αεροδρόμιο των Σκοπίων συγκαταλέγεται στην έκθεση Marty του 2006 ως «ειδικό σημείο παραλαβής», δηλαδή, σημείο από όπου παραλήφθηκε κάποιος κρατούμενος ή μια ομάδα κρατουμένων για παράδοση ή παράνομη μεταφορά, αλλά όχι στο πλαίσιο νόμιμης και διαφανούς διαδικασίας.
45. Όσον αφορά την υπόθεση του προσφεύγοντα, η έκθεση Marty του 2006 αναφέρει, μεταξύ άλλων:
«3. Συγκεκριμένα παραδείγματα καταχωρημένων παραδόσεων
3.1. Khaled El-Masri
92. Μιλήσαμε για πολλές ώρες με τον Khaled El-Masri, ο οποίος κατέθεσε και δημόσια ενώπιον της Προσωρινής Εξεταστικής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και μας φάνηκε ειλικρινής η περιγραφή του σχετικά με την κράτηση στην ΠΓΔΜ και στο Αφγανιστάν για περίπου πέντε μήνες.
...
3.1.2. Στοιχεία που επιβεβαιώνουν την περιγραφή του El-Masri
102. Η περιγραφή του κ. El-Masri πιστοποιείται από πολλά αποδεικτικά στοιχεία, κάποια από τα οποία δεν μπορούν ακόμα να δημοσιευτούν γιατί θεωρούνται απόρρητα, ή γιατί είναι εμπιστευτικά λόγω της εν εξελίξει έρευνας των διωκτικών αρχών του Μονάχου μετά την καταγγελία του κ. El-Masri για απαγωγή.
103. Τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα για δημοσίευση παρουσιάζονται στην έκθεση που αναφέρθηκε παραπάνω και η οποία υποβλήθηκε στο δικαστήριο της Βιρτζίνια στο οποίο ο κ. El-Masri υπέβαλε την καταγγελία του:
• Σφραγίδες διαβατηρίου που επιβεβαιώνουν την είσοδο και την έξοδο του κ. El-Masri από την Π.Γ.Δ.Μ., καθώς και την έξοδό του από την Αλβανία, κατά τις σχετικές ημερομηνίες,
• Επιστημονική εξέταση των θυλάκων των μαλλιών του κ. El-Masri, που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια γερμανικής ποινικής έρευνας, που συνάδει με τη δήλωση του κ. El-Masri ότι πέρασε κάποιο διάστημα σε χώρα της Νότιας Ασίας και στερήθηκε το φαγητό για εκτεταμένη χρονική περίοδο,
• Άλλες απτές αποδείξεις, όπως το διαβατήριο του κ. El-Masri, τα δυο μπλουζάκια που του έδωσαν οι Αμερικανοί που τον κρατούσαν αιχμάλωτο κατά την αναχώρησή του από το Αφγανιστάν, η κάρτα επιβίβασης από τα Τίρανα στη Φρανκφούρτη, και κάποια στοιχεία που ο κ. El-Masri είχε στην κατοχή του κατά το εν λόγω διάστημα κράτησης, τα οποία έχουν παραδοθεί στους Γερμανούς εισαγγελείς,
• Στοιχεία καταγραφής πτήσεων που επιβεβαιώνουν ότι ένα επιχειρηματικό τζετ Boeing, το οποίο ανήκει και χρησιμοποιείται από εναγόμενους αυτής της υπόθεσης [μια εταιρεία με βάση τις ΗΠΑ, την Premier Executive Transportation Services, Inc., και χρησιμοποιείται από μια άλλη εταιρεία που έχει βάση στις ΗΠΑ, την Aero Contractors Limited], η οποία καταχωρήθηκε έπειτα από τη FAA [Αμερικανική Ομοσπονδιακή Διοίκηση Αεροπορίας] ως N313P, απογειώθηκε από την Πάλμα, της Μαγιόρκα, στην Ισπανία στις 23 Ιανουαρίου, 2004, προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο των Σκοπίων στις 8:51 μ.μ. του ίδιου απογεύματος κι αναχώρησε από τα Σκόπια τρεις ώρες αργότερα, με προορισμό τη Βαγδάτη και μετά την Καμπούλ, την πρωτεύουσα του Αφγανιστάν [μια βάση δεδομένων κίνησης αεροσκαφών, που συντάχθηκε με βάση πληροφορίες που συλλέχθηκαν από διάφορες πηγές, επισυνάφθηκε στην έκθεση Marty του 2006],
• Μαρτυρίες άλλων επιβατών στο λεωφορείο από τη Γερμανία στην Π.Γ.Δ.Μ., που επιβεβαιώνουν τη μαρτυρία του El-Masri για κράτηση στα σύνορα,
• Φωτογραφίες του ξενοδοχείου στα Σκόπια, όπου ο κ. El-Masri ήταν κρατούμενος για 23 ημέρες, από τις οποίες ο κ. El-Masri έχει αναγνωρίσει και το δωμάτιο που τον κρατούσαν κι ένα μέλος του προσωπικού που του σέρβιρε φαγητό,
• Γεωλογικά αρχεία που επιβεβαιώνουν τη μαρτυρία του κ. El-Masri για την πραγματοποίηση μικρών σεισμών κατά την κράτησή του στο Αφγανιστάν,
• Αποδείξεις σχετικά με την ταυτότητα του “Σαμ”, τον οποίο ο κ. El-Masri έχει αναγνωρίσει από φωτογραφίες και από αρχεία της αστυνομίας, και για τον οποίο οι αναφορές στον τύπο επιβεβαιώνουν ότι είναι Γερμανός αξιωματούχος υπηρεσίας πληροφοριών που έχει διασυνδέσεις με ξένες υπηρεσίες πληροφοριών,
• Σχεδιαγράμματα της φυλακής στο Αφγανιστάν που σχεδίασε ο κ. El-Masri , και τα οποία αναγνώρισε αμέσως κάποιο άλλο θύμα παράδοσης που κρατήθηκε από Αμερικανούς στο Αφγανιστάν,
• Φωτογραφίες που τραβήχτηκαν αμέσως μετά την επιστροφή του κ. El-Masri στη Γερμανία που συνάδουν με τη μαρτυρία του για απώλεια κιλών και ατημέλητη εμφάνιση.
...
113. Ο καθένας θα μπορούσε, με αρκετή παρατήρηση, να αρχίζει να εντοπίζει αντιφάσεις στην επίσημη θέση. Για παράδειγμα, το Υπουργείο Εσωτερικών δήλωσε ότι “ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου θα πρέπει να έχει στο αρχείο του τον λογαριασμό του κυρίου El-Masri”, ενώ ο ιδιοκτήτης απάντησε σε αρκετές ερωτήσεις, μέσω τηλεφώνου και προσωπικά, λέγοντας ότι το αρχείο είχε παραδοθεί στο Υπουργείο Εσωτερικών.
...
125. Όλα αυτά τα γεγονότα δείχνουν ότι η CIA πραγματοποίησε “παράδοση” του Khaled El-Masri. Το εν λόγω αεροπλάνο είχε ολοκληρώσει τη μεταφορά ενός άλλου κρατουμένου μόλις δύο ημέρες πριν και το αεροπλάνο ήταν ακόμη στο ίδιο «κύκλωμα παραδόσεων». Το αεροπλάνο και το πλήρωμά του είχαν περάσει το ενδιάμεσο διάστημα στην Πάλμα ντε Μαγιόρκα, ένα δημοφιλές σημείο στάσης της CIA. Η σωματική και ηθική ταπείνωση την οποία υπέστη ο κ. El-Masri πριν εξαναγκαστεί να επιβιβαστεί στο αεροπλάνο στην Π.Γ.Δ.Μ. αντιστοιχεί στη συστηματική “μέθοδο παράδοσης” της CIA που περιγράφηκε σε προηγούμενο μέρος αυτής της έκθεσης. Ο προορισμός της πτήσης στην οποία βρισκόταν ο κ. El-Masri, δηλαδή η Καμπούλ, αποτελεί κόμβο μυστικών κρατήσεων της CIA στη γραφική αναπαράσταση του δικτύου δράσης.
...
127. Αξίζει να επαναλάβουμε ότι η ανάλυση όλων των γεγονότων σχετικά με την παρούσα υπόθεση κλίνει υπέρ του El-Masri. Όλα δείχνουν ότι ήταν θύμα απαγωγής και κακομεταχείρισης που έφτασε μέχρι τα βασανιστήρια, όπως αυτά ορίζονται από τη νομολογία της Επιτροπής του ΟΗΕ κατά των Βασανιστηρίων ...»
(β) Μυστικές κρατήσεις και παράνομες μεταφορές κρατουμένων στις οποίες εμπλέκονται κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης: δεύτερη έκθεση, Έγγρ. 11302 αναθ., 11 Ιουνίου 2007 («η έκθεση Marty του 2007»)
46. Στην έκθεσή του της 11ης Ιουνίου 2007 ο Γερουσιαστής Marty δήλωσε, μεταξύ άλλων:
«5. Κάποιες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν παρεμποδίσει την έρευνα για την αναζήτηση της αλήθειας και συνεχίζουν να το κάνουν επικαλούμενοι “κρατικά μυστικά”. Το επιχείρημα των κρατικών μυστικών χρησιμοποιείται προκειμένου να μην παρέχουν εξηγήσεις σε κοινοβουλευτικά όργανα ή να εμποδίσουν δικαστικές αρχές να στοιχειοθετήσουν τα γεγονότα και να διώξουν ποινικά τους ενόχους για παραβιάσεις ... Κατά τον ίδιο τρόπο, οι αρχές της “πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας” έκρυψαν τη αλήθεια και προφανώς έδωσαν ψεύτικη μαρτυρία για τις ενέργειες των εθνικών τους υπηρεσιών και τη CIA, όσον αφορά την πραγματοποίηση της μυστικής κράτησης και παράδοσης του Khaled El-Masri.
...
273. Πιστεύουμε ότι τώρα έχουμε καταφέρει να ξεδιπλώσουμε λεπτομερώς την οδύσσεια του κ. El-Masri και να διαλευκάνουμε την επιστροφή του στην Ευρώπη: αν εμείς, που δεν έχουμε δύναμη ή πόρους, το καταφέραμε, πώς οι αρμόδιες αρχές δεν ήταν σε θέση να το πράξουν; Υπάρχει μόνο μία πιθανή εξήγηση: δεν θέλουν να αποκαλυφθεί η αλήθεια.
...
275. ... Καταφέραμε να αποδείξουμε την εμπλοκή της CIA στη μεταφορά του κ. El-Masri στο Αφγανιστάν συνδέοντας την πτήση που τον μετέφερε εκεί – το αεροσκάφος N313P, που πετούσε από τα Σκόπια (“την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας”) προς τη Βαγδάτη (Ιράκ) προς την Καμπούλ (Αφγανιστάν) στις 24 Ιανουαρίου 2004 – με κάποια άλλη γνωστή μεταφορά κρατουμένου της CIA στο ίδιο αεροπλάνο δύο ημέρες νωρίτερα, αποδεικνύοντας έτσι το πρώτο “κύκλωμα παραδόσεων”. ...
276. Κατά την άφιξη του κ. El-Masri στο Αφγανιστάν, οδηγήθηκε σε έναν χώρο μυστικής κράτησης της CIA κοντά στην Καμπούλ και φυλασσόταν σε ένα “μικρό, βρώμικο, τσιμεντένιο κελί” για τέσσερις μήνες. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η CIA ανακάλυψε ότι δεν μπορούσαν να του απαγγελθούν κατηγορίες και ότι το διαβατήριό του ήταν αυθεντικό, αλλά για ανεξήγητους λόγους κράτησαν τον κ. El-Masri σε ένα τρισάθλιο κελί, στην απομόνωση για αρκετές εβδομάδες μετά.
...
279. Σήμερα, νομίζω ότι είμαι σε θέση να περιγράψω πώς επέστρεψε ο κ. El-Masri από το Αφγανιστάν: έφυγε αεροπορικώς από την Καμπούλ στις 28 Μαΐου 2004 με ένα αεροσκάφος Gulfstream της CIA με αριθμό ουράς N982RK και προσγειώθηκε σε στρατιωτική αεροπορική βάση στην Αλβανία που ονομάζεται [Bezat-Kuçova] Aerodrome.
...
314. Η “επίσημη εκδοχή” της εξαναγκαστικής παραμονής του κ. El-Masri στην “πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας” θεωρείται πλέον οριστικά εντελώς αβάσιμη...»
2. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: η έρευνα Fava
47. Στις 18 Ιανουαρίου 2006, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ίδρυσε μια Προσωρινή Εξεταστική Επιτροπή για υποθέσεις έκτακτων παραδόσεων και διόρισε ως εισηγητή τον κ. Claudio Fava, με εντολή να ερευνήσει την εικαζόμενη ύπαρξη φυλακών της CIA στην Ευρώπη. Η επιτροπή Fava πραγματοποίησε 130 συνεδριάσεις και απέστειλε αντιπροσωπείες στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Γερμανία, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Ρουμανία, στην Πολωνία και στην Πορτογαλία.
48. Ταυτοποίησε τουλάχιστον 1.245 πτήσεις που πραγματοποιήθηκαν από τη CIA στον ευρωπαϊκό εναέριο χώρο από το τέλος του 2001 έως το 2005. Κατά την επίσκεψή της στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, η επιτροπή έρευνας συναντήθηκε με υψηλά ιστάμενους αξιωματούχους.
49. Στις 6 Ιουλίου 2006, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε ένα ψήφισμα σχετικά με την εικαζόμενη χρήση ευρωπαϊκών χωρών από τη CIA για τη μεταφορά και την παράνομη κράτηση ατόμων (2006/2027(INI)), P6_TA (2006)0316), στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων:
«19. [Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο] καταδικάζει την απαγωγή από τη CIA του Γερμανού υπηκόου, Khaled el Masri, ο οποίος κρατείτο στο Αφγανιστάν από τον Ιανουάριο έως τον Μάιο του 2004 και υπέστη ταπεινωτική και απάνθρωπη μεταχείριση. Σημειώνει ακόμη την υποψία, η οποία ακόμα είναι βάσιμη, ότι ο Khaled El Masri κρατούνταν παράνομα πριν από αυτή την ημερομηνία, από τις 31 Δεκεμβρίου 2003 έως τις 23 Ιανουαρίου 2004, στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και ότι μεταφέρθηκε από εκεί στο Αφγανιστάν στις 23-24 Ιανουαρίου 2004. Θεωρεί ότι τα μέτρα που ισχυρίζεται ότι έλαβε η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας για να ερευνήσει το ζήτημα είναι ανεπαρκή ...
42. Καταδικάζει το γεγονός ότι ο Γερμανός υπήκοος, Khalid El-Masri, κρατήθηκε παράνομα στο Αφγανιστάν για περισσότερους από τέσσερις μήνες το 2004. Εκφράζει βαθιά λύπη για την απροθυμία των αρχών της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας να επιβεβαιώσουν ότι ο El-Masri ήταν στα Σκόπια και κατά πάσα πιθανότητα κρατούνταν εκεί πριν την μεταγωγή του στο Αφγανιστάν από πράκτορες της CIA ...»
50. Στις 30 Ιανουαρίου 2007, δημοσιεύτηκε η τελική Έκθεση σχετικά με την εικαζόμενη χρήση ευρωπαϊκών χωρών από τη CIA για τη μεταφορά και την παράνομη κράτηση ατόμων (2006/2200 (INI)), έγγρ. A6-0020/2007). Σημειώνοντας την έλλειψη ενδελεχούς έρευνας από το εναγόμενο κράτος, στην έκθεση σημειώνεται, μεταξύ άλλων:
«136. [Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο] καταδικάζει την έκτακτη παράδοση του Γερμανού υπηκόου Khaled El-Masri, ο οποίος απήχθη στη συνοριακή διάβαση Ταμπανόβτσε στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας στις 31 Δεκεμβρίου 2003, κρατήθηκε παράνομα στα Σκόπια από τις 31 Δεκεμβρίου 2003 έως τις 23 Ιανουαρίου 2004 κι έπειτα μεταφέρθηκε στο Αφγανιστάν στις 23-24 Ιανουαρίου 2004, όπου κρατήθηκε έως τον Μάιο του 2004 και υπέστη ταπεινωτική και απάνθρωπη μεταχείριση.
...
138. Συμφωνεί απόλυτα με τα προκαταρκτικά ευρήματα του εισαγγελέα του Μονάχου Martin Hofmann ότι δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο που να διαψεύδει την εκδοχή του Khaled El-Masri για τα γεγονότα.»
51. Η έκθεση επίσης υπογραμμίζει ότι «η έννοια του “χώρου μυστικής κράτησης” δεν περιλαμβάνει μόνο φυλακές, αλλά και μέρη στα οποία κάποιος κρατείται σε καθεστώς απομόνωσης, όπως ιδιωτικά διαμερίσματα, αστυνομικά τμήματα ή δωμάτια ξενοδοχείων, όπως συνέβη στην περίπτωση του Khaled El-Masri στα Σκόπια».
3. Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, Τελικές Παρατηρήσεις σχετικά με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, 3 Απριλίου 2008, Έγγρ. ΟΗΕ ССРR/С/МKD/СO/2
52. Στο πλαίσιο του περιοδικού ελέγχου για τη συμμόρφωση του εναγόμενου κράτους με το Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα που συντάχθηκε από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) κατά τη σύνοδο Μαρτίου-Απριλίου 2008, η Επιτροπή «επισήμανε την έρευνα που διεξήχθη από το κράτος μέλος και την άρνηση εκ μέρους αυτού κάθε συμμετοχής στην παράδοση του [προσφεύγοντα] παρά τους ιδιαίτερα λεπτομερείς ισχυρισμούς και τις ανησυχίες [που εκφράστηκαν από τις έρευνες Marty και Fava]». Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ έκανε την ακόλουθη σύσταση:
«14. ... το κράτος μέλος πρέπει να σκεφτεί σοβαρά να διεξάγει μια νέα και εκτενή έρευνα σχετικά με τους ισχυρισμούς του κ. Khaled El-Masri. Η έρευνα θα πρέπει να λάβει υπόψη όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και να ζητήσει τη συνεργασία του ίδιου του κ. El-Masri ...»
53. Την εν λόγω σύσταση υποστήριξε και ο Επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης στην έκθεσή του που δημοσιεύτηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 2008 (Επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης, Thomas Hammarberg, «Έκθεση σχετικά με επίσκεψη στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, 25-29 Φεβρουαρίου 2008»).
4. Η αγωγή του προσφεύγοντα ενώπιον της Διαμερικανικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά των Ηνωμένων Πολιτειών (ΗΠΑ)
54. Στις 9 Απριλίου 2008, ο προσφεύγων κατέθεσε αγωγή στη Διαμερικανική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στις 23 Αυγούστου 2009, η Επιτροπή παρέπεμψε την αγωγή στην αμερικανική κυβέρνηση για σχόλια. Δεν έχει δοθεί κάποια άλλη πληροφορία σχετικά με αυτές τις διαδικασίες.
Δ. Σχετικές διαδικασίες ενώπιον άλλων εθνικών αρχών πέραν αυτών του εναγόμενου κράτους
1. Γερμανία
(α) Έρευνα από τις γερμανικές διωκτικές αρχές
55. Σε κάποια μη καθορισμένη ημερομηνία το 2004, η εισαγγελία του Μονάχου ξεκίνησε έρευνα σχετικά με τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα ότι απήχθη, κρατήθηκε, υπέστη σωματική και ψυχολογική κακοποίηση και ανακρίθηκε παράνομα στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και στο Αφγανιστάν. Σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, έγιναν κάποιες ενέργειες, όπως εξέταση ενός αυτόπτη μάρτυρα που επιβεβαίωσε ότι ο προσφεύγων είχε ταξιδέψει στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας με λεωφορείο στα τέλη του 2003 και ότι κρατήθηκε λίγο μετά την είσοδό του στο εν λόγω κράτος.
56. Επίσης, πραγματοποιήθηκε ραδιενεργή ισοτοπική ανάλυση των μαλλιών του προσφεύγοντα. Έκθεση πραγματογνώμονα της 17ης Ιανουαρίου 2005 ανέφερε, μεταξύ άλλων:
«... είναι πολύ πιθανό οι αλλαγές που παρατηρούνται στις ισοτοπικές υπογραφές που καταγράφηκαν [από τα μαλλιά του προσφεύγοντα] πράγματι ταιριάζουν με τις δηλώσεις [του προσφεύγοντα] ...»
57. Σύμφωνα με την Πρώτη Εξεταστική Επιτροπή της Γερμανικής Βουλής (Bundestag) (βλ. παρακάτω), η ραδιοϊσοτοπική ανάλυση επιβεβαίωσε επίσης ότι ο προσφεύγων είχε κάνει δύο απεργίες πείνας.
58. Στις 31 Ιανουαρίου 2007, ο εισαγγελέας του Μονάχου εξέδωσε εντάλματα σύλληψης για δεκατρείς πράκτορες της CIA για την εμπλοκή τους στην παράδοση του προσφεύγοντα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του τελευταίου. Τα ονόματα των ανθρώπων που καταζητούνται δεν δημοσιεύτηκαν. Οι ταυτότητες των πρακτόρων της CIA φαίνεται ότι δόθηκαν στον Γερμανό εισαγγελέα από τις Ισπανικές αρχές, που τις ανακάλυψαν κατά τη διάρκεια της έρευνας για τη χρήση ισπανικών αεροδρομίων από τη CIA.
(β) Έρευνα που διεξήχθη από το γερμανικό κοινοβούλιο
59. Στις 7 Απριλίου 2006, η γερμανική βουλή (Bundestag, Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο) διόρισε την Πρώτη Εξεταστική Επιτροπή της δεκάτης έκτης νομοθετικής περιόδου («η Εξεταστική Επιτροπή») για ελέγξει τις δράσεις των μυστικών υπηρεσιών. Μετά από έρευνα τριών ετών, η Εξεταστική Επιτροπή διεξήγαγε συνολικά 124 συνόδους, ασχολήθηκε με επτά τομείς έρευνας και άκουσε συνολικά 141 καταθέσεις μαρτύρων, συμπεριλαμβανομένου του προσφεύγοντα. Τα ευρήματα της Εξεταστικής Επιτροπής δημοσιεύτηκαν στις 18 Ιουνίου 2009.
60. Η έκθεση της Εξεταστικής Επιτροπής, η οποία αποτελείται συνολικά από 1.430 σελίδες, ανέφερε, μεταξύ άλλων:
«... η έκθεση του Khaled El-Masri σχετικά με τη φυλάκισή του στην ΠΓΔΜ και στο Αφγανιστάν είναι αξιόπιστη, όσον αφορά τα βασικά γεγονότα της κράτησής του στην ΠΓΔΜ και της μεταφοράς του στο Αφγανιστάν, καθώς και όσον αφορά τον εκεί εγκλεισμό του από δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών. Υπάρχουν ακόμα αμφιβολίες, ωστόσο, για κάποια συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας του.
Οι έρευνες της αστυνομίας που διεξήχθησαν από τις αρχές επιβολής νόμου της Σουηδίας με τη βοήθεια της BKA [Bundeskriminalamt – Γερμανική ομοσπονδιακή ποινική αστυνομία] επιβεβαιώνουν τη μαρτυρία του κ. El-Masri. Το ταξίδι του στην ΠΓΔΜ στις 31 Δεκεμβρίου 2003 επιβεβαιώθηκε από μάρτυρες. Η μαρτυρία του El-Masri για τη μεταφορά του από την ΠΓΔΜ στο Αφγανιστάν από δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών συνάδει με επόμενες αναφορές άλλων θυμάτων σχετικά με δράσεις που ξεπερνούν τα όρια στο πλαίσιο του “πολέμου κατά της τρομοκρατίας” από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών κατά το εν λόγω διάστημα. Η καταγεγραμμένη κίνηση ενός αμερικανικού Boeing 737 της υποτιθέμενης αεροπορικής εταιρείας της CIA “Aero-Contractors” που μετέβη από τη Μαγιόρκα στα Σκόπια στις 23 Ιανουαρίου 2004 και συνέχισε για την Καμπούλ, συνάδουν χρονικά με τις πληροφορίες που έδωσε ο κ. El-Masri όσον αφορά το χρονικό διάστημα της κράτησής του στο ξενοδοχείο στην ΠΓΔΜ ...
Όλα αυτά ενισχύουν τις ισχυρές αμφιβολίες της Επιτροπής σχετικά με την επίσημη εκδοχή των γεγονότων από την πλευρά της ΠΓΔΜ ... Η Κυβέρνηση της ΠΓΔΜ συνεχίζει να αρνείται την κράτησή του στο ξενοδοχείο και τη μεταφορά του στο Αφγανιστάν, χαρακτηρίζοντας το γεγονός, προσπάθεια δυσφήμισης της χώρας από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αυτή η επίσημη περιγραφή των γεγονότων από την ΠΓΔΜ είναι σαφώς αναληθής. Επιπλέον, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία για τη μαρτυρία του El-Masri, όσον αφορά την πορεία της σύλληψης και της μεταφοράς του έξω από τη χώρα ...» (σελ. 353)
61. Σύμφωνα με την έκθεση, παραμένουν ακόμα αμφιβολίες σχετικά με τον πραγματικό σκοπό του ταξιδιού του προσφεύγοντα στα Σκόπια και παρατηρήθηκαν σοβαρές αντιφάσεις στις δηλώσεις του σχετικά με τις ερωτήσεις που του τέθηκαν στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και στο Αφγανιστάν, ιδιαίτερα όσον αφορά τις υποψίες του σχετικά με το γερμανικό παρελθόν του «Σαμ».
2. Νομικές ενέργειες στις Ηνωμένες Πολιτείες
62. Στις 6 Δεκεμβρίου 2005, η Αμερικανική Ένωση για τις Πολιτικές Ελευθερίες (ACLU) κατέθεσε αγωγή εκ μέρους του προσφεύγοντα στο Αμερικανικό Περιφερειακό Δικαστήριο για την Ανατολική Ακτή της Βιρτζίνια κατά κάποιων εναγόμενων, συμπεριλαμβανομένων του πρώην διευθυντή της CIA George Tenet και ορισμένων άγνωστων πρακτόρων της CIA. Η αγωγή ανέφερε ότι ο προσφεύγων είχε στερηθεί την ελευθερία του, καθώς δεν ακολουθήθηκε κάποια νομική διαδικασία και συμπεριελάμβανε μια αγωγή δυνάμει του Νομοθετήματος για Διαφορές από Αδικοπρακτική Ευθύνη με Αλλοδαπούς (Alien Tort Statute, ATS) για παραβιάσεις διεθνών νομικών κανόνων που απαγορεύουν αυθαίρετη κράτηση για εκτεταμένο χρονικό διάστημα και σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση.
63. Τον Μάιο του 2006, το Περιφερειακό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του προσφεύγοντα, δηλώνοντας ότι η αμερικανική κυβέρνηση είχε δικαίως ασκήσει το δικαίωμα κρατικού απορρήτου. Κατά το Περιφερειακό Δικαστήριο, η προτεραιότητα της Κυβέρνησης να διαφυλάξει κρατικά μυστικά είχε μεγαλύτερη σημασία από τη θέληση του προσφεύγοντα να αποδοθεί δικαιοσύνη. Η απόφαση επικυρώθηκε κατόπιν εφέσεως στο τέταρτο τμήμα του Ομοσπονδιακού Εφετείου των Ηνωμένων Πολιτειών (Court of Appeals for the Fourth Circuit). Τον Οκτώβριο του 2007, το Ανώτατο Δικαστήριο αρνήθηκε να επανεξετάσει την υπόθεση.
E. Διαδικασίες που διεξήχθησαν στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας σχετικά με τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα για σύλληψη, κράτηση και κακομεταχείριση
1. Διαδικασίες ενώπιον του Τμήματος Ελέγχου και Επαγγελματικών Προτύπων του Υπουργείου Εσωτερικών (DCPS)
64. Το 2005 πραγματοποιήθηκε εσωτερική έρευνα από το DCPS που εντάσσεται στο Υπουργείο Εσωτερικών σχετικά με τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα. Ο προσφεύγων δεν προσκλήθηκε να παρουσιάσει κανένα στοιχείο ενώπιον του DCPS, ούτε ενημερώθηκε για το αποτέλεσμα της έρευνας. Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας δεν κοινοποιήθηκαν σε αυτόν, αλλά στους αντιπροσώπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο εναγόμενο Κράτος (βλ. παράγραφο 39 παραπάνω).
65. Η Κυβέρνηση, αφού ενημερώθηκε για την τρέχουσα υπόθεση, υπέβαλε ένα αντίγραφο δυο εκθέσεων που εκδόθηκαν στις 20 Μαρτίου 2006 και στις 10 Απριλίου 2008 από το DCPS. Και οι δύο εκθέσεις συντάχθηκαν μετά από αίτημα του Εισαγγελικού Τμήματος για το Οργανωμένο Έγκλημα και τη Διαφθορά, το οποίο ενήργησε μετά από δύο διαφορετικά αιτήματα δικαστικής συνδρομής, με ημερομηνία 9 Μαΐου 2005 και 13 Νοεμβρίου 2007 αντίστοιχα, από τον εισαγγελέα του Μονάχου που έχει αναλάβει την έρευνα της μηνυτήριας αναφοράς του προσφεύγοντα στη Γερμανία. Αυτές οι εκθέσεις επανέλαβαν την εκδοχή της Κυβέρνησης για τα γεγονότα, όπως περιγράφηκε παραπάνω. Ανέφεραν συγκεκριμένα ότι ο προσφεύγων, αφού έφτασε στη συνοριακή διάβαση του Ταμπανόβτσε στις 31 Δεκεμβρίου 2003, κρατήθηκε μεταξύ 4:30 μ.μ. και 9:30 μ.μ. στις επίσημες εγκαταστάσεις των συνόρων και του έγιναν ερωτήσεις από την αστυνομία της ΠΓΔΜ σχετικά με την υποτιθέμενη κατοχή πλαστού διαβατηρίου. Αφού αφέθηκε ελεύθερος, έμεινε στο ξενοδοχείο, στο δωμάτιο 11. Πλήρωσε τον λογαριασμό του ξενοδοχείου και έφυγε από το εναγόμενο Κράτος, με τα πόδια, στις 6:20 μ.μ. στις 23 Ιανουαρίου 2004 από τη συνοριακή διάβαση Μπλάτσε. Κατέστη επίσης περισσότερο σαφές ότι ο τότε Επικεφαλής της UBK, ο οποίος ενήργησε μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών, δεν είχε αμειφθεί ποτέ από καμία ξένη υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένης της CIA. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, κανείς, συμπεριλαμβανομένου του προσφεύγοντα, δεν κρατήθηκε ποτέ στο ξενοδοχείο και δεν ανακρίθηκε από πράκτορες του Υπουργείου Εσωτερικών.
66. Κατά τη διάρκεια αυτών των ερευνών, το Υπουργείο Εσωτερικών υπέβαλε στον εισαγγελέα της ΠΓΔΜ τα έγγραφα που αναφέρονται παραπάνω (βλ. παράγραφο 41 παραπάνω).
2. Ποινικές διαδικασίας κατά αξιωματούχων άγνωστης ταυτότητας, υπεύθυνων για την επιβολή του νόμου
67. Στις 6 Οκτωβρίου 2008, ο προσφεύγων, μέσω του νομικού του αντιπροσώπου, του κ. F. Medarski, κατέθεσε μηνυτήρια αναφορά στην εισαγγελία των Σκοπίων κατά αξιωματούχων άγνωστης ταυτότητας, υπεύθυνων για την επιβολή του νόμου, για παράνομη κράτηση και απαγωγή, που θεωρούνται αξιόποινες πράξεις σύμφωνα με το Άρθρο 140 του Ποινικού Κώδικα. Στη μήνυση υπήρχε επίσης ισχυρισμός για βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, που θεωρούνται αξιόποινες πράξεις σύμφωνα με τα Άρθρα 142 και 143 του Ποινικού Κώδικα. Για να στηρίξει τη μήνυσή του, ο προσφεύγων υπέβαλε ένα αντίγραφο της ένορκης κατάθεσής του για την αγωγή στις Ηνωμένες Πολιτείες και παρουσίασε τα παρακάτω αποδεικτικά στοιχεία: αντίγραφο του διαβατηρίου του, σχετικά αποσπάσματα από τις εκθέσεις Marty του 2006 και 2007 και την έρευνα Fava, αντίγραφο των στοιχείων καταγραφής πτήσεων, επιστολή από τις αρχές του αεροδρομίου των Σκοπίων της 18ης Ιουνίου 2008 (ως απάντηση στο αίτημα του προσφεύγοντα για παροχή πληροφοριών), στην οποία επιβεβαιώνεται ότι στις 23 Ιανουαρίου 2004 ένα αεροσκάφος Boeing 737 καταχωρημένο από την Αμερικανική Ομοσπονδιακή Διοίκηση Αεροπορίας (FAA) ως N313P είχε προσγειωθεί στο αεροδρόμιο των Σκοπίων χωρίς επιβάτες και είχε απογειωθεί στις 24 Ιανουαρίου 2004 με έναν μόνο επιβάτη, την έκθεση πραγματογνώμονα για τα μαλλιά του προσφεύγοντα μεταφρασμένη και σκίτσα του δωματίου του ξενοδοχείου, όπου ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι είχε κρατηθεί. Η φωτογραφία του σερβιτόρου που κατ’ ισχυρισμόν είχε σερβίρει φαγητό στον προσφεύγοντα δεν συμπεριλήφθηκε στα στοιχεία που υποβλήθηκαν στον εισαγγελέα γιατί «ο προσφεύγων δεν κατάφερε να κρατήσει αντίγραφο και η φωτογραφία δεν ήταν πλέον διαθέσιμη στον ιστότοπο του ξενοδοχείου». Ο προσφεύγων κατήγγειλε επίσης ότι, κατά τη διάρκεια της κράτησής του στη συνοριακή διάβαση Ταμπανόβτσε και στο ξενοδοχείο Skopski Merak, του αρνήθηκαν το δικαίωμά του να επικοινωνήσει με την οικογένειά του, με κάποιον δικηγόρο της επιλογής του ή κάποιον εκπρόσωπο της Γερμανικής Πρεσβείας.
68. Στις 13 Οκτωβρίου 2008, ο εισαγγελέας ζήτησε από το Υπουργείο Εσωτερικών να ερευνήσει τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα, και ειδικότερα, να παρέχει συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τα γεγονότα στη συνοριακή διάβαση Ταμπανόβτσε, στο ξενοδοχείο και στο αεροδρόμιο των Σκοπίων για να εξακριβώσει την αλήθεια.
69. Στις 7 Νοεμβρίου 2008, το DCPS επιβεβαίωσε τα προηγούμενα ευρήματα της έρευνάς του και επανέλαβε ότι όλα τα έγγραφα είχαν ήδη υποβληθεί στην εισαγγελία (βλ. παραγράφους 41 και 65 παραπάνω).
70. Στις 18 Δεκεμβρίου 2008, ο εισαγγελέας απέρριψε την μηνυτήρια αναφορά του προσφεύγοντα ως μη τεκμηριωμένη. Με βάση τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν από το DCPS, ο εισαγγελέας δεν βρήκε αποδείξεις ότι αξιωματούχοι άγνωστης ταυτότητας είχαν διαπράξει τα ισχυριζόμενα εγκλήματα. Σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, ενημερώθηκε σχετικά με τη συγκεκριμένη απόφαση στις 22 Νοεμβρίου 2010.
71. Η Κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι κατά τη διάρκεια της έρευνας ο εισαγγελέας δεν πήρε προφορική κατάθεση από τον προσφεύγοντα και από το προσωπικό που εργαζόταν στο ξενοδοχείο το σχετιζόμενο διάστημα. Επιπλέον, δεν είχε γίνει καμία ενέργεια για να εξακριβωθεί ο σκοπός της προσγείωσης του αεροσκάφους που αναφέρεται στην επιστολή, η οποία εκδόθηκε από τις αρχές του αεροδρομίου των Σκοπίων στις 18 Ιουνίου 2008 και η οποία επισυνάπτεται στη μηνυτήρια αναφορά του προσφεύγοντα (βλ. παράγραφο 67 παραπάνω). Κατά την άποψη της Κυβέρνησης, αυτό συνέβη γιατί οι έρευνες που διεξήχθησαν από το Υπουργείο Εσωτερικών είχαν αποδείξει το αβάσιμο των ισχυρισμών του προσφεύγοντα. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των ερευνών του 2006 το Υπουργείο είχε ήδη ανακρίνει τα άτομα που δούλευαν στο ξενοδοχείο εκείνη την περίοδο (βλ. παραγράφους 41 και 65 παραπάνω). Είχαν οδηγήσει στη συλλογή αδιάσειστων στοιχείων. Ωστόσο, δεν υπήρχε αρχείο αυτών των συνεντεύξεων.
3. Αστική αγωγή για αποζημίωση
72. Στις 24 Ιανουαρίου 2009, ο κ. F. Medarski, εκ μέρους του προσφεύγοντα, κατέθεσε αστική αγωγή για αποζημίωση κατά του Κράτους και του Υπουργείου Εσωτερικών σχετικά με την εικαζόμενη παράνομη απαγωγή και κακομεταχείριση. Η αγωγή έγινε με βάση τις παραγράφους 141 και 157 του Νόμου περί Υποχρεώσεων (βλ. παραγράφους 91 και 92 παρακάτω). Ο προσφεύγων ζητά 3 εκατομμύρια δηνάρια ΠΓΔΜ (που αντιστοιχούν σε 49.000 ευρώ περίπου) για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον σωματικό και πνευματικό πόνο και φόβο ότι θα μπορούσε να σκοτωθεί κατά τη διάρκεια της κράτησής του. Επανέλαβε τις καταγγελίες του ότι του αρνήθηκαν το δικαίωμα να έρθει σε επαφή με τον έξω κόσμο. Το γεγονός ότι η οικογένειά του δεν είχε λάβει καμία πληροφορία για το τι του είχε συμβεί τον έκανε να υποφέρει περισσότερο. Αυτό αποτελεί άλλη παραβίαση της οικογενειακής του ζωής σύμφωνα με το Άρθρο 8 της Σύμβασης. Επιπλέον υποστήριξε ότι αυτές οι ενέργειες από κρατικούς παράγοντες αποτελούν παραβίαση των Άρθρων 3, 5 και 8 της Σύμβασης. Εκτός από τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν στη μηνυτήρια αναφορά του (βλ. παράγραφο 67 παραπάνω), ο προσφεύγων ζήτησε τα αστικά δικαστήρια να ακούσουν την προσωπική του μαρτυρία και να περάσει από ψυχολογική εξέταση.
73. Η Κυβέρνηση ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι είχαν προγραμματιστεί μέχρι τότε δεκαέξι ακροαματικές διαδικασίες ενώπιον του Πρωτοδικείου των Σκοπίων. Έγιναν πολλές αναβολές λόγω της απουσίας του προσφεύγοντα, ο οποίος βρισκόταν στη φυλακή στη Γερμανία σχετικά με άλλο παράπτωμα. Η υπόθεση ακόμα εκκρεμεί στο Πρωτοδικείο.
ΣΤ. Άλλα στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
1. Ένορκη μαρτυρία της 4ης Μαρτίου 2010
74. Ο κ. H.K., ο οποίος ήταν Υπουργός Εσωτερικών της ΠΓΔΜ από τον Νοέμβριο του 2002 έως τον Μάιο του 2004 και Πρωθυπουργός από τον Ιούνιο έως και τον Νοέμβριο του 2004, υπέβαλε γραπτή δήλωση, επικυρωμένη από συμβολαιογράφο στις 4 Μαρτίου 2010, στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων:
« ...
5. Μπορώ να βεβαιώσω ότι ήταν κατά τη διάρκεια της θητείας μου ως Υπουργού Εσωτερικών, τον Δεκέμβριο του 2003 και τον Ιανουάριο του 2004, που πράκτορες της ΠΓΔΜ που ανήκαν στην UBK, που ενεργούσαν υπό τις εντολές μου ως Υπουργού και υπό την άμεση επίβλεψη του τότε Διευθυντή της UBK, προχώρησαν σε κράτηση ενός άνδρα που ταξίδευε με γερμανικό διαβατήριο και με το όνομα Khaled El-Masri.
6. Ο κ. El-Masri επιχείρησε να εισέλθει στην ΠΓΔΜ με λεωφορείο από τη Γερμανία στις 31 Δεκεμβρίου 2003. Αστυνομικοί της ΠΓΔΜ τον σταμάτησαν στη συνοριακή διάβαση Ταμπανόβτσε στα σύνορα με τη Σερβία. Τον κατέβασαν από το λεωφορείο και τον κράτησαν στη συνοριακή διάβαση γιατί η αστυνομία είχε υποψίες ότι το διαβατήριό του μπορεί να ήταν πλαστό.
7. Οι σύνδεσμοι της UBK ενημέρωσαν τους συνεργάτες τους από την υπηρεσία πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών για την άφιξη του κ. El-Masri και έμαθαν ότι ήταν ύποπτος για συμμετοχή σε ισλαμικές τρομοκρατικές ενέργειες. Η ΠΓΔΜ έλαβε ένα έγκυρο διεθνές ένταλμα από τις ΗΠΑ στο όνομα του κ. El-Masri και επίσημο αίτημα κράτησης αυτού του άνδρα.
8. Δρώντας σε συμμόρφωση με το αίτημα των ΗΠΑ, η Κυβέρνηση της ΠΓΔΜ συμφώνησε να κρατήσει τον κ. El-Masri μέχρι να είναι δυνατή η παράδοσή του στις αμερικανικές αρχές για περαιτέρω ανάκριση. Ως Υπουργός Εσωτερικών ενημερωνόμουν σχετικά με τις ενέργειες της UBKκι έδινα την έγκρισή μου από την αρχή, παρόλο που δεν συμμετείχα στο επιχειρησιακό σκέλος. Ήμουν επίσης σε επαφή με τους Αμερικανούς ομολόγους μας εκπροσωπώντας την Κυβέρνηση της ΠΓΔΜ.
9. Ο κ. El-Masri κρατήθηκε για ορισμένη περίοδο σε τοποθεσία στα Σκόπια, με μυστικότητα και διακριτικότητα, υπό τη συνεχή επίβλεψη των πρακτόρων της UBK.
10. Ο κ. El-Masri δεν θεωρήθηκε απειλή για την ΠΓΔΜ και δεν είχε κάποια αξία για τις υπηρεσίες πληροφοριών της ΠΓΔΜ. Αν η απόφαση εξαρτιόταν μόνο από εμάς, θα τον είχαμε απελευθερώσει. Ωστόσο, ενεργήσαμε σεβόμενοι το ένταλμα των Αμερικανών ομολόγων μας, οι οποίοι δήλωσαν ότι θα έστελναν κάποιο αεροσκάφος και μια ομάδα πρακτόρων της CIA στην ΠΓΔΜ για να αναλάβουν την κράτηση του κ. El-Masri και να τον απομακρύνουν από τη χώρα με αεροπλάνο. Καθώς περνούσε ο καιρός, δήλωσα στους Αμερικανούς ομολόγους μας ότι η ΠΓΔΜ θα αναγκαστεί να απελευθερώσει τον κ. El-Masri, εάν η εν λόγω παράδοση δεν πραγματοποιούταν σύντομα.
11. Τελικά, γύρω στις 23 Ιανουαρίου 2004, ο κ. El-Masri παραδόθηκε για κράτηση στην «ομάδα παραδόσεων» της CIA στο αεροδρόμιο των Σκοπίων κι έφυγε από την ΠΓΔΜ με αεροσκάφος της CIA.
12. Ολόκληρη η επιχείρηση καταγράφηκε ενδελεχώς από την πλευρά της ΠΓΔΜ από το προσωπικό της UBK στο Υπουργείο Εσωτερικών. Αυτά τα έγγραφα ήταν απόρρητα και πρέπει αν είναι διαθέσιμα στα αρχεία του Υπουργείου. Δεν μπορώ να αναφέρω τι ακριβώς περιέχουν τα αρχεία, αλλά γνωρίζω ότι το σχετικό υλικό δεν καταστράφηκε όσον ήμουν Υπουργός Εσωτερικών.
13. Κάποιες μέρες μετά την αποχώρηση του κ. El-Masri από τη χώρα, έλαβα μια τελική αναφορά για την επιχείρηση μέσω της κατάλληλης γραμμής που ακολουθείται στο Υπουργείο Εσωτερικών για τις αναφορές. Από όσο θυμάμαι, η τελική αναφορά ανέφερε ότι η ΠΓΔΜ είχε ακολουθήσει πιστά τους όρους ενός νόμιμου διεθνούς εντάλματος για τον κ. El-Masri. Η ΠΓΔΜ ενήργησε σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και τις διαδικασίες που διέπουν τις δραστηριότητες του Υπουργείου Εσωτερικών.
14. Η εικόνα της ΠΓΔΜ ως αξιόπιστου συνεργάτη στην παγκόσμια προσπάθεια καταπολέμησης της τρομοκρατίας ενισχύθηκε από τον τρόπο που φέραμε εις πέρας αυτή την επιχείρηση. Οι Αμερικανοί συνεργάτες μας εξέφρασαν τη βαθιά εκτίμησή τους για τον χειρισμό του ζητήματος από την πλευρά της ΠΓΔΜ.
15. Γνωρίζω ότι οι αμερικανικές αρχές τελικά απελευθέρωσαν τον κ. El-Masri, χωρίς να του ασκηθούν κατηγορίες, μετά από αρκετούς μήνες κράτησης. Καταλαβαίνω ότι η κατάσταση του κ. El-Masri οφείλεται σε κάποιο λάθος. Επιμένω ότι αν έγινε κάποιο λάθος στην περίπτωση του κ. El-Masri, δεν ήταν λάθος της ΠΓΔΜ, και δεν πιστεύω ότι υπήρξαν σκόπιμες αδικοπραξίες από την πλευρά των αρχών της ΠΓΔΜ.
16. Γνωρίζω ότι ο κ. El-Masri έχει αναθέσει την υπόθεσή του στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο. Η δήλωσή μου γίνεται ρητά και αποκλειστικά για το σκοπό της λήψης αποφάσεων του εν λόγω Δικαστηρίου σχετικά με την προσφυγή του κ. El-Masri, και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διεξαγωγή ερευνών κατά ιδιωτών.
...
18. Επίσημα δηλώνω στον λόγο της τιμής μου και έχοντας σώας τας φρένας ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που περιλαμβάνονται σε αυτή τη δήλωση είναι αλήθεια, όλη η αλήθεια και μόνο η αλήθεια. »
2. Έκθεση πραγματογνώμονα σχετικά με την υπόθεση του προσφεύγοντα που υποβλήθηκε από τον κ. J.G.S.
75. Ο κ. J.G.S. είναι πολίτης του Ηνωμένου Βασιλείου. Εργάζεται ως δικηγόρος και ερευνητής. Αφού διορίστηκε ως σύμβουλος του Γερουσιαστή Dick Marty στο πλαίσιο της έρευνας Marty και μέλος της έρευνας Fava, έλαβε μέρος σε διερευνητικές αποστολές στο εναγόμενο Κράτος, συμμετείχε σε συνεδριάσεις με υψηλόβαθμους αξιωματούχους και ήρθε σε επαφή με πηγές κοντά στην Κυβέρνηση και τις υπηρεσίες πληροφοριών. Επίσης συζήτησε την υπόθεση του προσφεύγοντα με άλλους σχετικούς εθνικούς και ξένους κυβερνητικούς αξιωματούχους και μη κυβερνητικούς αντιπροσώπους. Ανέκρινε επίσης αρκετές φορές τον προσφεύγοντα το 2006, καθώς και άλλους μάρτυρες. Μετά από αίτημα της OSJI, στις 28 Μαρτίου 2011 υπέβαλε έκθεση πραγματογνώμονα, η οποία περιλαμβάνει εξήντα δύο σελίδες στις οποίες περιγράφει λεπτομερώς τις διαπιστώσεις των ερευνών του επί των πραγματικών περιστατικών στην υπόθεση του προσφεύγοντα. Η έκθεση βασίστηκε σε «αρκετές αυθεντικές μαρτυρίες, έγγραφα και άλλες απτές αποδείξεις που σχετίζονται με την υπόθεση του προσφεύγοντα», τα περισσότερα από τα οποία δόθηκαν από άτομα που ζήτησαν να μην γίνει γνωστή η ταυτότητά τους, δεδομένου ότι το ζήτημα ήταν εμπιστευτικό και ευαίσθητο. Σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα, «η Κυβέρνηση έχει χαρακτηρίσει “άκρως απόρρητα” όλα τα έγγραφα στα αρχεία της που μπορεί να βοηθήσουν να φωτιστεί η υπόθεση» (βλ. παράγραφο 21 της έκθεσης). Επισκέφθηκε πολλές φορές τη συνοριακή διάβαση Ταμπανόβτσε, το ξενοδοχείο και το αεροδρόμιο των Σκοπίων και ανέκρινε «μάρτυρες και άλλες πηγές που ενεπλάκησαν ή είδαν τα [ίδια τα] γεγονότα αυτοπροσώπως». Στην έκθεση, ο πραγματογνώμονας δίνει λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με: την άφιξη του προσφεύγοντα στο εναγόμενο Κράτος, τη χρονολογική σειρά των γεγονότων στη συνοριακή διάβαση του Ταμπανόβτσε και τις ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν από τους συνοριακούς αξιωματούχους της ΠΓΔΜ όσον αφορά τον προσφεύγοντα, τις δράσεις της UBK στην Ταμπανόβτσε και την επιτόπια ανάκριση του προσφεύγοντα, τη σύνδεση της UBK με τη CIA και την προσγείωση, την πορεία και τον χρόνο πτήσης της CIA που χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά του προσφεύγοντα από το αεροδρόμιο των Σκοπίων. Όπως δηλώνεται στην έκθεση, μετά την άφιξη των πρακτόρων της UBK στη συνοριακή διάβαση Ταμπανόβτσε, «οι αρχές της ΠΓΔΜ έλαβαν επακριβή και ποικίλα μέτρα ... έτσι ώστε να μην γίνει έλεγχος για οτιδήποτε παρουσίαζε απόκλιση από τις συνήθεις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων αποκλίσεων από τη νομοθεσία και τις διαδικασίες της ΠΓΔΜ, που μπορεί να αφορούσαν τον κ. El‑Masri όσο ήταν υπό κράτηση από την ΠΓΔΜ. Έμεινα έκπληκτος από την προσοχή στη λεπτομέρεια που έμαθα ότι επέδειξαν οι αρχές της ΠΓΔΜ, καθώς προσπάθησαν να καλύψουν ή να επέμβουν σε κάθε σχεδόν προσπάθεια ανεξάρτητης έρευνας για την αναζήτηση της αλήθειας σχετικά με το τι συνέβη» (βλ. παράγραφο 141 της έκθεσης).
3. Διακηρύξεις του Ευρωπαϊκού Κέντρου για τα Συνταγματικά και Ανθρώπινα Δικαιώματα (ECCHR)
76. Ο προσφεύγων υπέβαλε δύο εκθέσεις που περιείχαν τις παρατηρήσεις του ECCHR σχετικά με την έκθεση της Πρώτης Εξεταστικής Επιτροπής του γερμανικού κοινοβουλίου (Bundestag) (βλ. παραγράφους 59-61 παραπάνω), έγγραφα που στάλθηκαν από την αμερικανική πρεσβεία (βλ. παράγραφο 77 παρακάτω) και τα εντάλματα σύλληψης που εκδόθηκαν από την εισαγγελία του Μονάχου (βλ. παράγραφο 58 παραπάνω).
4. Έγγραφα WikiLeaks
77. Ο προσφεύγων υπέβαλε διάφορα διπλωματικά έγγραφα στα οποία οι αμερικανικές διπλωματικές αποστολές στο εναγόμενο Κράτος, στη Γερμανία και στην Ισπανία είχαν στείλει αναφορές στο αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών σχετικά με την υπόθεση του προσφεύγοντα ή/και με τις υποτιθέμενες πτήσεις της CIA και τις έρευνες στη Γερμανία και στην Ισπανία (έγγραφο 06SKOPJE105, που εκδόθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 2006, έγγραφο 06SKOPJE118, που εκδόθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 2006, έγγραφο 07BERLIN242, που εκδόθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 2006, έγγραφο 06MADRID1490, που εκδόθηκε στις 9 Ιουνίου 2006, και έγγραφο 06MADRID3104, που εκδόθηκε στις 28 Δεκεμβρίου 2006). Αυτά τα έγγραφα δημοσιεύτηκαν από το WikiLeaks (το οποίο περιγράφηκε από το BBC στις 7 Δεκεμβρίου 2010 ως «ένας ανατρεπτικός ιστότοπος») το 2010.
II. ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
A. Το Σύνταγμα του 1991 (Устав)
78. Σύμφωνα με το Άρθρο 12 §§ 1, 2 και 4 του Συντάγματος, το δικαίωμα στην ελευθερία είναι ανέκκλητο. Απαγορεύεται η στέρηση ελευθερίας εκτός και αν υπάρχει σχετική απόφαση δικαστηρίου και στις περιπτώσεις και σύμφωνα με μια διαδικασία που περιγράφεται από τον νόμο. Όλοι οι κρατούμενοι πρέπει να παρουσιάζονται αμέσως, και σε κάθε περίπτωση πριν περάσουν είκοσι τέσσερις ώρες από την κράτηση, ενώπιον ενός δικαστηρίου που πρέπει να αποφασίσει σχετικά με τη νομιμότητα της κράτησης χωρίς καμία καθυστέρηση.
B. Ποινικός Κώδικας (Кривичен законик)
1. Παραγραφή της ποινικής δίωξης
79. Σύμφωνα με το Άρθρο 107 § 1 (4) του Ποινικού Κώδικα, δίωξη για αδίκημα που υπόκειται σε ποινή φυλάκισης άνω των τριών ετών παραγράφεται πέντε έτη μετά την τέλεση του αδικήματος.
2. Εκτέλεση και αναστολή της παραγραφής
80. Σύμφωνα με το Άρθρο 108 § 3, κάθε δικαστική διαδικασία που πραγματοποιείται με σκοπό τη δίωξη του δράστη διακόπτει το διάστημα για την παραγραφή.
3. Παράνομη στέρηση ελευθερίας
81. Το Άρθρο 140 του Ποινικού Κώδικα ορίζει ότι θα επιβάλλεται πρόστιμο ή θα τιμωρείται με φυλάκιση ενός έτους οποιοδήποτε άτομο κρατά παράνομα, θέτει υπό καθεστώς κράτησης ή περιορίζει την ελευθερία κυκλοφορίας άλλου ατόμου. Όποιος αξιωματούχος στερεί παράνομα την ελευθερία κάποιου θα τιμωρείται με φυλάκιση από έξι μήνες έως πέντε έτη.
4. Βασανιστήρια
82. Το Άρθρο 142 του Ποινικού Κώδικα τιμωρεί την τέλεση βασανιστηρίων, προβλέποντας ποινή φυλάκισης από τρεις μήνες έως πέντε έτη.
5. Κακομεταχείριση κατά την εκτέλεση υπηρεσιακών καθηκόντων
83. Το Άρθρο 143 του Ποινικού Κώδικα ορίζει ότι όποιος, κατά την τέλεση των επίσημων καθηκόντων του, κακομεταχειρίζεται, εκφοβίζει, προσβάλλει ή γενικά φέρεται σε κάποιον άλλον με τρόπο εξευτελιστικό για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ή την προσωπικότητά του, θα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης από έξι μήνες έως πέντε έτη.
Γ. Κώδικας Ποινικής Δικονομίας του 1997 (Закон за кривичната постапка), όπως ίσχυε τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο
84. Η παράγραφος 3 του Κώδικα όριζε ότι όποιος κληθεί, συλληφθεί ή κρατηθεί έπρεπε να ενημερωθεί άμεσα, σε γλώσσα την οποία καταλαβαίνει, σχετικά με τους λόγους της κλήτευσης, σύλληψης ή κράτησης και για τα νομικά δικαιώματά του. Δεν ήταν δυνατόν αυτός να εξαναγκαστεί να κάνει κάποια δήλωση. Ο ύποπτος, δηλαδή, κάποιος που κατηγορείτο για κάποιο αδίκημα, έπρεπε να ενημερωθεί από την αρχή με κάθε σαφήνεια για το δικαίωμά του να παραμείνει σιωπηλός, να συμβουλευθεί δικηγόρο, να έχει κάποιον δικηγόρο της επιλογής του παρόντα κατά την ανάκριση, και να ενημερώσει κάποιον τρίτο για την κράτησή του. Κάθε κρατούμενος έπρεπε να παρουσιάζεται άμεσα ή, το αργότερο, είκοσι τέσσερις ώρες μετά την κράτησή του, ενώπιον κάποιου δικαστή που θα αποφάσιζε για τη νομιμότητα της κράτησής του.
85. Η παράγραφος 16 του Κώδικα όριζε ότι οι ποινικές διαδικασίες πρέπει να ξεκινούν με εντολή αρμόδιου εισαγγελέα. Σε υποθέσεις που αφορούσαν αδικήματα που υπόκεινται σε αυτεπάγγελτη δίωξη από το Κράτος ή μετά από προσφυγή του θύματος, ο αρμόδιος εισαγγελέας ήταν ο δημόσιος κατήγορος, ενώ σε περιπτώσεις που αφορούσαν αδικήματα που υπόκειντο μόνο σε ιδιωτικές καταγγελίες, αρμόδιος για την άσκηση δίωξης ήταν ο ιδιώτης κατήγορος. Αν ο δημόσιος κατήγορος δεν έβρισκε αποδείξεις για την έναρξη ή τη συνέχιση ποινικών διαδικασιών, ο ρόλος του μπορούσε να αναληφθεί από το θύμα, ο οποίος θα δρούσε υποκαθιστώντας τον εισαγγελέα σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που όριζε ο Κώδικας.
86. Οι παράγραφοι 56(1), (2) και (4) προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, ότι όπου ο δημόσιος κατήγορος έκρινε ότι δεν υπήρχαν αποδείξεις για τη δίωξη ενός αδικήματος που υπόκειται σε δίωξη από το κράτος, έπρεπε να ειδοποιήσει το θύμα σχετικά με την εν λόγω απόφαση εντός οκτώ ημερών. Ο δημόσιος κατήγορος έπρεπε επίσης να ενημερώσει το θύμα ότι είχε το δικαίωμα να ασκήσει διώξεις. Το θύμα μπορούσε να ξεκινήσει τη διαδικασία δίωξης εντός οκτώ ημερών μετά την παραλαβή της ειδοποίησης από τον εισαγγελέα. Όποιο θύμα δεν ενημερωνόταν σχετικά με την απόφαση του δημόσιου κατήγορου μπορούσε να υποβάλει έγγραφη προσφυγή στο αρμόδιο δικαστήριο για να κινήσει τη διαδικασία δίωξης εντός τριών μηνών μετά την απόρριψη της καταγγελίας του από τον εισαγγελέα.
87. Σύμφωνα με την παράγραφο 144, ο δημόσιος κατήγορος έπρεπε να απορρίψει μια καταγγελία για ποινικό αδίκημα αν, μεταξύ άλλων, δεν υπήρχαν αποδείξεις ότι τελέστηκε κάποιο αδίκημα. Ο δημόσιος κατήγορος είχε την υποχρέωση να ειδοποιήσει το θύμα σχετικά με την απόρριψη και τους λόγους εντός οκτώ ημερών (παράγραφος 56). Έγινε κάποια τροποποίηση αυτής της διάταξης τον Οκτώβριο του 2004, η οποία διευκρίνιζε ότι ο δημόσιος κατήγορος πρέπει να υποβάλλει αντίγραφο της απόφασης απόρριψης της καταγγελίας για ποινικό αδίκημα στην οποία το θύμα θα ενημερωνόταν σχετικά με το δικαίωμά του να κινήσει διαδικασία δίωξης εντός οκτώ ημερών. Όπου δεν υπήρχαν αρκετές αποδείξεις ή είχε υποβληθεί καταγγελία κατά δράστη άγνωστων στοιχείων, ο δημόσιος κατήγορος θα αναζητούσε πληροφορίες στο Υπουργείο Εσωτερικών. Ο δημόσιος κατήγορος μπορούσε επίσης να ζητήσει πληροφορίες από το άτομο που υπέβαλε την καταγγελία ή από κάποιο άλλο άτομο που θα μπορούσε να συμβάλλει στην απόδειξη των γεγονότων.
88. Η παράγραφος 184 όριζε τις προϋποθέσεις για την προφυλάκιση.
89. Σύμφωνα με την παράγραφο 185, εντολή προφυλάκισης δινόταν από τακτικό ανακριτή. Ο κρατούμενος μπορούσε να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης εντός είκοσι τεσσάρων ωρών ενώπιον επιτροπής τριών δικαστών, που είχε υποχρέωση να αποφασίσει σχετικά με την έφεση εντός σαράντα οκτώ ωρών.
90. Η παράγραφος 188(2) όριζε ότι αξιωματούχοι του Υπουργείου Εσωτερικών είχαν το δικαίωμα να συλλάβουν, χωρίς δικαστική εντολή, οποιονδήποτε ύποπτο για την τέλεση αδικήματος που διώκεται αυτόματα από τον νόμο. Το άτομο που συλλαμβανόταν έπρεπε να παρουσιαστεί αμέσως ενώπιον κάποιου τακτικού ανακριτή. Σύμφωνα με την παράγραφο 188(3) και σαν εξαίρεση στον γενικό κανόνα, αξιωματούχοι του Υπουργείου είχαν το δικαίωμα να προχωρήσουν σε κράτηση κάποιου αν ήταν απαραίτητο για να ταυτοποιήσουν την ταυτότητά του, για να εξακριβωθεί το άλλοθί του ή αν υπήρχαν άλλοι λόγοι που απαιτούσαν τη συλλογή πληροφοριών για να είναι δυνατή η εκκίνηση των διαδικασιών κατά τρίτου. Η υποπαράγραφος (4) όριζε ότι το άτομο που συλλαμβάνεται έπρεπε να ενημερωθεί σχετικά με τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του Κώδικα. Η παράγραφος 188(6) όριζε ότι η διάρκεια της κράτησης σύμφωνα με την παράγραφο 188(3) δεν μπορούσε να υπερβεί τις είκοσι τέσσερις ώρες. Ο αξιωματούχους του Υπουργείο είχε την υποχρέωση είτε να αφήσει ελεύθερο τον συλληφθέντα είτε να ακολουθήσει τις διαδικασίες που ορίζονται στην παράγραφο 188(2).
Δ. Νόμος περί Υποχρεώσεων (Закон за облигационите односи)
91. Η παράγραφος 141 του Νόμου περί Υποχρεώσεων ορίζει διαφορετικές προϋποθέσεις για αίτημα αποζημίωσης αστικής ευθύνης.
92. Σύμφωνα με την παράγραφο 157, ο εργοδότης ευθύνεται για τη ζημία που προκαλείται από κάποιον εργαζόμενο κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή σε σχέση με αυτά. Το θύμα μπορεί να ζητήσει άμεση αποζημίωση από τον εργαζόμενο, αν η βλάβη προκλήθηκε σκόπιμα. Ο εργοδότης μπορεί να ζητήσει επιστροφή χρημάτων από τον εργαζόμενο για την αποζημίωση που δόθηκε στο θύμα, αν ο εργαζόμενος προκάλεσε τη ζημία σκόπιμα ή από αμέλεια.
ΙΙΙ. ΣΧΕΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΓΓΡΑΦΑ
A. Νομικά έγγραφα διεθνούς δικαίου
1. Σύμβαση της Βιέννης περί των προξενικών σχέσεων, που υπογράφηκε στη Βιέννη στις 24 Απριλίου 1963 και τέθηκε σε ισχύ στις 19 Μαρτίου 1967
93. Το σχετικό μέρος του Άρθρου 36 της Σύμβασης της Βιέννης περί των προξενικών σχέσεων αναφέρει τα εξής:
Άρθρο 36
Επικοινωνία και επαφή με υπηκόους του αποστέλλοντος κράτους
«1. Για τη διευκόλυνση της άσκησης των προξενικών καθηκόντων που αφορούν υπηκόους του αποστέλλοντος κράτους:
...
(β) αν γίνει σχετικό αίτημα, οι αρμόδιες αρχές του κράτους υποδοχής, χωρίς καθυστέρηση, ενημερώνουν την προξενική αρχή του αποστέλλοντος κράτους, αν, στην προξενική περιφέρεια, κάποιος υπήκοος του εν λόγω κράτους συλληφθεί ή φυλακιστεί ή τεθεί υπό κράτηση εν αναμονή της δίκης ή κρατείται με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Οποιαδήποτε επικοινωνία με την προξενική αρχή από το άτομο που έχει συλληφθεί, φυλακιστεί, τεθεί υπό κράτηση ή κρατείται προωθείται από τις εν λόγω αρχές χωρίς καθυστέρηση. Οι εν λόγω αρχές ενημερώνουν το άτομο χωρίς καθυστέρηση για τα δικαιώματά του σύμφωνα με αυτή την υποπαράγραφο...»
2. Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ICCPR)
94. Οι σχετικές διατάξεις του ICCPR, που υιοθετήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1966 και τέθηκε σε ισχύ στις 23 Μαρτίου 1976, αναφέρουν τα εξής:
Άρθρο 4
«...
2. Δεν επιτρέπεται καμιά παρέκκλιση από τις διατάξεις των Άρθρων 6, 7, 8 (παράγραφοι 1 και 2), 11, 15, 16 και 18 σύμφωνα με αυτή τη διάταξη.
...»
Άρθρο 7
«Κανείς δεν υποβάλλεται σε βασανιστήρια ούτε σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικότερα, απαγορεύεται η υποβολή προσώπου, χωρίς την ελεύθερη συγκατάθεσή του σε ιατρικό ή επιστημονικό πείραμα.»
Άρθρο 9
«1. Κάθε άτομο έχει δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια του προσώπου του. Κανείς δεν υποβάλλεται σε αυθαίρετη σύλληψη ή κράτηση. Κανείς δεν στερείται την ελευθερία του, παρά μόνο στις περιπτώσεις και σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει ο νόμος.
2. Οποιοσδήποτε συλλαμβάνεται, πληροφορείται, τη στιγμή της σύλληψής του, τους λόγους της σύλληψης και ενημερώνεται αμέσως για οποιεσδήποτε κατηγορίες εναντίον του.
3. Κάθε πρόσωπο που συλλαμβάνεται ή κρατείται για ποινικό αδίκημα, οδηγείται μέσα στην πιο σύντομη προθεσμία, ενώπιον δικαστή ή άλλης αρχής εξουσιοδοτημένης από τον νόμο να ασκεί δικαστική εξουσία, πρέπει δε να δικαστεί σε εύλογο χρονικό διάστημα ή να αποφυλακισθεί. Η προσωρινή κράτηση των υποδίκων δεν πρέπει να αποτελεί τον κανόνα,, αλλά η αποφυλάκισή τους μπορεί να υποβληθεί σε εγγυήσεις εμφάνισής τους στη δίκη, σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας, και, ενδεχομένως, για την εκτέλεση της απόφασης.
4. Οποιοσδήποτε στερείται της ελευθερίας του λόγω σύλληψης ή κράτησης έχει δικαίωμα να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να αποφασίσει χωρίς καθυστέρηση για τη νομιμότητα της κράτησής του και να διατάξει την αποφυλάκισή του εάν η κράτηση είναι παράνομη.
5. Κάθε πρόσωπο, θύμα παράνομης σύλληψης ή κράτησης, έχει δικαίωμα αποζημίωσης.»
3. Διεθνής Σύμβαση για την προστασία όλων των ατόμων από την εξαναγκαστική εξαφάνιση («η CED»)
95. Οι σχετικές διατάξεις της CED, η οποία υιοθετήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2006 και τέθηκε σε ισχύ στις 23 Δεκεμβρίου 2010 και η οποία έχει υπογραφεί αλλά δεν έχει επικυρωθεί από το εναγόμενο κράτος, ορίζουν τα παρακάτω:
Άρθρο 1
«1. Κανείς δεν υπόκειται σε εξαναγκαστική εξαφάνιση.
2. Καμία απολύτως εξαιρετική περίσταση, είτε αφορά κατάσταση πολέμου ή απειλή πολέμου, εσωτερική πολιτική αστάθεια ή κάθε άλλη κατάσταση ανάγκης, δεν μπορεί να προβληθεί ως αιτιολογία για εξαναγκαστική εξαφάνιση.»
Άρθρο 2
«Για τους σκοπούς αυτής της Σύμβασης, ως “εξαναγκαστική εξαφάνιση” νοείται η σύλληψη, κράτηση, απαγωγή ή οποιαδήποτε άλλη μορφή στέρησης της ελευθερίας από όργανα του Κράτους ή από άτομα ή ομάδες ατόμων που δρουν με την εξουσιοδότηση, υποστήριξη ή συναίνεση του Κράτους, συνοδευόμενη από άρνηση αναγνώρισης της στέρησης της ελευθερίας ή από απόκρυψη της τύχης ή του μέρους που βρίσκεται το εξαφανισμένο άτομο, θέτοντας αυτό το άτομο εκτός της προστασίας του νόμου.»
Άρθρο 3
«Κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για τη διερεύνηση των πράξεων που ορίζονται στο Άρθρο 2 που διαπράττονται από άτομα ή από ομάδες ατόμων που δρουν χωρίς την εξουσιοδότηση, υποστήριξη ή συναίνεση του Κράτους και για την προσαγωγή των υπευθύνων ενώπιον της δικαιοσύνης.»
Άρθρο 4
«Κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίσει ότι η εξαναγκαστική εξαφάνιση συνιστά έγκλημα κατά το ποινικό του δίκαιο.»
4. Ύπατος Αρμοστής των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του ανθρώπου, Εγχειρίδιο για την αποτελεσματική διερεύνηση και τεκμηρίωση βασανιστηρίων και άλλης σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας του 2001
96. Το σχετικό απόσπασμα του εν λόγω εγχειριδίου ορίζει τα εξής:
«80. Τα φερόμενα θύματα βασανιστηρίων ή κακομεταχείρισης και οι νομικοί τους αντιπρόσωποι πρέπει να ενημερώνονται σχετικά, και να έχουν πρόσβαση σε κάθε ακροαματική διαδικασία, καθώς και σε κάθε πληροφορία σχετική με την έρευνα και πρέπει να έχουν δικαίωμα να παρουσιάσουν άλλες αποδείξεις.»
5. Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου, Άρθρα σχετικά με την κρατική ευθύνη για διεθνείς αδικοπραξίες, 2001
97. Τα σχετικά αποσπάσματα των Άρθρων, που υιοθετήθηκαν στις 3 Αυγούστου 2001 (Επετηρίδα της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου, 2001, τόμος II), ορίζουν τα εξής:
Άρθρο 7
Κατάχρηση εξουσίας ή παραβίαση εντολών
«Η συμπεριφορά ενός κρατικού οργάνου ή ενός ατόμου ή οντότητας που έχει την αρμοδιότητα να ασκεί κυβερνητική εξουσία θεωρείται πράξη του Κράτους σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο αν το όργανο, το άτομο ή η οντότητα δρα υπό αυτή την ιδιότητα, ακόμα και αν υπερβαίνει την εξουσία του ή παραβιάζει εντολές.
...»
Άρθρο 14
Παράταση της παραβίασης διεθνούς υποχρέωσης
«1. Η παραβίαση διεθνούς υποχρέωσης από κάποια πράξη ενός Κράτους που δεν έχει συνεχές χαρακτήρα συμβαίνει τη στιγμή που επιτελείται η πράξη, ακόμα και αν οι συνέπειές της συνεχίζουν.
2. Η παραβίαση διεθνούς υποχρέωσης από κάποια πράξη ενός Κράτους που έχει συνεχές χαρακτήρα παρατείνεται καθ’ όλη την περίοδο κατά την οποία συνεχίζεται η πράξη και δεν είναι σύμφωνη με τη διεθνή υποχρέωση.
3. Η παραβίαση κάποια διεθνούς υποχρέωσης που δεσμεύει το Κράτος να εμποδίσει ένα συγκεκριμένο γεγονός σημειώνεται κατά την τέλεση του γεγονότος και παρατείνεται καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία το γεγονός συνεχίζει να υφίσταται και εξακολουθεί να μην είναι σύμφωνο με την εν λόγω υποχρέωση.»
Άρθρο 15
Παραβίαση συνιστώμενη από πράξη συμβιβασμού
«1. Η παραβίαση διεθνούς υποχρέωσης από κάποιο Κράτος μέσω σειράς ενεργειών ή παραλείψεων που ορίζονται ως τουλάχιστον παράνομες σημειώνεται όταν συμβαίνει η ενέργεια ή η παράλειψη, η οποία, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες ενέργειες ή παραλείψεις, επαρκεί για να θεωρηθεί αδικοπραξία.
2. Σε αυτή την περίπτωση, η παραβίαση εκτείνεται καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που ξεκινά με την πρώτη ενέργεια από τη σειρά ενεργειών ή παραλείψεων και διαρκεί για όσο αυτές οι ενέργειες ή παραλείψεις επαναλαμβάνονται και εξακολουθούν να μην είναι σύμφωνες με τη διεθνή υποχρέωση.»
Άρθρο 16
Βοήθεια ή συνδρομή στη διάπραξη διεθνούς αδικοπραξίας
«Ένα Κράτος που βοηθά ή συνδράμει κάποιο άλλο Κράτος κατά την τέλεση μιας διεθνούς αδικοπραξίας από το τελευταίο, είναι υπεύθυνο σε διεθνές επίπεδο, εάν:
(α) το εν λόγω Κράτος το κάνει με επίγνωση των περιστάσεων της διεθνούς αδικοπραξίας, και
(β) η πράξη θεωρηθεί διεθνώς παράνομη, αν τελεστεί από το εν λόγω Κράτος.»
6. Γενική Συνέλευση Ηνωμένων Εθνών, Έκθεση του Ειδικού Εισηγητή της Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με το ζήτημα βασανιστηρίων και άλλης σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, 2 Ιουλίου 2002 (A/57/173)
98. Το σχετικό απόσπασμα της εν λόγω έκθεσης ορίζει τα εξής:
«35. Τέλος, ο Ειδικός Εισηγητής θα ήθελε να κάνει έκκληση σε όλα τα Κράτη να διασφαλίσουν ότι σε όλες τις νόμιμες περιστάσεις τα άτομα που πρόκειται να εκδώσουν, με κατηγορίες συμμετοχής σε τρομοκρατικές οργανώσεις ή με άλλες κατηγορίες, θα παραδίδονται μόνο εάν η Κυβέρνηση του κράτους υποδοχής έχει παράσχει εγγύηση που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης στις αρχές έκδοσης ότι τα εν λόγω άτομα δεν θα υποστούν βασανιστήρια ή άλλης μορφής κακομεταχείριση κατά την επιστροφή τους, και ότι έχει εφαρμοστεί σύστημα παρακολούθησης της μεταχείρισης των εν λόγω ατόμων με σκοπό να διασφαλιστεί ότι η μεταχείρισή τους γίνεται με πλήρη σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια ...»
7. Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, Ψήφισμα 1433 σχετικά με τη νομιμότητα των κρατήσεων στον Κόλπο του Γκουαντάναμο από τις Ηνωμένες Πολιτείες, που υιοθετήθηκε στις 26 Απριλίου 2005
99. Τα σχετικά αποσπάσματα του εν λόγω ψηφίσματος ορίζουν τα εξής:
«7. Με βάση τον εκτενή έλεγχο νομικών στοιχείων και στοιχείων επί των γεγονότων από αυτές και από άλλες αξιόπιστες πηγές, η Συνέλευση συμπεραίνει ότι οι περιστάσεις σχετικά με τις κρατήσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες στον Κόλπο του Γκουαντάναμο αποδεικνύουν παρανομία και ασυμφωνία με τους κανόνες δικαίου, στα ακόλουθα σημεία:
...
vii. οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν, κατά την τέλεση «παραδόσεων» (απομάκρυνση ατόμων προς άλλες χώρες, χωρίς δικαστική εποπτεία, για ανάκριση ή κράτηση), επιτρέψει κρατούμενοι να υπόκεινται σε βασανιστήρια και σε σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση, παραβιάζοντας την απαγόρευση περί μη επαναπροώθησης.»
8. Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, Ψήφισμα 1463 σχετικά με εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, που υιοθετήθηκε στις 3 Οκτωβρίου 2005
100. Τα σχετικά αποσπάσματα του εν λόγω ψηφίσματος ορίζουν τα εξής:
«1. Ο όρος “εξαναγκαστικές εξαφανίσεις” περιλαμβάνει στέρηση ελευθερίας, άρνηση αναγνώρισης της στέρησης ελευθερίας ή απόκρυψη της μοίρας ή της κατάστασης του εξαφανισμένου ατόμου και την τοποθέτηση αυτού του ατόμου εκτός της προστασίας του νόμου.
2. Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση καταδικάζει κατηγορηματικά την εξαναγκαστική εξαφάνιση ως μια πολύ σοβαρή παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο ίδιο επίπεδο με την τέλεση βασανιστηρίων και δολοφονίας, και είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι αυτές οι ειδεχθείς πράξεις κατά της ανθρωπότητας δεν έχουν ακόμα εξαλειφθεί, ούτε στην Ευρώπη ...»
9. Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, Ψήφισμα 60/148 σχετικά με βασανιστήρια και άλλη σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, που υιοθετήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2006
101. Τα σχετικά αποσπάσματα του ψηφίσματος 60/148 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών ορίζουν τα εξής:
«Η Γενική Συνέλευση
...
11. Θυμίζει σε όλα τα Κράτη ότι η παρατεταμένη κράτηση σε καθεστώς απομόνωσης ή η κράτηση σε μυστικούς χώρους μπορεί να διευκολύνει την τέλεση βασανιστηρίων και άλλης σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας και μπορεί στην ουσία να αποτελεί μορφή τέτοιου είδους μεταχείρισης, και προτρέπει όλα τα Κράτη να σέβονται τους μηχανισμούς διασφάλισης της ελευθερίας, της ασφάλειας και της αξιοπρέπειας του ατόμου.»
10. Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη δημοκρατία μέσω του δικαίου (Επιτροπή της Βενετίας), Γνωμοδότηση σχετικά με τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, όσον αφορά χώρους μυστικών κρατήσεων και διακρατικές μεταφορές κρατουμένων (αρ. 363/2005, 17 Μαρτίου 2006)
102. Τα σχετικά αποσπάσματα της Γνωμοδότησης της Επιτροπής της Βενετίας ορίζουν τα εξής:
«30. Όσον αφορά την ορολογία που χρησιμοποιείται για την παράνομη μεταφορά και κράτηση φυλακισμένων, η Επιτροπή της Βενετίας σημειώνει ότι στον τύπο αναφέρεται συχνά ο όρος “παράδοση”. Αυτός ο όρος δεν χρησιμοποιείται στο διεθνές δίκαιο. Ο όρος αναφέρεται στην ανάληψη από ένα κράτος της κράτησης κάποιου ατόμου ύποπτου για εμπλοκή σε σοβαρό έγκλημα (π.χ. τρομοκρατία) στο έδαφος άλλου Κράτους ή/και στη μεταφορά ενός τέτοιου ατόμου υπό κράτηση στο έδαφος του πρώτου Κράτους, ή σε κάποιο μέρος που υπόκειται στη δικαιοδοσία του, ή σε κάποιο τρίτο Κράτος. Με άλλα λόγια, ο όρος “παράδοση” αποτελεί γενικό όρο που αναφέρεται περισσότερο στο αποτέλεσμα, την ανάληψη της κράτησης κάποιου ύποπτου, παρά στα μέσα που χρησιμοποιούνται. Το αν κάποια συγκεκριμένη “παράδοση” είναι νόμιμη θα εξαρτηθεί από τη νομοθεσία των εν λόγω Κρατών και από τους ισχύοντες κανόνες του διεθνούς δικαίου, και ιδιαίτερα του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έτσι, ακόμα και αν κάποια συγκεκριμένη “παράδοση” είναι σύμφωνη με την εγχώρια νομοθεσία κάποιου από τα Κράτη που εμπλέκονται (που μπορεί να μην απαγορεύει ή ακόμα και να ρυθμίζει δραστηριότητες κρατικών οργάνων εκτός του εδάφους της χώρας), μπορεί, εντούτοις, να είναι παράνομη σύμφωνα με τη εγχώρια νομοθεσία του άλλου Κράτους ή των άλλων Κρατών. Επιπλέον, μια “παράδοση” μπορεί να είναι αντίθετη στο εθιμικό διεθνές δίκαιο και διεθνείς συνθήκες ή στις εθιμικές υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει το Κράτος ή τα Κράτη που συμμετέχουν, σύμφωνα με το δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή/και το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο.
31. Ο όρος “έκτακτη παράδοση” φαίνεται ότι χρησιμοποιείται όταν υπάρχουν μερικές ή καμία αμφιβολία ότι η ανάληψη της κράτησης κάποιου ατόμου δεν είναι σύμφωνη με τις ισχύουσες νομικές διαδικασίες που εφαρμόζονται στο Κράτος όπου το άτομο βρίσκεται το εν λόγω διάστημα.
...
159. Όσον αφορά διακρατικές μεταφορές φυλακισμένων
...
στ) Υπάρχουν μόνο τέσσερις νόμιμοι τρόποι για τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης να μεταφέρουν κάποιον φυλακισμένο σε ξένες αρχές: απέλαση, έκδοση, διέλευση και μεταφορά καταδίκων για να εκτίσουν την ποινή τους σε άλλη χώρα. Οι διαδικασίες για την έκδοση και την απέλαση πρέπει να ορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία, και πρέπει να παρέχονται στους φυλακισμένους οι κατάλληλες νομικές εγγυήσεις και η πρόσβαση σε αρμόδιες αρχές. Πρέπει να τηρείται η απαγόρευση της έκδοσης ή απέλασης σε χώρα όπου υπάρχει κίνδυνος τέλεσης βασανιστηρίων ή κακομεταχείρισης.»
11. Έκθεση του Ειδικού Εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με την προώθηση και την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών κατά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, A/HRC/10/3, 4 Φεβρουαρίου 2009
103. Στην εν λόγω έκθεση, ο Ειδικός Εισηγητής σημειώνει τα εξής:
«38. ... ο Ειδικός Εισηγητής ανησυχεί για τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες άτομα κρατούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα με μόνο σκοπό τη συλλογή πληροφοριών ή κυρίως για προληπτικούς λόγους. Αυτές οι περιπτώσεις αποτελούν αυθαίρετη στέρηση ελευθερίας. Η ύπαρξη βάσιμων λόγων για παρατεταμένη κράτηση πρέπει να αποφασίζεται από κάποιο ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Χωρίς καθυστέρηση, η παρατεταμένη κράτηση του εν λόγω ατόμου επιβάλλει στις αρχές το καθήκον να αποδείξουν αν οι υποψίες εγκληματικής δραστηριότητας μπορούν να επιβεβαιωθούν και, αν αυτό ισχύει, να απαγγείλουν κατηγορίες εναντίον του υπόπτου και να τον παραπέμψουν σε δίκη ...
51. Ο Ειδικός Εισηγητής παραμένει πολύ ανήσυχος που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δημιουργήσει ένα εκτενές σύστημα έκτακτων παραδόσεων, παρατεταμένης και μυστικής κράτησης, και πρακτικών που παραβιάζουν την απαγόρευση κατά των βασανιστηρίων και άλλων μορφών κακομεταχείρισης. Αυτό το σύστημα επιβάλλει την ύπαρξη διεθνούς δικτύου ανταλλαγής πληροφοριών και έχει δημιουργήσει μια διεφθαρμένη βάση πληροφοριών, που έχουν μοιραστεί συστηματικά με συνεργάτες τους στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας μέσω της συνεργασίας των υπηρεσιών πληροφοριών, διαφθείροντας με αυτό τον τρόπο τη θεσμική κουλτούρα των νομικών και θεσμικών συστημάτων των Κρατών αποδοχής.
...
60. Οι υποχρεώσεις των Κρατών που αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, ειδικά η υποχρέωση να διασφαλίσουν αποτελεσματικά ένδικα μέσα, επιτάσσουν ότι οι εν λόγω νομικές διατάξεις δεν πρέπει να οδηγούν σε a priori απόρριψη ερευνών, ή να εμποδίζουν την κοινοποίηση του αδικήματος, ειδικά σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν αναφορές διεθνών εγκλημάτων ή σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η γενική επίκληση του δικαιώματος κρατικών μυστικών όσον αφορά πολιτικές, όπως το πρόγραμμα των Ηνωμένων Πολιτειών για μυστική κράτηση, ανάκριση και παράδοση ή για συλλογή πληροφοριών από τρίτους (σύμφωνα με την πολιτική για “έλεγχο των κατόχων πληροφοριών”) εμποδίζει την πραγματοποίηση αποτελεσματικής διερεύνησης και καθιστά το δικαίωμα σε ένδικα μέσα πλασματικό. Αυτό είναι ασύμβατο με το Άρθρο 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε παραβίαση της υποχρέωσης των Κρατών να παράσχουν δικαστική συνδρομή σε έρευνες που αφορούν σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.»
12. Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, Ψηφίσματα 9/11 και 12/12: Δικαίωμα στην αλήθεια, 24 Σεπτεμβρίου 2008 και 12 Οκτωβρίου 2009
104. Τα σχετικά αποσπάσματα των εν λόγω ψηφισμάτων ορίζουν τα εξής:
«... αναγνώρισαν το δικαίωμα των θυμάτων σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το δικαίωμα των συγγενών τους στην αλήθεια σχετικά με τα γεγονότα που έχουν λάβει χώρα, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας των δραστών των γεγονότων που προκάλεσαν τις εν λόγω παραβιάσεις ...»
13. Συμβούλιο της Ευρώπης, Κατευθυντήριες Οδηγίες της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την εξάλειψη της ατιμωρησίας για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, 30 Μαρτίου 2011
105. Οι Κατευθυντήριες Οδηγίες αναφέρονται στο πρόβλημα της ατιμωρησίας όσον αφορά πράξεις ή παραλείψεις που ισοδυναμούν με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Καλύπτουν τις υποχρεώσεις των Κρατών σύμφωνα με τη Σύμβαση για λήψη θετικών μέτρων όχι μόνο όσον αφορά κρατικούς παράγοντες, αλλά και μη κρατικούς παράγοντες. Σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Οδηγίες, «η ατιμωρησία οφείλεται ή διευκολύνεται κυρίως από την έλλειψη δυναμικής αντίδρασης από την πλευρά των θεσμών ή των κρατικών παραγόντων όσον αφορά σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα Κράτη οφείλουν να αντιμετωπίσουν την ατιμωρησία ως ζήτημα δικαιοσύνης για τα θύματα, ως τρόπο αποτροπής από μελλοντικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ως τρόπο υποστήριξης των κανόνων δικαίου και της εμπιστοσύνης των πολιτών στο σύστημα δικαιοσύνης». Ορίζουν μεταξύ άλλων τα γενικά μέτρα που οφείλουν να λάβουν τα Κράτη προκειμένου να εμποδίσουν φαινόμενα ατιμωρησίας, την υποχρέωση διεξαγωγής έρευνας, καθώς και τις απαραίτητες εγγυήσεις για άτομα που στερούνται την ελευθερία τους.
B. Σχετική νομολογία ξένων δικαιοδοσιών και διεθνών οργάνων
1. Εφετείο Αγγλίας και Ουαλίας (Αστικό Τμήμα), Abbasi και άλλος κατά Υπουργού Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας και Υπουργού Εσωτερικών, Υπόθεση αρ.: C/2002/0617A; 0617B, 6 Νοεμβρίου 2002
106. Αυτή η υπόθεση αφορά τον κ. Feroz Ali Abbasi, έναν Βρετανό υπήκοο που είχε αιχμαλωτιστεί από αμερικανικές δυνάμεις στο Αφγανιστάν και είχε μεταφερθεί τον Ιανουάριο του 2002 στον Κόλπο του Γκουαντάναμο στην Κούβα. Κρατιόταν αιχμάλωτος χωρίς πρόσβαση σε κάποιου είδους δικαστήριο ή σε κάποιον δικηγόρο. Ισχυρίστηκε ότι είχε παραβιαστεί το δικαίωμα μη αυθαίρετης κράτησης. Το δικαστήριο έκρινε ότι η κράτηση του κ. Abbasi στο Γκουαντάναμο, το οποίο περιγράφηκε ως «μαύρη τρύπα του νομικού συστήματος», ήταν αυθαίρετη και «προφανώς αντίθετη με τις θεμελιώδεις αρχές που αναγνωρίζονται και από τις δύο [την αγγλική και την αμερικανική] δικαιοδοσίες και από το διεθνές δίκαιο».
2. Εφετείο της ένατης περιφέρειας των Ηνωμένων Πολιτειών, Falen Gherebi κατά George Walker Bush, Donald H. Rumsfeld, Περιφέρεια της Κολούμπια Αρ. CV-03-01267-AHM, 18 Δεκεμβρίου 2003
107. Στις 18 Δεκεμβρίου 2003, σε κάποια υπόθεση που αφορούσε έναν άνδρα από τη Λιβύη (τον κ. Gherebi) που βρισκόταν υπό κράτηση ως «στρατιώτης του εχθρού» στο Γκουαντάναμο, το αμερικανικό Εφετείο περιέγραψε τι ισχυρίστηκε η αμερικανική Κυβέρνηση ενώπιόν του:
«σύμφωνα με την εκδοχή της κυβέρνησης, έχει το δικαίωμα να φυλακίσει επ’ αόριστον τον Gherebi, όπως και εκατοντάδες άλλους πολίτες ξένων χωρών, μεταξύ των οποίων και φιλικών χωρών, και να κάνει ό,τι θέλει με τον Gherebi και τους εν λόγω κρατούμενους, όποτε το θελήσει, χωρίς να επιδείξει συμμόρφωση με κάποιον κανόνα δικαίου, χωρίς να του επιτρέψει να ζητήσει νομική συμβουλή, και χωρίς να αναγνωρίσει κάποιο δικαστήριο, στο οποίο οι ενέργειές της να μπορούν να αμφισβητηθούν. Πράγματι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η κυβέρνηση μάς ενημέρωσε ότι η θέση της θα ήταν η ίδια ακόμα και αν οι αξιώσεις αφορούσαν την εμπλοκή της σε βασανιστήρια ή την εκτέλεση των κρατουμένων με συνοπτικές διαδικασίες. Από ό,τι γνωρίζουμε, πριν την τρέχουσα κράτηση φυλακισμένων στο Γκουαντάναμο, η αμερικανική κυβέρνηση δεν είχε πραγματοποιήσει ποτέ πριν μια τόσο σοβαρή και απροσδόκητη εισήγηση. Επίσης, πιστεύουμε ότι το Γκουαντάναμο αποτελεί μοναδική περίπτωση, όχι μόνο επειδή η εδαφική σχέση των Ηνωμένων Πολιτειών με τη Βάση είναι πρωτοφανής για τα σημερινά δεδομένα, αλλά και επειδή είναι η πρώτη φορά που η κυβέρνηση ανακοινώνει τέτοιο ασυνήθιστο σύνολο αρχών, μια θέση τόσο ακραία που προκαλεί πολύ σοβαρές ανησυχίες, σύμφωνα τόσο με την αμερικανική νομοθεσία όσο και με το διεθνές δίκαιο.»
3. Επιτροπή του ΟΗΕ κατά των Βασανιστηρίων, Agiza κατά Σουηδίας, Αρ. κοινοποίησης 233/2003, Έγγρ. ΟΗΕ CAT/C/34/D/233/2003 (2005), και Επιτροπή των Η.Ε. για τα δικαιώματα του ανθρώπου, Alzery κατά Σουηδίας, Έγγρ. ΟΗΕ CCPR/C/88/D/1416/2005 (2006)
108. Και οι δύο αυτές υποθέσεις αναφέρθηκαν στην έκθεση Marty του 2006 (βλ. παραγράφους 150-161 της έκθεσης), τα πιο σχετικά αποσπάσματα της οποίας παρατίθενται παρακάτω:
«153. Με λίγα λόγια, τα γεγονότα έγιναν ως εξής: στις 18 Δεκεμβρίου 2001, ο κ. Agiza και ο κ. Alzery, Αιγύπτιοι πολίτες που ζητούσαν άσυλο στη Σουηδία, ενημερώθηκαν σχετικά με την απόφαση απόρριψης του αιτήματος ασύλου και την εντολή απέλασής τους για λόγους ασφαλείας, οι οποίες ελήφθησαν στο πλαίσιο ειδικής διαδικασίας σε υπουργικό επίπεδο. Οι σουηδικές αρχές, με σκοπό να διασφαλίσουν ότι η εν λόγω απόφαση θα μπορούσε να εκτελεστεί την ίδια ημέρα, αποδέχτηκαν την προσφορά των Αμερικανών, να θέσουν στη διάθεσή τους ένα αεροσκάφος, το οποίο απολάμβανε ειδική άδεια υπερπτήσεων. Μετά τη σύλληψή τους από τη σουηδική αστυνομία, οι δύο άνδρες οδηγήθηκαν στο αεροδρόμιο της Μπρόμμα όπου υποβλήθηκαν, με συναίνεση των σουηδικών αρχών, σε “έλεγχο ασφαλείας” από Αμερικανούς πράκτορες που φορούσαν κουκούλες.
154. Η περιγραφή αυτού του “ελέγχου” είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς ταιριάζει με κάθε λεπτομέρεια στην περιγραφή που δόθηκε, στο πλαίσιο άλλων υποθέσεων, από άλλα θύματα “παραδόσεων”, μεταξύ των οποίων ο κ. El-Masri. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την ομάδα των Αμερικανών, και περιγράφηκε σε αυτή την υπόθεση από Σουηδούς αστυνομικούς που ήταν παρόντες στη σκηνή, ήταν προφανώς καλά οργανωμένη: οι πράκτορες επικοινωνούσαν μεταξύ τους με χειρονομίες, όχι με λόγια. Με γρήγορες κινήσεις, οι πράκτορες έκοψαν τα ρούχα των Agiza και Alzery με ψαλίδια, τους έντυσαν με στολές, εξέτασαν κάθε κοιλότητα του σώματος και τα μαλλιά με πολύ προσοχή, τους πέρασαν χειροπέδες στα χέρια και αλυσίδες στα πόδια, και τους οδήγησαν με τα πόδια ξυπόλυτους μέχρι το αεροσκάφος.
...
157. Πριν την απέλαση των δύο ανδρών στην Αίγυπτο, η Σουηδία ζήτησε και έλαβε διπλωματικές διαβεβαιώσεις ότι δεν θα υφίσταντο μεταχείριση που θα παραβίαζε τη Σύμβαση κατά των βασανιστηρίων, θα περνούσαν από δίκαιη δίκη και δεν θα τους απαγγελλόταν η θανατική ποινή. Οι “διαβεβαιώσεις” συνοδεύτηκαν και από κάποιο μηχανισμό ελέγχου, τακτικές επισκέψεις από τον Σουηδό Πρέσβη και συμμετοχή Σουηδών παρατηρητών στη δίκη.»
109. Οι αρμόδιες επιτροπές των Ηνωμένων Εθνών αποφάσισαν ότι η Σουηδία ήταν υπεύθυνη σύμφωνα με το Άρθρο 7 του ICCPR, καθώς έκριναν ότι η μεταχείριση την οποία υπέστη ο κ. Alzery στο αεροδρόμιο της Μπρόμμα καταλογιζόταν στο κράτος μέρος και συνιστούσε παραβίαση του Άρθρου 7 του Συμφώνου, ότι η Σουηδία είχε παραβιάσει τις υποχρεώσεις της να διεξάγει άμεση, ανεξάρτητη και αμερόληπτη έρευνα σχετικά με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο αεροδρόμιο της Μπρόμμα, και ότι η απαγόρευση της επαναπροώθησης, που ορίζεται στο εν λόγω Άρθρο, είχε παραβιαστεί και στην περίπτωση του κ. Agiza και του κ. Alzery.
110. Η εφημερίδα USA Today ανέφερε ότι η σουηδική κυβέρνηση είχε πληρώσει 450.000 δολάρια ΗΠΑ στον κ. Alzery ως αποζημίωση για την απέλασή του. Το ίδιο ποσό είχε συμφωνηθεί να δοθεί και στον κ. Agiza [«Sweden compensates Egyptian ex-terror suspect» (Η Σουηδία αποζημιώνει Αιγύπτιο ύποπτο ως πρώην τρομοκράτη), USA Today, 19 Σεπτεμβρίου 2008].
Γ. Επίσημα κείμενα που εκφράζουν ανησυχίες σχετικά με παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων που εικάζεται ότι λαμβάνουν χώρα σε χώρους κράτησης που ελέγχονται από τις ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001
111. Ο προσφεύγων και εμπλεκόμενοι τρίτοι υπέβαλαν σημαντικό αριθμό άρθρων, εκθέσεων και γνωμοδοτήσεων διεθνών, ξένων και εγχώριων οργάνων, μη κυβερνητικών οργανισμών και μέσων ενημέρωσης, που εξέφραζαν ανησυχία σχετικά με τις φερόμενες παράνομες μυστικές κρατήσεις και την κακομεταχείριση σε κέντρα κράτησης που ελέγχονται από τις ΗΠΑ στον Κόλπο του Γκουαντάναμο και στο Αφγανιστάν. Παρακάτω δίνεται σύνοψη των πλέον σχετικών πηγών.
1. Σχετικό υλικό από διεθνείς οργανισμούς δικαιωμάτων του ανθρώπου
(α) Δήλωση του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου σχετικά με την κράτηση Ταλιμπάν και μελών της Αλ Κάιντα στην Αμερικανική Βάση του Κόλπου του Γκουαντάναμο, στην Κούβα, 16 Ιανουαρίου 2002
112. Ο Ύπατος Αρμοστής των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου δήλωσε τα εξής:
«Όλα τα άτομα που κρατούνται σε αυτό το πλαίσιο έχουν δικαίωμα στην προστασία που ορίζει το διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, ιδιαίτερα οι σχετικές διατάξεις του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ICCPR) και οι Συμβάσεις της Γενεύης του 1949. Το νομικό καθεστώς των κρατουμένων και το δικαίωμά τους στο καθεστώς αιχμαλώτων πολέμου (POW), αν αμφισβητηθεί, πρέπει να αποφασιστεί από κάποιο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 5 της Τρίτης Σύμβασης της Γενεύης. Όλοι οι κρατούμενοι πρέπει σε κάθε περίπτωση να τυγχάνουν ανθρώπινης μεταχείρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ICCPR και της Τρίτης Σύμβασης της Γενεύης.»
(β) Υπόμνημα της Διεθνούς Αμνηστίας, προς την αμερικανική Κυβέρνηση σχετικά με τα δικαιώματα των ατόμων σε καθεστώς κράτησης από τις ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και στον Κόλπο του Γκουαντάναμο, Απρίλιος 2002
113. Στο εν λόγω υπόμνημα, η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει τις ανησυχίες της ότι η αμερικανική κυβέρνηση είχε μεταφέρει και φυλακίσει ανθρώπους σε συνθήκες που ενδέχεται να ισοδυναμούν με σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση και ότι παραβίασε άλλες ελάχιστες προϋποθέσεις κράτησης, και ότι είχε αρνηθεί να επιτρέψει στα άτομα που βρισκόταν υπό κράτηση, την πρόσβαση σε νομικό σύμβουλο και στα δικαστήρια με σκοπό να εξεταστεί η νομιμότητα της κράτησής τους.
(γ) Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, «Ηνωμένες Πολιτείες, Τεκμήριο ενοχής: παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κρατουμένων μετά την 11η Σεπτεμβρίου», Φύλλο 14, Αρ. 4 (G), Αύγουστος 2002
114. Στην εν λόγω έκθεση συμπεριλαμβανόταν το παρακάτω απόσπασμα:
«... η μάχη κατά της τρομοκρατίας, την οποία ξεκίνησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά την 11η Σεπτεμβρίου δεν συμπεριλαμβάνει κάποια σθεναρή διαβεβαίωση τήρησης αυτών των ελευθεριών. Αντίθετα, στη χώρα παρατηρείται συνεχής, σκόπιμη, και αυθαίρετη παραβίαση βασικών δικαιωμάτων ... Οι περισσότεροι από αυτούς που επηρεάστηκαν άμεσα δεν ήταν Αμερικανοί πολίτες ... το Υπουργείο Δικαιοσύνης τούς είχε υποβάλλει σε αυθαίρετη κράτηση, είχε παραβιάσει τη νόμιμη διαδικασία που οδηγεί σε νομικές διαδικασίες κατά αυτών, και καταπάτησε το τεκμήριο αθωότητας.»
(δ) Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, «Ηνωμένες Πολιτείες: Αναφορές βασανιστηρίων σε υπόπτους για συμμετοχή στην Αλ Κάιντα», 26 Δεκεμβρίου 2002
115. Αυτή η αναφορά αφορούσε το άρθρο της εφημερίδας Washington Post: «U.S. Decries Abuse but Defends Interrogations» (Οι ΗΠΑ επικρίνουν την κακομεταχείριση, αλλά υποστηρίζουν τις ανακρίσεις) που περιέγραφε «πώς άτομα που κρατούνται σε κέντρα ανάκρισης της CIA στην αεροπορική βάση Μπαγκράμ στο Αφγανιστάν υφίσταντο τεχνικές “πίεσης και απειλής βίας”, συμπεριλαμβανομένου του να “στέκονται όρθιοι ή στα γόνατα για ώρες” και να “παραμένουν σε περίεργες, και επίπονες στάσεις”».
116. Ανέφερε επίσης:
«Η Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων, την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επικυρώσει, απαγορεύει σαφώς τα βασανιστήρια και την κακομεταχείριση, καθώς και την αποστολή κρατουμένων σε χώρες όπου είναι πιθανό να εφαρμοστούν τέτοιες πρακτικές.»
(ε) Διεθνής Ομοσπονδία Ελσίνκι για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, «Μέτρα κατά της τρομοκρατίας, ασφάλεια και ανθρώπινα δικαιώματα: εξελίξεις στην Ευρώπη, στην Κεντρική Ασία και στη Βόρεια Αμερική μετά την 11η Σεπτεμβρίου», Έκθεση, Απρίλιος 2003
117. Το σχετικό απόσπασμα της εν λόγω έκθεσης ορίζει τα εξής:
«Πολλοί κρατούμενοι “ειδικού ενδιαφέροντος” έχουν κρατηθεί σε απομόνωση ή στο ίδιο κελί με φυλακισμένους που έχουν καταδικαστεί, με περιορισμούς στην επικοινωνία με την οικογένεια, τους φίλους και τους δικηγόρους τους, και δεν είχαν αρκετή πρόσβαση σε χώρους για άσκηση και τήρηση των θρησκευτικών του καθηκόντων, συμπεριλαμβανομένων χώρων για την τήρηση των διατροφικών του αναγκών. Κάποιοι δήλωσαν σε οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ότι τους αρνήθηκαν ιατρική περίθαλψη και ότι οι φύλακες και οι συγκρατούμενοί τους τούς χτυπούσαν.»
(στ) Έκθεση Διεθνούς Αμνηστίας 2003 – Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, 28 Μαΐου 2003
118. Η εν λόγω έκθεση αναφερόταν στη μεταφορά κρατουμένων στο Γκουαντάναμο, στην Κούβα το 2002, στις συνθήκες μεταφοράς τους («οι φυλακισμένοι φορούσαν χειροπέδες, αλυσίδες, ήταν αναγκασμένοι να φορούν γάντια χωρίς ξεχωριστά δάκτυλα, χειρουργικές μάσκες και ωτοασπίδες, και τους είχαν κλείσει τα μάτια φορώντας τους μάσκες του σκι») και στις συνθήκες κράτησης («κρατούνταν χωρίς να τους έχουν απαγγελθεί κατηγορίες ή να έχουν περάσει από δίκη ή να έχουν πρόσβαση σε δικαστήρια, δικηγόρους ή συγγενείς»). Ανέφερε επίσης:
«Κάποιοι ύποπτοι ως μέλη της Αλ Κάιντα που λέγεται ότι κρατούνταν από Αμερικανούς συνέχιζαν να κρατούνται σε μυστικές τοποθεσίες. Η αμερικανική κυβέρνηση δεν παρείχε διευκρινήσεις σχετικά με την κατάσταση και το νομικό καθεστώς των κρατουμένων, ούτε τους παρείχε τα δικαιώματα που ορίζονται από το διεθνές δίκαιο, όπως το δικαίωμα να ενημερώσουν τις οικογένειές τους σχετικά με το μέρος κράτησης και το δικαίωμά τους να απευθυνθούν σε εξωτερικούς εκπροσώπους. Άγνωστος αριθμός κρατουμένων που αρχικά κρατούνταν από Αμερικανούς φέρεται ότι μεταφέρθηκαν σε τρίτες χώρες, γεγονός που προκαλεί ανησυχία ότι οι ύποπτοι μπορεί να υποστούν βασανιστήρια κατά τη διάρκεια της ανάκρισης.»
(ζ) Διεθνής Αμνηστία, «Παράνομη κράτηση έξι ανδρών από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη στον Κόλπο του Γκουαντάναμο», 29 Μαΐου 2003
119. Η Διεθνής Αμνηστία υπέβαλε έκθεση σχετικά με τη μεταφορά έξι ανδρών από την Αλγερία, από την Ομοσπονδιακή αστυνομία της Βοσνίας, από τη φυλακή του Σεράγεβο σε καθεστώς κράτησης από τους Αμερικανούς στο κέντρο κράτησης Camp X-Ray, που βρίσκεται στον Κόλπο του Γκουαντάναμο, στην Κούβα. Εξέφρασε τις ανησυχίες της ότι κρατούνταν αυθαίρετα παραβιάζοντας με αυτόν τον τρόπο τα δικαιώματά τους σύμφωνα με το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Επίσης αναφέρθηκε στην απόφαση του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης στην οποία το δικαστήριο έκρινε ότι η μεταφορά συνιστούσε παραβίαση του Άρθρου 5 της Σύμβασης, του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου υπ’ αρ. 7 και του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου υπ’ αρ. 6.
(η) Διεθνής Αμνηστία, «Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Η απειλή ενός κακού παραδείγματος: υπονόμευση διεθνών προτύπων καθώς οι κρατήσεις στο πλαίσιο του “πολέμου κατά της τρομοκρατίας” συνεχίζονται», 18 Αυγούστου 2003
120. Το σχετικό απόσπασμα της εν λόγω έκθεσης ορίζει τα εξής:
«Οι κρατούμενοι κρατήθηκαν σε καθεστώς απομόνωσης σε αμερικανικές βάσεις στο Αφγανιστάν. Υπήρξαν ισχυρισμοί για κακομεταχείριση. Άλλοι κρατήθηκαν σε καθεστώς απομόνωσης από τις ΗΠΑ σε μυστικές τοποθεσίες σε άλλα μέρη του κόσμου, και οι ΗΠΑ έχουν επίσης υποκινήσει ή εμπλακεί σε “έκτακτες παραδόσεις”, όπως ονομάζουν οι ΗΠΑ τις ανεπίσημες μεταφορές κρατουμένων μεταξύ των ΗΠΑ και άλλων χωρών που παρακάμπτουν την έκδοση ή άλλα μέτρα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.»
(θ) Διεθνής Αμνηστία, «Κράτηση σε καθεστώς απομόνωσης/ Φόβοι κακομεταχείρισης», 20 Αυγούστου 2003
121. Το σχετικό απόσπασμα της εν λόγω έκθεσης ορίζει τα εξής:
«Η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει την ανησυχία της ότι η κράτηση υπόπτων σε μυστικές τοποθεσίες χωρίς πρόσβαση σε νομική εκπροσώπηση ή επικοινωνία με την οικογένεια και η “μεταφορά” υπόπτων μεταξύ χωρών χωρίς επίσημο πλαίσιο για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παραβιάζει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, τους εκθέτει σε κίνδυνο κακομεταχείρισης και υπονομεύει τους κανόνες δικαίου.»
(ι) Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού, Ηνωμένες Πολιτείες: Ο πρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού (ICRC) υπογραμμίζει την ανάγκη προόδου για ζητήματα που σχετίζονται με κρατήσεις, Δελτίο τύπου 04/03, 16 Ιανουαρίου 2004
122. Η ICRC δήλωσε τα εξής:
«Εκτός από το Γκουαντάναμο, η ICRC ανησυχεί ιδιαίτερα για την τύχη άγνωστου αριθμού ατόμων που αιχμαλωτίστηκαν στο πλαίσιο του λεγόμενου παγκόσμιου πολέμου κατά της τρομοκρατίας και κρατήθηκαν σε μυστικές τοποθεσίες. Ο κ. Kellenberger επανέλαβε παλαιότερα επίσημα αιτήματα της ICRC για παροχή πληροφοριών σχετικά με τους εν λόγω κρατούμενους και για την πιθανότητα πρόσβασης σε αυτούς, ως σημαντική ανθρωπιστική προτεραιότητα και ως λογική συνέχεια του τρέχοντος έργου του οργανισμού σχετικά με τις συνθήκες κράτησης στο Γκουαντάναμο και στο Αφγανιστάν.»
(κ) Ομάδα εργασίας του ΟΗΕ για τις αυθαίρετες κρατήσεις, Γνωμοδότηση αρ. 29/2006, Κ. Ibn al-Shaykh al-Libi και 25 άλλα άτομα κατά Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, Έγγρ. ΟΗΕ A/HRC/4/40/Add.1 στο 103 (2006)
123. Η Ομάδα εργασίας του ΟΗΕ έκρινε ότι η κράτηση των εν λόγω ατόμων, σε χώρους που ανήκουν στις μυστικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών ή η μεταφορά τους, συχνά με πτήσεις που πραγματοποιούνται με μυστικότητα, σε κέντρα κράτησης σε χώρες με τις οποίες συνεργάζονται οι αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών για την καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας, δεν ενέπιπταν σε καμία εθνική και διεθνή νομοθεσία σχετικά με τη διασφάλιση από την αυθαίρετη κράτηση. Επιπλέον, έκρινε ότι η μυστικότητα γύρω από την κράτηση και τη διακρατική μεταφορά υπόπτων ως μέλη τρομοκρατικών οργανώσεων θα μπορούσε να εκθέσει τα άτομα σε βασανιστήρια, εξαναγκαστική εξαφάνιση και σε θάνατο χωρίς δικαστική απόφαση.
2. Άλλα δημόσια έγγραφα
Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών, «Υπόμνημα στο Κέντρο Ελέγχου του Υπουργείου Δικαιοσύνης - Έγγραφο εργασίας για τον συνδυασμό μεθόδων ανάκρισης που χρησιμοποιούνται από τη CIA», 30 Δεκεμβρίου 2004
124. Ο προσφεύγων υπέβαλε στο Δικαστήριο αποσπάσματα από το υπόμνημα της CIA που αναφέρεται παραπάνω, τα οποία δεν θεωρούνται πλέον απόρρητα. Το έγγραφο «επικεντρώνεται στο θέμα της συνδυασμένης χρήσης τεχνικών ανάκρισης, [σκοπός της οποίας] είναι να πείσουν κρατούμενους σημαντικής αξίας να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με απειλές και πληροφορίες σχετικά με τρομοκράτες εγκαίρως ... Η αποτελεσματική ανάκριση βασίζεται στην έννοια της χρήσης σωματικής και ψυχολογικής πίεσης μαζί, με ενιαίο, συστηματικό και αθροιστικό τρόπο για να επηρεάσουν τη συμπεριφορά κρατουμένων σημαντικής αξίας, με σκοπό να κάμψουν την αντίσταση ενός κρατούμενου. Σκοπός της ανάκρισης είναι ο κρατούμενος να πιστέψει ότι είναι ανήμπορος και εξαρτημένος ... Η διαδικασία της ανάκρισης μπορεί να διαχωριστεί σε τρεις διαφορετικές φάσεις: αρχικές συνθήκες, μετάβαση στην ανάκριση και ανάκριση». Όπως περιγράφεται στο υπόμνημα, οι «αρχικές συνθήκες» περιελάμβαναν το «σοκ σύλληψης», την «παράδοση» και την «υποδοχή στο κρησφύγετο». Αναφέρει, μεταξύ άλλων:
«Η αιχμαλωσία... συμβάλλει στη σωματική και ψυχολογική κατάσταση του κρατούμενου σημαντικής αξίας πριν την έναρξη της ανάκρισης ...
1) Παράδοση
... Διεξάγεται ιατρική εξέταση πριν την πτήση. Κατά την πτήση, ο κρατούμενος δένεται με ασφάλεια και δεν μπορεί να βλέπει και να ακούει, καθώς του δένουν τα μάτια και τους φορούν, ωτοασπίδες, και κουκούλες ...»
125. Η φάση της «ανάκρισης» περιελάμβανε περιγραφές «συνθηκών κράτησης», «τεχνικών εγκλιματισμού» και «διορθωτικών τεχνικών».
3. Άρθρα από τον τύπο
126. Ο προσφεύγων υπέβαλε επίσης αντίγραφα πολλών άρθρων που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες της ΠΓΔΜ. Τα πιο σχετικά αναφέρονται παρακάτω:
(1) «Απεργία πείνας των Ταλιμπάν στο Γκουαντάναμο», 4 Μαρτίου 2002, «Μυστική συμφωνία με σοβαρές ελλείψεις», 5 Ιουνίου 2003, «Τέσσερις Γάλλοι στο Γκουαντάναμο υπόκεινται σε βασανιστήρια», 16 Οκτωβρίου 2003, «Στο Γκουαντάναμο διεξάγονται βασανιστήρια», 27 Νοεμβρίου 2003, και «Φυλακισμένοι χωρίς κατηγορίες ή δικαιώματα», 12 Ιανουαρίου 2004 (όλα δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Utrinski Vesnik), και
(2) «Η CIA βασανίζει αιχμάλωτους Ισλαμιστές στο Αφγανιστάν», 27 Δεκεμβρίου 2002, «Οι ΗΠΑ ξεχνούν τα ανθρώπινα δικαιώματα στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», 16 Ιανουαρίου 2003, «Λήθη για 140 φυλακισμένους του Γκουαντάναμο», 2 Δεκεμβρίου 2003 (όλα δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Dnevnik).
127. Επίσης παρουσίασε αντίγραφα άρθρων που δημοσιεύτηκαν σε αμερικανικές εφημερίδες, τα οποία αφορούσαν τεχνικές «πιέσεων και απειλής βίας» που χρησιμοποιούνται από τις ΗΠΑ κατά την ανάκριση των κρατουμένων στην αμερικανική αεροπορική βάση στο Μπαγκράμ του Αφγανιστάν [«Army Probing Deaths of 2 Afghan Prisoners» (Ο στρατός ερευνά τους θανάτους 2 Αφγανών φυλακισμένων), Washington Post, 5 Μαρτίου 2003 και «Questioning Terror Suspects in a Dark and Surreal World» (Ανακρίνοντας υπόπτους για τρομοκρατία σε έναν σκοτεινό και σουρεαλιστικό κόσμο), New York Times, 9 Μαρτίου 2003]. Άλλα άρθρα από αμερικανικές και βρετανικές εφημερίδες αναφέρονταν στην παράδοση, για κράτηση από Αμερικανούς, ατόμων που θεωρούνται ύποπτα για συμμετοχή σε τρομοκρατικές ενέργειες πριν τον Ιανουάριο του 2004 [«A CIA-Backed Team Used Brutal Means to Crack Terror Cell» (Ομάδα της CIA χρησιμοποίησε σκληρά μέσα για να διαλύσει πυρήνα τρομοκρατών), Wall Street Journal, 20 Νοεμβρίου 2001, «U.S. Behind Secret Transfer of Terror Suspects» (Οι ΗΠΑ πίσω από μυστική μεταφορά υπόπτων για τρομοκρατική δράση), Washington Post, 11 Μαρτίου 2002, «Chretien Protests Deportation of Canadian: Prime Minister Calls U.S. Treatment of Terror Suspect “Completely Unacceptable”» (Ο Chrerien διαμαρτύρεται για την απέλαση Καναδών: Ο πρωθυπουργός αποκαλεί τη μεταχείριση υπόπτων για τρομοκρατία «εντελώς απαράδεκτη»), Washington Post, 6 Νοεμβρίου 2003, «The Invisible» (Ο αόρατος), The Independent, 26 Ιουνίου 2003, και «Missing Presumed Guilty: where terror suspects are being held» (Χωρίς τεκμήριο ενοχής: πού κρατούνται οι ύποπτοι για τρομοκρατία), The Independent, 26 Ιουνίου 2003).
128. Ο προσφεύγων υπέβαλε άρθρα στα οποία οι δημοσιογράφοι δήλωναν ότι ο τότε Αμερικανός Πρέσβης στη Γερμανία είχε ενημερώσει τις γερμανικές αρχές τον Μάιο του 2004 ότι η CIA είχε φυλακίσει λανθασμένα τον προσφεύγοντα. Ανέφεραν επίσης ότι η Γερμανίδα Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ είχε δηλώσει ότι η Αμερικανίδα Υπουργός Εξωτερικών Κοντολίζα Ράις είχε παραδεχτεί, σε μια ιδιωτική τους συζήτηση, ότι οι ΗΠΑ είχαν απαγάγει και κρατήσει λανθασμένα τον προσφεύγοντα. Σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα, Αμερικανοί εκπρόσωποι έχουν αρνηθεί να συζητήσουν οτιδήποτε σχετικό με την υπόθεση με δημοσιογράφους [«Wrongful Imprisonment: Anatomy of a CIA Mistake» (Παράνομη φυλάκιση: ανατομία ενός λάθους της CIA), The Washington Post, 4 Δεκεμβρίου 2005, «German Man Sues CIA on claims of torture, El-Masri seeks damages after mistaken-identity «rendition» case (Γερμανός υπήκοος μηνύει τη CIA καταγγέλλοντας βασανιστήρια, ο El-Masri ζητά αποζημίωση μετά από υπόθεση «παράδοσης» λόγω λανθασμένης ταυτοποίησης), NBC News, 6 Δεκεμβρίου 2005, «Merkel Government stands by Masri mistake comments» (Η κυβέρνηση Μέρκελ στηρίζει τις δηλώσεις του Masri σχετικά με τα λάθη), Washington Post, 7 Δεκεμβρίου 2005 και «Germany Weighs if it Played Role in Seizure by U.S.» (Η Γερμανία ερευνά αν έπαιξε ρόλο στη σύλληψη από τις ΗΠΑ), The New York Times, 21 Φεβρουαρίου 2006]. Το τελευταίο άρθρο αναφέρεται σε μια συνέντευξη του κ. H.K. στην οποία δήλωσε:
«Το Υπουργείο δεν έχει κάνει καμία παράνομη ενέργεια. Ο άνδρας είναι ζωντανός και βρίσκεται πίσω στο σπίτι του με την οικογένειά του. Κάποιος έκανε ένα λάθος. Αυτός ο κάποιος όμως δεν είναι η ΠΓΔΜ.»
129. Τέλος, το 2007, το κρατικό ραδιόφωνο του Καναδά CBC μετέδωσε ότι ο Καναδός πρωθυπουργός θα ανακοίνωνε αποζημίωση 10.000.000 δολαρίων ΗΠΑ (USD) και θα εξέδιδε επίσημη συγγνώμη στον κ. Arar, έναν Καναδό πολίτη, γεννημένο στη Συρία, ο οποίος συνελήφθη το 2002 από τις αμερικανικές αρχές στο αεροδρόμιο JFK της Νέας Υόρκης και απελάθηκε στη Συρία. Ο πρωθυπουργός είχε ήδη αναγνωρίσει ότι ο κ. Arar είχε υποστεί μια «τρομερή αδικία» [CBC, «Ottawa reaches $10M settlement with Arar» (Η καναδική κυβέρνηση δίνει αποζημίωση 10 εκατομμυρίων δολαρίων στον Arar), 25 Ιανουαρίου 2007]. Το 2010 η εφημερίδα The Guardian δημοσίευσε ένα άρθρο σχετικά με τον φερόμενο ρόλο του Ηνωμένου Βασιλείου στην παράδοση υπόπτων, στο οποίο αναφερόταν ότι πρώην Βρετανοί κρατούμενοι στον Κόλπο του Γκουαντάναμο πιθανώς να λάβουν ένα πολύ υψηλό ποσό αποζημίωσης από τη βρετανική κυβέρνηση, σε κάποιες περιπτώσεις τουλάχιστον ένα εκατομμύριο αγγλικές λίρες [The Guardian, «Torture and terrorism: Paying a high price» (Βασανιστήρια και τρομοκρατία: πληρώνονται ακριβά), 17 Νοεμβρίου 2010].
Ο ΝΟΜΟΣ
I. Η ΑΡΧΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΓΙΑ ΜΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΑ ΤΩΝ ΕΞΙ ΜΗΝΩΝ
A. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
1. Η εναγόμενη Κυβέρνηση
130. Η Κυβέρνηση προέβαλε ένσταση σχετικά με το ότι ο προσφεύγων δεν είχε συμμορφωθεί με τον κανόνα των έξι μηνών. Υποστήριξαν ότι είχε υποβάλλει αίτηση στις εγχώριες διωκτικές αρχές μετά την παρέλευση διαστήματος μεγαλύτερου των τεσσεράμισι ετών από τα γεγονότα τα οποία καταγγέλλει [η Κυβέρνηση ανέφερε τις υποθέσεις Bayram και Yıldırım κατά Τουρκίας (αποφ.), αρ. 38587/97, ΕΔΔΑ 2002‑III, Artyomov κατά Ρωσίας, αρ. 14146/02, §§ 113‑118, 27 Μαΐου 2010, και Nasirkhayeva κατά Ρωσίας (αποφ.), αρ. 1721/07, 31 Μαΐου 2011]. Από τον Μάιο του 2004 έως τον Οκτώβριο του 2008, ο προσφεύγων δεν είχε κάνει απολύτως τίποτα και δεν ανέλαβε καμία πρωτοβουλία να ενημερώσει τις αρχές επιβολής του νόμου της ΠΓΔΜ σχετικά με τα εικαζόμενα γεγονότα. Αντίθετα, είχε προσφύγει στα ένδικα μέσα άλλων δικαιοδοσιών. Ακόμα, είχε την υποχρέωση να γνωρίζει πολύ πριν τον Οκτώβριο του 2008 ότι κάθε ποινική έρευνα στο εναγόμενο Κράτος θα ήταν ατελέσφορη. Επίσης, αναφέρθηκαν στην απουσία κάθε επαφής μεταξύ αυτού και των αρχών επιβολής του νόμου του εναγόμενου Κράτους, καθώς και στην απουσία δίωξης του Κράτους αυτεπάγγελτα, παρόλο που οι διωκτικές αρχές είχαν ήδη ενημερωθεί σχετικά με την υπόθεση από τους Γερμανούς ομολόγους τους. Οι τελευταίες έρευνες σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, οι οποίες ολοκληρώθηκαν τον Ιανουάριο του 2007, πολύ πριν ο προσφεύγων υποβάλλει την μηνυτήρια αναφορά του τον Οκτώβριο του 2008, δεν είχαν οδηγήσει σε κάποιο πόρισμα σχετικό με την εν λόγω μήνυση. Η μηνυτήρια αναφορά του δεν περιείχε κανένα νέο στοιχείο ικανό να υποχρεώσει το Κράτος να διεξάγει εκ νέου έρευνα σχετικά με τους ισχυρισμούς του.
131. Τέλος, υποστήριξαν ότι ο προσφεύγων δεν προσπάθησε ιδιαίτερα δυναμικά να ακολουθήσει τις εγχώριες διαδικασίες επανόρθωσης. Η έλλειψη αποφασιστικότητας ήταν προφανής επειδή δεν ανέλαβε καμία πρωτοβουλία να ενημερωθεί σχετικά με την πρόοδο της έρευνας [η Κυβέρνηση ανέφερε την υπόθεση Bulut και Yavuz κατά Τουρκίας (αποφ.), αρ. 73065/01, 28 Μαΐου 2002]. Επιπλέον, δεν κοινοποίησε τη δήλωση του κ. H.K. στις εγχώριες αρχές και δεν ζήτησε την έναρξη ποινικών διαδικασιών από τον δημόσιο κατήγορο. Αν ο προσφεύγων είχε ζητήσει τη δίωξη κάποιου συγκεκριμένου δράστη, θα του είχε επιτραπεί να κινήσει διαδικασία δίωξης υποκαθιστώντας τον καταγγέλλοντα, εάν ο δημόσιος κατήγορος απέρριπτε τη μήνυσή του. Δεν είχε τέτοια δυνατότητα στην παρούσα υπόθεση, καθώς η μηνυτήρια αναφορά του τον Οκτώβριο του 2008 είχε κατατεθεί κατά δράστη αγνώστων στοιχείων. Επίσης, ο προσφεύγων δεν μπορούσε να προσβάλει την απόφαση που απέρριπτε τη μήνυσή του.
2. Ο προσφεύγων
132. Ο προσφεύγων απάντησε ότι το εναγόμενο Κράτος είχε θετική υποχρέωση σύμφωνα με τη Σύμβαση να διεξάγει έρευνα με δική του πρωτοβουλία. Η εσωτερική έρευνα που διεξήχθη από το Υπουργείο Εσωτερικών (βλ. παραγράφους 64-66 παραπάνω) δεν μπορούσε να θεωρηθεί ουσιαστική και ανεξάρτητη, σύμφωνα με την έννοια των Άρθρων 3 και 13 της Σύμβασης. Επίσης, δεν είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει για αυτή την έρευνα, δεδομένου ότι οι αρχές δεν επικοινώνησαν μαζί του και δεν δημοσιοποίησαν την έρευνα. Από τη στιγμή που γύρισε στη Γερμανία στα τέλη Μαΐου του 2004 προσπάθησε πολύ να βρει επαρκείς αποδείξεις, ώστε η υπόθεση να θεωρηθεί βάσιμη από τις εθνικές διωκτικές αρχές. Η περίοδος των τεσσεράμισι ετών μεταξύ της απελευθέρωσής του και της κατάθεσης της μηνυτήριας αναφοράς τον Οκτώβριο του 2008 δεν ήταν υπερβολική. Αντίθετα, το εν λόγω διάστημα ήταν πολύ λογικό, δεδομένου ότι επρόκειτο για μια πολύπλοκη υπόθεση εξαφάνισης, που αφορούσε διεθνή συνεργασία υπηρεσιών πληροφοριών, με την αμερικανική κυβέρνηση και την κυβέρνηση της ΠΓΔΜ να έχουν συμφωνήσει να καλύψουν την ύπαρξη μυστικής, πολυεθνικής ποινικής επιχείρησης. Συνεπώς, ενήργησε επιμελώς και σύμφωνα με τους κανόνες του Δικαστηρίου. Είχε προσπαθήσει να ξεκινήσει εγκαίρως μια ποινική έρευνα, αλλά οι αρχές δεν απάντησαν άμεσα και αντίθετα, απέρριψαν μυστικά την μήνυσή του. Επίσης, είχε προσπαθήσει μάταια να ζητήσει πληροφορίες από τον δημόσιο κατήγορο σχετικά με την πρόοδο της έρευνας. Ο δημόσιος κατήγορος τον ειδοποίησε σχετικά με την απόφαση απόρριψης της μήνυσής του στις 22 Νοεμβρίου 2010, δεκατέσσερις μήνες μετά την κατάθεση της προσφυγής του στο Δικαστήριο. Καθώς η μηνυτήρια αναφορά του είχε κατατεθεί κατά δράστη άγνωστων στοιχείων, δεν του επέτρεψαν να κινήσει ο ίδιος διαδικασία δίωξης.
133. Τέλος, ο προσφεύγων δήλωσε ότι, συνεπώς, σεβάστηκε την προθεσμία των έξι μηνών, η οποία ξεκίνησε στις 23 Ιανουαρίου 2009, όταν η δίωξη των εικαζόμενων αδικημάτων είχε, σύμφωνα με τον ίδιο, παραγραφεί.
B. Η κρίση του Δικαστηρίου
1. Γενικές αρχές που διαμόρφωσε η νομολογία του Δικαστηρίου
134. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι η Σύμβαση είναι ένα μέσο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ότι είναι πολύ σημαντικό να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται με τρόπο που να καθιστά τα εν λόγω δικαιώματα πρακτικά και αποτελεσματικά, και όχι θεωρητικά και ουτοπικά. Αυτό ισχύει όχι μόνο για την ερμηνεία των βασικών διατάξεων της Σύμβασης, αλλά και διατάξεων που αφορούν διαδικασίες, επηρεάζει τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στις εναγόμενες Κυβερνήσεις, αλλά επηρεάζει και τη θέση των προσφευγόντων. Όπου ο χρόνος παίζει σημαντικό ρόλο στην επίλυση ζητημάτων σε μια υπόθεση, ο προσφεύγων έχει την υποχρέωση να διασφαλίσει ότι οι ισχυρισμοί του υποβάλλονται ενώπιον του Δικαστηρίου με την απαραίτητη σπουδή, ώστε να διασφαλιστεί ότι θα επιλυθούν με σωστό, και δίκαιο τρόπο (βλ. Βαρνάβας και άλλοι κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 16064/90, 16065/90, 16066/90, 16068/90, 16069/90, 16070/90, 16071/90, 16072/90 και 16073/90, § 160, ΕΔΔΑ 2009).
135. Σκοπός της προθεσμίας των έξι μηνών δυνάμει του Άρθρου 35 § 1 είναι η προώθηση της ασφάλειας δικαίου, διασφαλίζοντας ότι υποθέσεις που θέτουν ζητήματα που σχετίζονται με τη Σύμβαση επιλύονται σε εύλογο διάστημα και ότι δεν υπάρχει μόνιμα η δυνατότητα προσβολής παλαιότερων αποφάσεων. Επισημαίνει τους χρονικούς περιορισμούς επιτήρησης που πραγματοποιείται από τα όργανα της Σύμβασης και επισημαίνει σε ιδιώτες και κρατικές αρχές το μέγιστο δυνατό διάστημα διάρκειας της επιτήρησης (βλ. Sabri Güneş κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 27396/06, §§ 39 και 40, 29 Ιουνίου 2012, και Walker κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αποφ.), αρ. 34979/97, ΕΔΔΑ 2000-I).
136. Σύμφωνα με τον κανονισμό, η περίοδος των έξι μηνών υπολογίζεται από την ημερομηνία της τελικής απόφασης κατά τη διαδικασία εξάντλησης των εγχώριων ένδικων μέσων. Όταν είναι προφανές από την αρχή, ωστόσο, ότι δεν υπάρχει κάποιο αποτελεσματικό ένδικο μέσο για τον προσφεύγοντα, το διάστημα υπολογίζεται από την ημερομηνία που έγινε η καταγγελία των εν λόγω πράξεων ή μέτρων, ή από την ημερομηνία που έγιναν γνωστές αυτές οι πράξεις ή τα αποτελέσματα αυτών ή η ζημία του προσφεύγοντα (βλ. Dennis και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αποφ.), αρ. 76573/01, 2 Ιουλίου 2002). Όταν ο προσφεύγων απευθύνεται σε ένα ένδικο μέσο που προφανώς υπάρχει και ενημερώνεται αργότερα για τις περιστάσεις που καθιστούν το ένδικο μέσο μη αποτελεσματικό, πρέπει σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 35 § 1 να θεωρείται ως αρχή της περιόδου των έξι μηνών η ημερομηνία κατά την οποία ο προσφεύγων ενημερώθηκε για πρώτη φορά ή όφειλε να έχει ενημερωθεί σχετικά με τις εν λόγω περιστάσεις (βλ. Paul και Audrey Edwards κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αποφ.), αρ. 46477/99, 4 Ιουνίου 2001).
2. Εφαρμογή των παραπάνω αρχών στην παρούσα υπόθεση
137. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η ένσταση της Κυβέρνησης ότι η προσφυγή έγινε εκτός του διαστήματος περιείχε δύο σκέλη: πρώτον, ότι η μηνυτήρια αναφορά του προσφεύγοντα υποβλήθηκε στις εγχώριες αρχές πάρα πολύ αργά και δεύτερον, ότι η μήνυση δεν ήταν αποτελεσματικό ένδικο μέσο. Γι’ αυτό τον λόγο, ανέφεραν ότι η προθεσμία των έξι μηνών πρέπει να θεωρηθεί ότι ξεκίνησε όταν ο προσφεύγων ενημερώθηκε για πρώτη φορά ή έπρεπε να έχει ενημερωθεί σχετικά με τις περιστάσεις που καθιστούν τα διαθέσιμα εγχώρια ένδικα μέσα μη αποτελεσματικά.
138. Για να απαντηθεί η ένσταση της Κυβέρνησης σχετικά με το παραδεκτό της υπόθεσης, το Δικαστήριο πρέπει να αξιολογήσει εάν, στις συγκεκριμένες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η μηνυτήρια αναφορά συνιστούσε αποτελεσματικό ένδικο μέσο που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον προσφεύγοντα για να αξιώσει επανόρθωση όσον αφορά τα αδικήματα βάσει της Σύμβασης. Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση θα είναι καθοριστική για τον υπολογισμό της προθεσμίας των έξι μηνών.
(α) Εάν μια μηνυτήρια αναφορά θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως μέσο προσφυγής από τον προσφεύγοντα
139. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι η εξακρίβωση του εάν ο προσφεύγων στην εν λόγω υπόθεση συμμορφώθηκε με τα κριτήρια για το παραδεκτό της υπόθεσης θα εξαρτηθεί από τις περιστάσεις της υπόθεσης και από άλλους παράγοντες, όπως η αποφασιστικότητα και το ενδιαφέρον που επέδειξε ο προσφεύγων, καθώς και η επάρκεια της εγχώριας έρευνας (βλ. Abuyeva και άλλοι κατά Ρωσίας, αρ. 27065/05, § 174, 2 Δεκεμβρίου 2010).
140. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι έχει ήδη αποφασίσει σε υποθέσεις κατά του εναγόμενου Κράτους ότι η μηνυτήρια αναφορά αποτελεί αποτελεσματικό ένδικο μέσο το οποίο πρέπει να χρησιμοποιείται, κυρίως, σε περιπτώσεις εικαζόμενων παραβιάσεων του Άρθρου 3 της Σύμβασης (βλ. Jasar κατά πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, αρ. 69908/01, 15 Φεβρουαρίου 2007, Trajkoski κατά πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, αρ. 13191/02, 7 Φεβρουαρίου 2008, Dzeladinov και άλλοι κατά πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, αρ. 13252/02, 10 Απριλίου 2008, και Sulejmanov κατά πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, αρ. 69875/01, 24 Απριλίου 2008). Δεν βρίσκει κανέναν λόγο που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την απόκλιση από αυτή την αρχή, και πόσο μάλλον, στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, όπου οι ισχυρισμοί σχετικά με απάνθρωπη μεταχείριση και παράνομη στέρηση της ελευθερίας φέρονται να είναι το αποτέλεσμα μιας μυστικής επιχείρησης που πραγματοποιήθηκε χωρίς καμία νομική βάση. Αν οι ενέργειες των κρατικών παραγόντων που εμπλέκονται ήταν παράνομες και αυθαίρετες, οι διωκτικές αρχές του εναγόμενου κράτους είναι αυτές που πρέπει να βρουν και να τιμωρήσουν τους δράστες. Η ενημέρωση της εισαγγελίας σχετικά με τις εν λόγω ενέργειες πρέπει να θεωρείται ως μια απόλυτα λογική κίνηση από την πλευρά του θύματος.
141. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν ήταν δυνατόν να προεικαστεί λογικά να ότι, η μηνυτήρια αναφορά που κατατέθηκε τον Οκτώβριο του 2008, ήταν σαφώς ένα μη αποτελεσματικό ένδικο μέσο. Υπήρχαν μόνο μερικές αμφιβολίες σχετικά με την αποτελεσματικότητά της, και ο προσφεύγων είχε την υποχρέωση, σύμφωνα με το Άρθρο 35 § 1 της Σύμβασης, να το επιχειρήσει, πριν υποβάλει την προσφυγή του στο Δικαστήριο. Θα ήταν παράλογο να περιμένουμε ο προσφεύγων να καταθέσει τη μήνυσή του στο Δικαστήριο πριν να διευθετηθεί οριστικά η θέση του σχετικά με το ζήτημα σε εγχώριο επίπεδο, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, σύμφωνα με την οποία είναι καλύτερο τα γεγονότα της υπόθεσης να ερευνώνται και τα ζητήματα να επιλύονται όσο είναι δυνατόν σε εγχώριο επίπεδο. Εξαρτάται από τον προσφεύγοντα, και από την αποτελεσματικότητα του συστήματος της Σύμβασης, το αν οι εγχώριες αρχές, που θεωρούνται και οι πιο κατάλληλες, δράσουν για να αποδώσουν δικαιοσύνη για τυχόν παραβιάσεις της Σύμβασης (βλ. Βαρνάβας και άλλοι, που αναφέρεται παραπάνω, § 164).
142. Είναι αλήθεια ότι πέρασε αρκετά μεγάλο διάστημα από τις 29 Μαΐου 2004, την ημέρα που ο προσφεύγων επέστρεψε στη Γερμανία, μέχρι την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς του στις 6 Οκτωβρίου 2008. Δεν πραγματοποιήθηκε καμία άλλη νομική ενέργεια στο εναγόμενο Κράτος από τον προσφεύγοντα πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Για τη δικαιολόγηση αυτής της καθυστέρησης, ο προσφεύγων έδωσε μια εξήγηση, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί αβάσιμη. Η υπόθεσή του αφορούσε ισχυρισμούς «έκτακτης παράδοσης», η οποία περιλάμβανε ισχυρισμούς για απαγωγή, κράτηση σε καθεστώς απομόνωσης και κακομεταχείριση. Σύμφωνα με την έκθεση Marty του 2006, οι αρχές των περισσότερων κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης έχουν αρνηθεί τους ισχυρισμούς για συμμετοχή τους σε επιχειρήσεις παραδόσεων (βλ. παράγραφο 43 παραπάνω). Αυτή η πολιτική εμποδίων επιβεβαιώθηκε στην έκθεση Marty του 2007 (βλ. παράγραφο 46 παραπάνω). Δεδομένης της ευαισθησίας του ζητήματος και της απόκρυψης που αναφέρεται παραπάνω, ήταν λογικό ο προσφεύγων να περιμένει για τυχόν εξελίξεις που θα μπορούσαν να επιλύσουν σημαντικά ζητήματα επί των γεγονότων ή νομικά ζητήματα. Πράγματι, οι έρευνες που βρίσκονταν σε εξέλιξη το διάστημα πριν τον Οκτώβριο του 2008 αποκάλυψαν σχετικά στοιχεία που έριξαν πρόσθετο φως στους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα και βοήθησαν στη στοιχειοθέτηση της μηνυτήριας αναφοράς του. Δεδομένης της πολυπλοκότητας της υπόθεσης και της φύσης των εικαζόμενων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι κατανοητό ότι ο προσφεύγων αποφάσισε να προσφύγει σε εγχώρια ένδικα μέσα, μόνο όταν είχε στα χέρια του κάποια επιβεβαιωτικά στοιχεία.
143. Σε κάθε περίπτωση, η μηνυτήρια αναφορά υποβλήθηκε πριν παραγραφεί η δίωξη των εικαζόμενων αδικημάτων (βλ. παράγραφο 79 παραπάνω). Απορρίφθηκε λόγω έλλειψης στοιχείων και όχι για μη συμμόρφωση με τα κριτήρια παραδεκτού. Δεν φαίνεται, συνεπώς, ότι η καθυστέρηση της υποβολής της μήνυσης κατέστησε την υπόθεση απαράδεκτη, μη αποτελεσματική ή με κάποιον άλλο τρόπο ακατάλληλη για την επανόρθωση της καταγγελλόμενης κατάστασης. Αντίθετα, υποβάλλοντας την αγωγή του όταν είχε συγκεντρώσει κάποια επιβεβαιωτικά στοιχεία σε διεθνές επίπεδο, ο προσφεύγων εφοδίασε τις δικαστικές αρχές της ΠΓΔΜ με πιο βάσιμα στοιχεία, ώστε να διεξάγουν περαιτέρω έρευνα σχετικά με τους ισχυρισμούς του.
144. Από τα παραπάνω συμπεραίνεται ότι η μηνυτήρια αναφορά ήταν ένα ένδικο μέσο που έπρεπε να χρησιμοποιηθεί από τον προσφεύγοντα στην εν λόγω περίπτωση.
(β) Η χρονική στιγμή έναρξης της προθεσμίας των έξι μηνών
145. Πρέπει ακόμα να διευκρινιστεί πότε ο προσφεύγων ενημερώθηκε για την τελική απόφαση σχετικά με τη μήνυσή του. Η εν λόγω ημερομηνία θα θεωρείτο το σημείο εκκίνησης για τον υπολογισμό της προθεσμίας των έξι μηνών.
146. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το διάστημα που μεσολάβησε από την υποβολή της μήνυσης μέχρι την απόφαση απόρριψής της ήταν λίγο μεγαλύτερο των δύο μηνών. Αυτό το διάστημα, σύμφωνα με την άποψη του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί, στη συγκεκριμένη υπόθεση, τόσο μεγάλο ώστε ο προσφεύγων να ερευνήσει σχετικά με τις ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου από τις εγχώριες αρχές. Όπως δήλωσε ο προσφεύγων, τα επόμενα αιτήματά του για παροχή πληροφοριών σχετικά με την πρόοδο της έρευνας αγνοήθηκαν (βλ. παράγραφο 132 παραπάνω).
147. Ο εισαγγελέας απέρριψε τη μήνυση του προσφεύγοντα στις 18 Δεκεμβρίου 2008. Σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, αυτός ενημερώθηκε για την εν λόγω απόφαση στις 22 Νοεμβρίου 2010, παρόλο που το ισχύον δικονομικό δίκαιο υποχρέωνε τις διωκτικές αρχές να ειδοποιούν τα θύματα για την απόφασή τους να απορρίψουν κάποια αγωγή εντός οκτώ ημερών (βλ. παραγράφους 86 και 87 παραπάνω). Η Κυβέρνηση δεν έχει ισχυριστεί ότι αυτή η υποχρέωση τηρήθηκε. Γι’ αυτόν τον λόγο, το σημείο εκκίνησης για τον υπολογισμό της προθεσμίας των έξι μηνών δεν μπορεί να οριστεί στις 18 Δεκεμβρίου 2008, την ημερομηνία της απόφασης του δημόσιου κατήγορου, αλλά την ημέρα που ο προσφεύγων ενημερώθηκε για την εν λόγω απόφαση. Σύμφωνα με τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δεν είναι απαραίτητο να αποδειχτεί η ειλικρίνεια της δήλωσης του προσφεύγοντα σχετικά με την κοινοποίηση της απόφασης, μιας και η Κυβέρνηση δεν έχει αποδείξει ότι ο προσφεύγων έλαβε επίσημη ειδοποίηση σχετικά με την απόφαση ή ενημερώθηκε για αυτήν με κάποιον άλλον τρόπο πριν τις 20 Ιανουαρίου 2009, δηλαδή, έξι μήνες πριν υποβάλλει την προσφυγή του στο Δικαστήριο.
(γ) Συμπέρασμα
148. Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο προσφεύγων συμμορφώθηκε με τον κανόνα των έξι μηνών, σύμφωνα με το Άρθρο 35 § 1 της Σύμβασης και ότι η ένσταση της Κυβέρνησης ότι η προσφυγή υποβλήθηκε εκτός της προθεσμίας πρέπει κατά συνέπεια να απορριφθεί.
II. Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ
A. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
149. Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι έπεσε θύμα έκτακτης παράδοσης από πράκτορες της CIA, με την ευρεία συνεργασία πρακτόρων του εναγόμενου Κράτους. Οι έρευνες που έγιναν σε διεθνές επίπεδο, οι ξένες έρευνες και οι περαιτέρω προσπάθειες του προσφεύγοντα να ερευνήσει αυτή την υπόθεση οδήγησαν στη συλλογή πολλών αδιάσειστων στοιχείων που επαληθεύουν τους ισχυρισμούς του και απορρίπτουν την εκδοχή της Κυβέρνησης ως εντελώς αβάσιμη. Από την άλλη πλευρά, δεν υπήρχε «η παραμικρή βάσιμη απόδειξη για τη στήριξη της εκδοχής της Κυβέρνησης για τα γεγονότα».
150. Η Κυβέρνηση αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα ως μη τεκμηριωμένους, υποβάλλοντας διάφορα στοιχεία προς στήριξη του επιχειρήματός της (βλ. παραγράφους 41 και 65 παραπάνω). Επίσης, αρνήθηκαν την ύπαρξη οποιουδήποτε εγγράφου αναφέρθηκε από τον κ. H.K. (βλ. παράγραφο 74 παραπάνω και παράγραφο 12 της δήλωσης).
B. Η εκτίμηση του Δικαστηρίου για τα γεγονότα
1. Γενικές αρχές
151. Σε υποθέσεις που υπάρχουν αντικρουόμενες μαρτυρίες για τα γεγονότα, το Δικαστήριο αναπόφευκτα αντιμετωπίζει κατά την εξέταση των γεγονότων τις ίδιες δυσκολίες με αυτές που αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρωτοδικείο. Επαναλαμβάνει ότι, κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, υιοθέτησε το πρότυπο της απόδειξης «πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας». Ωστόσο, δεν ήταν ποτέ πρόθεση του δικαστηρίου να δανειστεί την προσέγγιση των εθνικών νομικών συστημάτων που χρησιμοποιούν αυτό το πρότυπο. Ο ρόλος του δεν είναι να κρίνει την ποινική ενοχή ή την αστική ευθύνη, αλλά να αποφασίσει σχετικά με την ευθύνη των αντισυμβαλλόμενων κρατών σύμφωνα με τη Σύμβαση. Η διευκρίνηση του ρόλου του σύμφωνα με το Άρθρο 19 της Σύμβασης («προκειμένου να διασφαλιστεί ο σεβασμός των υποχρεώσεων που απορρέουν για τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη από την παρούσα Σύμβαση») ορίζει και την προσέγγιση που ακολουθεί στα ζητήματα που αφορούν στοιχεία και αποδείξεις. Στις διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν τίθενται περιορισμοί από τη διαδικασία για το παραδεκτό των στοιχείων ή προκαθορισμένοι τρόποι για την αξιολόγησή τους. Υιοθετεί τα συμπεράσματα που, κατά την κρίση του, μετά από ελεύθερη αξιολόγηση όλων των στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων συμπερασμάτων που μπορεί να προκύπτουν από τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Σύμφωνα με τη νομολογία που έχει καθιερωθεί, η απόδειξη μπορεί να απορρέει και από πλείονες ισχυρές, σαφείς και συγκλίνουσες ενδείξεις ή παρόμοια αμάχητα τεκμήρια. Επίσης, το απαραίτητο επίπεδο πειθούς ώστε το δικαστήριο να οδηγηθεί σε κάποιο συγκεκριμένο συμπέρασμα και, κατά τον ίδιο τρόπο, ο καταμερισμός του βάρους της απόδειξης, είναι άκρως συνδεδεμένα με την ακρίβεια των γεγονότων, τη φύση των ισχυρισμών και τη Σύμβαση που εξετάζεται. Το Δικαστήριο επίσης δίνει προσοχή στη σοβαρότητα που προσδίδεται σε μια απόφαση παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων από ένα Αντισυμβαλλόμενο Κράτος (βλ. Creangă κατά Ρουμανίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 29226/03, § 88, 23 Φεβρουαρίου 2012, και οι υποθέσεις που αναφέρονται σε αυτήν).
152. Επιπλέον, πρέπει να θυμίσουμε ότι η προβλεπόμενη από τη Σύμβαση διαδικασία δεν προσφέρεται πάντοτε για μία αυστηρή εφαρμογή της αρχής affirmanti incumbit probatio (το βάρος της απόδειξης φέρει εκείνος που προβάλλει τον ισχυρισμό). Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει τη νομολογία του σύμφωνα με τα Άρθρα 2 και 3 της Σύμβασης, καθώς όταν τα γεγονότα της υπόθεσης εμπίπτουν στην αποκλειστική γνώση των αρχών, όπως στην περίπτωση ατόμων που βρίσκονται υπό κράτηση υπό τον έλεγχό τους, θα προκύψουν ισχυρά τεκμήρια αναφορικά με την πραγματοποίηση τραυματισμών και θανάτων κατά την εν λόγω κράτηση. Το βάρος της απόδειξης σε μια τέτοια υπόθεση μπορεί να θεωρηθεί ότι εξαρτάται από το εάν οι αρχές παρουσιάσουν μια ικανοποιητική και πειστική εξήγηση (βλ. Çakıcı κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 23657/94, § 85, ΕΔΔΑ 1999-IV, Salman κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 21986/93, § 100, ΕΔΔΑ 2000-VII, και Rupa κατά Ρουμανίας (αρ. 1), αρ. 58478/00, § 97, 16 Δεκεμβρίου 2008). Στην περίπτωση που δεν δοθεί σχετική εξήγηση, το Δικαστήριο μπορεί να οδηγηθεί σε συμπεράσματα που μπορεί να μην είναι ευνοϊκά για την εναγόμενη Κυβέρνηση (βλ. Orhan κατά Τουρκίας, αρ. 25656/94, § 274, 18 Ιουνίου 2002).
153. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει ότι τέτοιου είδους εκτιμήσεις ισχύουν επίσης και για εξαφανίσεις που εξετάζονται βάσει του Άρθρου 5 της Σύμβασης, όπου, παρόλο που δεν έχει αποδειχτεί ότι κάποιος βρισκόταν υπό κράτηση στα χέρια των αρχών, είναι πιθανό να αποδειχτεί ότι αυτός είχε επίσημα κληθεί από τις αρχές, εισήχθη σε κάποιον χώρο που βρίσκεται υπό τον έλεγχό τους και έκτοτε δεν τον έχει δει κανείς. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η Κυβέρνηση έχει την υποχρέωση να παράσχει κάποια λογική και ικανοποιητική εξήγηση σχετικά με το τι συνέβη εντός του χώρου και να αποδείξει ότι το εν λόγω άτομο δεν κρατήθηκε από τις αρχές, αλλά έφυγε από τον χώρο χωρίς επακόλουθα να στερηθεί την ελευθερία του (βλ. Tanış και άλλοι κατά Τουρκίας, αρ. 65899/01, § 160, ΕΔΔΑ 2005–VIII, Yusupova και Zaurbekov κατά Ρωσίας, αρ. 22057/02, § 52, 9 Οκτωβρίου 2008, και Matayeva και Dadayeva κατά Ρωσίας, αρ. 49076/06, § 85, 19 Απριλίου 2011). Επιπλέον, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι, πάλι στο πλαίσιο κάποιας καταγγελίας βάσει του Άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης, έχει ζητήσει αποδείξεις με τη μορφή συγκλινουσών ενδείξεων πριν το βάρος των αποδείξεων μετατεθεί στην εναγόμενη Κυβέρνηση (βλ. Öcalan κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 46221/99, § 90, ΕΔΔΑ 2005‑IV, και Creangă, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 89).
2. Απόδειξη των γεγονότων στην παρούσα υπόθεση
154. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η Κυβέρνηση δεν αποδέχεται τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα. Λαμβάνοντας υπόψη τα αντικρουόμενα στοιχεία που υποβλήθηκαν από τους διάδικους, την επίμονη άρνηση της εναγόμενης κυβέρνησης σχετικά με οποιαδήποτε εμπλοκή κρατικών παραγόντων στα γεγονότα που καταγγέλθηκαν και την απόρριψη της μήνυσης του προσφεύγοντα, το Δικαστήριο θεωρεί ότι, στην παρούσα υπόθεση, ανακύπτει ζήτημα σχετικά με το βάρος της απόδειξης και, ειδικότερα, όσον αφορά το εάν πρέπει να μετατεθεί από τον προσφεύγοντα στην εναγόμενη Κυβέρνηση.
155. Στο πλαίσιο αυτό, τονίζει το γεγονός ότι πρόκειται για ευαίσθητο ζήτημα που αφορά την επικουρική φύση του ρόλου του και αναγνωρίζει ότι πρέπει να είναι προσεχτικό όσον αφορά την ανάληψη του ρόλου ενός πρωτοδικείου, το οποίο κρίνει τα γεγονότα και την ενοχή του κατηγορούμενου, όπου αυτό δεν έχει καταστεί αναπόφευκτο από τις περιστάσεις μιας συγκεκριμένης υπόθεσης (βλ. McKerr κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αποφ.), αρ. 28883/95, 4 Απριλίου 2000). Παρόλα αυτά, όπου διατυπώθηκαν ισχυρισμοί βάσει του Άρθρου 3 της Σύμβασης, το Δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει «έναν ιδιαίτερα εξονυχιστικό έλεγχο» (βλ., κατ’ αναλογία, Ribitsch κατά Αυστρίας, 4 Δεκεμβρίου 1995, § 32, Σειρά A αρ. 336, και Georgiy Bykov κατά Ρωσίας, αρ. 24271/03, § 51, 14 Οκτωβρίου 2010), ακόμα και αν έχουν ήδη πραγματοποιηθεί ορισμένες εγχώριες διαδικασίες και έρευνες (βλ. Cobzaru κατά Ρουμανίας, αρ. 48254/99, § 65, 26 Ιουλίου 2007). Με άλλα λόγια, σε ένα τέτοιο πλαίσιο το Δικαστήριο είναι προετοιμασμένο να εξετάσει πιο προσεκτικά τα συμπεράσματα των εγχώριων δικαστηρίων. Κατά τον έλεγχο αυτών, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του την ποιότητα των εγχώριων διαδικασιών και τυχόν ελλείψεις κατά τη διαδικασία λήψης της απόφασης (βλ. Denisenko και Bogdanchikov κατά Ρωσίας, αρ. 3811/02, § 83, 12 Φεβρουαρίου 2009).
156. Το Δικαστήριο παρατηρεί πρώτα απ’ όλα ότι η περιγραφή του προσφεύγοντα για τις περιστάσεις σχετικά με την εικαζόμενη δοκιμασία του ήταν πολύ λεπτομερής, σαφής και συνεπής καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου μετά την επιστροφή του στη Γερμανία. Η μαρτυρία του παρέμεινε συνεκτική καθ’ όλη τη διάρκεια των διεθνών και άλλων ξένων ερευνών και κατά τις εγχώριες διαδικασίες και περιελάμβανε συνεπείς πληροφορίες σχετικά με τον τόπο, τον χρόνο και τη διάρκεια της εικαζόμενης κράτησής του στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και στο κέντρο κράτησης της CIA, αλλά και σχετικά με τη μεταχείρισή που ισχυρίζεται ότι υπέστη όταν βρισκόταν στο ξενοδοχείο, κατά τη μεταφορά και την παράδοσή του στα χέρια πρακτόρων της CIA στο αεροδρόμιο των Σκοπίων και στο «Salt Pit» στο Αφγανιστάν. Εκτός από τα παραπάνω, υπάρχουν και άλλα στοιχεία της υπόθεσης που ενισχύουν τη βασιμότητα των λεγομένων του προσφεύγοντα.
157. Καταρχάς, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η δήλωση του προσφεύγοντα στηρίζεται από πάρα πολλές έμμεσες αποδείξεις που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια διεθνών ερευνών και κατά την έρευνα των γερμανικών αρχών. Συνεπώς, το Δικαστήριο επισημαίνει τις παρακάτω αποδείξεις:
(α) στοιχεία καταγραφής πτήσεων που επιβεβαιώνουν ότι ένα επιχειρηματικό τζετ Boeing [το οποίο καταχωρήθηκε έπειτα από την Αμερικανική Ομοσπονδιακή Διοίκηση Αεροπορίας (FAA)] απογειώθηκε από την Πάλμα ντε Μαγιόρκα (Ισπανία) στις 23 Ιανουαρίου 2004, προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο των Σκοπίων στις 8:51 μ.μ. του ίδιου απογεύματος κι αναχώρησε από τα Σκόπια πάνω από τρεις ώρες αργότερα, με προορισμό τη Βαγδάτη κι έπειτα την Καμπούλ,
(β) στοιχεία καταγραφής πτήσεων που επιβεβαιώνουν ότι ένα αεροσκάφος Gulfstream της CIA με αριθμό ουράς N982RK απογειώθηκε από την Καμπούλ στις 28 Μαΐου 2004 και προσγειώθηκε στην στρατιωτική αεροπορική βάση Bezat-Kuçova Aerodrome στην Αλβανία,
(γ) επιστημονική εξέταση των θυλάκων των μαλλιών του προσφεύγοντα, που διεξήχθη στο πλαίσιο γερμανικής ποινικής έρευνας, η οποία επιβεβαίωνε ότι είχε μείνει κάποιο διάστημα σε χώρα της Νότιας Ασίας και ότι είχε στερηθεί το φαγητό για εκτεταμένη χρονική περίοδο,
(δ) γεωλογικά αρχεία που επιβεβαιώνουν τη μαρτυρία του προσφεύγοντα για την πραγματοποίηση μικρών σεισμών κατά τη διάρκεια της υποτιθέμενης κράτησής του στο Αφγανιστάν,
(ε) σχεδιαγράμματα της φυλακής στο Αφγανιστάν που σχεδίασε ο προσφεύγων, τα οποία αναγνώρισε αμέσως κάποιο άλλο θύμα παράδοσης που είχε κρατηθεί από Αμερικανούς πράκτορες στο Αφγανιστάν.
158. Με βάση αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία, η έρευνα Marty κατάφερε να συμπεράνει ότι η υπόθεση του προσφεύγοντα ήταν «υπόθεση καταγεγραμμένης παράδοσης» (βλ. παράγραφο 45 παραπάνω) και ότι η εκδοχή της Κυβέρνησης για τα γεγονότα ήταν «εντελώς αβάσιμη» (βλ. παράγραφο 46 παραπάνω). Η τελική έκθεση της έρευνας Fava «καταδίκασε την έκτακτη παράδοση του Γερμανού υπηκόου Khaled El-Masri» (βλ. παράγραφο 49 παραπάνω). Επιπλέον, το γερμανικό κοινοβούλιο (Bundestag) σημείωσε ότι η ιστορία του προσφεύγοντα ήταν «αξιόπιστη, όσον αφορά τα βασικά γεγονότα της κράτησής του στην ΠΓΔΜ και της μεταφοράς του στο Αφγανιστάν, καθώς και όσον αφορά τον εκεί εγκλεισμό του από δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών» (βλ. παράγραφο 60 παραπάνω).
159. Δεύτερον, οι έρευνες του προσφεύγοντα στο εναγόμενο Κράτος αποκάλυψαν άλλα σχετικά στοιχεία που αποδεικνύουν την ιστορία του. Σε αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο εφιστά ιδιαίτερη προσοχή στην επιστολή που εκδόθηκε από τις αρχές του αεροδρομίου των Σκοπίων στις 18 Ιουνίου 2008 (βλ. παράγραφο 67 παραπάνω) που επιβεβαιώνει τα ευρήματα της έρευνας Marty σχετικά με τη διαδρομή του αεροσκάφους Boeing 737 με αριθμό ουράς N313P. Το έγγραφο επιβεβαίωσε, για πρώτη φορά, ότι το αεροσκάφος είχε προσγειωθεί στο αεροδρόμιο των Σκοπίων χωρίς επιβάτες και ότι είχε απογειωθεί με έναν μόνο επιβάτη. Άλλα αδιάσειστα στοιχεία που στηρίζουν τα λεγόμενα του προσφεύγοντα ήταν η έκθεση πραγματογνώμονα που συντάχθηκε από τον κ. J.G.S., έναν ερευνητή που συμμετείχε στις έρευνες Marty και Fava, στις οποίες περιγράφηκαν λεπτομερώς οι διαπιστώσεις επί των πραγματικών περιστατικών αναφορικά με τα γεγονότα που συνέβησαν από την είσοδο του προσφεύγοντα στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και τη μεταφορά και παράδοσή του σε πράκτορες της CIA.
160. Τρίτον, το Δικαστήριο εφιστά ιδιαίτερη προσοχή στο σχετικό υλικό (βλ. παραγράφους 98, 103, 106-127 παραπάνω), που είναι ήδη καταχωρημένο ως δημόσιο αρχείο, το οποίο συντάχθηκε από διάφορες επιτροπές που αποκαλύπτουν πληροφορίες σχετικές με το «πρόγραμμα παραδόσεων» που πραγματοποιείται από τις αμερικανικές αρχές το εν λόγω διάστημα. Παρόλο που το υλικό δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στην υπόθεση του προσφεύγοντα, φέρνει στο φως τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται σε παρόμοιες υποθέσεις «παράδοσης» με αυτές που περιγράφονται από τον προσφεύγοντα.
161. Τέλος, το Δικαστήριο αναφέρεται στη γραπτή δήλωση του κ. H.K., ο οποίος, το σχετικό διάστημα, ήταν Υπουργός Εσωτερικών του εναγόμενου Κράτους κι έπειτα από λίγο διάστημα έγινε Πρωθυπουργός. Στη δήλωσή του, που είναι η μόνη άμεση απόδειξη για τα γεγονότα που καταγγέλθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι οι αρχές της ΠΓΔΜ που είναι υπεύθυνες για την επιβολή του νόμου, ενεργώντας σύμφωνα με ένα έγκυρο διεθνές ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε από τις αμερικανικές αρχές, είχαν προβεί στην κράτηση του προσφεύγοντα, σε καθεστώς απομόνωσης και υπό τη συνεχή επίβλεψη πρακτόρων της UBK (κρατική υπηρεσία πληροφοριών) σε κάποια τοποθεσία στα Σκόπια. Έπειτα παραδόθηκε σε «ομάδα παράδοσης» της CIA στο αεροδρόμιο των Σκοπίων και αναχώρησε από το εναγόμενο κράτος με αεροσκάφος της CIA. Η δήλωσή του αποτελεί επιβεβαίωση των γεγονότων που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια άλλων ερευνών και της συνεπούς και συνεκτικής περιγραφής των γεγονότων από τον προσφεύγοντα.
162. Είναι αλήθεια ότι οι εγχώριες αρχές δεν είχαν την ευκαιρία να εξετάσουν τη μαρτυρία του κ. H.K. Αλλά ούτε και το ίδιο το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει τις λεπτομέρειες της δήλωσής του κατά τη διάρκεια των διαδικασιών ενώπιόν του. Ωστόσο, αυτό δεν μειώνει απαραίτητα την αποδεικτική του αξία, ούτε όμως το γεγονός ότι ήρθε στο φως αφού οι εγχώριες διωκτικές αρχές είχαν ήδη απορρίψει τη μήνυση του προσφεύγοντα, εμποδίζει το Δικαστήριο να την λάβει υπόψη (βλ., κατ’ αναλογία, Saadi κατά Ιταλίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 37201/06, § 133, ΕΔΔΑ 2008).
163. Καταρχήν το Δικαστήριο θα διαχειριστεί με προσοχή της δηλώσεις υπουργών ή άλλων υψηλά ιστάμενων αξιωματούχων της Κυβέρνησης, καθώς πιθανώς να τείνουν υπέρ της Κυβέρνησης που εκπροσωπούν ή εκπροσωπούσαν. Ωστόσο, επίσης θεωρεί ότι οι δηλώσεις υψηλά ιστάμενων αξιωματούχων, ακόμα και πρώην υπουργών και αξιωματούχων, που έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εν λόγω υπόθεση, έχουν ιδιαίτερη αποδεικτική αξία, όταν αναγνωρίζουν γεγονότα ή συμπεριφορές που φέρνουν σε δύσκολη θέση τις αρχές. Μπορούν αργότερα να θεωρηθούν ως ένα είδος αποδοχής (βλ., κατ’ αναλογία, Στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δραστηριότητες στην και κατά της Νικαράγουας (Νικαράγουα κατά Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής) Επί της ουσίας, Απόφαση, Εκθέσεις Διεθνούς Δικαστηρίου 1986, σελ.14, § 64).
164. Το Δικαστήριο, γι’ αυτόν τον λόγο, θεωρεί ότι τα στοιχεία που δόθηκαν από τον εν λόγω μάρτυρα μπορούν να ληφθούν υπόψη. Στο ίδιο πλαίσιο, σημειώνει ότι η Κυβέρνηση δεν έχει δώσει στο Δικαστήριο κανένα λόγο να αμφιβάλει για τη βασιμότητα των λεγομένων της.
165. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, το Δικαστήριο πιστεύει ότι υπάρχουν εκ πρώτης όψεως στοιχεία που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της εκδοχής του προσφεύγοντα για τα γεγονότα και ότι το βάρος της απόδειξης πρέπει να μετατεθεί στην εναγόμενη Κυβέρνηση.
166. Ωστόσο, η Κυβέρνηση δεν κατάφερε τελικά να αποδείξει γιατί τα παραπάνω στοιχεία δεν μπορούν να αποδείξουν τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα. Δεν έχει δώσει μια ικανοποιητική και πειστική εξήγηση σχετικά με το πώς συνέβησαν τα υπό εξέταση γεγονότα. Ούτε έχει δώσει μια λογική εξήγηση σχετικά με το τι συνέβη στον προσφεύγοντα, μετά τον έλεγχο στον οποίο υποβλήθηκε από τις αρχές στη συνοριακή διάβαση Ταμπανόβτσε στις 31 Δεκεμβρίου 2003. Δεν έχει δοθεί πειστική και τεκμηριωμένη εξήγηση από την Κυβέρνηση που να αντικρούει το τεκμήριο προσωπικής ευθύνης των αρχών της όσον αφορά την τύχη του προσφεύγοντα μετά τη σύλληψή του στις 31 Δεκεμβρίου 2003. Τα στοιχεία που υποβλήθηκαν από την Κυβέρνηση (βλ. παραγράφους 41 και 65 παραπάνω) δεν επαρκούν ως προς αυτό το σημείο. Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει δοθεί εξήγηση από την Κυβέρνηση ως προς τον λόγο που δεν είχαν υποβληθεί νωρίτερα (βλ. παράγραφο 45 παραπάνω και παράγραφο 113 της έκθεσης Marty του 2006). Επιπλέον, η Κυβέρνηση ούτε σχολίασε ούτε κατέθεσε κάποια ένσταση στην έκθεση πραγματογνώμονα που υποβλήθηκε από τον κ. J.G.S. Επιπλέον, δεν κατάφεραν να παρουσιάσουν τα έγγραφα σχετικά με την υπόθεση του προσφεύγοντα που διαθέτει το Υπουργείο Εσωτερικών και στα οποία αναφέρθηκε ο κ. H.K. στη δήλωσή του (βλ. παράγραφο 74 παραπάνω). Ούτε υποβλήθηκε κάποιο σχετικό έντυπο υλικό στο Δικαστήριο. Τέλος, η έρευνα που οδήγησε στην απόρριψη της μήνυσης του προσφεύγοντα ήταν ατελής και το Δικαστήριο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει με κάποιο τρόπο τα αποτελέσματά της.
167. Υπό αυτές τις περιστάσεις, το Δικαστήριο θεωρεί ότι μπορεί να εξάγει συμπεράσματα από το διαθέσιμο υλικό και τη συμπεριφορά των αρχών (βλ. Kadirova και άλλοι κατά Ρωσίας, αρ. 5432/07, §§ 87 και 88, 27 Μαρτίου 2012) και κρίνει ότι οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντα είναι επαρκώς πειστικοί και βάσιμοι πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας.
ΙΙΙ. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 3 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
168. Ο προσφεύγων κατήγγειλε ότι το Εναγόμενο Κράτος ήταν υπεύθυνο για την κακομεταχείριση την οποία υπέστη κατά την κράτησή του στο ξενοδοχείο και για το γεγονός ότι δεν τον προστάτευσε από το να υποστεί τη μεταχείριση του «σοκ σύλληψης» κατά τη μεταφορά του στην ομάδα παράδοσης της CIA στο αεροδρόμιο των Σκοπίων. Κατήγγειλε επίσης ότι το εναγόμενο Κράτος ήταν υπεύθυνο για την κακομεταχείρισή του κατά τη διάρκεια της κράτησής του στο «Salt Pit» στο Αφγανιστάν, καθώς συνειδητά τον παρέδωσαν σε Αμερικανούς πράκτορες, παρόλο που υπήρχαν βάσιμοι λόγοι να πιστεύουν ότι εκεί υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να υποστεί κακομεταχείριση. Στο ίδιο πλαίσιο, κατήγγειλε τις συνθήκες κράτησής του, τις σωματικές βιαιοπραγίες, την ανεπαρκή ποσότητα φαγητού και νερού, τη στέρηση ύπνου, την εξαναγκαστική πρόσληψη τροφής και την έλλειψη ιατρικής περίθαλψης κατά την κράτησή του στο «Salt Pit», που ισοδυναμούν με μεταχείριση που αντιβαίνει στο Άρθρο 3 της Σύμβασης. Τέλος, κατήγγειλε ότι η έρευνα που διεξήχθη από τις αρχές της ΠΓΔΜ δεν ήταν αποτελεσματική, βάσει της έννοιας του εν λόγω Άρθρου.
Το Άρθρο 3 της Σύμβασης ορίζει τα εξής:
«Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθεί σε βασανιστήρια ούτε σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.»
A. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
1. Ο προσφεύγων
169. Ο προσφεύγων δήλωσε ότι η παράνομη σε καθεστώς απομόνωσης κράτηση και ανάκριση για είκοσι τρεις ημέρες στο ξενοδοχείο, σε συνδυασμό με επαναλαμβανόμενες απειλές και αβεβαιότητα ως προς την τύχη του για μεγάλο διάστημα, συνιστούν παραβίαση των δικαιωμάτων του σύμφωνα με το Άρθρο 3 της Σύμβασης. Ακόμα και χωρίς άμεσες σωματικές βιαιοπραγίες, οι συσσωρευτικές και έντονες ψυχολογικές επιδράσεις λόγω της αγωνίας και της πίεσης χρησιμοποιήθηκαν σκόπιμα για να διαταράξουν την ψυχολογία του με σκοπό να τον ανακρίνουν, και επαρκούσαν για να τον οδηγήσουν σε διαμαρτυρία μέσω της πραγματοποίησης απεργίας πείνας για δέκα ημέρες.
170. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το εναγόμενο Κράτος ήταν υπεύθυνο για τη μεταχείριση την οποία υπέστη κατά τη μεταφορά και παράδοσή του στη CIA στο αεροδρόμιο των Σκοπίων γιατί οι κρατικοί πράκτορες διευκόλυναν ενεργά και δεν εμπόδισαν την εν λόγω επιχείρηση. Έτσι, υπέστη άγρια και τρομακτική μεταχείριση, η οποία είχε σχεδιαστεί σκόπιμα για να επιφέρει «σοκ σύλληψης» και να κάμψει το ηθικό του για την ανάκριση που θα ακολουθούσε. Η βία που χρησιμοποιήθηκε κατά τη μεταφορά του στο αεροπλάνο της CIA ξεπερνούσε κατά πολύ κάθε απειλή που είχε δεχτεί, και εφαρμόστηκε με σκοπό να τον εξευτελίσουν ή να του κάμψουν το ηθικό. Η μεταχείρισή του τόσο στο ξενοδοχείο όσο και στο αεροδρόμιο των Σκοπίων αντιστοιχεί σε βασανιστήρια.
171. Επιπλέον, δήλωσε ότι οι αρχές της ΠΓΔΜ είχαν την υποχρέωση, όταν τον παρέδιδαν στη CIA, να εκτιμήσουν τον κίνδυνο κακομεταχείρισης στο Αφγανιστάν και να λάβουν τις κατάλληλες διπλωματικές διαβεβαιώσεις. Ωστόσο, δεν το έπραξαν παρόλο που υπήρχαν πολλά δημοσιευμένα στοιχεία σχετικά με την κακομεταχείριση που εφαρμοζόταν. Συνεπώς, το εναγόμενο Κράτος ήταν υπεύθυνο σύμφωνα με το Άρθρο 3 της Σύμβασης.
172. Τέλος, ο προσφεύγων δήλωσε ότι οι εγχώριες αρχές διεξήγαγαν μια πρόχειρη και πολύ ανεπαρκή έρευνα σχετικά με τους βάσιμους ισχυρισμούς του. Παρά τις κλήσεις από πληθώρα διεθνών οργάνων και τις καταγγελίες του, το εναγόμενο Κράτος δεν διεξήγαγε άμεση, αμερόληπτη και αποτελεσματική διερεύνηση, όπως απαιτείται σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο.
2. Η εναγόμενη Κυβέρνηση
173. Η Κυβέρνηση επανέλαβε τη θέση της, αρνούμενη πλήρως τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα ότι υπέστη κακομεταχείριση. Παράλληλα αμφισβήτησε την εγκυρότητα της έκθεσης πραγματογνώμονα της 5ης Ιανουαρίου 2009, η οποία, κατά τη γνώμη της, δεν ήταν ξεκάθαρη σχετικά με την κατάσταση υγείας του προσφεύγοντα (βλ. παράγραφο 36 παραπάνω). Για αυτούς τους λόγους ζήτησε από το Δικαστήριο να την λάβει υπόψη με «πολύ μεγάλη επιφύλαξη».
174. Επίσης αναγνώρισαν ότι η έρευνα που διεξήγαγαν οι διωκτικές αρχές δεν ήταν ουσιαστική, αλλά ισχυρίστηκαν ότι αυτό οφειλόταν στην καθυστερημένη υποβολή μήνυσης εκ μέρους του προσφεύγοντα και στο γεγονός ότι είχε κατατεθεί κατά δράστη αγνώστων στοιχείων.
B. Παρεμβάσεις τρίτων μερών
1. Ο Ύπατος Αρμοστής των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (UNHCHR)
175. Ο UNHCHR δήλωσε ότι το δικαίωμα στην αλήθεια είναι αυτόνομο δικαίωμα, το οποίο παραβιάστηκε σημαντικά, όπως στην περίπτωση των εξαναγκαστικών εξαφανίσεων. Το εν λόγω δικαίωμα περιλαμβάνεται επίσης στο Άρθρο 13 και προκύπτει και από τα Άρθρα 2, 3 και 5 της Σύμβασης. Σε υποθέσεις εξαναγκαστικών εξαφανίσεων, το δικαίωμα στην αλήθεια αποτελεί υποχρεωτικό κανόνα, όσον αφορά το μυστήριο γύρω από την τύχη και την κατάσταση του θύματος, ανεξάρτητα από τυχόν επανεμφάνιση του θύματος. Η γνώση της αλήθειας σχετικά με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σοβαρές παραβιάσεις του ανθρωπιστικού δικαίου δίνει στα θύματα, στους συγγενείς και στους στενούς φίλους τους ένα είδος ικανοποίησης. Το δικαίωμα στην αλήθεια ωφελεί τα ίδια τα θύματα της παραβίασης, καθώς και τους συγγενείς τους και την κοινωνία γενικότερα. Οι κάτοχοι δικαιωμάτων έχουν το δικαίωμα να αναζητήσουν και να λάβουν πληροφορίες για διάφορα ζητήματα, όπως, την ταυτότητα των δραστών, την πρόοδο και τα αποτελέσματα κάποιας έρευνας, καθώς και τις περιστάσεις και τους λόγους διάπραξης των παραβιάσεων. Από την άλλη πλευρά, το δικαίωμα στην αλήθεια επιβάλλει εκτενείς υποχρεώσεις στο Κράτος, συμπεριλαμβανομένου του καθήκοντος (1) να διεξάγει αποτελεσματική διερεύνηση, (2) να δίνει στα θύματα και στους συγγενείς τους ουσιαστική πρόσβαση στη διαδικασία της έρευνας, (3) να αποκαλύπτει στα θύματα και την κοινή γνώμη όλες τις σχετικές πληροφορίες, και (4) να προστατεύει τα θύματα και τους μάρτυρες από αντίποινα και απειλές. Τέλος, ο UNHCHR δήλωσε ότι το δικαίωμα στην αλήθεια είναι αναγνωρισμένο από το διεθνές δίκαιο (Σύμβαση για την προστασία όλων των ατόμων από εξαναγκαστική εξαφάνιση) και τη νομολογία του Διαμερικανικού Δικαστηρίου και της Αφρικανικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα των Ανθρώπων και των Λαών.
2. Το Διεθνές Κέντρο για τη νομική προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου (Interights)
176. Η Interights δήλωσε ότι η παρούσα υπόθεση δίνει την ευκαιρία στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ως μη αποδεκτό το σύστημα παραβιάσεων που είναι γνωστό ως «έκτακτη παράδοση» και να καθορίσει την ευθύνη του Κράτους σύμφωνα με τη Σύμβαση. Η μεταχείριση των ατόμων που συλλαμβάνονται κατά την προετοιμασία ή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας παράδοσης (συμπεριλαμβανομένης της επονομαζόμενης μεταχείρισης του «σοκ σύλληψης») και η χρήση εξαναγκαστικών μεθόδων ανάκρισης ίσως ισοδυναμεί με βασανιστήρια ή/και κακομεταχείριση. Οι πρακτικές έκτακτης παράδοσης περιλαμβάνουν την απομάκρυνση ενός ατόμου από ένα Κράτος και τη μεταφορά του σε κάποιο άλλο, όπου υπάρχει σοβαρός κίνδυνος πραγματοποίησης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Αυτή η απομάκρυνση απαγορεύεται από την αρχή της μη επαναπροώθησης, που αναγνωρίστηκε στη νομολογία του Δικαστηρίου (Η Interights αναφέρθηκε στην υπόθεση Soering κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 7 Ιουλίου 1989, Σειρά A αρ. 161, και Saadi κατά Ιταλίας, που αναφέρθηκε παραπάνω). Σύμφωνα με την αρχή μη επαναπροώθησης, προκύπτει ευθύνη για συνέργεια, συμμετοχή ή άλλης μορφής συνεργασία σε «έκτακτες παραδόσεις», όπου οι κρατικές αρχές γνωρίζουν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι διαπράχθηκαν παραβιάσεις κατά τη διάρκεια των παραδόσεων. Παράλληλα με την «ευθύνη για συνέργεια», σύμφωνα με το γενικό διεθνές δίκαιο ένα Κράτος θα μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνο σε περιπτώσεις που προσέφερε βοήθεια ή συνδρομή σε άλλο Κράτος για την πραγματοποίηση μιας διεθνώς παράνομης πράξης («ευθύνη για παροχή βοήθειας»). Η αποτυχία πρόληψης τέτοιων παραβιάσεων ήταν η πλέον κατάφωρη σε περιπτώσεις που το Κράτος είχε δώσει τη συγκατάθεσή του σε πράξεις ξένων πρακτόρων που παραβίαζαν τα εν λόγω δικαιώματα. Επιπλέον, συναίνεση ή ανοχή των πράξεων των ξένων πρακτόρων μπορεί να ενέχει ευθύνη του Κράτους. Αφού πραγματοποιηθεί η παράδοση, το Κράτος είχε την υποχρέωση να διεξάγει άμεση και αποτελεσματική διερεύνηση για τους ισχυρισμούς μυστικής κράτησης και μεταφοράς, και να παρέχει επανόρθωσης, συμπεριλαμβανομένης αποζημίωσης για ηθική βλάβη ως συνέπεια της παραβίασης.
3. Οργάνωση για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου Redress
177. Η οργάνωση Redress δήλωσε ότι η έρευνα στο πλαίσιο των ισχυρισμών για έκτακτη παράδοση πρέπει να είναι άμεση, ανεξάρτητη, ενδελεχής και ικανή να οδηγήσει στην ταυτοποίηση και στη δίωξη των υπευθύνων, πρέπει προνοεί για δημόσιο έλεγχο και συμμετοχή των θυμάτων, και πρέπει να προσφέρει στα θύματα πρόσβαση στις πληροφορίες προκειμένου να ικανοποιεί το δικαίωμά τους στην αλήθεια. Η υποχρέωση της διεξαγωγής έρευνας περιλαμβάνεται και στα Άρθρα 3 και 5 της Σύμβασης. Το ζήτημα της εθνικής ασφάλειας δεν μπορεί να αποτελεί περιορισμό της πρόσβασης του θύματος στις εν λόγω πληροφορίες. Αν επιτρεπόταν να επικρατήσει το ζήτημα της εθνικής ασφάλειας του δικαιώματος του θύματος για πρόσβαση στις πληροφορίες, θα υπονομευόταν ο υποχρεωτικός και απόλυτος χαρακτήρας του Άρθρου 3 και η απαγόρευση μη εξουσιοδοτημένης κράτησης. Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρεται στις Κατευθυντήριες Οδηγίες του Συμβουλίου της Ευρώπης της 30ής Μαρτίου 2011 σχετικά με την εξάλειψη της ατιμωρησίας για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (βλ. παράγραφο 105 παραπάνω), σύμφωνα με την οποία «η ατιμωρησία για όσων ευθύνονται για πράξεων που ισοδυναμούν με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων προκαλεί επιπλέον ταλαιπωρία στα θύματα». Μια επαρκής αποζημίωση και επανόρθωση πρέπει να περιλαμβάνει αναγνώριση και σεβασμό προς τα θύματα των εικαζόμενων παραβιάσεων των Άρθρων 3 και 5 της Σύμβασης, έτσι ώστε, οι οικογένειές τους και ολόκληρη η κοινωνία, να μπορέσει να μάθει την αλήθεια για τις παραβιάσεις που υπέστησαν. Εκτός από την αποζημίωση, πρέπει επίσης να παρέχονται και άλλα σημαντικά στοιχεία που αφορούν μακροπρόθεσμους στόχους επανόρθωσης, όπως ικανοποίηση (αναγνώριση της παραβίασης, έκφραση μετάνοιας ή επίσημη συγγνώμη), εγγυήσεις ότι η παραβίαση δεν θα επαναληφθεί και αποκατάσταση. Σχετικά με το τελευταίο, η οργάνωση Redress υπέβαλε έκθεση πραγματογνώμονα στις 28 Μαρτίου 2011 στην οποία η Δρ M. Robertson, ορκωτή κλινική ψυχολόγος, εξήγησε τα ψυχολογικά οφέλη που έχει η δημόσια αποκάλυψη της αλήθειας για το θύμα. Σύμφωνα με αυτήν, η δημόσια αναγνώριση της αλήθειας και η κατάλληλη αναγνώριση μέσω κάποιου τρόπου επανόρθωσης θα μπορούσε να παίξει σημαντικό ρόλο στην αποκατάσταση της υγείας του επιζήσαντα. Αντίθετα, αν η αλήθεια δεν αποκαλυφθεί και οι δράστες κυκλοφορούν ελεύθεροι, αυτό θα μπορούσε να επιβαρύνει την αίσθηση ανικανότητας του επιζήσαντα και την προσπάθειά του να βρει κάποιο νόημα, και να κλειστεί στον εαυτό του.
4. Κοινοί ισχυρισμοί από τη Διεθνή Αμνηστία (AI) και τη Διεθνή Επιτροπή Νομικών (ICJ)
178. Η Διεθνής Αμνηστία (AI) και η Διεθνής Επιτροπή Νομικών (ICJ) δήλωσαν ότι η παρούσα υπόθεση αφορούσε ένα «“σύστημα μυστικών κρατήσεων και παραδόσεων” οργανωμένο από τις ΗΠΑ, ένα μεγάλης κλίμακας, οργανωμένο διασυνοριακό σύστημα που λειτουργούσε αδιαφορώντας για τις εθνικές νομοθεσίες, καθώς και για τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις, χωρίς καμία δικαστική ή διοικητική διαδικασία, που εξαρτιόταν από τη συνεργασία, τόσο ενεργή όσο και παθητική, πολλών Κρατών». Το σύστημα αυτό χαρακτηριζόταν από εξαναγκαστική εξαφάνιση ατόμων, που αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος της ελευθερίας από βασανιστήρια και απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Το Άρθρο 3 της Σύμβασης συνεπάγεται υποχρεώσεις μη επαναπροώθησης απαιτώντας από τα Αντισυμβαλλόμενα Μέρη να μην δρουν, ή/και να παραλείπουν να δράσουν, με τρόπους που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απομάκρυνση ατόμων από τη δικαιοδοσία τους, όταν τα Αντισυμβαλλόμενα Μέρη γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι η απομάκρυνσή τους θα μπορούσε να τα εκθέσει σε σοβαρό κίνδυνο κακομεταχείρισης.
179. Τέλος, ισχυρίστηκαν ότι το δικαίωμα σε αποτελεσματική διερεύνηση, σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με τα Άρθρα 3 και 5, σε συνδυασμό με το Άρθρο 13, συνεπιφέρει το δικαίωμα στην αλήθεια σχετικά με παραβιάσεις δικαιωμάτων της Σύμβασης που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο του «συστήματος μυστικών κρατήσεων και παραδόσεων». Αυτό ισχύει όχι μόνο εξαιτίας του μεγέθους και της σοβαρότητας των σχετικών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά επίσης λόγω της έκτασης του φαινομένου ατιμωρησίας αναφορικά με αυτές τις πρακτικές και την απόκρυψη σχετικών πληροφοριών που παρατηρήθηκε σε πολλές εθνικές δικαιοδοσίες.
Γ. Η κρίση του Δικαστηρίου
1. Επί του παραδεκτού
180. Δεδομένου του διαθέσιμου υλικού, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντα σύμφωνα με αυτό το Άρθρο εγείρουν σοβαρά ζητήματα επί των γεγονότων και της νομοθεσίας βάσει της Σύμβασης, για τον καθορισμό των οποίων απαιτείται εξέταση επί της ουσίας. Το Δικαστήριο συνεπώς συμπεραίνει ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν είναι προφανώς αβάσιμοι, σύμφωνα με την έννοια του Άρθρου 35 § 3 (α) της Σύμβασης. Δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι για να κηρυχθούν μη παραδεκτοί. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να κηρυχθούν παραδεκτοί.
2. Επί της ουσίας
181. Το Δικαστήριο θα εξετάσει καταρχάς τον ισχυρισμό του προσφεύγοντα ότι δεν διεξήχθη αποτελεσματική διερεύνηση αναφορικά με τους ισχυρισμούς του για κακομεταχείριση.
(α) Διαδικαστική πτυχή του Άρθρου 3: έλλειψη αποτελεσματικής διερεύνησης
(i) Γενικές αρχές
182. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι όταν ένα άτομο υποβάλει βάσιμη αξίωση ότι έχει υποστεί μεταχείριση που παραβιάζει το Άρθρο 3 από την αστυνομία ή άλλο παρόμοιο κρατικό όργανο, η εν λόγω διάταξη, σε συνδυασμό με το γενικό καθήκον του Κράτους σύμφωνα με το Άρθρο 1 της Σύμβασης «να διασφαλίσει σε όλους όσους βρίσκονται στη δικαιοδοσία του τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που ορίζονται στη ... Σύμβαση», υπονοεί την υποχρέωση διεξαγωγής αποτελεσματικής επίσημης διερεύνησης. Η εν λόγω διερεύνηση πρέπει να μπορεί να οδηγήσει στην ταυτοποίηση και την τιμωρία των υπευθύνων. Σε αντίθετη περίπτωση, η γενική νομική απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης και τιμωρίας, παρά τη θεμελιώδη σημασία της, θα ήταν μη αποτελεσματική στην πράξη και θα ήταν δυνατό σε κάποιες περιπτώσεις κρατικοί παράγοντες να παραβιάζουν τα δικαιώματα αυτών που βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους χωρίς ουσιαστικά να επιβάλλεται τιμωρία (βλ. Assenov και άλλοι κατά Βουλγαρίας, 28 Οκτωβρίου 1998, § 102, Reports of Judgments and Decisions 1998‑VIII, Corsacov κατά Μολδαβίας, αρ. 18944/02, § 68, 4 Απριλίου 2006, και Georgiy Bykov, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 60).
183. Η διερεύνηση σοβαρών ισχυρισμών κακομεταχείρισης πρέπει να είναι άμεση και εξονυχιστική. Αυτό σημαίνει ότι οι αρχές πρέπει πάντα να κάνουν σοβαρή προσπάθεια να ανακαλύψουν τι συνέβη και δεν πρέπει να βασίζονται σε βιαστικά ή μη τεκμηριωμένα συμπεράσματα για να κλείσουν τη διερεύνησή τους ή για να τα χρησιμοποιήσουν ως βάση των αποφάσεών τους (βλ. Assenov και άλλοι, που αναφέρθηκαν παραπάνω, § 103 και Batı και άλλοι κατά Τουρκίας, αρ. 33097/96 και 57834/00, § 136, ΕΔΔΑ 2004‑IV (αποσπάσματα)). Πρέπει να ακολουθήσουν όλα τα λογικά βήματα που υπάρχουν για να συλλέξουν τα στοιχεία που σχετίζονται με το συμβάν, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, δηλώσεων αυτοπτών μαρτύρων και στοιχείων της ανάκρισης (βλ. Tanrıkulu κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 23763/94, § 104, ΕΔΔΑ 1999‑IV, και Gül κατά Τουρκίας, αρ. 22676/93, § 89, 14 Δεκεμβρίου 2000). Τυχόν ελλείψεις στην έρευνα που υπονομεύουν τη δυνατότητα εύρεσης της αιτίας των βλαβών ή της ταυτότητας των υπευθύνων ενέχει τον κίνδυνο να μην ανταποκρίνεται στις εν λόγω προϋποθέσεις (βλ. Boicenco κατά Μολδαβίας, αρ. 41088/05, § 123, 11 Ιουλίου 2006).
184. Επίσης, η έρευνα θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη από την εκτελεστική εξουσία (βλ. Oğur κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 21594/93, §§ 91-92, ΕΔΔΑ 1999-III, και Mehmet Emin Yüksel κατά Τουρκίας, αρ. 40154/98, § 37, 20 Ιουλίου 2004). Η ανεξαρτησία της έρευνας δεν επιτάσσει μόνο την απουσία ιεραρχικής ή θεσμικής σύνδεσης, αλλά και ανεξαρτησία σε πρακτικά ζητήματα (βλ. Ergi κατά Τουρκίας, 28 Ιουλίου 1998, §§ 83-84, Reports 1998-IV).
185. Τέλος, το θύμα πρέπει να μπορεί να συμμετέχει ουσιαστικά στην έρευνα με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο (βλ., κατ’ αναλογία, Oğur, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 92, Ognyanova και Choban κατά Βουλγαρίας, αρ. 46317/99, § 107, 23 Φεβρουαρίου 2006, Khadzhialiyev και άλλοι κατά Ρωσίας, αρ. 3013/04, § 106, 6 Νοεμβρίου 2008, Denis Vasilyev κατά Ρωσίας, αρ. 32704/04, § 157, 17 Δεκεμβρίου 2009, και Dedovskiy και άλλοι κατά. Ρωσίας, αρ. 7178/03, § 92, ΕΔΔΑ 2008).
(ii) Εφαρμογή των παραπάνω αρχών στην παρούσα υπόθεση
186. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο προσφεύγων, υποβάλλοντας την μήνυση τον Οκτώβριο του 2008, επέστησε την προσοχή του δημόσιου κατήγορου στους ισχυρισμούς του για κακομεταχείριση από κρατικούς παράγοντες και για ενεργή συμμετοχή τους στην επακόλουθη παράδοσή του σε πράκτορες της CIA. Οι καταγγελίες του συνοδεύτηκαν από στοιχεία τα οποία είχαν έρθει στο φως κατά τη διάρκεια διεθνών και άλλων ξένων ερευνών. Σύμφωνα με την άποψη του Δικαστηρίου, η περιγραφή των γεγονότων από τον προσφεύγοντα και το διαθέσιμο υλικό επαρκούσαν τουλάχιστον για να δημιουργηθεί μια εύλογη υποψία ότι τα αναφερόμενα αδικήματα της Σύμβασης θα μπορούσαν να είχαν πραγματοποιηθεί από τις κρατικές αρχές, όπως υποστήριζε ο προσφεύγων. Έτσι τέθηκε η βάση για μια εκ πρώτης όψης υπόθεση παραπτώματος από την πλευρά των δυνάμεων ασφαλείας του εναγόμενου Κράτους, η οποία δικαιολογούσε την διεξαγωγή έρευνας από τις αρχές σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Άρθρου 3 της Σύμβασης. Σε κάθε περίπτωση το γεγονός ότι ο προσφεύγων κατέθεσε επίσημη μηνυτήρια αναφορά δεν ήταν καθοριστικής σημασίας, καθώς η πληροφορία που έγινε γνωστή στις αρχές σχετικά με σοβαρές παραβιάσεις του Άρθρου 3 προκάλεσε τότε αυτομάτως υποχρέωση, σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο, στο Κράτος να διεξάγει αποτελεσματική διερεύνηση (βλ., κατ’ αναλογία, Gorgiev κατά πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, αρ. 26984/05, § 64, 19 Απριλίου 2012).
187. Βάσει του ισχυρισμού του προσφεύγοντα, η εισαγγελέας επικοινώνησε με το Υπουργείο Εσωτερικών με σκοπό να λάβει πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση του προσφεύγοντα. Σε απάντηση το Υπουργείο υπέβαλε έκθεση στην οποία συνοπτικά παρουσίαζε αυτά που είχε δηλώσει σε παλαιότερες εκθέσεις μετά από αιτήματα δικαστικής συνδρομής από τον εισαγγελέα του Μονάχου. Τον Δεκέμβριο του 2008, σχεδόν δυόμισι μήνες αργότερα, η εισαγγελέας των Σκοπίων απέρριψε την αγωγή λόγω έλλειψης στοιχείων. Εκτός από την αναζήτηση πληροφοριών από το Υπουργείο, δεν έκανε καμία περαιτέρω έρευνα για να εξετάσει τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα. Η Κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι η εισαγγελέας δεν πήρε προφορική κατάθεση από τον προσφεύγοντα και από το προσωπικό που εργάζονταν στο ξενοδοχείο το σχετικό διάστημα.
188. Τέλος, είναι αδιαμφισβήτητο ότι δεν έγινε καμία ενέργεια για την εξακρίβωση του σκοπού της προσγείωσης του αεροσκάφους N313P, για το οποίο υπήρχαν υποψίες ότι είχε χρησιμοποιηθεί για τη μεταφορά του προσφεύγοντα από το εναγόμενο κράτος στο Αφγανιστάν. Σύμφωνα με την έρευνα Marty, το εν λόγω αεροσκάφος είχε χρησιμοποιηθεί στην υπόθεση του προσφεύγοντα και βρισκόταν σε ένα «κύκλωμα παραδόσεων» που περιελάμβανε τη μεταφορά και άλλων κρατουμένων υπό παρόμοιες συνθήκες (βλ. παράγραφο 45 παραπάνω). Επίσης, ο προσφεύγων υπέβαλε προς απόδειξη των ισχυρισμών του μια επίσημη επιστολή στην οποία οι αρχές του αεροδρομίου των Σκοπίων βεβαίωναν ότι το αεροσκάφος είχε προσγειωθεί στο αεροδρόμιο των Σκοπίων στις 23 Ιανουαρίου 2004 χωρίς επιβάτες και είχε απογειωθεί το επόμενο πρωί με έναν μόνο επιβάτη (βλ. παράγραφο 67 παραπάνω). Οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντα σχετικά με τη μεταφορά του στο Αφγανιστάν, και από την άποψη χρόνου και τρόπου, ταίριαζαν πολύ με την πραγματική διαδρομή που ακολούθησε το εν λόγω αεροσκάφος. Ωστόσο, οι αρχές που ανέλαβαν τη διερεύνηση δεν έκαναν τίποτα και αποφάσισαν να μην συνεχίσουν με αυτή την ένδειξη. Είναι άξιο απορίας γιατί δεν έδωσαν σημασία στην εν λόγω πληροφορία και δεν ερεύνησαν την ταυτότητα του επιβάτη που είχε επιβιβαστεί στο αεροσκάφος εκείνη τη νύχτα. Μια διερεύνηση των περιστάσεων σχετικά με το αεροσκάφος και τον επιβάτη θα είχε αποκαλύψει σχετικές πληροφορίες ικανές να ανατρέψουν ή να επιβεβαιώσουν τη βασιμότητα των λεγομένων του προσφεύγοντα σχετικά με τα γεγονότα.
189. Η εισαγγελέας έκρινε μόνο με βάση τα έγγραφα που υποβλήθηκαν από το Υπουργείο Εσωτερικών. Δεν θεώρησε απαραίτητο να προχωρήσει την έρευνα πέρα από τους ισχυρισμούς του Υπουργείου. Για την απόρριψη της αγωγής του προσφεύγοντα, βασίστηκε αποκλειστικά στις πληροφορίες και στις εξηγήσεις που δόθηκαν από το Υπουργείο, του οποίου οι αξιωματούχοι, σε γενικές γραμμές, ήταν ύποπτοι για εμπλοκή στη μεταχείριση του προσφεύγοντα. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, η εισαγγελέας έκρινε ότι, ελλείψει στοιχείων που να ανατρέπουν τα συμπεράσματα του Υπουργείου, δεν ήταν απαραίτητο να γίνει κάποια περαιτέρω έρευνα (βλ. παράγραφο 71 παραπάνω). Λαμβάνοντας υπόψη τα σημαντικά, τουλάχιστον ενδεικτικά, στοιχεία που ήταν διαθέσιμα τη στιγμή της υποβολής της αγωγής του προσφεύγοντα, αυτό το συμπέρασμα δεν ανταποκρίνεται σε αυτό που αναμενόταν από μια ανεξάρτητη αρχή. Η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η σοβαρότητα των ισχυριζόμενων παραβιάσεων και το διαθέσιμο υλικό απαιτούσε ανεξάρτητες και επαρκείς απαντήσεις από την πλευρά των διωκτικών αρχών.
190. Η Κυβέρνηση επίσης αναγνώρισε ότι η έρευνα που διεξήχθη από τις διωκτικές αρχές δεν ήταν αποτελεσματική (βλ. παράγραφο 174 παραπάνω).
191. Λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις των διαδίκων, και ειδικά τους ισχυρισμούς των τρίτων μερών που παρενέβησαν, το Δικαστήριο επίσης επιθυμεί να αναφερθεί σε μια άλλη πτυχή του ανεπαρκούς χαρακτήρα της έρευνας στην παρούσα υπόθεση, και ειδικότερα στην επίδρασή της στο δικαίωμα στην αλήθεια, όσον αφορά τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Γι’ αυτό υπογραμμίζει τη μεγάλη σημασία της παρούσας υπόθεσης όχι μόνο για τον προσφεύγοντα και την οικογένειά του, αλλά και για τα άλλα θύματα παρόμοιων εγκλημάτων και για την κοινή γνώμη, που είχε το δικαίωμα να μάθει τι είχε γίνει. Το ζήτημα των «έκτακτων παραδόσεων» προσέλκυσε παγκόσμια προσοχή και προκάλεσε τη διεξαγωγή ερευνών από πολλούς διεθνείς και διακυβερνητικούς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων των οργάνων του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα, του Συμβουλίου της Ευρώπης και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το Κοινοβούλιο αποκάλυψε ότι κάποια από τα εμπλεκόμενα Κράτη δεν ενδιαφέρονταν να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Το επιχείρημα των «κρατικών μυστικών» το επικαλούνται συχνά για την παρεμπόδιση της αναζήτησης της αλήθειας (βλ. παραγράφους 46 και 103 παραπάνω). Το προνόμιο του κρατικού μυστικού χρησιμοποιήθηκε και από την αμερικανική κυβέρνηση στην υπόθεση του προσφεύγοντα ενώπιον των αμερικανικών δικαστηρίων (βλ. παράγραφο 63 παραπάνω). Η έρευνα Marty αποκάλυψε, επιπλέον, ότι «το ίδιο επιχείρημα οδήγησε τις αρχές “της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας” να αποκρύψουν την αλήθεια» (βλ. παράγραφο 46 παραπάνω).
192. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι διωκτικές αρχές του εναγόμενου Κράτους, αφού ενημερώθηκαν σχετικά με τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα, θα έπρεπε να είχαν φροντίσει να διεξάγουν εκτενή έρευνα προκειμένου να εμποδίσουν το φαινόμενο της ατιμωρησίας για ορισμένες ενέργειες. Το Δικαστήριο δεν υποτιμά την αδιαμφισβήτητη πολυπλοκότητα των περιστάσεων στην παρούσα υπόθεση. Ωστόσο, παρόλο που μπορεί να υπάρχουν εμπόδια ή δυσκολίες που να εμποδίζουν την πρόοδο κάποιας έρευνας σε ορισμένες περιπτώσεις, μια επαρκής αντίδραση των αρχών για τη διερεύνηση ισχυρισμών σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως στην παρούσα υπόθεση, μπορεί να θεωρείται απαραίτητη για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης της κοινής γνώμης στην τήρηση των κανόνων δικαίου και στην πρόληψη φαινομένων σύμπραξης ή ανοχής παράνομων ενεργειών. Για τους ίδιους λόγους, πρέπει να υπάρχει επαρκής δημόσιος έλεγχος της έρευνας ή των αποτελεσμάτων της για να διασφαλιστεί η βασιμότητά της πρακτικά και θεωρητικά (βλ. Anguelova κατά Βουλγαρίας, αρ. 38361/97, § 140, ΕΔΔΑ 2002‑IV, Al-Skeini και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 55721/07, § 167, ΕΔΔΑ 2011, και Ένωση 21 Δεκεμβρίου 1989 και άλλοι κατά Ρουμανίας, αρ. 33810/07 και 18817/08, § 135, 24 Μαΐου 2011). Όπως δήλωσε το Συμβούλιο της Ευρώπης στις Κατευθυντήριες Οδηγίες της 30ής Μαρτίου 2011 σχετικά με την εξάλειψη της ατιμωρησίας για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (βλ. παράγραφο 105 παραπάνω), «η ατιμωρησία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ζήτημα δικαιοσύνης για τα θύματα, ως τρόπος αποτροπής νέων παραβιάσεων και ως τρόπος υποστήριξης των κανόνων δικαίου και της εμπιστοσύνης των πολιτών στο σύστημα δικαιοσύνης». Η ανεπαρκής διερεύνηση στην παρούσα υπόθεση στέρησε από τον προσφεύγοντα τη δυνατότητα να πληροφορηθεί σχετικά με το τι συνέβη, να μάθει τους πραγματικούς λόγους της ταλαιπωρίας που ισχυρίστηκε ότι πέρασε και τον ρόλο των υπευθύνων για αυτή τη δοκιμασία.
193. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, το Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η συνοπτική διερεύνηση που διεξήχθη σε αυτή την υπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί αποτελεσματική, ικανή να οδηγήσει στην ταυτοποίηση και την τιμωρία των υπευθύνων για τα ισχυριζόμενα γεγονότα και στην απόδειξη της αλήθειας.
194. Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει γίνει παραβίαση του Άρθρου 3 της Σύμβασης, ως προς το διαδικαστικό σκέλος.
(β) Ουσιαστική πτυχή του Άρθρου 3 της Σύμβασης
(i) Κακομεταχείριση στο ξενοδοχείο και στο αεροδρόμιο των Σκοπίων
(α) Γενικές αρχές
195. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το Άρθρο 3 της Σύμβασης ορίζει μία από τις πλέον θεμελιώδεις αξίες για τις δημοκρατικές κοινωνίες. Σε αντίθεση με τις περισσότερες ουσιαστικές διατάξεις της Σύμβασης, το Άρθρο 3 δεν προβλέπει εξαιρέσεις και δεν επιτρέπεται καμιά παρέκκλιση από αυτό σύμφωνα με το Άρθρο 15 § 2, ακόμα και σε περίπτωση δημόσιου κινδύνου που απειλεί τη ζωή του έθνους (βλ. Selmouni κατά Γαλλίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 25803/94, § 95, ΕΔΔΑ 1999‑V, και Labita κατά Ιταλίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 26772/95, § 119, ΕΔΔΑ 2000‑IV). Το Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει ότι ακόμα και στις πλέον δύσκολες περιστάσεις, όπως για παράδειγμα στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος, η Σύμβαση απαγορεύει με απόλυτο τρόπο τα βασανιστήρια και άλλης μορφής απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά του εν λόγω ατόμου (βλ. Chahal κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 15 Νοεμβρίου 1996, § 79, Reports 1996-V, και Labita, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 119).
196. Για να εμπίπτει η κακομεταχείριση εντός του πεδίου του Άρθρου 3 πρέπει να φθάνει σε κάποιον ελάχιστο βαθμό σοβαρότητας. Η εκτίμηση αυτού του ελάχιστου βαθμού εξαρτάται από όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, όπως τη διάρκεια της μεταχείρισης, την επίδρασή της στη σωματική και ψυχική υγεία και, σε κάποιες περιπτώσεις, από το φύλο, την ηλικία και την κατάσταση της υγείας του θύματος (βλ. Ιρλανδία κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 18 Ιανουαρίου 1978, § 162, Σειρά A αρ. 25, και Jalloh κατά Γερμανίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 54810/00, § 67, ΕΔΔΑ 2006‑IX). Άλλοι παράγοντες περιλαμβάνουν τον σκοπό για τον οποίο προκλήθηκε η εν λόγω μεταχείριση σε συνδυασμό με την πρόθεση ή το κίνητρο για αυτήν (συγκρίνετε, μεταξύ άλλων, Aksoy κατά Τουρκίας, 18 Δεκεμβρίου 1996, § 64, Reports 1996-VI, Egmez κατά Κύπρου, αρ. 30873/96, § 78, ΕΔΔΑ 2000-XII, και Krastanov κατά Βουλγαρίας, αρ. 50222/99, § 53, 30 Σεπτεμβρίου 2004).
197. Προκειμένου να αποφασίσει εάν κάποια συγκεκριμένη μορφή κακομεταχείρισης πρέπει να χαρακτηριστεί ως βασανιστήριο, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τη διάκριση που γίνεται στο Άρθρο 3 μεταξύ αυτής της έννοιας και της έννοιας της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Αυτή η διάκριση φαίνεται ότι έχει περιληφθεί στη Σύμβαση, ώστε ο ειδικός χαρακτηρισμός «βασανιστήρια» να συνδέεται μόνο με σκόπιμη απάνθρωπη μεταχείριση που προκαλεί πολύ σοβαρό και σκληρό πόνο (βλ. Aksoy, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 62). Εκτός από τη σοβαρότητα της μεταχείρισης, υπάρχει και ο παράγοντας του σκοπού, όπως αναγνωρίζεται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά των Βασανιστηρίων και Άλλης Σκληρής, Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας, που τέθηκε σε ισχύ στις 26 Ιουνίου 1987, η οποία ορίζει τα βασανιστήρια ως σκόπιμη πρόκληση σοβαρού πόνου με σκοπό, μεταξύ άλλων, τη λήψη πληροφοριών, επιβάλλοντας τιμωρίες ή εκφοβισμό (Άρθρο 1 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών) (βλ. İlhan κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 22277/93, § 85, ΕΔΔΑ 2000‑VII).
198. Η υποχρέωση των Αντισυμβαλλόμενων Μερών σύμφωνα με το Άρθρο 1 της Σύμβασης να διασφαλίσουν σε όλους εντός της δικαιοδοσίας τους τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που ορίζονται στη Σύμβαση, σε συνδυασμό με το Άρθρο 3, επιβάλλει στα Κράτη την υποχρέωση λήψης μέτρων με σκοπό να διασφαλίσουν ότι τα άτομα στη δικαιοδοσία τους δεν υπόκεινται σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, συμπεριλαμβανομένης της κακομεταχείρισης από ιδιώτες (βλ. Z και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 29392/95, § 73, ΕΔΔΑ 2001‑V). Το Κράτος μπορεί γι’ αυτόν τον λόγο να υπέχει ευθύνη, σε περιπτώσεις όπου οι αρχές δεν κάνουν τις εύλογες ενέργειες για να αποφευχθεί ο κίνδυνος κακομεταχείρισης για τον οποίο ήταν ενήμεροι ή όφειλαν να είναι ενήμεροι (βλ. Mahmut Kaya κατά Τουρκίας, αρ. 22535/93, § 115, ΕΔΔΑ 2000‑III).
(β) Εφαρμογή των παραπάνω αρχών στην παρούσα υπόθεση
199. Όσον αφορά του συμπέρασμα σχετικά με τη μετάθεση του βάρους απόδειξης στην Κυβέρνηση (βλ. παραγράφους 165 και 167 παραπάνω), το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει ότι η δήλωση του προσφεύγοντα είναι αρκετά πειστική και ότι οι ισχυρισμοί του σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο θεωρούνται βάσιμοι «πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας». Πρέπει ακόμα να διευκρινιστεί αν η μεταχείριση την οποία υπέστη ο προσφεύγων εμπίπτει στο πεδίο αυτού του Άρθρου και αν θα μπορούσε να αποδοθεί στο εναγόμενο Κράτος.
Μεταχείριση στο ξενοδοχείο
200. Όσον αφορά τη μεταχείριση του προσφεύγοντα στο ξενοδοχείο, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ήταν σε συνεχή επιτήρηση από άτομα των δυνάμεων ασφαλείας της ΠΓΔΜ, τον ανέκριναν σε μια ξένη γλώσσα την οποία γνωρίζει ελάχιστα, τον απειλούσαν με ένα όπλο και συνεχώς αρνούνταν την πρόσβαση σε άλλα άτομα πέραν αυτών που τον ανέκριναν. Αυτή η μεταχείριση οδήγησε τον προσφεύγοντα να διαμαρτυρηθεί κάνοντας απεργία πείνας για δέκα ημέρες.
201. Η εναγόμενη Κυβέρνηση δεν παρείχε καμία εξήγηση για αυτή τη μεταχείριση.
202. Είναι αλήθεια ότι όσο βρισκόταν υπό κράτηση στο ξενοδοχείο, δεν χρησιμοποιήθηκε σωματική βία κατά του προσφεύγοντα. Ωστόσο, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το Άρθρο 3 δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην πρόκληση σωματικού πόνου αλλά και ψυχολογικής ταλαιπωρίας, που οφείλεται στην πρόκληση αγωνίας και πίεσης με τη χρήση μέσων που δεν σχετίζονται με άσκηση σωματικής βίας (βλ. Iljina και Sarulienė κατά Λιθουανίας, αρ. 32293/05, § 47, 15 Μαρτίου 2011). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κράτηση του προσφεύγοντα στο ξενοδοχείο, σε απομόνωση, του δημιούργησε φόβο για το τι θα μπορούσε να συμβεί έπειτα και πρέπει του προκάλεσε συναισθηματική και ψυχολογική αγωνία. Ο εγκλεισμός του προσφεύγοντα στο ξενοδοχείο για μεγάλο διάστημα τον εξουθένωσε εντελώς. Χωρίς αμφιβολία ζούσε συνέχεια με την αγωνία, καθώς δεν γνώριζε τι θα του συμβεί κατά τις ανακρίσεις τις οποίες υφίστατο. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι τέτοιους είδους μεταχείριση χρησιμοποιούταν σκόπιμα εις βάρος του προσφεύγοντα με σκοπό να του αποσπάσουν ομολογία ή πληροφορίες σχετικά με τις υποτιθέμενες διασυνδέσεις του με τρομοκρατικές οργανώσεις (βλ. Dikme κατά Τουρκίας, αρ. 20869/92, §§ 82 και 95, ΕΔΔΑ 2000‑VIII). Επιπλέον, η απειλή ότι θα τον πυροβολούσαν αν έφευγε από το δωμάτιο του ξενοδοχείου ήταν αρκετά αληθινή και άμεση που ουσιαστικά, μπορεί να αντιβαίνει στο Άρθρο 3 της Σύμβασης (βλ., κατ’ αναλογία, Campbell και Cosans κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 25 Φεβρουαρίου 1982, § 26, Σειρά A αρ. 48, και Gäfgen κατά Γερμανίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 22978/05, § 91, ΕΔΔΑ 2010).
203. Τέλος, ο πόνος του προσφεύγοντα αυξήθηκε περαιτέρω εξαιτίας της μυστικής φύσης της επιχείρησης και εξαιτίας του γεγονότος ότι κρατούνταν σε καθεστώς απομόνωσης για είκοσι τρεις ημέρες σε ένα ξενοδοχείο, που αποτελεί έναν περίεργο χώρο κράτησης εκτός κάθε νομικού πλαισίου (βλ. επίσης παράγραφο 101 παραπάνω, και παράγραφο 236 παρακάτω).
204. Δεδομένων των γεγονότων, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η μεταχείριση που υφίστατο ο προσφεύγων κατά την κράτησή του στο ξενοδοχείο ισοδυναμεί από πολλές απόψεις με απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση που παραβιάζει το Άρθρο 3 της Σύμβασης.
Μεταχείριση στο αεροδρόμιο των Σκοπίων
205. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι στις 23 Ιανουαρίου 2004 ο προσφεύγων, με δεμένα τα χέρια και τα μάτια, μεταφέρθηκε με αυτοκίνητο από το ξενοδοχείο στο αεροδρόμιο των Σκοπίων. Αφού οδηγήθηκε σε ένα δωμάτιο, χτυπήθηκε σοβαρά από πολλούς άνδρες με καλυμμένα πρόσωπα, ντυμένους στα μαύρα. Του έβγαλαν τα ρούχα και τοποθέτησαν ένα αντικείμενο στον πρωκτό του. Του φόρεσαν πάνα και μια σκούρα μπλε φόρμα με κοντά μανίκια. Δεμένος και καλυμμένος με κουκούλα, και χωρίς να βλέπει και να ακούει, ο προσφεύγων επιβιβάστηκε με τη βία σε ένα αεροσκάφος της CIA (ένα Boeing 737 με αριθμό ουράς N313P), το οποίο ήταν περικυκλωμένο από άνδρες ασφαλείας της ΠΓΔΜ που είχαν σχηματίσει κύκλο γύρω από το αεροπλάνο. Όταν επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο, τον έριξαν στο πάτωμα, τον έδεσαν και του χορήγησαν με τη βία ηρεμιστικά. Σε αυτή την κατάσταση, ο προσφεύγων ταξίδεψε αεροπορικώς μέχρι την Καμπούλ (Αφγανιστάν) μέσω Βαγδάτης. Η ίδια συμπεριφορά που εφαρμόστηκε σε παρόμοιες περιστάσεις έχει ήδη κριθεί ότι παραβιάζει το Άρθρο 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (βλ. παραγράφους 108 και 109 παραπάνω).
206. Το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να αξιολογήσει αν η μεταχείριση που υπέστη ο προσφεύγων στο αεροδρόμιο των Σκοπίων στα χέρια της ειδικής ομάδας παράδοσης της CIA αποδίδεται στο εναγόμενο Κράτος. Σε αυτό το σημείο δίνεται έμφαση στο γεγονός ότι οι πράξεις που καταγγέλθηκαν πραγματοποιήθηκαν με την παρουσία αξιωματούχων του εναγόμενου Κράτους και εντός της δικαιοδοσίας του. Κατά συνέπεια, το εναγόμενο Κράτος πρέπει να θεωρείται υπεύθυνο σύμφωνα με τη Σύμβαση για πράξεις που πραγματοποιούνται από ξένους αξιωματούχους στην επικράτειά του με τη συναίνεση ή την ανοχή των αρχών (βλ. Ilaşcu και άλλοι κατά Μολδαβίας και Ρωσίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 48787/99, § 318, ΕΔΔΑ 2004‑VII).
207. Όσο για τα ατομικά μέτρα που ελήφθησαν κατά του προσφεύγοντα, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι η προσφυγή στη σωματική βία που δεν καθίσταται απόλυτα απαραίτητη λόγω της συμπεριφοράς του προσφεύγοντα, εξευτελίζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και είναι καταρχήν παραβίαση του δικαιώματος που ορίζεται από το Άρθρο 3 της Σύμβασης (βλ. Ribitsch, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 38). Στην παρούσα υπόθεση, σημειώνεται ότι όλη η επιχείρηση μεταφοράς του προσφεύγοντα για να παραδοθεί στη CIA ήταν καλά οργανωμένη και ότι ο προσφεύγων δεν αποτέλεσε απειλή για αυτούς που τον κρατούσαν αιχμάλωτο, οι οποίοι προφανώς ήταν πολύ περισσότεροι σε αριθμό. Η εναγόμενη Κυβέρνηση δεν παρουσίασε κανένα επιχείρημα για να εξηγήσει ή να δικαιολογήσει τον βαθμό της βίας που χρησιμοποιήθηκε στο αεροδρόμιο των Σκοπίων. Επιπλέον, η σωματική βία που χρησιμοποιήθηκε κατά του προσφεύγοντα στο αεροδρόμιο ήταν υπερβολική και αδικαιολόγητη για την περίσταση.
208. Ακόμα, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι έχει ήδη αποφασίσει ότι η διαδικασία εξαναγκαστικής αφαίρεσης ρούχων από την αστυνομία μπορεί να ισοδυναμεί με τόσο επιθετικό και πιθανώς εξευτελιστικό μέτρο που δεν πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς να υπάρχει κάποιος πολύ σοβαρός λόγος (βλ. Wieser κατά Αυστρίας, αρ. 2293/03, § 40, 22 Φεβρουαρίου 2007). Δεν έχει παρατεθεί κανένα επιχείρημα ως απόδειξη ότι το μέτρο που εφαρμόστηκε κατά του προσφεύγοντα, ο οποίος ήταν ήδη εντελώς ανήμπορος, ήταν απαραίτητο.
209. Ούτε δόθηκε καμιά εξήγηση για να δικαιολογηθεί η χρήση περιοριστικών μέσων στον προσφεύγοντα. Τα ίδια ισχύουν και για τη χρήση κουκούλας, για την οποία έχει ήδη βγει απόφαση ότι προκαλεί, αν όχι σωματική βλάβη, τουλάχιστον έντονο σωματικό και ψυχικό πόνο στα άτομα που υφίστανται αυτό το μέτρο (βλ. Ιρλανδία κατά Ηνωμένου Βασιλείου, που αναφέρθηκε παραπάνω, §§ 96 και 167).
210. Η εξαναγκαστική χορήγηση υπόθετου, ενώ ο προσφεύγων κρατείτο στο έδαφος χωρίς καμιά εξήγηση δεν έγινε μετά από ιατρική γνωμάτευση. Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο ο προσφεύγων υφίστατο αυτή τη διαδικασία προκάλεσε σοβαρό σωματικό πόνο και ταλαιπωρία (βλ. Zontul κατά Ελλάδας, αρ. 12294/07, § 89, 17 Ιανουαρίου 2012, και Jalloh, που αναφέρθηκε παραπάνω, §§ 69 και 72).
211. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι τα μέτρα που αναφέρονται παραπάνω χρησιμοποιήθηκαν συνδυαστικά και προσχεδιασμένα, με σκοπό να προκαλέσουν σοβαρό πόνο ή ταλαιπωρία για τη λήψη πληροφοριών, για την επιβολή τιμωρίας ή για τον εκφοβισμό του προσφεύγοντα (βλ. παράγραφο 124 παραπάνω). Σύμφωνα με την άποψη του Δικαστηρίου, αυτή η μεταχείριση ισοδυναμεί με βασανιστήρια και παραβιάζει το Άρθρο 3 της Σύμβασης. Το εναγόμενο Κράτος πρέπει να θεωρηθεί άμεσα υπεύθυνο για την παραβίαση των δικαιωμάτων του προσφεύγοντα σύμφωνα με αυτό το κεφάλαιο, καθώς οι αξιωματούχοι του διευκόλυναν ενεργά την εν λόγω μεταχείριση και έπειτα δεν έλαβαν κανένα μέτρο, που πιθανώς να ήταν απαραίτητο στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, για να την αποτρέψουν (βλ. Z και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου, που αναφέρθηκε παραπάνω, M.C. κατά Βουλγαρίας, αρ. 39272/98, § 149, ΕΔΔΑ 2003-XII, και Μέλη (97) του Συναθροίσματος Gldani των Μαρτύρων του Ιεχωβά κατά Γεωργίας, αρ. 71156/01, §§ 124 και 125, 3 Μαΐου 2007).
(ii) Απομάκρυνση του προσφεύγοντα
(α) Γενικές αρχές
212. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η απόφαση ενός Αντισυμβαλλόμενου Κράτους να απομακρύνει κάποιον κρατούμενο, και δη, η ίδια η απομάκρυνση, μπορεί να οδηγεί σε παράβαση του Άρθρου 3, και, ως εκ τούτου, το εν λόγω κράτος να υπέχει ευθύνη δυνάμει της Σύμβασης, όταν υπάρχουν σοβαροί λόγοι ότι το εν λόγω άτομο θα μπορούσε, αν εκδοθεί, να αντιμετωπίσει σοβαρό κίνδυνο να υποστεί, στη χώρα υποδοχής, μεταχείριση που αντιβαίνει στο Άρθρο 3. Η απόδειξη μιας τέτοιας ευθύνης αναπόφευκτα περιλαμβάνει αξιολόγηση των συνθηκών στη σχετική χώρα με βάση τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο Άρθρο 3 της Σύμβασης. Ωστόσο, δεν τίθεται ζήτημα επιδικαστικής απόφασης ή απόδειξης της ευθύνης της χώρας υποδοχής, είτε σύμφωνα με το γενικό διεθνές δίκαιο, είτε σύμφωνα με τη Σύμβαση ή με κάποιον άλλο τρόπο. Κατά το μέτρο που προκύπτει ή μπορεί να προκύψει κάθε ευθύνη δυνάμει της Σύμβασης, είναι ευθύνη που προκύπτει από το Αντισυμβαλλόμενο Κράτος αποστολής λόγω του ότι έλαβε μέτρα που έχουν ως άμεση συνέπεια την έκθεση ενός ατόμου σε κακομεταχείριση που απαγορεύεται (βλ. Soering, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 91, Saadi κατά Ιταλίας, που αναφέρθηκε παραπάνω, §§ 125 και 126, Cruz Varas και άλλοι κατά Σουηδίας, 20 Μαρτίου 1991, §§ 69-70, Σειρά A αρ. 201, και Mamatkulov και Askarov κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 46827/99 και 46951/99, § 67, ΕΔΔΑ 2005-I).
213. Για να αποφασιστεί αν υπήρχαν σοβαροί λόγοι να πιστεύουν ότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να υποστεί μεταχείριση αντίθετη με το Άρθρο 3, το Δικαστήριο θα αξιολογήσει το ζήτημα με βάση όλα τα στοιχεία που υποβλήθηκαν ενώπιόν του ή αν, είναι απαραίτητο, το υλικό που έχει συλλεχθεί αυτεπάγγελτα (βλ. Hilal κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 45276/99, § 60, ΕΔΔΑ 2001-II, και Saadi κατά Ιταλίας, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 128). Πρέπει να εξετάσει τις προβλεπόμενες συνέπειες της αποστολής του προσφεύγοντα στη χώρα υποδοχής, λαμβάνοντας υπόψη τη γενική κατάσταση εκεί και την περίπτωση του προσφεύγοντα (βλ. Vilvarajah και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 30 Οκτωβρίου 1991, § 108, Σειρά A αρ. 215).
214. Η ύπαρξη κινδύνου πρέπει να αξιολογηθεί καταρχάς με βάση τα γεγονότα που ήταν γνωστά ή όφειλαν να είναι γνωστά στο Αντισυμβαλλόμενο Κράτος τη στιγμή της απομάκρυνσής του. Το Δικαστήριο δεν αποκλείει, ωστόσο, να λάβει υπόψη πληροφορίες που ήρθαν στο φως μετά την απομάκρυνση. Αυτό μπορεί να έχει σημασία για την επιβεβαίωση ή την απόρριψη της εκτίμησης που έχει γίνει από το Αντισυμβαλλόμενο Κράτος ή για τη βασιμότητα ή μη των φόβων του προσφεύγοντα (βλ. Cruz Varas και άλλοι, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 76, και Vilvarajah και άλλοι, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 107).
(β) Εφαρμογή των παραπάνω αρχών στην παρούσα υπόθεση
215. Με βάση τα γεγονότα που έχουν ήδη αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό αποδείξεως, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν θα αποδοθεί τυχόν ευθύνη στο εναγόμενο Κράτος για το γεγονός ότι παρέδωσε τον προσφεύγοντα για κράτηση στις αμερικανικές αρχές.
216. Καταρχάς, το Δικαστήριο σημειώνει ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι η παράδοση του προσφεύγοντα στους πράκτορες της CIA έγινε μετά από νόμιμο αίτημα έκδοσης ή κάποια άλλη νόμιμη διαδικασία αναγνωρισμένη από το διεθνές δίκαιο για τη μεταφορά φυλακισμένου σε ξένες αρχές (βλ. παράγραφο 102 παραπάνω). Επιπλέον, δεν παρουσιάστηκε κανένα ένταλμα σύλληψης που να εκδόθηκε το σχετικό διάστημα και να επιτρέπει την παράδοση του προσφεύγοντα στα χέρια Αμερικανών πρακτόρων (αντίθετα Öcalan κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 46221/99, § 92, ΕΔΔΑ 2005‑IV).
217. Δεύτερον, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι αρχές της ΠΓΔΜ γνώριζαν τον προορισμό στον οποίο θα πήγαινε ο προσφεύγων από το αεροδρόμιο των Σκοπίων. Έγγραφα που εκδόθηκαν από τη Διοίκηση Πολιτικής Αεροπορίας (βλ. παράγραφο 41 παραπάνω) επιβεβαιώνουν ότι το αεροσκάφος N313P πήρε άδεια για να προσγειωθεί στις 23 Ιανουαρίου 2004 στο αεροδρόμιο των Σκοπίων. Στις 10:30 μ.μ. στις 23 Ιανουαρίου 2004 δόθηκε άδεια στο αεροσκάφος να απογειωθεί για την Καμπούλ. Στις 2:25 π.μ. στις 24 Ιανουαρίου 2004 οι αρχές του επέτρεψαν να συνεχίσει την πορεία του προς τη Βαγδάτη.
218. Τρίτον, το Δικαστήριο θεωρεί σημαντικές τις εκθέσεις και τη σχετική διεθνή και ξένη νομολογία, και δεδομένων των ιδιαίτερων συνθηκών της παρούσας υπόθεσης, τα άρθρα του τύπου, που αναφέρθηκαν παραπάνω (βλ. παραγράφους 99, 106-122, 126 και 127 παραπάνω), τα οποία αποτελούν αξιόπιστες πηγές που αναφέρουν πρακτικές στις οποίες έχουν καταφύγει ή τις οποίες έχουν ανεχτεί οι αμερικανικές αρχές και οι οποίες είναι κατάφωρα αντίθετες με τις αρχές της Σύμβασης. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει ότι κάποιες από τις εν λόγω εκθέσεις είναι «ανησυχητικές» και εκφράζει σοβαρούς προβληματισμούς σχετικά με τις μεθόδους ανάκρισης που χρησιμοποιούνται από τις αμερικανικές αρχές σε άτομα που θεωρούνται ύποπτα για συμμετοχή σε διεθνείς τρομοκρατικές ενέργειες και κρατούνται στη ναυτική βάση στον Κόλπο του Γκουαντάναμο και στο Μπαγκράμ (Αφγανιστάν) (βλ. Al-Moayad κατά Γερμανίας (αποφ.), αρ. 35865/03, § 66, 20 Ιανουαρίου 2007). Το εν λόγω υλικό είχε δημοσιοποιηθεί πριν την πραγματοποίηση της παράδοσης του προσφεύγοντα στις αμερικανικές αρχές. Είναι ικανό να αποδείξει ότι υπήρχαν σοβαροί λόγοι να πιστεύουν ότι, αν ο προσφεύγων παραδινόταν στους Αμερικανούς στο πλαίσιο του προγράμματος «παραδόσεων», θα μπορούσε να εκτεθεί σε σοβαρό κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση που αντιβαίνει στο Άρθρο 3. Συνεπώς, πρέπει να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι οι αρχές της ΠΓΔΜ γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν, το εν λόγω διάστημα, ότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος ο προσφεύγων να υποστεί μεταχείριση που αντιβαίνει το Άρθρο 3 της Σύμβασης. Η εναγόμενη Κυβέρνηση δεν διέλυσε τις αμφιβολίες ως προς αυτό το ζήτημα (βλ. Saadi κατά Ιταλίας, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 129). Υλικό που ήρθε στο φως μετά τη μεταφορά του προσφεύγοντα επιβεβαιώνει την ύπαρξη του εν λόγω κινδύνου (βλ. παραγράφους 103, 108-110, 123, 124, 128 και 129 παραπάνω).
219. Τέταρτον, το εναγόμενο Κράτος δεν ζήτησε διαβεβαιώσεις από τις αμερικανικές αρχές για να αποκλείσει την πιθανότητα κακομεταχείρισης του προσφεύγοντα (βλ., αντίθετα, Mamatkulov και Askarov, που αναφέρθηκε παραπάνω, §§ 71-78, Al-Moayad, που αναφέρθηκε παραπάνω, και Babar Ahmad και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αποφ.), αρ. 24027/07, 11949/08 και 36742/08, § 113, 6 Ιουλίου 2010).
220. Με βάση αυτά τα γεγονότα, το Δικαστήριο θεωρεί ότι με τη παράδοση του προσφεύγοντα στις αμερικανικές αρχές, οι αρχές της ΠΓΔΜ εις γνώσιν τους τον εξέθεσαν σε σοβαρό κίνδυνο κακομεταχείρισης και σε συνθήκες κράτησης που αντιβαίνουν στο Άρθρο 3 της Σύμβασης.
221. Λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο ο προσφεύγων παραδόθηκε στις αμερικανικές αρχές, το Δικαστήριο θεωρεί ότι έπεσε θύμα «έκτακτης παράδοσης», που σημαίνει, «μεταφορά ατόμου εκτός νομικού πλαισίου από μία δικαιοδοσία ή από ένα Κράτος σε ένα άλλο, για κράτηση και ανάκριση εκτός του συνήθους νομικού συστήματος, σε μέρος που υπάρχει σοβαρός κίνδυνος βασανιστηρίων ή σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης» (βλ. Babar Ahmad και άλλοι, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 113).
222. Κατά συνέπεια το εναγόμενο Κράτος παραβίασε το Άρθρο 3 της Σύμβασης.
iii) Συμπέρασμα
223. Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι το εναγόμενο Κράτος πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνο για την απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση που υπέστη ο προσφεύγων κατά την κράτησή του στο ξενοδοχείο, για τα βασανιστήρια που υπέστη στο αεροδρόμιο των Σκοπίων και για το γεγονός ότι παρέδωσε τον προσφεύγοντα στις αμερικανικές αρχές, εκθέτοντάς τον με αυτόν τον τρόπο στον κίνδυνο περαιτέρω μεταχείρισης αντίθετης με το Άρθρο 3 της Σύμβασης.
IV. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 5 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
224. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε δυνάμει του Άρθρου 5 της Σύμβασης ότι κρατήθηκε παράνομα και σε καθεστώς απομόνωσης, χωρίς να έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης, και ότι δεν παρουσιάστηκε ποτέ ενώπιον δικαστή. Ισχυρίστηκε ότι το εναγόμενο Κράτος φέρει άμεση ευθύνη για όλη την περίοδο της αιχμαλωσίας του από τις 31 Δεκεμβρίου 2003 μέχρι την επιστροφή του στην Αλβανία στις 28 Μαΐου 2004. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι η απουσία άμεσης και αποτελεσματικής διερεύνησης από τις αρχές της ΠΓΔΜ των βάσιμων ισχυρισμών του παραβίασε τα δικαιώματά του σύμφωνα με το Άρθρο 5. Το Άρθρο 5 της Σύμβασης ορίζει τα εξής:
«1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν και την ασφάλειαν. Ουδείς επιτρέπεται να στερηθή της ελευθερίας του ειμή εις τας ακολούθους περιπτώσεις και συμφώνως προς την νόμιμον διαδικασίαν:
(α) εάν κρατήται κανονικώς κατόπιν καταδίκης υπό αρμοδίου δικαστηρίου.
(β) εάν υπεβλήθη εις κανονικήν σύλληψιν ή κράτησιν λόγω ανυποταγής εις νόμιμον διαταγήν δικαστηρίου ή εις εγγύησιν εκτελέσεως οριζομένης υπό του νόμου.
(γ) εάν συνελήφθη και κρατήται όπως οδηγηθή ενώπιον της αρμοδίας δικαστικής αρχής εις την περίπτωσιν ευλόγου υπονοίας ότι διέπραξεν αδίκημα, ή υπάρχουν λογικά δεδομένα προς παραδοχήν της ανάγκης όπως ούτος εμποδισθή από του να διαπράξη αδίκημα ή δραπετεύση μετά
την διάπραξιν τούτου.
(δ) εάν πρόκεται περί νομίμου κρατήσεως ανηλίκου, αποφασισθείσης δια την επιτήρησιν της ανατροφής του, ή την νόμιμον κράτησίν του ίνα παραπεμφθή ενώπιον της αρμοδίας αρχής.
(ε) εάν πρόκειται περί νομίμου κρατήσεως ατόμων δυναμένων να μεταδώσωσι μεταδοτικήν ασθένειαν, φρενοβλαβούς, αλκοολικού, τοξικομανούς ή αλήτου.
(στ) εάν πρόκεται περί νομίμου συλλήψεως ή κρατήσεως ατόμου επί σκοπώ όπως εμποδισθή από του να εισέλθη παρανόμως εν τη χώρα, ή εναντίον του οποίου εκκρεμεί διαδικασία απελάσεως ή εκδόσεως.
2. Παν συλληφθέν πρόσωπον δέον να πληροφορήται κατά το δυνατόν συντομώτερον, και εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί, τους λόγους της συλλήψεώς του ως και πάσαν διατυπουμένην εναντίον του κατηγορίαν.
3. Παν πρόσωπον συλληφθέν ή κρατηθέν υπό τας προβλεπομένας εν παραγράφω 1γ του παρόντος Άρθρου συνθήκας οφείλει να παραπεμφθή συντόμως ενώπιον δικαστού ή ετέρου δικαστικού λειτουργού νομίμως εντεταλμένου όπως εκτελή δικαστικά καθήκοντα, έχει δε το δικαίωμα να δικασθή εντός λογικής προθεσμίας ή απολυθή κατά την διαδικασίαν. Η απόλυσις δύναται να εξαρτηθή από εγγύησιν εξασφαλίζουσαν την παράστασιν του ενδιαφερομένου εις την δικάσιμον.
4. Παν πρόσωπον στερούμενον της ελευθερίας του συνεπεία συλλήψεως ή κρατήσεως έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, ίνα τούτο αποφασίση εντός βραχείας προσθεσμίας επί του νομίμου της κρατήσεώς του και διατάξη την απόλυσίν του εν περιπτώσει παρανόμου κρατήσεως.
5. Παν πρόσωπον θύμα συλλήψεως ή κρατήσεως υπό συνθήκας αντιθέτους προς τας ανωτέρω διατάξεις, έχει δικαίωμα επανορθώσεως.»
A. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
225. Ο προσφεύγων δήλωσε ότι το εναγόμενο Κράτος ήταν υπεύθυνος για την παραβίαση των δικαιωμάτων του σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο, από δικούς του πράκτορες ή/και ξένους πράκτορες που δρούσαν στην επικράτειά του και στη δικαιοδοσία του. Η κράτησή του στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας χωρίς κατηγορία ή δικαστική εποπτεία αποτελεί παραβίαση των δικαιωμάτων που ορίζονται στο Άρθρο 5. Η εξαφάνισή του για μεγάλο διάστημα κατά τη μετέπειτα κράτησή του στο Αφγανιστάν αποτελεί παραβίαση του Άρθρου 5, για την οποία ευθύνεται η κυβέρνηση της ΠΓΔΜ. Επιπλέον, η εναγόμενη Κυβέρνηση παραβίασε το Άρθρο 5 της Σύμβασης, καθώς δεν διεξήγαγε αποτελεσματική διερεύνηση σχετικά με τους βάσιμους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα ότι είχε εξαφανιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα εξαιτίας μιας κοινής επιχείρησης πρακτόρων της ΠΓΔΜ και των ΗΠΑ.
226. Η Κυβέρνηση αμφισβήτησε τα επιχειρήματα του προσφεύγοντα.
B. Παρεμβάσεις τρίτων μερών
227. Η Οργάνωση Interights δήλωσε ότι η απαγωγή, η παράδοση και η κράτηση ενός ατόμου με μυστικότητα και χωρίς να ειδοποιηθεί η οικογένεια του ατόμου αντιστοιχεί σε εξαναγκαστική εξαφάνιση. Τέτοιες ενέργειες αποτελούν μορφές μυστικής κράτησης, κατά τις οποίες το άτομο δεν επιτρέπεται να έχει καμία επαφή με τον έξω κόσμο («κράτηση σε καθεστώς απομόνωσης»), και οι αρχές δεν δημοσιοποιούν το μέρος της κράτησης ή πληροφορίες σχετικά με την τύχη του κρατούμενου («μη αναγνωρισμένη κράτηση»). Η υποχρέωση της μη επαναπροώθησης εφαρμόζεται σε περιπτώσεις που υπάρχει σοβαρός κίνδυνος σοβαρών παραβιάσεων των πλέον θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυθαίρετη κράτηση και κατάφωρη άρνηση δίκαιης δίκης.
228. Η Διεθνής Αμνηστία (AI) και η Διεθνής Επιτροπή Νομικών (ICJ) ισχυρίστηκαν ότι λόγω της φύσης και της σοβαρότητας της κατάστασης, οποιαδήποτε στέρηση της ελευθερίας στο πλαίσιο του «συστήματος μυστικών κρατήσεων και παραδόσεων» συνιστούν κατάφωρες παραβιάσεις του Άρθρου 5 της Σύμβασης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα Αντισυμβαλλόμενα Μέρη έχουν την υποχρέωση, σύμφωνα με την αρχή της μη επαναπροώθησης, η οποία επίσης περιλαμβάνεται στο Άρθρο 5 της Σύμβασης, να μην απομακρύνουν άτομα από τη δικαιοδοσία τους, όταν τα Αντισυμβαλλόμενα Μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν ότι η απομάκρυνσή τους θα τα εξέθετε σε σοβαρό κίνδυνο κατάφωρων παραβιάσεων του δικαιώματός τους στην ατομική ελευθερία και ασφάλεια. Δήλωσαν επίσης ότι, μέχρι τον Ιανουάριο του 2004, είχαν έρθει στο φως πολλές αξιόπιστες πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες οι ΗΠΑ εμπλέκονταν σε αυθαίρετες κρατήσεις, σε καθεστώς απομόνωσης και μυστικότητας, καθώς και σε μυστικές μεταφορές κρατουμένων, για τους οποίους οι αρχές είχαν την υποψία ότι εμπλέκονταν ή γνώριζαν πληροφορίες για τη διεθνή τρομοκρατία. Σύμφωνα με την αρχή περί της μη επαναπροώθησης, τα Κράτη δεν απαλλάσσονται από την ευθύνη «για κάθε και οποιαδήποτε προβλεπόμενη συνέπεια» υπέστη κάποιο άτομο μετά από την απομάκρυνσή του από τη δικαιοδοσία τους. Η Διεθνής Αμνηστία (AI) και η Διεθνής Επιτροπή Νομικών (ICJ) δήλωσαν ότι όταν μια πράξη η μια παράλειψη από την πλευρά κάποιου Αντισυμβαλλόμενου Μέρους, που λαμβάνει χώρα εντός της δικαιοδοσίας του, έχει άμεση αιτιακή σχέση με κάποια παράδοση που εμπεριέχει συνεχή παραβίαση δικαιωμάτων που ορίζονται στη Σύμβαση, η οποία λαμβάνει χώρα εν μέρει στην επικράτειά της και εν μέρει αλλού, εμπλέκονται τόσο οι αποφατικές όσο και οι θετικές υποχρεώσεις του Κράτους που ορίζονται στη Σύμβαση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ευθύνη του Κράτους είναι να απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια θα διευκόλυνε την επιχείρηση παράδοσης και να λάβει τα διαθέσιμα προληπτικά, διερευνητικά και διορθωτικά μέτρα που να είναι επιτρεπτά στα όρια της δικαιοδοσίας του, για να εμποδίσει, να αποκαταστήσει ή να διερευνήσει τη συνεχή παραβίαση δικαιωμάτων που ορίζονται στη Σύμβαση.
Γ. Η κρίση του Δικαστηρίου
1. Επί του παραδεκτού
229. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι ισχυρισμοί σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο δεν είναι σαφώς αβάσιμοι με την έννοια του Άρθρου 35 § 3 της Σύμβασης και ότι δεν θεωρούνται απαράδεκτοι για κάποιον άλλο λόγο. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να κηρυχθούν παραδεκτοί.
2. Επί της ουσίας
(α) Γενικές αρχές που διαμόρφωσε η νομολογία του Δικαστηρίου
230. Το Δικαστήριο σημειώνει, από την αρχή, τη θεμελιώδη σημασία των εγγυήσεων που εμπεριέχονται στο Άρθρο 5 για την εξασφάλιση του δικαιώματος του ατόμου στη δημοκρατία, ώστε να μην υπόκειται σε αυθαίρετη κράτηση στα χέρια των αρχών. Γι’ αυτόν τον λόγο, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα τονίσει στη νομολογία του ότι κάθε στέρηση ελευθερίας δεν πρέπει να πραγματοποιείται μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που αφορούν την ουσία και τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας, αλλά πρέπει επίσης να τηρείται ο ουσιαστικός σκοπός του Άρθρου 5, δηλαδή, η προστασία των ατόμων από αυθαίρετες διαδικασίες (βλ. Chahal, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 118). Αυτή η επιμονή στην προστασία του ατόμου από κάθε κατάχρηση εξουσίας γίνεται σαφής από το γεγονός ότι το Άρθρο 5 § 1 ορίζει σε ποιες περιπτώσεις τα άτομα μπορούν νόμιμα να στερηθούν την ελευθερία τους, δίνοντας έμφαση στο γεγονός ότι σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να δίνεται στενό περιθώριο ερμηνείας, καθώς αποτελούν εξαιρέσεις μιας πολύ βασικής εγγύησης της ατομικής ελευθερίας (βλ. Quinn κατά Γαλλίας, 22 Μαρτίου 1995, § 42, Σειρά A αρ. 311).
231. Πρέπει επίσης να τονιστεί το γεγονός ότι οι συντάκτες της Σύμβασης προέβλεψαν μέτρα για την ενίσχυση της προστασίας του ατόμου από αυθαίρετη στέρηση της ελευθερίας του, εξασφαλίζοντας μια σειρά από ουσιαστικά δικαιώματα που σκοπό έχουν να ελαχιστοποιήσουν τους κινδύνους λήψης αυθαίρετων αποφάσεων, ορίζοντας ότι η πράξη στέρησης της ελευθερίας είναι υποκείμενη σε ανεξάρτητο δικαστικό έλεγχο και διασφαλίζοντας την υποχρέωση λογοδοσίας των αρχών για την εν λόγω πράξη. Οι προϋποθέσεις του Άρθρου 5 §§ 3 και 4, που δίνουν έμφαση στην άμεση λήψη μέτρων και στη δικαστική εποπτεία, καθιστούν προφανή την ιδιαίτερη σημασία τους. Η άμεση δικαστική παρέμβαση μπορεί να οδηγήσει στον εντοπισμό και την πρόληψη μέτρων που απειλούν την ανθρώπινη ζωή ή σοβαρής κακομεταχείρισης που παραβιάζει τις θεμελιώδεις εγγυήσεις που ορίζονται στα Άρθρα 2 και 3 της Σύμβασης (βλ. Aksoy, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 76). Αυτό που διακυβεύεται είναι η προστασία της σωματικής ελευθερίας των ατόμων, καθώς και η προσωπική τους ασφάλεια που, σε περίπτωση απουσίας διασφάλισης, θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπονόμευση των κανόνων δικαίου και να απομακρύνει τους κρατούμενους από τις πλέον στοιχειώδεις μορφές νομικής προστασίας.
232. Παρόλο που η διερεύνηση για σχετικά με τρομοκρατία εγκλήματα παρουσιάζει αναμφίβολα ειδικές δυσκολίες για τις αρχές, αυτό δεν σημαίνει ότι οι αρχές μπορούν, δυνάμει του Άρθρου 5, να συλλαμβάνουν εν λευκώ υπόπτους και να τους κρατούν υπό αστυνομική εποπτεία, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο από τα εγχώρια δικαστήρια και, ως τελευταία λύση, από τους εποπτικούς θεσμούς της Σύμβασης, όποτε θεωρούν ότι έχει διαπραχθεί κάποιο σχετικό με τρομοκρατία έγκλημα (βλ. Dikme, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 64).
233. Το Δικαστήριο, σε αυτό το πλαίσιο, τονίζει ότι η μη αναγνωρισμένη κράτηση κάποιου ατόμου θεωρείται πλήρη άρνηση αυτών των εγγυήσεων και πολύ σοβαρή παραβίαση του Άρθρου 5. Αφού αποκτήσουν τον έλεγχο κάποιου ατόμου, οι αρχές έχουν το καθήκον να λογοδοτήσουν για την τύχη του. Γι’ αυτόν τον λόγο, πρέπει να εκλάβουμε το Άρθρο 5 ως ένα Άρθρο που υποχρεώνει τις αρχές να λάβουν αποτελεσματικά μέτρα για να παρέχουν προστασία από τον κίνδυνο εξαφάνισης και να διεξάγουν άμεση και αποτελεσματική διερεύνηση όσον αφορά βάσιμες αιτιάσεις ότι κάποιο άτομο βρίσκεται υπό κράτηση και έκτοτε δεν το έχει δει κανείς (βλ. Kurt, που αναφέρθηκε παραπάνω, §§ 123-124).
(β) Εφαρμογή των παραπάνω αρχών στην παρούσα υπόθεση
234. Δεν αμφισβητείται από κανέναν διάδικο ότι στις 31 Δεκεμβρίου 2003, ο προσφεύγων αποβιβάστηκε από το λεωφορείο κατά την είσοδό του στην επικράτεια του εναγόμενου Κράτους και ανακρίθηκε από αστυνομικούς της ΠΓΔΜ. Έπειτα εξαφανίστηκε και δεν τον είδε κανείς μέχρι την επιστροφή του στη Γερμανία στις 29 Μαΐου 2004. Το Δικαστήριο έχει ήδη θεμελιώσει με βάση το απαιτούμενο βάρος της απόδειξης ότι ο προσφεύγων κρατήθηκε στο ξενοδοχείο υπό διαρκή φρούρηση από δυνάμεις ασφαλείας της ΠΓΔΜ από τις 31 Δεκεμβρίου 2003 μέχρι τις 23 Ιανουαρίου 2004, όταν παραδόθηκε , στο αεροδρόμιο των Σκοπίων, στα χέρια των αμερικανικών αρχών. Στις 23 Ιανουαρίου 2004 μεταφέρθηκε αεροπορικώς; με πτήση της CIA; στην Καμπούλ (Αφγανιστάν), όπου και κρατήθηκε μέχρι την επιστροφή του στη Γερμανία.
235. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν η κράτηση του προσφεύγοντα στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας ήταν σύμφωνη με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο Άρθρο 5 της Σύμβασης και αν η μετέπειτα κράτηση του προσφεύγοντα στην Καμπούλ εμπίπτει στην ευθύνη του εναγόμενου Κράτους. Θα εξετάσει επίσης αν έγινε αποτελεσματική διερεύνηση των ισχυρισμών του προσφεύγοντα για παράνομη και αυθαίρετη κράτηση.
(i) Η κράτηση του προσφεύγοντα στα Σκόπια
236. Καταρχάς, το Δικαστήριο σημειώνει ότι δεν υπάρχει απόφαση δικαστηρίου για την κράτηση του προσφεύγοντα, όπως ορίζεται από την εγχώρια νομοθεσία (βλ. παράγραφο 89 παραπάνω). Η κράτησή του στο ξενοδοχείο δεν αποφασίστηκε από δικαστήριο. Επιπλέον, η κράτηση του προσφεύγοντα στο εναγόμενο Κράτος δεν έχει τεκμηριωθεί από κανένα αρχείο κράτησης, ή, τουλάχιστον, δεν υποβλήθηκαν τέτοιου είδους έγγραφα στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει ότι η μη διατήρηση αρχείου καταγραφής στοιχείων, όπως η ημερομηνία, η ώρα και ο τόπος κράτησης, το όνομα του κρατούμενου, καθώς και οι λόγοι κράτησης και το όνομα του ατόμου που την πραγματοποίησε, θεωρείται ασύμφωνη με τον σκοπό του Άρθρου 5 της Σύμβασης (βλ. Kurt, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 125). Κατά την κράτησή του στο εναγόμενο Κράτος, ο προσφεύγων δεν είχε πρόσβαση σε δικηγόρο, ούτε του επιτράπηκε να επικοινωνήσει με την οικογένειά του ή με κάποιον εκπρόσωπο της Γερμανικής Πρεσβείας στο εναγόμενο Κράτος, όπως ορίζεται στο Άρθρο 36 § 1 (β) της Σύμβασης της Βιέννης για τις Προξενικές Σχέσεις (βλ. παράγραφο 93 παραπάνω). Επίσης, δεν του δόθηκε η δυνατότητα να παρουσιαστεί ενώπιον κάποιου δικαστηρίου για την εξέταση της νομιμότητας της κράτησής του (βλ. παραγράφους 84 και 90 παραπάνω). Η μη αναγνωρισμένη και σε καθεστώς απομόνωσης κράτηση σημαίνει ότι είχε αφεθεί πλήρως στο έλεος των ατόμων που τον κρατούσαν (βλ. Aksoy, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 83). Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει εντελώς απαράδεκτο το γεγονός ότι σε ένα Κράτος που υπόκειται σε κανόνες δικαίου, ένα άτομο μπορεί να στερηθεί την ελευθερία του σε κάποιον ασυνήθιστο χώρο κράτησης εκτός οποιουδήποτε δικαστικού πλαισίου, όπως ήταν το ξενοδοχείο στην παρούσα υπόθεση. Θεωρεί ότι η κράτησή του σε ένα τόσο ασυνήθιστο μέρος αυξάνει τον αυθαίρετο χαρακτήρα της στέρησης της ελευθερίας (βλ., κατ’ αναλογία, Bitiyeva και X κατά Ρωσίας, αρ. 57953/00 και 37392/03, § 118, 21 Ιουνίου 2007).
237. Λαμβάνοντας υπόψη το παραπάνω συμπέρασμα και το γεγονός ότι η εναγόμενη Κυβέρνηση δεν έδωσε καμία εξήγηση για την κράτηση του προσφεύγοντα από τις 31 Δεκεμβρίου 2003 έως τις 23 Ιανουαρίου 2004, και δεν υπέβαλλε κανένα έγγραφο ως μέσο εξήγησης, το Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι, κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, ο προσφεύγων βρισκόταν υπό μη αναγνωρισμένη κράτηση σε πλήρη αντίθεση με τις διασφαλίσεις που ορίζονται στο Άρθρο 5, και ότι αυτό αποτελεί μια ιδιαίτερα σοβαρή παραβίαση του δικαιώματός του στην ελευθερία και την ασφάλεια, όπως διασφαλίζονται από το Άρθρο 5 της Σύμβασης (βλ. Gisayev κατά Ρωσίας, αρ. 14811/04, §§ 152-153, 20 Ιανουαρίου 2011, Kadirova και άλλοι κατά Ρωσίας, αρ. 5432/07, §§ 127-130, 27 Μαρτίου 2012, και Chitayev και Chitayev κατά Ρωσίας, αρ. 59334/00, § 173, 18 Ιανουαρίου 2007).
(ii) Η μετέπειτα κράτηση του προσφεύγοντα
238. Με βάση τα συμπεράσματά του σχετικά με τα γεγονότα που έχουν θεμελιωθεί με το απαιτούμενο βάρος της απόδειξης (βλ. παραγράφους 165 και 167 παραπάνω), το Δικαστήριο παρατηρεί ότι στις 23 Ιανουαρίου 2004, οι δυνάμεις ασφαλείας της ΠΓΔΜ παρέδωσαν τον προσφεύγοντα στο αεροδρόμιο των Σκοπίων σε πράκτορες της CIA, οι οποίοι τον μετέφεραν στο Αφγανιστάν με ειδικό αεροπλάνο της CIA, που περιγράφηκε στην έρευνα Marty ως το «γνωστό αεροπλάνο N313P που χρησιμοποιείται στις παραδόσεις» (βλ. την παράγραφο 64 της έκθεσης Marty του 2006). Παρέμεινε εκεί μέχρι τις 28 Μαΐου 2004, που γύρισε πίσω στη Γερμανία, μέσω Αλβανίας.
239. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι ένα Αντισυμβαλλόμενο Κράτος θα παραβίαζε το Άρθρο 5 της Σύμβασης, αν απομάκρυνε κάποιον προσφεύγοντα σε ένα Κράτος, όπου αυτός θα βρισκόταν σε σοβαρό κίνδυνο κατάφωρης παραβίασης του εν λόγω Άρθρου (βλ. Othman (Abu Qatada) κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 8139/09, § 233, 17 Ιανουαρίου 2012). Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο έχει ήδη θεμελιώσει με το απαιτούμενο βάρος της απόδειξης ότι ο προσφεύγων έπεσε θύμα «έκτακτης παράδοσης» (βλ. παράγραφο 221 παραπάνω), που περιλαμβάνει κράτηση ... «εκτός του συνήθους νομικού συστήματος» και η οποία, «καταστρατηγώντας σκοπίμως τη νόμιμη διαδικασία, αποτελεί παραβίαση των κανόνων δικαίου και των αξιών που προστατεύονται από τη Σύμβαση» (βλ. Babar Ahmad και άλλοι, που αναφέρθηκε παραπάνω, §§ 113-114). Επίσης, η κράτηση υπόπτων για τρομοκρατική δράση στο πλαίσιο του προγράμματος «παραδόσεων» που πραγματοποιείται από τις αμερικανικές αρχές έχει ήδη κριθεί ως αυθαίρετη σε παρόμοιες υποθέσεις (βλ. παραγράφους 103, 106, 113, 119 και 123 παραπάνω). Υπό αυτές τις περιστάσεις, το Δικαστήριο θεωρεί ότι θα έπρεπε να είναι σαφές για τις αρχές της ΠΓΔΜ ότι, μετά την παράδοσή του στις αμερικανικές αρχές, ο προσφεύγων διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο κατάφωρης παραβίασης των δικαιωμάτων του σύμφωνα με το Άρθρο 5. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το Άρθρο 5 της Σύμβασης επιβάλλει στο Κράτος την υποχρέωση, όχι μόνο να απέχει από ενεργή παραβίαση των εν λόγω δικαιωμάτων, αλλά και να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να παρέχει προστασία από παράνομη παρέμβαση σε αυτά τα δικαιώματα σε όλους όσοι βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας του (βλ. Storck κατά Γερμανίας, αρ. 61603/00, §§ 100-101, ΕΔΔΑ 2005‑V, και Medova κατά Ρωσίας, αρ. 25385/04, § 123, 15 Ιανουαρίου 2009). Οι αρχές της ΠΓΔΜ όχι μόνο δεν συμμορφώθηκαν με τη θετική υποχρέωσή τους να προστατέψουν τον προσφεύγοντα από το να πέσει θύμα κράτησης που παραβιάζει το Άρθρο 5 της Σύμβασης, αλλά διευκόλυναν ενεργά τη μετέπειτα κράτησή του στο Αφγανιστάν παραδίδοντάς τον στη CIA, παρά το γεγονός ότι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν τον κίνδυνο που ενείχε αυτή η μεταφορά. Το Δικαστήριο θεωρεί γι’ αυτόν τον λόγο ότι το εναγόμενο Κράτος υπέχει επίσης ευθύνη όσον αφορά την κράτηση του προσφεύγοντα από τις 23 Ιανουαρίου έως τις 28 Μαΐου 2004 (βλ., κατ’ αναλογία, Rantsev κατά Κύπρου και Ρωσίας, αρ. 25965/04, § 207, ΕΔΔΑ 2010).
iii) Συμπέρασμα
240. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η απαγωγή και η κράτηση του προσφεύγοντα αντιστοιχεί σε «εξαναγκαστική εξαφάνιση», όπως ορίζεται στο διεθνές δίκαιο (βλ. παραγράφους 95 και 100 παραπάνω). Η «εξαναγκαστική εξαφάνιση» του προσφεύγοντα, αν και προσωρινή, χαρακτηριζόταν από μια συνεχή κατάσταση αβεβαιότητας και μη εξήγησης, καθ’ όλη τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του (βλ. Βαρνάβας και άλλοι, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 148). Γι’ αυτόν τον λόγο, το Δικαστήριο θα σημείωνε ότι στην περίπτωση σειράς παράνομων πράξεων ή παραλείψεων, η παραβίαση εκτείνεται καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου από την τέλεση της πρώτης πράξης και συνεχίζει όσο οι πράξεις και οι παραλείψεις επαναλαμβάνονται και παραμένουν αντίθετες με τη σχετική διεθνή υποχρέωση (βλ. Ilaşcu και άλλοι, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 321, και βλ. επίσης παράγραφο 97 παραπάνω).
241. Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι η εναγόμενη Κυβέρνηση πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνη για την παραβίαση των δικαιωμάτων του προσφεύγοντα σύμφωνα με το Άρθρο 5 της Σύμβασης καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου αιχμαλωσίας του.
(iv) Διαδικαστική πτυχή του Άρθρου 5: έλλειψη αποτελεσματικής διερεύνησης
242. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει ότι το εναγόμενο Κράτος δεν διεξήγαγε αποτελεσματική διερεύνηση για τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα για κακομεταχείριση (βλ. παραγράφους 186-194 παραπάνω). Για τους ίδιους λόγους, κρίνει ότι δεν έγινε ουσιαστική έρευνα σχετικά με τους βάσιμους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα ότι κρατήθηκε αυθαίρετα (βλ. Kurt, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 128).
243. Κατά συνέπεια, αποφασίζει ότι το εναγόμενο Κράτος παραβίασε το Άρθρο 5 της Σύμβασης, όσον αφορά τη διαδικαστική του πτυχή.
V. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
244. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε επίσης ότι η μυστική και εξωδικαστική απαγωγή και αυθαίρετη κράτησή του παραβίασε τα δικαιώματά του σύμφωνα με το Άρθρο 8 της Σύμβασης, η οποία ορίζει τα εξής:
«1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής
ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.
2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων.»
A. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
245. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι η δοκιμασία του ήταν εντελώς αυθαίρετη και συνιστά σοβαρή παραβίαση του δικαιώματός του όσον αφορά τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο. Για πάνω από τέσσερις μήνες κρατούνταν σε καθεστώς απομόνωσης, βλέποντας μόνο τους φύλακες και τα άτομα που διεξήγαγαν την ανάκριση και ευρισκόμενος μακριά από την οικογένειά του, η οποία δεν είχε ιδέα για την τύχη του. Αυτή η κατάσταση είχε σοβαρές συνέπειες για τη σωματική και ψυχολογική του ακεραιότητα.
246. Η Κυβέρνηση αμφισβήτησε το εν λόγω επιχείρημα.
B. Η κρίση του Δικαστηρίου
1. Επί του παραδεκτού
247. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι προφανώς αβάσιμος, κατά την έννοια του Άρθρου 35 § 3 της Σύμβασης. Σημειώνει επίσης ότι δεν θεωρείται απαράδεκτος για κάποιον άλλο λόγο. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτός.
2. Επί της ουσίας
248. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια της «ιδιωτικής ζωής» είναι ευρεία και δεν υπόκειται σε εξαντλητικό ορισμό. Μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να καλύπτει την ηθική και σωματική ακεραιότητα του ατόμου. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει επίσης ότι αυτές οι πτυχές της έννοιας επεκτείνονται και σε καταστάσεις στέρησης ελευθερίας (βλ. Raninen κατά Φιλανδίας, 16 Δεκεμβρίου 1997, § 63, Reports 1997‑VIII). Το Άρθρο 8 προστατεύει επίσης το δικαίωμα στην προσωπική ανάπτυξη, το δικαίωμα δημιουργίας και ανάπτυξης σχέσεων με άλλους ανθρώπους και τον έξω κόσμο. Απαγορεύεται η μεταχείριση ενός ατόμου με τρόπο που να προσβάλλει την αξιοπρέπειά του, καθώς «η ουσία της Σύμβασης είναι ο σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ανθρώπινη ελευθερία» (βλ. Pretty κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 2346/02, §§ 61 και 65, ΕΔΔΑ 2002‑III). Ακόμα, η αμοιβαία απόλαυση της συντροφιάς μεταξύ των μελών της οικογένειας αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της οικογενειακής ζωής (βλ., κατ’ αναλογία, Olsson κατά Σουηδίας (αρ. 1), 24 Μαρτίου 1988, § 59, Σειρά A αρ. 130). Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι βασικός σκοπός του Άρθρου 8 είναι η προστασία του ατόμου από αυθαίρετη παρέμβαση των κρατικών αρχών (βλ. Kroon και άλλοι κατά Ολλανδίας, 27 Οκτωβρίου 1994, § 31, Σειρά A αρ. 297‑C).
249. Λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματα σχετικά με την ευθύνη του εναγόμενου Κράτους βάσει των Άρθρων 3 και 5 της Σύμβασης, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ενέργειες αλλά και οι παραλείψεις του Κράτους υπέχουν την ευθύνη του σύμφωνα με το Άρθρο 8 της Σύμβασης. Όσον αφορά τα στοιχεία που έχουν θεμελιωθεί, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η παρέμβαση στο δικαίωμα του προσφεύγοντα για σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής «δεν ήταν σύμφωνη με τον νόμο».
250. Κατά συνέπεια, κρίνει ότι στην παρούσα υπόθεση υπάρχει παραβίαση του Άρθρου 8 της Σύμβασης.
VI. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
251. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν είχε τη δυνατότητα πραγματικής προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 13 της Σύμβασης αναφορικά με τα δικαιώματά του βάσει των Άρθρων 3, 5 και 8 της Σύμβασης. Στηρίχθηκε στο Άρθρο 13 της Σύμβασης, που ορίζει τα εξής:
«Παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη παρούση Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των.»
A. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
252. Ο προσφεύγων δήλωσε ότι δεν διεξήχθη αποτελεσματική διερεύνηση, ικανή να αποδείξει τα γεγονότα της κράτησης και της μεταχείρισής του, συμπληρωματικά με το στοιχείο της έρευνας που ορίζεται στο Άρθρο 3 της Σύμβασης. Επιπλέον, δεν υπήρξε η δυνατότητα εγχώριας προσφυγής για την εξέταση της νομιμότητας της κράτησής του στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και της παράδοσής του στη CIA, επιβοηθητικό των δικαιωμάτων του σύμφωνα με το Άρθρο 5. Το ίδιο ισχύει και για τα δικαιώματά του σύμφωνα με το Άρθρο 8 της Σύμβασης.
253. Η Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι πριν τη δήλωση του κ. H.K., ο προσφεύγων δεν είχε τη δυνατότητα αποτελεσματικής εγχώριας προσφυγής, όπως απαιτείται βάσει του Άρθρου 13 αναφορικά με τους ισχυρισμούς του βάσει των Άρθρων 3 και 5 της Σύμβασης. Ακόμα, παραδέχτηκε ότι, λόγω έλλειψης συμπερασμάτων από την ποινική έρευνα, η άσκηση αστικής προσφυγής, ως τέτοια, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί αποτελεσματική σε σχέση με τον ισχυρισμό του προσφεύγοντα σύμφωνα με το Άρθρο 8 της Σύμβασης.
B. Η κρίση του Δικαστηρίου
1. Επί του παραδεκτού
254. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι προφανώς αβάσιμος, κατά την έννοια του Άρθρου 35 § 3 της Σύμβασης. Σημειώνει επίσης ότι δεν θεωρείται απαράδεκτος για κάποιον άλλο λόγο. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτός.
2. Επί της ουσίας
(α) Γενικές αρχές που διαμόρφωσε η νομολογία του Δικαστηρίου
255. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το Άρθρο 13 εγγυάται τη διαθεσιμότητα σε εθνικό επίπεδο προσφυγής για την εφαρμογή της ουσίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που ορίζονται στη Σύμβαση με οποιαδήποτε μορφή τυγχάνει να διασφαλίζονται στην εγχώρια έννομη τάξη. Σκοπός του εν λόγω Άρθρου λοιπόν είναι να καταστήσει υποχρεωτική τη διάθεση εγχώριας προσφυγής και, ως εκ τούτου, οι αρμόδιες εθνικές αρχές να πρέπει τόσο να ελέγχουν το περιεχόμενο του ισχυρισμού περί παραβίασης της Σύμβασης όσο και να μεριμνούν για την κατάλληλη επίλυση του ζητήματος, παρόλο που τα Αντισυμβαλλόμενα Κράτη μπορούν να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, με τρόπο που παραμένει στη διακριτική τους ευχέρεια. Το πεδίο της υποχρέωσης σύμφωνα με το Άρθρο 13 ποικίλει ανάλογα με τη φύση του ισχυρισμού του προσφεύγοντα σύμφωνα με τη Σύμβαση. Ωστόσο, η προσφυγή που απαιτείται σύμφωνα με το Άρθρο 13 πρέπει να είναι «πραγματική» τόσο de facto όσο και de iure, ειδικά με την έννοια ότι η άσκησή της δεν πρέπει να παρεμποδίζεται αδικαιολόγητα από πράξεις ή παραλείψεις των αρχών του εναγόμενου Κράτους. Στην περίπτωση που κάποιο άτομο έχει βάσιμη αξίωση ότι έχει υποστεί κακομεταχείριση από κρατικούς παράγοντες, η έννοια της «πραγματικής προσφυγής» περιλαμβάνει, εκτός από την απόδοση αποζημίωσης όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο, ενδελεχή και αποτελεσματική διερεύνηση, ικανή να οδηγήσει στην ταυτοποίηση και την τιμωρία των υπευθύνων και να περιλαμβάνει ουσιαστική πρόσβαση του προσφεύγοντα στην ερευνητική διαδικασία (βλ. Anguelova, που αναφέρθηκε παραπάνω, §§ 161-162, Assenov και άλλοι, που αναφέρθηκε παραπάνω, §§ 114 και εξής, Süheyla Aydın κατά Τουρκίας, αρ. 25660/94, § 208, 24 Μαΐου 2005, και Aksoy, που αναφέρθηκε παραπάνω, §§ 95 και 98).
256. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ακόμα ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 13 είναι ευρύτερες από την υποχρέωση του Αντισυμβαλλόμενου Κράτους, σύμφωνα με τα Άρθρα 3 και 5, να διεξάγει αποτελεσματική διερεύνηση για την εξαφάνιση ενός ατόμου που φαίνεται ότι είναι υπό τον έλεγχό του, για την καλή κατάσταση του οποίου είναι κατά συνέπεια υπεύθυνο (βλ., κατ’ αναλογία, Orhan, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 384, Khashiyev και Akayeva κατά Ρωσίας, αρ. 57942/00 και 57945/00, § 183, 24 Φεβρουαρίου 2005, και Kurt, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 140).
257. Δεδομένης της μη αναστρέψιμης φύσης της βλάβης που μπορεί να προκύψει αν ο κίνδυνος κακομεταχείρισης πραγματοποιηθεί και της σημασίας που δίνει το Δικαστήριο στο Άρθρο 3, η έννοια της πραγματικής προσφυγής σύμφωνα με το Άρθρο 13 επιβάλλει ανεξάρτητο και εξονυχιστικό έλεγχο του ισχυρισμού ότι υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι ότι ελλοχεύει πραγματικός κίνδυνος κακομεταχείρισης, που αντιβαίνει στις διατάξεις του Άρθρου 3 (βλ. Jabari κατά Τουρκίας, αρ. 40035/98, § 50, ΕΔΔΑ 2000‑VIII). Ο εν λόγω έλεγχος πρέπει να διεξάγεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη τι μπορεί να έχει διαπράξει το άτομο για να εκδιώκεται ή τυχόν απειλή για την εθνική ασφάλεια του Κράτους απέλασης (βλ. Chahal, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 151).
(β) Εφαρμογή των παραπάνω αρχών στην παρούσα υπόθεση
258. Το Δικαστήριο έχει αποδείξει ότι ο προσφεύγων έθεσε την ουσία των αδικημάτων σύμφωνα με τα Άρθρα 3, 5 και 8 της Σύμβασης ενώπιον του εισαγγελέα. Αυτοί οι ισχυρισμοί δεν αποτέλεσαν ποτέ αντικείμενο σοβαρής διερεύνησης, αφού απορρίφθηκαν με μια εξήγηση στην οποία κατέληξαν βιαστικά ότι ο προσφεύγων δεν υπέστη ποτέ καμία εκ των πράξεων που ισχυρίζεται. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει ότι το εναγόμενο Κράτος είναι υπεύθυνο για παραβίαση των δικαιωμάτων του προσφεύγοντα σύμφωνα με τα Άρθρα 3, 5 και 8 της Σύμβασης. Οι ισχυρισμοί του σύμφωνα με τα εν λόγω Άρθρα είναι, γι’ αυτόν τον λόγο, «βάσιμοι» για τους σκοπούς του Άρθρου 13 (βλ. Boyle και Rice κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 27 Απριλίου 1988, § 52, Σειρά A αρ. 131).
259. Συνεπώς, ο προσφεύγων θα έπρεπε να είχε μπορέσει να προσφύγει σε πραγματικά και πρακτικά ένδικα μέσα που θα οδηγούσαν στην ταυτοποίηση και την τιμωρία των υπευθύνων, καθώς και στην χορήγηση αποζημίωσης, για τους σκοπούς του Άρθρου 13. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω (βλ. παραγράφους 186-194 και 242 παραπάνω), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διεξήχθη κάποια πραγματική ποινική έρευνα σύμφωνα με το Άρθρο 13 σχετικά με τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα βάσει των Άρθρων 3 και 5 της Σύμβασης. Η επιφανειακή προσέγγιση που επέδειξε ο εισαγγελέας δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνη με το καθήκον του να διεξάγει έρευνα όσον αφορά τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα για κακομεταχείριση και παράνομη στέρηση ελευθερίας. Η Κυβέρνηση επίσης επιβεβαίωσε επίσης την έλλειψη πραγματικής προσφυγής το σχετικό διάστημα (βλ. παράγραφο 253 παραπάνω).
260. Επιπλέον, δεν υποβλήθηκε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η απόφαση παράδοσης του προσφεύγοντα στη CIA εξετάστηκε αναφορικά με το ζήτημα του κινδύνου κακομεταχείρισης ή κατάφωρης παραβίασης του δικαιώματός του στην ατομική ελευθερία και ασφάλεια, είτε από κάποια δικαστική αρχή είτε από κάποια άλλη αρχή που να παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ότι η προσφυγή ενώπιόν της θα είναι πραγματική (βλ. Chahal, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 152).
261. Όπως τόνισε η Κυβέρνηση στους ισχυρισμούς της, η αναποτελεσματικότητα της ποινικής έρευνας υπονομεύει την αποτελεσματικότητα κάθε άλλης προσφυγής, συμπεριλαμβανομένης μιας αγωγής αποζημίωσης. Το Δικαστήριο έχει ήδη βγάλει απόφαση σε παρόμοιες υποθέσεις ότι η αξίωση αποζημίωσης είναι θεωρητική και πλασματική και δεν είναι ικανή να παρέχει επανόρθωση στον προσφεύγοντα (βλ., κατ’ αναλογία, Cobzaru, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 83, Estamirov και άλλοι κατά Ρωσίας, αρ. 60272/00, §§ 77 και 120, 12 Οκτωβρίου 2006, και Musayev και άλλοι κατά Ρωσίας, αρ. 57941/00, 58699/00 και 60403/00, § 175, 26 Ιουλίου 2007).
262. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι αρνήθηκαν στον προσφεύγοντα το δικαίωμά του σε πραγματική προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 13, λαμβάνοντας υπόψη και τα Άρθρα 3, 5 και 8 της Σύμβασης.
VII. ΑΛΛΕΣ ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΕΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
263. Τέλος, ο προσφεύγων επικαλέστηκε το Άρθρο 10 της Σύμβασης, ισχυριζόμενος ότι είχε δικαίωμα να ενημερωθεί για την αλήθεια σχετικά με τις περιστάσεις που οδήγησαν στις εικαζόμενες παραβιάσεις των δικαιωμάτων του, όπως αυτά ορίζονται στη Σύμβαση. Το Άρθρο 10 ορίζει:
«1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Το παρόν Άρθρον δεν κωλύει τα Κράτη από του να υποβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιοφωνίας, κινηματογράφου ή τηλεοράσεως εις κανονισμούς εκδόσεως αδειών λειτουργίας.
2. Η άσκησις των ελευθεριών τούτων, συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνας, δύναται να υπαχθεί εις ωρισμένας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, προβλεπομένους υπό του νόμου και αποτελούντας αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία, δια την εθνικήν ασφάλειαν, την εδαφικήν ακεραιότηταν ή την δημόσιαν ασφάλειαν, προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, την προστασίαν της υπολήψεως ή των
δικαιωμάτων των τρίτων, την παρεμπόδισιν της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών, ή την διασφάλισιν του κύρους και αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.»
264. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι το ζήτημα που εγείρεται σύμφωνα με το παρόν Άρθρο καλύπτεται επί της ουσίας από τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα σύμφωνα με το Άρθρο 3 και έχει ήδη εξεταστεί αναφορικά με τους εν λόγω ισχυρισμούς (βλ. παράγραφο 192 παραπάνω). Η παρούσα υπόθεση δεν θέτει κάποιο ιδιαίτερο ζήτημα που πρέπει να αναλυθεί μόνο σύμφωνα με το Άρθρο 10, που δεν σχετίζεται με τα γεγονότα που καταγγέλθηκαν. Συνεπώς, δεν σημειώνεται καμία παραβίαση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του προσφεύγοντα, όπως ορίζονται στο εν λόγω άρθρο.
265. Άρα, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι προφανώς αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το Άρθρο 35 §§ 3 (α) και 4 της Σύμβασης.
VIII. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
266. Το Άρθρο 41 της Σύμβασης ορίζει ότι:
«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της, και αν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους δεν επιτρέπει παρά μόνο ατελή εξάλειψη των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο χορηγεί, εφόσον είναι αναγκαίο, στον παθόντα δίκαιη ικανοποίηση.»
A. Ζημία
267. Ο προσφεύγων αξιώνει 300.000 ευρώ (EUR) για ηθική βλάβη, για την ταλαιπωρία, την αγωνία και τον ψυχικό κλονισμό που υπέστη λόγω της κακομεταχείρισής του, της μη αναγνωρισμένης κράτησής του, της αβεβαιότητας που ένιωθε για την τύχη του, της άρνησης της εναγόμενης Κυβέρνησης να αναγνωρίσει την αλήθεια και του γεγονότος ότι είναι αδύνατον να αποκαταστήσει το όνομά του. Όσον αφορά το τελευταίο, ισχυρίζεται ότι έπεσε θύμα «συστηματικής προσπάθειας δυσφήμισης», που είχε αρνητικές συνέπειες για την επαγγελματική του εξέλιξη. Για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του, αναφέρθηκε σε παρόμοιες υποθέσεις στις οποίες οι Κυβερνήσεις της Σουηδίας, του Καναδά και του Ηνωμένου Βασιλείου (βλ. παραγράφους 110 και 129 παραπάνω) αναγκάστηκαν ή συμφώνησαν να πληρώσουν αποζημίωση που κυμαινόταν μεταξύ 450.000 δολαρίων ΗΠΑ (USD) και 10.000.000 δολαρίων ΗΠΑ (USD). Επίσης ζητά από το Δικαστήριο να επιβάλλει στο εναγόμενο Κράτος να διεξάγει ουσιαστική και ενδελεχή έρευνα σχετικά με τα γεγονότα της υπόθεσής του. Ο προσφεύγων δεν αξιώνει αποζημίωση για χρηματική ζημία.
268. Η Κυβέρνηση αμφισβητεί τις εν λόγω αξιώσεις του προσφεύγοντα. Επαναλαμβάνει ότι ο προσφεύγων δεν είχε πέσει θύμα «έκτακτης παράδοσης» και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ως μη τεκμηριωμένους. Τέλος, δηλώνει ότι η εκτίμηση οποιασδήποτε αποζημίωσης πρέπει να αποφασιστεί με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης και όχι σε σύγκριση με άλλες υποθέσεις.
269. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το Άρθρο 41 του δίνει το δικαίωμα να επιδικάζει στον ζημιωθέντα διάδικο το ποσό της ικανοποίησης που εκείνο κρίνει κατάλληλο. Σε αυτό το πλαίσιο, παρατηρεί ότι έχει αποδειχθεί ότι σημειώθηκαν σοβαρές παραβιάσεις αρκετών διατάξεων της Σύμβασης από το εναγόμενο Κράτος. Το Δικαστήριο έχει οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι ο προσφεύγων υπέστη βασανιστήρια και κακομεταχείριση και ότι το εναγόμενο Κράτος υπέχει ευθύνη για τη συνειδητή παράδοση του προσφεύγοντα στη CIA, παρόλο που υπήρχαν σοβαροί λόγοι να πιστεύει ότι υπήρχε πιθανότητα να υποστεί μεταχείριση που να αντιβαίνει στις διατάξεις του Άρθρου 3 της Σύμβασης. Πιστεύει επίσης ότι ο προσφεύγων κρατήθηκε αυθαίρετα, αντίθετα με τις διατάξεις του Άρθρου 5. Ακόμα, το εναγόμενο Κράτος δεν διεξήγαγε αποτελεσματική διερεύνηση, όπως απαιτείται σύμφωνα με τα Άρθρα 3 και 5 της Σύμβασης. Επιπλέον, το Δικαστήριο κρίνει ότι σημειώθηκε παραβίαση των δικαιωμάτων του προσφεύγοντα σύμφωνα με το Άρθρο 8. Τέλος, θεωρεί το εναγόμενο Κράτος υπεύθυνο που δεν παρείχε πραγματική προσφυγή κατά την έννοια του Άρθρου 13 της Σύμβασης για τα αδικήματα που υπέστη ο προσφεύγων σύμφωνα με τα Άρθρα 3, 5 και 8. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι με βάση τις παραβιάσεις που σημειώθηκαν, ο προσφεύγων αδιαμφισβήτητα υπέστη ηθική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί μόνο με τη στοιχειώδη ετυμηγορία της παραβίασης.
270. Συνεπώς, δεδομένης της πολύ μεγάλης σοβαρότητας των παραβιάσεων της Σύμβασης των οποίων έπεσε θύμα ο προσφεύγων, και αποφαινόμενο κατά δίκαιη κρίση όπως ορίζεται από το Άρθρο 41 της Σύμβασης, το Δικαστήριο του επιδικάζει αποζημίωση 60.000 ευρώ, πλέον οποιουδήποτε ποσού μπορεί να οφείλεται ως φόρος (βλ. Ilaşcu και άλλοι, που αναφέρθηκε παραπάνω, § 489).
B. Έξοδα και δικαστική δαπάνη
271. Ο προσφεύγων δεν ζήτησε αποζημίωση για τα έξοδα και τη δικαστική δαπάνη στα οποία προέβη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και ενώπιον του Δικαστηρίου.
272. Συνεπώς, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν υπάρχει λόγος να του επιδικάσει κάποιο σχετικό ποσό.
Γ. Τόκοι υπερημερίας
273. Το Δικαστήριο κρίνει σωστό να υπολογίσει το ύψος των τόκων υπερημερίας με βάση το επιτόκιο διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΜΟΦΩΝΑ
1. Απορρίπτει την αρχική ένσταση της Κυβέρνησης περί μη συμμόρφωσης με τον κανόνα των έξι μηνών.
2. Κηρύσσει την προσφυγή παραδεκτή όσον αφορά τις αιτιάσεις που στηρίζονται στα Άρθρα 3, 5, 8 και 13 της Σύμβασης και απαράδεκτη για τα περαιτέρω.
3. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 3 της Σύμβασης ως προς τη διαδικαστική του πτυχή για το γεγονός ότι το εναγόμενο Κράτος δεν διεξήγαγε αποτελεσματική διερεύνηση σχετικά με τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα για κακομεταχείριση.
4. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 3 της Σύμβασης από το εναγόμενο Κράτος όσον αφορά την απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση που υπέστη ο προσφεύγων κατά την κράτησή του στο ξενοδοχείο στα Σκόπια.
5. Αποφαίνεται ότι το εναγόμενο Κράτος είναι υπεύθυνο για την κακομεταχείριση που υπέστη ο προσφεύγων στο αεροδρόμιο των Σκοπίων και ότι αυτή η μεταχείριση πρέπει χαρακτηριστεί ως βασανιστήριο κατά την έννοια του Άρθρου 3 της Σύμβασης.
6. Αποφαίνεται ότι το εναγόμενο Κράτος υπέχει ευθύνη όσον αφορά την παράδοση του προσφεύγοντα στις αμερικανικές αρχές παρά την ύπαρξη σοβαρού κινδύνου να υποστεί περαιτέρω μεταχείριση που αντιβαίνει στο Άρθρο 3 της Σύμβασης.
7. Αποφαίνεται ότι η κράτηση του προσφεύγοντα στο ξενοδοχείο για είκοσι τρεις ημέρες ήταν αυθαίρετη και αντίθετη με το Άρθρο 5 της Σύμβασης.
8. Αποφαίνεται ότι το εναγόμενο Κράτος ευθύνεται σύμφωνα με το Άρθρο 5 της Σύμβασης για την επακόλουθη αιχμαλωσία του προσφεύγοντα στο Αφγανιστάν.
9. Αποφαίνεται ότι το εναγόμενο Κράτος δεν διεξήγαγε αποτελεσματική διερεύνηση σχετικά με τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα για αυθαίρετη κράτηση, όπως ορίζεται στο Άρθρο 5 της Σύμβασης.
10. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 8 της Σύμβασης.
11. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 13 της Σύμβασης λόγω της έλλειψης πραγματικής προσφυγής για τις καταγγελίες του προσφεύγοντα σύμφωνα με τα Άρθρα 3, 5 και 8 της Σύμβασης.
12. Αποφαίνεται
(α) ότι το εναγόμενο Κράτος οφείλει να καταβάλει στον προσφεύγοντα, μέσε σε διάστημα τριών μηνών, 60.000 (εξήντα χιλιάδες) ευρώ για ηθική βλάβη, πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται ως φόρος,
(β) ότι, από τη λήξη της τρίμηνης αυτής προθεσμίας και μέχρι την καταβολή, το ποσό αυτό θα προσαυξηθεί με τόκο, υπολογιζόμενο με επιτόκιο ίσο με το ισχύον την περίοδο εκείνη επιτόκιο διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.
13. Απορρίπτει το αίτημα δίκαιης ικανοποίησης του προσφεύγοντα κατά τα λοιπά.
Συντάχθηκε στην αγγλική και τη γαλλική γλώσσα, και εκδόθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κτίριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο, στις 13 Δεκεμβρίου 2012.
Michael O’BoyleNicolas Bratza
Αναπληρωτής ΓραμματέαςΠρόεδρος
Σύμφωνα με τα Άρθρα 45 § 2 της Σύμβασης και 74 § 2 του Κανονισμού, στην παρούσα απόφαση επισυνάπτονται οι παρακάτω ξεχωριστές γνώμες:
(α) η κοινή σύμφωνη γνώμη των δικαστών Tulkens, Spielmann, Σισιλιάνου και Keller,
(β) η κοινή σύμφωνη γνώμη των δικαστών Casadevall και López Guerra.
N.B.
M.O’B.
Οι ξεχωριστές γνώμες δεν μεταφράστηκαν, αλλά εμφανίζονται στην αγγλική και/ή στη γαλλική γλώσσα στο(στα) κείμενο(α) της επίσημης γλώσσας της απόφασης, το(τα) οποίο(α) είναι προσπελάσιμο(α) στη βάση δεδομένων HUDOC της νομολογίας του Δικαστηρίου.
© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013.
Οι επίσημες γλώσσες του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι η αγγλική και η γαλλική. Η παρούσα μετάφραση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο το οποίο δεν φέρει καμία ευθύνη για την ποιότητά της. Η μετάφραση είναι διαθέσιμη στη βάση νομολογίας HUDOC του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων () και σε κάθε άλλη βάση δεδομένων όπου έχει κοινοποιηθεί από το Δικαστήριο. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή της για μη εμπορικούς σκοπούς, με τον όρο να παρατίθεται ο πλήρης τίτλος της υπόθεσης και η παρακάτω ένδειξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Όποιος τυχόν επιθυμεί να χρησιμοποιήσει ολόκληρη ή μέρος της παρούσας μετάφρασης για εμπορικούς σκοπούς, καλείται να επικοινωνήσει με τη διεύθυνση: publishing@.
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013.
The official languages of the European Court of Human Rights are English and French. This translation does not bind the Court, nor does the Court take any responsibility for the quality thereof. It may be downloaded from the HUDOC case-law database of the European Court of Human Rights () or from any other database with which the Court has shared it. It may be reproduced for non-commercial purposes on condition that the full title of the case is cited, together with the above copyright indication. If it is intended to use any part of this translation for commercial purposes, please contact publishing@.
© Conseil de l’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013.
Les langues officielles de la Cour européenne des droits de l’homme sont le français et l’anglais. La présente traduction ne lie pas la Cour, et celle-ci décline toute responsabilité quant à sa qualité. Elle peut être téléchargée à partir de HUDOC, la base de jurisprudence de la Cour européenne des droits de l’homme (), ou de toute autre base de données à laquelle HUDOC l’a communiquée. Elle peut être reproduite à des fins non commerciales, sous réserve que le titre de l’affaire soit cité en entier et s’accompagne de l’indication de copyright ci-dessus. Toute personne souhaitant se servir de tout ou partie de la présente traduction à des fins commerciales est invitée à le signaler à l’adresse suivante : publishing@
Full & Egal Universal Law Academy