© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013. Αυτή η μετάφραση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε στην πλήρη ένδειξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο τέλος του παρόντος εγγράφου.
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013. This translation does not bind the Court. For further information see the full copyright indication at the end of this document.
© Conseil de l’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013. La présente traduction ne lie pas la Cour. Pour plus de renseignements veuillez lire l’indication de copyright/droits d’auteur à la fin du présent document.
ΤΜΗΜΑ ΕΥΡΕΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΕΩΣ
ΥΠΟΘΕΣΗ FABRIS κατά ΓΑΛΛΙΑΣ
(Προσφυγή αριθ. 16574/08)
ΑΠΟΦΑΣΗ
(επί της ουσίας)
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
7 Φεβρουαρίου 2013
Η απόφαση αυτή οριστικοποιήθηκε. Επιδέχεται μορφολογικές βελτιώσεις.
Για την υπόθεση της Fabris κατά Γαλλίας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που συνεδρίασε σε τμήμα ευρείας συνθέσεως συγκείμενο από τους:
Josep Casadevall, προεδρεύοντα,
Françoise Tulkens,
Nina Vajić,
Lech Garlicki,
Karel Jungwiert,
Elisabeth Steiner,
Alvina Gyulumyan,
Egbert Myjer,
Dragoljub Popović,
George Nicolaou,
András Sajó,
Ledi Bianku,
Nona Tsotsoria,
Işil Karakaş,
Guido Raimondi,
Paulo Pinto de Albuquerque,
André Potocki, δικαστές,
και Johan Callewaert, αναπληρωτή γραμματέα του τμήματος,
Κατόπιν συσκέψεως εν συμβουλίω στις 4 Απριλίου και 24 Οκτωβρίου 2012,
Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, που εγκρίνεται κατά την ημερομηνία που αναφέρθηκε τελευταία:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση προήλθε από προσφυγή (αριθ. 16574/08) κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας, με την οποία ένας Γάλλος υπήκοος, ο κ. Henry Fabris («ο προσφεύγων»), προσέφυγε στο Δικαστήριο την 1η Απριλίου 2008 σύμφωνα με το Άρθρο 34 της Σύμβασης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών («η Σύμβαση») .
2. Ο προσφεύγων εκπροσωπήθηκε από τον κ. A. Ottan, δικηγόρο Lunel. Η Γαλλική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από την υπάλληλό της, κ. E. Belliard, Διευθύντρια Νομικών Υποθέσεων στο Υπουργείο Εξωτερικών.
3. Επικαλούμενος το Άρθρο 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1 και το Άρθρο 8 της Σύμβασης, ο προσφεύγων, τέκνο εκ μοιχείας, ισχυρίστηκε ότι είχε υποστεί διάκριση λόγω των συνθηκών γέννησής του όσον αφορά την κατανομή της περιουσίας της μητέρας του.
4. Η προσφυγή ανατέθηκε στο πέμπτο τμήμα του Δικαστηρίου (Άρθρο 52 § 1 του Κανονισμού του Δικαστηρίου). Στις 10 Φεβρουαρίου 2010 ο πρόεδρος του τμήματος αποφάσισε να την κοινοποιήσει στην Κυβέρνηση. Όπως προβλέπεται από το πρώην Άρθρο 29 § 3 της Σύμβασης (τρέχον Άρθρο 29 § 1) και το Άρθρο 54A του κανονισμού, αποφάσισε να εξετάσει το βάσιμο συγχρόνως το παραδεκτό και την ουσία της προσφυγής. Στις 21 Ιουλίου 2011 κηρύχθηκε παραδεκτή από σώμα του πέμπτου τμήματος που αποτελούνταν από τους ακόλουθους δικαστές: Dean Spielmann, προεδρεύοντα, Jean-Paul Costa, Boštjan M. Zupančič, Mark Villiger, Isabelle Berro‑Lefèvre, Ann Power and Angelika Nußberger, δικαστές, και Claudia Westerdiek, γραμματέα του τμήματος. Έκρινε, με πέντε ψήφους έναντι δύο, ότι δεν υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1 και έκρινε ομόφωνα ότι δεν υπήρχε λόγος να εξετάσει ξεχωριστά την αιτίαση με βάση το Άρθρο 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το Άρθρο 8.
5. Στις 9 Σεπτεμβρίου 2011 ο προσφεύγων αιτήθηκε να παραπεμφθεί η υπόθεση στο τμήμα ευρείας συνθέσεως σύμφωνα με το Άρθρο 43 της Σύμβασης και το Άρθρο 73 του κανονισμού. Στις 28 Νοεμβρίου 2011 επιτροπή του τμήματος ευρείας συνθέσεως ενέκρινε το αίτημα.
6. Η σύνθεση του τμήματος ευρείας συνθέσεως καθορίστηκε με βάση τις διατάξεις του Άρθρου 26 §§ 4 και 5 της Σύμβασης και το Άρθρο 24 του κανονισμού.
7. Ο προσφεύγων και η Κυβέρνηση κατέθεσαν ο καθένας ένα υπόμνημα ενώπιον του τμήματος ευρείας συνθέσεως.
8. Η δημόσια ακρόαση έλαβε χώρα στο Κτίριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο, στις 4 Απριλίου 2012 (Άρθρο 59 § 3 του κανονισμού).
Εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου:
(a) για την Κυβέρνηση
κ.A.-F. Tissier,υπάλληλος,
κ.E. Topin, Υπουργείο Εξωτερικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων,
κ.M.-A. Recher, Υπουργείο Δικαιοσύνης,
κ.C. Azar, Υπουργείο Δικαιοσύνης,νομικοί σύμβουλοι,
(b) για τον προσφεύγοντα
κ.A. Ottan, δικηγόρος,
κ.M. Ottan, δικηγόρος,συνήγορος.
Το Δικαστήριο άκουσε αγορεύσεις του κ. Ottan και της κ. Tissier.
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
I. ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
9. Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1943 και ζει στην Ορλεάνη (Orléans).
A. Ιστορικό της υπόθεσης
10. Ο προσφεύγων αναγνωρίστηκε από τον πατέρα του κατά τη γέννησή του. Κατά τη στιγμή της σύλληψης του προσφεύγοντος, η μητέρα του – κ. M., το γένος R. – ήταν παντρεμένη και δύο τέκνα είχαν γεννηθεί από τον εν λόγω γάμο: A., γεννηθείσα το 1923, και J.L., γεννηθείς το 1941. Με διάταγμα της 28ης Φεβρουαρίου 1967, η μητέρα του προσφεύγοντος και ο σύζυγός της, κ. M., κηρύχθηκαν δικαστικώς χωρισμένοι.
11. Στις 24 Ιανουαρίου 1970, ο κ. και η κ. Μ. με πράξη εν ζωή μοίρασαν την περιουσία τους (δωρεά-διανομή) στα δύο νόμιμα τέκνα τους. Η συμβολαιογραφική πράξη, η οποία υπεγράφη ενώπιον συμβολαιογράφου, προέβλεπε επικαρπία προς όφελός τους και ανάκληση της δωρεάς σε περίπτωση παραβίασης των όρων και των προϋποθέσεών της. Κατά την υπογραφή της συμβολαιογραφικής πράξης ο κ. και η κ. Μ. δήλωσαν ότι οι δύο δωρεοδόχοι ήταν τα μόνα τους τέκνα.
12. Με την απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1983 το tribunal de grande instance του Μονπελιέ κήρυξε τον προσφεύγοντα τέκνο εκτός γάμου της κ. Μ., αφού διαπίστωσε ότι η κατάστασή του ως τέκνου εκτός γάμου είχε πλήρως τεκμηριωθεί.
13. Το 1984 ο προσφεύγων εξέφρασε την πρόθεσή του να αμφισβητήσει τη διανομή βάσει της πράξης εν ζωή του 1970. Κατά την εν λόγω ημερομηνία ο δικηγόρος του τον πληροφόρησε ότι η πράξη δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί κατά τη διάρκεια της ζωής του δωρητή και ότι η μόνη του επιλογή ήταν να ασκήσει προσφυγή για την ακύρωσή της εντός πέντε ετών από τον θάνατο του δωρητή.
14. Η μητέρα του προσφεύγοντα απεβίωσε τον Ιούλιο του 1994. Ο συμβολαιογράφος που είχε τη διαχείριση της περιουσίας ενημέρωσε τον προσφεύγοντα με την επιστολή της 7ης Σεπτεμβρίου 1994 ότι, ως τέκνο εκ μοιχείας, δικαιούταν μόνο το ήμισυ από το μερίδιο που θα ελάμβανε εάν ήταν νόμιμο τέκνο (εκείνη την εποχή το εφαρμοστέο δίκαιο προέβλεπε ότι ένα τέκνο εκ μοιχείας μπορούσε να κληρονομήσει μόνο το ήμισυ του μεριδίου ενός νόμιμου τέκνου – βλ. παραγράφους 26 και 27 παρακάτω). Πρόσθεσε ότι ο ετεροθαλής αδελφός και η ετεροθαλής αδελφή του προσφεύγοντος ήταν πρόθυμοι να του καταβάλουν 298.311 γαλλικά φράγκα (FRF) (περίπου 45.477 ευρώ (EUR)) μετρητά, διευκρινίζοντας ότι «σε περίπτωση μείωσης μετά την επακόλουθη γέννηση τέκνου, μόνο νομισματική μείωση [ήταν] δυνατή και σε καμία περίπτωση μείωση σε είδος». Δεν επετεύχθη συμφωνία μεταξύ των τριών τέκνων.
B. Προσφυγή για ακύρωση που άσκησε ο προσφεύγων
15. Με την κοινοποίηση προσφυγής της 7ης Ιανουαρίου 1998, ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή κατά του ετεροθαλούς αδελφού του J.L. και της ετεροθαλούς αδελφής του A. αιτούμενος ακύρωση της διανομής με πράξη εν ζωή σύμφωνα με το Άρθρο 1077-1 του Αστικού Κώδικα (βλ. παράγραφο 25 παρακάτω). Διεκδικούσε νόμιμη μοίρα ίση με το μερίδιό τους από την περιουσία της μητέρας τους.
16. Αφού το Δικαστήριο αποφάνθηκε κατά της Γαλλίας στην υπόθεση Mazurek κατά Γαλλίας (αριθ. 34406/97, 1 Φεβρουαρίου 2000, ECHR 2000‑II), η Γαλλία ψήφισε τον νόμο αριθ. 2001-1135 της 3ης Δεκεμβρίου 2001 (εφεξής «ο Νόμος του 2001»), τροποποιώντας τη νομοθεσία της και χορηγώντας στα τέκνα εκ μοιχείας ακριβώς ίδια κληρονομικά δικαιώματα με εκείνα των νόμιμων τέκνων (βλ. παράγραφο 28 παρακάτω). Ο εν λόγω νέος Νόμος τέθηκε σε ισχύ πριν από την έκδοση απόφασης επί της προσφυγής που άσκησε ο προσφεύγων. Οι μεταβατικές διατάξεις του προέβλεπαν ότι, με την επιφύλαξη οποιασδήποτε προηγούμενης συμφωνίας μεταξύ των μερών ή οριστικής δικαστικής απόφασης, οι διατάξεις σχετικά με τα νέα δικαιώματα κληρονομιάς τέκνων εκτός γάμου, των οποίων ο πατέρας ή η μητέρα, τη στιγμή της σύλληψής τους, δεσμευόταν με γάμο με άλλο πρόσωπο, ίσχυαν για κληρονομικές διαδοχές οι οποίες ήταν ήδη ανοικτές κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (4 Δεκεμβρίου 2001) και δεν οδηγήσει σε διανομή πριν από την εν λόγω ημερομηνία (παράγραφος 25(2) του Νόμου του 2001, βλ. παράγραφο 30 παρακάτω).
17. Στο ανακεφαλαιωτικό του υπόμνημα της 20ης Φεβρουαρίου 2003, ο προσφεύγων βασίστηκε στις διατάξεις του Νόμου του 2001. Στην υποβολή του, ο εν λόγω Νόμος, καταργούσε την παράγραφο 14 του Γονικού Νόμου της 3ης Ιανουαρίου 1972 (εφεξής ο «Νόμος του 1972», βλ. παραγράφους 27 και 29 παρακάτω), μια μεταβατική διάταξη που όριζε ότι τα δικαιώματα των κληρονόμων που δικαιούνται με βάση τον εν λόγω Νόμο νόμιμη μοίρα δεν μπορούσαν να ασκηθούν εις βάρος δωρεών με πράξη εν ζωή που έχουν χορηγηθεί πριν από την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε εφαρμογή. Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι καθώς αυτή η διάταξη είχε καταργηθεί, είχε το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή για την ακύρωση σύμφωνα με το Άρθρο 1077-1 του Αστικού Κώδικα, μολονότι η πράξη διανομής εν ζωή είχε υπογραφεί στις 24 Ιανουαρίου 1970.
1. Πρωτόδικη απόφαση
18. Σε απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2004, το tribunal de grande instance του Béziers επικύρωσε το αίτημα του προσφεύγοντος. Διαπίστωσε ότι η παράγραφος 14 του Νόμου του 1972 ήταν αντίθετη με τα Άρθρα 8 και 14 της Σύμβασης. Το Δικαστήριο παρέπεμψε στη σύνδεση με την απόφαση Marckx κατά Βελγίου (13 Ιουνίου 1979, Σειρά A αριθ. 31), η οποία αναγνώριζε «ότι η οικογενειακή ζωή περιελάμβανε επίσης συμφέροντα υλικής φύσεως», και σε αρκετές αποφάσεις του Δικαστηρίου «που είχαν συνεχίσει να ορίζουν ότι διαφορετική μεταχείριση σε ζητήματα κληρονομιάς μεταξύ τέκνων που γεννήθηκαν εντός και τέκνων που γεννήθηκαν εκτός γάμου αποτελούσαν διακρίσεις (Mazurek, Inze και Vermeire)». Διαπίστωσε επίσης ότι η διάταξη ήταν αντίθετη με τον νέο Νόμο του 2001. Έκρινε ότι ο προσφεύγων είχε τα ίδια κληρονομικά δικαιώματα σε σχέση με την περιουσία όπως ο ετεροθαλής αδελφός του και η ετεροθαλής αδελφή του για τους παρακάτω λόγους:-
«Η παράγραφος 25(1) του Νόμου της 3ης Δεκεμβρίου 2001 προβλέπει ότι αυτός ο Νόμος ισχύει από την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε εφαρμογή για κληρονομικές διαδοχές οι οποίες είναι ήδη ανοικτές. Με την επιφύλαξη οποιασδήποτε άλλης προηγούμενης συμφωνίας μεταξύ των μερών ή οριστικής δικαστικής απόφασης, οι διατάξεις αυτού του Νόμου ισχύουν για κληρονομικές διαδοχές οι οποίες είναι ήδη ανοικτές κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας εφόσον αυτές δεν έχουν οδηγήσει σε διανομή πριν από την εν λόγω ημερομηνία.
Στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρχε ακόμη διανομή της περιουσίας της κ. Μ. Συνεπώς, οι διατάξεις σχετικά με τα νέα κληρονομικά δικαιώματα των τέκνων εκτός γάμου των οποίων ο πατέρας ή η μητέρα δεσμευόταν τη στιγμή της σύλληψής τους με άλλο πρόσωπο θα ισχύσουν. ...
Πράγματι, δεν μπορεί εύλογα να υποστηριχθεί ότι ο νομοθέτης, κατά τη θέσπιση του Νόμου της 3ης Δεκεμβρίου 2001, προτίθετο να διατηρήσει μια διάταξη αντίθετη με το πνεύμα και τον σκοπό του νέου Νόμου.»
2. Απόφαση επί της εφέσεως
19. Τον Οκτώβριο και τον Δεκέμβριο του 2004 ο J.L. και οι κληρονόμοι της Α., η οποία είχε αποβιώσει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, άσκησαν έφεση κατά της απόφασης.
20. Με απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2006, το εφετείο του Μονπελιέ (Montpellier Court of Appeal) ακύρωσε την απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου και έκρινε ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 14(2) του Νόμου του 1972, ο προσφεύγων δεν είχε δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή για την ακύρωση της διανομής με πράξη εν ζωή. Έκρινε ότι
«... σύμφωνα [με την εν λόγω παράγραφο], τα δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί για νόμιμη μοίρα σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο ή που προκύπτουν από τους νέους νόμους σχετικά με τον καθορισμό της γονικής σχέσης δεν μπορούν να ασκηθούν σε βάρος των δωρεών με πράξη εν ζωή που είχαν χορηγηθεί πριν τεθεί σε ισχύ ο εν λόγω Νόμος.
Η διάταξη αυτή, η οποία θεσπίζει έναν γενικό κανόνα όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την αναδρομική ισχύ των νέων κανονισμών σχετικά με τον καθορισμό της γονικής σχέσης που απορρέει από τον Νόμο της 3ης Ιανουαρίου 1972, δεν έχει καταργηθεί ρητά από τον Νόμο της 3ης Δεκεμβρίου 2001, ούτε μπορεί να προκύψει από τους όρους του μεταγενέστερου Νόμου ότι έχει σιωπηρά καταργηθεί, πρώτον διότι οι διατάξεις του δεν έρχονται σε σύγκρουση με τον μεταγενέστερο Νόμο και, δεύτερον, διότι δεν περιοριζόταν μόνο στην εφαρμογή του Άρθρου 915 του Αστικού Κώδικα, το οποίο καταργήθηκε από τον εν λόγω Νόμο.»
Σύμφωνα με το Εφετείο, αυτό το συμπέρασμα δεν ερχόταν σε σύγκρουση με τη γενική αρχή ισότητας των δικαιωμάτων ανεξάρτητα από τη γέννηση, όπως διασφαλίζεται από το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1 και τα Άρθρα 8 και 14 της Σύμβασης:
«Αρχικά, ο μοναδικός σκοπός των διατάξεων της παραγράφου 14 του Νόμου του 1972 είναι να απαγορεύει στους κληρονόμους που έχουν αποκτήσει δικαιώματα για νόμιμη μοίρα σύμφωνα με τον εν λόγω Νόμο – ο οποίος επεκτάθηκε από τον Νόμο της 3ης Δεκεμβρίου 2001 – να τα ασκούν σε βάρος δωρεών με πράξη εν ζωή που έχουν χορηγηθεί πριν από την 1η Αυγούστου 1972, χωρίς να στερεί από τους εν λόγω κληρονόμους τα κληρονομικά τους δικαιώματα. Στη συνέχεια, υπάρχει αντικειμενική και εύλογη αιτιολόγηση για την παράγραφο 14 του Νόμου του 1972 λαμβάνοντας υπόψη τον νόμιμο επιδιωκόμενο σκοπό, δηλαδή τη διασφάλιση αρμονικών οικογενειακών σχέσεων εξασφαλίζοντας δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί σε αυτό το πλαίσιο – μερικές φορές μακροχρόνια – χωρίς ταυτόχρονα να δημιουργεί υπερβολική ανισορροπία μεταξύ των κληρονόμων, παρατηρώντας ότι [αυτές οι διατάξεις] είναι περιορισμένου πεδίου δράσης τόσο χρονικά όσο και σχετικά με το είδος της οικειοθελούς διάθεσης.»
3. Απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου (Court of Cassation)
21. Ο προσφεύγων άσκησε έφεση επί νομικών ζητημάτων. Στους λόγους της έφεσης που στηριζόταν σε παραβίαση του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1 και του Άρθρου 14 της Σύμβασης, υποστήριξε ότι οι αρμονικές οικογενειακές σχέσεις δεν μπορούν να υπερισχύουν της ισότητας, όσον αφορά πολιτικά δικαιώματα, μεταξύ των τέκνων που έχουν γεννηθεί εντός γάμου και των τέκνων που έχουν γεννηθεί εκτός γάμου.
22. Στη γνωμοδότησή του, η οποία κοινοποιήθηκε στους διαδίκους, ο γενικός εισαγγελέας του Ανώτατου Δικαστηρίου (Court of Cassation) πρότεινε να απορριφθεί η έφεση. Έκανε τις παρακάτω παρατηρήσεις στους δικαστές του Πρώτου Αστικού Τμήματος του Ανώτατου Δικαστηρίου (Court of Cassation):
«... δεν θα πρέπει το δικαστήριο να λάβει υπόψη ότι η διαδοχή που είχε ανοίξει δεν οδήγησε σε διανομή πριν από την ημερομηνία δημοσίευσης του Νόμου, βλέποντας ότι μια προσφυγή για ακύρωση εκκρεμούσε κατά την εν λόγω ημερομηνία;
Η δυσκολία που πρέπει να εξετάσετε προκύπτει πράγματι από τη διαφορετική προσέγγιση που προτείνεται από τις μεταβατικές διατάξεις των Νόμων του 1972 και 2001. Ενώ ούτε διαδοχή είναι ήδη ανοικτή, ούτε δωρεές με πράξη εν ζωή που έχουν χορηγηθεί πριν ο Νόμος του 1972 τεθεί σε ισχύ, μπορούν να προσβληθούν δυνάμει του εν λόγω Νόμου, ο Νόμος του 2001 επιτρέπει στα τέκνα εκτός γάμου, των οποίων ο πατέρας ή η μητέρα, κατά τη στιγμή της σύλληψής τους, δεσμευόταν με γάμο με άλλο πρόσωπο, να διεκδικήσουν κληρονομικά δικαιώματα σε σχέση με διαδοχές που ήταν ήδη ανοικτές πριν τη δημοσίευση του εν λόγω Νόμου.
Αυτή η διαφορά δικαιολογεί μη περιοριστική εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου του 2001. Μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπήρχε πραγματική διανομή, ή επετεύχθη συμφωνία μεταξύ των μερών ή εκδόθηκε οριστική δικαστική απόφαση μπορούν τα νέα κληρονομικά δικαιώματα τέτοιων παιδιών να αποκλείονται εφόσον η διαδοχή είναι ήδη ανοικτή. Λόγω της προσφυγής για ακύρωση, η ήδη ανοικτή διαδοχή κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του Νόμου του 2001 δεν μπορεί να «οδήγησε σε διανομή» κατά την ημερομηνία δημοσίευσης αυτού του Νόμου.
Συνεπώς, θεωρώ ότι είναι δύσκολο να υποστηριχθεί η παρατήρηση ότι ο Νόμος της 3ης Δεκεμβρίου 2001 δεν είναι εφαρμοστέος. Οι όροι της παραγράφου 14 του Νόμου της 3ης Ιανουαρίου 1972, ωστόσο, είναι εντελώς σαφείς. Οι κληρονόμοι οι οποίοι έχουν αποκτήσει δικαιώματα δυνάμει αυτού του Νόμου για νόμιμη μοίρα δεν μπορούν να ασκήσουν τα εν λόγω δικαιώματα «εις βάρος δωρεών με πράξη εν ζωή οι οποίες έχουν χορηγηθεί πριν τεθεί σε ισχύ ο νόμος». Θα έπρεπε, επομένως, να θεωρηθεί ότι αυτές οι διατάξεις έχουν καταργηθεί σιωπηρά;
Χωρίς να λαμβάνει υπόψη τον παράγοντα του χρόνου, ο προσφεύγων υποστηρίζει στο συμπληρωματικό του υπόμνημα ότι πρέπει να συναχθεί από τη σαφή αντίφαση μεταξύ των μεταβατικών διατάξεων των δύο Νόμων ότι αυτές που διέπουν τον Νόμο του 1972 έχουν καταργηθεί σιωπηρά. Αν και η προσέγγιση είναι διαφορετική μεταξύ των μεταβατικών διατάξεων που θεσπίστηκαν το 1972 και εκείνων που θεσπίστηκαν το 2001, δεν φαίνονται κατά την άποψή μου να έρχονται σε σύγκρουση.
Αποκλείοντας κάθε αμφισβήτηση σε δωρεών με πράξη εν ζωή οι οποίες έχουν χορηγηθεί πριν τεθεί σε ισχύ ο Νόμος του 1972, ο νομοθέτης είχε σκοπό να εξασφαλίσει τη νομική ασφάλεια που απαιτείται για τέτοιες δωρεές. Δεν υπάρχει τίποτα που να δικαιολογεί την αμφισβήτηση αυτής της νομικής ασφάλειας το 2002, δεδομένου ότι οι προηγούμενες μεταβατικές διατάξεις συμπληρώνουν εκείνες που καθορίζονται από τον Νόμο του 2001.
Για αυτούς τους λόγους σας καλώ να απορρίψετε τον πρώτο λόγο της έφεσης: οι δωρεές με πράξη εν ζωή οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στις 24 Ιανουαρίου 1970 δεν μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτηση λόγω κληρονομικών δικαιωμάτων που προκύπτουν από νέους κανονισμούς σχετικά με τον καθορισμό γονικής σχέσης. Συναφώς, ενώ παραμένει αμφίβολο εάν υπήρξε πράγματι διανομή πριν από τη δημοσίευση του Νόμου της 3ης Δεκεμβρίου 2001, η ύπαρξη δωρεάς με πράξη εν ζωή η οποία χορηγήθηκε πριν τεθεί σε ισχύ ο νόμος της 3ης Ιανουαρίου 1972 δεν αμφισβητείται. ...»
23. Το Ανώτατο Δικαστήριο (Court of Cassation) απέρριψε την έφεση με απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2007, αντικαθιστώντας αυτεπαγγέλτως μια νέα νομική βάση. Έκρινε ότι το αποτέλεσμα των μεταβατικών διατάξεων του Νόμου του 2001 ήταν ότι, με την επιφύλαξη τυχόν προηγούμενης συμφωνίας μεταξύ των μερών ή οριστικής δικαστικής απόφασης, οι διατάξεις όσον αφορά τα νέα κληρονομικά δικαιώματα τέκνων εκτός γάμου, των οποίων ο πατέρας ή η μητέρα, κατά τη στιγμή της σύλληψής τους, δεσμευόταν με γάμο με άλλο πρόσωπο, ίσχυαν μόνο για διαδοχές που ήταν ήδη ανοικτές στις 4 Δεκεμβρίου 2001 και δεν είχαν οδηγήσει σε διανομή πριν από αυτή την ημερομηνία (βλ. παράγραφο 16 ανωτέρω). Έκρινε ότι καθώς η διανομή οφειλόταν στον θάνατο της κ. Μ. – τον Ιούλιο του 1994, και επομένως πριν από τις 4 Δεκεμβρίου 2001 – οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέες.
II. Η ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ
A. Διανομή περιουσίας με πράξη εν ζωή και προσφυγή για ακύρωση
24. Σύμφωνα με τη γαλλική νομοθεσία, οι ιδιοκτήτες ακινήτων μπορούν να μοιράσουν οι ίδιοι την περιουσία τους στους κληρονόμους τους. Η διανομή με πράξη εν ζωή (δωρεά-διανομή) αποτελεί συμβολαιογραφική πράξη με την οποία ο δωρητής μοιράζει την περιουσία του/της αμέσως στους κληρονόμους του/της (μεταβίβαση με πράξη εν ζωή). Είναι μια αναμενόμενη, οριστική και συμφωνημένη διανομή. Ο τίτλος του ακινήτου μεταβιβάζεται κατά τη στιγμή της δωρεάς, γεγονός που αποτελεί επίσης το πρώτο (αναμενόμενο) βήμα σε μια διαδοχή που θα ανοίξει αργότερα. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου (Court of Cassation), η διανομή με πράξη εν ζωή καθίσταται διανομή για κληρονομικούς σκοπούς κατά τον θάνατο του δωρητή. Η διαδοχή ανοίγει και εκκαθαρίζεται οριστικά ή διανέμεται κατά την ημερομηνία θανάτου του ανιόντος (Ανώτατο Δικαστήριο (Court of Cassation), 7 Μαρτίου 1876, Πρώτο Αστικό Τμήμα, 5 Οκτωβρίου 1994, Δελτίο 1994, I, .αριθ. 27).
25. Ένας απόγονος ο οποίος δεν έχει λάβει μερίδιο της περιουσίας μπορεί να διεκδικήσει τη δική του/της νόμιμη μοίρα από τα περιουσιακά στοιχεία που υπήρχαν κατά το άνοιγμα της διαδοχής. Εάν δεν υπάρχουν επαρκή περιουσιακά στοιχεία στην περιουσία, μπορεί να ασκήσει προσφυγή για ακύρωση εντός πέντε ετών από τον θάνατο του δωρητή. Αυτή ήταν η προσφυγή που χρησιμοποιήθηκε από τον προσφεύγοντα σύμφωνα με τα Άρθρα 1077-1 και 1077-2 του Αστικού Κώδικα, ο οποίος όριζε ως εξής κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή:-
Άρθρο 1077-1
«Ένας απόγονος ο οποίος δεν συμμετείχε στη διανομή της περιουσίας με πράξη εν ζωή ή έλαβε μικρότερο μερίδιο από τη νόμιμη μοίρα του/της, μπορεί να ασκήσει προσφυγή για την ακύρωσή της εάν, κατά το άνοιγμα της διαδοχής, υπάρχουν ανεπαρκή περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται στην διανομή της περιουσίας για να αποτελέσουν ή να συμπληρώσουν τη νόμιμη μοίρα του/της, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν οικειοθελείς διαθέσεις από τις οποίες ενδέχεται να έχει επωφεληθεί.»
Άρθρο 1077-2
«Οι διανομές με πράξη εν ζωή υπόκεινται στους κανονισμούς που διέπουν τις δωρεές με πράξη εν ζωή όσον αφορά τον καθορισμό του ποσού, τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας και τις μειώσεις.
Προσφυγή για ακύρωση δεν μπορεί να ασκηθεί παρά μόνο μετά τον θάνατο του ανιόντος ο οποίος έκανε τη διανομή ή του επιζώντος ανιόντος σε περίπτωση διανομής από τη μητέρα και τον πατέρα της περιουσίας τους σε όλους τους απογόνους τους. Τέτοια προσφυγή θα θεωρηθεί εκπρόθεσμη πέντε χρόνια μετά τον θάνατο.
Ένα τέκνο το οποίο δεν είχε ακόμη συλληφθεί κατά τη διανομή με πράξη εν ζωή μπορεί να ασκήσει παρόμοια προσφυγή με σκοπό να συστήσει ή να συμπληρώσει τη νόμιμη μοίρα του/της.”
26. Τα Άρθρα 913 και 915 του Αστικού Κώδικα σχετικά με «τη διαθέσιμη μερίδα των περιουσιακών στοιχείων» σε δωρεές και διαθήκες με πράξη εν ζωή, τα οποία έχουν πλέον καταργηθεί, προέβλεπαν ως εξής:
Άρθρο 913
«Οικειοθελείς διαθέσεις, είτε χορηγούμενες με πράξη εν ζωή είτε με διαθήκη, δεν θα υπερβαίνουν το ήμισυ των περιουσιακών στοιχείων του δωρητή όταν αφήνει μόνο ένα τέκνο κατά τον θάνατό του, το ένα τρίτο όταν αφήνει δύο τέκνα και το ένα τέταρτο όταν αφήνει τρία ή περισσότερα τέκνα. Δεν θα γίνεται διάκριση μεταξύ νόμιμων τέκνων και τέκνων εκτός γάμου, εκτός από την περίπτωση που προβλέπεται από το Άρθρο 915.»
Άρθρο 915
«Ένα τέκνο εκτός γάμου, του οποίου ο πατέρας ή η μητέρα, κατά τη στιγμή της σύλληψής του, δεσμευόταν με γάμο με άλλο πρόσωπο, δικαιούται να κληρονομήσει από την περιουσία του γονέα σε ανταγωνισμό με τα νόμιμα τέκνα που γεννήθηκαν από τον γάμο. Θα ληφθεί υπόψη η παρουσία του κατά τον υπολογισμό της διαθέσιμης μερίδας, ωστόσο θα λάβει μόνο το το ήμισυ του μεριδίου που θα δικαιούταν εάν όλα τα τέκνα, συμπεριλαμβανομένου του ιδίου, ήταν νόμιμα.
Τα τέκνα που γεννήθηκαν από τον γάμο και ζημιώθηκαν από την εξωσυζυγική σχέση θα κληρονομήσουν σε ίσα μερίδια το τμήμα κατά το οποίο συνεπώς μειώνεται το μερίδιο της περιουσίας που θα λάβει το παράνομο τέκνο.»
B. Ανάπτυξη του νόμου σχετικά με τα τέκνα εκ μοιχείας
27. Οι νόμοι κληρονομιάς που σχετίζονται με τα παιδιά εκτός γάμου τροποποιήθηκαν από τον Γονικό Νόμο του 1972, ο οποίος παρείχε ίσα δικαιώματα για κληρονομικούς σκοπούς εκτός από την περίπτωση τέκνων εκ μοιχείας (βλ. Mazurek, παρατίθεται ανωτέρω, § 17), των οποίων τα δικαιώματα περιορίζονταν στο ήμισυ του μεριδίου που θα δικαιούνταν εάν όλα τα τέκνα του θανόντος, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων, ήταν νόμιμα» (βλ. πρώην Άρθρα 757 και 760 του Αστικού Κώδικα, αυτόθι, βλ. επίσης, σχετικά με τις δωρεές, παράγραφο 26 ανωτέρω).
28. Ο Νόμος του 2001, ο οποίος θεσπίστηκε μετά την απόφαση του Δικαστηρίου για την υπόθεση Mazurek, εξάλειψε τους περιορισμούς στα κληρονομικά δικαιώματα των τέκνων εκ μοιχείας και παρείχε ισότιμο καθεστώς για κληρονομικούς σκοπούς σε όλα τα τέκνα, είτε νόμιμα είτε από γονείς οι οποίοι δεν έχουν συνάψει γάμο είτε εκ μοιχείας. Η παράγραφος 1 ορίζει ότι «δεν θα γίνει καμία διάκριση μεταξύ γέννησης εντός και γέννησης εκτός γάμου κατά τον καθορισμό του ποιοι συγγενείς δικαιούνται κληρονομιά» (Άρθρο 733 του Αστικού Κώδικα) και ότι «τέκνα ή απόγονοί τους θα κληρονομήσουν από τον πατέρα και τη μητέρα τους ή άλλους ανιόντες, ανεξάρτητα από φύλο ή πρωτοτοκία, ακόμα και αν έχουν γεννηθεί από διαφορετικές ενώσεις» (Άρθρο 735 του Αστικού Κώδικα). Οι διατάξεις που διέπουν τον περιορισμό της νόμιμης μοίρας τέκνων εκ μοιχείας και τη δυνατότητά τους να λάβουν δωρεές έχουν καταργηθεί. Τέλος, το διάταγμα αριθ. 2005-759 της 4ης Ιουλίου 2005 που μεταρρυθμίζει τους γονικούς κανόνες καθορίζει την αρχή ισότιμου καθεστώτος ανεξάρτητα από τις συνθήκες γέννησης, εξαλείφοντας επομένως τις ίδιες τις έννοιες των νόμιμων τέκνων και των τέκνων εκτός γάμου.
Γ. Μεταβατικές διατάξεις
1. Μεταβατικές διατάξεις του Νόμου του 1972
29. Αυτές οι διατάξεις περιόρισαν το πεδίο εφαρμογής της μεταρρύθμισης που εισήχθη από τον Νόμο του 1972. Η παράγραφος 14 είχε αποκλείσει οποιαδήποτε άμεση εφαρμογή των νέων κληρονομικών δικαιωμάτων των τέκνων που έχουν γεννηθεί από γονείς οι οποίοι δεν έχουν συνάψει γάμο ή από εξωσυζυγική σχέση, σε διαδοχές οι οποίες ήταν ανοικτές πριν τεθεί σε εφαρμογή και είχε αποκλείσει τέτοια τέκνα από το να αμφισβητήσουν δωρεές με πράξη εν ζωή οι οποίες είχαν χορηγηθεί πριν τεθεί σε ισχύ ο Νόμος την 1η Αυγούστου 1972. Με βάση αυτή τη διάταξη το εφετείο του Μονπελιέ απέρριψε την αγωγή του προσφεύγοντος (βλ. παράγραφο 20 ανωτέρω).
2. Παράγραφος 25 του Νόμου του 2001
30. Σύμφωνα με την παράγραφο 25(1) του Νόμου του 2001, η έναρξη ισχύος του Νόμου αναβλήθηκε κατ’ αρχήν έως την 1η Ιουλίου 2002. Ωστόσο, σχετικά με την κατάργηση των διατάξεων του Αστικού Κώδικα όσον αφορά τα δικαιώματα των τέκνων εκ μοιχείας, ο νομοθέτης αποφάσισε, κατ’ εξαίρεση, ότι ο Νόμος θα ετίθετο σε ισχύ αμέσως κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή, στις 4 Δεκεμβρίου 2001. Συμφώνως, η παράγραφος 25(2) ορίζει:
«Ο παρών Νόμος θα ισχύει για διαδοχές οι οποίες είναι ήδη ανοικτές από [την 1η Ιουλίου 2002] , με την επιφύλαξη των παρακάτω εξαιρέσεων: ...
(2) Με την επιφύλαξη τυχόν προηγούμενης συμφωνίας μεταξύ των μερών ή οριστικής δικαστικής απόφασης, τα παρακάτω θα ισχύουν για διαδοχές οι οποίες ήταν ήδη ανοικτές κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας και δεν έχουν οδηγήσει σε διανομή πριν από την εν λόγω ημερομηνία:
(α) οι διατάξεις που σχετίζονται με τα νέα κληρονομικά δικαιώματα τέκνων εκτός γάμου, των οποίων ο πατέρας ή η μητέρα, κατά τη στιγμή της σύλληψης, δεσμευόταν με γάμο με άλλο πρόσωπο, ...»
31. Στο μέτρο που αφορά τα δικαιώματα των τέκνων εκ μοιχείας, ο Νόμος του 2001 εφαρμόζεται επομένως σε όλες τις διαδοχές οι οποίες ήταν ανοικτές στις 4 Δεκεμβρίου 2001, με την προϋπόθεση ότι δεν υπήρξε διανομή πριν από την εν λόγω ημερομηνία.
3. Νόμος της 23ης Ιουνίου 2006 για τη μεταρρύθμιση της κληρονομικής διαδοχής και των οικειοθελών διαθέσεων
32. Αυτός ο Νόμος τροποποίησε την παράγραφο 25(2) του Νόμου του 2001 καταργώντας τους όρους «των οποίων ο πατέρας ή η μητέρα, κατά τη στιγμή της σύλληψής τους, δεσμευόταν με γάμο με άλλο πρόσωπο». Η παράγραφος 25(2)(2) δεν αναφέρει πλέον εάν ένα τέκνο έχει γεννηθεί από εξωσυζυγική σχέση ή όχι.
4. Σχετική νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου (Court of Cassation)
33. Με απόφαση της 6ης Ιανουαρίου 2004 (Ανώτατο Δικαστήριο (Court of Cassation), Πρώτο Αστικό Τμήμα, Δελτίο 2004, I, αριθ. 10) το Ανώτατο Δικαστήριο (Court of Cassation) εφάρμοσε τις μεταβατικές διατάξεις του Νόμου του 2001, χωρίς να αναφέρεται στις διατάξεις της Σύμβασης, ακυρώνοντας μια απόφαση προσφυγής του 2002 η οποία είχε αναιρέσει δωρεές που είχαν χορηγηθεί σε τέκνο εκ μοιχείας σύμφωνα με τις παλιές διατάξεις, ενώ δεν υπήρχε μέχρι τότε διανομή της περιουσίας. Με απόφαση της 7ης Ιουνίου 2006 (Ανώτατο Δικαστήριο (Court of Cassation), Πρώτο Αστικό Τμήμα, Δελτίο 2006, I, αριθ. 297), εφαρμόζοντας επίσης τις μεταβατικές διατάξεις, το Ανώτατο Δικαστήριο (Court of Cassation) απέρριψε προσφυγή από τέκνο εκ μοιχείας το οποίο έλαβε το ήμισυ του μεριδίου που θα είχε λάβει εάν ήταν νόμιμο τέκνο καθώς είχε πραγματοποιηθεί διανομή πριν την 4η Δεκεμβρίου 2001 (στις 13 Μαρτίου 1996 σε αυτήν την περίπτωση). Με απόφαση της 15ης Μαΐου 2008, το Ανώτατο Δικαστήριο (Court of Cassation) έκρινε ότι οι διατάξεις του Νόμου του 2001 όσον αφορά τα νέα δικαιώματα τέκνων εκ μοιχείας ίσχυαν για διαδοχή η οποία είχε ανοίξει πριν από την 1η Αυγούστου 1972 (το 1962 σε αυτήν την περίπτωση), σε περιπτώσεις κατά τις οποίες όπου αυτό δεν είχε οδηγήσει σε διανομή πριν από την 4η Δεκεμβρίου 2001 (Ανώτατο Δικαστήριο (Court of Cassation), Πρώτο Αστικό Τμήμα, Δελτίο 2008, I, αριθ. 139).
III. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΊΟΥ
34. Στη μεγάλη πλειονότητα των χωρών που μελετήθηκαν (σαράντα κράτη από σαράντα δύο) το καθεστώς ενός τέκνου για κληρονομικούς σκοπούς είναι ανεξάρτητο από την οικογενειακή κατάσταση των γονέων του. Είκοσι μία χώρες παρέχουν ισότιμο καθεστώς σε όλα τα τέκνα ενώ δεκαεννέα άλλες (Αλβανία, Αζερμπαϊτζάν, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Κύπρος, Ισπανία, Ελλάδα, Ιταλία, Λετονία, Λουξεμβούργο, Δημοκρατία της Μολδαβίας, Μονακό, Μαυροβούνιο, Άγιος Μαρίνος, Σερβία, Σλοβακία, Σλοβενία, Ηνωμένο Βασίλειο, Τουρκία και Ουκρανία) κάνουν διάκριση μεταξύ νόμιμων τέκνων και τέκνων που έχουν γεννηθεί από γονείς που δεν έχουν συνάψει γάμο/εκ μοιχείας, ωστόσο τους χορηγούν ρητώς ισότιμο καθεστώς για κληρονομικούς σκοπούς. Η ιδέα ενός τέκνου εκ μοιχείας δεν είναι καθόλου κοινή, καθώς τέτοια τέκνα σε γενικές γραμμές τίθενται στην ίδια κατηγορία με τα τέκνα εκτός γάμου. Ορισμένες διαφορές μεταξύ νόμιμων τέκνων και τέκνων εκτός γάμου/εκ μοιχείας υφίστανται ακόμη, για κληρονομικούς σκοπούς, στη Μάλτα. Το μόνο κράτος-μέλος που κάνει ακόμη κάνει σαφή διάκριση, για κληρονομικούς σκοπούς, όσον αφορά τα τέκνα εκτός γάμου είναι η Ανδόρρα, όπου τα τελευταία έχουν λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση από τα νόμιμα τέκνα.
IV. ΣΧΕΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
35. Η Ομάδα Εισηγητών της Υπουργικής Επιτροπής [Committee of Ministers Rapporteur Group (GR-J)] εξακολουθεί να εξετάζει το σχέδιο σύστασης [CM/Rec (2012)] προς τα κράτη-μέλη σχετικά με τα δικαιώματα και το νομικό καθεστώς των τέκνων και τις γονικές αρμοδιότητες (με την αιτιολόγηση) το οποίο παρουσιάστηκε στην Υπουργική Επιτροπή. Το σχέδιο σύστασης αποσκοπεί στην αντικατάσταση των παλαιών προτύπων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του 1975 σχετικά με το νομικό καθεστώς των τέκνων εκτός γάμου (Σύμβαση την οποία η Γαλλία δεν έχει επικυρώσει), τα οποία δεν είναι πλέον σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου. Το κείμενο, όπως έχει συνταχθεί, περιλαμβάνει ένα κεντρικό στοιχείο το οποίο είναι η αρχή της μη εφαρμογής διακρίσεων που παρατίθενται στην Αρχή 1, η οποία προβλέπει ότι:
«Τα τέκνα δεν θα πρέπει να υφίστανται διακρίσεις για λόγους όπως ... η γέννηση ...
Ειδικότερα, τα τέκνα δεν θα πρέπει να υφίστανται διακρίσεις με βάση την οικογενειακή κατάσταση των γονέων τους.»
Η Αρχή 5 – «Δικαιώματα διαδοχής» – ορίζει ότι με βάση τον ορισμό των γονέων που δίνεται στην Αρχή 2 και την Αρχή 17(2) (μεταθανάτια σύλληψη), «τα τέκνα θα πρέπει ανεξαρτήτως των συνθηκών γέννησής τους να έχουν ίσα δικαιώματα διαδοχής στην περιουσία του καθενός από τους γονείς τους και της οικογένειας των εν λόγω γονέων.»
Η σχετική παράγραφος της αιτιολόγησης έχει ως εξής:
«22. Έχοντας υπόψη τη γενική αρχή της μη εφαρμογής διακρίσεων όπως ορίζεται στην Αρχή 1 και στις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Mazurek κατά Γαλλίας, Camp και Bourimi κατά Κάτω Χωρών και Marckx κατά Βελγίου, οι οποίες όρισαν αντίστοιχα ότι η διάκριση μεταξύ τέκνων τα οποία έχουν γεννηθεί από εξωσυζυγικές σχέσεις και τέκνων τα οποία έχουν γεννηθεί εκτός γάμου όσον αφορά κληρονομικά δικαιώματα παραβίαζε το Άρθρο 14 της ΕΣΑΔ, σε συνδυασμό με το Άρθρο 1 του πρώτου Πρωτοκόλλου στην πρώτη υπόθεση και το Άρθρο 8 στην τελευταία υπόθεση, η Αρχή 5 αναφέρει σε γενικές γραμμές ότι τα τέκνα θα πρέπει να έχουν ίσα δικαιώματα διαδοχής ανεξαρτήτως των συνθηκών γέννησής τους. Από την άποψη αυτή, έχει ευρύτερη εφαρμογή από το Άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του 1975 σχετικά με το Νομικό Καθεστώς των Τέκνων τα οποία έχουν γεννηθεί εκτός Γάμου, η οποία παραχωρεί σε τέτοια τέκνα τα ίδια δικαιώματα διαδοχής με τα τέκνα τα οποία έχουν γεννηθεί εντός γάμου . Η Αρχή 5 υπόκειται στον ορισμό των γονέων που δίνεται στην Αρχή 2.»
Ο ΝΟΜΟΣ
I. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 14 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 1 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΑΡΙΘ. 1
36. Ο προσφεύγων κατήγγειλε ότι, ως τέκνο εκ μοιχείας, δεν είχε τη δυνατότητα να διεκδικήσει τα κληρονομικά του δικαιώματα και ότι τέτοιου είδους αδικαιολόγητη διάκριση συνεχίστηκε μετά την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Mazurek και παρά τη θέσπιση του Νόμου του 2001.
Ισχυρίστηκε ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1, τα οποία όριζαν αντίστοιχα ως εξής:
Άρθρο 14
«Η απόλαυση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών όπως ορίζονται [στη] Σύμβαση θα διασφαλίζονται χωρίς διάκριση για οποιονδήποτε λόγο, όπως ... γέννηση ...»
Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1
«Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει το δικαίωμα της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας του. Κανείς δεν θα στερηθεί την περιουσία του εκτός εάν πρόκειται για το δημόσιο συμφέρον και υπό τους όρους που προβλέπονται από τον νόμο και από τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.
Οι προηγούμενες διατάξεις, ωστόσο, δεν θα θίγουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα ενός κράτους να εφαρμόζει νόμους που κρίνει απαραίτητους για τον έλεγχο της χρήσης της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον ή για την εξασφάλιση της καταβολής των φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.»
A. Η απόφαση του Τμήματος
37. Στην απόφασή του με ημερομηνία 21 Ιουλίου 2011 το Τμήμα έκρινε ότι η καταγγελία του προσφεύγοντος ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1, το οποίο αρκούσε για να καταστήσει εφαρμοστέο το Άρθρο 14 της Σύμβασης. Καθώς η μητρική σχέση είχε αναγνωριστεί το 1983, ο προσφεύγων είχε συμφέρον, εκτελεστό στα εθνικά δικαστήρια, να ασκήσει το δικαίωμά του να λάβει μερίδιο της περιουσίας της μητέρας του κατά τρόπο συμβατό με το Άρθρο 14 της Σύμβασης (βλ. παραγράφους 38-42 της απόφασης του Τμήματος).
38. Το Τμήμα παρατήρησε, επί της ουσίας, ότι οι Νόμοι του 1972 και 2001 είχαν θεσπίσει ειδικές μεταβατικές διατάξεις αναφορικά με τα νέα κληρονομικά δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται σε αυτούς τους Νόμους. Σημείωσε ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν κρίνει ότι ο προσφεύγων δεν μπορούσε να επωφεληθεί από αυτές τις διατάξεις κατά τον χρόνο άσκησης της προσφυγής του για ακύρωση της δωρεάς με πράξη εν ζωή που πραγματοποιήθηκε το 1970. Σύμφωνα με το Εφετείο, η μεταβατική διάταξη του Νόμου του 1972 απέκλειε οποιαδήποτε αμφισβήτηση δωρεών με πράξη εν ζωή οι οποίες χορηγήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου. Το Ανώτατο Δικαστήριο (Court of Cassation) έκρινε ότι καθώς η διανομή της περιουσίας είχε λάβει χώρα κατά τον θάνατο της μητέρας το 1994, αποκλειόταν – δυνάμει της παραγράφου 25(2) του Νόμου του 2001 – η εφαρμογή των νέων διατάξεων που προέβλεπαν ίσα κληρονομικά δικαιώματα. Οι εν λόγω ερμηνείες του εθνικού δικαίου επεδίωκαν τον νόμιμο στόχο της διαφύλαξης της αρχής της ασφάλειας δικαίου και των μακροχρόνιων δικαιωμάτων των νόμιμων τέκνων. Επιπλέον, δεν φάνηκαν παράλογες, αυθαίρετες ή κατάφωρα ασύμβατες με την απαγόρευση διακρίσεων. Το Τμήμα διέκρινε τη συγκεκριμένη κατάσταση στην παρούσα υπόθεση από τις υποθέσεις στις οποίες δεν είχε ακόμη γίνει διανομή της περιουσίας (Mazurek, παρατίθεται ανωτέρω, και Merger και Cros κατά Γαλλίας, αριθ. 68864/01, 22 Δεκεμβρίου 2004) καταλήγοντας ότι η εν προκειμένω διαφορετική μεταχείριση ήταν ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και ότι δεν υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1 (βλ. παραγράφους 50-59 της απόφασης του Τμήματος).
B. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
1. Η Κυβέρνηση
(α) Εφαρμογή του Άρθρου 14 της Σύμβασης
39. Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι τα γεγονότα που κατήγγειλε ο προσφεύγων δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1, το οποίο καθιστούσε το Άρθρο 14 της Σύμβασης ανεφάρμοστο. Παρατήρησε συναφώς, ότι η διανομή με πράξη εν ζωή που πραγματοποιήθηκε το 1970 είχε κατοχυρώσει την ιδιοκτησία της περιουσίας στα δύο νόμιμα τέκνα και δημιούργησε μια παραδεκτή νομική κατάσταση η οποία απαγόρευε στον προσφεύγοντα να αποκτήσει μερίδιο από την περιουσία της μητέρας του. Ούτε ο Νόμος του 1972 ούτε ο Νόμος του 2001 είχαν ως αποτέλεσμα να του επιτρέψουν να αποκτήσει το μερίδιο της περιουσίας το οποίο θα δικαιούταν εάν η συμβολαιογραφική πράξη του 1970 δεν υπήρχε. Αντίθετα με τις υποθέσεις Mazurek και Merger και Cros, στις οποίες οι προσφεύγοντες είχαν αυτομάτως αποκτήσει κληρονομικά δικαιώματα μετά τον θάνατο του γονέα τους, η διαδοχή στην παρούσα υπόθεση είχε διευθετηθεί το 1970 πριν από τον θάνατο της μητέρα του προσφεύγοντος. Επιπλέον, η διανομή της περιουσίας είχε επιφέρει αποτέλεσμα αρκετά χρόνια προτού κατοχυρωθεί η γονική σχέση του προσφεύγοντος το 1983. Συνεπώς, σύμφωνα με την Κυβέρνηση, ο προσφεύγων δεν είχε κληρονομικά δικαιώματα σε σχέση με την περιουσία (αναφέρθηκε, τηρουμένων των αναλογιών, στις Alboize-Barthes και Alboize-Montezume κατά Γαλλίας (απόφ.), αριθ. 44421/04, 21 Οκτωβρίου 2008).
(β) Επί της ουσίας
40. Όπως είχε υποστηρίξει προηγουμένως ενώπιον του Τμήματος, η Κυβέρνηση επανέλαβε ότι ο προσφεύγων δεν είχε «αποκλειστεί» από τη διαδοχή της μητέρας του αλλά, εφόσον τα περιουσιακά στοιχεία είχαν ήδη διατεθεί σύμφωνα με τους όρους της διανομής βάσει της συμβολαιογραφικής πράξης εν ζωή που καταρτίστηκε το 1970, δεν μπορούσε να αποκτήσει το μερίδιο το οποίο θα δικαιούταν σύμφωνα με τους Νόμους του 1972 και του 2001 εάν δεν υπήρχε η εν λόγω πράξη. Ως εκ τούτου, δεν ήταν οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις αυτές που δεν επέτρεψαν στον προσφεύγοντα να κληρονομήσει μερίδιο από την περιουσία της μητέρας του, αλλά η προγενέστερη πράξη μεταβίβασης περιουσίας, η οποία είχε δημιουργήσει παραδεκτή νομική κατάσταση.
41. Ήταν εκείνα τα δικαιώματα που είχαν αποκτηθεί από τους άλλους κληρονόμους που η νομοθεσία το 2001 – έχοντας επίσης εκπληρώσει πλήρως τις γενικές υποχρεώσεις να εκτελέσει την απόφαση Mazurek – έπρεπε να λάβει υπόψη θέτοντας τον Νόμο σε ισχύ. Η εφαρμογή του νέου Νόμου σε προϋπάρχουσες καταστάσεις έπρεπε αναγκαστικά να συμμορφωθεί με τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και προβλεψιμότητας του νόμου που καθιερώθηκε από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Η παράγραφος 25 του Νόμου του 2001 εξαιρούσε επομένως την εφαρμογή των νέων δικαιωμάτων σε ήδη ανοικτές διαδοχές κατά την ημερομηνία δημοσίευσής του, οι οποίες είχαν οδηγήσει σε διανομή πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Σύμφωνα με την άποψη της Κυβέρνησης, η ερμηνεία του Ανώτατου Δικαστηρίου (Court of Cassation) δεν ερχόταν επομένως σε σύγκρουση με την απόφαση Mazurek. Αντίθετα με την εν λόγω απόφαση και την υπόθεση Merger και Cros, στην οποία οι προσφεύγοντες είχαν αμφισβητήσει καταστάσεις οι οποίες δεν είχαν ακόμη καθιερωθεί όταν κατέθεσαν την προσφυγή τους στα εθνικά δικαστήρια, η προσφυγή για ακύρωση την οποία άσκησε ο προσφεύγων το 1998 επεδίωξε να αμφισβητήσει μια κατάσταση στην οποία είχε ήδη γίνει διανομή της περιουσίας.
42. Η Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι μια απόφαση η οποία θα διαπίστωνε παραβίαση της Σύμβασης θα μπορούσε να οδηγήσει σε γενικά μέτρα στο εναγόμενο κράτος και θα είχε αντίκτυπο που θα εκτεινόταν πέραν της διαφοράς που αφορούσε τους διαδίκους ενώπιον του Δικαστηρίου. Ωστόσο, ανέφερε ότι το Δικαστήριο δεν είχε ποτέ αναγνωρίσει αναδρομική ισχύ των αποφάσεών του. Ο ισχυρισμός ότι η απόφαση Mazurek θα πρέπει να ισχύσει στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή, σε μια νομική κατάσταση η οποία είχε καθιερωθεί οριστικά πριν αυτή εκδοθεί, και ότι θα πρέπει να έχει αναδρομική ισχύ, θα καθιστούσε άκυρο το Άρθρο 46 της Σύμβασης.
2. Ο προσφεύγων
(α) Εφαρμογή του Άρθρου 14 της Σύμβασης
43. Ο προσφεύγων δεν υπέβαλε συμπληρωματικές παρατηρήσεις στο Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως σε σχέση με εκείνες που προσκομίστηκαν ενώπιον του Τμήματος στις οποίες είχε εκφράσει τη διαφωνία του με την Κυβέρνηση σε αυτό το σημείο (παράγραφος 37 της απόφασης του Τμήματος). Ισχυρίστηκε ότι η αναγνώριση της μητρικής του σχέσης το 1983 του είχε κατοχυρώσει κληρονομικά δικαιώματα κατά το άνοιγμα της διαδοχής της μητέρας του – το οποίο εκκρεμούσε την ημέρα που άσκησε την προσφυγή – που ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1.
(β) Επί της ουσίας
44. Σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, η αποτελεσματικότητα του Άρθρου 14 της Σύμβασης έπρεπε να είναι εγγυημένη και μόνο «πολύ σοβαροί» λόγοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετική μεταχείριση με την αιτιολογία ότι η γέννηση θεωρούνταν συμβατή με τη Σύμβαση. Η ασφάλεια δικαίου δεν ήταν ούτε δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται από τη Σύμβαση ούτε λόγος δημοσίου συμφέροντος ικανός να δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας σύμφωνα με το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1.
45. Αυτό που θα μπορούσε να είναι ανεκτό το 1972, λόγω της έννοιας της ασφάλειας δικαίου, παρεμποδίζοντας την αρχή της μη εφαρμογής διακρίσεων που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 14 δεν θα μπορούσε πλέον να υφίσταται μετά την απόφαση Mazurek. Ωστόσο, ο προσφεύγων τόνισε ότι τα δικαιώματα τα οποία έχουν αποκτηθεί αδίκως δεν θα πρέπει να καθίστανται ασφαλή από τις μεταβατικές διατάξεις του Νόμου του 2001, οι οποίες αποσκοπούσαν στο να θέσουν τέρμα σε παραβιάσεις του είδους που διαπιστώθηκαν στην εν λόγω απόφαση. Κατά τον ισχυρισμό του, κατά την αποκατάσταση της βλάβης που προκλήθηκε στον κ. Mazurek το Δικαστήριο αρνήθηκε να διασφαλίσει προϋπάρχουσες νομικές καταστάσεις οι οποίες υπήρχαν πριν από την απόφασή του. Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη εδώ την αδυναμία τήρησης της δεσμευτικής ισχύος της απόφασης Mazurek και να κρίνει κατά της Γαλλίας αναλόγως. Κάθε άλλο συμπέρασμα θα ισοδυναμούσε με αποδοχή ότι ένα κράτος το οποίο θεσπίζει νομοθεσία με σκοπό να εφαρμόσει τις συνέπειες της νομολογίας του Δικαστηρίου είχε στη διάθεσή του αόριστη χρονική περίοδο για να μεταφέρει τις αποφάσεις του στο εσωτερικό δίκαιο και μπορούσε να ασχολείται, στη συγκεκριμένη περίσταση μόνο με μελλοντικές διαδοχές, και επομένως να επικυρώσει εκ των υστέρων αναγνωρισμένες παραβιάσεις της Σύμβασης. Ο προσφεύγων κατήγγειλε συνεχιζόμενη διάκριση που διαιώνιζε τα αποτελέσματα του Νόμου του 1972, ο οποίος είχε αποτελέσει αντικείμενο κρίσης κατά της Γαλλίας από το Δικαστήριο και αποκηρύχθηκε από το νομοθετικό σώμα το 2001.
46. Υποστήριξε, επίσης, ότι η προσφυγή για ακύρωση που είχε ασκήσει το 1998 εκκρεμούσε όταν δημοσιεύτηκε ο Νόμος του 2001, γεγονός που θα έπρεπε να έχει ως αποτέλεσμα το όφελός του από τα νέα δικαιώματα που εκχωρούνταν στα τέκνα εκ μοιχείας. Κατά συνέπεια, αφού η προσφυγή του βρισκόταν σε εκκρεμότητα, η περιουσία της μητέρας του δεν μπορούσε να διανεμηθεί οριστικά. Διαφορετική απόφαση θα ισοδυναμούσε με το να καταστούν οι προσφυγές για ακύρωση των διανομών με πράξη εν ζωή αναποτελεσματικό ένδικο μέσο.
Γ. Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
1. Εφαρμογή του Άρθρου 14 της Σύμβασης
(α) Γενικές αρχές
47. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το Άρθρο 14 της Σύμβασης συμπληρώνει τις λοιπές ουσιαστικές διατάξεις της Σύμβασης και των Πρωτοκόλλων της. Δεν έχει ανεξάρτητη υπόσταση δεδομένου ότι έχει ισχύ μόνο σε σχέση με «την απόλαυση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών» που διαφυλάσσουν οι εν λόγω διατάξεις. Μολονότι η εφαρμογή του Άρθρου 14 δεν προϋποθέτει την παραβίαση των εν λόγω διατάξεων – και σε αυτό τον βαθμό είναι αυτόνομο – δεν μπορεί να υπάρξει περιθώριο για την εφαρμογή του εκτός και εάν τα πραγματικά περιστατικά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής μίας ή περισσότερων εκ των τελευταίων (βλ. μεταξύ πολλών άλλων αρχών, Van Raalte κατά Κάτω Χωρών, 21 Φεβρουαρίου 1997, § 33, Εκθέσεις Κρίσεων και Αποφάσεων 1997‑I, Petrovic κατά Αυστρίας, 27 Μαρτίου 1998, § 22, Εκθέσεις 1998‑II, Zarb Adami κατά Μάλτας, αριθ. 17209/02, § 42, ECHR 2006‑VIII και Konstantin Markin κατά Ρωσίας [GC], αριθ. 30078/06, § 124, ECHR 2012 (αποσπάσματα)).
(β) Σχετικά με το εάν τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1
48. Στην παρούσα υπόθεση, πρέπει, συνεπώς, να καθοριστεί το αν η καταγγελία του προσφεύγοντος, σχετικά με την αδυναμία του να διεκδικήσει τα κληρονομικά του δικαιώματα μέσω προσφυγής για ακύρωση της διανομής με πράξη εν ζωή η οποία είχε υπογραφεί από τη μητέρα του χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η νόμιμη μοίρα του, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1.
49. Το δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η έννοια της «περιουσίας» η οποία αναφέρεται στο πρώτο μέρος του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1 έχει αυτόνομη σημασία η οποία δεν περιορίζεται σε ιδιοκτησία φυσικών αγαθών και είναι ανεξάρτητη από την επίσημη ταξινόμηση του εσωτερικού δικαίου: ορισμένα άλλα δικαιώματα και συμφέροντα τα οποία συνιστούν περιουσιακά στοιχεία μπορούν επίσης να θεωρηθούν ως «περιουσιακά δικαιώματα», και επομένως ως «περιουσία» για τους σκοπούς της παρούσας διάταξης (βλ. Beyeler κατά Ιταλίας [GC], αριθ. 33202/96, § 100, ECHR 2000‑I).
50. Το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1 δεν εγγυάται το δικαίωμα απόκτησης περιουσιακών στοιχείων (βλ. Slivenko και Άλλοι κατά Λετονίας (απόφ.) [GC], αριθ. 48321/99, § 121, ECHR 2002‑II (αποσπάσματα), και Ališić και Άλλοι κατά Βοσνίας Ερζεγοβίνης, Κροατίας, Σερβίας, Σλοβενίας και της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (απόφ.), αριθ. 60642/08, § 52, 17 Οκτωβρίου 2011), συγκεκριμένα εξ αδιαθέτου διαδοχής ή μέσω οικειοθελών διαθέσεων (βλ., τηρουμένων των αναλογιών, Marckx, παρατίθεται ανωτέρω, § 50, και Merger και Cros, παρατίθεται ανωτέρω, § 37). Ωστόσο, η «περιουσία» μπορεί να είναι είτε «υπάρχουσα περιουσία» είτε περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των αξιώσεων, για τα οποία ο προσφεύγων μπορεί να υποστηρίξει ότι έχει τουλάχιστον «εύλογη προσδοκία» πραγματικής απόλαυσης ενός δικαιώματος ιδιοκτησίας (βλ. μεταξύ άλλων αρχών, Pressos Compania Naviera S.A. και Άλλοι κατά Βελγίου, 20 Νοεμβρίου 1995, § 31, Σειρά A αριθ. 332, Kopecký κατά Σλοβακίας [GC], αριθ. 44912/98, § 35, ECHR 2004‑IX, και Association nationale des pupilles de la Nation κατά Γαλλίας (απόφ.), αριθ. 22718/08, 6 Οκτωβρίου 2009). Η εύλογη προσδοκία πρέπει να έχει «επαρκή βάση στο εθνικό δίκαιο» (βλ. Kopecký, παρατίθεται ανωτέρω, § 52, Depalle κατά Γαλλίας [GC], αριθ. 34044/02, § 63, ΕΣΑΔ 2010, και Saghinadze και Άλλοι κατά Γεωργίας, αριθ. 18768/05, § 103, 27 Μαΐου 2010). Παρομοίως, η έννοια της «περιουσίας» μπορεί να επεκταθεί σε ένα συγκεκριμένο όφελος το οποίο οι ενδιαφερόμενοι έχουν στερηθεί λόγω διάκρισης στο δικαίωμα ιδιοκτησίας (βλ. Andrejeva κατά Λετονίας [GC], αριθ. 55707/00, § 79, ΕΣΑΔ 2009). Ωστόσο, η ελπίδα αναγνώρισης της επιβίωσης ενός παλιού δικαιώματος ιδιοκτησίας το οποίο ήταν αδύνατο για πολύ καιρό να ασκηθεί αποτελεσματικά δεν μπορεί να θεωρηθεί «περιουσία» κατά την έννοια του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1, καθώς επίσης ούτε και ένα υπό όρους αίτημα το οποίο παρέρχεται ως αποτέλεσμα της μη εκπλήρωσης του όρου (βλ. την ανακεφαλαίωση των σχετικών αρχών στην απόφαση Malhous κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (απόφ.) [GC], αριθ. 33071/96, ΕΣΑΔ 2000‑XII, με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία της Επιτροπής, βλ. επίσης Πρίγκιπας Hans-Adam II του Λιχτενστάιν κατά Γερμανίας [GC], αριθ. 42527/98, § 85, ΕΣΑΔ 2001‑VIII, Nerva και Άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 42295/98, § 43, ΕΣΑΔ 2002‑VIII, και Stretch κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 44277/98, § 32, 24 Ιουνίου 2003).
51. Το ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί σε κάθε υπόθεση είναι εάν οι συνθήκες της υπόθεσης, εξεταζόμενες στο σύνολό τους, παρείχαν στον προσφεύγοντα ουσιαστικό συμφέρον το οποίο προστατεύεται από το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1 (βλ. Bozcaada Kimisis Teodoku Rum Ortodoks Kilisesi Vakfı κατά Τουρκίας, αριθ. 37639/03, 37655/03, 26736/04 και 42670/04, § 41, 3 Μαρτίου 2009, Depalle, παρατίθεται ανωτέρω, § 62, Plalam S.P.A. κατά Ιταλίας (επί της ουσίας), αριθ. 16021/02, § 37, 18 Μαΐου 2010, και Di Marco κατά Ιταλίας (επί της ουσίας), αριθ. 32521/05, § 50, 26 Απριλίου 2011). Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η προσέγγιση αυτή απαιτεί να ληφθούν υπόψη τα παρακάτω σημεία του Νόμου και των γεγονότων.
52. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οφείλεται σαφώς στην ιδιότητά του ως τέκνου εκ μοιχείας το γεγονός ότι ο προσφεύγων στερήθηκε το δικαίωμα να αιτηθεί ακύρωση της διανομής με πράξη εν ζωή η οποία υπεγράφη από τη μητέρα του, με αυτήν την ιδιότητα να αποτελεί τη βάση της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου (Court of Cassation) – ερμηνεύοντας τις μεταβατικές διατάξεις του Νόμου του 2001 – να αποκλείσει την εφαρμογή στην περίπτωσή του των διατάξεων που σχετίζονται με τα νέα δικαιώματα κληρονομιάς που αναγνωρίζονται από τον εν λόγω Νόμο. Σε υποθέσεις, όπως η παρούσα, οι οποίες αφορούν καταγγελία δυνάμει του Άρθρου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1 και στις οποίες ο προσφεύγων έχει στερηθεί το σύνολο ή μέρος ενός συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου λόγω διάκρισης η οποία καλύπτεται από το Άρθρο 14, το σχετικό κριτήριο είναι εάν, αλλά για τον λόγο διάκρισης τον οποίο καταγγέλλει ο προσφεύγων, αυτός ή αυτή θα είχε δικαίωμα, εκτελεστό σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, όσον αφορά το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο (βλ., τηρουμένων των αναλογιών, Stec και Άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.) [GC], αριθ. 65731/01 και 65900/01, § 55, ΕΣΑΔ 2005‑X, και Andrejeva, παρατίθεται ανωτέρω, § 79). Το κριτήριο αυτό πληρούται στην προκειμένη περίπτωση.
53. Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι ο προσφεύγων δεν μπορούσε να διεκδικήσει κανένα δικαίωμα κληρονομιάς όσον αφορά τη δωρεά με πράξη εν ζωή που καταρτίστηκε το 1970 διότι αυτή είχε ως αποτέλεσμα την άμεση και αμετάκλητη διανομή των περιουσιακών στοιχείων της μητέρας του και αυτό είχε συμβεί πριν η μητρική του συγγένεια αναγνωριστεί δικαστικά (βλ. παράγραφο 39 ανωτέρω). Το Δικαστήριο δεν μπορεί ωστόσο να δεχθεί αυτό το επιχείρημα. Σημειώνει ότι ενώ οι δωρεές με πράξη εν ζωή έχουν το άμεσο αποτέλεσμα της μεταβίβασης της ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου (Court of Cassation) αυτό δεν μετατρέπεται σε διανομή για κληρονομικούς σκοπούς μέχρι τον θάνατο του δωρητή. Η διαδοχή ανοίγει αλλά και εκκαθαρίζεται ή διανέμεται οριστικά την ημέρα του θανάτου του ανιόντος (βλ. παράγραφο 24 ανωτέρω), που στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέβη έως το 1994. Έως τότε η συγγένεια του προσφεύγοντος με τη μητέρα είχε αναγνωριστεί. Οφειλόταν λοιπόν πράγματι στην ιδιότητά του ως τέκνου εκ μοιχείας το γεγονός ότι ο προσφεύγων αποκλείστηκε από την περιουσία της μητέρας του.
54. Συναφώς, η παρούσα υπόθεση μοιάζει με τις υποθέσεις Mazurek και Merger και Cros, που παρατίθενται ανωτέρω, και μπορεί να διακριθεί από την υπόθεση Alboize-Barthes και Alboize-Montezume κατά Γαλλίας (απόφ.), που παρατίθεται ανωτέρω, στην οποία αποφασίστηκε ότι η εκκαθάριση της περιουσίας του πατέρα των προσφευγόντων – το 1955, και επομένως πολύ πριν αναγνωριστεί η συγγένεια – τους απέκλειε από τη διεκδίκηση δικαιωμάτων κληρονομιάς από την περιουσία του θανόντος πατέρα τους και τη διεκδίκηση τίτλου σε ένα «αγαθό».
55. Συμπεραίνεται ότι τα χρηματικά συμφέροντα του προσφεύγοντος εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1 και το δικαίωμα για αρμονική απόλαυση της περιουσίας την οποία διαφυλάσσει. Αυτό αρκεί για να καταστήσει το Άρθρο 14 της Σύμβασης εφαρμοστέο.
2. Επί της ουσίας
(α) Γενικές αρχές
56. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι για την απόλαυση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που διασφαλίζονται από τη Σύμβαση, το Άρθρο 14 παρέχει προστασία ενάντια στη διαφορετική μεταχείριση, χωρίς αντικειμενική και εύλογη αιτιολόγηση, ατόμων σε παρόμοιες καταστάσεις. Για τους σκοπούς του Άρθρου 14, μια διαφορά μεταχείρισης αποτελεί διάκριση εάν «δεν έχει αντικειμενική και εύλογη αιτιολόγηση», δηλαδή, εάν δεν επιδιώκει έναν «θεμιτό σκοπό» ή εάν δεν υπάρχει «εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και του προς επίτευξη στόχου» (βλ. Mazurek, παρατίθεται ανωτέρω, §§ 46 και 48). Επιπλέον, τα συμβαλλόμενα κράτη διαθέτουν ένα ορισμένο περιθώριο εκτίμησης για το αν και σε ποιο βαθμό οι διαφορές σε κατά τα άλλα παρόμοιες περιπτώσεις δικαιολογούν διαφορετική μεταχείριση (βλ. Stec και Άλλοι, παρατίθεται ανωτέρω, §§ 51 και 52, ΕΣΑΔ 2006‑VI). Το πεδίο εφαρμογής του περιθωρίου εκτίμησης θα ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις, το αντικείμενο και το ιστορικό, αλλά το Δικαστήριο θα πρέπει να καθορίσει στην τελευταία ανάλυση εάν υπάρχει συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της Σύμβασης. Δεδομένου ότι η Σύμβαση είναι πρωτίστως ένα σύστημα για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το Δικαστήριο θα πρέπει ωστόσο να λαμβάνει υπόψη τις μεταβαλλόμενες συνθήκες στα συμβαλλόμενα κράτη και να ανταποκρίνεται, για παράδειγμα, σε οποιαδήποτε αναδυόμενη συμφωνία σχετικά με τα πρότυπα τα οποία πρέπει να επιτευχθούν (βλ. Konstantin Markin, παρατίθεται ανωτέρω, § 126).
57. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου έπειτα από την απόφαση Marckx, που παρατίθεται ανωτέρω, η διάκριση που γίνεται για κληρονομικούς σκοπούς μεταξύ τέκνων «εκτός γάμου» και «νόμιμων» τέκνων έχει θέσει ζήτημα σύμφωνα με το Άρθρο 8 της Σύμβασης και μόνον (βλ. Johnston και Άλλοι κατά Ιρλανδίας, 18 Δεκεμβρίου 1986, Σειρά A αριθ. 112) και σύμφωνα με το Άρθρο 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 (βλ. Vermeire κατά Βελγίου, 29 Νοεμβρίου 1991, Σειρά A αριθ. 214‑C, και Brauer κατά Γερμανίας, αριθ. 3545/04, 28 Μαΐου 2009) και το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1 (βλ. Inze κατά Αυστρίας, 28 Οκτωβρίου 1987, Σειρά A αριθ. 126, Mazurek, παρατίθεται ανωτέρω, και Merger και Cros, παρατίθεται ανωτέρω). Το Δικαστήριο επέκτεινε τη νομολογία αυτή σε οικειοθελείς διαθέσεις επιβεβαιώνοντας την απαγόρευση διακρίσεων όσον αφορά τις διατάξεις τελευταίας βούλησης (βλ. Pla και Puncernau κατά Ανδόρρας, αριθ. 69498/01, ΕΣΑΔ 2004‑VIII). Συνεπώς, ήδη από το 1979, στην υπόθεση Marckx, το Δικαστήριο έκρινε ότι απαγορεύσεις σε δικαιώματα κληρονομιάς τέκνων με βάση τη γέννηση ήταν ασύμβατες με τη Σύμβαση. Έχει επανειλημμένως επισημάνει αυτήν τη θεμελιώδη αρχή, καθιερώνοντας την απαγόρευση διάκρισης με βάση τη γέννηση ενός τέκνου «εκτός γάμου» ως πρότυπο προστασίας της ευρωπαϊκής δημόσιας τάξης.
58. Το Δικαστήριο παρατηρεί επίσης ότι τα σημεία συμφωνίας μεταξύ των κρατών μελών και του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τη σημασία της ίσης μεταχείρισης των τέκνων που έχουν γεννηθεί εντός και των τέκνων που έχουν εκτός γάμου έχουν καθοριστεί εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα, γεγονός που οδήγησε, επίσης, σε ενιαία προσέγγιση του ζητήματος σήμερα από τις εθνικές νομοθεσίες – η αρχή της ισότητας εξαλείφει τις ίδιες τις έννοιες των νόμιμων τέκνων και των τέκνων που έχουν γεννηθεί εκτός γάμου – και σε κοινωνικές και νομικές εξελίξεις που υποστηρίζουν σαφώς τον στόχο της επίτευξης ισότητας μεταξύ των τέκνων (βλ. παραγράφους 28, 34 και 35 ανωτέρω).
59. Ως εκ τούτου, πολύ σοβαροί λόγοι πρέπει να προταθούν πριν μια διάκριση με βάση τη γέννηση εκτός γάμου μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με τη Σύμβαση (βλ. Inze, παρατίθεται ανωτέρω, § 41, Camp και Bourimi κατά Κάτω Χωρών, αριθ. 28369/95, § 38, ΕΣΑΔ 2000‑X, και Brauer, παρατίθεται ανωτέρω, § 40).
60. Το Δικαστήριο δεν υποχρεούται κατ’ αρχήν να επιλύει διαφορές καθαρά ιδιωτικής φύσεως. Τούτου λεχθέντος, κατά την άσκηση της ευρωπαϊκής εποπτείας που εμπίπτει σε αυτό, δεν μπορεί να μείνει απαθές όταν η ερμηνεία μιας νομικής πράξης από ένα εθνικό δικαστήριο, είτε πρόκειται για διάταξη τελευταίας βούλησης, ιδιωτικό συμφωνητικό, δημόσιο έγγραφο, νομοθετική διάταξη είτε διοικητική πρακτική φαίνεται παράλογη, αυθαίρετη ή κατάφωρα ασυμβίβαστη με την απαγόρευση των διακρίσεων όπως ορίζεται από το Άρθρο 14 και γενικότερα με τις αρχές που διέπουν τη Σύμβαση (βλ. Larkos κατά Κύπρου [GC], αριθ. 29515/95, §§ 30-31, ΕΣΑΔ 1999‑I, Pla και Puncernau, παρατίθεται ανωτέρω, § 59, και Karaman κατά Τουρκίας, αριθ. 6489/03, § 30, 15 Ιανουαρίου 2008).
(β) Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση
(i) Σχετικά με το αν υπήρξε διαφορετική μεταχείριση λόγω γέννησης εκτός γάμου
61. Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητείται το ότι ο προσφεύγων στερήθηκε τη νόμιμη μοίρα και τέθηκε οριστικά σε διαφορετική κατάσταση από εκείνη των νόμιμων τέκνων όσον αφορά την κληρονομιά της περιουσίας της μητέρας τους. Αποκλείστηκε από το να λάβει ακύρωση της διανομής με πράξη εν ζωή από την οποία είχε αποκλειστεί και από το να λάβει τη νόμιμη μοίρα εξαιτίας της ιδιότητάς του ως τέκνου εκ μοιχείας.
62. Αυτή η διαφορά στη μεταχείριση μεταξύ του προσφεύγοντος και του ετεροθαλούς αδελφού και της ετεροθαλούς αδελφής του πηγάζει από την παράγραφο 25(2) του Νόμου του 2001, ο οποίος περιορίζει την εφαρμογή των νέων κληρονομικών δικαιωμάτων των τέκνων εκ μοιχείας σε διαδοχές ανοικτές πριν από τις 4 Δεκεμβρίου 2001 για πού δεν οδήγησαν σε διανομή πριν από την εν λόγω ημερομηνία (βλ. παράγραφο 30 ανωτέρω). Κατά την ερμηνεία των σχετικών μεταβατικών διατάξεων, το Ανώτατο Δικαστήριο (Court of Cassation) θεώρησε ότι διανομή για κληρονομικούς σκοπούς είχε λάβει χώρα το 1994, κατά τον χρόνο θανάτου της μητέρα του προσφεύγοντος (βλ. παράγραφο 23 ανωτέρω), σύμφωνα με μακροχρόνια αρχή νομολογίας σχετικά με το ότι όσον αφορά διανομές με πράξη εν ζωή ο θάνατος του δωρητή επιφέρει τόσο το άνοιγμα της διαδοχής όσο και τη διανομή (βλ. παράγραφο 24 ανωτέρω). Ένα νόμιμο τέκνο το οποίο είχε παραλειφθεί από τη διανομή με πράξη εν ζωή ή δεν είχε ακόμα συλληφθεί όταν υπεγράφη η συμβολαιογραφική πράξη δεν θα αποκλειόταν από το να αποκτήσει τη νόμιμη μοίρα του/της ή το μερίδιο της περιουσίας σύμφωνα με τα Άρθρα 1077-1 και 1077-2 του Αστικού Κώδικα (βλ. παράγραφο 25 ανωτέρω). Δεν αμφισβητείται επομένως ότι ο μόνος λόγος διαφορετικής μεταχείρισης την οποία υπέστη ο προσφεύγων ήταν το γεγονός ότι είχε γεννηθεί εκτός γάμου.
63. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο ρόλος του δεν είναι να αποφασίζει για το ποια ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας είναι η πιο σωστή, αλλά να καθορίζει εάν ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόστηκε αυτή η νομοθεσία έχει παραβιάσει τα δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται στον προσφεύγοντα σύμφωνα με το Άρθρο 14 της Σύμβασης (βλ., μεταξύ πολλών άλλων αρχών και τηρουμένων των αναλογιών, Padovani κατά Ιταλίας, 26 Φεβρουαρίου 1993, § 24, Σειρά A αριθ. 257‑B, και Pla και Puncernau, παρατίθεται ανωτέρω, § 46). Στην προκειμένη περίπτωση το έργο του είναι επομένως να καθορίσει εάν υπήρχε αντικειμενική και εύλογη αιτιολόγηση για τη συγκεκριμένη διαφορετική μεταχείριση, η οποία βασιζόταν σε διάταξη εσωτερικού νόμου.
(ii) Αιτιολόγηση για τη διαφορετική μεταχείριση
(α) Επιδίωξη θεμιτού σκοπού
64. Η Κυβέρνηση δεν προχώρησε σε περαιτέρω αιτιολόγηση για τη διάκριση μεταξύ νόμιμων τέκνων και τέκνων εκ μοιχείας. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι το γαλλικό κράτος συμφώνησε να τροποποιήσει τη νομοθεσία του μετά την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Mazurek, που παρατίθεται ανωτέρω, και αναμόρφωσε τους κανονισμούς του κληρονομικού δικαίου καταργώντας όλες τις διατάξεις που εισάγουν διακρίσεις σχετικά με τα τέκνα εκ μοιχείας λιγότερο από δύο χρόνια από την έκδοση της απόφασης. Επιπλέον, χαιρετίζει αυτό το μέτρο που φέρνει το γαλλικό δίκαιο σε συμφωνία με την αρχή μη εφαρμογής διακρίσεων της Σύμβασης.
65. Ωστόσο, σύμφωνα με την Κυβέρνηση, δεν ήταν δυνατόν να υπονομεύσει δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί από τρίτα μέρη – στην προκειμένη περίπτωση από τους λοιπούς κληρονόμους – και αυτό δικαιολογούσε τον περιορισμό της αναδρομικής ισχύος του Νόμου του 2001 σε εκείνες τις διαδοχές οι οποίες ήταν ήδη ανοικτές κατά την ημέρα δημοσίευσής του και δεν οδηγήσει σε διανομή έως εκείνη την ημέρα. Οι μεταβατικές διατάξεις είχαν επομένως θεσπιστεί έτσι ώστε να διαφυλαχθούν οι αρμονικές οικογενειακές σχέσεις διασφαλίζοντας τα δικαιώματα τα οποία είχαν αποκτηθεί από τους δικαιούχους στις περιπτώσεις που η περιουσία είχε ήδη διανεμηθεί.
66. Το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί ότι η άρνηση των δικαιωμάτων κληρονομιάς σε ένα ή περισσότερα από τα μέλη της οικογένειας μπορεί να συνεισφέρει στην ενίσχυση των αρμονικών σχέσεων στην οικογένεια. Ωστόσο, αποδέχεται ότι η προστασία κεκτημένων δικαιωμάτων μπορεί να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της ασφάλειας δικαίου, μιας υποκείμενης αξίας της Σύμβασης (βλ. Brumărescu κατά Ρουμανίας [GC], αριθ. 28342/95, § 61, ΕΣΑΔ 1999‑VII, Beian κατά Ρουμανίας (αριθ. 1), αριθ. 30658/05, § 39, ΕΣΑΔ 2007‑V (αποσπάσματα), Nejdet Şahin και Perihan Şahin κατά Τουρκίας [GC], αριθ. 13279/05, §§ 56-57, 20 Οκτωβρίου 2011, και Albu και Άλλοι κατά Ρουμανίας, αριθ. 34796/09 και 63 άλλες υποθέσεις, § 34, 10 Μαΐου 2012). Συνεπώς, αναφορικά με μια διαδοχή που δέχθηκε ένα τέκνο εκ μοιχείας όταν άνοιξε, το 1993, και εκκαθαρίστηκε το 1996, είχε κρίνει ότι η απόφαση απαραδέκτου του Ανώτατου Δικαστηρίου (Court of Cassation) με την αιτιολογία ότι είχε ήδη πραγματοποιηθεί διανομή, η οποία απέκλειε τον προσφεύγοντα από το να επωφεληθεί από τα νέα δικαιώματα, δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων του Νόμου του 2001, ήταν σε συμφωνία με την αρχή της ασφάλειας δικαίου όπως επαναλήφθηκε στην υπόθεση Marckx. Πράγματι, «ένα δικαιοδοτικό όργανο δεν μπορεί να υποχρεωθεί να αναιρέσει μια ελεύθερα αποδεκτή διανομή κατόπιν αποφάσεως του Δικαστηρίου που εξεδόθη μετά την εν λόγω διανομή» (βλ. E.S. κατά Γαλλίας (απόφ.), αριθ. 49714/06, 10 Φεβρουαρίου 2009). Το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μέριμνα για να διασφαλιστεί η σταθερότητα των ολοκληρωμένων κληρονομικών ρυθμίσεων, η οποία ήταν επιτακτική ανάγκη κατά την άποψη του νομοθετικού σώματος και του δικαστηρίου που ασχολήθηκε με την υπόθεση, συνιστά θεμιτό σκοπό ικανό να δικαιολογήσει τη διαφορετική μεταχείριση στην παρούσα υπόθεση. Ωστόσο, η διαφορετική μεταχείριση πρέπει να ήταν ανάλογη με αυτόν τον σκοπό.
(β) Αναλογικότητα μεταξύ των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και του επιδιωκόμενου σκοπού
67. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι στην προκειμένη περίπτωση, με την επιφύλαξη του νόμιμου δικαιώματος να ασκήσει προσφυγή για ακύρωση, ο ετεροθαλής αδελφός και η ετεροθαλής αδελφή του προσφεύγοντος απέκτησαν περιουσιακά δικαιώματα με βάση τη διανομή με πράξη εν ζωή που καταρτίστηκε το 1970 δυνάμει της οποίας η περιουσία της κ. M. περιήλθε σε αυτούς κατά τον θάνατό της τον Ιούλιο του 1994. Σε αυτή τη βάση, η παρούσα υπόθεση είναι διακριτή από τις υποθέσεις Mazurek και Merger και Cros, που παρατίθενται ανωτέρω, στις οποίες η περιουσία δεν είχε ακόμη περιέλθει στους δικαιούχους.
68. Ωστόσο, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η «προστασία της ‘εύλογης προσδοκίας’ των θανόντων και των οικογενειών τους πρέπει να υποτάσσεται στην επιταγή ισότιμης μεταχείρισης μεταξύ τέκνων που γεννήθηκαν εκτός γάμου και τέκνων που γεννήθηκαν εντός γάμου» (βλ. Brauer, παρατίθεται ανωτέρω, § 43). Συναφώς, θεωρεί ότι ο ετεροθαλής αδελφός και η ετεροθαλής αδελφή του προσφεύγοντος γνώριζαν – ή θα έπρεπε να γνωρίζουν – ότι τα δικαιώματά τους μπορούσαν να αμφισβητηθούν. Κατά τη χρονική στιγμή του θανάτου της μητέρας τους το 1994 υπήρχε χρονική περίοδος πέντε ετών εκ του νόμου για την άσκηση προσφυγής για ακύρωση διανομής με πράξη εν ζωή. Οι νόμιμοι κληρονόμοι θα έπρεπε κατά συνέπεια να γνωρίζουν ότι ο ετεροθαλής αδελφός τους είχε προθεσμία μέχρι το 1999 για να διεκδικήσει το μερίδιό του στην περιουσία και ότι μια τέτοια προσφυγή ήταν ικανή να αμφισβητήσει όχι την ίδια τη διανομή, αλλά την έκταση των δικαιωμάτων του καθενός εκ των κατιόντων. Επιπλέον, η προσφυγή για ακύρωση την οποία άσκησε τελικά ο προσφεύγων το 1998 εκκρεμούσε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κατά τη χρονική στιγμή της έκδοσης της απόφασης Mazurek, η οποία δήλωσε ότι η ανισότητα κληρονομικών δικαιωμάτων με βάση τη γέννηση ήταν ασύμβατη με τη Σύμβαση, και κατά τη δημοσίευση του Νόμου του 2001, ο οποίος εκτελούσε αυτήν την απόφαση ενσωματώνοντας τις αρχές που ορίζονται από την εν λόγω απόφαση στο γαλλικό δίκαιο. Τέλος, ο προσφεύγων δεν ήταν κατιών του οποίου η ύπαρξη ήταν άγνωστη σε αυτούς, καθώς είχε αναγνωριστεί ως «παράνομος» γιος της μητέρας τους σε απόφαση που εκδόθηκε το 1983 (βλ. παράγραφο 12 ανωτέρω, βλ., τηρουμένων των αναλογιών, Camp και Bourimi, παρατίθεται ανωτέρω, § 39). Αυτό ήταν αρκετό για να εγείρει δικαιολογημένες αμφιβολίες αναφορικά με το εάν η περιουσία είχε όντως μεταβιβαστεί κατά τον θάνατο της κ. M. το 1994 (βλ. τα συμπεράσματα του γενικού εισαγγελέα, παράγραφος 22 ανωτέρω).
69. Το Δικαστήριο παρατηρεί σε αυτό το θέμα ότι, σύμφωνα με την Κυβέρνηση, η ιδιαιτερότητα των διανομών με πράξη εν ζωή απέκλειε οποιαδήποτε αμφισβήτηση μιας υφιστάμενης νομικής κατάστασης – στην προκειμένη περίπτωση τη διανομή που πραγματοποιήθηκε το 1970 και ακολούθως εφαρμόστηκε οριστικά κατά τον θάνατο του ιδιοκτήτη της περιουσίας – παρά τις ετεροδικίες που βρίσκονταν σε εξέλιξη (βλ. παραγράφους 40 και 41 ανωτέρω). Ο προσφεύγων αμφισβήτησε την εν λόγω παρατήρηση (βλ. παράγραφο 46 ανωτέρω). Στις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, στην οποία η ευρωπαϊκή νομολογία και οι εθνικές νομοθετικές μεταρρυθμίσεις έδειξαν σαφή τάση προς εξάλειψη κάθε διάκρισης που αφορά τα κληρονομικά δικαιώματα τέκνων που γεννήθηκαν εκτός γάμου, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η προσφυγή που άσκησε ο προσφεύγων ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το 1998 και απορρίφθηκε το 2007 αποτελεί σοβαρό παράγοντα κατά την εξέταση της αναλογικότητας της διαφορετικής μεταχείρισης (βλ. παραγράφους 22 και 68 ανωτέρω, και παράγραφο 72 παρακάτω). Το γεγονός ότι η προσφυγή εκκρεμούσε ακόμη το 2001 δεν θα μπορούσε παρά μόνο να σχετικοποιήσει την προσδοκία των άλλων κληρονόμων της κ. M ότι θα πετύχαιναν τη εδραίωση αδιαμφισβήτητων δικαιωμάτων στην περιουσία της.
70. Κατά συνέπεια, υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο θεμιτός σκοπός της προστασίας των δικαιωμάτων κληρονομιάς του ετεροθαλούς αδελφού και της ετεροθαλούς αδελφής του προσφεύγοντος δεν ήταν αρκετά σοβαρός για να παρακάμψει το αίτημα του προσφεύγοντος για μερίδιο στην περιουσία της μητέρας του.
71. Επιπλέον, φαίνεται ότι, ακόμα και στα μάτια των εθνικών αρχών, οι προσδοκίες των κληρονόμων οι οποίοι είναι οι δικαιούχοι διανομής με πράξη εν ζωή δεν πρέπει να προστατεύονται σε όλες τις περιστάσεις. Πράγματι, εάν η ίδια προσφυγή για ακύρωση της διανομής με πράξη εν ζωή είχε ασκηθεί την ίδια χρονική στιγμή από κάποιο άλλο νόμιμο τέκνο, με μεταγενέστερη ημερομηνία γέννησης ή εκ προθέσεως αποκλεισμένο από τη διανομή, δεν θα είχε κηρυχθεί απαράδεκτη.
72. Επομένως, το Δικαστήριο αμφισβητεί την απόφαση του εθνικού δικαστηρίου, το 2007 – χρόνια μετά τις αποφάσεις Marckx και Mazurek που παρατίθενται ανωτέρω – να εφαρμόσει την αρχή της προστασίας της ασφάλειας δικαίου με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με το εάν είχε εγερθεί κατά νόμιμου τέκνου ή τέκνου εκ μοιχείας. Σημειώνει επίσης ότι το Ανώτατο Δικαστήριο (Court of Cassation) δεν εξέτασε τον κύριο λόγο προσφυγής του προσφεύγοντος που αφορούσε παραβίαση της αρχής μη εφαρμογής διακρίσεων όπως ορίζεται από το Άρθρο 14 της Σύμβασης. Το Δικαστήριο είχε κρίνει προηγουμένως ότι στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ισχυρισμοί ενός προσφεύγοντος σχετίζονται με τα «δικαιώματα και τις ελευθερίες» που κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση τα δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να τους εξετάσουν με ιδιαίτερη αυστηρότητα και προσοχή και ότι αυτό είναι απόρροια της αρχής της επικουρικότητας (βλ. Wagner και J.M.W.L. κατά Λουξεμβούργου, αριθ. 76240/01, § 96, 28 Ιουνίου 2007, και Magnin κατά Γαλλίας (απόφ.), αριθ. 26219/08, 10 Μαΐου 2012).
(γ) Συμπέρασμα
73. Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους προαναφερθέντες παράγοντες, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι δεν υπήρχε εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και του θεμιτού επιδιωκόμενου σκοπού. Κατ’ επέκταση, δεν υπήρχε αντικειμενική και εύλογη αιτιολόγηση της διαφορετικής μεταχείρισης προς τον προσφεύγοντα. Αντίστοιχα, υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1.
74. Το εν λόγω συμπέρασμα δεν θέτει υπό αμφισβήτηση το δικαίωμα των κρατών να θεσπίζουν μεταβατικές διατάξεις στις περιπτώσεις που υιοθετούν νομοθετική μεταρρύθμιση με σκοπό τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με το Άρθρο 46 § 1 της Σύμβασης (βλ., π.χ., Antoni κατά της Δημοκρατίας της Τσεχίας, αριθ. 18010/06, 25 Νοεμβρίου 2010, Compagnie des gaz de pétrole Primagaz κατά Γαλλίας, αριθ. 29613/08, § 18, 21 Δεκεμβρίου 2010, Mork κατά Γερμανίας, αριθ. 31047/04 και 43386/08, §§ 28 έως 30 και 54, 9 Ιουνίου 2011, και Taron κατά Γερμανίας, (απόφ.), αριθ. 53126/07, 29 Μαΐου 2012).
75. Ωστόσο, παρόλο που ο κατ’ ουσίαν δηλωτικός χαρακτήρας των αποφάσεων του Δικαστηρίου επιτρέπει στο κράτος την επιλογή των μέσων βάσει των οποίων θα εξαλειφθούν οι επιπτώσεις της παραβίασης (βλ. Marckx, παρατίθεται ανωτέρω, § 58, και Verein κατά Tierfabriken Schweiz (VgT) κατά Ελβετίας (αριθ. 2) [GC], αρ. 32772/02, § 61, ΕΣΑΔ 2009), θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η υιοθέτηση γενικών μέτρων απαιτεί την αποτροπή από πλευράς του συγκεκριμένου κράτους, με επιμέλεια, περαιτέρω παραβιάσεων παρόμοιων με αυτές που εντοπίζονται στις αποφάσεις του Δικαστηρίου (βλ., π.χ., Salah κατά Κάτω Χωρών, αριθ. 8196/02, § 77, ECHR 2006‑IX (αποσπάσματα), γεγονός που επιβάλλει την υποχρέωση στα εθνικά δικαστήρια να διασφαλίσουν, σύμφωνα με τη συνταγματική τους τάξη και αναφορικά με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, την πλήρη εφαρμογή των προτύπων της Σύμβασης, όπως αυτή ερμηνεύεται από το Δικαστήριο, κάτι που όμως δεν εφαρμόστηκε στην εν λόγω περίπτωση.
II. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 14 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 8
76. Ο προσφεύγων κατήγγειλε, στην ίδια βάση ισχυρισμών με τους παραπάνω αναφορικά με το δικαίωμα ειρηνικής απόλαυσης των κεκτημένων αγαθών, αδικαιολόγητη διάκριση η οποία παραβιάζει το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και της οικογενειακής του ζωής, όπως αυτό διασφαλίζεται από το Άρθρο 8 της Σύμβασης, το οποίο προβλέπει ότι:
«1. Κάθε άτομο έχει το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και της οικογενειακής του ζωής ...
2. Δεν θα υπάρξει ανάμειξη δημόσιας αρχής στην άσκηση αυτού του δικαιώματος, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που είναι σύμφωνες με τον νόμο και που απαιτούνται σε δημοκρατική κοινωνία προκειμένου να διασφαλιστεί η εθνική ασφάλεια, η δημόσια ασφάλεια ή η οικονομική ευημερία της χώρας, για την αποτροπή αταξίας ή εγκλημάτων, για την προστασία της υγείας ή των ηθών, ή για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων.»
A. Απόφαση του Τμήματος
77. Όπως και στην απόφαση Mazurek, το Τμήμα δεν θεώρησε απαραίτητο να εξετάσει αυτό το ζήτημα ξεχωριστά, καθώς δεν είχαν υποβληθεί διακριτά επιχειρήματα (βλ. παράγραφο 60 της Απόφασης του Τμήματος).
B. Οι καταθέσεις των διαδίκων
78. Ο προσφεύγων δεν προέβη σε καμία παρατήρηση σύμφωνα με το Άρθρο 8 της Σύμβασης.
79. Η Κυβέρνηση κατέθεσε ως κύριο επιχείρημά της ότι δεν είχε υπάρξει ανάμειξη στην παρούσα υπόθεση. Τα ζητήματα αναφορικά με την κληρονομικότητα στην εξ αδιαθέτου διαδοχή θα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 8, η εν λόγω διάταξη όμως δεν εγγυάται δικαίωμα κληρονομιάς. Η απόφαση να μην τεθεί υπό αμφισβήτηση μια νομική κατάσταση του 1970 δεν συνιστούσε παρέμβαση στο δικαίωμα του προσφεύγοντος για σεβασμό της οικογενειακής του ζωής.
80. Εάν, εντούτοις, το Δικαστήριο λάμβανε υπόψη ότι είχε υπάρξει ανάμειξη, αυτή είχε καθοριστεί δια νόμου, συγκεκριμένα με τον Νόμο του 1972, ο οποίος απαγόρευε στους κληρονόμους νόμιμης μοίρας της περιουσίας να ασκούν τα εν λόγω δικαιώματα σε βάρος των δωρεών που χορηγήθηκαν πριν το 1972. Επεδίωκε έναν θεμιτό σκοπό, ήτοι τη διασφάλιση αρμονικών οικογενειακών σχέσεων μέσω της προστασίας μακροχρόνιων δικαιωμάτων. Βάσει της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση Marckx, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι θα εναντιωνόταν στην αρχή της ασφάλειας δικαίου το να μην ληφθεί υπόψη ένας διαχωρισμός που εφαρμόστηκε για πολλά χρόνια (Νόμος του 1972) ή ακόμα και πολλές δεκαετίες (Νόμος του 2001) πριν από τις νομοθετικές και τις νομολογιακές αλλαγές που τροποποίησαν τη νομοθεσία περί κληρονομιάς που ισχύει για τα τέκνα εκ μοιχείας. Τέλος, αυτή η ανάμειξη ήταν ανάλογη, διότι η εφαρμογή των αντικρουόμενων διατάξεων από τα εθνικά δικαστήρια ήταν περιορισμένη, τόσο από πλευράς χρόνου αλλά και ως προς τις συγκεκριμένες οικειοθελείς διαθέσεις. Η Κυβέρνηση κατέληξε ότι οι μεταβατικές διατάξεις, όπως αυτές ερμηνεύονται από τα εθνικά δικαστήρια, συμμορφώνονταν με την απόφαση στην υπόθεση Mazurek και με τη Σύμβαση. Ειδικότερα, ο νόμος του 2001 προέβλεπε την εφαρμογή των νέων διατάξεων αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου, λαμβάνοντας υπόψη κεκτημένες καταστάσεις για τις οποίες θα ήταν ανεπιθύμητο από κοινωνικής απόψεως - και σε ορισμένες περιπτώσεις ανέφικτο - να τεθούν υπό αμφισβήτηση. Η Κυβέρνηση τόνισε το διαθέσιμο περιθώριο εκτίμησης κατά την εξισορρόπηση των αντικρουόμενων συμφερόντων.
Γ. Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
81. Λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου ως προς το Άρθρο 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 (βλ. παράγραφο 73 ανωτέρω), το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν είναι απαραίτητο να εξετάσει ξεχωριστά το κατά πόσο έχει υπάρξει παραβίαση της εν λόγω διάταξης σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Σύμβασης.
III. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
82. Σύμφωνα με το Άρθρο 41 της Σύμβασης
«Εάν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι έχει υπάρξει παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων αυτής, και εάν το εσωτερικό δίκαιο του συγκεκριμένου Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους επιτρέπει μόνο μερική αποζημίωση, το Δικαστήριο θα παράσχει, αν χρειαστεί, δίκαιη ικανοποίηση στο αδικημένο μέρος.»
83. Ο προσφεύγων αξίωσε 128.550,75 ευρώ, ποσό που αποτελεί το μερίδιο της περιουσίας που θα καταβαλλόταν σε αυτόν εάν είχε αντιμετωπιστεί ως έχων ίσα δικαιώματα με τον ετεροθαλή αδερφό του και την ετεροθαλή αδερφή του, πλέον τόκου. Ο προσφεύγων αξίωσε επίσης αποζημίωση για ηθική βλάβη, η οποία εκτίμησε ότι ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ. Τέλος, ο προσφεύγων εκτίμησε ότι οι δαπάνες και τα έξοδα που προέκυψαν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και ενώπιον του Δικαστηρίου ανέρχονται στο ποσό των 20.946 ευρώ.
84. Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι το πόρισμα της παραβίασης θα αποτελούσε επαρκή αποζημίωση για την υλική ζημία που υπέστη ο προσφεύγων. Τυχόν παρεχόμενη χρηματική αποζημίωση για ηθική βλάβη θα ήταν συμβολική και μόνο. Αναφορικά με τις δαπάνες και τα έξοδα, η Κυβέρνηση θεώρησε κατάλληλο το αθροιστικό ποσό των 10.000 ευρώ.
85. Δεδομένων των περιστάσεων της εν λόγω υπόθεσης, το Δικαστήριο εκτιμά ότι το ζήτημα της εφαρμογής του Άρθρου 41 της Σύμβασης δεν είναι έτοιμο προς απόφαση. Ως εκ τούτου, επιφυλάσσεται για το ζήτημα στο σύνολό του και θα ορίσει την επακόλουθη διαδικασία, λαμβάνοντας υπόψη την πιθανότητα να επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του εναγόμενου κράτους και του προσφεύγοντος (Κανονισμός 75 § 1 των Κανονισμών του Δικαστηρίου). Το Δικαστήριο παρέχει στους διαδίκους χρονικό διάστημα 3 μηνών για αυτόν τον σκοπό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΜΟΦΩΝΑ,
1. Αποφασίζει ότι υπήρξε παράβαση του Άρθρου 14 της Σύμβασης, σε συνδυασμό με το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αριθ. 1,
2. Αποφασίζει ότι δεν είναι αναγκαία η ξεχωριστή εξέταση της καταγγελίας δυνάμει του Άρθρου 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το Άρθρο 8,
3. Αποφασίζει ότι το ζήτημα της εφαρμογής του Άρθρου 41 της Σύμβασης δεν είναι έτοιμο προς απόφαση,
αντίστοιχα,
α) επιφυλάσσεται για το εν λόγω ζήτημα στο σύνολό του,
β) καλεί την Κυβέρνηση και τον προσφεύγοντα να καταθέσουν, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης, τις γραπτές τους παρατηρήσεις επί του ζητήματος και, συγκεκριμένα, να ειδοποιήσουν το Δικαστήριο για επίτευξη τυχόν συμφωνίας,
γ) επιφυλάσσεται για την περαιτέρω διαδικασία και αναθέτει στον Πρόεδρο του Τμήματος Ευρείας Συνθέσεως την εξουσία να την ορίσει αν χρειαστεί.
Συντάχθηκε στη γαλλική και την αγγλική γλώσσα και εκδόθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κτίριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο στις 7 Φεβρουαρίου 2013.
Johan CallewaertJosep Casadevall
Αναπληρωτής ΓραμματέαςΠρόεδρος
Σύμφωνα με το Άρθρο 45 § 2 της Σύμβασης και τον Κανονισμό 74 § 2 των Κανονισμών του Δικαστηρίου, οι παρακάτω ξεχωριστές γνωμοδοτήσεις επισυνάπτονται σε αυτήν την απόφαση:
(α) Σύμφωνη γνώμη του Δικαστή Popović από κοινού με τον Δικαστή Gyulumyan,
(β) Σύμφωνη γνώμη του Δικαστή Pinto de Albuquerque.
J.C.M.
J.C.
Οι ξεχωριστές γνώμες δεν μεταφράστηκαν, αλλά εμφανίζονται στην αγγλική και/ή στη γαλλική γλώσσα στο(στα) κείμενο(α) της επίσημης γλώσσας της απόφασης, το(τα) οποίο(α) είναι προσπελάσιμο(α) στη βάση δεδομένων νομολογίας του Δικαστηρίου HUDOC.
© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013.
Οι επίσημες γλώσσες του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι η αγγλική και η γαλλική. Η παρούσα μετάφραση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο το οποίο δεν φέρει καμία ευθύνη για την ποιότητά της. Η μετάφραση είναι διαθέσιμη στη βάση νομολογίας HUDOC του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων () και σε κάθε άλλη βάση δεδομένων όπου έχει κοινοποιηθεί από το Δικαστήριο. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή της για μη εμπορικούς σκοπούς, με τον όρο να παρατίθεται ο πλήρης τίτλος της υπόθεσης και η παρακάτω ένδειξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Όποιος τυχόν επιθυμεί να χρησιμοποιήσει ολόκληρη ή μέρος της παρούσας μετάφρασης για εμπορικούς σκοπούς, καλείται να επικοινωνήσει με τη διεύθυνση: publishing@.
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013.
The official languages of the European Court of Human Rights are English and French. This translation does not bind the Court, nor does the Court take any responsibility for the quality thereof. It may be downloaded from the HUDOC case-law database of the European Court of Human Rights () or from any other database with which the Court has shared it. It may be reproduced for non-commercial purposes on condition that the full title of the case is cited, together with the above copyright indication. If it is intended to use any part of this translation for commercial purposes, please contact publishing@.
© Conseil de l’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013.
Les langues officielles de la Cour européenne des droits de l’homme sont le français et I’anglais. La présente traduction ne lie pas la Cour, et celle-ci décline toute responsabilité quant à sa qualité. Elle peut être téléchargée à partir de HUDOC, la base de jurisprudence de la Cour européenne des droits de l’homme (), ou de toute autre base de données à laquelle HUDOC l’a communiquée. Elle peut être reproduite à des fins non commerciales, sous réserve que le titre de l’affaire soit cité en entier et s’accompagne de l’indication de copyright ci-dessus. Toute personne souhaitant se servir de tout ou partie de la présente traduction à des fins commerciales est invitée à le signaler à l’adresse suivante : publishing@
Full & Egal Universal Law Academy