Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΠΕΜΠΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ HASSAN ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ
(Προσφυγές αριθ. 46695/10 και 54588/10)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
4 Δεκεμβρίου 2014
Η απόφαση αυτή θα καταστεί τελεσίδικη σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 44 § 2 της Σύμβασης. Μπορεί να υποστεί αλλαγές ως προς την μορφή.
Στην υπόθεση Hassan και λοιποί κατά Γαλλίας.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (πέμπτο τμήμα), συνεδριάζοντας σε δικαστικό τμήμα, η σύνθεση του οποίου έχει ως εξής:
Mark Villiger, πρόεδρος,
Angelika Nussberger,
Boštjan M. Zupančič,
Ganna Yudkivska,
Vincent A. De Gaetano,
André Potocki,
Aleš Pejchal, δικαστές,
και Claudia Westerdiek, γραμματέας τμήματος.
Αφού διασκέφθηκε σε δικαστικό συμβούλιο στις 13 Νοεμβρίου 2014,
Εκδίδει την πιο κάτω απόφαση, η οποία ελήφθη την ημερομηνία αυτή:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η υπόθεση έχει εισαχθεί με δύο προσφυγές (αριθ. 46695/10 και 54588/10) στρεφόμενες κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας και με την οποία Σομαλοί υπήκοοι («οι προσφεύγοντες») προσέφυγαν ενώπιον του Δικαστηρίου αντίστοιχα στις 16 και στις 13 Αυγούστου 2010 δυνάμει του άρθρου 34 της Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση»). Πρόκειται για τους κκ. Yacoub Mohammed Hassan και Cheik Nour Jama Mohamoud (προσφυγή αριθ. 46695/10) και για τον κ. Abdulhai Guelleh Ahmed (προσφυγή αριθ. 54588/10), οι οποίοι γεννήθηκαν το 1983, το 1979 και το 1975 αντίστοιχα. Οι προσφεύγοντες Yacoub Mohammed Hassan και Cheik Nour Jama Mohamoud (προσφυγή αριθ. 46695/10) εκπροσωπούνται από τον κ. Antonin Levy, δικηγόρο του Συλλόγου του Παρισιού. Ο προσφεύγων Abdulhai Guelleh Ahmed (προσφυγή αριθ. 54588/10) εκπροσωπείται από τον κ. Florent Loyseau de Grandmaison, δικηγόρο του Συλλόγου του Παρισιού. Η γαλλική κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της, κ. François Alabrune, διευθυντή νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών. Οι προσφυγές κοινοποιήθηκαν στην Κυβέρνηση στις 20 Φεβρουαρίου 2013. Στην ελληνική κυβέρνηση δόθηκε η άδεια να παρέμβει στην διαδικασία (άρθρο 36 § 2 της Σύμβασης και άρθρο 44 § 3 του κανονισμού).
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Ι. ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
Α. Η γέννηση της υπόθεσης
5.Στις 2 Σεπτεμβρίου 2008, τρεις άντρες ανέβηκαν πάνω σε ένα γαλλικό ιστιοφόρο, το “Carré d’As”, το οποίο βρισκόταν τότε στα διεθνή ύδατα στα ανοιχτά της Σομαλίας. Υποχρέωσαν το πλήρωμα, αποτελούμενο από ένα ζευγάρι γάλλων, να αλλάξει πορεία προκειμένου να προσεγγίσουν άλλα σκάφη. Δέκα περίπου άντρες εγκαταστάθηκαν πάνω στο ιστιοφόρο, το οποίο, το βράδυ, έφθασε στα παράλια της Σομαλίας. Αφού αφαίρεσαν τα πράγματα του ζεύγους, τους κράτησαν ομήρους ζητώντας την καταβολή λύτρων δύο εκατομμυρίων δολαρίων.
6.Στις 5 Σεπτεμβρίου 2008, η φρεγάτα stealth “Courbet” του γαλλικού ναυτικού, η οποία βρισκόταν σε αποστολή στον κόλπο του Άντεν, έφθασε επιτόπου έχοντας μία μονάδα κομάντο.
7.Στις 15 Σεπτεμβρίου, γύρω στις 6 το απόγευμα, ενώ το προσορμισμένο μέσα στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας, κοντά στο Xaafun, οι γαλλικές στρατιωτικές δυνάμεις έθεσαν σε εφαρμογή μία επιχείρηση – με τον τίτλο “Remora” – για την απελευθέρωση των ομήρων. Αφού είχε αποφασιστεί από τον Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας, τελούσε υπό την διεύθυνση του αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων και του κέντρου προγραμματισμού και διεξαγωγής των επιχειρήσεων.
8.Η επίθεση διατάχθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, στις 00:30. Ένας από τους Σομαλούς σκοτώθηκε: έξι άλλοι, μεταξύ των οποίων και οι προσφεύγοντες, συνελήφθησαν. Αφού μεταφέρθηκαν γύρω στις 2 το πρωί πάνω στο Courbet, κλείστηκαν στο αμπάρι και στην συνέχεια σε έναν διάδρομο, υπό την επίβλεψη των μελών της ομάδας προστασίας του πλοίου. Τα δύο πλοία απέπλευσαν με κατεύθυνση το Τζιμπουτί.
9.Στις 21 Σεπτεμβρίου 2008, οι αρχές της Σομαλίας απηύθυναν στις γαλλικές αρχές μία ρηματική διακοίνωση δηλώνοντας ότι έδιναν την συγκατάθεσή τους προκειμένου τα έξι άτομα που είχαν συλληφθεί να εγκαταλείψουν το έδαφος της Σομαλίας κάτω από τον έλεγχο των γαλλικών στρατιωτικών αρχών («(...) The Transitional Federal Government of Somalia gives its consent to that [sic] the 6 arrested persons leave Somalian territory under the guard of the French military authorities. (...)») («(...) Η Μεταβατική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της Σομαλίας παρέχει την συγκατάθεσή της στο ό,τι [sic] τα 6 συλληφθέντα άτομα εγκαταλείψουν την επικράτεια της Σομαλίας υπό την φύλαξη των γαλλικών στρατιωτικών αρχών (...)»).
10.Την ίδια ημέρα, ο εισαγγελέας του Πρωτοδικείου του Παρισιού ανέθεσε στον εθνικό διευθυντή της χωροφυλακής την διεξαγωγή προκαταρκτικής έρευνας για υπεξαίρεση πλοίου, σύλληψη και παράνομη κράτηση χωρίς απελευθέρωση πριν την έβδομη ημέρα προς τον σκοπό της είσπραξης λύτρων, από οργανωμένη συμμορία.
11.Οι έξι ύποπτοι κρατήθηκαν στο Courbet μέχρι τις 22 Σεπτεμβρίου 2008, στις 13:30. Στην συνέχεια οδηγήθηκαν στην γαλλική στρατιωτική βάση του Τζιμπουτί ενόψει της δρομολόγησής τους προς την Γαλλία.
12.Στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, επιβιβάστηκαν σε ένα στρατιωτικό αεροσκάφος με προορισμό την Γαλλία. Προσγειώθηκαν στην Γαλλία την ίδια ημέρα, γύρω στις 16:00 (ώρα Γαλλίας). Τους παρέδωσαν αμέσως στον αξιωματικό της δικαστικής αστυνομίας, ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με την έρευνα και στην συνέχεια, στις 17:00, τέθηκαν υπό προσωρινή κράτηση. Ενημερώθηκαν σχετικά με τα δικαιώματά τους με την βοήθεια διερμηνέως. Τους πληροφόρησαν ειδικότερα για το δικαίωμά τους να έλθουν σε επαφή με δικηγόρο μετά την λήξη μιας προθεσμίας 48 ωρών. Στην συνέχεια εξετάστηκαν από ιατρό. Παρουσιάστηκαν στις 24 Σεπτεμβρίου ενώπιον του εισαγγελέα πρωτοδικών, ο οποίος παρέτεινε την κράτησή τους κατά 24 ώρες. Υποβλήθηκαν εκ νέου σε ιατρική εξέταση.
13. Η προσωρινή κράτηση διακόπηκε στις 25 Σεπτεμβρίου, στις 14:30, ενόψει της εμφάνισής τους στην Εισαγγελία.
14.Στις 25 Σεπτεμβρίου 2008, ανοίχθηκε ανάκριση κατά των έξι υπόπτων με τις κατηγορίες της σύστασης συμμορίας κακοποιών, της υπεξαίρεσης πλοίου, της αυθαίρετης σύλληψης και της παράνομης κράτησης περισσοτέρων ατόμων ως ομήρων με σκοπό την καταβολή λύτρων χωρίς απελευθέρωση πριν από την έβδομη ημέρα, πράξεων που διαπράχθηκαν από οργανωμένη συμμορία, και κλοπών που διαπράχθηκαν με την χρήση όπλων και από οργανωμένη συμμορία.
15.Οι προσφεύγοντες αναφέρουν ότι παρουσιάστηκαν ενώπιον ανακριτή την ίδια ημέρα, στις 17:54, σε ό,τι αφορά τον κ. Yacoub Mohammed Hassan (προσφυγή αριθ. 46695/10), στις 19:30, σε ό,τι αφορά τον κ. Abdulhai Guelleh Ahmed (προσφυγή αριθ. 54588/10), και στις 20:09, σε ό,τι αφορά τον κ. Cheik Nour Jama Mohamoud (προσφυγή αριθ. 46695/10). Τους απαγγέλθηκαν κατηγορίες και τέθηκαν υπό προσωρινή κράτηση μετά την πρώτη ανάκρισή τους.
Β. Η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου του Εφετείου του Παρισιού της 6 Οκτωβρίου 2009
16.Στις 24 Μαρτίου 2009, οι έξι ύποπτοι άσκησαν ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου του Εφετείου του Παρισιού αιτήσεις ακύρωσης των σχετικών με την στέρηση της ελευθερίας τους μεταξύ της 16 και της 25 Σεπτεμβρίου πράξεων, και ειδικότερα της κράτησής τους και των πράξεων που στηρίχθηκαν σε αυτήν, μεταξύ των οποίων και της απαγγελίας κατηγοριών εναντίον τους. Επικαλούμενοι ειδικότερα το άρθρο 5 §§ 1 και 3 της Σύμβασης, υποστήριζαν ότι η σύλληψη και η κράτησή τους στερούνταν νομικής βάσης και κατήγγελλαν το διάστημα μεταξύ της σύλληψής τους και της εμφάνισής τους ενώπιον του ανακριτή δικαστή.
17. Το δικαστικό συμβούλιο απέρριψε τις αιτήσεις με την από 6 Οκτωβρίου 2009 απόφασή του.
18. Σημείωσε καταρχήν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 113-3 του Ποινικού Κώδικα, ο γαλλικός ποινικός κώδικας έχει εφαρμογή επί των εγκλημάτων που διαπράττονται πάνω σε πλοία υπό την γαλλική σημαία ή εναντίον τέτοιων πλοίων, όπου και αν βρίσκονται αυτά. Έκρινε εν τούτοις ότι, αν και ο κανόνας αυτός έχει ως συνέπεια να καθιστά εφαρμοστέο τον γαλλικό ποινικό νόμο και να δίνει δικαιοδοσία στα γαλλικά ποινικά δικαστήρια, το αντικείμενό του περιορίζεται «στην αναγνώριση μιας αρμοδιότητας του νόμου και των δικαστηρίων χαρακτηριζόμενης εδαφικής, η οποία μπορεί, αντιθέτως προς την εδαφική κυριαρχία, να συντρέχει με εκείνη ενός άλλου Κράτους». Υπογράμμισε στην συνέχεια ότι το άρθρο 113-3 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο αφορά μόνον το ουσιαστικό ποινικό δίκαιο, δεν μπορούσε να αιτιολογήσει την εφαρμογή διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας σχετικά με τις έρευνες, προανακρίσεις ή αυτόφωρες διαδικασίες, μέσα στα χωρικά ύδατα ενός ξένου Κράτους. Έκρινε ότι το αυτό ίσχυε σχετικά με τα άρθρα 689-1 και 689-5 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, τα οποία παρέχουν, επικουρικώς, αρμοδιότητα στα γαλλικά δικαστήρια να δικάζουν παράνομες πράξεις κατά της ασφαλείας των θαλασσίων πλόων, οι οποίες ορίζονται από την Σύμβαση της Ρώμης της 10 Μαρτίου 1988. Κατέληξε ότι οι δικαστικές έρευνες σχετικά με εγκλήματα που διαπράχθηκαν επί ή εναντίον πλοίου υπό γαλλική σημαία το οποίο βρίσκεται μέσα στα χωρικά ύδατα ενός άλλου Κράτους υπάγονταν στις διατάξεις ποινικής δικονομίας του Κράτους αυτού, ότι δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά παρά μόνον στην βάση μιας διεθνούς σύμβασης και ότι διμερής σύμβασης με τέτοιο αντικείμενο δεν φαινόταν να υφίσταται μεταξύ της Γαλλίας και της Σομαλίας. Παρά ταύτα, κατέληξε στα ακόλουθα:
«Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πολιτικώς ενάγοντες, οι οποίοι συνόδευαν ένα πλοίο υπό γαλλική σημαία, το “Carré d’As”, έπεσαν θύματα μιας επίθεσης ενώ το σκάφος αυτό βρισκόταν σε διεθνή ύδατα, ότι ο γαλλικός ποινικός νόμος έχει, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 113-3 του Ποινικού Κώδικα, εφαρμογή σε ένα έγκλημα που έχει διαπραχθεί με τον τρόπο αυτό εναντίον ενός τέτοιου σκάφους, ότι, αν και τα εγκλήματα που αποτελούν το αντικείμενο της δίωξης διαπράχθηκαν αρχικά ενώ το “Carré d’As” βρισκόταν σε διεθνή ύδατα, αυτά συνεχίστηκαν μέσα στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας, ότι μέσα σε ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία της Σομαλίας διεξήχθη, από τις γαλλικές ένοπλες δυνάμεις, μία βίαιη δράση που προοριζόταν να θέσει τέλος στις πράξεις πειρατείας η διάπραξη των οποίων ήταν πάντοτε σε εξέλιξη, ότι οι προσφεύγοντες, με την ευκαιρία αυτής της στρατιωτικής επιχείρησης που επέτυχε την απελευθέρωση των δύο θυμάτων, συνελήφθησαν μέσα στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας.»
19.Το δικαστικό συμβούλιο διαπίστωσε στην συνέχεια ότι, αν και η επίδικη επίθεση και κράτηση ομήρων στοιχειοθετούσαν πράξεις πειρατείας, με την έννοια του άρθρου 101 της Σύμβασης του Μοντίγκο Μπέι για το δίκαιο της θάλασσας της 10 Δεκεμβρίου 1982, η σύμβαση αυτή δεν μπορούσε να αποτελέσει την νόμιμη βάση των μέτρων που ελήφθησαν εν προκειμένω, καθόσον το άρθρο της 105 δεν παρέχει αρμοδιότητα στα Κράτη να κατασχέσουν ένα πειρατικό πλοίο και να συλλάβουν τα άτομα που βρίσκονται πάνω σε αυτό, παρά μόνον στην ανοιχτή θάλασσα ή σε άλλο τόπο που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία ενός άλλου Κράτους.
Σημείωσε εν τούτοις ότι η απόφαση 1816 η οποία ελήφθη στις 2 Ιουνίου 2008 από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών έδινε την άδεια, για ένα διάστημα έξι μηνών, στα Κράτη που συνεργάζονται με την μεταβατική ομοσπονδιακή κυβέρνηση («GFT») της Σομαλίας στον αγώνα κατά της πειρατείας και των ληστειών στα ανοιχτά των ακτών της Σομαλίας, να εισέρχονται στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας προκειμένου να καταστέλλουν τέτοιες πράξεις και να χρησιμοποιούν προς τον σκοπό αυτό «όλα τα αναγκαία μέτρα», «με τρόπο σύμφωνο προς την δράση η οποία επιτρέπεται στην ανοιχτή θάλασσα σε περίπτωση πειρατείας κατ’εφαρμογήν του εφαρμοστέου διεθνούς δικαίου». Εξάλλου, η απόφαση αυτή ζητούσε από όλα τα Κράτη «να συνεργάζονται προκειμένου να καθορίζεται ποιο θα έχει (θα είχε) αρμοδιότητα και να λαμβάνουν τα επιθυμητά μέτρα έρευνας και δίωξης» κατά των αυτουργών τέτοιων πράξεων που διαπράττονται στα ανοιχτά των ακτών της Σομαλίας. Το δικαστικό συμβούλιο έκρινε στη συνέχεια ότι, αν και η φύση των μέσων αυτών και των μέτρων αυτών ανάκρισης δεν παρατίθετο σε αυτήν κατά τρόπο εξαντλητικό, η απόφαση, «εκτός αν ήθελε κανείς να καταστήσει άνευ οποιουδήποτε αντικειμένου τις αρκούντως σαφείς διατάξεις της», κυρίως στο μέτρο που προέβλεπαν ρητώς ότι τα άτομα αυτά μπορούσαν να «κρατηθούν μέσα στο πλαίσιο επιχειρήσεων αναλαμβανομένων δυνάμει της παρούσας απόφασης», εμπεριείχε τουλάχιστον την δυνατότητα του περιορισμού της ελευθερίας των μετακινήσεων των συλληφθέντων ατόμων, ακόμη και της προσωρινής στέρησης της ελευθερίας τους. Τέλος, διαπίστωσε ότι ο κώδικας της άμυνας έδινε το δικαίωμα στους κυβερνήτες των πλοίων του Κράτους των επιφορτισμένων με την θαλάσσια επίβλεψη να ασκούν και να επιβάλουν τα μέτρα ελέγχου και εξαναγκασμού τα οποία καθορίζονται σε συμφωνία με το Κράτος αυτό (άρθρο L. 1521-2). Τους εξουσιοδοτούσε επίσης να λαμβάνουν τα εξαναγκαστικά μέτρα που είναι αναγκαία και αρμόζοντα προκειμένου να διασφαλιστούν η διατήρηση του πλοίου και η ασφάλεια των ατόμων που βρίσκονται σε αυτό, κατά την διάρκεια της διέλευσης ως συνέπειας της αλλαγής δρομολογίου του πλοίου η οποία διατάσσεται κατ’εφαρμογήν (κυρίως) του διεθνούς δικαίου (άρθρο L. 1521-5), καθώς και να προσφεύγουν σε «εξαναγκαστικά μέτρα περιλαμβάνοντα, εν ανάγκη, την χρήση βίας» όταν ο κυβερνήτης αρνείται να γνωστοποιήσει την ταυτότητα και την εθνικότητα του πλοίου, να δεχθεί την επίσκεψή του ή να αλλάξει το δρομολόγιό του.
20.Αφού κήρυξε εαυτό αναρμόδιο να αποφανθεί κατά πόσον τα μέτρα που είχαν ληφθεί εν προκειμένω από τις γαλλικές αρχές πριν από την άφιξη των υπόπτων στην Γαλλία ήταν «κυβερνητικές πράξεις», το δικαστικό συμβούλιο διαπίστωσε ότι τα μέσα που είχαν χρησιμοποιηθεί ήταν, τόσο κατά την «βίαιη δράση» όσο και μετά από αυτήν, προσαρμοσμένα στην κατάσταση, αναγκαία και σύμμετρα. Έκρινε ειδικότερα ότι «[είχαν] ληφθεί μόνον, έναντι των συλληφθέντων ατόμων, τα κατάλληλα μέτρα ως προς, ιδιαίτερα, τους σκοπούς που ορίζονται από την απόφαση 1816» και ότι το ίδιο ίσχυε ειδικά για τον περιορισμό ο οποίος επιβλήθηκε στην ελευθερία τους να μετακινούνται.
21.Το δικαστικό συμβούλιο κατέληξε ότι η σύλληψη των υπόπτων και ο περιορισμός τους μέχρι την θέση τους υπό προσωρινή κράτηση δεν αντέβαιναν στο άρθρο 5 §§ 1 και 3 της Σύμβασης. Ως προς τούτο, η απόφαση περιλαμβάνει την ακόλουθη αιτιολογία:
«Λαμβάνοντας υπόψη (...) ότι η διαπιστωθείσα προσωρινή στέρηση της ελευθερίας εντασσόταν (...) ρητώς εντός των ορίων της ειδικώς προβλεπόμενης από το άρθρο 5 § 1 γ) της Σύμβασης περίπτωσης, ότι η σύλληψη των προσφευγόντων δεν στερούνταν νομικής βάσης, αλλά, αντιθέτως, δικαιολογούνταν από την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση 1816, ότι οι έξι προσφεύγοντες στερήθηκαν προσωρινά την ελευθερία τους βάσει των νομικών διατάξεων, ότι η διάρκεια της κράτησής τους δεν ήταν παρά η ανυπέρβλητη συνέπεια των συνθηκών από πλευράς χρόνου και τόπου της σύλληψής τους, η οποία έλαβε χώρα σε έναν τόπο όπου οι προσφεύγοντες βρίσκονταν οικεία βουλήσει, ότι ήταν πρακτικά αδύνατο να αγνοήσει κανείς αυτές τις απολύτως εξαιρετικές περιστάσεις – εκτός αν δεν κατέφευγε στην βίαιη επιχείρηση η οποία είναι απολύτως αναγκαία για την απελευθέρωση των δύο θυμάτων -, ότι η σημαντική απόσταση που έπρεπε να διανυθεί, προξενώντας μία καθυστέρηση μεταγωγής η οποία δεν μπορούσε να συμπιεστεί, χαρακτήρισε την πρακτική αδυναμία της άμεσης, ή ακόμη και πιο σύντομης, προσαγωγής των συλληφθέντων ενώπιον του αρμοδίου δικαστή, ότι με τους εξαναγκασμούς αυτούς δεν προσέβαλαν κατά τρόπο δυσανάλογο ή αδικαιολόγητο τα θεμελιώδη δικαιώματα των προσφευγόντων, στους οποίους κοινοποιήθηκαν, βάσει των τιθεμένων από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας κανόνων που δεν είναι ασύμβατοι [με την Σύμβαση], η θέση τους υπό προσωρινή κράτηση, καθώς και τα σχετικά δικαιώματα, ήδη με την άφιξή τους στο γαλλικό έδαφος, ενώ τους προσήγαγαν στον εισαγγελέα πρωτοδικών σε λιγότερο από 24 ώρες από την άφιξή τους, στη συνέχεια δε, την επομένη, στον ανακριτή δικαστή ο οποίος είχε μόλις επιφορτιστεί με το άνοιγμα δικαστικής έρευνας, και, τέλος, στον δικαστή απόλυσης και κράτησης.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αρχές της Σομαλίας είχαν την δυνατότητα, κατά πάντα χρόνο και μέχρι την ολοκλήρωση της μεταγωγής των έξι υπηκόων στο γαλλικό έδαφος, ήτοι στις 22 Σεπτεμβρίου 2008, να ασκήσουν το δικαίωμά τους να ελέγξουν την συμβατότητα της δράσης των γαλλικών αρχών με τους εφαρμοστέους κανόνες του διεθνούς δικαίου και, ενδεχομένως, του δικαίου της Σομαλίας, ότι οι αρχές της Σομαλίας δεν έχουν θέσει, σε οποιονδήποτε χρόνο, ούτε στην διάρκεια της περιόδου αυτής, ούτε μετά την μεταγωγή των έξι υπηκόων τους στο γαλλικό έδαφος, ζήτημα οποιασδήποτε παραβίασης των προαναφερθέντων κανόνων, ότι η εν λόγω μεταγωγή προς την Γαλλία πραγματοποιήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 2008 με την έγκριση των αρχών της Σομαλίας, η οποία συγκεκριμενοποιήθηκε με μία ρηματική διακοίνωση της 21 Σεπτεμβρίου 2008 (...).
Λαμβάνοντας υπόψη ότι η διάρκεια της μεταγωγής προς την Γαλλία η οποία πραγματοποιήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 2008 δεν είναι από οποιαδήποτε άποψη ασυμβίβαστη προς την τήρηση των προστατευμένων από το άρθρο 5 § 3 της Σύμβασης δικαιωμάτων (...), ότι η διάρκεια της ίδιας της κράτησης, η οποία δεν υπερέβη τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας όρια που δεν είναι ασυμβίβαστα με τις διατάξεις της Σύμβασης (...), δεν συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το άρθρο 5 § 3, ότι η κράτηση των έξι ατόμων τα οποία στην συνέχεια ανακρίθηκαν δεν παρατάθηκε πέραν της διάρκειας της αναγκαίας για τις διαδοχικές ακροάσεις τους, οι οποίες καθιστούσαν απαραίτητη, ειδικότερα, την προσφυγή σε διερμηνέα, και είχαν αναβληθεί μέχρις ότου να μπορούν, ακριβώς, να λάβουν χώρα σύμφωνα με τους κανόνες που επιβάλλονται από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και με σεβασμό των δικαιωμάτων της υπεράσπισης τα οποία αναγνωρίζονται τόσο από το γαλλικό δίκαιο όσο και από τα διεθνή κείμενα που δεσμεύουν την Γαλλική Δημοκρατία και ιδιαίτερα την Σύμβαση (...).
Λαμβάνοντας υπόψη την εξέταση του συνόλου των εγγράφων που προσκομίστηκαν στην διαδικασία (...) επιτρέπει στο δικαστικό συμβούλιο να διαπιστώσει ότι όλα τα μέτρα τα σχετικά με την ελευθερία της μετακίνησης των έξι προσφευγόντων, τα οποία ελήφθησαν διαδοχικά από διακεκριμένες αρχές, εφαρμόστηκαν σύμφωνα με το εφαρμοστέο διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου και του διεθνούς δικαίου των δικαιωμάτων του ανθρώπου (...)»¨.
Γ. Η απόφαση του ποινικού τμήματος του Ακυρωτικού Δικαστηρίου της 17 Φεβρουαρίου 2010
22.Τέσσερις από τους υπόπτους – μεταξύ των οποίων και οι προσφεύγοντες – άσκησαν αίτηση αναίρεσης, επικαλούμενοι ειδικότερα την παραβίαση του άρθρου 5 §§ 1 και 3 της Σύμβασης.
23.Το ποινικό τμήμα του Ακυρωτικού Δικαστηρίου απέρριψε τις αιτήσεις με την από 17 Φεβρουαρίου 2010 απόφασή του. Επιβεβαίωσε ότι το εφαρμοστέο δίκαιο με την έννοια του άρθρου 113-3 του Ποινικού Κώδικα είναι ο ουσιαστικός ποινικός νόμος αποκλειομένης της ποινικής δικονομίας. Υπογράμμισε στην συνέχεια τα ακόλουθα:
«(...) οι γαλλικές στρατιωτικές δυνάμεις συνέλαβαν νομίμως τα άτομα που είναι ύποπτα για πράξεις πειρατείας (...) στην βάση της απόφαση 1816 η οποία υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών στις 2 Ιουνίου 2008 και επιτρέπουν στα Κράτη, μέσα στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας, να κάνουν χρήση των εξουσιών που τους παρέχει, στην ανοιχτή θάλασσα ή σε οποιονδήποτε άλλο τόπο μη υπαγόμενο στην δικαιοδοσία κάποιου Κράτους, το άρθρο 105 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας της 10 Δεκεμβρίου 1982. (...) η μεταγωγή προς την Γαλλία των συλληφθέντων ατόμων ενόψει της προσαγωγής τους ενώπιον δικαστή υπαγόταν στην προηγούμενη συμφωνία των αρχών της Σομαλίας η οποία δόθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2008. (...) αμέσως με την άφιξή τους στο γαλλικό έδαφος, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, ώρα 17:00, τα ύποπτα άτομα τέθηκαν κανονικά υπό κράτηση και στην συνέχεια προσήχθησαν στις 25 Σεπτεμβρίου 2008, ενώπιον του ανακριτή».
Δ. Η απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων ανηλίκων του Παρισιού της 30 Νοεμβρίου 2011 και η απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων ανηλίκων της Σεν-ε-Μαρν της 1ης Φεβρουαρίου 2013
24.Στις 30 Νοεμβρίου 2001, το Εφετείο Κακουργημάτων ανηλίκων του Παρισιού αθώωσε τον Abdulhai Guelleh Ahmed (προσφυγή αριθ. 54588/10). Αντιθέτως, κήρυξε τους υπόλοιπους πέντε κατηγορούμενους ενόχους και τους καταδίκασε σε ποινές φυλάκισης από τέσσερα μέχρι οκτώ έτη φυλάκισης. Ο Cheik Nour Jama Mohamoud και ο Yacoub Mohammed Hassan (προσφυγή αριθ. 46695/10) καταδικάσθηκαν έτσι σε 7 και 6 έτη φυλάκισης αντίστοιχα.
25.Ο εισαγγελέας άσκησε έφεση. Με την από 1ης Φεβρουαρίου 2013 απόφαση, το Εφετείο Κακουργημάτων της Σεν-ε-Μαρν επικύρωσε την αθώωση του κ. Abdulhai Guelleh Ahmed καθώς και την καταδίκη και την ποινή του κ. Yacoub Mohammed Hassan. Οι προσφεύγοντες υπογραμμίζουν ότι ο εισαγγελέας παραιτήθηκε της έφεσής του κατά του κ. Jama Mohamoud εξαιτίας της ψυχολογικής κατάστασής του.
26.Οι διάδικοι δεν αναφέρουν αν υπήρξε προσφυγή ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου.
ΙΙ. ΤΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟΟ Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
27.Τα σχετικά άρθρα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι τα ακόλουθα:
Άρθρο 689
«Οι αυτουργοί ή συναυτουργοί παραβάσεων που διαπράχθηκαν εκτός της επικράτειας της Δημοκρατίας μπορούν να διωχθούν και να δικαστούν από τα γαλλικά δικαστήρια είτε όταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Τόμου Ι του Ποινικού Κώδικα ή άλλου νομοθετικού κειμένου, έχει εφαρμογή ο γαλλικός νόμος, είτε όταν μία διεθνής σύμβαση παρέχει στα γαλλικά δικαστήρια δικαιοδοσία να δικάσουν την παράβαση.»
Άρθρο 689-1
«Κατ’εφαρμογήν των διεθνών συμβάσεων που αναφέρονται στα επόμενα άρθρα, μπορεί να διωχθεί και να δικαστεί από τα γαλλικά δικαστήρια, εφόσον ευρίσκεται στην Γαλλία, οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο διέπραξε εκτός της επικράτειας της Δημοκρατίας μία από τις παραβάσεις οι οποίες απαριθμούνται από τα άρθρα αυτά. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στην απόπειρα των παραβάσεων αυτών, όταν αυτή είναι κολάσιμη.»
Άρθρο 689-5
«Για την εφαρμογή της σύμβασης για την καταστολή παρανόμων πράξεων κατά της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας και για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου για την καταστολή παρανόμων πράξεων κατά της ασφαλείας των σταθερών εγκαταστάσεων που βρίσκονται στην υφαλοκρηπίδα που υπογράφηκαν στην Ρώμη στις 10 Μαρτίου 1988, μπορεί να διωχθεί και να καταδικαστεί σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 689-1 οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει διαπράξει μία από τις ακόλουθες παραβάσεις:
1ο Το κακούργημα που ορίζεται στα άρθρα 224-6 και 224-7 του Ποινικού Κώδικα.
2ο Η εκ προθέσεως επιβουλή της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας, η καταστροφή, η υποβάθμιση ή η επιδείνωση, η απειλή πρόκλησης βλάβης σε πρόσωπα ή σε πράγματα που τιμωρούνται από τους Τόμους ΙΙ και ΙΙΙ του Ποινικού Κώδικα ή τα πλημμελήματα οριζόμενα από το άρθρο 224-8 του ιδίου Κώδικα και από το άρθρο L. 331-2 του Κώδικα των Θαλασσίων Λιμένων, εφόσον η παράβαση θέτει σε κίνδυνο ή μπορεί από την φύση τους να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας ή μιας σταθερής εγκατάστασης στην υφαλοκρηπίδα.
3ο Η εκ προθέσεως επιβουλή της ζωής, τα βασανιστήρια και οι πράξεις βαρβαρότητας ή βίας που τιμωρούνται από τον Τόμο ΙΙ του Ποινικού Κώδικα, εφόσον η παράβαση είναι συναφής είτε με την παράβαση που ορίζεται στο 1ο, είτε με μία ή περισσότερες παραβάσεις που μπορούν από την φύση τους να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας ή μιας σταθερής εγκατάστασης, όπως αυτές ορίζονται στο 2ο.
Ο Ποινικός Κώδικας
28.Οι σχετικές διατάξεις του Κεφαλαίου ΙΙΙ του Τίτλου Ι του Τόμου Ι του Ποινικού Κώδικα, σχετικά με την εφαρμογή του ποινικού νόμου μέσα στον χώρο, είναι οι ακόλουθες:
Άρθρο 113-1
«Για την εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου, η επικράτεια της Δημοκρατίας περιλαμβάνει τον θαλάσσιο και τον εναέριο χώρο που της ανήκουν.»
Άρθρο 113-2
«Ο γαλλικός ποινικός νόμος έχει εφαρμογή στις παραβάσεις που διαπράττονται στην επικράτεια της Δημοκρατίας.
Η παράβαση λογίζεται διαπραχθείσα μέσα στην επικράτεια της Δημοκρατίας εφόσον μία από τις συστατικές πράξεις της έχει λάβει χώρα εντός της επικράτειας αυτής.»
Άρθρο 113-3 (όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των γεγονότων)
«Ο γαλλικός ποινικός νόμος έχει εφαρμογή στις παραβάσεις που διαπράττονται πάνω σε πλοία υπό γαλλική σημαία ή εναντίον τέτοιων πλοίων, σε οποιονδήποτε τόπο και αν αυτά βρίσκονται. Έχει αποκλειστική εφαρμογή στις παραβάσεις που διαπράττονται πάνω σε πλοία του γαλλικού ναυτικού ή εναντίον τέτοιων πλοίων, έχει εφαρμογή στις παραβάσεις που διαπράττονται.»
Άρθρο 113-7
«Ο γαλλικός ποινικός νόμος έχει εφαρμογή σε οποιοδήποτε κακούργημα, καθώς και σε οποιοδήποτε πλημμέλημα τιμωρούμενο με φυλάκιση, το οποίο διαπράττεται από έναν Γάλλο ή από έναν αλλοδαπό εκτός της επικράτειας της Δημοκρατίας, εφόσον το θύμα έχει την γαλλική ιθαγένεια κατά τον χρόνο της παράβασης.»Ο Κώδικας Άμυνας
(α) Κατά τον χρόνο των συμβάντων της υπόθεσης
29.Οι σχετικές διατάξεις του Κεφαλαίου που αναφέρεται στην «εκ μέρους του Κράτους άσκηση των εξουσιών του ως αστυνομίας της θάλασσας» του Κώδικα της Άμυνας (μοναδικό Κεφάλαιο του Τίτλου ΙΙ του Τόμου V του πρώτου τμήματος του Κώδικα) είναι οι ακόλουθες (όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο των γεγονότων):
Άρθρο L. 1521-1
«Οι προβλεπόμενες από το παρόν Κεφάλαιο διατάξεις έχουν εφαρμογή:
1ο Στα γαλλικά πλοία σε όλους τους θαλάσσιους χώρους, υπό την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων που αναγνωρίζονται στα Κράτη από το διεθνές δίκαιο.
2ο Στα αλλοδαπά πλοία στους θαλάσσιους χώρους που υπάγονται στην κυριαρχία ή στην δικαιοδοσία της Γαλλικής Δημοκρατίας καθώς και στην ανοιχτή θάλασσα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. [Από την έναρξη ισχύος του νόμου 2011-13 της 5 Ιανουαρίου 2011, το 2ο έχει ως εξής: «Στα αλλοδαπά πλοία και στα πλοία που δεν φέρουν σημαία ή χωρίς εθνικότητα, στους θαλάσσιους χώρους που υπάγονται στην κυριαρχία ή στην δικαιοδοσία της Γαλλικής Δημοκρατίας καθώς και στην ανοιχτή θάλασσα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο».]
Δεν εφαρμόζονται ούτε στα αλλοδαπά πολεμικά πλοία ούτε στα άλλα αλλοδαπά κρατικά πλοία τα οποία χρησιμοποιούνται για μη εμπορικούς σκοπούς.
3ο Στα πλοία τα οποία βρίσκονται σε θαλάσσιους χώρους υπό την κυριαρχία ενός αλλοδαπού Κράτους, σε συμφωνία με το τελευταίο.
[4ο Στα πλοία υπό την σημαία ενός Κράτους το οποίο έχει ζητήσει την επέμβαση της Γαλλίας ή εγκρίνει την αίτηση επέμβασής του. (προστέθηκε από τον νόμο 2011-13 της 5 Ιανουαρίου 2011)]
Άρθρο L. 1521-2
«Οι κυβερνήτες των πολεμικών πλοίων του Κράτους και οι κυβερνήτες των αεροσκαφών του Κράτους, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την επίβλεψη της θάλασσας, έχουν την δυνατότητα, προκειμένου να εξασφαλίζουν την τήρηση των κανόνων που εφαρμόζονται στην θάλασσα δυνάμει του διεθνούς δικαίου καθώς και των νόμων και των κανονισμών της Δημοκρατίας, να εφαρμόζουν ή να ζητούν να εφαρμοστούν τα μέτρα ελέγχου και εξαναγκασμού τα οποία προβλέπονται από το διεθνές δίκαιο και τους νόμους και τους κανονισμούς της Γαλλίας.
Αυτοί έχουν ειδικότερα την δυνατότητα να εφαρμόζουν ή να ζητούν να εφαρμοστούν στο όνομα του Κράτους της σημαίας ή του παρακτίου Κράτους τα μέτρα ελέγχου και εξαναγκασμού που ορίζονται σε συμφωνία με το Κράτος αυτό».
Άρθρο L. 1521-5
«Εφόσον η πρόσβαση πάνω στο πλοίο δεν επιτραπεί ή αποδειχθεί πρακτικά αδύνατη, ο κυβερνήτης πλοίου ή αεροσκάφους μπορεί να διατάξει την αλλαγή πορείας του πλοίου προς την κατάλληλη θέση ή τον κατάλληλο λιμένα.
Ο κυβερνήτης πλοίου ή αεροσκάφους μπορεί επίσης να διατάξει την αλλαγή πορείας του πλοίου προς την κατάλληλη θέση ή τον κατάλληλο λιμένα στις ακόλουθες περιπτώσεις:
1ο Είτε κατ’εφαρμογήν του διεθνούς δικαίου,
2ο Είτε δυνάμει ειδικών διατάξεων νόμων και κανονισμών,
3ο Είτε προς εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης,
4ο Είτε μετά από αίτηση μιας αρχής αρμόδιας σε θέματα δικαστικής αστυνομίας.
Ο κυβερνήτης πλοίου ή αεροσκάφους ορίζει την θέση ή τον λιμένα της αλλαγής πορείας σε συμφωνία με την αρχή ελέγχου των επιχειρήσεων.
Κατά την διάρκεια της διέλευσης σε συνέχεια της απόφασης αλλαγής πορείας, οι αξιωματούχοι οι οποίοι μνημονεύονται στο άρθρο L. 1521-2 μπορούν να λαμβάνουν τα μέτρα εξαναγκασμού που είναι αναγκαία και προσαρμοσμένα ενόψει της εξασφάλισης της διατήρησης του πλοίου ή του φορτίου του και της ασφαλείας των επιβαινόντων».
Άρθρο L. 1521-7
«Αν ο κυβερνήτης αρνείται να γνωστοποιήσει την ταυτότητα και την εθνικότητα του πλοίου, να επιτρέψει την επίσκεψή του ή να αλλάξει την πορεία του, ο κυβερνήτης πλοίου ή αεροσκάφους μπορεί, μετά από προειδοποιήσεις, να προσφύγει κατά του πλοίου αυτού σε μέτρα εξαναγκασμού που περιλαμβάνουν, εν ανάγκη, την χρήση βίας (...)»
(β) Ο νόμος 2011-13 της 5 Ιανουαρίου 2011 σχετικά με τον τρόπο άσκησης εκ μέρους του Κράτους των εξουσιών του ελέγχου της θάλασσας
30.Ο νόμος 2011-13 της 5 Ιανουαρίου 2011 εισάγει ένα νέο – τρίτο – τμήμα στο Κεφάλαιο σχετικά με την «εκ μέρους του Κράτους άσκηση των εξουσιών του ως αστυνομίας της θάλασσας», με τον τίτλο «μέτρα λαμβανόμενα κατά των επιβαινόντων τα πλοία». Περιλαμβάνει τις ακόλουθες διατάξεις:
Άρθρο L. 1521-11
«Από την επιβίβαση της ομάδας επίσκεψης που προβλέπεται από το άρθρο L. 1521-4 πάνω στο ελεγχόμενο πλοίο, οι αξιωματούχοι οι οποίοι μνημονεύονται στο άρθρο L. 1521-2 μπορούν να λάβουν τα αναγκαία και προσαρμοσμένα εξαναγκαστικά μέτρα κατά των επιβαινόντων ενόψει της εξασφάλισης της παραμονής τους στην διάθεση των αξιωματούχων, της διατήρησης του πλοίου και του φορτίου του καθώς και της ασφαλείας των ατόμων.»
Άρθρο L. 1521-12
«Όταν τα μέτρα περιορισμού ή στέρησης της ελευθερίας πρόκειται να εφαρμοστούν, οι αξιωματούχοι που μνημονεύονται στο άρθρο L. 1521-2 ενημερώνουν σχετικώς τον επίτροπο της θάλασσας ή, εφόσον πρόκειται για τα υπερπόντια εδάφη, τον εντεταλμένο της Κυβέρνησης για την δράση του Κράτους στην θάλασσα, ο οποίος ενημερώνει σχετικώς και το συντομότερο δυνατό τον κατά τόπο εισαγγελέα πρωτοδικών.»
Άρθρο L. 1521-13
«Έκαστος επιβαίνων ο οποίος αποτελεί το αντικείμενο ενός μέτρου περιοριστικού ή στερητικού της ελευθερίας υποβάλλεται σε εξέταση της υγείας από ένα ειδικευμένο πρόσωπο εντός προθεσμίας είκοσι-τεσσάρων ωρών από την έναρξή του. Η ιατρική εξέταση λαμβάνει χώρα το αργότερο με την λήξη μιας προθεσμίας δέκα ημερών από την πρώτη εξέταση της υγείας που πραγματοποιήθηκε.
Μία έκθεση της εκτέλεσης των εξετάσεων αυτών που αποφαίνεται, ειδικότερα, επί της καταλληλότητας της διατήρησης του περιοριστικού ή στερητικού της ελευθερίας μέτρου διαβιβάζεται το συντομότερο δυνατόν στον εισαγγελέα πρωτοδικών.»
Άρθρο L. 1521-14
«Πριν την λήξη της προθεσμίας των σαράντα οκτώ ωρών από την εφαρμογή των περιοριστικών ή στερητικών της ελευθερίας μέτρων που μνημονεύονται στο άρθρο L. 1521-12 και μετά από αίτηση των αξιωματούχων που μνημονεύονται στο άρθρο L. 1521-2, ο δικαστής των ελευθεριών και κράτησης ο οποίος έχει επιληφθεί με εντολή του εισαγγελέα πρωτοδικών αποφαίνεται επί της ενδεχόμενης παράτασης για μία μέγιστη διάρκεια εκατόν είκοσι ωρών από την λήξη της προηγούμενης προθεσμίας.
Τα μέτρα αυτά μπορούν να ανανεώνονται υπό τις ίδιες ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις για όσο διάστημα απαιτείται ώστε τα θιγόμενα από αυτά άτομα να προσαχθούν ενώπιον της αρμόδιας αρχής.»
Άρθρο L. 1521-15
«Για την εφαρμογή του άρθρου Άρθρο L. 1521-14, ο δικαστής των ελευθεριών και της κράτησης μπορεί να ζητήσει από τον εισαγγελέα πρωτοδικών οποιαδήποτε στοιχεία προκειμένου να εκτιμήσει την πραγματική κατάσταση και την κατάσταση υγείας του ατόμου που αποτελεί το αντικείμενο ενός περιοριστικού ή στερητικού της ελευθερίας μέτρου.
Μπορεί να διατάξει μία νέα εξέταση της υγείας.
Εκτός αν υπάρχει τεχνική αδυναμία, ο δικαστής των ελευθεριών και της κράτησης επικοινωνεί, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, με το άτομο που αποτελεί το αντικείμενο των περιοριστικών ή στερητικών της ελευθερίας μέτρων.»
Άρθρο L. 1521-16
«Ο δικαστής των ελευθεριών και της κράτησης αποφαίνεται με αιτιολογημένη διάταξη μη υποκείμενη σε ένδικο μέσο. Αντίγραφο της διάταξης αυτής διαβιβάζεται το συντομότερο δυνατόν από τον εισαγγελέα πρωτοδικών στον επίτροπο της θάλασσας ή, εφόσον πρόκειται για τα υπερπόντια εδάφη, στον εντεταλμένο της Κυβέρνησης για την δράση του Κράτους στην θάλασσα, ο οποίος είναι υπεύθυνος να την γνωστοποιήσει στον ενδιαφερόμενο σε γλώσσα την οποία γνωρίζει.»
Άρθρο L. 1521-17
«Τα μέτρα που έχουν ληφθεί σε βάρος των επιβαινόντων τα πλοία μπορούν να συνεχιστούν, για το διάστημα που είναι αυστηρά απαραίτητο, στο έδαφος ή πάνω σε ένα αεροσκάφος, υπό την εποπτεία των αξιωματούχων του Κράτους που είναι επιφορτισμένοι με την μεταγωγή, υπό τον έλεγχο της δικαστικής αρχής όπως αυτός ορίζεται από το παρόν τμήμα.»
Άρθρο L. 1521-18
«Με την άφιξή τους στο γαλλικό έδαφος, τα άτομα που αποτελούν το αντικείμενο των εξαναγκαστικών μέτρων τίθενται στην διάθεση της δικαστικής αρχής.».
31.Σε μία εγκύκλιο της 13 Ιουλίου 2011 (JUSD1119584C), «σχετικά με την αντιμετώπιση της θαλάσσιας πειρατείας και με την άσκηση των αστυνομικών εξουσιών του Κράτους στην θάλασσα», ο Υπουργός της Δικαιοσύνης και των Ελευθεριών, αναφέρει ότι, μέχρι τον νόμο 2011-13 της 5 Ιανουαρίου 2011, η Γαλλία «δεν διέθετε νομοθεσία προσαρμοσμένη στην ειδική καταστολή των πράξεων πειρατείας». Προσθέτει ότι αυτός ο νέος νόμος καθιερώνει ειδικότερα ένα ειδικό νομικό καθεστώς «προκειμένου να δημιουργηθούν οι αναγκαίες εγγυήσεις στο ζήτημα της τήρησης των θεμελιωδών ελευθεριών, με την έννοια της Σύμβασης», παρατηρώντας εξάλλου ότι «το νομικό πλαίσιο της κράτησης των ατόμων που συλλαμβάνονται στην ανοιχτή θάλασσα δεν φαινόταν σύμφωνο με την εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου» (η εγκύκλιος παραπέμπει προς τούτο στην απόφαση Medvedyev και λοιποί κατά Γαλλίας [GC] (αριθ. 3394/03, CEDH 2010).
Διαπιστώνει ότι το άρθρο L. 1521-5 εδάφιο 4 του Κώδικα της Άμυνας προέβλεπε ήδη την δυνατότητα της εφαρμογής εξαναγκαστικών μέτρων με την ευκαιρία μιας αλλαγής πορείας του πλοίου, αλλά μόνον «με τρόπο πολύ γενικό». Προσθέτει ότι αυτό το νομικό πλαίσιο φάνηκε ανεπαρκές, προκειμένου περί μέτρων λαμβανομένων κατά προσώπων, στο μέτρο που «δεν προέβλεπε ρητώς την δυνατότητα μιας στέρησης της ελευθερίας επακριβώς καθορισμένη και πλαισιωμένη από ένα ‘κατάλληλο’ καθεστώς, υπό τον έλεγχο ενός δικαστή της έδρας».
Εξηγεί ότι οι νέες διατάξεις που εισήχθησαν στον Κώδικα της Άμυνας με τον νέο νόμο στοχεύουν έτσι στην θέσπιση ενός ειδικού καθεστώτος εφαρμοστέου στα εξαναγκαστικά μέτρα που μπορούν να ληφθούν κατά των συλληφθέντων ατόμων, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τις σημαντικούς επιχειρησιακούς περιορισμούς τους οποίους πρέπει να αντιμετωπίζουν οι παρεμβαίνουσες διοικητικές και στρατιωτικές αρχές, με την ενδεχόμενη προοπτική ενός μεταγενέστερου ανοίγματος της ποινικής διαδικασίας.
Ο νόμος 94-589 της 15 Ιουλίου 1994 σχετικά με τον τρόπο άσκησης εκ μέρους του Κράτους των εξουσιών του ως αστυνομίας της θάλασσας
32.Την εποχή των συμβάντων, ο γαλλικός κατασταλτικός μηχανισμός δεν περιελάμβανε αναφορά στην πειρατεία. Παρά ταύτα, οι πράξεις πειρατείας μπορούσαν να διωχθούν κάτω από χαρακτηρισμούς του κοινού δικαίου, όπως η υπεξαίρεση πλοίου, η συμμετοχή σε συμμορία κακοποιών, η ένοπλη ληστεία, η δέσμευση, η εκ προθέσεως ανθρωποκτονία και η εκ προθέσεως άσκηση βίας.
33.Ο πιο πάνω αναφερόμενος νόμος 2011-13 της 5 Ιανουαρίου 2011 εισάγει στον νόμο 94-589 της 15 Ιουλίου 1994 έναν τίτλο σχετικό με την αντιμετώπιση της θαλάσσιας πειρατείας. Διευκρινίζει τα ποινικά αδικήματα που στοιχειοθετούν τις πράξεις πειρατείας, παραπέμποντας ως προς την έννοια αυτή στην Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας η οποία υπογράφηκε στο Μοντίγκο Μπέι στις 10 Δεκεμβρίου 1982. Παρέχει στους κυβερνήτες των πλοίων και των αεροσκαφών του Κράτους, τα οποία είναι επιφορτισμένα με την επίβλεψη στην θάλασσα, την αρμοδιότητα, «όταν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι μία ή περισσότερες» από τις παραβάσεις αυτές έχουν διαπραχθεί, διαπράττονται ή ετοιμάζονται να διαπραχθούν πάνω στα πλοία ή σε βάρος των πλοίων που μνημονεύονται στο άρθρο L. 1521-1 του Κώδικα της Άμυνας, να εφαρμόζουν ή να ζητούν να εφαρμοστούν τα εξαναγκαστικά μέτρα που αυτός προβλέπει ή που προβλέπονται από το διεθνές δίκαιο ή τον Τίτλο ΙΙ του Τόμου V του πρώτου μέρους του Κώδικα αυτού. Καθιστά σαφές ότι «έναντι των επιβαινόντων ατόμων μπορούν να εφαρμοστούν τα εξαναγκαστικά μέτρα τα οποία προβλέπονται από το μοναδικό Κεφάλαιο του Τίτλου ΙΙ του Τόμου V του πρώτου μέρους του ιδίου Κώδικα σχετικά με το καθεστώς κράτησης μέσα στο πλοίο ή το αεροσκάφος». Διευκρινίζει επίσης τα άτομα που έχουν το δικαίωμα να διαπιστώσουν τις παραβάσεις αυτές και αναφέρει ότι τα λαμβανόμενα σε βάρος προσώπων μέτρα διέπονται από το Τμήμα 3 του μοναδικού Κεφαλαίου ΙΙ του Τόμου V του πρώτου μέρους του Κώδικα της Άμυνας. Εξάλλου, παρέχει στα γαλλικά δικαστήρια μία «σχεδόν καθολική» αρμοδιότητα να δικάζουν τις πράξεις πειρατείας που διαπράττονται εκτός της εθνικής επικράτειας, όποια και αν είναι η εθνικότητα του πλοίου ή των θυμάτων, εφόσον οι αυτουργοί συλληφθούν από γάλλους αξιωματούχους, και, ελλείψει συμφωνίας με τις αρχές ενός άλλου Κράτους για την άσκηση από αυτό της δικαιοδοτικής αρμοδιότητάς του.
ΙΙΙ. Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΤΟΥ ΜΟΝΤΙΓΚΟ ΜΠΕΪ, ΤΗΣ 10 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1982
34.Το άρθρο 92 της σύμβασης του Μοντίγκο Μπέι ορίζει τα εξής:
«1. Τα πλοία ταξιδεύουν υπό την σημαία ενός μόνον Κράτους και υπόκεινται, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις οι οποίες προβλέπονται ρητώς από τις διεθνείς συνθήκες ή από την Σύμβαση, στην αποκλειστική δικαιοδοσία του στην ανοιχτή θάλασσα. Καμία αλλαγή σημαίας δεν μπορεί να λάβει χώρα στην διάρκεια ενός ταξιδιού ή ενός προσορμισμού, εκτός της περίπτωσης της πραγματικής μεταβίβασης της κυριότητας ή αλλαγής νηολογίου. (...)».
35.Τα άρθρα της σύμβασης του Μοντίγκο Μπέι σχετικά με την πειρατεία είναι τα ακόλουθα:
Άρθρο 100 – Υποχρέωση συνεργασίας για την καταστολή της πειρατείας
«Όλα τα Κράτη συνεργάζονται σε ολόκληρο το μέτρο του δυνατού για την καταστολή της πειρατείας στην ανοιχτή θάλασσα ή σε οποιονδήποτε άλλο τόπο ο οποίος δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία κάποιου Κράτους.»
Άρθρο 101 – Ορισμός της πειρατείας
«Ο όρος πειρατεία σημαίνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πράξεις:
(α) οποιαδήποτε παράνομη πράξη βίας ή κράτησης η οποιαδήποτε αρπαγή διαπραχθείσα από το πλήρωμα ή τους επιβάτες ενός ιδιωτικού πλοίου ή αεροσκάφους, οι οποίοι ενεργούν για ιδιωτικούς σκοπούς, και κατευθυνόμενη:
(i) κατά ενός άλλου πλοίου ή αεροσκάφους ή κατά των προσώπων ή των πραγμάτων που βρίσκονται σε αυτά, στην ανοιχτή θάλασσα,
(ii) κατά ενός άλλου πλοίου ή αεροσκάφους ή κατά προσώπων ή πραγμάτων, σε τόπο που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία κάποιου Κράτους,
(β) οποιαδήποτε πράξη εκούσιας συμμετοχής στην χρήση ενός πλοίου ή ενός αεροσκάφους, όταν ο δράστης της έχει γνώση των πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτει ότι το πλοίο ή το αεροσκάφος αυτό είναι πειρατικό πλοίο ή αεροσκάφος,
(γ) οποιαδήποτε πράξη η οποία έχει ως στόχο να υποκινήσει τις πράξεις που ορίζονται στα (α) ή (β) ή έχει διαπραχθεί με πρόθεση να τις διευκολύνει.»
Άρθρο 102 – Πειρατεία εκ μέρους ενός πολεμικού πλοίου, ενός Κρατικού πλοίου ή ενός Κρατικού αεροσκάφους του οποίου το πλήρωμα έχει στασιάσει
«Οι πράξεις πειρατείας, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 101, οι οποίες διαπράττονται από ένα πολεμικό πλοίο, ένα Κρατικό πλοίο ή ένα Κρατικό αεροσκάφος ελεγχόμενο από το πλήρωμα που στασίασε εξομοιώνονται με πράξεις διαπραχθείσες από ιδιωτικό πλοίο ή αεροσκάφος.»
Άρθρο 103 – Ορισμός του πειρατικού πλοίου ή αεροσκάφους
«Θεωρούνται ως πειρατικά πλοία ή αεροσκάφη τα πλοία ή τα αεροσκάφη των οποίων τα πρόσωπα που τα ελέγχουν σκοπεύουν πραγματικά να τα χρησιμοποιήσουν για να διαπράξουν μία από τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 101. Το ίδιο ισχύει για τα πλοία ή τα αεροσκάφη που έχουν χρησιμοποιηθεί για την διάπραξη τέτοιων πράξεων ενόσω εξακολουθούν να τελούν υπό τον έλεγχο των προσώπων τα οποία τις διέπραξαν.»
Άρθρο 104 – Διατήρηση ή απώλεια της εθνικότητας ενός πειρατικού πλοίου ή αεροσκάφους
«Ένα πλοίο ή αεροσκάφος που έχει καταστεί πειρατικό μπορεί να διατηρήσει την εθνικότητά του. Η διατήρηση ή η απώλεια της εθνικότητας διέπεται από το εθνικό δίκαιο του Κράτους που την απένειμε.»
Άρθρο 105 – Κατάσχεση πειρατικού πλοίου ή αεροσκάφους
«Έκαστο Κράτος μπορεί, στην ανοιχτή θάλασσα ή σε οποιονδήποτε άλλον τόπο που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία κάποιου Κράτους, να κατάσχει ένα πειρατικό πλοίο ή αεροσκάφος ή ένα σκάφος ή αεροσκάφος που έχει συλληφθεί μετά από πράξη πειρατείας και στα χέρια των πειρατών, και να συλλάβει τα πρόσωπα και να κατάσχει τα πράγματα που βρίσκονται πάνω σε αυτό. Τα δικαστήρια του Κράτους που διενήργησε την κατάσχεση μπορούν να αποφανθούν επί των ποινών οι οποίες θα επιβληθούν, καθώς και επί των μέτρων τα οποία πρέπει να ληφθούν σε ό,τι αφορά το πλοίο, το αεροσκάφος ή τα πράγματα, με την επιφύλαξη των καλόπιστων τρίτων.»
Άρθρο 106 – Ευθύνη σε περίπτωση αυθαίρετης κατάσχεσης
«Όταν η κατάσχεση ενός ύποπτου για πειρατεία πλοίου ή αεροσκάφους πραγματοποιήθηκε χωρίς επαρκή αιτιολογία, το Κράτος που την πραγματοποίησε είναι υπεύθυνο έναντι του Κράτους του οποίου το πλοίο ή το αεροσκάφος έχει την εθνικότητα για οποιαδήποτε απώλεια ή για οποιαδήποτε ζημία η οποία προκλήθηκε από την αιτία αυτή.»
Άρθρο 107 – Πλοία ή αεροσκάφη δικαιούμενα να προβούν σε κατάσχεση για λόγους πειρατείας
«Μόνον τα πολεμικά πλοία ή τα στρατιωτικά αεροσκάφη ή τα άλλα πλοία ή αεροσκάφη τα οποία φέρουν εξωτερικά σήματα δηλούντα σαφώς ότι προορίζονται για δημόσια υπηρεσία και ότι είναι εξουσιοδοτημένα προς τούτο, μπορούν να πραγματοποιήσουν κατάσχεση για λόγους πειρατείας.»
IV. Η ΑΠΟΦΑΣΗ 1816 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ
36.Υιοθετηθείσα στις 2 Ιουνίου 2008, κατά την 5902η σύνοδο του Συμβουλίου Ασφαλείας, η απόφαση 1816 έχει ως εξής:
«Το Συμβούλιο Ασφαλείας, (...)
Ανησυχώντας σοβαρά για την απειλή που αντιπροσωπεύουν οι πράξεις πειρατείας και ένοπλης ληστείας κατά σκαφών για την ταχεία, ασφαλή και αποτελεσματική παράδοση ανθρωπιστικής βοήθειας στη Σομαλία, την ασφάλεια των εμπορικών θαλάσσιων οδών και τη διεθνή ναυσιπλοΐα,
Εκφράζοντας τις ανησυχίες του για τις τριμηνιαίες εκθέσεις του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (IMO) από το 2005, οι οποίες παρέχουν αποδεικτικά στοιχεία συνεχιζόμενης πειρατείας και ένοπλων ληστειών, ειδικότερα στα ύδατα στα ανοιχτά της ακτής της Σομαλίας,
Επιβεβαιώνοντας ότι το διεθνές δίκαιο, όπως αυτό εκφράζεται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας της 10ης Δεκεμβρίου 1982 («η Σύμβαση»), καθορίζει το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο για την καταπολέμηση της πειρατείας και της ένοπλης ληστείας, καθώς επίσης και για άλλες ωκεάνιες δραστηριότητες,
Επιβεβαιώνοντας τις σχετικές διατάξεις του διεθνούς δικαίου, όσον αφορά στην καταστολή της πειρατείας, συμπεριλαμβανομένης και της Σύμβασης, και υπενθυμίζοντας ότι παρέχουν κατευθυντήριες αρχές για συνεργασία, στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, στην καταστολή της πειρατείας στα διεθνή ύδατα ή σε οποιοδήποτε άλλο τόπο εκτός της δικαιοδοσίας οποιουδήποτε κράτους, συμπεριλαμβανομένης, αλλά χωρίς περιορισμό, της επιβίβασης, της έρευνας και της κατάσχεσης σκαφών τα οποία εμπλέκονται ή είναι ύποπτα εμπλοκής σε πράξεις πειρατείας, και της σύλληψης των προσώπων που εμπλέκονται σε τέτοιες πράξεις, με σκοπό τη δίωξη των προσώπων αυτών,
Επιβεβαιώνοντας το σεβασμό του για την κυριαρχία, την εδαφική ακεραιότητα, την πολιτική ανεξαρτησία και την ενότητα της Σομαλίας,
Λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση κρίσης στη Σομαλία και την έλλειψη δυνατότητας της Μεταβατικής Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης (TFG) να απαγορεύσει τη δραστηριότητα των πειρατών ή να περιπολεί και να διασφαλίζει είτε τις διεθνείς θαλάσσιες οδούς στα ανοιχτά της ακτής της Σομαλίας είτε τα χωρικά ύδατα της Σομαλίας,
Αποδοκιμάζοντας τα πρόσφατα περιστατικά επιθέσεων και πειρατείας σε σκάφη στα χωρικά ύδατα και στα διεθνή ύδατα ανοιχτά της ακτής της Σομαλίας, συμπεριλαμβανομένων και επιθέσεων και πειρατειών σε σκάφη που χρησιμοποιούνται από το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα και σε πολυάριθμα εμπορικά σκάφη και τον σοβαρό δυσμενή αντίκτυπο των επιθέσεων αυτών στην ταχεία, ασφαλή και αποτελεσματική παράδοση της επισιτιστικής βοήθειας και της λοιπής ανθρωπιστικής βοήθειας στο λαό της Σομαλίας, και τους σοβαρούς κινδύνους που αντιπροσωπεύουν για σκάφη, πληρώματα, επιβάτες, και φορτίο,
Σημειώνοντας τις επιστολές προς το Γενικό Γραμματέα από το Γενικό Γραμματέα του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού, της 5ης Ιουλίου 2007 και της 18ης Σεπτεμβρίου 2007, σχετικά με τα προβλήματα πειρατείας στα ανοιχτά της ακτής της Σομαλίας και την απόφαση της Συνέλευσης του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού Α. 1002 (25), η οποία παροτρύνει έντονα τις Κυβερνήσεις να αυξήσουν τις προσπάθειές τους για την αποτροπή και καταστολή, εντός των διατάξεων του διεθνούς δικαίου, των πράξεων πειρατείας και ένοπλης ληστείας κατά σκαφών, ανεξάρτητα από το που συμβαίνουν οι πράξεις αυτές, και υπενθυμίζοντας το κοινό ανακοινωθέν του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού και του Παγκόσμιου Επισιτιστικού Προγράμματος της 10ης Ιουλίου 2007,
Λαμβάνοντας υπόψη την επιστολή του Γενικού Γραμματέα, της 9ης Νοεμβρίου 2007, προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας, η οποία αναφέρει ότι η Μεταβατική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της Σομαλίας χρειάζεται και θα θεωρούσε ευπρόσδεκτη διεθνή βοήθεια για την αντιμετώπιση του προβλήματος,
Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη την επιστολή του Μονίμου Αντιπροσώπου της Σομαλικής Δημοκρατίας στα Ηνωμένα Έθνη προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας, της 27ης Φεβρουαρίου 2008, με την οποία διαβιβάζεται η συναίνεση της Μεταβατικής Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης προς το Συμβούλιο Ασφαλείας για επείγουσα συνδρομή στη διασφάλιση των χωρικών και διεθνών υδάτων ανοιχτά της ακτής της Σομαλίας, με σκοπό την ασφαλή διεξαγωγή της ναυτιλίας και της ναυσιπλοΐας,
Κρίνοντας ότι τα περιστατικά πειρατείας και ένοπλης ληστείας κατά σκαφών στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας και στα διεθνή ύδατα στα ανοιχτά της ακτής της Σομαλίας οξύνουν την κατάσταση στη Σομαλία, η οποία συνεχίζει να αποτελεί απειλή για τη διεθνή ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή,
Ενεργώντας σύμφωνα με το Κεφάλαιο VII του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών,
1. Καταδικάζει και αποδοκιμάζει όλες τις πράξεις πειρατείας και ένοπλης ληστείας κατά σκαφών, στα χωρικά ύδατα και τα διεθνή ύδατα ανοιχτά της ακτής της Σομαλίας,
2. Παροτρύνει τα Κράτη, τα πολεμικά πλοία και στρατιωτικά αεροσκάφη των οποίων επιχειρούν στα διεθνή ύδατα και στο διεθνή εναέριο χώρο ανοιχτά της ακτής της Σομαλίας να επαγρυπνούν για πράξεις πειρατείας και ένοπλης ληστείας και, στο πλαίσιο αυτό, ενθαρρύνει, ειδικότερα, τα Κράτη τα οποία ενδιαφέρονται να χρησιμοποιούν τις εμπορικές θαλάσσιες οδούς ανοιχτά της ακτής της Σομαλίας, να αυξήσουν και να συντονίσουν τις προσπάθειές τους για την αποτροπή πράξεων πειρατείας και ένοπλης ληστείας στη θάλασσα, σε συνεργασία με τη Μεταβατική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση,
3. Παροτρύνει όλα τα Κράτη να συνεργάζονται μεταξύ τους, με το Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό και, όπως αρμόζει, με τους συναφείς περιφερειακούς οργανισμούς, σε σχέση με πράξεις πειρατείας και ένοπλης ληστείας στα χωρικά ύδατα και στα διεθνή ύδατα ανοιχτά της ακτής της Σομαλίας, να ανταλλάσσουν πληροφορίες για αυτές και να παρέχουν συνδρομή στα σκάφη τα οποία απειλούνται ή υφίστανται επίθεση από πειρατές ή ένοπλους ληστές, σύμφωνα με το συναφές διεθνές δίκαιο,
4. Περαιτέρω, παροτρύνει τα Κράτη να εργαστούν, σε συνεργασία με τους ενδιαφερόμενους οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένου του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού, ώστε να διασφαλίσουν ότι τα σκάφη, τα οποία δικαιούνται να φέρουν τη σημαία τους, δέχονται κατάλληλη καθοδήγηση και εκπαίδευση ως προς τις τεχνικές αποφυγής, διαφυγής και άμυνας και θα αποφεύγουν την περιοχή, όποτε αυτό είναι δυνατό,
5. Καλεί τα Κράτη και τους ενδιαφερόμενους οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένου του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού, να παρέχουν τεχνική βοήθεια στη Σομαλία και στα κοντινά παράκτια Κράτη, κατόπιν αιτήματός τους, προκειμένου να ενισχύσουν την ικανότητα των Κρατών αυτών να διασφαλίσουν την παράκτια και θαλάσσια ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης της καταπολέμησης της πειρατείας και της ένοπλης ληστείας στα ανοιχτά των Σομαλικών και των κοντινών ακτών,
6. Επιβεβαιώνει ότι τα μέτρα που επιβλήθηκαν με την παράγραφο 5 της απόφασης 733 (1992) και αναπτύχθηκαν περαιτέρω με τις παραγράφους 1 και 2 της απόφασης 1425 (2002), δεν ισχύουν για προμήθειες τεχνικής βοήθειας στη Σομαλία, αποκλειστικά για τους σκοπούς που καθορίζονται στην παράγραφο 5 ανωτέρω, οι οποίες έχουν εξαιρεθεί από τα μέτρα αυτά, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στις παραγράφους 11 (β) και 12 της απόφασης 1772 (2007),
7. Αποφασίζει ότι, για μια περίοδο έξι μηνών από την ημερομηνία της παρούσας απόφασης, τα Κράτη τα οποία συνεργάζονται με τη Μεταβατική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση στην πάλη κατά της πειρατείας και των ένοπλων ληστειών στη θάλασσα, ανοιχτά της ακτής της Σομαλίας, για τα οποία έχει γίνει εκ των προτέρων γνωστοποίηση από τη Μεταβατική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση προς το Γενικό Γραμματέα, μπορούν:
(α) να εισέλθουν στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας με σκοπό την καταστολή πράξεων πειρατείας και ένοπλης ληστείας στη θάλασσα, κατά τρόπο σύμφωνο με μια τέτοια ενέργεια επιτρεπόμενη στα διεθνή ύδατα, όσον αφορά στην πειρατεία, βάσει του συναφούς διεθνούς δικαίου, και
(β) να χρησιμοποιούν, εντός των χωρικών υδάτων της Σομαλίας, κατά τρόπο σύμφωνο με τις ενέργειες που επιτρέπονται στα διεθνή ύδατα, όσον αφορά στην πειρατεία, βάσει του συναφούς διεθνούς δικαίου, όλα τα απαιτούμενα μέσα για την καταστολή πράξεων πειρατείας και ένοπλης ληστείας,
8. Ζητά από τα συνεργαζόμενα Κράτη να λάβουν κατάλληλα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι δραστηριότητες που αναλαμβάνουν, σύμφωνα με την εξουσιοδότηση της παραγράφου 7, δεν έχουν την πρακτική επίπτωση της απαγόρευσης ή της παρακώλυσης του δικαιώματος αβλαβούς διέλευσης των πλοίων οποιουδήποτε τρίτου Κράτους,
9. Επιβεβαιώνει ότι η εξουσιοδότηση η οποία παρέχεται με την παρούσα απόφαση ισχύει μόνο αναφορικά με την κατάσταση στη Σομαλία και δεν έχει επιπτώσεις στα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις ή τις ευθύνες των κρατών μελών, βάσει του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων στο πλαίσιο της Σύμβασης, αναφορικά με οποιαδήποτε άλλη κατάσταση, και υπογραμμίζει ιδιαίτερα ότι δεν θα θεωρείται ως θέσπιση εθιμικού διεθνούς δικαίου, και επιβεβαιώνει περαιτέρω ότι η εξουσιοδότηση αυτή δόθηκε μόνο μετά τη λήψη της επιστολής του Μονίμου Αντιπροσώπου της Δημοκρατίας της Σομαλίας στα Ηνωμένα Έθνη προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας, της 27ης Φεβρουαρίου 2008, με την οποία διαβιβάζεται η συναίνεση της Μεταβατικής Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης,
10. Ζητά από τα Κράτη να συντονίζουν τις ενέργειές τους με αυτές των λοιπών συμμετεχόντων Κρατών, οι οποίες έχουν ληφθεί σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 7 ανωτέρω,
11. Ζητά από όλα τα Κράτη, και ειδικότερα από τα Κράτη σημαίας, λιμένος και τα παράκτια Κράτη, τα Κράτη ιθαγένειας των θυμάτων και των δραστών της πειρατείας και των ένοπλων ληστειών, και τα λοιπά Κράτη με συναφή δικαιοδοσία, βάσει του διεθνούς δικαίου και της εθνικής νομοθεσίας, να συνεργάζονται για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας και για την έρευνα και δίωξη των προσώπων τα οποία είναι υπεύθυνα για πράξεις πειρατείας και ένοπλης ληστείας ανοιχτά της ακτής της Σομαλίας, σύμφωνα με το εφαρμοστέο διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του διεθνούς δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και να προσφέρουν βοήθεια, μεταξύ άλλων ενεργειών, μέσω της παροχής συνδρομής διάθεσης και διοικητικής μέριμνας, όσον αφορά σε πρόσωπα υπό την δικαιοδοσία και τον έλεγχό τους, όπως σε θύματα και μάρτυρες και πρόσωπα τα οποία κρατούνται ως αποτέλεσμα των επιχειρήσεων οι οποίες διεξάγονται στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης,
12. Ζητά από τα Κράτη τα οποία συνεργάζονται με τη Μεταβατική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση να ενημερώσουν το Συμβούλιο Ασφαλείας, εντός 3 μηνών, για την πρόοδο των ενεργειών στις οποίες προέβησαν, κατά την άσκηση της εξουσίας που προβλέπεται στην παράγραφο 7 ανωτέρω (...)»
37.Η Κυβέρνηση προσκομίζει μία διακοίνωση την οποία απηύθυνε την 1η Σεπτεμβρίου 2008 από το πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Σομαλίας στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, κοινοποιώντας στον τελευταίο κατ’εφαρμογήν της παραγράφου 7 της απόφασης 1816 έναν κατάλογο των Κρατών που συνεργάζονται μαζί του στον αγώνα κατά της πειρατείας και των ενόπλων επιθέσεων κατά των πλοίων στα ανοιχτά των ακτών της Σομαλίας. Πρόκειται για τον Καναδά, την Δανία, την Γαλλία, την Ισπανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Ι. ΕΠΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΝΩΣΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ
38.Διαπιστώνοντας ότι οι προσφυγές που έχουν καταχωριστεί με τους αριθμούς 46695/10 και 54588/10 προέρχονται από τα ίδια πραγματικά περιστατικά και αναφέρονται σε παρόμοιες αιτιάσεις, το Δικαστήριο εκτιμά ότι πρέπει να συνενωθούν κατ’εφαρμογήν του άρθρου 42 § 1 του κανονισμού του.
ΙΙ. ΕΠΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
39.Η Κυβέρνηση παραδέχεται ότι, σε ό,τι αφορά τα κριτήρια που έχουν καθιερωθεί από το Δικαστήριο, όπως επιβεβαιώθηκαν στην απόφαση Medvedyev και λοιποί (πιο πάνω αναφερόμενη, §§ 62-67), οι προσφεύγοντες υπάγονταν στην δικαιοδοσία της Γαλλίας, με την έννοια του άρθρου 1 της Σύμβασης, μόλις συνελήφθησαν από τις γαλλικές ένοπλες δυνάμεις στις 16 Σεπτεμβρίου 2008. Το Δικαστήριο το λαμβάνει υπόψη.
ΙΙΙ. ΕΠΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 5 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
Α. Επί της ύπαρξης μιας στέρησης της ελευθερίας, με την έννοια του άρθρου 5 της Σύμβασης
40.Το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι προσφεύγοντες συνελήφθησαν από τον γαλλικό στρατό στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, γύρω στις 2 η ώρα το πρωί, στην συνέχεια δε μεταφέρθηκαν πάνω σε ένα γαλλικό πλοίο, το Courbet. Κρατήθηκαν πάνω στο πλοίο μέχρι τις 22 Σεπτεμβρίου 2008, στις 13 και 30, πριν οδηγηθούν στην γαλλική στρατιωτική βάση του Τζιμπουτί. Τους επιβίβασαν στις 23 Σεπτεμβρίου 2008 σε ένα στρατιωτικό αεροπλάνο με προορισμό την Γαλλία. Προσγειώθηκαν γύρω στις 16:00 (ώρα Γαλλίας) και τέθηκαν υπό κράτηση για είκοσι-τέσσερις ώρες. Το μέτρο αυτό ανανεώθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2008 για είκοσι-τέσσερις ώρες. Προσήχθησαν ενώπιον ενός ανακριτή στις 25 Σεπτεμβρίου 2008, στις 17:54 ο κ. Yacoub Mohammed Hassan (προσφυγή αριθ. 46695/10), στις 19:30 ο κ. Abdulhai Guelleh Ahmed (προσφυγή αριθ. 54588/10), και στις 20:09 ο κ. Cheik Nour Jama Mohamoud (προσφυγή αριθ. 46695/10), και ανακρίθηκαν.
41.Είναι προφανές ότι, στην διάρκεια όλης αυτής της περιόδου, οι προσφεύγοντες στερήθηκαν της ελευθερίας τους, με την έννοια του άρθρου 5 της Σύμβασης. Τούτο δεν δίνει αφορμή για αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων.
Β. Επί των κοινών αιτιάσεων των δύο προσφυγών
1. Επί της επικαλούμενης παραβίασης του άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης
42.Επικαλούμενοι την απόφαση Medvedyev και λοιποί κατά Γαλλίας [GC] (αριθ, 3394/03, CEDH 2010), οι προσφεύγοντες παραπονούνται για το γεγονός ότι η στέρηση της ελευθερίας που υπέστησαν στα χέρια των γαλλικών στρατιωτικών αρχών από τις 16 μέχρι τις 23 Σεπτεμβρίου 2008 δεν είχε οποιαδήποτε νομική βάση. Επικαλούνται το άρθρο 5 § 1 της Σύμβασης, σύμφωνα με τους όρους του οποίου:
«1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν και την ασφάλειαν. Ουδείς επιτρέπεται να στερηθή της ελευθερίας του ειμή εις τας ακολούθους περιπτώσεις και συμφώνως προς την νόμιμον διαδικασίαν:
(...)
γ) εάν συνελήφθη και κρατήται όπως οδηγηθή ενώπιον της αρμοδίας δικαστικής αρχής εις την περίπτωσιν ευλόγου υπονοίας ότι διέπραξεν αδίκημα, ή υπάρχουν λογικά δεδομένα προς πα- ραδοχήν της ανάγκης όπως ούτος εμποδισθή από του να διαπράξη αδίκημα ή δραπετεύση μετά την διάπραξιν τούτου. (...)»
43.Η Κυβέρνηση αποκρούει την θέση αυτή.
α) Επί του παραδεκτού
44.Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η παρούσα αιτίαση δεν είναι προδήλως αβάσιμη με την έννοια του άρθρου 35 § 3 α) της Σύμβασης. Σημειώνει εξάλλου ότι αυτή δεν προσκρούει σε κάποιο λόγο απαραδέκτου. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί παραδεκτή.
β) Επί της ουσίας
1. Οι διάδικοι και η παρεμβαίνουσα κυβέρνηση
α. Οι προσφεύγοντες
Προσφυγή αριθ. 46695/10
45.Οι προσφεύγοντες παρατηρούν ότι, αφού συνελήφθησαν πάνω στο Carré d’As, κρατήθηκαν από τις 16 μέχρι τις 22 Σεπτεμβρίου 2008 πάνω στο Courbet, στην συνέχεια από τις 22 μέχρι τις 23 Σεπτεμβρίου 2008 στην γαλλική στρατιωτική βάση του Τζιμπουτί και, στην συνέχεια, στην διάρκεια του πρωινού της 23 Σεπτεμβρίου 2008, πάνω σε ένα γαλλικό στρατιωτικό αεροπλάνο, πριν να παρουσιαστούν ενώπιον ενός αξιωματούχου της δικαστικής αστυνομίας στις 23 Σεπτεμβρίου 2008. Σημειώνουν ότι, μέσα στο πλαίσιο της εσωτερικής διαδικασίας, η στέρηση της ελευθερίας που υπέστησαν χαρακτηρίζεται ως «κράτηση», ενώ ένας τέτοιος χαρακτηρισμός δεν υφίσταται στο γαλλικό δίκαιο. Κατ’αυτούς, αυτή δεν είχε στην πραγματικότητα καμία νομική βάση και δεν υπάγονταν σε οποιονδήποτε έλεγχο, ούτε ακόμη και αυτόν της Εισαγγελίας.
46.Οι προσφεύγοντες αμφισβητούν την θέση της Κυβέρνησης σύμφωνα με την οποία η στέρηση της ελευθερίας που υπέστησαν είχε επαρκή νομική βάση στην απόφαση 1816, από την στιγμή που αυτή επέτρεπε την προσφυγή σε «οποιαδήποτε μέσα τα οποία είναι αναγκαία για την καταστολή των πράξεων πειρατείας».
47.Πρώτον, παρατηρούν ότι, κατά παράβαση της παραγράφου 12 της απόφασης αυτής, οι γαλλικές αρχές παρέλειψαν να ενημερώσουν το Συμβούλιο Ασφαλείας για την διεξαγόμενη επιχείρηση, γεγονός που αρκεί για να στερήσει την σύλληψή τους από νομική βάση. Δεύτερον, σημειώνουν ότι η απόφαση επιτρέπει την είσοδο στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας για την καταστολή των πράξεων πειρατείας «κατ’εφαρμογήν του εφαρμοστέου διεθνούς δικαίου», σύμφωνα με το άρθρο 105 της Σύμβασης του Μοντίγκο Μπέι. Όμως, αυτή η τελευταία διάταξη η οποία δεν στοχεύει παρά μόνον τις επεμβάσεις στην ανοιχτή θάλασσα, δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω αφού το Carré d’As βρισκόταν μέσα στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας όταν καταλήφθηκε από τις γαλλικές δυνάμεις. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η σύμβαση αυτή έχει εφαρμογή, περιορίζεται στο να δώσει την άδεια στο παρεμβαίνον Κράτος να «συλλάβει» τους πειρατές, παραλείποντας να προσδιορίσει τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων και την διαδικασία που εφαρμόζεται στην περίπτωσή τους. Κατά τους προσφεύγοντες, η αποδοχή της απόφασης 1816 συνιστά επαρκή νομική βάση για την στέρηση της ελευθερίας που αυτοί υπέστησαν θα ισοδυναμούσε επίσης με την αποδοχή μιας μορφής στέρησης της ελευθερίας η οποία δεν γνωρίζει άλλη πλαισίωση από τους όρους «αναγκαία μέτρα» και δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε προθεσμία ή σε οποιονδήποτε έλεγχο και μέσα στο πλαίσιο της οποίας δεν αναγνωρίζεται στα θιγόμενα πρόσωπα οποιοδήποτε δικαίωμα. Τρίτον, εκτιμούν ότι οι νομοθετικές αλλαγές που έγιναν στην Γαλλία μετά τα γεγονότα της περίπτωσής τους δείχνουν ότι η απόφαση 1816 δεν μπορούσε να στηρίξει την κράτησή τους. Εκθέτουν ως προς τούτο ότι η Γαλλία έθεσε σε ισχύ στις 5 Ιανουαρίου 2011 έναν νόμο σχετικά με την αντιμετώπιση της πειρατείας και της εκ μέρους του Κράτους άσκησης εξουσιών αστυνομίας στην θάλασσα, ο οποίος έχει εφαρμογή κυρίως, όταν το επιτρέπει το διεθνές δίκαιο, στις πράξεις πειρατείας που διαπράττονται μέσα στα χωρικά ύδατα ενός Κράτους, δηλαδή στην περίπτωση η οποία προβλέπεται από την απόφαση 1816. Υπογραμμίζουν ότι ο νόμος αυτός πλαισιώνει αυστηρά τις συνθήκες κράτησης των συλλαμβανομένων πειρατών, παρέχει μία εξουσία έρευνας και εξαναγκασμού στους στρατιωτικούς και θέτει τις στερήσεις ελευθερίας πάνω στα γαλλικά πλοία υπό τον έλεγχο του δικαστή των ελευθεριών και της κράτησης.
Προσφυγή αριθ. 54588/10
48.Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η απόφαση 1816 δεν μπορούσε να εφαρμοστεί εν προκειμένω, αφού δεν είχε μεταφερθεί στο γαλλικό δίκαιο. Παραπέμπει προς τούτο σε μία απόφαση του πρώτου πολιτικού τμήματος του Ακυρωτικού Δικαστηρίου της 25 Απριλίου 2006 (Bull. No. 202), η οποία διευκρινίζει ότι, αν και οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών επιβάλλονται στα Κράτη μέλη, δεν έχουν, στην Γαλλία, άμεση ισχύ ενόσω οι επιταγές τις οποίες επιβάλλουν δεν έχουν καταστεί υποχρεωτικές ή μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο. Προσθέτει ότι, εφόσον οι αποφάσεις αυτές δεν αποτελούν το αντικείμενο νομικής δημοσίευσης σε μία επίσημη εφημερίδα, η αρχή της νομιμότητας τις εμποδίζει να στηρίξουν ποινικές διώξεις.
49.Ο προσφεύγων δηλώνει στην συνέχεια ότι διατυπώνει τις υψηλότερες επιφυλάξεις επί της διακοίνωσης της 1ης Σεπτεμβρίου 2008 που προσκομίστηκε από την Κυβέρνηση (πιο πάνω παράγραφος 37), με την οποία, κατ’εφαρμογήν της παραγράφου 7 της απόφασης 1816, ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Σομαλίας ενημερώνει τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών ότι η Γαλλία συγκαταλέγεται μεταξύ των Κρατών που συνεργάζονται μαζί της στον αγώνα κατά της πειρατείας και των ενόπλων επιθέσεων εναντίον των πλοίων στα ανοιχτά των ακτών της Σομαλίας. Πρώτον, παρατηρεί ότι το άρθρο 101 της Σύμβασης του Μοντίγκο Μπέι για το δίκαιο της θάλασσας ορίζει τις πράξεις πειρατείας ως πράξεις διαπραττόμενες στην ανοιχτή θάλασσα, και ότι η απόφαση 1816 αφορά τις πράξεις πειρατείας και ένοπλης ληστείας που διαπράττονται μέσα στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας. Όμως, υπογραμμίζει, αφενός μεν το έγκλημα της πειρατείας καταργήθηκε από τον νόμο της 20 Δεκεμβρίου 2007, αφετέρου δε ότι ο ίδιος ουδέποτε διώχθηκε για πράξεις ένοπλης ληστείας. Συμπεραίνει από τα παραπάνω ότι η απόφαση 1816 δεν προορίζονταν να εφαρμοστεί στην περίπτωσή του. Δεύτερον, ο προσφεύγων εκπλήσσεται διότι η Κυβέρνηση προσκομίζει αιφνιδίως την διακοίνωση αυτήν της 1ης Σεπτεμβρίου 2008, η οποία δεν εμφανιζόταν στον φάκελο της εθνικής διαδικασίας, και σημειώνει ότι δεν υπάρχει σε αυτήν οποιαδήποτε σφραγίδα και δεν μνημονεύεται οποιαδήποτε ημερομηνία παραλαβής.
β. Η Κυβέρνηση
50.Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η παρέμβαση των γαλλικών στρατιωτικών δυνάμεων, η σύλληψη των προσφευγόντων και η στέρηση ελευθερίας που ακολούθησε είχαν ως θεμέλιό τους την απόφαση 1816, η οποία ψηφίστηκε στις 2 Ιουνίου 2008 από το Συμβούλιο Ασφαλείας στην βάση του Κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, γεγονός που, σύμφωνα με τα άρθρα 2 § 2 και 25 του τελευταίου, της παρέχει υποχρεωτική νομική ισχύ για όλα τα συμβαλλόμενα Κράτη. Όμως, αναφέρει, η απόφαση αυτή επιτρέπει στα Κράτη των οποίων η Μεταβατική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση είχε προηγουμένως κοινοποιήσει τα ονόματα στον Γενικό Γραμματέα – γεγονός το οποίο έλαβε χώρα την 1η Σεπτεμβρίου 2008 σε ό,τι αφορά την Γαλλία – «να εισέρχονται στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας προκειμένου να καταστέλλουν τις πράξεις πειρατείας και τις ένοπλες ληστείες στην θάλασσα, κατά τρόπο σύμφωνο με την επιτρεπόμενη στην ανοιχτή θάλασσα δράση σε περίπτωση πειρατείας κατ’εφαρμογήν του εφαρμοστέου διεθνούς δικαίου» και «να χρησιμοποιούν, μέσα στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας, κατά τρόπο σύμφωνο με την επιτρεπόμενη στην ανοιχτή θάλασσα δράση σε περίπτωση πειρατείας κατ’εφαρμογήν του εφαρμοστέου διεθνούς δικαίου, όλα τα αναγκαία μέσα προκειμένου να καταστέλλουν τις πράξεις πειρατείας και τις ένοπλες ληστείες στην θάλασσα». Προσθέτει ότι, σύμφωνα με την απόφαση καθώς και με την πρακτική του Συμβουλίου Ασφαλείας, η άδεια αυτή ήταν άμεσης εφαρμογής: το κείμενο δεν χρειαζόταν καμία προηγούμενη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο προκειμένου να μπορεί ένα Κράτος να την επικαλεστεί. Σχετικά με το τελευταίο αυτό σημείο, κρίνει εσφαλμένη την ανάγνωση που κάνει ο προσφεύγων Abdulhai Guelleh Ahmed (προσφυγή αριθ. 54588/10) της απόφασης του πρώτου πολιτικού τμήματος του Ακυρωτικού Δικαστηρίου της 25 Απριλίου 2006, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται ως διευκρινίζουσα ότι οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας δεσμεύουν μόνον τα Κράτη και δεν μπορούν να δημιουργήσουν αφ’εαυτών δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών.
51.Προκειμένου για την ποιότητα του νόμου, με την έννοια του άρθρου 5 της Σύμβασης, η Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι από τους προαναφερόμενους όρους της απόφασης 1816 προκύπτει ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας σκόπευε να παρέξει στα ενδιαφερόμενα Κράτη κάθε περιθώριο ελιγμών στις ενέργειές του, κατ’εφαρμογήν του εφαρμοστέου διεθνούς δικαίου, ήτοι της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών του Μοντίγκο Μπέι για το δίκαιο της θάλασσας, η οποία εισάγει ένα ολοκληρωμένο σύστημα καταστολής της πειρατείας στην ανοιχτή θάλασσα από κάθε Κράτος άλλο από το Κράτος της σημαίας και προβλέπει ειδικότερα την σύλληψη και την δίκη των τεκμαιρομένων αυτουργών (άρθρο 105). Παρατηρεί επίσης ότι, επιτρέποντας στα Κράτη να «καταστέλλουν τις πράξεις πειρατείας», η απόφαση καλύπτει ταυτόχρονα την σύλληψη, την στέρηση της ελευθερίας και την μεταγωγή των δραστών, εκτιμά δε ότι το γεγονός ότι το άρθρο 11 δεσμεύει τα Κράτη να συμφωνήσουν σχετικά με την αρμόδια δικαστική αρχή και να λάβουν «τα προσήκοντα μέτρα έρευνας και δίωξης» σε βάρος τους βεβαιώνει ότι αυτή έχει ως απώτερο σκοπό την προσαγωγή τους ενώπιον μιας δικαστικής αρχής, γεγονός που προϋποθέτει την κράτησή τους. Σημειώνει επίσης ότι το άρθρο 11 κάνει ρητά λόγο για «πρόσωπα τα οποία κρατούνται ως αποτέλεσμα των επιχειρήσεων οι οποίες διεξάγονται στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης». Από αυτά συμπεραίνει ότι το ζήτημα της στέρησης της ελευθερίας θίγεται ρητά από το κείμενο αυτό, σημειώνοντας εξάλλου ότι αυτή ήταν η διαπίστωση του δικαστικού συμβουλίου.
52.Κατά την άποψη της Κυβέρνησης, η απόφαση 1816 ικανοποιεί επίσης τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προβλεψιμότητας. Αναφερόμενη στην απόφαση Al-Jedda κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC] (αριθ. 27021/08, § 76, CEDH 2011), υπενθυμίζει προς τούτο ότι οι αποφάσεις ερμηνεύονται υπό το φως όχι μόνον της διατύπωσής τους αλλά και του πλαισίου εντός του οποίου ψηφίστηκαν. Όμως, υπογραμμίζει, αφενός, ότι η παρέμβαση των γαλλικών αρχών εντάσσονταν μέσα στο πλαίσιο μιας διεθνούς συνεργασίας που αναλήφθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη προκειμένου να αντιμετωπιστεί η αναζωπύρωση των πράξεων πειρατείας στα ανοιχτά των ακτών της Σομαλίας και να διατηρηθεί η ειρήνη στην περιοχή αυτή. Αφετέρου, η Γαλλία έχει εμπλακεί ιδιαίτερα στον αγώνα αυτό: από τον Νοέμβριο 2007 μέχρι τον Φεβρουάριο 2008, διεξήγαγε επιχειρήσεις συνοδείας των πλοίων του παγκοσμίου επισιτιστικού προγράμματος που μετέφεραν την επισιτιστική βοήθεια προς την Σομαλία. Συμμετείχε στις επιχειρησιακές δυνάμεις του ΝΑΤΟ που εντάχθηκαν στον αγώνα κατά της πειρατείας στα ανοιχτά των ακτών της Σομαλίας (οι Task Force 150 και 151). Με δική της πρωτοβουλία κυρίως το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημιούργησε έναν συντονιστικό φορέα για τον αγώνα κατά της πειρατείας. Οφείλεται σε αυτήν, μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η ψήφιση εκ μέρους του Συμβουλίου Ασφαλείας πολλών αποφάσεων για την πειρατεία, μεταξύ των οποίων και της απόφασης 1816. Κρίνει ότι είναι δύσκολο να φανταστεί κάποιος ότι η δράση της Γαλλίας υπέρ του αγώνα κατά της πειρατείας υπήρξε άγνωστη στην περιοχή και εκτιμά ότι η παρέμβασή της ήταν ακόμη πιο προβλέψιμη εν προκειμένω, λαμβανομένου ότι οι προσφεύγοντες είχαν επιτεθεί σε ένα πλοίο υπό γαλλική σημαία και συλλάβει γάλλους ως ομήρους. Κατά την άποψή της, οι συνθήκες της σύλληψης ομήρων, η οργάνωση την οποία επέδειξαν οι επιτιθέμενοι και τα όπλα με τα οποία αυτοί ήταν εφοδιασμένοι δείχνουν ότι γνώριζαν σε τι θα εκτίθεντο επιτιθέμενοι στο Carré d’As.
γ. Η ελληνική κυβέρνηση, τρίτη παρεμβαίνουσα
53.Η παρεμβαίνουσα κυβέρνηση εκτιμά ότι η κράτηση, από την πλευρά των αρχών των Κρατών που συνεργάζονται στον αγώνα κατά της πειρατείας που μαίνεται στα ανοιχτά της Σομαλίας, ατόμων τα οποία συλλαμβάνονται μέσα στα χωρικά ύδατα αυτής της χώρας εξαιτίας της διάπραξης τέτοιων πράξεων στην θάλασσα, με σκοπό την παραπομπή τους στις δικαστικές αρχές, στηρίζεται σε επαρκή νομική βάση.
54.Παρατηρεί ότι το άρθρο 105 της Σύμβασης του Μοντίγκο Μπέι παρέχει στα Κράτη την δυνατότητα να συλλαμβάνουν τους δράστες πράξεων πειρατείας που διαπράττονται στην ανοιχτή θάλασσα και να τους παραπέμπουν ενώπιον των δικαστηρίων τους, αφού η πειρατεία είναι έγκλημα υ[αγόμενο στην παγκόσμια αρμοδιότητα. Προσθέτει ότι το άρθρο 92 της Σύμβασης αυτής προβλέπει την αποκλειστική δικαιοδοσία του Κράτους της σημαίας στην ανοιχτή θάλασσα. Δεδομένου ότι οι πράξεις πειρατείας έχουν εν προκειμένω διαπραχθεί στην ανοιχτή θάλασσα σε βάρος πλοίου υπό την γαλλική σημαία, συμπεραίνει την ποινική αρμοδιότητα της Γαλλίας. Έτσι, κατά την άποψή της, οι γαλλικές αρχές θα ήταν αρμόδιες να καταστείλουν τις προκείμενες πράξεις πειρατείας και να συλλάβουν τους δράστες τους ακόμη και αν το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών δεν είχε ψηφίσει την απόφαση 1816.
55.Διαπιστώνει στην συνέχεια ότι η παράγραφος 7 της απόφασης αυτής έχει ως αποτέλεσμα να επιτρέπει στα Κράτη που συνεργάζονται να παρεμβαίνουν με τον τρόπο αυτό στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας και ότι η παράγραφος 11 ζητεί από τα ενδιαφερόμενα Κράτη να «συνεργάζονται για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας και για την έρευνα και δίωξη των προσώπων τα οποία είναι υπεύθυνα (...), σύμφωνα με το εφαρμοστέο διεθνές δίκαιο». Από αυτό συμπεραίνει ότι η απόφαση επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του διεθνούς δικαίου σχετικά με τον αγώνα κατά της πειρατείας στην ανοιχτή θάλασσα στις πράξεις αυτού του τύπου οι οποίες διαπράττονται μέσα στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας.
56.Η παρεμβαίνουσα κυβέρνηση θεωρεί ότι η απόφαση 1816 παρέχει μία σαφή νομική βάση για την κράτηση των προσώπων που συλλαμβάνονται κατά την διάρκεια κατά των πράξεων πειρατείας ή ένοπλης ληστείας οι οποίες διαπράττονται μέσα στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας, από την στιγμή που επιτρέπει στα συνεργαζόμενα Κράτη να «καταστέλλουν» τις πράξεις αυτές. Κατά την άποψή της, μία τέτοια καταστολή θα στερούνταν οποιασδήποτε αποτελεσματικότητας, αν περιοριζόταν στην απελευθέρωση των πλοίων και του πληρώματός τους ή στην κατάσχεση των πειρατικών πλοίων και δεν περιελάμβανε την δυνατότητα της σύλληψης και της κράτησης των δραστών των πράξεων και της παραπομπής τους ενώπιον δικαστή προκειμένου να λογοδοτήσουν. Εκτιμά ότι το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από την αναφορά που κάνει το άρθρο αυτό στην παράγραφο 7 της απόφασης για την χρήση «όλων των απαιτουμένων μέσων για την καταστολή πράξεων πειρατείας», αφού το άρθρο 105 της Σύμβασης του Μοντίγκο Μπέι μνημονεύει, μεταξύ των μέτρων που μπορούν να ληφθούν για τον αγώνα κατά της πειρατείας, την σύλληψη των υπόπτων και την άσκηση της ποινικής δικαιοσύνης εκ μέρους των δικαστηρίων του Κράτους που επενέβη, γεγονός που συνεπάγεται υποχρεωτικά την κράτηση και την μεταγωγή τους. Παραπέμπει για τον ίδιο αυτό σκοπό στην παράγραφο 11 της απόφασης.
ii. Το Δικαστήριο
α) Γενικές αρχές σχετικά με το άρθρο 5 § 1 της Σύμβασης
57.Το Δικαστήριο παραπέμπει στις αρχές τις σχετικές με το άρθρο 5 § 1 της Σύμβασης που προσδιορίζονται από το Διευρυμένο Τμήμα στην πιο πάνω απόφαση Medvedyev και λοιποί (§§ 76-80).
58.Υπενθυμίζει ιδιαίτερα ότι το άρθρο 5 § 1 θεσπίζει ότι κανείς δεν μπορεί να στερηθεί της ελευθερίας, εκτός από τις περιπτώσεις τις οποίες απαριθμεί περιοριστικά και «συμφώνως προς την νόμιμον διαδικασίαν». Οι τελευταίοι αυτοί όροι εξυπακούουν ότι οποιαδήποτε στέρηση της ελευθερίας έχει νόμιμη βάση, λαμβάνοντας υπόψη ότι, αν και παραπέμπουν κατά κύριο λόγο στην εθνική νομοθεσία, παραπέμπουν επίσης, κατά περίπτωση, σε άλλους νομικούς κανόνες εφαρμοστέους στους ενδιαφερόμενους, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων οι οποίοι πηγάζουν από το διεθνές δίκαιο. Σε κάθε περίπτωση, η Σύμβαση καθιερώνει την υποχρέωση της τήρησης των ουσιαστικών όπως και των διαδικαστικών κανόνων και απαιτεί επιπλέον την συμβατότητα οποιασδήποτε στέρησης της ελευθερίας προς τον σκοπό του άρθρου 5: την προστασία του ατόμου κατά της αυθαιρεσίας (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Bozano κατά Γαλλίας, 18 Δεκεμβρίου 1986, § 54, série A no. 111, Amuur κατά Γαλλίας, 25 Ιουνίου 1996, § 50, Recueil des arrêts et decisions 1996-ΙΙΙ, Ilaşcu και λοιποί κατά Μολδαβίας και Ρωσίας [GC], αριθ. 48787/99, § 461, CEDH 2004-VII, Assanidzé κατά Γεωργίας [GC], αριθ. 71503/01, § 171, CEDH 2004-II, McKay κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], αριθ. 543/03, § 30, CEDH 2006-Χ, και Mooren κατά Γερμανίας [GC], αριθ. 11364/03, § 72, 9 Ιουλίου 2009).
59.Οι όροι «συμφώνως προς την νόμιμον διαδικασίαν» αφορούν επίσης την ποιότητα του «νόμου». Το Δικαστήριο έχει έτσι υπογραμμίσει ότι, όταν πρόκειται για την στέρηση της ελευθερίας, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να ικανοποιείται η γενική αρχή της ασφαλείας δικαίου. Κατά συνέπεια, είναι πρωταρχικής σημασίας να είναι οι προϋποθέσεις της στέρησης της ελευθερίας δυνάμει του εθνικού δικαίου και/ή του διεθνούς δικαίου σαφώς καθορισμένες και ο ίδιος ο νόμος να είναι προβλέψιμος στην εφαρμογή του, κατά τρόπο ώστε να πληρούται το κριτήριο της «νομιμότητας» που ορίζεται από την Σύμβαση και απαιτεί από κάθε νόμο να είναι επαρκώς συγκεκριμένος προκειμένου να αποφεύγεται οποιοσδήποτε κίνδυνος αυθαιρεσίας και να επιτρέπεται στον πολίτη – συνεπικουρούμενο εν ανάγκη από συμβουλές ειδικών – να προβλέπει, σε εύλογο βαθμό βάσει των συνθηκών της υπόθεσης, τις συνέπειες που μπορούν να απορρέουν από μία συγκεκριμένη πράξη (βλέπε, ειδικότερα, την πιο πάνω αναφερόμενη Amuur, § 42, Steel και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 23 Σεπτεμβρίου 1998, § 54, Recueil 1998-VII, Baranowski κατά Πολωνίας, αριθ. 28358/95, §§ 50-52, CEDH 2000-ΙΙΙ, και Jėčius κατά Λιθουανίας, αριθ. 34578/07, § 56, CEDH 2000-IX, πιο πάνω αναφερόμενη Medvedyev και λοιποί, § 80).
β. Εφαρμογή των αρχών αυτών
60.Το Δικαστήριο σημειώνει καταρχήν ότι δεν αμφισβητείται ότι οι προσφεύγοντες συνελήφθησαν από τις γαλλικές στρατιωτικές δυνάμεις και στην συνέχεια στερήθηκαν της ελευθερίας τους διότι σοβαρά στοιχεία έδιναν αφορμή για σκέψη ότι είχαν διαπράξει παραβάσεις εναντίον ενός πλοίου υπό γαλλική σημαία και γάλλων πολιτών που βρίσκονταν πάνω σε αυτό και προκειμένου να τους παραπέμψουν ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων. Το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι υπήρχαν «βάσιμοι λόγοι να υποψιάζεται κανείς ότι είχαν διαπράξει ένα αδίκημα» και ότι «συνελήφθησαν και κρατήθηκαν προκειμένου να οδηγηθούν ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής αρχής», με την έννοια του άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης. Σε αυτό το τελευταίο σημείο, σημειώνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 689 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι αυτουργοί ή οι συναυτουργοί αδικημάτων τα οποία διαπράττονται εκτός της επικρατείας της Δημοκρατίας μπορούν να διωχθούν και να δικαστούν από τα γαλλικά δικαστήρια όταν (ειδικότερα) ο γαλλικός νόμος έχει εφαρμογή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Βιβλίου Ι του Ποινικού Κώδικα ή ενός άλλου νομοθετικού κειμένου. Όμως, αφενός, το άρθρο 113-3 του Ποινικού Κώδικα (Κεφάλαιο ΙΙΙ, Τίτλος Ι, Βιβλίο Ι) ορίζει ότι ο γαλλικός ποινικός νόμος έχει εφαρμογή στα εγκλήματα πάνω σε πλοία υπό γαλλική σημαία ή εναντίον τους σε οποιονδήποτε τόπο και αν βρίσκονται. Αφετέρου, το άρθρο 113-7 αναφέρει ότι έχει εφαρμογή σε οποιοδήποτε κακούργημα, καθώς και σε οποιοδήποτε πλημμέλημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, το οποίο διαπράττεται από έναν αλλοδαπό εκτός της επικράτειας της Δημοκρατίας όταν το θύμα είναι γαλλικής ιθαγένειας την στιγμή του αδικήματος.
61.Σε ό,τι αφορά την νομική βάση της σύλληψης και της κράτησης των προσφευγόντων, το Ακυρωτικό Δικαστήριο έκρινε ότι «οι γαλλικές στρατιωτικές αρχές είχαν συλλάβει νομίμως τα άτομα για τα οποία υπήρχε η υποψία ότι επιδίδονταν σε πράξεις πειρατείας (...) στην βάση της απόφασης 1816 που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών στις 2 Ιουνίου 2008 και επιτρέπει στα Κράτη, μέσα στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας, να κάνουν χρήση των εξουσιών που τους παρέχει, στην ανοιχτή θάλασσα ή σε οποιονδήποτε άλλο τόπο μη υπαγόμενο στην δικαιοδοσία κάποιου Κράτους, το άρθρο 105 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας (του Μοντίγκο Μπέι), της 10 Δεκεμβρίου 1982» (πιο πάνω παράγραφος 23).
62.Το Δικαστήριο προβαίνει στην ίδια ανάλυση.
63.Σημειώνει πράγματι ότι η απόφαση 1816, η οποία ανταποκρινόταν σε μία ανάγκη διατυπωθείσα από τις αρχές της Σομαλίας, υιοθετήθηκε τρεις μήνες πριν από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Παρατηρεί ότι η παράγραφος 7 α) της απόφασης αυτής επέτρεπε, κατά την διάρκεια μιας περιόδου έξι μηνών, τα Κράτη που συνεργάζονται με την Μεταβατική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση στον αγώνα κατά της πειρατείας και των ενόπλων ληστειών στα ανοιχτά των ακτών της Σομαλίας και των οποίων τα ονόματα η τελευταία είχε προηγουμένως κοινοποιήσει στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, να «εισέρχονται στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας προκειμένου να καταστείλουν τις πράξεις πειρατείας και τις ένοπλες ληστείες στην θάλασσα, κατά τρόπο σύμφωνο με την επιτρεπόμενη δράση στην ανοιχτή θάλασσα σε περίπτωση πειρατείας βάσει του εφαρμοστέου διεθνούς δικαίου».
64.Διαπιστώνει ότι η Γαλλία συγκαταλεγόταν μεταξύ των Κρατών την εποχή των γεγονότων της υπόθεσης, αφού οι αρχές της Σομαλίας είχαν προηγουμένως – την 1η Σεπτεμβρίου 2008 – κοινοποιήσει το όνομά της σύμφωνα με την παράγραφο 7 (πιο πάνω παράγραφος 37). Είχε επομένως την άδεια δυνάμει της απόφασης 1816 να εισέρχεται μέσα στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας «προκειμένου να καταστέλλει τις πράξεις πειρατείας ή τις ένοπλες ληστείες στην θάλασσα», χωρίς να είναι απαραίτητο να λαμβάνει εκ των προτέρων την ειδική σύμφωνη γνώμη της Σομαλίας.
65.Σε ό,τι αφορά τα μέτρα που η Γαλλία είχε το δικαίωμα να λάβει προς τον σκοπό αυτό μέσα στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας, η παράγραφος 7 β) της απόφασης 1816 της επέτρεπε να χρησιμοποιήσει «όλα τα απαιτούμενα μέσα», «κατά τρόπο σύμφωνο με τις ενέργειες που επιτρέπονται στα διεθνή ύδατα, όσον αφορά στην πειρατεία, βάσει του συναφούς διεθνούς δικαίου». Με άλλα λόγια, για να αντιμετωπίσει πράξεις πειρατείας, αυτή είχε την εξουσιοδότηση να ενεργεί μέσα στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας σύμφωνα με τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες που προβλέπονται από το διεθνές δίκαιο σχετικά με την αντιμετώπιση της πειρατείας στην ανοιχτή θάλασσα. Όμως, αφενός, όπως άλλωστε σημείωσε το δικαστικό συμβούλιο του Εφετείου του Παρισιού, η εν λόγω επιβίβαση και κράτηση ομήρων στοιχειοθετούσαν πράξεις πειρατείας με την έννοια του άρθρου 101 της Σύμβασης του Μοντίγκο Μπέι. Αφετέρου, το άρθρο 105 της Σύμβασης αυτής επιτρέπει σε κάθε Κράτος – στην ανοιχτή θάλασσα ή σε οποιονδήποτε άλλο τόπο μη υπαγόμενο στην δικαιοδοσία κάποιου Κράτους – όχι μόνον να κατασχέσει ένα πειρατικό πλοίο ή αεροσκάφος, ή ένα πλοίο ή αεροσκάφος συλληφθέν κατόπιν μιας πράξης πειρατείας και στα χέρια των πειρατών, αλλά και να «συλλάβει τα άτομα» και να κατασχέσει τα πράγματα που βρίσκονται πάνω σε αυτό. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι τα δικαστήρια του Κράτους που διενήργησε την κατάσχεση μπορούν να αποφανθούν ειδικότερα επί των επιβλητέων ποινών. Τούτο ισχύει για «οποιοδήποτε Κράτος», γεγονός που περιλαμβάνει ακόμη περισσότερο προφανώς το Κράτος του οποίου την σημαία φέρει το πλοίο που έπεσε θύμα πειρατείας, αφού, στην ανοιχτή θάλασσα, τα πλοία υπάγονται καταρχήν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Κράτους της σημαίας τους (άρθρο 92 της Σύμβασης του Μοντίγκο Μπέι).
66.Λαμβάνοντας επίσης υπόψη το γεγονός ότι η απόφαση 1816 υιοθετήθηκε δυνάμει του Κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το Δικαστήριο δέχεται λοιπόν ότι η σύλληψη των προσφευγόντων και η στέρηση της ελευθερίας για τις οποίες αυτοί παραπονούνται και οι οποίες είχαν ως στόχο την παραπομπή τους ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων εξαιτίας των τεκμαιρομένων εγκλημάτων που διαπράχθηκαν εναντίον ενός πλοίου υπό γαλλική σημαία και γάλλων υπηκόων, είχαν νομική βάση.
67.Εν τούτοις, όπως υπενθύμισε προηγουμένως, οι όροι «συμφώνως προς την νόμιμον διαδικασίαν» αφορούν επίσης την ποιότητα του «νόμου».
68.Προς τούτο, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της Απόφασης 1816 και τον στόχο που διατυπώνει σαφώς – την ενίσχυση της πάλης κατά των πράξεων πειρατείας και των ενόπλων ληστειών οι οποίες διαπράττονται στα ανοιχτά της Σομαλίας -, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η παρέμβαση των γαλλικών αρχών μέσα στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας στην βάση της απόφασης 1816 για την σύλληψη των ατόμων που ήταν ύποπτα για την διάπραξη στην ανοιχτή θάλασσα των πράξεων τις οποίες το διεθνές δίκαιο χαρακτηρίζει ως «πειρατεία» εναντίον ενός πλοίου υπό γαλλική σημαία και γάλλων πολιτών, ήταν «προβλέψιμη». Με άλλα λόγια, λαμβανομένης υπόψη της απόφασης αυτής, οι προσφεύγοντες μπορούσαν να προβλέψουν, σε βαθμό εύλογο βάσει των περιστάσεων της υπόθεσης, ότι, υπεξαιρώντας το Carré d’As και κρατώντας το πλήρωμά του ως ομήρους, κινδύνευαν να συλληφθούν και να κρατηθούν από τις γαλλικές δυνάμεις ενόψει της παραπομπής τους ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων.
69.Το Δικαστήριο διαπιστώνει εν τούτοις ότι το δίκαιο που ήταν εφαρμοστέο την εποχή των γεγονότων στην κατάσταση των προσώπων τα οποία συνελήφθησαν από τις γαλλικές δυνάμεις για πράξεις πειρατείας διαπραχθείσες στην ανοιχτή θάλασσα δεν περιελάμβανε κάποιον κανόνα που να καθορίζει τις προϋποθέσεις της στέρησης της ελευθερίας επιδεκτικό να τους επιβληθεί στην συνέχεια με σκοπό την προσαγωγή τους ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής αρχής.
70.Αυτή είναι άλλωστε η διαπίστωση που κάνει η εγκύκλιος του υπουργού της δικαιοσύνης και των ελευθεριών της 13 Ιουλίου 2011, «σχετικά με την αντιμετώπιση της θαλάσσιας πειρατείας και με την άσκηση των αστυνομικών εξουσιών του Κράτους στην θάλασσα» (πιο πάνω παράγραφος 31). Σημειώνει προς τούτο ότι, πριν από τον νόμο 2011-13 της 5 Ιανουαρίου 2011, η Γαλλία «δεν διέθετε νομοθεσία προσαρμοσμένη στην ειδική καταστολή των πράξεων πειρατείας» και ότι «το νομικό πλαίσιο της κράτησης των ατόμων που συλλαμβάνονται στην ανοιχτή θάλασσα δεν φαινόταν σύμφωνο με την εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου». Προσέθετε ότι το άρθρο L. 1521-5 εδάφιο 4 του Κώδικα της Άμυνας (πιο πάνω παράγραφος 29) προέβλεπε ήδη την δυνατότητα της εφαρμογής εξαναγκαστικών μέτρων με την ευκαιρία μιας αλλαγής πορείας του πλοίου, αλλά μόνον «με τρόπο πολύ γενικό». Ανέφερε επίσης ότι αυτό το νομικό πλαίσιο φάνηκε ανεπαρκές, προκειμένου περί μέτρων λαμβανομένων κατά προσώπων, στο μέτρο που «δεν προέβλεπε ρητώς την δυνατότητα μιας στέρησης της ελευθερίας επακριβώς καθορισμένη και πλαισιωμένη από ένα ‘κατάλληλο’ καθεστώς, υπό τον έλεγχο ενός δικαστή της έδρας».
71.Παραπέμποντας mutatis mutandis στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Amuur (§§ 51-54), το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι το νομικό σύστημα που ίσχυε την εποχή των γεγονότων της υπόθεσης δεν προσέφερε επαρκή προστασία κατά των αυθαιρέτων προσβολών κατά του δικαιώματος στην ελευθερία.
72.Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης.
2. Επί της επικαλούμενης παραβίασης του άρθρου 5 § 3 της Σύμβασης
73.Οι προσφεύγοντες παραπονούνται διότι δεν «παραπέμφθηκαν αμέσως ενώπιον ενός δικαστή ή ενός άλλου δικαστικού λειτουργού εντεταλμένου από τον νόμο να ασκεί δικαστικά καθήκοντα» μετά την σύλληψή τους από τον γαλλικό στρατό μέσα στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας. Επικαλούνται το άρθρο 5 § 3 της Σύμβασης, το οποίο ορίζει τα εξής:
3. Παν πρόσωπον συλληφθέν ή κρατηθέν, υπό τας προβλεπομένας εν παραγράφω 1γ του παρόντος άρθρου συνθήκας οφείλει να παραπεμφθή συντόμως ενώπιον δικαστού ή ετέρου δικαστικού λειτουργού νομίμως εντεταλμένου όπως εκτελή δικαστικά καθήκοντα, έχει δε το δικαίωμα να δικασθή εντός λογικής προθεσμίας ή απολυθή κατά την διαδικασίαν. Η απόλυσις δύναται να εξαρτηθή από εγγύησιν εξασφαλίζουσαν την παράστασιν του ενδιαφερομένου εις την δικάσιμον.
74.Η Κυβέρνηση αντιτίθεται στην θέση αυτή.
α) Επί του παραδεκτού
75.Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η παρούσα αιτίαση δεν είναι προδήλως αβάσιμη με την έννοια του άρθρου 35 § 3 α) της Σύμβασης. Σημειώνει εξάλλου ότι αυτή δεν προσκρούει σε κάποιο λόγο απαραδέκτου. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί παραδεκτή.
β) Επί της ουσίας
1. Οι διάδικοι και η παρεμβαίνουσα κυβέρνηση
α. Οι προσφεύγοντες
Προσφυγή αριθ. 46695/10
76.Οι προσφεύγοντες αναφέρουν ότι, ενώ συνελήφθησαν στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, ώρα 8:06 (ώρα Παρισιού), υποχρεώθηκαν να αναμείνουν ως τις 25 Σεπτεμβρίου 2008 για να παρουσιαστούν ενώπιον ενός δικαστή – στις 17:54 ο ένας και στις 20:09 ο άλλος -, ήτοι περισσότερο από εννέα ημέρες. Κατά την άποψή τους, οι αρχές δεν αντιμετώπιζαν «εξαιρετικές περιστάσεις» που να δικαιολογούν την διάρκεια αυτή, και ότι δεν υπήρχε «αντικειμενική αδυναμία» περιορισμού της προθεσμίας αυτής.
77.Οι προσφεύγοντες διαπιστώνουν πράγματι, πρώτον, ότι η επέμβαση των γαλλικών δυνάμεων εντασσόταν μέσα στο πλαίσιο μιας ευρείας διεθνούς στρατιωτικής επιχείρησης που στόχευε να αντιμετωπίσει την πειρατεία στα ανοιχτά των ακτών της Σομαλίας, στην οποία η Γαλλία συμμετείχε από το 2006, και ότι η αποστολή τους ήταν ακριβώς να τους συλλάβουν για να τους παραπέμψουν στην δικαιοσύνη. Κατά την άποψή τους, δεν θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι οι αρχές αντιμετώπιζαν εξαιρετικές περιστάσεις, ενώ οι εν λόγω περιστάσεις συνιστούσαν την αιτία της επιχείρησης που είχαν διεξαγάγει και επρόκειτο για μία κατάσταση προβλεπόμενη και πλαισιωμένη. Δεύτερον, σημειώνουν ότι οι πολιτικώς ενάγοντες έφθασαν στην Γαλλία τουλάχιστον τριάντα ώρες πριν από τους ίδιους, γεγονός που αποδεικνύει ότι η μεταγωγή τους στην Γαλλία θα μπορούσε να είναι ταχύτερη. Τρίτον, παρατηρούν ότι περίπου 1.110 χιλιόμετρα χωρίζουν τον τόπο της σύλληψής τους από το Τζιμπουτί, ότι το Courbet πλέει με ταχύτητα 25 κόμβων (46,3 χλμ./ώ.) και ότι, κατά συνέπεια, θα μπορούσε να φθάσει στο Τζιμπουτί σε είκοσι τέσσερις ώρες. Αυτοί διαπιστώνουν όμως ότι έκανε την διαδρομή αυτή σε 150 ώρες, γεγονός που αντιστοιχεί σε μέση ταχύτητα 4 κόμβων, ήτοι έξι φορές μικρότερη από την μέγιστη ταχύτητά του. Τέταρτον, οι προσφεύγοντες εκτιμούν ότι θα μπορούσαν να παρουσιαστούν ενώπιον ενός αξιωματικού της δικαστικής αστυνομίας μόλις επιβιβάστηκαν στο Courbet: δεδομένου ότι η επιχείρηση εντασσόταν σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα αντιμετώπισης της πειρατείας, η Γαλλία θα μπορούσε να προβλέψει την παρουσία ενός μη στρατιωτικού αξιωματικού της δικαστικής αστυνομίας πάνω στο Carré d’As ή, τουλάχιστον, να τον στείλουν μόλις άρχισε η επιχείρηση. Θα μπορούσε επίσης να είχε προσφύγει σε ένα κλιμάκιο στρατιωτικής αστυνομίας προκειμένου να διεκπεραιώσει τις πράξεις της αρμοδιότητας του αξιωματικού της δικαστικής αστυνομίας, γνωρίζοντας ότι ένα τέτοιο απόσπασμα έχει μόνιμη βάση στο Τζιμπουτί. Πέμπτον, οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι θα μπορούσαν να παρουσιαστούν ενώπιον ενός δικαστή σε συντομότερο χρόνο: ο αρμόδιος ανακριτής θα μπορούσε να μετακινηθεί για να τους ανακρίνει πάνω στο Courbet, θα μπορούσε να αναθέσει την ανάκρισή τους σε έναν εγγύτερο γεωγραφικά δικαστή, εδρεύοντα στην Mayotte ή στην Réunion, ή, αν και επρόκειτο μια μία πρώτη ανάκριση, θα μπορούσε να προσφύγει στην τηλεδιάσκεψη που προβλέπεται από το άρθρο 706-71 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Έκτον, εκτιμούν ότι δεν ήταν απαραίτητο να τεθούν υπό κράτηση κατά την άφιξή τους στην Γαλλία. Έβδομον, υπογραμμίζουν ότι το συμπέρασμα του Ακυρωτικού Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία η διάρκεια της μεταγωγής τους εξηγείται από την ανάγκη της αναμονής της σύμφωνης γνώμης των αρχών της Σομαλίας αντιφάσκει με τα γεγονότα και τις δηλώσεις της εποχής εκείνης. Διαπιστώνουν πράγματι ότι το Courbet, πάνω στο οποίο βρίσκονταν, οδηγήθηκε από τις γαλλικές δυνάμεις έξω από τα χωρικά ύδατα της Σομαλίας μόλις αυτές ανέλαβαν τον έλεγχό του το πρωί της 16 Σεπτεμβρίου 2008. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2008, όταν δόθηκε η έγκριση, είχαν ήδη εγκαταλείψει τα χωρικά ύδατα της Σομαλίας και βρίσκονταν μάλλον κοντά στο Τζιμπουτί. Προσθέτουν ότι, από τις δηλώσεις που έκανε ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, προκύπτει ότι οι αρχές είχαν ήδη αποφασίσει ότι θα οδηγούνταν στο Τζιμπουτί και στην συνέχεια στην Γαλλία προκειμένου να δικαστούν, με ή χωρίς την έγκριση των αρχών της Σομαλίας.
Προσφυγή 54588/10
78.Ο προσφεύγων υπογραμμίζει ότι τον προσήγαγαν ενώπιον ενός δικαστή στις 25 Σεπτεμβρίου 2008, στις 19:30, ήτοι εννέα ημέρες μετά την σύλληψή του.
79.Διαπιστώνει ότι έφθασε στην Γαλλία μόλις στις 25 Σεπτεμβρίου 2008 ενώ οι πολιτικώς ενάγοντες είχαν επαναπατριστεί ήδη από τις 21 Σεπτεμβρίου. Τούτο αποδεικνύει ότι η διάρκεια της μεταγωγής τους θα μπορούσε να είναι πολύ βραχύτερη. Σημειώνει επιπλέον ότι η Κυβέρνηση αναφέρει, ως εξαιρετικές περιστάσεις, τεχνικά στοιχεία (όπως η ανάγκη της προηγούμενης λήψης της έγκρισης των αρχών του Τζιμπουτί και των αδειών της πτήσης πάνω από τα Κράτη που βρίσκονταν στον δρόμο για την Γαλλία) για τα οποία δεν προσκομίζει αποδείξεις. Διαπιστώνει επίσης ότι, αντίθετα με τα όσα υποστηρίζει η Κυβέρνηση, θα ήταν δυνατόν να τεθεί υπό καθεστώς προσωρινής κράτησης ενώ βρισκόταν πάνω στο Courbet, αφού επρόκειτο για πολεμικό πλοίο και συνεπώς για τμήμα του γαλλικού εδάφους. Κατά την άποψή του, ο αξιωματικός της δικαστικής αστυνομίας του τμήματος έρευνας του Παρισιού που βρισκόταν στο Τζιμπουτί την εποχή των γεγονότων θα μπορούσε να αναλάβει το έργο αυτό.
80.Ο προσφεύγων υπογραμμίζει στην συνέχεια ότι, σε ό,τι αφορά το διάστημα των επτά ημερών το οποίο είχε ήδη παρέλθει από την σύλληψή του, τίποτε δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την επιπλέον θέση του υπό προσωρινή κράτηση επί δύο ημέρες με την άφιξή του στην Γαλλία. Παραπέμπει στην απόφαση Vassis και λοιποί κατά Γαλλίας (αριθ. 62736/09, 27 Ιουνίου 2013), στην οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην παραβίαση του άρθρου 5 § 3 της Σύμβασης σε ανάλογες περιστάσεις.
β. Η εναγόμενη κυβέρνηση
81.Η Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι, «μέσα σε συνθήκες απολύτως εξαιρετικές», εκτιμώμενες λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών της κάθε περίπτωσης, η προσαγωγή ενός ατόμου στερηθέντος την ελευθερία του ενώπιον ενός δικαστή μπορεί να αναβληθεί. Υπενθυμίζει προς τούτο ότι, στις προαναφερθείσες υποθέσεις Rigopoulos και Medvedyev και λοιποί, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη το διάστημα της μεταφοράς ενός πλοίου συλληφθέντος στην ανοιχτή θάλασσα και δέχθηκε ότι δεκαέξι και δεκατρείς ημέρες (αντίστοιχα) δεν ήταν ασυμβίβαστες με την έννοια του «να παραπεμφθή συντόμως» που επιβάλλεται από το άρθρο 5 § 3 της Σύμβασης. Εκτιμά ότι η στέρηση ελευθερίας των εννέα ημερών που υπέστησαν εν προκειμένω οι προσφεύγοντες, από τις 16 μέχρι τις 25 Σεπτεμβρίου 2008, δικαιολογούνταν από ανυπέρβλητες συνθήκες, και καλεί το Δικαστήριο να προβεί σε μία «ρεαλιστική» εφαρμογή των προκειμένων συμβατικών υποχρεώσεων.
82.Σε ό,τι αφορά την πρώτη φάση της επίδικης στέρησης της ελευθερίας, η οποία σχετίζεται με την μεταφορά των προσφευγόντων στην Γαλλία, η Κυβέρνηση παρατηρεί καταρχήν ότι η σύλληψή τους έλαβε χώρα πολύ μακριά από την Γαλλία. Τονίζει ότι, ανεξάρτητα από την απόφαση 1816, η οποία δεν θέτει εν αμφιβόλω την εθνική κυριαρχία της Σομαλίας, και σύμφωνα με το άρθρο 11 της απόφασης αυτής, έπρεπε να αναμείνει ώσπου το Κράτος αυτό να παραιτηθεί από την δικονομική αρμοδιότητά του, γεγονός που έγινε μόλις στις 21 Σεπτεμβρίου 2008. Λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης της κρατικής μηχανής της Σομαλίας, το διάστημα των πέντε ημερών δεν είναι αφύσικο. Υπογραμμίζει επίσης ότι πολλές διατυπώσεις έπρεπε να διεκπεραιωθούν ενόψει του επαναπατρισμού: έπρεπε προηγουμένως να οργανωθεί η διάθεση στο Τζιμπουτί ενός στρατιωτικού αεροσκάφους και να ληφθεί η άδεια της χώρας αυτής για την διέλευση των προσφευγόντων από το έδαφός του καθώς και η άδεια πτήσης πάνω από όλα τα Κράτη που βρίσκονται στην διαδρομή μεταξύ του Τζιμπουτί και της Γαλλίας.
83.Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, οι προσφεύγοντες σφάλλουν όταν ισχυρίζονται ότι ένα υπό γαλλική σημαία στρατιωτικό πλοίο θεωρείται ως τμήμα του εδάφους – αφού το Συνταγματικό Συμβούλιο έχει κρίνει το αντίθετο (28 Απριλίου 2005, αριθ. 2005-514 DC) – και ότι η παρουσία ενός αξιωματικού της δικαστικής αστυνομίας πάνω στο Courbet θα επέτρεπε την έναρξη της θέσης υπό κράτηση αμέσως με την σύλληψή τους. Τονίζει ειδικότερα ότι, σε καιρό ειρήνης, η αρμοδιότητα των αξιωματικών της στρατιωτικής αστυνομίας περιορίζεται στην διαπίστωση αδικημάτων διαπραχθέντων από στρατιωτικούς ή εναντίον στρατιωτικών και στην άσκηση καθηκόντων δικαστικής αστυνομίας στις ένοπλες δυνάμεις που είναι εγκατεστημένες ή επιχειρούν εκτός της εθνικής επικράτειας.
84.Σε ό,τι αφορά την δεύτερη φάση της επίδικης στέρησης της ελευθερίας, η Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η θέση υπό προσωρινή κράτηση των προσφευγόντων κατά την άφιξή τους στην Γαλλία (επί 45 ώρες και τριάντα λεπτά) δικαιολογείται από τις ανάγκες της έρευνας. Αναφέρει ότι, δεδομένου ότι καμία έρευνα δεν είχε αναληφθεί μεταξύ της σύλληψης των προσφευγόντων και της άφιξής τους στο γαλλικό έδαφος, η θέση τους υπό προσωρινή κράτηση κατά την άφιξή του ήταν το μοναδικό μέσο συλλογής των στοιχείων τα οποία αποτελούν εύλογους λόγους να υποπτευθεί κανείς ότι είχε διαπραχθεί ένα αδίκημα και είναι απαραίτητοι για το άνοιγμα μιας δικαστικής έρευνας. Κατά την άποψή της, το μέτρο αυτό επιβαλλόταν ακόμη περισσότερο αφού η έρευνα ήταν περίπλοκη λαμβανομένου υπόψη του αριθμού των υπόπτων, της ανάγκης να επιτευχθεί η αναγνώρισή τους από τα θύματα, της υποχρέωσης της προσφυγής σε διερμηνείς και της επανειλημμένης ανάκρισης των προσφευγόντων και της ανάγκης της «αξιοποίησης των κινητών τηλεφώνων των υπόπτων και των κατασχεθέντων εγγράφων». Παρατηρεί εξάλλου ότι η παρούσα υπόθεση διακρίνεται από τις προαναφερθείσες υποθέσεις Rigopoulos και Medvedyev και λοιποί από το ότι καμία ανάκριση δεν μπόρεσε να ανοιχθεί την στιγμή της σύλληψης των προσφευγόντων, λαμβανομένου υπόψη του στιγμιαίου χαρακτήρα που είναι σύμφυτος με τα περιστατικά αυτά και του κατεπείγοντος τρόπου με τον οποίο είχε τεθεί σε εφαρμογή η στρατιωτική επιχείρηση.
γ. Η ελληνική κυβέρνηση, τρίτη παρεμβαίνουσα
85.Η παρεμβαίνουσα κυβέρνηση δίνει έμφαση στις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης και στο γεγονός ότι, εξαιτίας της απόστασης και των μέτρων που έπρεπε να ληφθούν σε ό,τι αφορά την θέση σε εφαρμογή διεθνών υποχρεώσεων και συμφωνιών, ήταν πρακτικά αδύνατο να προσαχθούν οι προσφεύγοντες στην αρμόδια δικαστική αρχή αμέσως μετά την σύλληψή τους. Παραπέμποντας ειδικότερα στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Rigopoulos, συμπεραίνει ότι τα κριτήρια που τίθενται από την νομολογία του Δικαστηρίου την σχετική με το άρθρο 5 § 3 της Σύμβασης πληρούνται εν προκειμένω.
δ. Το Δικαστήριο
86.Το Δικαστήριο παραπέμπει στις αρχές που σχετίζονται με το άρθρο 5 § 3 της Σύμβασης και διατυπώθηκαν από την Διευρυμένη Σύνθεση στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Medvedyev και λοιποί (§§ 117-125).
87.Υπενθυμίζει ότι οι προσφεύγοντες συνελήφθησαν από τον γαλλικό στρατό στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, γύρω στις 2 η ώρα το πρωί, και στην συνέχεια μετήχθησαν με ένα γαλλικό πλοίο, το Courbet. Κρατήθηκαν πάνω στο πλοίο μέχρι τις 22 Σεπτεμβρίου 2008, στις 13:30, πριν οδηγηθούν στην γαλλική στρατιωτική βάση του Τζιμπουτί. Επιβιβάστηκαν στις 23 Σεπτεμβρίου 2008 σε ένα στρατιωτικό αεροσκάφος με προορισμό την Γαλλία. Προσγειώθηκαν γύρω στις 16:00 (ώρα Γαλλίας) και τέθηκαν υπό προσωρινή κράτηση. Παρουσιάστηκαν ενώπιον ενός ανακριτή δικαστή στις 25 Σεπτεμβρίου 2008, στις 17:54, σε ό,τι αφορά τον κ. Yacoub Mohammed Hassan (προσφυγή αριθ. 46695/10), στις 19:30, σε ό,τι αφορά τον κ. Abdulhai Guelleh Ahmed (προσφυγή αριθ. 54588/10), και στις 20:09, σε ό,τι αφορά τον κ. Cheik Nour Jama Mohamoud (προσφυγή αριθ. 46695/10), και ανοίχθηκε δικογραφία σε βάρος τους. Όπως ορίστηκε προηγουμένως, ολόκληρο αυτό το διάστημα, οι προσφεύγοντες είχαν στερηθεί την ελευθερία τους, με την έννοια του άρθρου 5 της Σύμβασης (πιο πάνω παράγραφοι 40-41).
88.Αφού υπομνήσθηκαν τα ανωτέρω, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, αν και η προσωρινή κράτηση των προσφευγόντων τελούσε υπό τον έλεγχο του εισαγγελέως πρωτοδικών, αυτός δεν μπορεί να εκληφθεί ως «δικαστής ή έτερος δικαστικός λειτουργός νομίμως εντεταλμένος όπως εκτελή δικαστικά καθήκοντα» με την έννοια του άρθρου 5 § 3 της Σύμβασης (Moulin κατά Γαλλίας, αριθ. 37104/06, § 55-59, 23 Νοεμβρίου 2010). Το Δικαστήριο συνάγει από αυτό ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτοί εξετάστηκαν από τον εισαγγελέα πρωτοδικών κατά την διάρκεια της προσωρινής κράτησής τους, δεν προσήχθησαν ενώπιον μιας αρχής του τύπου αυτού παρά μόνον κατά τον χρόνο της εμφάνισής τους στον ανακριτή (πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Moulin, § 60), ήτοι, δεδομένου ότι υπάρχει διαφορά δύο ωρών μεταξύ της Γαλλίας και της Σομαλίας, εννέα ημέρες και είκοσι ώρες μετά την σύλληψή τους.
89.Όμως ο δικονομικός έλεγχος που επιβάλλεται από το άρθρο 5 § 3 της Σύμβασης πρέπει πάνω από όλα να είναι ταχύς διότι στοχεύει στο να επιτρέψει τον εντοπισμό οποιασδήποτε κακομεταχείρισης και τον περιορισμό στο ελάχιστο οποιασδήποτε αδικαιολόγητης προσβολής της ατομικής ελευθερίας. Το αυστηρό χρονικό όριο που επιβάλλεται από τον όρο αυτό δεν αφήνει οποιαδήποτε ευελιξία στην ερμηνεία, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα ακρωτηριαζόταν, σε βάρος του ατόμου, μία δικονομική εγγύηση προσφερόμενη από το άρθρο αυτό και θα κατέληγε σε συνέπειες αντίθετες προς την ίδια την υπόσταση του προστατευομένου από αυτόν δικαιώματος (McKay κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], αριθ. 543/03, § 33, CEDH 2006-X). Ο έλεγχος αυτός πρέπει σε κάθε περίπτωση να λαμβάνει χώρα μέσα σε μία μέγιστη προθεσμία τεσσάρων ημερών μετά την σύλληψη, εκτός «απολύτως εξαιρετικών περιστάσεων» (Năstase-Silivestru κατά Ρουμανίας, αριθ. 74785/01, § 32, 4 Οκτωβρίου 2007 – βλέπε επίσης, κυρίως, Brogan και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 29 Νοεμβρίου 1988, § 62, série A no. 145-B, Oral και Atabay κατά Τουρκίας,αριθ. 39686/02, § 43, McKay κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], αριθ. 543/03, § 33, CEDH 2006-Χ, 23 Ιουνίου 2009, και την προαναφερθείσα Medvedyev και λοιποί, § 129, CEDH 2010, λαμβανομένου πάντως υπόψη ότι μία προθεσμία μικρότερη των τεσσάρων ετών μπορεί να αποδειχθεί ασυμβίβαστη με την απαίτηση της ταχύτητας που θέτει η διάταξη αυτή όταν ειδικές συνθήκες δικαιολογούν την ταχύτερη παραπομπή ενώπιον δικαστικού λειτουργού (İpek και λοιποί κατά Τουρκίας, αριθ. 17019/02 και 30070/02, §§ 36-37, 3 Φεβρουαρίου 2009, Kandjov κατά Βουλγαρίας, αριθ. 68294/01, § 66, 6 Νοεμβρίου 2008 και Gutsanovi κατά Βουλγαρίας, αριθ. 34529/10, §§ 154 και 159, CEDH 2013).
90.Το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι συνεπώς αν «απολύτως εξαιρετικές περιστάσεις» δικαιολογούσαν αυτό το διάστημα των δέκα σχεδόν ημερών.
91.Στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση Rigopoulos, η οποία αφορούσε την σύλληψη στην ανοιχτή θάλασσα από την αστυνομία των ισπανικών τελωνείων, μέσα στο πλαίσιο μιας δικαστικής έρευνας αναφερόμενης σε διεθνή διακίνηση ναρκωτικών, ενός πλοίου υπό παναμαϊκή σημαία και την κράτηση του πληρώματός του κατά τον χρόνο της μεταφοράς τους σε έναν ισπανικό λιμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι το διάστημα των δεκαέξι ημερών δεν ήταν ασυμβίβαστο με την έννοια της «σύντομης παραπομπής» που ορίζεται από το άρθρο 5 § 3 της Σύμβασης, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων αυτών. Σημείωσε ότι η απόσταση που έπρεπε να διανυθεί ήταν «σημαντική» (το πλοίο βρισκόταν σε απόσταση 5.500 χλμ. από το ισπανικό έδαφος κατά τον χρόνο της σύλληψής του) και ότι μία καθυστέρηση σαράντα τριών ωρών είχε προκληθεί από πράξεις αντίστασης των μελών του πληρώματος. Από αυτό εξήγαγε ότι υπήρχε «αντικειμενική αδυναμία φυσικής παραπομπής του προσφεύγοντος ενώπιον του ανακριτή δικαστή σε συντομότερη προθεσμία», λαμβάνοντας επίσης υπόψη το γεγονός ότι, με την άφιξή του στο ισπανικό έδαφος, ο προσφεύγων είχε μεταφερθεί αμέσως στην Μαδρίτη αεροπορικώς και, ήδη την επομένη, παραπέμφθηκε ενώπιον της δικαστικής αρχής. Τέλος, έκρινε ως «ελάχιστα ρεαλιστική» την επικληθείσα από τον προσφεύγοντα δυνατότητα σύμφωνα με την οποία, αντί να κατευθυνθεί προς την Ισπανία, το πλοίο θα μπορούσε να αλλάξει πορεία προς την βρετανική νήσο της Αναλήψεως, λόγω της υφιστάμενης συμφωνίας μεταξύ της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με την πάταξη της λαθρεμπορίας των ναρκωτικών, αφού αυτή βρισκόταν σε απόσταση 1.600 χλμ. περίπου από τον τόπο της σύλληψης.
92.Το Δικαστήριο δέχθηκε επίσης την ύπαρξη τέτοιων περιστάσεων στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Medvedyev και λοιποί (§§ 131-134), η οποία αφορούσε την σύλληψη στην ανοιχτή θάλασσα από τον γαλλικό στρατό του πληρώματος ενός πλοίου υπό καμποτζιανή σημαία στο πλαίσιο ενδείξεων λαθρεμπορίας ναρκωτικών και την στέρηση της ελευθερίας τους επί δεκατρείς ημέρες, ήτοι τον χρόνο που απαιτήθηκε μέχρι να φθάσει το πλοίο στην Γαλλία. Σημείωσε ότι, κατά τον χρόνο της σύλληψής του, το πλοίο βρισκόταν επίσης στην ανοιχτή θάλασσα, στα ανοιχτά των νήσων του Πράσινου Ακρωτηρίου και συνεπώς μακριά από τις γαλλικές αρχές και σε απόσταση από αυτές της ίδιας τάξεως με εκείνη που αναφέρθηκε στην υπόθεση Rigopoulos. Σημείωσε εξάλλου ότι τίποτε δεν έδειχνε ότι η πορεία του προς την Γαλλία είχε διαρκέσει περισσότερο χρόνο από όσο ήταν απαραίτητος, λαμβανομένων υπόψη κυρίως των μετεωρολογικών συνθηκών και της κατάστασης προχωρημένης ερείπωσης του καταληφθέντος πλοίου, οι οποίες καθιστούσαν αδύνατη μία ταχύτερη ναυσιπλοΐα. Διαπίστωσε επίσης ότι οι προσφεύγοντες δεν ισχυρίζονταν ότι μπορούσε να εξεταστεί η περίπτωση να αποδοθούν στις αρχές χώρας εγγύτερης από την Γαλλία, όπου θα μπορούσαν να παραπεμφθούν ταχέως ενώπιον μιας δικαστικής αρχής. Σε ό,τι αφορά την επικληθείσα από τους προσφεύγοντες δυνατότητα μιας μεταφοράς πάνω σε πλοίο του εθνικού ναυτικού για τον ταχύτερο επαναπατρισμό, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν αρμόδιο να αξιολογήσει το εφικτό της δυνατότητας αυτής κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες.
93.Το Δικαστήριο εξέτασε ανάλογα περιστατικά στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Vassis και λοιποί. Επρόκειτο για την σύλληψη στην ανοιχτή θάλασσα από ένα πολεμικό πλοίο του γαλλικού ναυτικού, στα ανοιχτά των ακτών της Δυτικής Αφρικής, ενός πλοίου υπό παναμαϊκή σημαία ύποπτου για την μεταφορά ναρκωτικών. Αφού συνελήφθησαν με την ευκαιρία αυτή, τα εννέα μέλη του πληρώματος στερήθηκαν την ελευθερία τους πάνω στο πλοίο κατά την διάρκεια της πορείας του προς την Γαλλία, ήτοι επί δεκαοκτώ ημέρες. Με την άφιξή τους, τέθηκαν υπό προσωρινή κράτηση για σαράντα οκτώ ώρες περίπου πριν προσαχθούν ενώπιον των δικαστών των ελευθεριών και της κράτησης.
94.Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, όπως και στις υποθέσεις Rigopoulos και Medvedyev και λοιποί, κατά τον χρόνο της κατάληψής του, το πλοίο βρισκόταν στην ανοιχτή θάλασσα, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τις γαλλικές ακτές. Εκτίμησε, ειδικότερα, ότι τίποτε δεν έδειχνε ότι η πορεία του προς την Γαλλία είχε διαρκέσει περισσότερο χρόνο από όσο ήταν απαραίτητος, λαμβανομένου υπόψη ιδίως ότι αυτό δεν είχε σχεδιαστεί να διανύει μεγάλες αποστάσεις, και διαπίστωσε ότι, αν και οι προσφεύγοντες είχαν επικαλεστεί το γεγονός ότι, κατά την πορεία του προς την Γαλλία, το πλοίο είχε περάσει κοντά από τις ακτές της Σενεγάλης, καθώς και την ύπαρξη μιας σύμβασης δικαστικής συνεργασίας μεταξύ της Γαλλίας και της χώρας αυτής, δεν ανέπτυξαν τα σχετικά επιχειρήματά τους.
95.Σημείωσε εν τούτοις μία σημαντική διαφορά μεταξύ της υπόθεσης αυτής και των υποθέσεων Rigopoulos και Medvedyev και λοιποί και, εξάγοντας το σχετικό συμπέρασμα, κατέληξε στην παραβίαση του άρθρου 5 § 3 της Σύμβασης.
96.Παρατήρησε πράγματι, αφενός, ότι η στέρηση της ελευθερίας που υπέστη ο προσφεύγων της υπόθεσης Rigopoulos έλαβε χώρα υπό τον έλεγχο του κεντρικού ανακριτικού δικαστηρίου της Μαδρίτης, ένα ανακριτικό δικαστήριο ειδικευμένο και ανεξάρτητο από την εκτελεστική εξουσία, το οποίο είχε πράγματι προβεί σε δικονομικό έλεγχο αυτής της στέρησης της ελευθερίας. Αφετέρου, σημείωσε ότι, στην υπόθεση Medvedyev και λοιποί, οι προσφεύγοντες παραπέμφθηκαν ταχέως ενώπιον των ανακριτών δικαστών των επιφορτισμένων με την διαδικασία μετά την άφιξή τους, ήτοι μεταξύ οκτώ και εννέα ωρών μετά την έναρξη της προσωρινής κράτησής τους στην Γαλλία. Στην υπόθεση Vassis και λοιποί, η προσωρινή κράτησης διαρκείας περίπου σαράντα οκτώ ωρών είχε διαδεχθεί την στέρηση της ελευθερίας που είχαν υποστεί οι προσφεύγοντες πάνω στο πλοίο τους, γεγονός που είχε καθυστερήσει αναλόγως την παραπομπή τους ενώπιον ενός «δικαστού ή ετέρου δικαστικού λειτουργού νομίμως εντεταλμένου όπως εκτελή δικαστικά καθήκοντα». Όμως, κατά την γνώμη του Δικαστηρίου, τίποτε δεν δικαιολογούσε αυτό το πρόσθετο διάστημα κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες: δεδομένου ότι το πλοίο των προσφευγόντων είχε αποτελέσει το αντικείμενο ειδικής παρακολούθησης επί ένα μήνα περίπου προτού καταληφθεί από το γαλλικό ναυτικό και ότι η επιχείρηση της κατάληψης είχε σχεδιαστεί, οι δεκαοκτώ ημέρες που είχε διαρκέσει την διαδρομή του πλοίου και των προσφευγόντων προς την Γαλλία θα έπρεπε να έχει επιτρέψει στις αρχές να προετοιμάσουν την άφιξη των τελευταίων στο γαλλικό έδαφος με πλήρη γνώση των συνθηκών. Εκτίμησε ότι αυτό το διάστημα των δεκαοκτώ ημερών, χωρίς δικαστικό έλεγχο, όχι μόνον στερούσε από αιτιολογία την επακολουθήσασα θέση υπό προσωρινή κράτηση, αλλά συνιστούσε επιπλέον μία «ιδιαίτερη περίσταση η οποία καθιστούσε την απαίτηση της ταχύτητας που προβλέπεται από το άρθρο 5 § 3 της Σύμβασης αυστηρότερη από ό,τι όταν η έναρξη της προσωρινής κράτησης συμπίπτει με την στέρηση της ελευθερίας». Κατέληξε ότι οι προσφεύγοντες θα έπρεπε να παραπεμφθούν, αμέσως με την άφιξή τους στην Γαλλία και «χωρίς καθυστέρηση», ενώπιον ενός «δικαστού ή ετέρου δικαστικού λειτουργού νομίμως εντεταλμένου όπως εκτελή δικαστικά καθήκοντα» (§§ 58-60).
97.Το Δικαστήριο εκτιμά ότι η προσέγγιση αυτή επιβάλλεται και στην παρούσα περίπτωση. Σημειώνει ότι το πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται η σύλληψη των προσφευγόντων εξέρχεται του συνήθους: η Γαλλία επενέβη σε μία απόσταση 6.000 χλμ. από το έδαφός της προκειμένου να μην αφήσει ατιμώρητες τις πράξεις πειρατείας των οποίων έπεσαν θύματα ένα πλοίο υπό την σημαία της και δύο από τους υπηκόους της και οι οποίες διαπράχθηκαν από Σομαλούς στα ανοιχτά της Σομαλίας, σε μία περιοχή όπου η πειρατεία αναπτυσσόταν ανησυχητικά, και ενώ οι αρχές της χώρας αυτής τελούσαν σε αδυναμία να πατάξουν την μάστιγα αυτή (γεγονός το οποίο διαπιστώθηκε από την Απόφαση 1816 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών – πιο πάνω παράγραφος 36). Το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται ότι, αφού διαπίστωσαν ότι οι αρχές της Σομαλίας ήταν σε αδυναμία να εξασφαλίσουν την δίκη των προσφευγόντων, οι γαλλικές αρχές δεν θα μπορούσαν να εξετάσουν το ενδεχόμενο να τους παραδώσουν σε αυτές. Κρίνει επίσης πειστική την εξήγηση της Κυβέρνησης σύμφωνα με την οποία η διάρκεια της μεταγωγής τους στην Γαλλία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανάγκη να ληφθεί προηγουμένως η άδεια των αρχών της Σομαλίας και στις καθυστερήσεις που τούτο προκάλεσε εξαιτίας της κακής κατάστασης της κρατικής μηχανής της χώρας αυτής. Σημειώνοντας ειδικότερα ότι η μεταγωγή αυτή έλαβε χώρα λίγο χρόνο μετά την λήψη της αδείας των αρχών αυτών και λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες που σχετίζονται με την οργάνωση μιας τέτοιας επιχείρησης από μία ευαίσθητη περιοχή όπως το κέρας της Αφρικής, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει κάποιο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι αυτή χρειάστηκε περισσότερο χρόνο από όσο ήταν αναγκαίος.
98.Το Δικαστήριο παρατηρεί ευρέως ότι η συζήτηση στην οποία επιδόθηκαν οι διάδικοι πάνω στην δυνατότητα ή μη της παραπομπής των προσφευγόντων ενώπιον ενός αξιωματικού της δικαστικής αστυνομίας πριν την άφιξή τους στην Γαλλία δεν έχει εφαρμογή μέσα στο πλαίσιο του άρθρου 5 § 3 της Σύμβασης, το οποίο αφορά το δικαίωμα της σύντομης παραπομπής «ενώπιον δικαστού ή ετέρου δικαστικού λειτουργού νομίμως εντεταλμένου όπως εκτελή δικαστικά καθήκοντα».
99.Το Δικαστήριο είναι συνεπώς έτοιμο να δεχθεί ότι «απολύτως εξαιρετικές περιστάσεις» εξηγούν την διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας που υπέστησαν οι προσφεύγοντες μεταξύ της σύλληψής τους και της άφιξής τους στο γαλλικό έδαφος. Με άλλα λόγια, το συμπέρασμα του δικαστικού συμβουλίου του Εφετείου του Παρισιού σύμφωνα με το οποίο «η διάρκεια της κράτησής τους [ήταν] η ανυπέρβλητη συνέπεια των συνθηκών από πλευράς χρόνου και τόπου της σύλληψής τους, [και] ήταν (...) πρακτικά αδύνατο να αγνοήσει κανείς αυτές τις απολύτως εξαιρετικές περιστάσεις», συγκλίνει στο σημείο αυτό με την νομολογία του Δικαστηρίου.
100.Παραμένει εν τούτοις το γεγονός – το οποίο διακρίνει την παρούσα υπόθεση από τις υποθέσεις Rigopoulos και Medvedyev και λοιποί και την φέρνει πιο κοντά στην υπόθεση Vassis και λοιποί – ότι, μόλις έφθασαν στην Γαλλία, οι προσφεύγοντες τέθηκαν υπό προσωρινή κράτηση επί σαράντα οκτώ ώρες αντί να παραπεμφθούν αμέσως ενώπιον ανακριτή δικαστή. Η συνθήκη ότι – όπως το διαπίστωσε το Ακυρωτικό Δικαστήριο – η εν λόγω προσωρινή κράτηση ήταν σύμφωνη προς το εθνικό δίκαιο δεν είναι καθοριστική μέσα στο πλαίσιο της αξιολόγησης του σεβασμού του όρου της ταχύτητας που θέτει το άρθρο 5 § 3 της Σύμβασης.
101.Όπως και στην προαναφερθείσα υπόθεση Vassis και λοιποί (§ 59), το Δικαστήριο εκτιμά ότι τίποτε δεν δικαιολογούσε μία τέτοια πρόσθετη προθεσμία κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες.
102.Το Δικαστήριο σημειώνει ότι, πράγματι, η αλλαγή πορείας του Carré d’As προς την Σομαλία και η κράτηση ομήρων έλαβαν χώρα στις 2 Σεπτεμβρίου 2008 και ότι οι γαλλικές αρχές αποφάσισαν ταχέως να επέμβουν, όπως επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το Courbet εστάλη επιτόπου ήδη από τις 5 Σεπτεμβρίου 2008, μεταφέροντας και μία δύναμη κομάντο. Τουλάχιστον δεκαοκτώ ημέρες παρήλθαν λοιπόν μεταξύ της λήψης της απόφασης αυτής και της άφιξης των προσφευγόντων στην Γαλλία, στην διάρκεια των οποίων οι γαλλικές αρχές θα μπορούσαν να είχαν λάβει τα αναγκαία μέτρα για την παραπομπή «χωρίς καθυστέρηση» (Vassis και λοιποί, § 60 in fine) των τελευταίων ενώπιον μιας γαλλικής δικαστικής αρχής.
103.Σε ό,τι αφορά την θέση της Κυβέρνησης σύμφωνα με την οποία η θέση υπό προσωρινή κράτηση των προσφευγόντων εξηγείται από τις ανάγκες της έρευνας, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η νομολογία του η σχετική με προθεσμίες δύο ή τριών ημερών, για τις οποίες μπόρεσε να κρίνει ότι η απουσία παράστασης ενώπιον ενός δικαστή δεν ήταν αντίθετη προς την απαίτηση της ταχύτητας, δεν έχει ως στόχο να επιτρέψει στις αρχές να εμβαθύνουν την έρευνά τους και να συγκεντρώσουν τις σοβαρές και τις συγκλίνουσες ενδείξεις που είναι ικανές να οδηγήσουν στο άνοιγμα ανάκρισης των προσφευγόντων από έναν ανακριτή δικαστή. Δεν θα μπορούσαμε επομένως να συναγάγουμε μια οποιαδήποτε βούληση να τεθεί στην διάθεση των εθνικών αρχών μία προθεσμία της οποίας θα είχαν την ελεύθερη χρήση προκειμένου να συμπληρώσουν τον φάκελο της δικογραφίας: πράγματι, ο στόχος που διώκεται από το άρθρο 5 § 3 της Σύμβασης είναι να επιτρέπει τον εντοπισμό οποιασδήποτε κακομεταχείρισης και τον περιορισμό στο ελάχιστο οποιασδήποτε αδικαιολόγητης προσβολής της ατομικής ελευθερίας προκειμένου να προστατεύεται το άτομο, μέσω ενός αρχικού αυτομάτου ελέγχου, και τούτο εντός ενός αυστηρού χρονικού περιθωρίου το οποίο δεν αφήνει καμία ευελιξία στην ερμηνεία (βλέπε την πιο πάνω αναφερόμενη Vassis και λοιποί, §§ 51 και 61).
104.Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 3 της Σύμβασης εξαιτίας του γεγονότος του ότι, κατά την είσοδό τους στην Γαλλία, οι προσφεύγοντες, οι οποίοι είχαν ήδη στερηθεί την ελευθερία τους επί έξι ημέρες και δεκαέξι ώρες, τέθηκαν υπό προσωρινή κατάσταση αντί να παραπεμφθούν «χωρίς καθυστέρηση» ενώπιον ενός «δικαστού ή ετέρου δικαστικού λειτουργού νομίμως εντεταλμένου όπως εκτελή δικαστικά καθήκοντα».
Γ. Επί των ειδικών παραπόνων της προσφυγής αριθ. 54588/10
1. Επί της επικαλούμενης παραβίασης του άρθρου 5 § 2 της Σύμβασης
105.Ο προσφεύγων παραπονείται διότι δεν ενημερώθηκε για τους λόγους της σύλληψής του και της σε βάρος του κατηγορίας. Επικαλείται το άρθρο 5 § 2 της Σύμβασης, σύμφωνα με το οποίο:
«Παν συλληφθέν πρόσωπον δέον να πληροφορήται κατά το δυνατόν συντομώτερον και εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί, τους λόγους της συλλήψεώς του ως και πάσαν διατυπουμένην εναντίον του κατηγορίαν».
106.Προκύπτει εν τούτοις από τον φάκελο ότι ο προσφεύγων δεν προσέφυγε ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου με ένα μέσο της φύσης αυτής. Από αυτό συνάγεται ότι δεν αυτός δεν εξάντλησε τα εσωτερικά ένδικα μέσα και ότι αυτό το τμήμα της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί κατ’εφαρμογήν του άρθρου 35 §§ 1 και 4 της Σύμβασης.
2. Επί της επικαλούμενης παραβίασης του άρθρου 5 § 4 της Σύμβασης
107.Ο προσφεύγων παραπονείται διότι δεν είχε πρόσβαση σε δικαστήριο για να αμφισβητήσει την νομιμότητα της σύλληψής του στην Σομαλία από τις γαλλικές ένοπλες δυνάμεις, της στέρησης της ελευθερίας την οποία αυτός υπέστη στην συνέχεια στα χέρια τους μέχρι την άφιξή του στην Γαλλία και την θέση του υπό προσωρινή κράτηση. Επικαλείται το άρθρο 5 § 4 της Σύμβασης, η οποία έχει ως εξής:
«Παν πρόσωπον στερούμενον της ελευθερίας του συνεπεία συλλήψεως ή κρατήσεως έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, ίνα τούτο αποφασίση εντός βραχείας προσθεσμίας επί του νομίμου της κρατήσεώς του και διατάξη την απόλυσίν του εν περιπτώσει παρανόμου κρατήσεως.»
α) Επί του παραδεκτού
108.Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η παρούσα αυτή δεν είναι προδήλως αβάσιμη με την έννοια του άρθρου 35 § 3 α) της Σύμβασης. Σημειώνει εξάλλου ότι αυτή δεν προσκρούει σε κάποιο λόγο απαραδέκτου. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί παραδεκτή.
β) Επί της ουσίας
i. Οι διάδικοι και η παρεμβαίνουσα κυβέρνηση
α. Οι προσφεύγοντες
109.Ο προσφεύγων υπογραμμίζει ότι δεν είναι δυνατόν στην Γαλλία για ένα πρόσωπο που τελεί υπό προσωρινή κράτηση να αμφισβητήσει την νομιμότητα της σύλληψής του ή της κράτησής του. Αναφέρει ότι η μοναδική προσφυγή που είναι διαθέσιμη δεν είναι προσβάσιμη παρά μόνον μετά την λήξη της προσωρινής κράτησης και στην περίπτωση του ανοίγματος μιας ανάκρισης. Πρόκειται για μία αίτηση ακύρωσης ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου ή του πλημμελειοδικείου. Αναφέρει ότι έκανε χρήση της προσφυγής αυτής και ότι το δικαστικό συμβούλιο εξέδωσε την απόφασή του στις 6 Οκτωβρίου 2009 ενώ αυτός είχε συλληφθεί στις 16 Σεπτεμβρίου 2009 και τεθεί υπό προσωρινή κράτηση στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, γεγονός που δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση της «βραχείας προθεσμίας» του άρθρου 5 § 4 της Σύμβασης.
β. Η εναγόμενη κυβέρνηση
110.Παραπέμποντας στην απόφαση Zervudacki κατά Γαλλίας (αριθ. 73947/01, 27 Ιουλίου 2006), η Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι το άρθρο 5 § 4 της Σύμβασης δεν έχει απόλυτο χαρακτήρα. Προσθέτει ότι, από την προανάκριση, ο προσφεύγων είχε την δυνατότητα να αμφισβητήσει την νομιμότητα της κράτησής του προσφεύγοντας στο δικαστικό συμβούλιο με αίτημα την ακύρωση όλων των πράξεων των σχετικών με την στέρηση της ελευθερίας του, με την σύλληψή του και με την θέση του υπό προσωρινή κράτηση. Παρατηρεί ότι ο προσφεύγων ανέμεινε την πάροδο πολλών μηνών από το άνοιγμα της προανάκρισης προκειμένου να χρησιμοποιήσει την προσφυγή αυτή. Διαπιστώνει επίσης ότι, αν και το δικαστικό συμβούλιο αρνήθηκε να εφαρμόσει τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας στα μέτρα που ελήφθησαν κατά του προσφεύγοντος εκτός του εθνικού εδάφους, έκανε έλεγχο της νομιμότητάς τους σύμφωνα με το άρθρο 5 της Σύμβασης, κρίνοντας ότι η σύλληψή του και η στέρηση της ελευθερίας του είχαν την νομική βάση τους στην απόφαση 1816 και δεν συνιστούσαν μία παραβίαση των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 5.
γ. Η ελληνική κυβέρνηση, τρίτη παρεμβαίνουσα
111.Η ελληνική κυβέρνηση δεν διατυπώνει παρατηρήσεις επί του άρθρου 5 § 4 της Σύμβασης.
ii. Το Δικαστήριο
112.Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αιτίαση αυτή αφορά την περίοδο της στέρησης της ελευθερίας την οποία υπέστη ο προσφεύγων πριν από την παραπομπή του ενώπιον του ανακριτή δικαστή και της θέσης του υπό προσωρινή κράτηση, μία περίοδο που έχει ήδη εξεταστεί υπό το φως της ταχύτητας που απαιτεί το άρθρο 5 § 3 της Σύμβασης. Υπογραμμίζει στην συνέχεια ότι οι απαιτήσεις της διάταξης αυτής είναι περισσότερο αυστηρές από εκείνες του άρθρου 5 § 4 της Σύμβασης, στο μέτρο που η παράγραφος 3 επιβάλλει έναν αυτόματο δικονομικό έλεγχο της νομιμότητας – κυρίως – της σύλληψης και της κράτησης και όπου ο έλεγχος αυτός πρέπει να λάβει χώρα «συντόμως», γεγονός που υπονοεί μία μεγαλύτερη ταχύτητα από τους όρους «βραχεία προθεσμία» της τετάρτης παραγράφου (βλέπε την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Brogan, § 59). Κατά συνέπεια, και δεδομένου ότι κατέληξε στην παραβίαση του άρθρου 5 § 3 εξαιτίας της προθεσμίας εντός της οποίας ο προσφεύγων παραπέμφθηκε ενώπιον ενός δικαστικού λειτουργού αρμοδίου να ασκεί τέτοιον έλεγχο, το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν συντρέχει λόγος εξέτασης των πραγματικών περιστατικών υπό το πρίσμα του άρθρου 5 § 4 της Σύμβασης.
IV. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 46 ΚΑΙ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
113.Σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης,
«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και εάν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλομένου Μέρους επιτρέπει την ατελή μόνον επανόρθωση των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο επιδικάζει στον ζημιωθέντα διάδικο, εφόσον συντρέχει λόγος, μία δίκαιη ικανοποίηση.»
Α. Ζημία
114.Οι προσφεύγοντες Yacoub Mohammed Hassan και Cheik Nour Jama Mohamoud (προσφυγή αριθ. 46695/10) ζητούν 15.000 EUR ο καθένας για ηθική βλάβη. Ο προσφεύγων Abdulhai Guelleh Ahmed (προσφυγή αριθ. 54588/10) ζητεί 6.000 EUR για την αιτία αυτή. Ζητεί επιπλέον 2.000 EUR για υλική ζημία. Εκθέτει προς τούτο ότι ήταν ιδιοκτήτης ενός αλιευτικού σκάφους με μία μηχανή και ‘παγίδες’ αλιείας, το οποίο ήταν δεμένο στο Carré d’As κατά την στιγμή της επέμβασης του γαλλικού ναυτικού και το οποίο έχει πλέον στερηθεί. Διευκρινίζει ότι, λαμβανομένης υπόψη της σύλληψής του, δεν μπορεί να προσκομίσει έγγραφα σε στήριξη του αιτήματος αυτού.
115.Η Κυβέρνηση προτείνει να επιδικαστεί ένα ποσό στους προσφεύγοντες για ηθική βλάβη: 1.500 EUR στον κ. Yacoub Mohammed Hassan, 1.500 EUR στον κ. Cheik Nour Jama Mohamoud και 3.000 EUR στον κ. Abdulhai Guelleh Ahmed.
116.Το Δικαστήριο δεν διακρίνει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παραβίασης του άρθρου 5 §§ 1 και 3 και της υλικής ζημίας την αποκατάσταση της οποίας ζητεί ο κ. Abdulhai Guelleh Ahmed. Απορρίπτει επομένως αυτό το τμήμα των αξιώσεων. Εκτιμά αντιθέτως ότι συντρέχει λόγος να επιδικαστεί ένα ποσό σε καθένα από τους προσφεύγοντες για ηθική βλάβη, το οποίο ορίζει σε 5.000 EUR.
Β. Έξοδα και δικαστική δαπάνη
117.Ο προσφεύγων Abdulhai Guelleh Ahmed (προσφυγή αριθ. 54588/10) αξιώνει 7.272,46 EUR, ως αποζημίωση για τα έξοδα της εκπροσώπησής τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Προσκομίζει μία απόδειξη αμοιβής προερχόμενη από τον δικηγόρο του με ημερομηνία 31 Αυγούστου 2012 και αναφερόμενη στο ποσό αυτό. Οι άλλοι προσφεύγοντες δεν διατυπώνουν αιτήματα για έξοδα και δικαστική δαπάνη.
118.Σημειώνοντας ότι αιτιολογείται με την προσκομιδή ενός τιμολογίου αμοιβής, η Κυβέρνηση προτείνει να γίνει δεκτό το αίτημα του κ. Abdulhai Guelleh Ahmed.
119.Σύμφωνα με την νομολογία του Δικαστηρίου, ένας προσφεύγων δεν μπορεί να επιτύχει την καταβολή των εξόδων και της δικαστικής δαπάνης του παρά μόνον στο μέτρο που θα αποδειχθεί ότι είναι πραγματικά και αναγκαία και ότι το ύψος τους είναι εύλογο. Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των εγγράφων που έχει στην διάθεσή του, την νομολογία του και την θέση της Κυβέρνησης, το Δικαστήριο αποφασίζει να κάνει δεκτή στο σύνολό του το αίτημα του προσφεύγοντος Abdulhai Guelleh Ahmed. Του επιδικάζει κατά συνέπεια 7.272,46 EUR για τα έξοδα και την δικαστική δαπάνη.
Γ. Τόκοι υπερημερίας
120.Το Δικαστήριο κρίνει προσήκον να βασίσει το επιτόκιο των τόκων υπερημερίας στο επιτόκιο διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΑΑποφασίζει να συνενώσει τις προσφυγές αριθ. 46695/10 και 54588/10.Κηρύσσει την προσφυγή αριθ. 46695/10 παραδεκτή.Κηρύσσει την προσφυγή αριθ. 54588/10 παραδεκτή σε ό,τι αφορά τις αιτιάσεις τις ελκόμενες από το άρθρο 5 §§ 1, 3 και 4 της Σύμβασης και απαράδεκτη κατά τα λοιπά.Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης.Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 3.Αποφαίνεται ότι, προκειμένου για την προσφυγή αριθ. 54588/10, δεν συντρέχει λόγος εξέτασης της αιτίασης της ελκόμενης από το άρθρο 5 § 4 της Σύμβασης.Αποφαίνεται
(α) ότι το εναγόμενο Κράτος οφείλει να καταβάλει, εντός τριών μηνών από την ημέρα κατά την οποία η απόφαση θα καταστεί τελεσίδικη δυνάμει του άρθρου 44 § 2 της Σύμβασης, τα ακόλουθα ποσά:
i) σε έκαστο των προσφευγόντων, 5.000 EUR (πέντε χιλιάδες ευρώ), πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται ως φόρος, για την ηθική βλάβη,
ii) στον Abdulhai Guelleh Ahmed (προσφυγή αριθ. 54588/10), 7.272,46 EUR (επτά χιλιάδες διακόσια εβδομήντα δύο ευρώ και σαράντα έξι λεπτά), πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται ως φόρος από τον προσφεύγοντα, για έξοδα και δικαστική δαπάνη.
(β) ότι από τη λήξη της προθεσμίας αυτής και μέχρι την καταβολή, το ποσό αυτό θα προσαυξηθεί με τόκους υπολογιζόμενους με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο θα ισχύει κατά την εν λόγω περίοδο, προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.
8.Απορρίπτει το αίτημα δίκαιης ικανοποίησης κατά τα λοιπά.
Συντάχθηκε στη γαλλική γλώσσα και στη συνέχεια κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 4 Δεκεμβρίου 2014, κατ’εφαρμογήν του άρθρου 77 §§ 2 και 3 του κανονισμού.
(υπογραφή)(υπογραφή)
Claudia WesterdiekMark Villiger
ΓραμματέαςΠρόεδρος
Full & Egal Universal Law Academy