Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
EUROPEAN COURT OF HUMAN RIGHTS
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ H.H. κατά ΕΛΛΑΔΟΣ
(Προσφυγή αρ. 63493/11)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
9 Οκτωβρίου 2014
Η απόφαση αυτή θα καταστεί οριστική σύμφωνα με τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 44 § 2 της Συμβάσεως. Δύναται να υποστεί βελτιώσεις ύφους.
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Στην υπόθεση Η.Η. κατά Ελλάδος,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (πρώτο τμήμα), το οποίο συνεδρίασε και συγκροτήθηκε σε σώμα με την εξής σύνθεση:
Isabelle Berro- Lefèvre, Πρόεδρος,
Khanlar Hajiyev,
Mirjana Lazarova Trajkovska,
Julia Laffranque,
Paulo Pinto de Albuquerque,
Λίνος-Αλέξανδρος Σισιλιάνος,
Erik Møse, Δικαστές,
και με τον κ. Søren Nielsen, Γραμματέα του τμήματος,
Αφού σκέφτηκε, σε μυστική διάσκεψη αυτού την 16η Σεπτεμβρίου 2014,
εκδίδει την παρούσα απόφαση, την οποία έλαβε κατά την παραπάνω ημερομηνία:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Ως αφετηρία, για την υπόθεση αυτή, κατατέθηκε προσφυγή (αριθμός 63493/11), στρεφόμενη κατά της Ελλάδος, με την οποία Ιρανός υπήκοος , ο κ. Η.Η., («ο προσφεύγων»), προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο την 7η Οκτωβρίου 2011, δυνάμει του άρθρου 34 της Σύμβασης περί διαφύλαξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (« η Σύμβαση»). Η Πρόεδρος του τμήματος απεδέχθη το αίτημα που διατυπώθηκε περί μη κοινοποίησης των στοιχείων ταυτότητας του προσφεύγοντος ( άρθρο 47§ 4 του κανονισμού του Δικαστηρίου- « ο κανονισμός»).
2. Ο προσφεύγων εκπροσωπήθηκε από τις κυρίες Ι.-Μ. Τζεφεράκου και Α. Τσαποπούλου, δικηγόρους Αθηνών, καθώς και από την κυρία Ε. Βελιβασάκη, Δικηγόρο Κρήτης. Η ελληνική κυβέρνηση (« η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους αυτής, Κύριο Δ. Καλόγηρο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και Κυρία Κ. Καραβασίλη, Δικαστική Αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
3. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ειδικότερα παραβίαση των άρθρων 3,5 §§1 και 4 και 13 της Σύμβασης.
4. Στις 6 Μαρτίου 2013, η προσφυγή κοινοποιήθηκε στην Κυβέρνηση
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
ΤΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
5. Ο προσφεύγων, γεννήθηκε το 1985 και διαμένει σήμερα στη Νορβηγία.
Α. Η σύλληψη και κράτηση του προσφεύγοντος με σκοπό την απέλασή του
6. Στις 17 Οκτωβρίου 2010, ο προσφεύγων ο οποίος δήλωσε ότι διέφυγε από το Ιράν γιατί θα συλλαμβανόταν και θα κρατούνταν για τη συμμετοχή του σε αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, έφθασε στην Ελλάδα όπου και συνελήφθη από τις αστυνομικές αρχές. Δεν διέθετε ταξιδιωτικά έγγραφα.
Βεβαιώνει ότι, κατά τη σύλληψή του ζήτησε να καταθέσει αίτηση ασύλου αλλά ότι αυτή δεν έγινε δεκτή από τις αρχές.
7. Με απόφαση που εκδόθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2010, ο αστυνομικός διευθυντής Αλεξανδρούπολης, κρίνοντα ότι ο προσφεύγων ήταν ύποπτος φυγής, διέταξε την προσωρινή του κράτηση για τρεις ημέρες μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση απέλασής του. Η απόφαση αυτή, η οποία όριζε ότι ο προσφεύγων μπορούσε να καταθέσει τις αντιρρήσεις του κατά της απόφασης αυτής εντός προθεσμίας 48 ωρών, του κοινοποιήθηκε αυθημερόν. Από το αποδεικτικό επιδόσεως, το οποίο υπέγραψε ο ίδιος ο προσφεύγων, προκύπτει ότι η απόφαση είχε μεταφραστεί στα αγγλικά από διερμηνέα η υπογραφή του οποίου εμφαίνεται επίσης επάνω στο αποδεικτικό επιδόσεως.
8. Ο προσφεύγων κρατήθηκε στη συνοριοφυλακή του Σουφλίου.
9. Στις 22 Οκτωβρίου 2010, ο ίδιος αστυνομικός διευθυντής διέταξε την απέλαση του προσφεύγοντος και τη συνέχιση της κράτησής του για περίοδο μη υπερβαίνουσα τους έξι μήνες. Η απόφαση ανέφερε ότι ο προσφεύγων ήταν ύποπτος φυγής. Επεσήμαινε ακόμη ότι ο προσφεύγων είχε ενημερωθεί σε γλώσσα που κατανοούσε- δηλαδή στα αγγλικά- για τους λόγους της κράτησής του καθώς και για τα δικαιώματά του, κυρίως για τη δυνατότητα που είχε να ασκήσει προσφυγή ( un
recours) στον αστυνομικό διευθυντή της περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, εντός προθεσμίας πέντε ημερών. Από το αποδεικτικό επιδόσεως, το οποίο υπογράφηκε από τον ίδιο τον προσφεύγοντα, προκύπτει ότι αυτή είχε μεταφραστεί από διερμηνέα, η υπογραφή του οποίου έχει τεθεί επίσης στο αποδεικτικό επιδόσεως.
10. Στις 29 Οκτωβρίου 2010, οι αστυνομικές αρχές Αλεξανδρούπολης ζήτησαν από την ελληνική αστυνομική διεύθυνση να λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε ο προσφεύγων να παραδοθεί στις τουρκικές αρχές στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου επανεισδοχής το οποίο είχε υπογραφεί μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Η ελληνική αστυνομική διεύθυνση έκανε δεκτή την αίτηση αυτή.
11. Στις 29 Νοεμβρίου 2010, ο προσφεύγων, καθώς και τρεις άλλοι κρατούμενοι, έρραψε τα χείλη του και αρνήθηκε να δεχθεί τροφή, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τις συνθήκες κράτησης και της άρνησης όπως ισχυρίστηκε να γίνει δεκτή κατάθεση αιτήσεως ασύλου.
12. Στις 30 Νοεμβρίου 2010, ο προσφεύγων μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Αλεξανδρουπόλεως, όπου, στις 4 Δεκεμβρίου 2010, του αφαιρέθηκαν τα ράμματα.
13. Στις 21 Δεκεμβρίου 2010, ο προσφεύγων, μέσω του δικηγόρου του ( μέλος του ελληνικού Συμβουλίου για τους πρόσφυγες), έχοντας την πεποίθηση ότι η αίτηση ασύλου είχε ήδη καταχωρισθεί, απευθύνθηκε στον αστυνομικό διευθυντή Αλεξανδρουπόλεως, ώστε να του παρασχεθεί φιλοξενία, δυνάμει του υπ’ αριθ 220/2007 διατάγματος, ως άπορος αιτών άσυλο. Οι αρχές της συνοριοφυλακής Σουφλίου, όπου κατατέθηκε η αίτηση του προσφεύγοντος, διαβίβασαν αυτήν στον αστυνομικό διευθυντής Αλεξανδρουπόλεως διευκρινίζοντας ότι ο ενδιαφερόμενος δεν έχει καταθέσει αίτηση περί ασύλου.
14. Στις 13 Ιανουαρίου 2011, ο προσφεύγων κατέθεσε στην αστυνομική διεύθυνση Αλεξανδρουπόλεως υπεύθυνη δήλωση, με την οποία βεβαίωνε ότι είχε συμμετάσχει σε αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στη χώρα του, ότι είχε φυλακιστεί για δύο μήνες και δέκα ημέρες και από το χρόνο αποφυλάκισής του είχε συνεχίσει να συμμετέχει σε τέτοιες εκδηλώσεις. Βεβαίωνε ακόμη ότι, εάν επέστρεφε στη χώρα του, κινδύνευε να φυλακιστεί ή να τουφεκιστεί.
15. Τη ίδια ημέρα, οι αρχές καταχώρησαν την αίτηση περί ασύλου του
προσφεύγοντος. Του επιδόθηκε επίσης, ένα αποδεικτικό καταχώρησης της αίτησης και ένα φυλλάδιο ενημερωτικό για τους αιτούντες άσυλο συντεταγμένο σε γλώσσα φαρσί.
16. Στις 17 Ιανουαρίου 2011, ο προσφεύγων κατέθεσε προτάσεις κατά της κράτησης ενώπιον του διοικητικού Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως. Κατήγγειλε τις συνθήκες κράτησης τις οποίες αξιολογούσε ως ταπεινωτικές και το γεγονός ότι καθίστατο αδύνατο να εξεταστεί η αίτηση περί ασύλου του εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των τριών μηνών από την έναρξη της κράτησής του. Επικαλείτο την παραβίαση του άρθρου 5 της Σύμβασης και του άρθρου 13 του προεδρικού διατάγματος αρ 114/2010.
17. Στις 21 Ιανουαρίου 2011, ο πρόεδρος του διοικητικού Πρωτοδικείου απέρριψε τις προτάσεις που είχε καταθέσει για τον λόγο ότι η κράτηση του προσφεύγοντος ήταν νόμιμη διότι έπρεπε οι αρχές να προβούν σε εξακρίβωση των στοιχείων του και σε έλεγχο των συνθηκών εισόδου του στην Ελλάδα. Στην απόφασή του, δεχόταν, επίσης ότι ο προσφεύγων δεν είχε γνωστή διεύθυνση στην Ελλάδα, όπου να μπορεί να εγκατασταθεί μόνιμα και ότι έπρεπε γρήγορα και αποτελεσματικά να διεξαχθεί η διαδικασία παροχής ασύλου.
18. Η εν λόγω απόφαση, διευκρίνιζε ως προς τους σχετικούς ισχυρισμούς για τις κακές συνθήκες κράτησης ότι, η κράτηση θα έπαυε να είναι νόμιμη μόνον εάν είχε πιστοποιηθεί ότι οι αρχές αρνούνταν να παράσχουν στον προσφεύγοντα, στο μέτρο του δυνατού, ένα χώρο κράτησης με καθαρό αέρα, με φυσικό φως, θέρμανση, πόσιμο νερό, τη δυνατότητα να ασκείται καθώς και την εκτός φυλακής επικοινωνία. Δεχόταν, επί του προκειμένου, ότι οι αρχές δεν είχαν προβάλει ενστάσεις για μία τέτοια άρνηση, δεδομένου ότι αυτός μπορούσε να μεταφερθεί στη συνοριοφυλακή του Φυλακίου που παρείχε καλύτερες συνθήκες κράτησης, και ότι οι αρχές ακόμη δεν είχαν αρνηθεί να προβούν σε μία τέτοια μεταγωγή.
19. Στις 22 Φεβρουαρίου 2011, ο αστυνομικός διευθυντής της Αστυνομικής Διεύθυνσης Ορεστιάδος απέρριψε την αίτηση ασύλου του προσφεύγοντος. Στις 22 Μαρτίου 2011, ο προσφεύγων κατέθεσε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον της επιτροπής προσφυγών δευτέρου βαθμού, η οποία είναι ακόμη σε εκκρεμότητα.
20. Εν τω μεταξύ, στις 21 Μαρτίου 2011, ο προσφεύγων είχε καταθέσει αίτηση ανάκλησης της αποφάσεως της 21ης Ιανουαρίου 2011, ζητώντας την απόρριψη των προτάσεών του ενώπιον του προέδρου του διοικητικού πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως, βάσει του άρθρου 76§ 5 του νόμου 3386/2005. Στηριζόταν, λόγω νέων στοιχείων, στα ακόλουθα επιχειρήματα: είχε κρατηθεί επί πέντε μήνες, και, κατ’ αυτόν, η διαδικασία εξακρίβωσης των στοιχείων του είχε λήξει. Τόνιζε ότι η διαδικασία σχετικά με την αίτησή του περί παροχής ασύλου δεν είχε ακόμη οριστικά κριθεί. Υποστήριζε ότι οι συνθήκες κράτησης στο κέντρο των συνόρων Σουφλίου και στη συνοριοφυλακή Φερών είχε χειροτερεύσει και ότι δεν μπορούσε να βγει ούτε να δει το φως της ημέρας για πολλούς μήνες.
21. Τη ίδια ημέρα, το διοικητικό πρωτοδικείο είχε απορρίψει την αίτηση ανάκλησης με την αιτιολογία ότι δεν προσκόμιζε νέα στοιχεία. Έκρινε ότι η κράτηση ήταν νόμιμη, γιατί η ταυτότητα, οι συνθήκες εισόδου και η καταγωγή του προσφεύγοντος δεν είχαν ακόμη εξακριβωθεί. Ο πρόεδρος, επί των συνθηκών κρατήσεως, δεχόταν ότι ο προσφεύγων δεν αποδείκνυε με επαρκή επιχειρήματα ότι οι αρχές είχαν αρνηθεί να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα αυτό, αλλά ότι, αντίθετα, η διοικητική πρακτική αποδείκνυε τη θέληση αυτών να βελτιώσουν τις συνθήκες αυτές.
22. Στις 8 Απριλίου 2011, το Ελληνικό Συμβούλιο προσφύγων ζήτησε την παρέμβαση του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη για να αρθεί η κράτηση του προσφεύγοντος.
23. Με επιστολή η οποία έφερε ημερομηνία 15 Απριλίου 2011, το Υπουργείο Υγείας και Αλληλεγγύης ενημέρωσε τη διεύθυνση αστυνομίας Αλεξανδρούπολης ότι ήταν διαθέσιμη για τον προσφεύγοντα μία θέση στο κέντρο προσωρινής διαμονής για αιτούντες άσυλο στο Λαύριο.
24. Στις 18 Απριλίου 2011, ο προσφεύγων αποφυλακίστηκε με απόφαση του διευθυντού της αστυνομικής διεύθυνσης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Η απόφαση αυτή πιστοποιούσε ότι η διαδικασία απελάσεως έπρεπε να ανασταλεί διότι η απέλαση δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί και διότι ο προσφεύγων είχε στη διάθεσή του προθεσμία ενός μηνός για να εγκαταλείψει το ελληνικό έδαφος. Ο προσφεύγων έλαβε μία κάρτα αιτούντος άσυλο με ισχύ μέχρι τις 17 Ιουλίου 2011.
25. Ο προσφεύγων δήλωσε ότι θα διέμενε στην οδό Μενάνδρου 35, στην Αθήνα, και ανέλαβε την υποχρέωση να εμφανιστεί μετά από δέκα ημέρες στη διεύθυνση της αστυνομίας αλλοδαπών Αττικής για να καταχωριστεί.
26. Στις 14 Νοεμβρίου 2012, η αστυνομική διεύθυνση Ορεστιάδος, επειδή ο προσφεύγων δε είχε προβεί στην ανανέωση της κάρτας αιτούντος άσυλο και επειδή θεωρήθηκε ότι σιωπηρώς παραιτήθηκε από την προσφυγή του κατά της αποφάσεως απόρριψης της αίτησης ασύλου, αποφάσισε να διακόψει την εξέταση της προσφυγής και να θέσει στο αρχείο τη δικογραφία.
27. Από το φάκελο δικογραφίας προκύπτει ότι ο προσφεύγων κρατήθηκε σε διαφόρους τόπους: από τις 17 Οκτωβρίου μέχρι τις 22 Νοεμβρίου 2010 στη συνοριοφυλακή Σουφλίου. Από τις 22 Νοεμβρίου μέχρι τις 24 Νοεμβρίου 2010 στη συνοριοφυλακή των Φερών. Από τις 24 Νοεμβρίου μέχρι τις 29 Νοεμβρίου 2010 στη συνοριοφυλακή του Σουφλίου. Από τις 29 Νοεμβρίου μέχρι τις 4 Δεκεμβρίου 2010 στο αστυνομικό τμήμα Σουφλίου. Από τις 4 Δεκεμβρίου 2010 μέχρι τις 18 Απριλίου 2011 στη συνοριοφυλακή του Σουφλίου.
28. Κατά το χρόνο κατάθεσης της προσφυγής του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο προσφεύγων διέμενε στη Νορβηγία όπου είχε καταθέσει αίτηση περί παροχής ασύλου.
Β. Οι συνθήκες κράτησης κατά την εκδοχή του προσφεύγοντος.
29. Ο προσφεύγων αναφέρει ότι κρατήθηκε σε κελί της συνοριοφυλακής του Σουφλίου από το χρόνο σύλληψής του και για πολλές περιόδους οι οποίες διακόπτονταν με μερικές σύντομες διαμονές στη συνοριοφυλακή των Φερών και στο αστυνομικό τμήμα Σουφλίου, το οποίο βρίσκεται μερικά μέτρα μακριά από τους χώρους της συνοριοφυλακής του Σουφλίου. Δηλώνει ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια της κράτησής του δεν μπορούσε ούτε να βγεί έξω από τους χώρους αυτούς, ούτε να βαδίσει, ούτε να ασκηθεί. Βεβαιώνει ότι εκρατείτο σε θαλάμους ή σε πειθαρχικά κελιά προοριζόμενα για κρατουμένους του κοινού δικαίου. Ηπαρατεταμένη κράτηση του δημιούργησε φοβίες, αίσθημα κατωτερότητας, αισθήματα αγωνίας και άγχους, και ότι τα συναισθήματα αυτά τον οδήγησαν να ράψει το στόμα του, σαν έσχατη κίνηση διαμαρτυρίας και να επιχειρήσει να αυτοκτονήσει.
30. Ο προσφεύγων δηλώνει ότι οι χώροι της συνοριοφυλακής του Σουφλίου μπορούσαν να υποδεχθούν μεταξύ 10 και 200 κρατουμένων σε χώρο η δυναμικότητα του οποίου ήταν για 25 άτομα, ότι οι κρατούμενοι κοιμόντουσαν μέσα σε βρώμικα νερά τουαλετών ή ακόμη και καθισμένοι. Προσθέτει ότι η ίδια κατάσταση επικρατούσα στη συνοριοφυλακή των Φερών, ότι σε αυτούς τους χώρους κρατούνταν επάνω από 100 άτομα και ότι κοιμόταν επάνω στο έδαφος, σε ένα χώρο με ανυπόφορη μυρουδιά.
31. Ο προσφεύγων δηλώνει ακόμη ότι η πρόσβαση στο τηλέφωνο ήταν τελείως περιορισμένη και ότι η χορήγηση τηλεφωνικών καρτών εξαρτάτο από την καλή θέληση των φυλάκων.
32. Αναφέρει ότι δεν έλαβε κανένα προϊόν ατομικής υγιεινής, ότι τα κλινοσκεπάσματα ήταν τελείως ακάθαρτα, ότι η τροφή ήταν πολύ χαμηλής διατροφικής ποιότητας και ότι οι κρατούμενοι ώφειλαν να αγοράζουν οι ίδιοι το πόσιμο νερό.
33. Βεβαιώνει επίσης ότι τα κελιά δεν διέθεταν ούτε καρέκλες, ούτε τραπέζια, ούτε ντουλάπες. Προσθέτει ότι δεν υπήρχε θέρμανση το χειμώνα παρά τη δριμύτητα της εποχής αυτής στην περιοχή του Έβρου.
34. Σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, στους τόπους αυτούς κράτησης, δεν υπήρχε ούτε διερμηνέας ούτε νομική υποστήριξη και κατά συνέπεια, οι κρατούμενοι δεν είχαν καμία ενημέρωση για τα δικαιώματά τους και τη διαδικασία παροχής ασύλου.
Γ. Οι συνθήκες κράτησης κατά την εκδοχή της Κυβερνήσεως
35. Η Κυβέρνηση περιγράφει τα διάφορα κέντρα κρατήσεως των συνόρων ως εξής:
Η δυναμικότητα της συνοριοφυλακής Σουφλίου ανερχόταν σε 25 άτομα. Η διατροφή των κρατουμένων ήταν εξαίρετη και παρεχόταν τρεις φορές ημερησίως από τη νομαρχία του Έβρου, η οποία προσέφευγε στις υπηρεσίες μιας ιδιωτικής εταιρείας εστιάσεως. Γιατροί της υγειονομικής υπηρεσίας της περιοχής παρείχαν ιατρικές και φαρμακευτικές υπηρεσίες. Για περιπτώσεις που δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν άμεσα, οι κρατούμενοι μεταφέρονταν σε περιφερειακά κέντρα υγείας ή στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο Αλεξανδρουπόλεως. Ένα τηλέφωνο για το κοινό με κάρτες λειτουργούσε στο κέντρο κράτησης του Σουφλίου και η επικοινωνία των κρατουμένων με τους δικηγόρους πραγματοποιείτο χωρίς κωλύματα. Μη κυβερνητικές οργανώσεις επισκέπτονταν σε τακτά διαστήματα τη συνοριοφυλακή του Σουφλίου για να ενημερώνουν τους κρατούμενους για τα δικαιώματά τους.
36. Η συνοριοφυλακή Φερών είχε δυναμικότητα κράτησης 76 ατόμων και προοριζόταν για κρατήσεις σύντομης διάρκειας. Οι κρατούμενοι λάμβαναν προϊόντα υγιεινής και έβγαιναν από τα κελιά τους σε χρόνους ανάλογους με τις δυνατότητες της υπηρεσίας. Τα γεύματα παρείχοντο τρεις φορές ημερησίως λαμβάνοντας υπ’ όψη τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των κρατουμένων. Οι ιατροί της περιφερειακής υγειονομικής υπηρεσίας κάλυπταν τις ιατρικές και φαρμακευτικές ανάγκες. Για περιπτώσεις που δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν άμεσα, οι κρατούμενοι μεταφέρονταν σε περιφερειακά κέντρα υγείας ή στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο Αλεξανδρουπόλεως.
ΙΙ. ΤΟ ΙΣΧΥΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ
37. Το ισχύον εσωτερικό δίκαιο και η πρακτική στη συγκεκριμένη περίπτωση εκτίθενται στις αποφάσεις C.D. et autres c. Grèce §§ ( ΑΡ 33441/10, 33468/10 ΚΑΙ 33476/10, §§ 27-33, 19 Δεκεμβρίου 2013) και Barjamaj c. Grèce ( αρ 36657/11, §§ 17-23, 2 Μαΐου 2013).
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
1. ΠΡΟΒΟΛΗ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΠΕΡΙ ΑΘΕΤΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 5 § 1 ΚΑΙ 5§ 4 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ
38. Ο προσφεύγων, επικαλούμενος το άρθρο 5 §1, παραπονείται για το παράνομον της κρατήσεώς του, διότι κατ’ αυτόν, η κράτηση αυτή ήταν αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 13 του υπ’ αριθ 114/2010 διατάγματος. Κατηγορεί τις αρχές ότι αποφάσισαν την κράτησή του ενώ είχαν αρνηθεί να δεχθούν την αίτησή του περί παροχής ασύλου, ότι παρέτειναν τη κράτησή του ενώ η απέλασή του δεν ήταν άμεσα εκτελεστή και ότι η κράτηση αυτή έλαβε χώρα υπό συνθήκες αντίθετες προς το άρθρο 3 της Συμβάσεως.
39. Ο προσφεύγων ενίσταται, πλην των άλλων, υπό το πρίσμα του άρθρου 5§4, ότι δεν είχε τη δυνατότητα ευθύς εξ αρχής από την κράτησή του, να προσφύγει στα ένδικα μέσα που του παρείχε το ελληνικό δίκαιο. Καταγγέλλει επίσης ότι οι αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν κατά της κράτησης διότι δεν αποτελούσαν ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο. Ενίσταται ακόμη ότι δεν ενημερώθηκε σε γλώσσα που να κατανοεί σχετικά με τους λόγους της κράτησής του και των προσφερομένων από το ελληνικό δίκαιο ενδίκων μέσων.
40. Η προθεσμία των έξι μηνών που προβλέπει το άρθρο 35§1 στοχεύει στο να εξασφαλίσει τη νομική προστασία παρέχοντας εγγυήσεις ότι οι υποθέσεις που εγείρουν ζητήματα έναντι της Συμβάσεως μπορούν να εξεταστούν σε εύλογο χρόνο και ότι οι εκδιδόμενες αποφάσεις δεν είναι απεριόριστα δεκτικές στην επανεξέτασή τους. Ο κανόνας αυτός ορίζει το χρονικό όριο στο οποίο πραγματοποιείται ο έλεγχος από τα όργανα της Συμβάσεως και επισημαίνει στους ιδιώτες καθώς και στις αρχές την περίοδο πέραν της οποίας ο έλεγχος αυτός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί. Κατά γενικό κανόνα, η προθεσμία των έξι μηνών αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η οριστική απόφαση στο πλαίσιο της διαδικασίας εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων (Varnava et autres c. Turquie [GC] αρ 16064/90, 16065/90, 16066/90, 16068/90, 16069/90, 16070/90, 16071/90, 16072/90 και 16073/90,§§156-157, CEDH 2009).
41. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο προσφεύγων έκαμε χρήση του ενδίκου μέσου ( προσφυγής) που αποτελεί η διατύπωση αντιρρήσεων και η αίτηση ανάκλησης, κατ’ εφαρμογήν των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 76 του νόμου 3386/2005. Στις 21 Ιανουαρίου 2011, έπειτα στις 21 Μαρτίου 2011, το διοικητικό πρωτοδικείο απέρριψε αντίστοιχα τις αντιρρήσεις (προτάσεις) και την αίτηση ανακλήσεως τις οποίες είχε υποβάλει ο προσφεύγων και με τις οποίες αμφισβητούσε τη νομιμότητα της κράτησής του. Συνεπώς, ο προσφεύγων δεν προσέφυγε στο Δικαστήριο ει μη μόνον στις 7 Οκτωβρίου 2011, δηλαδή πέραν των έξι μηνών από το χρόνο εκδόσεως των παραπάνω αναφερομένων αποφάσεων.
42. Εξ αυτών συνάγεται ότι το τμήμα αυτό της αιτήσεως πρέπει να απορριφθεί για μη τήρηση της προθεσμίας των έξι μηνών, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 35§§ 1 και 4 της Συμβάσεως.
ΙΙ. ΠΡΟΒΟΛΗ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥ ΠΕΡΙ ΑΘΕΤΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 3 ΚΑΙ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ
43. Ο προσφεύγων ενίσταται για τις συνθήκες κράτησής του στα κέντρα κράτησης των συνόρων του Σουφλίου και Φερών και για την απουσία πραγματικής πορσφυγής για να διαμαρτυρηθεί για τις συνθήκες αυτές. Ισχυρίζεται ότι υπήρξε παραβίαση των άρθρων 3 και 13 της Συμβάσεως, τα οποία έχουν ως εξής:
Άρθρο 3
« Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθεί εις βασάνους ούτε σε ποινές ή μεταχείριση απάνθρωπες ή εξευτελιστικές»
Άρθρο 13
« Κάθε πρόσωπο του οποίου τα αναγνωριζόμενα στην παρούσα Σύμβαση δικαιώματα και ελευθερίες παρεβιάσθησαν έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίαση διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων κατά την εκτέλεση των δημοσίων καθηκόντων τους.
Α. Το παραδεκτόν
44. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο αιτών δεν εξήντλησε τα εσωτερικά ένδικα μέσα διότι, μη έχοντας προβεί στην ανανέωση της κάρτας αιτούντος άσυλο, δεν έδωσε στις ελληνικές αρχές και κυρίως στην επιτροπή προσφυγών δευτέρου βαθμού, την ευκαιρία να αποφανθούν οριστικά στην αίτηση ασύλου.
45. Ο προσφεύγων αντιτείνει ότι παραπονείται για τις συνθήκες κράτησής του δύο φορές, ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως αλλά και ότι αυτές δεν βελτιώθηκαν. Ισχυρίζεται ακόμη ότι οι συνθήκες κράτησης στα κέντρα κρατήσεως της περιοχής του Έβρου αποτελούν συστημικό πρόβλημα γνωστό στις αρχές.
46. Ο προσφεύγων, ως προς το αίτημα του βάσει του άρθρου 13 της Συμβάσεως, υποστηρίζει ότι το άρθρο 76 του νόμου 3386/2055, ακόμη και στην τροποποιημένη του απόδοση, δεν αποτελεί αποτελεσματική προσφυγή για τις συνθήκες κράτησης, διότι, ως προς αυτόν, η διάταξη αυτή δεν προβλέπει έναν πραγματικό και εξατομικευμένο έλεγχο από τον πρόεδρο του διοικητικού δικαστηρίου των λόγων του εν λόγω αλλοδαπού και δεν παρέχει στον δικαστή αυτόν το δικαίωμα να θέσει τέλος στην κράτηση ή να διατάξει την βελτίωση των εκεί συνθηκών.
47. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ακόμη και αν τα επιχειρήματα της Κυβέρνησης διατυπώνονται σε σχέση με το άρθρο 13 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 3, αφορούν στη ν πραγματικότητα όχι στις συνθήκες κράτησης του προσφεύγοντος ως τέτοιες, αλλά περισσότερο στις πλευρές εκείνες της νομιμότητας της κράτησης, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 5, και με τον έλεγχο αυτής, βάσει της παραγράφου 4 της ίδιας διατάξεως. Πράγματι, η ένσταση της μη εξάντλησης την οποία προβάλλει η Κυβέρνηση υπό το πρίσμα του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 3, συνδέεται στενά με τη σχετική διαδικασία αιτήσεως ασύλου του προσφεύγοντος και τη σχετική κράτησή του. Άρα, η πλευρά αυτή της αιτήσεως εξετάστηκε από το Δικαστήριο ως προς το άρθρο 5 και απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
48. Σε ότι αφορά στο λόγο του προσφεύγοντος τον οποίο στηρίζει στο άρθρο 13, το Δικαστήριο δέχεται ότι αναφέρεται ουσιαστικά στην αποτελεσματικότητα του ελέγχου που ασκεί ο πρόεδρος του διοικητικού δικαστηρίου με τις αντιρρήσεις (προτάσεις) που προβλήθηκαν βάσει του άρθρου 76 του νόμου 3386/2005. Συνεπώς, στις συγκεκριμένες περιστάσεις, το Δικαστήριο έκρινε, στο πλαίσιο ελέγχου της ισχυριζόμενης παραβίασης του άρθρου 5 της Σύμβασης, ότι ο προσφεύγων κατέφυγε στο Δικαστήριο σε διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών μετά την έκδοση των αποφάσεων του διοικητικού δικαστηρίου για τις οποίες ενίσταται. Κατά συνέπεια, ο παραπάνω λόγος πρέπει επίσης να απορριφθεί για μη τήρηση της προθεσμίας αυτής.
49. Το Δικαστήριο, διαπιστώνοντας αντίθετα, ότι ο σχετικός με το άρθρο 3 λόγος δεν είναι προδήλως αβάσιμος κατά την έννοια του άρθρου 35 §3 α) της Συμβάσεως και ότι δεν αντίκειται σε κανένα άλλο λόγο απαραδέκτου ( τον οποίο πρόβαλε εντός της προθεσμίας των έξι μηνών), τον κάνει δεκτόν.
Β. Ως προς την η ουσία
50. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο προσφεύγων προβάλλει λόγους γενικού χαρακτήρα και δεν επισημαίνει τα συγκεκριμένα γεγονότα με τα οποία μπορεί να τεκμηριωθεί η αθέτηση του άρθρου 3 της Συμβάσεως ως προς αυτόν. Στηριζόμενη στις συνθήκες κράτησης που υπάρχουν στις συνοριοφυλακές όπως τις περιγράφει η ίδια, κρίνει ότι ο προσφεύγων δεν υπέστη φυσική ή ψυχολογική πίεση ή αίσθημα απελπισίας τέτοια που να μπορούν να χαρακτηριστούν ως εξευτελιστικά.
51. Ο προσφεύγων επανέρχεται στην εκδοχή των γεγονότων σύμφωνα με τα οποία κρατήθηκε σε κελιά υπερπλήρη , αυτό δε συνέβη χωρίς να μπορεί να δει τον ήλιο για έξι μήνες και χωρίς να έχει τη δυνατότητα κάποιας φυσικής άσκησης σε εξωτερικό χώρο. Επαναβεβαιώνει ότι η επίδραση των συνθηκών κράτησής του ήταν τέτοια ώστε έφθασε στο βαθμό να ράψει τα χείλη του και να προβεί σε απεργία πείνας.
52. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, για να υπαχθεί στο άρθρο 3 της Συμβάσεως μία κακή μεταχείριση πρέπει να ενέχει έναν ελάχιστο βαθμό βαρύτητας. Η εκτίμηση του ελάχιστου βαθμού είναι σχετική εκ φύσεως. Εξαρτάται από το σύνολο των συγκεκριμένων δεδομένων, κυρίως από τη διάρκεια της μεταχείρισης και τις φυσικές και ψυχικές επιπτώσεις τους, καθώς και, ενίοτε, από το φύλο, την ηλικία και την κατάσταση υγείας του θύματος (ίδε, μεταξύ άλλων, Van der Ven c. Pays bas, αρ 50901/99, § 47,CEDH 2003-II). Το Δικαστήριο έκρινε συνεπώς ότι μία μεταχείριση είναι « ταπεινωτική» εφ’ όσον ήταν εκ φύσεως ικανή να ενσπείρει στα θύματά της το αίσθημα φόβου, αγωνίας και κατωτερότητας, ιδιότητες ικανές να ταπεινώσουν και να τους εξευτελίσουν ( Kudla c. Ροlogne [GC], αρ 30210/96, § 92, CEDH 2000-XI).
53. Το Δικαστήριο τονίζει επίσης ότι τα στερητικά της ελευθερίας μέτρα συνοδεύονται αναπόφευκτα από πόνο και ταπείνωση. Πρόκειται εδώ, για αναπόφευκτη κατάσταση η οποία, ως τέτοια, και από μόνη της δεν περιλαμβάνει παραβίαση του άρθρου 3 της Συμβάσεως. Η διάταξη αυτή επιτάσσει εντούτοις στο Κράτος να διασφαλίσει ότι κάθε πρόσωπο κρατείται με συνθήκες συμβατές προς το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ότι οι όροι κράτησης δεν το υποβάλλουν σε απόγνωση ή σε δοκιμασία τέτοιας έντασης που να υπερβαίνει το αναπόφευκτο επίπεδο πόνου που συνεπάγεται ένα τέτοιο μέτρο και ότι, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις πρακτικές απαιτήσεις ενός εγκλεισμού, η υγεία του και η καλή διαβίωση εξασφαλίζονται αναλόγως (Kudla, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, §§ 92-94, και Ramirez Sanchez c. France [GC], αρ 59450.00, § 119, CEDH 2006-IX).
54. Επί του προκειμένου, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι έχει ήδη αποφανθεί υπέρ της παραβίασης του άρθρου 3 της Συμβάσεως, πολλές φορές, σε υποθέσεις σχετικές με τις συνθήκες κράτησης αλλοδαπών σε ελληνικά κέντρα κράτησης των συνόρων και κυρίως σε αυτά των Φερών και του Σουφλίου ( S.D. c. Grèce, ΑΡ 53541.07, 11 Ιουνίου 2009, M.S.S. c.Belgique et Grèce [GC], ΑΡ 30696/09, 21 Ιανουαρίου 2011, R.U. c. Grèce, αρ 2237/08, 7 Ιουνίου 2011, A.F. c. Grèce, αρ 53709/11, 13 Ιουνίου 2013, B.M. c. Grèce, αρ 53608/11, 19 Δεκεμβρίου 2013.
55. Το Δικαστήριο δέχεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι, σε μία συνολική περίοδο έξι μηνών, ο προσφεύγων κρατήθηκε τη μεγαλύτερη χρονική περίοδο στη συνοριοφυλακή του Σουφλίου ( εξαιρέσει δύο σύντομων περιόδων, δύο ημερών και πέντε ημερών αντίστοιχα κατά τη διάρκεια των οποίων κρατήθηκε αντίστοιχα στο κέντρο κράτησης των Φερών και στο αστυνομικό τμήμα του Σουφλίου). Το Δικαστήριο επεσήμανε τις πιστοποιήσεις (constats) σχετικά με αυτή τη συνοριοφυλακή στις οποίες προέβη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά των βασανιστηρίων ( στην από 10 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή της), ο εκπρόσωπος της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες, μετά την επίσκεψη που πραγματοποίησε από τις 29 Σεπτεμβρίου μέχρι την 1η Οκτωβρίου 2010), η εθνική Επιτροπή για τα δικαιώματα του ανθρώπου και ο μεσολαβητής της Δημοκρατίας (μετά την επίσκεψή τους που πραγματοποιήθηκε από τις 18 Μαρτίου έως τις 20 Μαρτίου 2011) και οι οποίες περιλαμβάνονται στην απόφαση B.M. c. Grèce, όπως αναφέρεται παραπάνω. Εξ αυτών συνάγεται ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει, κατά την παραμονή του προσφεύγοντος στο Σουφλί, σε σχέση με την κατάσταση την οποία αναγνώρισαν οι προηγούμενες αποφάσεις.
56. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Κυβέρνηση δεν εξέθεσε κανένα πραγματικό στοιχείο ούτε επιχείρημα ικανά να άρουν τις πιστοποιήσεις αυτές και τα οποία να συνεισφέρουν στην παρούσα υπόθεση ένα συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο στο οποίο κατέληξε στις προαναφερόμενες υποθέσεις.
57. Τα στοιχεία αυτά επαρκούν στο Δικαστήριο για να συμπεράνει ότι υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβίαση του άρθρου 3 της Συμβάσεως.
ΙΙΙ. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ
58. Σύμφωνα με το άρθρο 41 της Συμβάσεως
« Εάν το Δικαστήριο κρίνει ‘ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της, και αν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλομένου Μέρους δεν επιτρέπει παρά μόνον ατελή εξάλειψη των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο χορηγεί, εφ’ όσον είναι αναγκαίο, στον παθόντα δίκαιη ικανοποίηση.»
Α. Ζημία
59. Ο προσφεύγων απαιτεί 10 000 ευρώ (EUR) ως ηθική βλάβη την οποία λέγει ότι υπέστη.
60. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το ποσό που αξιώνει είναι υπερβολικό και εκτιμά ότι η πιστοποίηση μιας παραβίασης αποτελεί επαρκή δίκαιη ικανοποίηση
61. Το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθούν στον προσφεύγοντα 6 500 ευρώ (EUR) ως ηθική βλάβη.
Β. Έξοδα και δικαστική δαπάνη
62. Ο προσφεύγων, ο οποίος είχε νομική υποστήριξη, δεν υποβάλλει αίτημα για έξοδα και δικαστική δαπάνη.
Γ. Τόκοι υπερημερίας
63. Το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να συναρτήσει το επιτόκιο του τόκου υπερημερίας βάσει του επιτοκίου διευκόλυνσης που χορηγεί η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα, προσαυξανομένου κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΜΟΦΩΝΑ
Δέχεται την αίτηση ως προς το λόγο που στηρίζεται στο άρθρο 3 και την κηρύσσει απαράδεκτη ως προς το επιπλέον.
Αναγνωρίζει ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της Συμβάσεως. λόγω των συνθηκών κράτησης του προσφεύγοντος στο κέντρο κράτηση Σουφλίου.
3. Αποφαίνεται ότι
α ) το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να καταβάλει στον προσφεύγοντα εντός τριών μηνών, αρχής γενομένης από την ημέρα που η απόφαση θα καταστεί οριστική σύμφωνα με το άρθρο 44§2 της Σύμβασης το ποσό των 6 500 ευρώ ( έξι χιλιάδες πεντακόσια ευρώ) , πλέον κάθε ποσό το οποίο ενδέχεται να οφείλεται ως φόρος, για ηθική ζημία.
β) ότι από της εκπνοής της εν λόγω προθεσμίας και μέχρι καταβολής, το ποσό αυτό θα προσαυξάνεται με απλό τόκο και επιτόκιο ίσο προς το επιτόκιο διευκόλυνσης δανείου που παρέχει η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα και εφαρμόζεται την περίοδο αυτή, προσαυξανόμενο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
4. Απορρίπτει το αίτημα περί δικαίας ικανοποίησης ως προς το επιπλέον.
Συνετάγη στη γαλλική γλώσσα, στη συνέχεια δε κοινοποιήθηκε εγγράφως την 9η Οκτωβρίου 2014, κατ΄ εφαρμογήν του άρθρου 77 §§ 2 και 3 του κανονισμού του Δικαστηρίου.
Søren NielsenIsabelle Berro-Lefèvre
ΓραμματέαςΠρόεδρος
Full & Egal Universal Law Academy