Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
Υπόθεση ΚΑΛΑΤΖΗ-ΚΑΝΑΤΑ
Κατά
Ελλάδας
(Προσφυγή υπ’αρ. 951/10)
Απόφαση
Στρασβούργο, 22 Ιανουαρίου 2013
Η απόφαση αυτή είναι οριστική. Μπορεί να επέλθουν μερικές αλλαγές ως προς την μορφή.
Στην υπόθεση Καλατζή-Κανατά κατά Ελλάδας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Πρώτο Τμήμα), που συνεδρίασε σε Επιτροπή με την ακόλουθη σύνθεση:
Elisabeth Steiner, Πρόεδρο,
Mirjana Lazarova Trajkovska,
Λίνο-Αλέξανδρο Σισιλιάνο, Δικαστές
Και με την σύμπραξη του André Wampach, Αν. Γραμματέα Τμήματος,
Αφού διασκέφθηκε σε Συμβούλιο, στις 18 Δεκεμβρίου 2012,
Εξέδωσε την παρούσα απόφαση, που υιοθετήθηκε την ημερομηνία αυτή:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1.Η υπόθεση προέκυψε μετά από προσφυγή (αρ. 951/10) κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας που άσκησε μια Ελληνίδα υπήκοος η κα Ευφημία Καλατζή-Κανατά («η προσφεύγουσα»), η οποία προσέφυγε στο Δικαστήριο στις 14 Δεκεμβρίου 2009, κατ’εφαρμογή του άρθρου 34 της Σύμβασης Προστασίας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση»).
2.Η προσφεύγουσα εκπροσωπείται από τους Δικηγόρους Αθηνών Σ.Τζουβελόπουλο, Δ.Τζουβελοπούλου και Α.Μαθιουδάκη. Η Ελληνική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπείται από την πληρεξουσία της, την κα Κ.Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
3.Την 1η Σεπτεμβρίου 2011, η προσφυγή κοινοποιήθηκε στην Κυβέρνηση.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ
ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
4.Η προσφεύγουσα γεννήθηκε το 1941 και κατοικεί στην Αθήνα.
5.Στις 3 Νοεμβρίου 1962, η προσφεύγουσα προσλήφθηκε στο μαιευτήριο «Η Μητέρα». Από τις 20 Οκτωβρίου 1964 ως τις 17 Ιουλίου 1965, εστάλη από το Μαιευτήριο στο Λονδίνο για να σπουδάσει ως υπότροφος του Μαιευτηρίου και κατά την επιστροφή της διορίστηκε καθηγήτρια στην Ανωτάτη Σχολή Βρεφοκόμων του Μαιευτηρίου «Η Μητέρα» που είχε το καθεστώς Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου εποπτευόμενο από τον Υπουργό Υγείας. Με απόφαση των Υπουργών Υγείας και Εθνικής Παιδείας της 4ης Απριλίου 1985, η προσφεύγουσα εντάχτηκε ως καθηγήτρια στο τεχνικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθηνών (ΤΕΙ) των επαγγελμάτων υγείας, στο Τμήμα Βρεφοκομίας. Στις 10 Οκτωβρίου 1989, με απόφαση του Αντιπροέδρου του ΤΕΙ, έλαβε επίδομα αρχαιότητας ύψους 60% του μισθού της, επειδή είχε εργαστεί πάνω από είκοσι τέσσερα έτη. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1990, η προσφεύγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί η προηγούμενη εμπειρία της στον ιδιωτικό τομέα (όταν εργαζόταν στο μαιευτήριο) από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους για τον υπολογισμό της σύνταξής της και το αίτημά της έγινε δεκτό (απόφαση υπ’αρ. 27236/1990). Ωστόσο, η απόφαση αυτή ανακλήθηκε το 1995 με την αιτιολογία ότι η νομοθεσία που εφαρμόστηκε στην περίπτωσή της δεν ήταν η κατάλληλη (απόφαση 7544/1995 του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους). Στις 15 Οκτωβρίου 1998, ο Πρόεδρος του ΤΕΙ Αθηνών επιβεβαίωσε την παύση της σχέσης εργασίας με την προσφεύγουσα λόγω παραίτησης. Με την απόφαση υπ’ αρ. 2928/1999 της 24ης Φεβρουαρίου 1999, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ανακάλεσε την απόφασή του υπ’αρ. 7544, με την αιτιολογία ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους η προσφεύγουσα προσλήφθηκε στην διοίκηση ήταν ότι λήφθηκε υπόψη η προηγούμενη επαγγελματική της εμπειρία στο Μαιευτήριο. Έτσι, η απόφαση υπ’αρ. 27326/1990 τέθηκε και πάλι σε ισχύ. Ωστόσο, η απόφαση υπ’αρ. 2928/1999 υπολόγισε την σύνταξη της προσφεύγουσας όχι με βάση το επίδομα αρχαιότητας ύψους 60% που λάμβανε όσο ήταν εν ενεργεία υπάλληλος, αλλά σε ποσοστό 48%. Δηλαδή η απόφαση έλαβε υπόψη μόνον δέκα έτη υπηρεσίας της προσφεύγουσας στην Ανωτάτη Σχολή Βρεφοκόμων του Μαιευτηρίου «Η Μητέρα». Στις 30 Ιουνίου 1999, η προσφεύγουσα άσκησε ένσταση κατά της απόφασης υπ’αρ. 2928/1999 ενώπιον της Επιτροπής ελέγχου των πράξεων κανονισμού συντάξεων. Στις 15 Φεβρουαρίου 2011, η Επιτροπή απέρριψε την ένσταση ως αβάσιμη. Έκρινε ότι για να δικαιούται επίδομα ύψους 60% του μισθού της, η προσφεύγουσα έπρεπε να έχει προϋπηρεσία είκοσι εννέα ετών. Στις 8 Οκτωβρίου 2002, η προσφεύγουσα άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η δίκη έγινε στις 2 Δεκεμβρίου 2004. Στις 7 Απριλίου 2005, το Ελεγκτικό Συνέδριο απέρριψε το αίτημα της προσφεύγουσας. Έκρινε ότι το ΤΕΙ Αθηνών δεν υπολόγισε σωστά τον αριθμό ετών που έδιναν δικαίωμα στο επίδικο επίδομα και ότι το γεγονός ότι η προσφεύγουσα εισέπραττε, όσο ήταν εν ενεργεία, επίδομα ύψους 60% του μισθού της, δεν εμπόδιζε την Επιτροπή ούτε το ίδιο Ελεγκτικό Συνέδριο να προβεί σε έναν εκ των υστέρων έλεγχο νομιμότητας των πράξεων που είχαν συνέπειες στις συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων. Έκρινε ότι η προσφεύγουσα είχε παύσει τις υπηρεσίες της μια εποχή που ίσχυαν οι διατάξεις που όριζαν ότι η προϋπηρεσία σε Ιδρύματα που είχαν το καθεστώς του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό του επιδόματος αρχαιότητας, ακόμα κι αν σύμφωνα με άλλες διατάξεις, η προϋπηρεσία αυτή λαμβανόταν υπόψη για την πρόσληψη του δημοσίου υπαλλήλου από την διοίκηση. Η απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 7 Σεπτεμβρίου 2005 και στην δικηγόρο της στις 23 Σεπτεμβρίου 2005. Στις 31 Αυγούστου 2006, η προσφεύγουσα άσκησε αναίρεση ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου , που συνεδρίασε σε Ολομέλεια. Η δίκη έγινε την 1η Οκτωβρίου 2008. Με απόφαση της 6ης Μαΐου 2009, που κοινοποιήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 2009, το Ελεγκτικό Συνέδριο απέρριψε την αναίρεση. Επικύρωσε την απόφαση της 7ης Απριλίου 2005. Υπογράμμισε ότι η σύνταξη ορίστηκε με βάση την νομοθεσία περί μισθοδοσίας που ίσχυε κατά την στιγμή παύσης των καθηκόντων του δημοσίου υπαλλήλου και ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν υπήρχε παραβίαση, μεταξύ άλλων, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ
Ι.ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 §1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η διάρκεια της διαδικασίας παραβίασε την αρχή της «εύλογης προθεσμίας» όπως ορίζεται από το άρθρο 6§1 της Σύμβασης, που ορίζει τα εξής:
«Παv πρόσωπov έχει δικαίωµα όπως η υπόθεσίς τoυ δικασθή δικαίως, ... εvτός λoγικής πρoθεσµίας υπό δικαστηρίoυ, ... τo oπoίov θα απoφασίση επί τωv αµφισβητήσεωv επί τωv δικαιωµάτωv και υπoχρεώσεώv τoυ αστικής φύσεως(...)».
Ως προς το παραδεκτό
Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι προδήλως αβάσιμη υπό την έννοια του άρθρου 35§3(α) της Σύμβασης. Το Δικαστήριο κρίνει επίσης ότι δεν αντίκειται σε κανένα λόγο απαραδέκτου και την κηρύσσει παραδεκτή.
Β.Ως προς την ουσία
1.Υπό κρίση περίοδος Το Δικαστήριο σημειώνει ότι πριν προσφύγει στο Ελεγκτικό Συνέδριο η προσφεύγουσα άσκησε ένσταση κατά της απόφασης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ενώπιον της Επιτροπής ελέγχου των πράξεων κανονισμού συντάξεων. Η προσφυγή ενώπιον της Επιτροπής αυτής ήταν απαραίτητη για να είναι δυνατή η προσφυγή στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Ως προς το θέμα αυτό, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι όταν κατ’εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας ο προσφεύγων πρέπει να εξαντλήσει μια προηγούμενη διοικητική διαδικασία πριν προσφύγει σε δικαστήριο, η διαδικασία ενώπιον του διοικητικού οργάνου πρέπει να συμπεριληφθεί στον υπολογισμό της διάρκειας της πολιτικής διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 6 (βλ. στην ίδια κατεύθυνση και mutatis mutandis Πασχαλίδης και λοιποί κατά Ελλάδας, 19 Μαρτίου 1997, §33, Recueil des arrêts et décisions 1997-II, Ιχτιγιαρόγλου κατά Ελλάδας, αρ. 12045/06, §38, 19 Ιουνίου 2008). Υπό τις συνθήκες αυτές, η υπό κρίση περίοδος άρχισε στις 30 Ιουνίου 1999, με την προσφυγή στην Επιτροπή ελέγχου των πράξεων κανονισμού συντάξεων και τελείωσε στις 3 Σεπτεμβρίου 2009, με την κοινοποίηση της απόφασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην προσφεύγουσα. Επομένως διήρκεσε πάνα από 10 έτη για τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας.
2.Εύλογος χαρακτήρας της διαδικασίας Η Κυβέρνηση επικαλείται τον περίπλοκο χαρακτήρα της υπόθεσης για να δικαιολογήσει την διάρκεια της διαδικασίας. Υποστηρίζει επίσης ότι δεν μπορούν να καταλογιστούν στις δικαστικές αρχές οι περίοδοι που διέρρευσαν μεταξύ των ημερομηνιών κοινοποίησης στην προσφεύγουσα της απόφασης της Επιτροπής ελέγχου των πράξεων κανονισμού συντάξεων και της απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 7ης Απριλίου 2005 και των ημερομηνιών κατά τις οποίες η προσφεύγουσα άσκησε την έφεση και την αναίρεση αντίστοιχα. Η Κυβέρνηση επικαλείται επίσης ότι η υπόθεση εξετάστηκε σε δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και ότι η διάρκεια της επίδικης διαδικασίας ήταν εύλογη. Η προσφεύγουσα επαναλαμβάνει ότι η διάρκεια της διαδικασίας ήταν υπερβολική. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας της διαδικασίας κρίνεται σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης και με βάση κριτήρια που έχει καθιερώσει η νομολογία του δικαστηρίου, ιδίως την δυσκολία της υπόθεσης, την συμπεριφορά του προσφεύγοντος και των αρμόδιων αρχών καθώς και την σημασία της διαφοράς για τους ενδιαφερομένους (βλ. μεταξύ πολλών άλλων, Frydlender κατά Γαλλίας [GC], αρ. 30979/96, §43, CEDH 2000-VII). Το Δικαστήριο θεωρεί ότι με την συμπεριφορά της η προσφεύγουσα είναι υπεύθυνη για μέρος της καθυστέρησης στην διεξαγωγή της διαδικασίας. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η προσφεύγουσα χρειάστηκε ένα έτος και οκτώ μήνες για να προσφύγει στο Ελεγκτικό Συνέδριο μετά από την απόφαση της Επιτροπής ελέγχου των πράξεων κανονισμού συντάξεων και έντεκα μήνες για να ασκήσει αναίρεση μετά την κοινοποίηση της απόφασης της 7ης Απριλίου 2005. Επομένως, συνάγεται ότι είναι υπεύθυνη για μια συνολική καθυστέρηση περίπου δύο ετών και επτά μηνών. Ωστόσο, ακόμα και αν αφαιρέσουμε από την συνολική διάρκεια της διαδικασίας την καθυστέρηση για την οποία υπαίτια είναι η προσφεύγουσα, η περίοδος που μένει είναι υπερβολική. Ειδικότερα το Δικαστήριο σημειώνει ότι η διαδικασία ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου που έκρινε την έφεση διήρκεσε περίπου τρία έτη και η διαδικασία ενώπιον της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου περίπου δύο έτη και δέκα μήνες. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει επανειλημμένως υποθέσεις που εγείρουν θέματα παρόμοια με αυτό της υπό κρίση υπόθεσης και διαπίστωσε την παραβίαση του άρθρου 6§1 της Σύμβασης (βλ. προαναφερθείσα Frydlender). Αφού εξέτασε όλα τα στοιχεία που του υποβλήθηκαν, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Κυβέρνηση δεν εξέθεσε κανένα γεγονός ή επιχείρημα που μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα στην υπό κρίση υπόθεση. Ως εκ τούτου, έχοντας υπόψη τη νομολογία του επί του θέματος, το Δικαστήριο θεωρεί ότι στην υπό κρίση υπόθεση η διάρκεια της επίδικης διαδικασίας είναι υπερβολική και δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση της «εύλογης προθεσμίας». Επομένως, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 §1.
ΙΙ.ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ Η προσφεύγουσα παραπονείται για παραβίαση του δικαιώματός της στον σεβασμό της περιουσίας της λόγω του ότι το ποσό του επιδόματος αρχαιότητας που ελάμβανε όσο καιρό ήταν εν ενεργεία μειώθηκε κατά τον υπολογισμό της σύνταξής της. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι αξιώσεις της προσφεύγουσας βασίζονται σε μια απλή υπόθεση. Εάν η προσφεύγουσα εισέπραττε ως καθηγήτρια στο Τεχνικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθηνών επίδομα που είχε οριστεί στο 60% του βασικού της μισθού, το επίδομα αυτό μειώθηκε από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, όταν συνταξιοδοτήθηκε, στο 48% του μισθού για τον υπολογισμό της σύνταξης. Το Ελεγκτικό Συνέδριο στο οποίο προσέφυγε η προσφεύγουσα απέρριψε το αίτημά της με την αιτιολογία ότι ο υπολογισμός της σύνταξης έπρεπε να γίνει την στιγμή που συνταξιοδοτήθηκε με βάση την νομοθεσία που ίσχυε τότε και που όριζε το ποσοστό του επιδόματος αυτού στο 48%. Επομένως, κατά την ημερομηνία που οφειλόταν η σύνταξη, η προσφεύγουσα, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο δεν είχε ούτε δικαίωμα, ούτε καν «θεμιτή προσδοκία», υπό την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου (Kopecky κατά Σλοβακίας, [GC], αρ. 44912/98, ECHR 2004-IX) να αποκτήσει σύνταξη υπολογισμένη κατά τον τρόπο που ζητούσε. Επομένως, δεν είχε «περιουσία» υπό την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η αιτίαση αυτή είναι προδήλως αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35§§3 και 4 της Σύμβασης.
IV.ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣΣύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης
Εάv τo Δικαστήριo κρίvει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύµβασης ή τωv Πρωτoκόλλωv της, και αv τo εσωτερικό δίκαιo τoυ Υψηλoύ Συµβαλλόµεvoυ Μέρoυς δεv επιτρέπει παρά µόvo ατελή εξάλειψη τωv συvεπειώv της παραβίασης αυτής, τo Δικαστήριo χoρηγεί, εφόσov είvαι αvαγκαίo, στov παθόvτα δίκαιη ικαvoπoίηση.
Α.Ζημία Η προσφεύγουσα αιτείται, λόγω υλικής ζημίας, το ποσό των 33.880€ εντόκως, ποσό που υπολογίζει ως απώλεια από την σύνταξή της. Επιπλέον ζητά το ποσό των 15.000€ λόγω ηθικής βλάβης. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η διαπίστωση της παραβίασης αποτελεί επαρκή δίκαιη ικανοποίηση. Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να επιδικαστεί ένα ποσό στην προσφεύγουσα, δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 2.500€. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι διαπίστωσε μόνον παραβίαση του άρθρου 6 §1 για υπέρβαση της εύλογης προθεσμίας. Θεωρεί ότι μόνον μια αποζημίωση για ηθική βλάβη από την αιτία αυτή πρέπει να ληφθεί υπόψη και ότι συντρέχει λόγος να επιδικάσει στην προσφεύγουσα το ποσό των 2.400€.
Β.Έξοδα και δικαστική δαπάνη Η προσφεύγουσα ζητεί επίσης 663€ για έξοδα και δικαστική δαπάνη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και 1.000€ για τα έξοδα ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή συνολικά 1.663€. Προσκομίζει τιμολόγια υπογεγραμμένα από τον δικηγόρο της, στα οποία αναφέρονται τα αιτούμενα ποσά. Η Κυβέρνηση καλεί το Δικαστήριο να μην επιδικάσει ποσό μεγαλύτερο των 500€. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η επιδίκαση εξόδων και δικαστικής δαπάνης με βάση το άρθρο 41 προϋποθέτει ότι αυτά είναι πραγματικά, αναγκαία και επίσης, εύλογα ως προς το ύψος τους (Ιατρίδης κατά Ελλάδας, [GC], αρ. 31107/96, §54, CEDH 2000-XI). Στην υπό κρίση υπόθεση, έχοντας υπόψη τα στοιχεία που έχει στην διάθεσή του και τα ανωτέρω κριτήρια, το Δικαστήριο κρίνει εύλογο να επιδικάσει στην προσφεύγουσα 500€, συν κάθε ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος.
Γ.Τόκοι υπερημερίας Το Δικαστήριο κρίνει ότι αρμόζει να υπολογισθούν οι τόκοι υπερημερίας επί του επιτοκίου διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης, προσαυξημένου κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΜΟΦΩΝΑ, Κηρύσσει την προσφυγή παραδεκτή ως προς την αιτίαση σχετικά με την υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας και απαράδεκτη για τα περαιτέρω Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 §1 της Σύμβασης Αποφαίνεται ότι
α) Το καθ’ου η προσφυγή Κράτος πρέπει να καταβάλει στην προσφεύγουσα, εντός τριών μηνών, τα ακόλουθα ποσά:2.400€ (δύο χιλιάδες τετρακόσια ευρώ), συν κάθε ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος, για ηθική βλάβη,500€ (πεντακόσια ευρώ), συν κάθε ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος, για έξοδα και δικαστική δαπάνη
β) Από την εκπνοή της προθεσμίας αυτής και μέχρι την καταβολή, το ποσό αυτό θα αυξάνεται με απλό τόκο με επιτόκιο ίσο προς το ισχύον κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα επιτόκιο διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες. Απορρίπτει το αίτημα δίκαιης ικανοποίησης για τα περαιτέρω.
Συντάχτηκε στα γαλλικά και στην συνέχεια κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 22 Ιανουαρίου 2013, σύμφωνα με το άρθρο 77 §§2 και 3 του Κανονισμού.
Ο Αν.ΓραμματέαςΗ Πρόεδρος
André WampachElisabeth Steiner
Full & Egal Universal Law Academy