Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
H ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΠΡΩΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ Δ.Κ. ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
(Προσφυγή υπ’ αρίθμ.: 35202/10)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
9 Ιανουαρίου 2014
Η απόφαση αυτή είναι οριστική. Μπορεί να υποστεί αλλαγές ως προς την μορφή.
Συμβούλιο της Ευρώπης
Στην υπόθεση Δ.Κ. και λοιπών κατά της Ελλάδος
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Πρώτο Διοικητικό Τμήμα), συνεδριάζοντας σε Επιτροπή υπό την εξής σύνθεση:
Elisabeth Steiner, Πρόεδρος
Linos-Alexandre Sicilianos,
Κsenija Turković, Δικαστές
Και André Wampach, Αναπληρωτής Δικαστικός Γραμματέας του Διοικητικού Τμήματος,
Αφού διασκέφθηκε σε Συμβούλιο τμήματος την 10η Δεκεμβρίου 2013,
Εκδίδει την παρακάτω απόφαση, που υιοθετήθηκε κατά την ίδια ημερομηνία :
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Στις απαρχές της υπόθεσης βρίσκεται μία προσφυγή (η υπ’ αρίθμ. 35202/10) κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας. Οι οκτώ προσφεύγοντες, των οποίων τα ονόματα παρατίθενται στο συνημμένο παράρτημα, προσέφυγαν στο Δικαστήριο την 15η Ιουνίου 2010, βάσει του άρθρου 34 της Σύμβασης Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («Η Σύμβαση»).
2. Οι προσφεύγοντες αντιπροσωπεύονταν από τις κ.κ. Ν. Αναγνωστοπούλου και Α. Ψύχα, δικηγόρους του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Η ελληνική Κυβέρνηση («Η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους του Οργάνου της (του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους), την Κυρία Β. ΠΕΛΕΚΟΥ, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και την Κυρία Ο. ΣΟΥΡΟΠΑΝΗ, Εισηγήτρια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
3. Την 25η Νοεμβρίου 2011, η προσφυγή κοινοποιήθηκε στην Κυβέρνηση.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Α. Οι περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης
4. Οι πέντε πρώτοι προσφεύγοντες είναι συνταξιούχοι στρατιωτικοί. Η έκτη προσφεύγουσα ήταν η σύζυγος του Τ.Τ., ο έβδομος προσφεύγων ο γιός του και η όγδοη προσφεύγουσα η κόρη του.
5. Την 28 Δεκεμβρίου 2000, οι πέντε πρώτοι προσφεύγοντες, καθώς και οι τρεις τελευταίοι προσφεύγοντες, υπό την ιδιότητα των κληρονόμων του Τ.Τ. προσέφυγαν στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών με μία αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου με σκοπό να λάβουν την αύξηση του επιδόματος της αποχώρησης τους από την υπηρεσία.
6. Την 27η Μαΐου 2004, το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή τους ως αβάσιμη (απόφαση υπ’αρίθμ. 5926/2004). Αυτή η απόφαση κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες την 28η Φεβρουαρίου 2005.
7. Tην 28η Απριλίου 2005, οι προσφεύγοντες άσκησαν έφεση.
8. Την 30η Ιουνίου 2006, το Διοικητικό Εφετείο των Αθηνών απέρριψε την έφεση (απόφαση υπ’αρίθ. 2464/2006). Αυτή η απόφαση κοινοποιήθηκε στους προσφεύγοντες την 22η Ιουνίου 2007.
9. Την 20η Νοεμβρίου 2007, οι προσφεύγοντες έκαναν αίτηση αναίρεσης.
10. Την 15η Ιουλίου 2009, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την αίτηση τους (απόφαση υπ’αρίθμ. 2382/2009). Αυτή η απόφαση καθαρογράφτηκε και επικυρώθηκε την 12η Φεβρουαρίου 2010.
Β. Το εφαρμοστέο εσωτερικό δίκαιο
Ο Νόμος 4055/2012
11. Ο Νόμος 4055/2012, με τον τίτλο «Δίκαιη δίκη και εύλογη διάρκεια αυτής», τέθηκε σε ισχύ την 2η Απριλίου 2012. Τα άρθρα από 53 έως 58 του προαναφερθέντος νόμου εισάγουν ένα ένδικο βοήθημα (μία αίτηση) για την επιδίωξη δίκαιης ικανοποίησης λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης της διοικητικής διαδικασίας. Το άρθρο 55 § 1 ορίζει:
«Η αίτηση δίκαιης ικανοποίησης ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας και εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε μετά από δίκη για την οποία ο αιτών παραπονείται ότι υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας αυτής. (...)»
OΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ
Ι. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
12. Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι η διάρκεια της διαδικασίας αγνόησε την αρχή της «εύλογης διάρκειας» όπως προβλέπεται από το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή (...) εντός λογικής προθεσμίας υπό (...) δικαστηρίου, (...) το οποίον θα αποφασίση, είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως (...) ».
13. Η Κυβέρνηση αντιτάσσεται σε αυτή τη θέση.
Α. Τύποις
14. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το αίτημα αυτό δεν είναι έκδηλα αβάσιμο κατά την έννοια του άρθρου 35 § 3 α) της Σύμβασης. Σημειώνει επίσης ότι δεν προσκρούει σε κανέναν άλλο λόγο απαραδέκτου. Επομένως πρέπει να το κηρύξει παραδεκτό.
Β. Ουσία
1. Περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη
15. Η περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη ξεκίνησε την 28η Δεκεμβρίου 2000 με την προσφυγή των εναγόντων ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου και περατώθηκε την 12η Φεβρουαρίου 2010, ημερομηνία κατά την οποία συντάχθηκε οριστικά και επικυρώθηκε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας υπ’ αρίθμ. 2382/2009. Άρα, διήρκεσε περίπου εννέα έτη και δύο μήνες για τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας.
2. Ο λογικός χαρακτήρας της διαδικασίας
16. Η Κυβέρνηση προβαίνει σε μία χρονολογική ανάλυση της εν λόγω διαδικασίας και εκτιμά ότι η υπόθεση γενικώς κρίθηκε εντός λογικής προθεσμίας. Ισχυρίζεται ότι τα διαβήματα ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων ελάμβαναν χώρα, χωρίς να μεσολαβούν αδικαιολόγητες περίοδοι απραξίας.
17. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει, ότι ο δικαιολογημένος χαρακτήρας της διάρκειας μίας διαδικασίας εκτιμάται σύμφωνα με τις συνθήκες της υπόθεσης και αναφορικά με τα κριτήρια που αναγνώρισε η δικαιοδοσία της, ιδιαίτερα την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, την συμπεριφορά του ενάγοντα και αυτή των αρμόδιων αρχών, καθώς και του τι διακυβεύεται δια του δικαστικού αγώνα για τους ενδιαφερόμενους (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων Βασίλειος Αθανασίου και άλλοι κατά της Ελλάδος, υπ’αρίθμ. 50973/08, 21η Δεκεμβρίου 2010).
18. Το Δικαστήριο έχει κατ’ επανάληψη εξετάσει υποθέσεις που εγείρουν παρόμοια θέματα με αυτό της κρινόμενης υπόθεσης και διαπίστωσε την παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης (βλέπε, Βασίλειος Αθανασίου και άλλοι που προαναφέρθηκε). Στην κρινόμενη υπόθεση, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η υπόθεση δεν παρουσίαζε καμία πολυπλοκότητα. Επιπλέον, δεν παρατηρεί κανένα στοιχείο που να θέτει θέμα υπαιτιότητας των προσφευγόντων για την παρέλκυση της διαδικασίας. Λαμβάνοντας υπόψη την νομολογία του επί του θέματος, το Δικαστήριο κρίνει πως στην κρινόμενη περίπτωση η διάρκεια της επίδικης διαδικασίας ήταν υπερβολικά μακρά και δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση της «λογικής προθεσμίας».
19. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1.
ΙΙ. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
20. Οι προσφεύγοντες καταγγέλλουν επίσης ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει κάποια αποτελεσματική προσφυγή (αίτηση) για να γίνει καταγγελία αναφορικά με την υπερβολικά μακρά διάρκεια της διαδικασίας. Επικαλούνται το άρθρο 13 της Σύμβασης, το οποίο ορίζει τα εξής :
« Παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη παρούση Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των. »
Α. Τύποις
21. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι αυτό το αίτημα δεν είναι έκδηλα αβάσιμο κατά την έννοια του άρθρου 35 § 3 α) της Σύμβασης. Σημειώνει επίσης ότι δεν προσκρούει σε κανέναν άλλο λόγο απαραδέκτου. Επομένως πρέπει να το κηρύξει παραδεκτό.
Β. Ουσία
22. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 13 εγγυάται μία αποτελεσματική προσφυγή ενώπιον μίας εθνικής Αρχής για να καταγγείλει μία αδυναμία ανταπόκρισης προς την υποχρέωση, που επιβάλλει το άρθρο 6 § 1, να εκδικάζονται οι υποθέσεις εντός λογικής προθεσμίας (βλέπε Kudla κατά της Πολωνίας [GC], υπ’αρίθμ. 30210/96, § 156, CEDH 2000-XI).
23. Εξάλλου, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι η ελληνική έννομη τάξη δεν προσέφερε στους ενδιαφερόμενους μία αποτελεσματική προσφυγή, κατά την έννοια του άρθρου 13 της Σύμβασης, επιτρέποντας τους να καταγγείλουν την διάρκεια μίας διαδικασίας (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Βασίλειος Αθανασίου και λοιποί που προαναφέρθηκε).
24. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι, την 12η Μαρτίου 2012 δημοσιεύθηκε ο νόμος υπ’αρίθμ. 4055/2012 που αφορά στην δίκαιη δίκη και στην εύλογη διάρκεια αυτής, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 2η Απριλίου 2012. Βάσει των άρθρων 53 και επομένων του προαναφερθέντος νόμου, θεσπίστηκε μία νέα αίτηση, η οποία επιτρέπει στους ενδιαφερόμενους να ζητήσουν δίκαιη ικανοποίηση για την διάρκεια της κάθε διοικητικής δίκης εντός της προθεσμίας των έξι μηνών από την ημερομηνία της δημοσίευσης της σχετικής απόφασης (βλέπε παράγραφο 11 παραπάνω). Το Δικαστήριο παρατηρεί εντούτοις ότι ο εν λόγω νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ. Συνεπώς, δεν προβλέπει τέτοια αίτηση για τις υποθέσεις, οι οποίες περατώθηκαν έξι μήνες πριν να τεθεί σε ισχύ.
25. Στην κρινόμενη υπόθεση, η απόφαση υπ’αρίθμ. 2382/2009 του Συμβουλίου της Επικρατείας εκδόθηκε την 15η Ιουλίου 2009, δηλαδή περισσότερο από έξι μήνες πριν να τεθεί σε ισχύ ο νόμος 4055/2012. Επομένως, το Δικαστήριο εκτιμά πως υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης εξαιτίας της απουσίας, την εποχή των γεγονότων, από το εσωτερικό δίκαιο μίας προσφυγής/αίτησης η οποία να επιτρέπει στους προσφεύγοντες την κύρωση του δικαιώματός τους να δουν την υπόθεσή τους να εκδικάζεται εντός λογικής προθεσμίας, κατά την έννοια του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.
ΙΙΙ. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
26. Βάσει των όσων ορίζει το άρθρο 41 της Σύμβασης,
«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της, και αν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους δεν επιτρέπει παρά μόνο ατελή εξάλειψη των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο χορηγεί, εφόσον είναι αναγκαίο, στον παθόντα δίκαιη ικανοποίηση.»
Α. Βλάβη
27. Οι προσφεύγοντες ζητούν: 20.000 ευρώ (EUR) ο καθένας (για τους προσφεύγοντες που ταυτοποιούνται υπό τους αριθμούς: 1, 2, 3, 4 και 5) και 6.666,67 ευρώ (EUR) ο καθένας (για τους προσφεύγοντες που ταυτοποιούνται υπό τους αριθμούς: 6, 7 και 8) για ηθική βλάβη που πιθανώς να έχουν υποστεί.
28. Η Κυβέρνηση αμφισβητεί αυτές τις απαιτήσεις. Καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει το αίτημα για ηθική βλάβη και υποστηρίζει ότι τα απαιτούμενα ποσά είναι δυσανάλογα σε σχέση με το θέμα της δικαστικής διαμάχης και σε κάθε περίπτωση, μία διαπίστωση παραβίασης θα καθιστούσε επαρκώς δίκαιη ικανοποίηση όσον αφορά την ηθική βλάβη.
29. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι υπάρχει λόγος να χορηγηθούν 4.800 EUR στον κάθε έναν από τους προσφεύγοντες που ταυτοποιούνται υπό τους αριθμούς: 1, 2, 3, 4 και 5 και 4.800 EUR από κοινού για τους προσφεύγοντες που ταυτοποιούνται υπό τους αριθμούς: 6, 7 και 8 για ηθική βλάβη, συν κάθε ποσό που θα μπορούσε να οφείλεται ως φόρος.
Β. Δικαστικά έξοδα
30. Οι προσφεύγοντες ζητούν επίσης 109 EUR ο καθένας (για τους προσφεύγοντες που ταυτοποιούνται υπό τους αριθμούς: 1, 2, 3, 4 και 5) και 36,34 (EUR) ο καθένας (για τους προσφεύγοντες που ταυτοποιούνται υπό τους αριθμούς: 6, 7 και 8) για δικαστικά έξοδα που έκαναν ενώπιον των εσωτερικών δικαστικών αρχών. Υποβάλλουν αντίγραφα δύο τιμολογίων. Στο πρώτο τιμολόγιο, που συντάχθηκε στο όνομα του πρώτου προσφεύγοντα, η υπογραφή του δικηγόρου του δεν είναι εμφανής. Το δεύτερο τιμολόγιο αφορά ένα άτομο που δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των προσφευγόντων.
31. Η Κυβέρνηση καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει το αίτημα για τα δικαστικά έξοδα.
32. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η χορήγηση των δικαστικών εξόδων βάσει του άρθρου 41 προϋποθέτει πως αποδεικνύεται ότι είναι πραγματικά, αναγκαία και, επιπλέον, ότι δικαιολογείται το ποσό στο οποίο ανέρχονται (Ιατρίδης κατά της Ελλάδος (δίκαιη ικανοποίηση) [GC] , υπ’αρίθμ. 31107/96, § 54, CEDH 2000-XI).
33. Στην κρινόμενη υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη κάθε έγκυρου δικαιολογητικού εκ μέρους των προσφευγόντων και την νομολογία του επί του συγκεκριμένου θέματος, το Δικαστήριο απορρίπτει αυτό το αίτημα.
Γ. Τόκοι υπερημερίας
34. Το Δικαστήριο κρίνει προσήκον να προσαρμόσει το ποσοστό των τόκων υπερημερίας στο ποσοστό του επιτοκίου της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΜΟΦΩΝΩΣ,
1. Κηρύσσει την προσφυγή παραδεκτή,
2. Αναγνωρίζει πως υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης,
3. Αναγνωρίζει πως υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης,
4. Αποφαίνεται
α) ότι το εναγόμενο Κράτος πρέπει να καταβάλλει 4.800 EUR (τέσσερις χιλιάδες οκτακόσια ευρώ) σε κάθε έναν από τους προσφεύγοντες που ταυτοποιούνται υπό τους αριθμούς 1, 2, 3, 4 και 5 και 4.800 EUR (τέσσερις χιλιάδες οκτακόσια ευρώ) από κοινού στους προσφεύγοντες που ταυτοποιούνται υπό τους αριθμούς 6, 7 και 8 συν κάθε ποσό που θα μπορούσε να οφείλεται ως φόρος, για ηθική βλάβη,
β) ότι από την εκπνοή της εν λόγω προθεσμίας και ως την καταβολή, αυτά τα ποσά θα προσαυξάνονται με απλό τόκο βάσει του ποσοστού του επιτοκίου της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας, προσαυξημένου κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.
5. Απορρίπτει το αίτημα της δίκαιης ικανοποίησης για τα υπόλοιπα.
Συντάχθηκε στη γαλλική γλώσσα, κατόπιν κοινοποιήθηκε γραπτώς την 9η Ιανουαρίου 2014, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 77 §§ 2 και 3 του κανονισμού.
André Wampach Elisabeth Steiner
Αναπληρωτής Γραμματέας Πρόεδρος
Παράρτημα
Λίστα των προσφευγόντων
(όνομα, επώνυμο)Δ.K., ημερομηνία γέννησης: 1931.Ι.Κ., ημερομηνία γέννησης: 1933.Γ.Μ., ημερομηνία γέννησης: 1931.Δ.Π., ημερομηνία γέννησης: 1928.Ε.Ρ., ημερομηνία γέννησης: 1933.Ο.Τ., ημερομηνία γέννησης: 1948.Γ.Τ., ημερομηνία γέννησης: 1972.Ε.Τ., ημερομηνία γέννησης: 1976.
Full & Egal Universal Law Academy