© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013. Η παρούσα μετάφραση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. την ένδειξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο τέλος του παρόντος εγγράφου.
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013. This translation does not bind the Court. For further information see the full copyright indication at the end of this document.
© Conseil de I’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013. La présente traduction ne lie pas la Cour. Pour plus de renseignements veuillez lire l’indication de copyright/droits d’auteur à la fin du présent document.
ΤΜΗΜΑ ΕΥΡΕΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ
ΥΠΟΘΕΣΗ KURIĆ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ κατά ΣΛΟΒΕΝΙΑΣ
(Προσφυγή no 26828/06)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
26 Ιουνίου 2012
Η παρούσα απόφαση είναι οριστική. Επιδέχεται μορφολογικές βελτιώσεις.
Στην υπόθεση Kurić και άλλοι κατά Σλοβενίας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που συνεδρίασε σε Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης αποτελούμενο από τους:
Nicolas Bratza, προεδρεύοντα,
Jean-Paul Costa,
Françoise Tulkens,
Nina Vajić,
Dean Spielmann,
Boštjan M. Zupančič,
Anatoly Kovler,
Elisabeth Steiner,
Isabelle Berro-Lefèvre,
Päivi Hirvelä,
Γεώργιο Νικολάου,
Luis López Guerra
Zdravka Kalaydjieva,
Nebojša Vučinić,
Guido Raimondi,
Ganna Yudkivska,
Angelika Nußberger, δικαστές,
και τον Vincent Berger, νομικό σύμβουλο,
Αφού συσκέφθηκε εν συμβουλίω στις 6 Ιουλίου 2011 και στις 11 Απριλίου 2012,
Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, που εγκρίνεται κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση προήλθε από προσφυγή (no 26828/06) που ασκήθηκε κατά της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, και την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο στις 4 Ιουλίου 2006 ο κ. Milan Makuc, Κροάτης πολίτης, και δέκα άλλοι προσφεύγοντες, βάσει του άρθρου 34 της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών («η Σύμβαση»). Κατόπιν του θανάτου του κ. Makuc, η υπόθεση μετονομάστηκε σε Kurić και άλλοι κατά Σλοβενίας. Παραμένουν οκτώ προσφεύγοντες ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης (παράγραφος 15 παρακάτω).
2. Τους προσφεύγοντες εκπροσώπησαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι κκ. A.G. Lana και A. Saccucci, δικηγόροι Ρώμης, και οι κκ. A. Ballerini και M. Vano, δικηγόροι Γένοβας (Ιταλία).
3. Τη σλοβενική κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσώπησε ο κ.. L. Bembič, γενικός εισαγγελέας.
4. Επικαλούμενοι το άρθρο 8 της Σύμβασης, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονταν ότι στερήθηκαν αυθαιρέτως το καθεστώς του μόνιμου κατοίκου αφότου η Σλοβενία διακήρυξε την ανεξαρτησία της, το 1991. Παραπονούνταν επίσης, με βάση το άρθρο 13 της Σύμβασης, ότι δεν είχαν κανένα δικαίωμα πραγματικής προσφυγής για το θέμα αυτό, και, επί τη βάσει του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της Σύμβασης, ότι υπέστησαν διακριτική μεταχείριση. Τέλος, υποστήριζαν ότι στερήθηκαν αυθαιρέτως τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα, κατά παραβίαση του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου no 1.
5. Η προσφυγή ανατέθηκε στο Τρίτο Τμήμα του Δικαστηρίου (άρθρο 52 § 1 του κανονισμού του Δικαστηρίου – «ο κανονισμός»), το οποίο αποφάσισε στις 10 Νοεμβρίου 2006 να την κοινοποιήσει επειγόντως στην εναγόμενη κυβέρνηση, βάσει του άρθρου 40 του κανονισμού, και να την εξετάσει κατά προτεραιότητα, βάσει του άρθρου 41 του κανονισμού.
6. Στις 31 Μαΐου 2007, σώμα του παραπάνω τμήματος συγκείμενο από τους Corneliu Bîrsan, Boštjan M. Zupančič, Elisabet Fura, Alvina Gyulumyan, Egbert Myjer, David Thór Björgvinsson και Ineta Ziemele, δικαστές, καθώς και από τον Santiago Quesada, γραμματέα τμήματος, αποφάσισε να θέσει σε γνώση της εναγόμενης κυβέρνησης τις αιτιάσεις που βασίζονται στο άρθρο 8, μεμονωμένα και σε συνδυασμό με τα άρθρα 13 και 14, και στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου no 1. Αποφάσισε επίσης ότι τα ζητήματα του παραδεκτού και του βασίμου της προσφυγής θα έπρεπε να εξεταστούν από κοινού (άρθρο 29 § 1 της Σύμβασης). Κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη κατά τα λοιπά.
7. Εξάλλου, η σερβική κυβέρνηση, ασκώντας το δικαίωμά της να παρέμβει (άρθρα 36 § 1 της Σύμβασης και 44 § 1 β) του κανονισμού), παρουσίασε τις παρατηρήσεις της. Η Equal Rights Trust, η Open Society Justice Initiative, το Ινστιτούτο για την ειρήνη – Ινστιτούτο σύγχρονων πολιτικών και κοινωνικών μελετών, και το Κέντρο νομικής πληροφόρησης για μη κυβερνητικές οργανώσεις, στους οποίους ο προεδρεύων επέτρεψε να παρέμβουν στη γραπτή διαδικασία (άρθρα 36 § 2 της Σύμβασης και 44 § 3 του κανονισμού), υπέβαλαν επίσης παρατηρήσεις. Τόσο η εναγόμενη κυβέρνηση όσο και οι προσφεύγοντες απάντησαν στις παρατηρήσεις της σερβικής κυβέρνησης.
8. Η κροατική κυβέρνηση και η κυβέρνηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, στις οποίες κοινοποιήθηκε η προσφυγή (άρθρα 36 § 1 της Σύμβασης και 44 § 1 α) του κανονισμού), δεν θέλησαν να ασκήσουν το δικαίωμά τους να παρέμβουν στη διαδικασία.
9. Στις 13 Ιουλίου 2010, σώμα του Τρίτου Τμήματος συγκείμενο από τους Josep Casadevall, Elisabet Fura, Corneliu Bîrsan, Boštjan M. Zupančič, Alvina Gyulumyan, Egbert Myjer και Ineta Ziemele, δικαστές, καθώς και τον Santiago Quesada, γραμματέα τμήματος, κήρυξε παραδεκτές τις αιτιάσεις που κατέθεσαν οκτώ προσφεύγοντες επί τη βάσει των άρθρων 8, 13 και 14 της Σύμβασης, και αποφάσισε ομοφώνως ότι υπήρξε παραβίαση των άρθρων 8 και 13 της Σύμβασης, και ότι δεν υπήρχε λόγος εξέτασης της αιτίασης επί τη βάσει του άρθρου 14 της Σύμβασης. Το σώμα αποφάσισε επίσης ότι η συγγενής του θανόντος Makuc δεν νομιμοποιούνταν να συνεχίσει τη διαδικασία αντ’ αυτού. Κήρυξε απαράδεκτες τις αιτιάσεις των κκ. Petreš και Jovanović, που είχαν λάβει άδειες μόνιμης παραμονής, και τις αιτιάσεις των άλλων προσφευγόντων κατά τα λοιπά. Εξάλλου, υπέδειξε στην εναγόμενη κυβέρνηση τα ατομικά και γενικά μέτρα που θα ήταν σκόπιμο να υιοθετήσει στο πλαίσιο του άρθρου 46, και επιφυλάχθηκε για το ζήτημα της δίκαιης ικανοποίησης βάσει του άρθρου 41 της Σύμβασης.
10. Στις 13 Οκτωβρίου 2010, η Κυβέρνηση αιτήθηκε την παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, βάσει των άρθρων 43 της Σύμβασης και 73 του κανονισμού. Στις 21 Φεβρουαρίου 2011, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης έκανε δεκτό το αίτημα αυτό.
11. Η σύνθεση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης αποφασίστηκε συμφώνως προς τα άρθρα 26 §§ 4 και 5 της Σύμβασης και 24 του κανονισμού. Στις 3 Νοεμβρίου 2011, η θητεία του προέδρου του Δικαστηρίου Jean-Paul Costa έληξε. Ο Nicolas Bratza διαδέχθηκε τον Jean-Paul Costa στο αξίωμα, και άσκησε από την ημερομηνία αυτή την προεδρία του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης στην υπόθεση (άρθρο 9 § 2 του κανονισμού). Ο Jean-Paul Costa συνέχισε να συμμετέχει στις συνεδριάσεις ύστερα από τη λήξη της θητείας του, όπως ορίζουν τα άρθρα 23 § 3 της Σύμβασης και 24 § 4 του κανονισμού.
12. Τόσο οι προσφεύγοντες όσο και η εναγόμενη κυβέρνηση κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Εξάλλου, τα σχόλιά της κατέθεσε η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες («HCR»), στην οποία ο πρόεδρος είχε επιτρέψει να παρέμβει στη γραπτή διαδικασία ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης (άρθρα 36 § 2 της Σύμβασης και 44 § 3 του κανονισμού). Η οργάνωση Open Society Justice Initiative υπέβαλε επικαιροποιημένες και ανακεφαλαιωτικές παρατηρήσεις.
13. Δημόσια ακρόαση διεξήχθη στο Μέγαρο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, στο Στρασβούργο, στις 6 Ιουλίου 2011 (άρθρο 59 § 3 του κανονισμού).
Παρέστησαν:
– εκ μέρους της Κυβέρνησης
κ.L. Bembič, γενικός εισαγγελέας,εκπρόσωπος,
κυρίες V. Klemenc, γενική εισαγγελέας, αναπληρώτρια εκπρόσωπος,
N. Gregori, υπουργείο Εσωτερικών,
κ.J. Koselj, υπουργείο Εσωτερικών,
κυρίες I. Jeglič, υπουργείο Εσωτερικών,
A. Snoj, υπουργείο Εσωτερικών,
κκ. A. Jerman, υπουργείο Εσωτερικών,
P. Pavlin, υπουργείο Εσωτερικών,
S. Bardutzky, υπουργείο Δικαιοσύνης,σύμβουλοι·
– εκ μέρους των προσφευγόντων
κκ.A. G. Lana,
A. Saccucci, νομικοί σύμβουλοι,
κυρίες N. Kogovšek Šalamo,
A. Sironi,σύμβουλοι.
14. Το Δικαστήριο άκουσε τις αγορεύσεις των κκ. Lana, Saccucci και Bembič, καθώς και τις απαντήσεις τους στις ερωτήσεις που τους έθεσαν οι δικαστές. Οι προσφεύγοντες και η εναγόμενη κυβέρνηση κατέθεσαν γραπτώς συμπληρωματικές πληροφορίες.
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
I. ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
15. Ο πρώτος προσφεύγων, κ. Mustafa Kurić, είναι γεννημένος το 1935 και διαμένει στο Koper (Σλοβενία). Είναι ανιθαγενής. Ο δεύτερος προσφεύγων, κ. Velimir Dabetić, είναι γεννημένος το 1969 και διαμένει στην Ιταλία. Είναι επίσης ανιθαγενής. Η τρίτη προσφεύγουσα, κα Ana Mezga, πολίτης Κροατίας, είναι γεννημένη το 1965 και διαμένει στο Portorož (Σλοβενία). Η τέταρτη προσφεύγουσα, κα Ljubenka Ristanović, πολίτης Σερβίας, είναι γεννημένη το 1968 και διαμένει στη Σερβία. Ο πέμπτος προσφεύγων, κ. Tripun Ristanović, γιος της τέταρτης προσφεύγουσας και πολίτης Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, είναι γεννημένος το 1988 και διαμένει επί του παρόντος στη Σλοβενία. Ο έκτος προσφεύγων, κ. Ali Berisha, είναι γεννημένος το 1969 στο Κόσοβο. Με βάση τις τελευταίες πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν στο Δικαστήριο, ο κ. Berisha έχει τη σερβική ιθαγένεια και διαμένει επί του παρόντος στη Γερμανία. Ο έβδομος προσφεύγων, κ. Ilfan Sadik Ademi, είναι γεννημένος το 1952. Διαμένει στη Γερμανία και έχει τώρα την ιθαγένεια της «πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας». Ο όγδοος προσφεύγων, κ. Zoran Minić, είναι γεννημένος το 1972. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, έχει τη σερβική ιθαγένεια.
A. Το πλαίσιο της υπόθεσης
1. Η ιθαγένεια στη ΣΟΔΓ
16. Η Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας (η «ΣΟΔΓ») ήταν ομοσπονδιακό Κράτος αποτελούμενο από έξι Δημοκρατίες: τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, την Κροατία, τη Σερβία, τη Σλοβενία, το Μαυροβούνιο και τη Μακεδονία. Πολίτες συγχρόνως της ΣΟΔΓ και μιας από τις έξι Δημοκρατίες, οι πολίτες της ΣΟΔΓ είχαν «διπλή ιθαγένεια» στο εσωτερικό της χώρας. Μέχρι το 1974, η ομοσπονδιακή ιθαγένεια υπερίσχυε της ιθαγένειας της Δημοκρατίας: μόνον ένας Γιουγκοσλάβος πολίτης μπορούσε να έχει και την ιθαγένεια μιας Δημοκρατίας.
17. Οι νόμοι σχετικά με την ιθαγένεια ήταν οι ίδιοι σε όλες τις Δημοκρατίες της ΣΟΔΓ, και βασική τους αρχή ήταν η κτήση της ιθαγένειας βάσει της αρχής του αίματος (jus sanguinis). Κατ’ αρχήν, ένα παιδί είχε την ίδια ιθαγένεια με τους γονείς του· εάν αυτοί δεν ήταν πολίτες της ίδιας Δημοκρατίας, αποφάσιζαν από κοινού την ιθαγένεια του παιδιού τους. Κατά την ημερομηνία κτήσης της ιθαγένειας μιας άλλης Δημοκρατίας, το εν λόγω άτομο έχανε την ιθαγένεια της Δημοκρατίας της οποίας ήταν πολίτης προηγουμένως.
18. Από το 1947, διατηρούνταν ξεχωριστά μητρώα πολιτών σε επίπεδο Δημοκρατιών, αλλά όχι στο κεντρικό επίπεδο του ομοσπονδιακού Κράτους. Από το 1974, οι πληροφορίες σχετικά με την ιθαγένεια των νεογέννητων εγγράφονταν στο μητρώο γεννήσεων, και, από το 1984, οι εν λόγω πληροφορίες έπαψαν να καταγράφονται στα μητρώα πολιτών, και όλες οι πληροφορίες αναφορικά με την ιθαγένεια εγγράφονταν στο μητρώο γεννήσεων.
19. Οι πολίτες της ΣΟΔΓ είχαν το δικαίωμα ελεύθερης μετακίνησης εντός του ομοσπονδιακού Κράτους, και μπορούσαν να δηλώσουν τη μόνιμη διαμονή τους εκεί όπου αποφάσιζαν να εγκατασταθούν επί του εδάφους της ΣΟΔΓ. Η πλήρης άσκηση των διάφορων ατομικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων ήταν συνδεδεμένη με τον τόπο μόνιμης διαμονής.
20. Οι πολίτες της ΣΟΔΓ οι οποίοι ζούσαν στην τότε Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Σλοβενίας, αλλά είχαν την ιθαγένεια μιας από τις άλλες Δημοκρατίες, όπως οι προσφεύγοντες, δήλωναν τη μόνιμη διαμονή τους στη Δημοκρατία της Σλοβενίας όπως και οι Σλοβένοι πολίτες. Οι αλλοδαποί πολίτες μπορούσαν επίσης, ακολουθώντας μια διαφορετική διαδικασία, να γίνουν μόνιμοι κάτοικοι της ΣΟΔΓ.
2. Η ανεξαρτητοποίηση της Σλοβενίας και η «διαγραφή»
21. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διάλυσης της ΣΟΔΓ, η Σλοβενία έλαβε μέτρα ενόψει της ανεξαρτητοποίησής της. Στις 6 Δεκεμβρίου 1990, το Κοινοβούλιο της Δημοκρατίας της Σλοβενίας ενέκρινε τη «Δήλωση καλών προθέσεων» (Izjava o dobrih namenih), η οποία εγγυόταν ότι στο σύνολό τους οι μόνιμοι κάτοικοι επί του σλοβενικού εδάφους θα μπορούσαν να λάβουν τη σλοβενική ιθαγένεια, εάν το επιθυμούσαν (παράγραφος 200 παρακάτω).
22. Στις 25 Ιουνίου 1991, η Σλοβενία διακήρυξε την ανεξαρτησία της. Υιοθετήθηκαν μια σειρά νόμοι, που ονομάστηκαν συνολικά «νόμοι για την ανεξαρτησία». Μεταξύ αυτών, ο νόμος για την ιθαγένεια της Δημοκρατίας της Σλοβενίας (Zakon o državljanstvu Republike Slovenije – «ο νόμος για την ιθαγένεια»), ο νόμος για τους αλλοδαπούς (Zakon o tujcih, παράγραφοι 205-207 παρακάτω), ο νόμος για τον έλεγχο των εθνικών συνόρων (Zakon o nadzoru državne meje) και ο νόμος για τα διαβατήρια των Σλοβένων πολιτών (Zakon o potnih listinah državljanov Republike Slovenije).
23. Την εποχή εκείνη, αντίθετα με τον πληθυσμό ορισμένων από τις άλλες Δημοκρατίες της πρώην ΣΟΔΓ, ο σλοβενικός πληθυσμός ήταν σχετικά ομοιογενής: περίπου 90 % από τα δύο εκατομμύρια των κατοίκων, είχαν τη σλοβενική ιθαγένεια. Περίπου 200.000 κάτοικοι Σλοβενίας (δηλαδή 10 % του πληθυσμού), μεταξύ των οποίων και οι προσφεύγοντες, ήταν πολίτες άλλων Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ. Η αναλογία αυτή αντανακλά επίσης, κατά το μάλλον ή ήττον, και την εθνοτική προέλευση του σλοβενικού πληθυσμού κατά την εποχή εκείνη.
24. Συμφώνως προς τη Δήλωση καλών προθέσεων, το άρθρο 13 του συνταγματικού νόμου του 1991 ανέφερε ότι οι πολίτες άλλων Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ οι οποίοι, στις 23 Δεκεμβρίου 1990, ημερομηνία του δημοψηφίσματος για την ανεξαρτητοποίηση της Σλοβενίας, ήταν εγγεγραμμένοι ως μόνιμοι κάτοικοι στη Δημοκρατία της Σλοβενίας και διέμεναν όντως εκεί, είχαν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με τους πολίτες της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, με την εξαίρεση του δικαιώματος κτήσεως περιουσίας, μέχρι την κτήση της ιθαγένειας της Δημοκρατίας της Σλοβενίας βάσει του άρθρου 40 του νόμου για την ιθαγένεια ή μέχρι την εκπνοή της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 81 του νόμου για τους αλλοδαπούς (25 Δεκεμβρίου 1991 – παράγραφοι 202, 205 και 207 παρακάτω).
25. Σύμφωνα με το άρθρο 40 του νόμου για την ιθαγένεια, που τέθηκε σε ισχύ στις 25 Ιουνίου 1991, οι πολίτες των Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ που δεν ήταν Σλοβένοι πολίτες («οι πολίτες των Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ») μπορούσαν να λάβουν τη σλοβενική ιθαγένεια εάν πληρούσαν τις ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: να κατέχουν το καθεστώς του μόνιμου κατοίκου Σλοβενίας στις 23 Δεκεμβρίου 1990 (ημερομηνία του δημοψηφίσματος), να διαμένουν όντως στη Σλοβενία, και να αιτηθούν τη σλοβενική ιθαγένεια εντός διαστήματος έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου για την ιθαγένεια. Όπως σημειώνεται και στην παράγραφο 24 προηγουμένως, το διάστημα αυτό έληγε στις 25 Δεκεμβρίου 1991. Ύστερα από την ημερομηνία αυτή, θα ίσχυαν για τους πολίτες των άλλων Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ, όπως και για τους αλλοδαπούς, λιγότερο ευνοϊκοί όροι για την κτήση της ιθαγένειας από πολιτογράφηση, όπως τίθενται στο άρθρο 10 του νόμου για την ιθαγένεια (παράγραφος 205 παρακάτω).
26. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, 171.132 πολίτες Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ που διέμεναν στη Σλοβενία αιτήθηκαν και απέκτησαν την ιθαγένεια του νέου Κράτους, με βάση το άρθρο 40 του νόμου για την ιθαγένεια. Όπως εκτιμάται, εξάλλου, 11.000 άτομα εγκατέλειψαν τη Σλοβενία.
27. Το άρθρο 81, δεύτερη παράγραφος, του νόμου για τους αλλοδαπούς, όριζε ότι οι πολίτες των Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ που δεν είχαν αιτηθεί τη σλοβενική ιθαγένεια εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, ή των οποίων η αίτηση είχε απορριφθεί, καθίσταντο αλλοδαποί. Οι διατάξεις του νόμου για τους αλλοδαπούς θα ίσχυαν για τους πολίτες της πρώην ΣΟΔΓ με το πέρας δύο μηνών από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας (δηλαδή στις 26 Φεβρουαρίου 1992), ή με το πέρας δύο μηνών από την ημερομηνία της οριστικής απόρριψης αίτησης ιθαγένειας στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας (παράγραφος 207 παρακάτω).
28. Μετά από τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας, το υπουργείο των Εσωτερικών («το υπουργείο») απέστειλε στις δημοτικές διοικητικές αρχές πολλές εσωτερικές οδηγίες, οι οποίες δεν δημοσιοποιήθηκαν (okrožnice, navodila, depeše), σχετικά με την εφαρμογή των νόμων για την ανεξαρτησία και ιδιαίτερα του νόμου για τους αλλοδαπούς. Με εγκύκλιο της 26ης Ιουνίου 1991, το υπουργείο ενημέρωσε τις διοικητικές αρχές ότι οι πολίτες άλλων Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ που ζούσαν στη Σλοβενία θεωρούνταν από την ημερομηνία αυτή και στο εξής αλλοδαποί αναφορικά με όλες τις διοικητικές διαδικασίες, και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 13 του συνταγματικού νόμου του 1991, διατηρούσαν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τους πολίτες της Δημοκρατίας της Σλοβενίας μέχρι τη λήξη των ισχυουσών προθεσμιών (παράγραφος 24 παραπάνω). Το υπουργείο έδωσε επίσης τεχνικές οδηγίες αναφορικά με τα διαβατήρια και τους αλλοδαπούς. Στις 30 Ιουλίου 1991, ενημέρωσε τις δημοτικές διοικητικές αρχές ότι, σύμφωνα με τη Διακήρυξη του Μπριόνι που υπέγραψαν εκπρόσωποι της Σλοβενίας, της Κροατίας και της Γιουγκοσλαβίας υπό την αιγίδα της υπουργικής τρόικας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εφαρμογή των νόμων για την ανεξαρτησία στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων αναστελλόταν για διάστημα τριών μηνών. Κατά το διάστημα αυτό, οι πολίτες άλλων Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ δεν θα αντιμετωπίζονταν ως αλλοδαποί. Άλλες δύο διοικητικές εγκύκλιοι απεστάλησαν στις 5 και 18 Φεβρουαρίου 1992, που αφορούσαν τα γενικά προβλήματα στην εφαρμογή του νόμου για τους αλλοδαπούς. Η πρώτη επεσήμαινε ότι οι σλοβενικές διοικητικές υπηρεσίες, όταν χειρίζονταν ζητήματα σχετικά με το καθεστώς των αλλοδαπών, όφειλαν να κρατούν τα έγγραφα ταυτότητας των πολιτών των άλλων Δημοκρατιών της ΣΟΔΓ που είχαν εκδώσει οι ίδιες και να ακυρώνουν και να καταστρέφουν τα διαβατήρια των προσώπων αυτών.
29. Στις 26 Φεβρουαρίου 1992, ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε ισχύ το άρθρο 81, δεύτερη παράγραφος, του νόμου για τους αλλοδαπούς, οι δημοτικές διοικητικές διέγραψαν από το μητρώο μόνιμων κατοίκων (Register stalnega prebivalstva – «το μητρώο») τα ονόματα των ανθρώπων που δεν είχαν αιτηθεί ή δεν είχαν λάβει τη σλοβενική ιθαγένεια, και, σύμφωνα με την Κυβέρνηση, μετέφεραν τα ονόματα αυτά στο μητρώο των αλλοδαπών χωρίς άδεια παραμονής.
30. Στις 27 Φεβρουαρίου 1992, το υπουργείο απέστειλε στις δημοτικές διοικητικές αρχές οδηγίες, στις οποίες ανέφερε ότι ήταν ανάγκη να υιοθετηθούν κανόνες αναφορικά με το νομικό καθεστώς των ανθρώπων αυτών. Εφιστούσε την προσοχή των αρχών στο γεγονός ότι έπρεπε να αναμένεται πληθώρα προβλημάτων, και επεσήμαινε ότι έπρεπε να ρυθμιστεί το νομικό καθεστώς των ενδιαφερομένων και, παράλληλα, να πραγματοποιηθεί «εκκαθάριση των μητρώων». Εξάλλου, υπογράμμιζε ότι τα έγγραφα ταυτότητας των ανθρώπων αυτών, έστω και αν είχαν εκδοθεί από τις σλοβενικές αρχές και ήταν τυπικώς έγκυρα, ήταν στην πραγματικότητα άκυρα λόγω της μεταβολής ex lege του καθεστώτος των εν λόγω ατόμων. Το υπουργείο έδινε επίσης την ερμηνεία των άρθρων 23 και 28 του νόμου για τους αλλοδαπούς για τις περιπτώσεις κατάργησης του καθεστώτος κατοίκου ή αναγκαστικής απέλασης.
31. Σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, οι άνθρωποι που το όνομά τους διαγράφηκε από το μητρώο δεν έλαβαν επίσημη ειδοποίηση για το μέτρο αυτό. Καμία ειδική διαδικασία δεν είχε προβλεφθεί για τον σκοπό αυτόν, και δεν εκδόθηκε κανένα επίσημο έγγραφο. Οι ενδιαφερόμενοι έμαθαν ότι είχαν καταστεί αλλοδαποί μόνον από ό,τι συνέβη στη συνέχεια, λόγου χάρη όταν χρειάστηκε να ανανεώσουν τα έγγραφά τους (ταυτότητα, διαβατήριο, άδεια οδήγησης). Αντίθετα, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, πέρα από τη δημοσίευση της νέας νομοθεσίας στην Επίσημη εφημερίδα, ο σλοβενικός πληθυσμός είχε ενημερωθεί από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και από ανακοινώσεις. Σε ορισμένες κοινότητες, μάλιστα, οι ενδιαφερόμενοι είχαν ειδοποιηθεί προσωπικά.
32. Με βάση τα επίσημα στοιχεία του 2002, ο αριθμός των πολιτών της πρώην ΣΟΔΓ που απώλεσαν το καθεστώς του μόνιμου κατοίκου στις 26 Φεβρουαρίου 1992 ανερχόταν στους 18.305, από τους οποίους περίπου 2.400 ήταν εκείνοι που τους είχαν αρνηθεί την ιθαγένεια. Οι άνθρωποι αυτοί ονομάστηκαν στη συνέχεια «διαγραμμένοι» (izbrisani), και στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται και οι προσφεύγοντες της υπόθεσης. Νέα δεδομένα σχετικά με τους «διαγραμμένους» συγκεντρώθηκαν το 2009 (παράγραφος 69 παρακάτω).
33. Οι «διαγραμμένοι» κατέστησαν κατά συνέπεια αλλοδαποί ή ανιθαγενείς που διέμεναν παρανόμως στη Σλοβενία. Συνάντησαν γενικά δυσκολίες προκειμένου να διατηρήσουν τις εργασίες τους και τις άδειες οδήγησης και για να συνταξιοδοτηθούν. Εξάλλου, δεν μπορούσαν να εγκαταλείψουν τη χώρα, διότι τους ήταν αδύνατον να επιστρέψουν σε αυτήν χωρίς έγκυρα έγγραφα ταυτότητας. Πολυάριθμες οικογένειες χωρίστηκαν, καθώς ορισμένα μέλη τους βρίσκονταν στη Σλοβενία ενώ άλλα ζούσαν σε κάποιο από τα υπόλοιπα Κράτη που διαδέχθηκαν την πρώην ΣΟΔΓ. Μεταξύ των «διαγραμμένων» βρίσκονταν και 5.360 ανήλικοι, στην πλειονότητα των οποίων είχαν αφαιρεθεί τα έγγραφα ταυτότητας. Ορισμένοι από τους «διαγραμμένους» εγκατέλειψαν τη Σλοβενία οικειοθελώς. Σε άλλους, κοινοποιήθηκαν διαταγές απέλασης, και εκδιώχθηκαν.
34. Μετά τις 26 Φεβρουαρίου 1992, στάθηκε αδύνατον για τους πολίτες των άλλων Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ να εγγραφούν ως μόνιμοι κάτοικοι, εάν δεν είχαν λάβει νέα άδεια παραμονής. Εντούτοις, βάσει του άρθρου 82 του νόμου για τους αλλοδαπούς, οι άδειες μόνιμης παραμονής που είχαν χορηγηθεί στους αλλοδαπούς πολίτες Κρατών εκτός των Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ, εξακολούθησαν να ισχύουν αφού τέθηκε σε ισχύ ο νόμος για τους αλλοδαπούς (παράγραφος 207 παρακάτω).
35. Στις 4 Ιουνίου 1992, ο υπουργός Εσωτερικών απηύθυνε στην κυβέρνηση επιστολή (no 0016/1-S-010/3-91) με την οποία την ενημέρωνε για τα ζητήματα που παρέμεναν εκκρεμή όσον αφορά την εφαρμογή του νόμου για τους αλλοδαπούς, δεδομένου του μεγάλου αριθμού πολιτών άλλων Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ που ζούσαν στη Σλοβενία και των οποίων το καθεστώς δεν είχε ρυθμιστεί. Ανέφερε επίσης ότι, κατά τη γνώμη του, όλα τα δικαιώματα των πολιτών άλλων Δημοκρατιών της ΣΟΔΓ που ζούσαν στη Σλοβενία, όπως ορίζονταν από τις διεθνείς συμβάσεις ή τις διμερείς συνθήκες, είχαν ληφθεί υπόψη κατά τη διαδικασία προς την ανεξαρτητοποίηση. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, ύστερα από την εν λόγω επιστολή, έλαβε μέτρα προκειμένου να αμβλύνει τις συνέπειες της «διαγραφής», ερμηνεύοντας κυρίως με περισσότερη ευελιξία τις διατάξεις του νόμου για τους αλλοδαπούς (παράγραφος 36 παραπάνω). Εξάλλου, στις 15 Ιουνίου 1992, μια άλλη διοικητική εγκύκλιος με οδηγίες για την εφαρμογή του νόμου για τους αλλοδαπούς απεστάλη στις δημοτικές διοικητικές αρχές. Αφορούσε έναν αριθμό ζητημάτων τα οποία δεν είχαν επιλυθεί, σε σχέση κυρίως με την κατανομή των διαμερισμάτων του στρατού, την καταγραφή των προσωρινών προσφύγων από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, την τήρηση των αρχείων, τη διαβίβαση προσωπικών πληροφοριών από το μητρώο του πληθυσμού, και τις διαδικασίες που αφορούν τους αλλοδαπούς. Η εγκύκλιος επεσήμαινε ότι τα προσωπικά δελτία ταυτότητας που είχαν χορηγηθεί στους αλλοδαπούς από τις σλοβενικές αρχές έπρεπε να καταστραφούν. Ειδικότερα, όσον αφορά τους πολίτες της πρώην ΣΟΔΓ που ήταν μόνιμοι κάτοικοι Σλοβενίας, ορίζονταν οι ημερομηνίες οι οποίες έπρεπε να εγγραφούν στο μητρώο: είτε η ημερομηνία κατά την οποία οι ενδιαφερόμενοι είχαν γίνει Σλοβένοι πολίτες, είτε η ημερομηνία κατά την οποία είχαν καταστεί αλλοδαποί, βάσει του άρθρου 81 του νόμου για τους αλλοδαπούς (η 26η Φεβρουαρίου 1992, ή δύο μήνες μετά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης να μην τους χορηγηθεί η σλοβενική ιθαγένεια).
36. Στις 3 Σεπτεμβρίου 1992, η Κυβέρνηση αποφάσισε να προσμετρά και το διάστημα πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου για τους αλλοδαπούς, στον υπολογισμό της διάρκειας παραμονής στη Σλοβενία· για τη χορήγηση άδειας μόνιμης παραμονής απαιτούνταν τρία έτη. Συνολικά 4.893 άδειες μόνιμης παραμονής χορηγήθηκαν έτσι από το 1992 έως 1997.
37. Στις 28 Ιουνίου 1994, τέθηκε η Σύμβαση σε ισχύ για τη Σλοβενία.
38. Το σλοβενικό Κοινοβούλιο αιτήθηκε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, για να αποφασιστεί εάν έπρεπε ή όχι να αφαιρεθεί από τους πολίτες της πρώην ΣΟΔΓ η σλοβενική ιθαγένεια, εφόσον τους είχε χορηγηθεί με βάση το άρθρο 40 του νόμου για την ιθαγένεια. Στις 20 Νοεμβρίου 1995, το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε το συγκεκριμένο αίτημα αντισυνταγματικό.
39. Τα επόμενα έτη, πολλές μη κυβερνητικές οργανώσεις, μεταξύ αυτών η Διεθνής Αμνηστία και το Παρατηρητήριο του Ελσίνκι, καθώς και ο Σλοβένος διαμεσολαβητής για τα ανθρώπινα δικαιώματα, δημοσίευσαν εκθέσεις που έθεταν στο επίκεντρο την κατάσταση των «διαγραμμένων».
3. Η απόφαση που εξέδωσε το Συνταγματικό Δικαστήριο στις 4 Φεβρουαρίου 1999 και τα γεγονότα που ακολούθησαν
40. Στις 24 Ιουνίου 1998, το Συνταγματικό Δικαστήριο κήρυξε εν μέρει παραδεκτή μια προσφυγή για αντισυνταγματικότητα του άρθρου 16, πρώτης παραγράφου, και του άρθρου 81, δεύτερης παραγράφου, του νόμου για τους αλλοδαπούς (παράγραφοι 27 παραπάνω και 207 παρακάτω), η οποία είχε κατατεθεί το 1994 από δύο άτομα που τα ονόματά τους είχαν διαγραφεί από τα μητρώα το 1992.
41. Με απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1999 (υπόθεση U-I-284/94), κήρυξε το άρθρο 81 του νόμου για τους αλλοδαπούς αντισυνταγματικό, με το σκεπτικό ότι δεν κατονόμαζε τις προϋποθέσεις που απαιτούνταν προκειμένου τα άτομα που αναφέρονταν στη δεύτερη παράγραφό του να μπορέσουν να λάβουν άδεια μόνιμης παραμονής. Επεσήμανε ότι οι αρχές είχαν διαγράψει από τα μητρώα τα ονόματα των πολιτών των Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ που δεν είχαν αιτηθεί τη σλοβενική ιθαγένεια, και τους είχαν εγγράψει αυτομάτων στο μητρώο αλλοδαπών, χωρίς να ενημερώσουν σχετικά τους ενδιαφερομένους. Το Συνταγματικό Δικαστήριο εξάλλου εκτίμησε ότι το συγκεκριμένο μέτρο στερούνταν νομικής βάσης, εφόσον ο νόμος για το μητρώο του πληθυσμού και των κατοίκων δεν προέβλεπε κάποιο μέτρο διαγραφής ex lege.
42. Το Συνταγματικό Δικαστήριο ανέφερε ότι οι διατάξεις του νόμου για τους αλλοδαπούς είχαν ως γενικό σκοπό να ρυθμίσουν το καθεστώς των αλλοδαπών που είχαν εισέλθει στη Σλοβενία μετά την ανεξαρτητοποίηση, και όχι εκείνων που ζούσαν ήδη εκεί. Σύμφωνα με το Συνταγματικό Δικαστήριο , ενώ το άρθρο 82 του νόμου για τους αλλοδαπούς προσδιόριζε το νομικό καθεστώς των αλλοδαπών που δεν προέρχονταν από κάποια από τις Δημοκρατίες της πρώην ΣΟΔΓ, δεν υπήρχε καμία αντίστοιχη διάταξη για τους πολίτες της πρώην ΣΟΔΓ, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να βρίσκονται σε λιγότερο ευνοϊκή νομική κατάσταση από τους αλλοδαπούς οι οποίοι ζούσαν ήδη στη Σλοβενία πριν από την ανεξαρτητοποίηση.
43. Το Συνταγματικό Δικαστήριο επεσήμανε ότι το 1991, στη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας, είχε κατατεθεί πρόταση με στόχο την υιοθέτηση μιας ειδικής διάταξης, ώστε να ρυθμιστεί η προσωρινή κατάσταση των πολιτών της πρώην ΣΟΔΓ που διέμεναν στη Σλοβενία αλλά δεν είχαν αιτηθεί τη σλοβενική ιθαγένεια. Ο νομοθέτης είχε τελικώς εκτιμήσει ότι η κατάσταση των εν λόγω ατόμων δεν έπρεπε να διέπεται από τον νόμο για τους αλλοδαπούς, αλλά μάλλον από συμφωνίες με τα Κράτη που διαδέχθηκαν την πρώην ΣΟΔΓ. Ωστόσο, τέτοιες συμφωνίες δεν κατέστη δυνατόν να συναφθούν, κυρίως λόγω του πολέμου στην Κροατία και τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, με αποτέλεσμα η κατάσταση αυτών των ανθρώπων να μην έχει ρυθμιστεί. Για το Συνταγματικό Δικαστήριο, με δεδομένες τις πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η κατάσταση των ανθρώπων που κατείχαν την ιθαγένεια του προηγούμενου Κράτους, αλλά όχι του διάδοχου, και οι οποίοι κατοικούσαν μόνιμα στο έδαφος Κρατών που διαιρέθηκαν μετά το 1990, ήταν πλέον ζήτημα διεθνών συμφωνιών.
44. Το Συνταγματικό Δικαστήριο κήρυξε επομένως το άρθρο 81 αντισυνταγματικό ως προς το ότι δεν προέβλεπε, για τους ανθρώπους που δεν είχαν αιτηθεί τη σλοβενική ιθαγένεια ή για εκείνους που δεν την είχαν αποκτήσει, τις προϋποθέσεις που απαιτούνταν προκειμένου να αιτηθούν το καθεστώς του μόνιμου κατοίκου ύστερα από την παρέλευση της ορισμένης προθεσμίας. Έτσι είχε δημιουργηθεί ένα νομικό κενό, και είχαν αγνοηθεί οι αρχές της νομιμότητας, της νομικής ασφάλειας και της ισότητας.
45. Το Συνταγματικό Δικαστήριο δήλωσε εξάλλου ότι δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται οι διατάξεις του νόμου για τους αλλοδαπούς οι οποίες ρυθμίζουν τη χορήγηση άδειας μόνιμης ή προσωρινής παραμονής στους αλλοδαπούς που εισέρχονται στη Σλοβενία (άρθρα 13 και 16 του νόμου για τους αλλοδαπούς – παράγραφος 207 παρακάτω), για τη ρύθμιση του καθεστώτος των πολιτών από τις Δημοκρατίες της πρώην ΣΟΔΓ, οι οποίοι δικαιολογημένα θα ανέμεναν ότι οι νέοι όροι που θα έπρεπε να πληρούνται προκειμένου να διατηρήσουν το καθεστώς του μόνιμου κατοίκου Σλοβενίας δεν θα ήταν περισσότερο αυστηροί από τους όρους τους οποίους έθετε το άρθρο 13 του συνταγματικού νόμου (παράγραφος 202 παρακάτω) και το άρθρο 40 του νόμου για την ιθαγένεια (παράγραφος 205 παρακάτω), και ότι το καθεστώς τους θα καθοριζόταν με βάση το διεθνές δίκαιο.
46. Το Συνταγματικό Δικαστήριο εξάλλου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πρώτη παράγραφος του άρθρου 16 του νόμου για τους αλλοδαπούς, αφ’ ης στιγμής εφαρμόστηκε μόνο για τους αλλοδαπούς που είχαν εισέλθει στη Σλοβενία μετά την ανεξαρτητοποίηση, δεν ερχόταν σε αντίθεση με το Σύνταγμα.
47. Έδωσε προθεσμία έξι μηνών στον νομοθέτη, προκειμένου να θέσει τέλος στην εν λόγω διαπιστωμένη αντισυνταγματικότητα. Δήλωσε ότι, στο μεσοδιάστημα, δεν μπορούσε να ληφθεί κανένα μέτρο απέλασης από τη Σλοβενία βάσει του άρθρου 28 του νόμου για τους αλλοδαπούς, που να αφορά πολίτες της πρώην ΣΟΔΓ οι οποίοι, στις 23 Δεκεμβρίου 1990, ήταν εγγεγραμμένοι ως μόνιμοι κάτοικοι Σλοβενίας και διέμεναν πράγματι εκεί.
48. Το Συνταγματικό Δικαστήριο υπογράμμισε επίσης ότι η μη ρύθμιση του καθεστώτος των πολιτών των Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ οι οποίοι βρίσκονταν σε επισφαλή νομική κατάσταση, μπορούσε να οδηγήσει σε παραβίαση της Σύμβασης, και συγκεκριμένα του δικαιώματος στον σεβασμό της οικογενειακής ζωής που προστατεύεται από το άρθρο 8 (βλέπε, για αποσπάσματα αυτής της απόφασης, την παράγραφο 214 παρακάτω).
49. Κατά συνέπεια, εγκρίθηκε στις 8 Ιουλίου 1999 ο νόμος για τη ρύθμιση του νομικού καθεστώτος των πολιτών των άλλων Κρατών που διαδέχθηκαν την πρώην ΣΟΔΓ οι οποίοι διέμεναν στη Δημοκρατία της Σλοβενίας (Zakon o urejanju statusa državljanov drugih držav naslednic nekdanje SFRJ v Republiki Sloveniji – «ο νόμος για το νομικό καθεστώς»). Στόχο είχε να ρυθμίσει το νομικό καθεστώς των «διαγραμμένων», απλοποιώντας τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας μόνιμης παραμονής.
50. Με βάση το άρθρο 1 του νόμου για το νομικό καθεστώς, οι πολίτες άλλων διάδοχων Κρατών της πρώην ΣΟΔΓ που ήταν εγγεγραμμένοι ως μόνιμοι κάτοικοι στο έδαφος της Σλοβενίας στις 23 Δεκεμβρίου 1990, ημερομηνία του δημοψηφίσματος, ή στις 25 Ιουνίου 1991, ημερομηνία της ανεξαρτητοποίησης, και διέμεναν πράγματι εκεί, είχαν δικαίωμα σε άδεια μόνιμης παραμονής, παρά τις διατάξεις του νόμου για τους αλλοδαπούς. Είχαν στη διάθεσή τους προθεσμία τριών μηνών για να καταθέσουν αίτηση. Το άρθρο 3 του νόμου για το νομικό καθεστώς προέβλεπε εξαιρέσεις για άτομα που υπόκεινται σε ποινικές καταδίκες. Άδειες παραμονής χορηγήθηκαν ex nunc σε εκείνους που πληρούσαν τις ανωτέρω προϋποθέσεις (παράγραφος 210 παρακάτω).
51. Στις 18 Μαΐου 2000, το Συνταγματικό Δικαστήριο, αποφασίζοντας σχετικά με άλλη προσφυγή (υπόθεση U-I-295/99), ακύρωσε εν μέρει το άρθρο 3 του νόμου για το νομικό καθεστώς, κρίνοντάς το αντισυνταγματικό με το σκεπτικό ότι οι προϋποθέσεις για την απόκτηση άδειας μόνιμης παραμονής οι οποίες διατυπώνονταν σε αυτό ήταν περισσότερο αυστηρές από τα κριτήρια ακύρωσης μιας άδειας μόνιμης παραμονής τα οποία προβλέπονταν από τον νόμο για τους αλλοδαπούς.
4. Οι αποφάσεις τις οποίες εξέδωσε το Συνταγματικό Δικαστήριο σε άλλες διαδικασίες που κίνησαν οι «διαγραμμένοι»
52. Το Συνταγματικό Δικαστήριο, βασιζόμενο στην απόφαση αρχής που εξέδωσε στις 4 Φεβρουαρίου 1999 (παράγραφοι 41-48 παραπάνω), εξέδωσε αρκετές αποφάσεις για υποθέσεις για τις οποίες προσέφυγαν κάποιοι από τους «διαγραμμένους».
53. Την 1η Ιουλίου 1999, σε μια υπόθεση (Up-333/96) όπου ο ενάγων είχε προσφύγει διότι του αρνούνταν την ανανέωση της άδειας οδήγησης με το αιτιολογικό ότι το όνομά του είχε «διαγραφεί» από το μητρώο, το Συνταγματικό Δικαστήριο επεσήμανε ότι, ύστερα από την απόφασή του της 4ης Φεβρουαρίου 1999, ο νόμος για το νομικό καθεστώς είχε αναθεωρηθεί αλλά δεν είχε ακόμη εγκριθεί. Αποφάσισε ότι, μέχρι να τεθεί σε ισχύ ο εν λόγω νόμος, ο ενάγων έπρεπε να επωφελείται από το καθεστώς το οποίο θα είχε εάν η προθεσμία που οριζόταν στο άρθρο 81, δεύτερη παράγραφο, του νόμου για τους αλλοδαπούς δεν είχε παρέλθει (παράγραφος 27 παραπάνω). Διέταξε τις αρχές να εγγράψουν τον ενδιαφερόμενο ως μόνιμο κάτοικο με τη διεύθυνση στην οποία διέμενε προτού το όνομά του διαγραφεί παρανόμως από το μητρώο, και να του ανανεώσουν την άδεια οδήγησης.
54. Μια παρόμοια απόφαση υιοθετήθηκε στις 15 Ιουλίου 1999 σε μια υπόθεση (Up-60/97) όπου οι ενάγοντες, όλοι μέλη της ίδιας οικογένειας και πολίτες μιας από τις Δημοκρατίες της πρώην ΣΟΔΓ, δεν είχαν επιτύχει να τους χορηγηθεί άδεια μόνιμης παραμονής βάσει του άρθρου 16 του νόμου για τους αλλοδαπούς, με το αιτιολογικό ότι ο πατέρας είχε χάσει τη θέση εργασίας του.
55. Στις 18 Νοεμβρίου 1999 και στις 16 Δεκεμβρίου 1999, σε δύο υποθέσεις (Up-20/97 και Up‑152/97) που αφορούσαν την καταβολή στρατιωτικής σύνταξης σε «διαγραμμένους», το Συνταγματικό Δικαστήριο ακύρωσε τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ανέπεμψε τις υποθέσεις για επανεξέταση.
56. Στις 20 Σεπτεμβρίου 2001, σε μια υπόθεση (Up-336/98) σχετικά με το δικαίωμα ενός ατόμου σε επίδομα για φύλαξη παιδιών, το Συνταγματικό Δικαστήριο ακύρωσε τις αποφάσεις των κατώτερων δικαστικών αρχών και ανέπεμψε την υπόθεση για επανεξέταση.
57. Εξάλλου, το Συνταγματικό Δικαστήριο εξέτασε έναν αριθμό υποθέσεων που είχαν κατατεθεί από «διαγραμμένους» σχετικά με τις προϋποθέσεις κτήσης της σλοβενικής ιθαγένειας. Σε απόφαση της 6ης Ιουλίου 1995 (υπόθεση Up-38/93), εκτίμησε ότι μπορούσε να θεωρηθεί ότι η προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 40 του νόμου για την ιθαγένεια, δηλαδή «το να διαμένει [κανείς] πράγματι [στη Σλοβενία]» (παράγραφοι 25 παραπάνω και 205 παρακάτω), πληρούνταν και στην περίπτωση όπου κάποιος είχε διακόψει την παραμονή του στη Σλοβενία για έγκυρους λόγους, δηλαδή εφόσον άλλες περιστάσεις υποδείκνυαν ότι είχε στη χώρα αυτή το επίκεντρο των ζωτικών του συμφερόντων. Το Συνταγματικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με το σκεπτικό ότι η εν λόγω απόφαση αντιμετώπιζε με τρόπο διαφορετικό υποθέσεις ανάλογες, και την ανέπεμψε για επανεξέταση.
5. Η απόφαση που εκδόθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο στις 3 Απριλίου 2003
58. Στις 3 Απριλίου 2003, αποφασίζοντας σχετικά με μια προσφυγή για αντισυνταγματικότητα του νόμου για το νομικό καθεστώς στην εκδοχή του της 8ης Ιουλίου 1999, η οποία είχε κατατεθεί από την Ένωση «διαγραμμένων» και από άλλους «διαγραμμένους» (υπόθεση U-I-246/02), το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι, για μια σειρά λόγων, ο νόμος για το νομικό καθεστώς δεν ήταν σύμφωνος προς το Σύνταγμα: δεν αναγνώριζε στους ανθρώπους των οποίων το όνομα είχε διαγραφεί από το μητρώο το δικαίωμα για άδεια μόνιμης παραμονής, με αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία «διαγραφής», δεν διευκρίνιζε την έννοια της φράσης «να διαμένει πράγματι» του πρώτου άρθρου, και δεν ρύθμιζε το θέμα της απόκτησης άδειας μόνιμης παραμονής από τους πολίτες των Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ οι οποίοι είχαν απελαθεί αναγκαστικά από τη Σλοβενία με βάση το άρθρο 28 του νόμου για τους αλλοδαπούς.
59. Το Συνταγματικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι, παρόλο που ο ακριβής αριθμός των απελαθέντων δεν έγινε γνωστός, ήταν πιθανότατα λίγοι οι άνθρωποι σε αυτή την κατάσταση, δεδομένου ότι το μη ρυθμισμένο καθεστώς των «διαγραμμένων» είχε γενικά αντιμετωπιστεί με ανοχή. Κήρυξε επίσης αντισυνταγματική την προθεσμία τριών μηνών που είχε οριστεί για την κατάθεση αίτησης για άδεια μόνιμης παραμονής, κρίνοντάς την αδικαιολόγητα βραχεία, και έδωσε στον νομοθέτη προθεσμία έξι μηνών προκειμένου να αποκαταστήσει τις αντισυνταγματικές διατάξεις του καταγγελλόμενου νόμου. Το Συνταγματικό Δικαστήριο τόνισε εξάλλου τη σημασία του καθεστώτος μόνιμου κατοίκου για την απόκτηση ορισμένων δικαιωμάτων και παροχών, κυρίως του δικαιώματος σε στρατιωτική σύνταξη, των κοινωνικών επιδομάτων και της ανανέωσης της άδειας οδήγησης.
60. Το Συνταγματικό Δικαστήριο υποχρέωσε (σημείο 8 της απόφασής του) το υπουργείο να εκδώσει αυτομάτως, υπέρ όσων ήταν ήδη κάτοχοι αδειών ex nunc (χωρίς αναδρομική ισχύ) βάσει του νόμου για το νομικό καθεστώς ή του νόμου για τους αλλοδαπούς, αποφάσεις που να κατοχυρώνουν το καθεστώς μόνιμου κατοίκου της Σλοβενίας ex tunc, με αναδρομική ισχύ από τις 26 Φεβρουαρίου 1992, ημερομηνία της «διαγραφής» (βλέπε, για αποσπάσματα της απόφασης αυτής, την παράγραφο 215 παρακάτω).
61. Στις 25 Νοεμβρίου 2003, το Κοινοβούλιο ενέκρινε τον νόμο για την εφαρμογή του σημείου 8 της απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου στην απόφαση no U‑I‑246/02-28 (Zakon o izvršitvi 8. točke odločbe Ustavnega sodišča Republike Slovenije št. U-I-246/02-28), που ονομάστηκε και «ο τεχνικός νόμος». Ο νόμος αυτός προσδιόριζε τη διαδικασία χορήγησης άδειας μόνιμης παραμονής ex tunc στους πολίτες των Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ που ήταν εγγεγραμμένοι ως μόνιμοι κάτοικοι στη Σλοβενία στις 23 Δεκεμβρίου 1990 και στις 25 Φεβρουαρίου 1992, και στους οποίους είχε ήδη χορηγηθεί άδεια μόνιμης παραμονής βάσει του νόμου για το νομικό καθεστώς ή του νόμου για τους αλλοδαπούς.
62. Εντούτοις, στις 4 Απριλίου 2004 διενεργήθηκε δημοψήφισμα, με το ερώτημα εάν έπρεπε να τεθεί σε εφαρμογή ο τεχνικός νόμος. Το ποσοστό συμμετοχής στο δημοψήφισμα ήταν 31,54 %· η καταμέτρηση έδειξε ότι 94,59 % των έγκυρων ψήφων ήταν κατά της εφαρμογής του νόμου, ο οποίος έτσι δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ.
63. Στο μεταξύ, σε απόφαση (υπόθεση U-II-3/03) που εξέδωσε στις 22 Δεκεμβρίου 2003, το Συνταγματικό Δικαστήριο είχε επισημάνει ότι η απόφασή του της 3ης Απριλίου 2003 (παράγραφοι 58-60 παραπάνω) αποτελούσε τη νομική βάση για τη χορήγηση συμπληρωματικών αδειών παραμονής από το υπουργείο, το οποίο και ήταν υποχρεωμένο να την εκτελέσει.
64. Εξάλλου, σε υπόθεση (Up-211/04) για την οποία προσέφυγε ένας εκ των «διαγραμμένων», ο οποίος υποστήριζε ότι η απουσία του από τη Σλοβενία οφειλόταν στον πόλεμο, το Συνταγματικό Δικαστήριο ακύρωσε, στις 2 Μαρτίου 2006, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που απέρριπταν το αίτημα του ενδιαφερομένου για τη χορήγηση άδειας μόνιμης παραμονής βάσει του νόμου για το νομικό καθεστώς, και ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, το οποίο και κάλεσε να αξιολογήσει καταλλήλως την προϋπόθεση της υποχρέωσης «να διαμένει [κανείς] πράγματι στη Δημοκρατία της Σλοβενίας» από τις 23 Δεκεμβρίου 1990, καθώς και τους λόγους απουσίας του ενδιαφερομένου από τη Σλοβενία.
65. Ειδικότερα, το Συνταγματικό Δικαστήριο δήλωσε ότι, το γεγονός ότι ο νομοθέτης είχε καθυστερήσει να απαλείψει τις ανακολουθίες, δεν εμπόδιζε τα δικαστήρια να εκδώσουν, σε υποθέσεις που έρχονταν ενώπιον τους, αποφάσεις σύμφωνες με την απόφαση που εξέδωσε το ίδιο στις 3 Απριλίου 2003 (παράγραφοι 58-60 παραπάνω).
66. Το 2004, το υπουργείο, με βάση την προαναφερθείσα απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, χορήγησε 4.034 άδειες με αναδρομική ισχύ σε «διαγραμμένους». Οι αρχές διέκοψαν προσωρινά και κατόπιν συνέχισαν την αυτόματη χορήγηση των αδειών αυτών το 2009, ύστερα από την κυβερνητική αλλαγή (παράγραφος 70 παρακάτω).
67. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, στις 30 Ιουνίου 2007 είχαν κατατεθεί 13.355 αιτήσεις βάσει του νόμου για το νομικό καθεστώς. Από τις αιτήσεις αυτές, χορηγήθηκαν 12.236 άδειες μόνιμης παραμονής.
68. Τον Νοέμβριο του 2008 σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση, ύστερα από τις βουλευτικές εκλογές της 21ης Σεπτεμβρίου 2008. Μία από τις προτεραιότητές της ήταν η υιοθέτηση κανονισμών που να διέπουν, με σεβασμό στις αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου, το καθεστώς των «διαγραμμένων».
69. Ύστερα από μια αναβάθμιση του ηλεκτρονικού του συστήματος, το υπουργείο συνέλεξε νέα δεδομένα για τους «διαγραμμένους» και δημοσίευσε αναφορά όπου επισημαίνεται ότι στις 24 Ιανουαρίου 2009 ο αριθμός των ανθρώπων που είχαν διαγραφεί από το μητρώο ανερχόταν 25.671, από τους οποίους 7.899 είχαν στη συνέχεια αποκτήσει τη σλοβενική ιθαγένεια· 7.313 από αυτούς βρίσκονταν ακόμη εν ζωή. Εξάλλου, άλλοι 3.630 είχαν αποκτήσει άδεια παραμονής. Το καθεστώς 13.426 «διαγραμμένων» εξακολουθούσε να μην έχει ρυθμιστεί κατά την ημερομηνία αυτή, και δεν ήταν γνωστός ο τόπος διαμονής τους.
70. Το 2009, το υπουργείο, σε συμμόρφωση με το σημείο 8 της απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου της 3ης Απριλίου 2003 (παράγραφος 60 παραπάνω), άρχισε εκ νέου να εκδίδει αυτεπαγγέλτως, υπέρ ατόμων που ήταν ήδη κάτοχοι αδειών ex nunc, αποφάσεις με τις οποίες τους αναγνωριζόταν το καθεστώς του μόνιμου κατοίκου Σλοβενίας ex tunc με ισχύ από τις 26 Φεβρουαρίου 1992. Εκδόθηκαν 2.347 τέτοιες αποφάσεις.
6. Ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς
71. Στη συνέχεια, το υπουργείο συνέταξε τροπολογίες και προσθήκες στον νόμο για το νομικό καθεστώς («ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς»), προκειμένου να διευθετήσει, σύμφωνα με την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της 3ης Απριλίου 2003, τις ασυμβατότητες μεταξύ του νόμου για το νομικό καθεστώς και του Συντάγματος, ιδιαίτερα όσον αφορά τους ανθρώπους που είχαν απελαθεί και εκείνους που είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τη Σλοβενία για άλλους λόγους που σχετίζονταν με τη «διαγραφή». Ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς εγκρίθηκε στις 8 Μαρτίου 2010.
72. Στις 12 Μαρτίου 2010, τριάντα ένας βουλευτές αιτήθηκαν τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για τον τροποποιημένο νόμο για το νομικό καθεστώς, κυρίως επειδή δεν διευθετούσε το ζήτημα της αποζημίωσης των «διαγραμμένων», γεγονός που έφερε αναβολή της έναρξης ισχύος του. Στις 18 Μαρτίου 2010, το Κοινοβούλιο, εκτιμώντας ότι η αναβολή της έναρξης ισχύος του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς ή η απόρριψή του στο πλαίσιο δημοψηφίσματος θα είχαν αντισυνταγματικές συνέπειες, προσέφυγε για το θέμα στο Συνταγματικό Δικαστήριο.
73. Στις 10 Ιουνίου 2010, το Συνταγματικό Δικαστήριο υιοθέτησε στην υπόθεση U‑II‑1/10 απόφαση στην οποία, βασιζόμενο στις προηγούμενές του αποφάσεις αρχής, εκτίμησε ότι οι διατάξεις του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς ήταν σύμφωνες προς το Σύνταγμα. Θεώρησε ότι ο τροποποιημένος νόμος προσέφερε μόνιμη λύση αναφορικά με το καθεστώς των «διαγραμμένων» που δεν είχαν καταφέρει να ρυθμίσουν την κατάστασή τους ή των παιδιών τους, και ότι προέβλεπε την έκδοση ειδικών αναδρομικής ισχύος αποφάσεων υπέρ των «διαγραμμένων» που είχαν αποκτήσει τη σλοβενική ιθαγένεια χωρίς να πληρούν τη σχετική προϋπόθεση της προηγούμενης κατοχής άδειας μόνιμης παραμονής. Το Συνταγματικό Δικαστήριο αρνήθηκε να επιτρέψει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, εκτιμώντας ότι ενδεχόμενη απόρριψη του εν λόγω νόμου θα είχε αντισυνταγματικές συνέπειες. Διαπίστωσε εξάλλου ότι η καθυστέρηση που σημειώθηκε στην εφαρμογή της δικής του απόφασης αρχής του 2003 είχε προκαλέσει νέα παραβίαση του Συντάγματος.
74. Στην παράγραφο 43 της απόφασης επισημαινόταν ότι, υιοθετώντας τον εν λόγω νόμο, που προέβλεπε την αναδρομικότητα του καθεστώτος του μόνιμου πολίτη, ο νομοθέτης είχε εισαγάγει μια ηθική ικανοποίηση ως μια μορφή αποκατάστασης για τη «διαγραφή». Κατά το Συνταγματικό Δικαστήριο, σε περίπτωση ζημίας προκαλούμενης από τη «διαγραφή», το ζήτημα της ενδεχόμενης ευθύνης του Κράτους μπορούσε να τεθεί με βάση το άρθρο 26 του Συντάγματος, εφόσον πληρούνταν άλλοι όροι οι οποίοι ορίζονταν στη διάταξη αυτή και οι σχετικές νομικές προϋποθέσεις. Σε κάθε περίπτωση, ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς δεν συνεπαγόταν αφ’ εαυτού έναν νέο τύπο αξιόποινης ευθύνης για το Κράτος, ούτε μια νέα νομική βάση η οποία να επιτρέπει την έγκριση των αξιώσεων αποζημίωσης. Κατά το Συνταγματικό Δικαστήριο, ο νομοθέτης μπορούσε κάλλιστα να υιοθετήσει μια ειδική νομοθεσία που να περιορίζει την ευθύνη του Κράτους, όπως είχε κάνει, για παράδειγμα, αναφορικά με τα θύματα του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Το Συνταγματικό Δικαστήριο κατέληξε ότι η σιωπή του εν λόγω νόμου σχετικά με το ζήτημα της οικονομικής αποζημίωσης δεν ήταν αντισυνταγματική.
75. Στις 15 Ιουνίου 2010, ο πρόεδρος του Εθνικού Κοινοβουλίου ζήτησε δημοσίως συγγνώμη στους «διαγραμμένους» και, στις 22 Ιουνίου 2010, το ίδιο έκανε και ο υπουργός Εσωτερικών.
76. Στις 24 Ιουνίου 2010, ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς δημοσιεύθηκε στην Επίσημη εφημερίδα. Τέθηκε σε ισχύ στις 24 Ιουλίου 2010, μερικές ημέρες μετά την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου. Πριν από την έγκρισή του, είχαν υποβληθεί 13.600 αιτήσεις για άδειες παραμονής, από τις οποίες 12.345 είχαν γίνει δεκτές.
77. Το άρθρο 1 του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς ίσχυε για τους αλλοδαπούς που είχαν την ιθαγένεια άλλης Δημοκρατίας της πρώην ΣΟΔΓ κατά την ημερομηνία της 25ης Ιουνίου 1991, ήταν εγγεγραμμένοι ως μόνιμοι κάτοικοι Σλοβενίας στις 23 Δεκεμβρίου 1990 ή στις 25 Ιουνίου 1991, και διέμεναν πράγματι στη χώρα αυτή από τότε, ανεξαρτήτως των διατάξεων του νόμου για τους αλλοδαπούς. Προέβλεπε την απόκτηση από τους «διαγραμμένους» άδειας μόνιμης παραμονής συγχρόνως ex nunc και ex tunc. Ρύθμιζε επίσης το καθεστώς των παιδιών των «διαγραμμένων», και ανέφερε ότι θα εκδίδονταν αποφάσεις με αναδρομική ισχύ υπέρ των «διαγραμμένων» στους οποίους είχε χορηγηθεί η σλοβενική ιθαγένεια χωρίς να είναι προηγουμένως κάτοχοι άδειας παραμονής.
78. Συγκεκριμένα, το άρθρο 1 č) διευκρίνιζε ότι η φράση «να διαμένει πράγματι» στη Σλοβενία (απαιτούμενη προϋπόθεση για την απόκτηση του καθεστώτος του μόνιμου κατοίκου) σήμαινε, για τον ενδιαφερόμενο, να έχει στη χώρα αυτή το επίκεντρο των ζωτικών συμφερόντων του· η τελευταία αυτή έννοια παραπέμπει στις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές, κοινωνικές και άλλες σχέσεις του ατόμου, ικανές να αποδείξουν την ύπαρξη πραγματικών και μόνιμων δεσμών μεταξύ αυτού και της Δημοκρατίας της Σλοβενίας.
79. Η ίδια διάταξη ανέφερε εξάλλου ότι η προϋπόθεση της «πραγματικής διαμονής» μπορούσε να κριθεί ότι πληρούται στις περιπτώσεις δικαιολογημένης απουσίας για περισσότερο από ένα έτος (αναγκαστική απέλαση από τη Σλοβενία, απουσία λόγω της «διαγραφής» ή αδυναμία επιστροφής λόγω της εμπόλεμης κατάστασης σε άλλα διάδοχα Κράτη της ΣΟΔΓ). Στις περιπτώσεις πιο μακράς απουσίας, ο όρος της «πραγματικής διαμονής» δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι πληρούται, για περίοδο πέντε ετών επαυξημένη με άλλη μια πενταετία, παρά μόνο εάν ο ενδιαφερόμενος είχε ενδιαμέσως επιχειρήσει να επιστρέψει στη Σλοβενία (παράγραφος 211 παρακάτω).
80. Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία που έδωσε η Κυβέρνηση, οι διοικητικές υπηρεσίες της χώρας παρέλαβαν 173 αιτήσεις για άδειες μόνιμης παραμονής ex nunc και 84 αιτήσεις για συμπληρωματικές άδειες ex tunc από τις 24 Ιουνίου 2010 έως τις 31 Μαΐου 2011. Οι αιτήσεις αυτές κατέληξαν στην παραχώρηση 64 αδειών μόνιμης παραμονής ex nunc και 111 αδειών μόνιμης παραμονής ex tunc, συμπεριλαμβανομένων και όσων χορήγησε το υπουργείο Εσωτερικών· σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αρχές τις χορήγησαν αυτεπαγγέλτως. Άλλες διαδικασίες βρίσκονται ακόμη σε εκκρεμότητα. Η προθεσμία κατάθεσης αιτήσεων με βάση τον τροποποιημένο νόμο για το νομικό καθεστώς λήγει στις 24 Ιουλίου 2013.
81. Στις 26 Απριλίου 2011, η ένωση Πολιτική πρωτοβουλία «διαγραμμένων» και πενήντα δύο ιδιώτες κατέθεσαν προσφυγή στο Συνταγματικό Δικαστήριο για αντισυνταγματικότητα του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς (υπόθεση U-I-85/11). Η διαδικασία αυτή επί του παρόντος εκκρεμεί.
82. Εξάλλου, ένας εκ των «διαγραμμένων» κατέθεσε συνταγματική προσφυγή αμφισβητώντας την απόρριψη από το Ανώτατο δικαστήριο της αξίωσής του για αποζημίωση, ποσού 50.492,40 ευρώ (EUR), για απώλεια της θέσης εργασίας του και ηθική βλάβη. Αναφορικά με την υλική αποζημίωση, το Ανώτατο δικαστήριο είχε παρατηρήσει ότι οι αρχές δεν είχαν ενεργήσει παρανόμως, και ότι επομένως το άρθρο 26 του Συντάγματος δεν ίσχυε εν προκειμένω. Στις 5 Ιουλίου 2011 (υπόθεση Up-1176/09), το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή, επικυρώνοντας την άποψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία, παρά την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου που καταργούσε ακολούθως την επίδικη διάταξη του νόμου για την ιθαγένεια, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι αρχές ή τα διοικητικά δικαστήρια ενήργησαν παρανόμως όταν συνέβησαν τα γεγονότα. Προσέθεσε ότι, δεδομένου ότι η απώλεια της θέσης εργασίας συνδεόταν με την άρνηση χορήγησης της σλοβενικής ιθαγένειας στον ενδιαφερόμενο, και όχι με την άρνηση χορήγησης άδειας μόνιμης παραμονής, οι αποφάσεις αρχής του ιδίου σχετικά με το ζήτημα των «διαγραμμένων» δεν ήταν δυνατόν να ληφθούν υπόψη.
83. Στις 21 Ιουλίου 2011, η Κυβέρνηση κοινοποίησε περίπου τριάντα οριστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν από τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια και από το Ανώτατο Δικαστήριο, στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών για αποζημιώσεις που είχαν αιτηθεί ορισμένοι από τους «διαγραμμένους». Όλες οι αξιώσεις αποζημίωσης απορρίφθηκαν οριστικά, οι περισσότερες λόγω μη τήρησης των ορισμένων προθεσμιών, παρότι σε ορισμένες περιπτώσεις τα δικαστήρια είχαν κρίνει αρχικώς βάσιμες τις αιτήσεις. Την εποχή εκείνη εκκρεμούσαν δικαστικές διαδικασίες ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για ένδεκα υποθέσεις «διαγραμμένων». Τέλος, στις 7 Νοεμβρίου 2011, η Κυβέρνηση κοινοποίησε νέα απόφαση που εξέδωσε το Συνταγματικό Δικαστήριο στις 26 Σεπτεμβρίου 2011 σε υπόθεση (Up-108/11) ενός εκ των «διαγραμμένων» ο οποίος αξίωνε αποζημίωση για υλική και ηθική βλάβη. Στην υπόθεση αυτή, η πρωτοβάθμια δικαστική αρχή είχε αρχικά αποφανθεί, σε προσωρινή απόφαση, ότι υπήρχαν λόγοι για να θεωρήσει ότι το Κράτος υποχρεούνταν σε καταβολή αποζημίωσης. Εντούτοις, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση της δευτεροβάθμιας αρχής, η οποία απέρριψε την αίτηση, λόγω παρέλευσης της νόμιμης προθεσμίας. Το Συνταγματικό Δικαστήριο ενέκρινε την απόφαση αυτή.
B. Η ιδιαίτερη κατάσταση καθενός εκ των προσφευγόντων
84. Πριν από τις 25 Ιουνίου 1991, ημερομηνία κατά την οποία η Σλοβενία κήρυξε την ανεξαρτησία της, οι προσφεύγοντες ήταν πολίτες συγχρόνως της ΣΟΔΓ και κάποιας από τις Δημοκρατίες που την αποτελούσαν, εκτός της Σλοβενίας. Είχαν λάβει το καθεστώς του μόνιμου κατοίκου Σλοβενίας ως πολίτες της ΣΟΔΓ, καθεστώς το οποίο διατήρησαν έως τις 26 Φεβρουαρίου 1992, οπότε και τα ονόματά τους διαγράφηκαν από το μητρώο.
85. Αφότου τέθηκε σε ισχύ, στις 24 Ιουλίου 2010, ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς, ο κ. Kurić, η κα Mezga, οι κκ. Ristanović, Berisha, Ademi και Minić έλαβαν άδειες μόνιμης παραμονής, ταυτοχρόνως ex nunc και ex tunc. Ο κ. Dabetić και η κα Ristanović δεν αιτήθηκαν άδεια παραμονής. Στις παραγράφους που ακολουθούν, εκτίθεται η ιδιαίτερη κατάσταση καθενός εκ των προσφευγόντων.
1. κ. Mustafa Kurić
86. Ο κ. Kurić είναι γεννημένος στις 8 Απριλίου 1935 στο Šipovo (Βοσνία-Ερζεγοβίνη). Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, η ιθαγένειά του είναι άγνωστη. Μετά την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, έλαβε κατάρτιση υποδηματοποιού. Στη Σλοβενία μετέβη σε ηλικία είκοσι ετών, και εγκαταστάθηκε στο Koper το 1965. Το 1976, ενοικίασε από την κοινότητα του Koper ένα μικρό εργαστήριο, όπου εγκατέστησε την επιχείρησή του. Ήταν εγγεγραμμένος ως μόνιμος κάτοικος στη Σλοβενία από τις 23 Ιουλίου 1970 έως τις 26 Φεβρουαρίου 1992.
87. Το 1991, νόσησε σοβαρά και νοσηλεύτηκε επί τρεις μήνες. Ισχυρίζεται ότι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο δεν κατέθεσε αίτηση για την απόκτηση της σλοβενικής ιθαγένειας. Προσθέτει ότι οι αρχές τότε τον διαβεβαίωσαν ότι θα είχε και άλλες ευκαιρίες να αιτηθεί τη σλοβενική ιθαγένεια. Η Κυβέρνηση επιβεβαιώνει ότι ο ενδιαφερόμενος είχε νοσηλευτεί, αλλά υποστηρίζει ότι στις 15 Ιουνίου 1991 είχε ήδη εξέλθει από το νοσοκομείο.
88. Ο προσφεύγων ποτέ δεν ενημερώθηκε επισήμως ότι δεν διέθετε πλέον κανένα νομικό καθεστώς στη Σλοβενία.
89. Στις 1993, στην κατοικία του ξέσπασε πυρκαγιά και έχασε έτσι τα περισσότερα έγγραφά του. Όταν ζήτησε νέα έγγραφα από την κοινότητα του Koper, τον πληροφόρησαν ότι το όνομά του είχε διαγραφεί από το μητρώο.
90. Εξακολούθησε την επαγγελματική του δραστηριότητα και κατέβαλλε κανονικά το μίσθωμα, μέχρι που συνάντησε οικονομικές δυσκολίες, στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Καθώς δεν ήταν πια σε θέση να καταβάλλει το μίσθωμα, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον χώρο. Χωρίς έγγραφα ταυτότητας, κινδύνευε να απελαθεί εάν έφευγε από την κοινότητα, όπου η αστυνομία ανεχόταν την παρουσία του.
91. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι επιχείρησε με αρκετές ευκαιρίες κατά τη δεκαετία του 1990 να διευθετήσει την κατάστασή του στις διοικητικές υπηρεσίες του Koper, αλλά δεν έλαβε απάντηση. Το 2005, απηύθυνε στο υπουργείο επιστολή με την οποία αιτούνταν τη σλοβενική ιθαγένεια. Δεν έλαβε απάντηση. Σύμφωνα με την εναγόμενη κυβέρνηση, αντίθετα, ο κ. Kurić ποτέ δεν αιτήθηκε άδεια παραμονής στη Σλοβενία.
92. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι το 2006 κίνησε διαδικασία στο Ταμείο ασφάλειας γήρατος και αναπηρίας, σχετικά με το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα· το Ταμείο, στις 14 Μαΐου 2006, του απέστειλε επιστολή όπου ανέφερε τα έτη εργασίας του και του ζητούσε να καταθέσει ένα πιστοποιητικό ιθαγένειας. Απαντώντας, ωστόσο, σε ερώτημα του υπαλλήλου της Κυβέρνησης, το Ταμείο ασφάλειας γήρατος και αναπηρίας δήλωσε, στις 29 Οκτωβρίου 2007, ότι ο προσφεύγων δεν είχε αποταθεί επισήμως σε αυτό.
93. Στις 7 Μαΐου 2007, ο προσφεύγων αιτήθηκε τη σλοβενική ιθαγένεια ως ανιθαγενής. Η αίτησή του απορρίφθηκε στις 27 Ιουλίου 2007.
94. Στις 29 Ιανουαρίου 2008, ανανέωσε την αίτησή του με βάση το άρθρο 10 του νόμου για την ιθαγένεια. Στις 10 Ιουνίου 2009, η διοικητική υπηρεσία του Koper απέρριψε την αίτησή του. Ο κ. Kurić δεν αμφισβήτησε την απόρριψη αυτή ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου.
95. Στις 24 Φεβρουαρίου 2009, αιτήθηκε άδεια μόνιμης παραμονής. Στις 2 Νοεμβρίου 2010, εκδόθηκαν άδειες παραμονής ex nunc και ex tunc, οι οποίες του παραδόθηκαν στις 26 Νοεμβρίου 2010.
96. Ο προσφεύγων επισημαίνει ότι, παρόλο που έλαβε την άδεια μόνιμης παραμονής, εξακολουθεί να συναντά πολλές δυσχέρειες, ιδιαίτερα όσον αφορά τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα. Προσθέτει ότι υποφέρει από σοβαρά προβλήματα υγείας.
2. κ. Velimir Dabetić
97. Ο κ. Dabetić είναι γεννημένος στις 22 Σεπτεμβρίου 1969 στο Koper (Σλοβενία). Είναι ανιθαγενής. Ήταν εγγεγραμμένος ως μόνιμος κάτοικος στη Σλοβενία από τις 29 Σεπτεμβρίου 1971 έως τις 26 Φεβρουαρίου 1992. Οι γονείς του και οι δύο αδελφοί του είναι γεννημένοι στο Μαυροβούνιο, και τα ονόματά τους, όπως και το δικό του, διαγράφηκαν από το μητρώο το 1992. Η μητέρα του έλαβε τη σλοβενική ιθαγένεια το 1997 και ο πατέρας του το 2004. Μετά το πέρας της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, έλαβε επί δύο έτη κατάρτιση σιδηρουργού, σε εξειδικευμένο ίδρυμα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Διαμένει επί του παρόντος στην Ιταλία, όπου δεν διαθέτει κανένα νομικό καθεστώς.
98. Ο προσφεύγων αναφέρει ότι έφυγε για να εγκατασταθεί στην Ιταλία το 1991, αλλά παρέμεινε εγγεγραμμένος ως μόνιμος κάτοικος του Koper (Σλοβενία) μέχρι τα γεγονότα του 1992. Είχε λάβει τότε εσφαλμένες πληροφορίες από τις διοικητικές υπηρεσίες του Koper. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, ο προσφεύγων διαμένει στην Ιταλία από το 1989, και όχι από το 1991. Ο ενδιαφερόμενος, επομένως, δεν διέμενε στη Σλοβενία την ημερομηνία κατά την οποία η χώρα ανεξαρτητοποιήθηκε.
99. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι, όταν επιχείρησε να αιτηθεί τη σλοβενική ιθαγένεια στις διοικητικές υπηρεσίες του Koper, ο υπάλληλος του ζήτησε να καταθέσει έγγραφο όπου να εκθέτει το εργασιακό του ιστορικό στη Σλοβενία. Είχε δηλώσει τότε ότι εργαζόταν στην Ιταλία με άδεια νόμιμης εργασίας, και δεν μπορούσε συνεπώς να καταθέσει ένα τέτοιο έγγραφο. Ο υπάλληλος του απάντησε ότι θα έπρεπε να του χορηγήσει την ιθαγένεια η Ιταλία, και όχι η Σλοβενία.
100. Ο προσφεύγων δηλώνει, εξάλλου, ότι έλαβε γνώση της «διαγραφής» αργότερα από τους υπόλοιπους προσφεύγοντες. Το 2002, όταν έληξε το διαβατήριό του της ΣΟΔΓ, οι ιταλικές αρχές αρνήθηκαν να του ανανεώσουν την άδεια παραμονής (permesso di soggiorno) η οποία του επέτρεπε να εργάζεται, και τον υποχρέωσαν να επιστρέψει στη Σλοβενία. Ωστόσο, παρότι επιχείρησε να επιστρέψει νομίμως, στάθηκε αδύνατον να διευθετήσει την κατάστασή του στη χώρα αυτή. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο προσφεύγων ποτέ δεν αιτήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο άδεια παραμονής στη Σλοβενία.
101. Στις 26 Νοεμβρίου 2003, μετά και από την έκδοση της απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου της 3ης Απριλίου 2003, ο προσφεύγων αιτήθηκε στο υπουργείο να εκδώσει συμπληρωματική απόφαση ex tunc για τον σκοπό της διευθέτησης του καθεστώτος του, χωρίς να έχει ζητήσει προηγουμένως άδεια μόνιμης παραμονής ex nunc.
102. Στις 29 Νοεμβρίου 2003, ο προσφεύγων αιτήθηκε τη σλοβενική ιθαγένεια βάσει του άρθρου 19 του νόμου για την ιθαγένεια, όπως τροποποιήθηκε το 2002.
103. Στις 9 Φεβρουαρίου 2004, προσέφυγε στο διοικητικό δικαστήριο της Nova Gorica διαμαρτυρόμενος για την αδράνεια των αρχών (tožba zaradi molka upravnega organa), τις οποίες κατηγορούσε ότι δεν εξέδωσαν την συμπληρωματική απόφαση ex tunc που είχε αιτηθεί.
104. Στις 20 Μαΐου 2005, το διοικητικό δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του.
105. Στις 14 Νοεμβρίου 2005, το υπουργείο απέρριψε την αίτηση χορήγησης της σλοβενικής ιθαγένειας, που είχε καταθέσει ο προσφεύγων, με το σκεπτικό ότι ο ενδιαφερόμενος δεν είχε αποδείξει ότι διέμενε πράγματι στη Σλοβενία επί δέκα έτη και ότι είχε διαμείνει μόνιμα εκεί κατά την τελευταία πενταετία.
106. Παράλληλα, ο προσφεύγων αιτήθηκε και το καθεστώς του ανιθαγενούς από το ιταλικό υπουργείο Εσωτερικών.
107. Τα τελευταία χρόνια ο προσφεύγων συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση αρκετές φορές από την ιταλική αστυνομία. Επιπλέον, στις 20 Απριλίου 2006 έλαβε εντολή να εγκαταλείψει τη χώρα εντός πενθημέρου. Τελικά του επετράπη να παραμείνει στην Ιταλία, λόγω του ότι είχε αιτηθεί να αναγνωριστεί ως ανιθαγενής και η σχετική διαδικασία ακόμη εκκρεμούσε.
108. Ο προσφεύγων κατηγορήθηκε επίσης για παράνομη μετανάστευση στην Ιταλία. Στις 19 Ιουνίου 2006, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της Μάντοβα τον αθώωσε, με το σκεπτικό ότι ήταν ανιθαγενής και δεν ήταν δυνατόν να εγκαταλείψει την Ιταλία αυτοβούλως. Το αίτημά του για την απόκτηση του καθεστώτος του ανιθαγενούς ήταν τότε ακόμη σε εκκρεμότητα. Τελικά απορρίφθηκε, με το σκεπτικό ότι αλλοδαπός που διέμενε παρανόμως στο ιταλικό έδαφος δεν είχε δικαίωμα στην εν λόγω ιδιότητα.
109. Ο προσφεύγων δηλώνει ότι ζει υπό εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες. Δεν κίνησε δικαστική διαδικασία με βάση τον τροποποιημένο νόμο για το νομικό καθεστώς.
3. κα Ana Mezga
110. Η κα Mezga είναι γεννημένη στις 4 Ιουνίου 1965 στο Čakovec (Κροατία). Έχει την κροατική ιθαγένεια. Το 1979 εγκαταστάθηκε στη Λιουμπλιάνα (Σλοβενία), όπου αργότερα βρήκε εργασία. Φοίτησε στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση επί οκτώ έτη, και ήταν εγγεγραμμένη ως μόνιμη κάτοικος στη Σλοβενία από τις 28 Ιουλίου 1980 ως τις 26 Φεβρουαρίου 1992.
111. Δηλώνει ότι το 1992, μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού της, κατάλαβε ότι το όνομά της είχε διαγραφεί από το μητρώο. Ο εργοδότης της διέκοψε την άδεια μητρότητάς της, και την απέλυσε. Εξάλλου, τον Μάρτιο του 1993, συνελήφθη από την αστυνομία κατά τη διάρκεια συνήθους ελέγχου. Καθώς δεν διέθετε έγγραφα ταυτότητας, κρατήθηκε στο αστυνομικό τμήμα και κατόπιν σε κέντρο διέλευσης αλλοδαπών (prehodni dom za tujce), αλλά αφέθηκε ελεύθερη αφού κατέβαλε πρόστιμο. Η προσφεύγουσα εκτιμά ότι η εν λόγω σύλληψη επιβεβαιώνει ότι είχε απολέσει το νομικό της καθεστώς.
112. Εγκαταστάθηκε στη συνέχεια στο Piran, όπου γνώρισε τον H.Š., Σλοβένο πολίτη, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, που έχουν τη σλοβενική ιθαγένεια. Δηλώνει ότι δεν κίνησε καμία διαδικασία για τη ρύθμιση της κατάστασής της, διότι γνώριζε ότι προδήλως δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις τις οποίες όριζε η ισχύουσα νομοθεσία.
113. Στις 13 Δεκεμβρίου 1999, αφού τέθηκε σε ισχύ ο νόμος για το νομικό καθεστώς, η κα Mezga αιτήθηκε άδεια μόνιμης παραμονής. Το υπουργείο την κάλεσε πέντε φορές να συμπληρώσει τον φάκελό της, και την ενημέρωσε ότι μπορούσε επίσης να αιτηθεί άδεια μόνιμης παραμονής στο πλαίσιο της οικογενειακής επανένωσης.
114. Στις 14 Απριλίου 2004, η προσφεύγουσα κάλεσε το υπουργείο να εκδώσει συμπληρωματική απόφαση με βάση το σημείο 8 της απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου της 3ης Απριλίου 2003 (παράγραφος 60 παραπάνω).
115. Στις 29 Απριλίου 2004, αιτήθηκε τη σλοβενική ιθαγένεια επί τη βάσει του άρθρου 19 του νόμου για την ιθαγένεια, όπως τροποποιήθηκε.
116. Στις 15 Οκτωβρίου 2004, παρευρέθηκε σε σύσκεψη στη διοικητική υπηρεσία του Piran, στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετικά με την αίτησή της για άδεια μόνιμης παραμονής. Στις 25 Οκτωβρίου 2004, εκλήθη να συμπληρώσει τον φάκελό της.
117. Στις 5 Νοεμβρίου 2004, το Ταμείο ασφάλισης γήρατος και αναπηρίας δήλωσε ότι οι θέσεις εργασίας που κατείχε η προσφεύγουσα στη Σλοβενία ήταν καταγεγραμμένες στα αρχεία του.
118. Στις 6 Δεκεμβρίου 2004, το υπουργείο έθεσε τέλος στη διαδικασία σχετικά με την αίτηση της προσφεύγουσας για την απόκτηση άδειας μόνιμης παραμονής, λόγω του ότι δεν εργαζόταν και δεν μπορούσε να αποδείξει ότι διέμενε πράγματι στη Σλοβενία από τις 23 Δεκεμβρίου 1990.
119. Στις 18 Νοεμβρίου 2005, στο πλαίσιο της διαδικασίας αναφορικά με την ιθαγένεια, το υπουργείο έδωσε στην προσφεύγουσα προθεσμία δύο μηνών προκειμένου να συμπληρώσει τον φάκελό της. Η ενδιαφερόμενη έπρεπε κυρίως να αποδείξει ότι διέμενε πράγματι στη Σλοβενία από τις 23 Δεκεμβρίου 1990.
120. Στις 13 Ιουνίου 2006, το υπουργείο απέρριψε την αίτηση χορήγησης της σλοβενικής ιθαγένειας, που είχε καταθέσει η προσφεύγουσα.
121. Στις 10 Αυγούστου 2007, η προσφεύγουσα αιτήθηκε άδεια προσωρινής παραμονής ως μέλος οικογένειας Σλοβένου πολίτη.
122. Στις 13 Σεπτεμβρίου 2007, της χορηγήθηκε άδεια προσωρινής παραμονής με ισχύ μέχρι τις 13 Σεπτεμβρίου 2012.
123. Στις 22 Ιουλίου 2010, αιτήθηκε άδεια μόνιμης παραμονής βάσει του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς. Την 1η Μαρτίου 2011, εκδόθηκαν για την προσφεύγουσα άδειες παραμονής ex nunc και ex tunc, οι οποίες της παραδόθηκαν στις 2 Μαρτίου 2011.
124. Η προσφεύγουσα δηλώνει ότι, παρόλο που απέκτησε άδεια μόνιμης παραμονής, αντιμετωπίζει δυσχέρειες αναφορικά με την ιατρική της ασφάλιση και τα κοινωνικά οικονομικά επιδόματα. Υποστηρίζει εξάλλου ότι αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας.
4. κα Ljubenka Ristanović
125. Η κα Ristanović είναι γεννημένη στις 19 Νοεμβρίου 1968 στο Zavidovići (Βοσνία-Ερζεγοβίνη). Έχει επί του παρόντος τη σερβική ιθαγένεια. Το 1986, μετέβη στη Λιουμπλιάνα (Σλοβενία) για να αναζητήσει εργασία. Παντρεύτηκε εκεί, και στις 20 Αυγούστου 1988 γέννησε έναν γιο, τον πέμπτο προσφεύγοντα, Tripun Ristanović. Ήταν εγγεγραμμένη ως μόνιμη κάτοικος Λιουμπλιάνας από τις 6 Αυγούστου 1986 έως τις 20 Νοεμβρίου 1991.
126. Η κα Ristanović δηλώνει ότι θεωρούσε πως θα λάμβανε τη σλοβενική ιθαγένεια αυτομάτως, ως μόνιμη κάτοικος. Εντούτοις, το 1994, η ίδια και ο γιος της απελάθηκαν από τη Σλοβενία. Υποστηρίζει ότι τότε έμαθε για τη «διαγραφή». Όσο για τον σύζυγό της, κάτοχο άδειας εργασίας και άδειας προσωρινής παραμονής την εποχή που συνέβησαν τα γεγονότα, παρέμεινε στη Σλοβενία και απέκτησε στη συνέχεια άδεια μόνιμης παραμονής.
127. Σύμφωνα με την εναγόμενη κυβέρνηση, η κα Ristanović εγκατέλειψε την κοινότητα όπου ζούσε χωρίς να ζητήσει τη διαγραφή της από το μητρώο μόνιμων κατοίκων, και τα προσωπικά δεδομένα που την αφορούσαν μεταφέρθηκαν από το μητρώο μόνιμων κατοίκων στο μητρώο των ατόμων που «μετανάστευσαν χωρίς να έχουν διαγραφεί».
128. Η προσφεύγουσα δηλώνει ότι έζησε στη Σερβία ως πρόσφυγας και έμεινε πολλά χρόνια χωρίς έγγραφα ταυτότητας. Το 2004, έλαβε σερβικό δελτίο ταυτότητας και το 2005 σερβικό διαβατήριο. Η ίδια και ο γιος της δεν είχαν αιτηθεί ούτε άδεια μόνιμης παραμονής στη Σλοβενία ούτε τη σλοβενική ιθαγένεια, διότι γνώριζαν ότι επί πολλά χρόνια δεν πληρούσαν την προϋπόθεση της πραγματικής διαμονής στη Σλοβενία, όπως απαιτούσε η ισχύουσα νομοθεσία.
129. Η κα Ristanović δεν κίνησε διαδικασία βάσει του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς. Ισχυρίζεται ότι αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας.
5. κ. Tripun Ristanović
130. Ο κ. Tripun Ristanović, γιος της τέταρτης προσφεύγουσας, κας Ljubenka Ristanović, είναι γεννημένος στις 20 Αυγούστου 1988 στη Λιουμπλιάνα (Σλοβενία). Είναι πολίτης Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Ήταν εγγεγραμμένος ως μόνιμος κάτοικος Λιουμπλιάνας από τις 20 Αυγούστου 1988 έως τις 26 Φεβρουαρίου 1992.
131. Το 1994, ο κ. Ristanović, ανήλικος τότε, απελάθηκε από τη Σλοβενία μαζί με τη μητέρα του.
132. Έζησε ως πρόσφυγας με τη μητέρα του στη Σερβία επί πολλά χρόνια. Το 2004, οι αρχές της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης του χορήγησαν δελτίο ταυτότητας και διαβατήριο. Καθώς δεν διέθετε σερβικά έγγραφα ταυτότητας, έζησε στη Σερβία με τον διαρκή φόβο της απέλασης.
133. Στις 9 Νοεμβρίου 2010, αιτήθηκε άδεια μόνιμης παραμονής στη Σλοβενία βάσει του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς. Αφού εκδόθηκαν στις 10 Μαρτίου 2011 άδειες παραμονής ex nunc και ex tunc, οι οποίες του παραδόθηκαν στις 11 Μαρτίου 2011, επέστρεψε στη Σλοβενία.
134. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, ο προσφεύγων κατέθεσε στο Συνταγματικό Δικαστήριο προσφυγή αντισυνταγματικότητας του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς· η προσφυγή του κατατέθηκε μαζί με εκείνες της Πολιτικής πρωτοβουλίας των «διαγραμμένων» και άλλων ιδιωτών. Η διαδικασία επί του παρόντος εκκρεμεί (παράγραφος 81 παραπάνω).
6. κ. Ali Berisha
135. Ο κ. Berisha είναι γεννημένος στις 23 Μαΐου 1969 στο Peć (Κόσοβο) σε κοινότητα Ρομά. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, έχει τη σερβική ιθαγένεια. Ο κ. Berisha εγκαταστάθηκε στη Σλοβενία το 1985. Εργάστηκε σε εργοστάσιο στο Maribor μέχρι τις 31 Μαΐου 1991. Ήταν εγγεγραμμένος ως μόνιμος κάτοικος Σλοβενίας από τις 6 Οκτωβρίου 1987 ως τις 26 Φεβρουαρίου 1992.
136. Το 1991, διέμεινε για κάποιο διάστημα στο Κόσοβο με την ασθενή μητέρα του, και για τον λόγο αυτόν δεν αιτήθηκε τότε τη σλοβενική ιθαγένεια.
137. Το 1993, κατά την επιστροφή του από τη Γερμανία, όπου είχε επισκεφθεί συγγενείς του, ο προσφεύγων συνελήφθη από τη σλοβενική συνοριοφυλακή. Του αφαίρεσαν το διαβατήριό του της ΣΟΔΓ και τον μετέφεραν σε κέντρο διέλευσης αλλοδαπών, όπου κρατήθηκε επί δέκα ημέρες. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι τότε έμαθε για τη «διαγραφή». Δηλώνει εξάλλου ότι στις 3 Ιουλίου 1993 απελάθηκε στα Τίρανα (Αλβανία) χωρίς να έχει προηγουμένως εγκριθεί καμία τέτοια απόφαση. Η αλβανική αστυνομία τον επαναπροώθησε στη Σλοβενία, διότι δεν είχε έγκυρο διαβατήριο. Τοποθετήθηκε εκ νέου στο ίδιο κέντρο διέλευσης, από όπου διέφυγε τη νύχτα.
138. Το 1993, ο ενδιαφερόμενος διέφυγε στη Γερμανία, όπου απέκτησε άδεια προσωρινής παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, δεδομένης της αστάθειας που επικρατούσε την εποχή εκείνη στο Κόσοβο.
139. Στις 9 Αυγούστου 1996, παντρεύτηκε την M.M., γεννημένη στο Κόσοβο, επίσης μέλος κοινότητας Ρομά. Απέκτησαν τέσσερα παιδιά από το 1997 ως το 2003, διάστημα κατά το οποίο η οικογένεια διέμενε στη Γερμανία.
140. Το 2005, οι γερμανικές αρχές αρνήθηκαν να ανανεώσουν την άδεια παραμονής του προσφεύγοντος, κρίνοντας την κατάσταση στο Κόσοβο αρκετά σταθερή στο σύνολό της, ώστε ο ενδιαφερόμενος να μπορεί να επιστρέψει. Ο προσφεύγων έλαβε την εντολή να εγκαταλείψει τη Γερμανία μαζί με την οικογένειά του μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2005.
141. Σε ημερομηνία η οποία δεν προσδιορίζεται, ο προσφεύγων και η οικογένειά του ζήτησαν άσυλο στη Γερμανία.
142. Εν συνεχεία επέστρεψαν στη Σλοβενία.
143. Στις 13 Ιουλίου 2005, αιτήθηκαν άδεια προσωρινής παραμονής. Στις 25 Ιουλίου 2005, αιτήθηκαν επίσης άδεια μόνιμης παραμονής, με βάση τον νόμο για το νομικό καθεστώς.
144. Φοβούμενοι ότι θα απελαθούν, στις 26 Σεπτεμβρίου 2005 αιτήθηκαν επίσης άσυλο. Ο προσφεύγων ζήτησε επίσης το καθεστώς του πρόσφυγα.
145. Στις 19 Οκτωβρίου 2005, αφού οι ενδιαφερόμενοι απέσυραν τις αιτήσεις ασύλου, το υπουργείο έθεσε τέλος στη διαδικασία. Διέταξε να απελαθεί ο προσφεύγων και η οικογένειά του στη Γερμανία. Ελήφθη στις 28 Οκτωβρίου 2005 μια απόφαση απέλασης, αλλά δεν εκτελέστηκε. Στις 10 Νοεμβρίου 2005, εκδόθηκε νέα απόφαση απέλασης, η οποία όριζε ως ημερομηνία της απέλασης την 18η Νοεμβρίου 2005. Ο προσφεύγων κίνησε τότε διαδικασία ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου. Στις 15 Νοεμβρίου 2005, η αίτησή του έγινε δεκτή.
146. Την εποχή εκείνη η υπόθεση είχε γίνει ιδιαίτερα γνωστή σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, χάρη στις προσπάθειες που κατέβαλε η Διεθνής Αμνηστία.
147. Στις 27 Φεβρουαρίου 2006, η οικογένεια ζήτησε εκ νέου άσυλο στη Σλοβενία. Ζούσαν τότε σε ένα κέντρο φιλοξενίας αιτούντων άσυλο.
148. Στις 28 Απριλίου 2006, ο προσφεύγων προσέφυγε στο διοικητικό δικαστήριο διαμαρτυρόμενος για την αδράνεια των διοικητικών αρχών στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετικά με τις άδειες μόνιμης παραμονής τις οποίες είχε αιτηθεί για τον ίδιο, για τη σύζυγο και για τα τέσσερα παιδιά τους.
149. Στις 19 Ιουλίου 2006, οι γερμανικές αρχές ενημέρωσαν τις σλοβενικές ότι, βάσει του κανονισμού του Δουβλίνου, υπεύθυνη για την εξέταση των αιτήσεων ασύλου της οικογένειας Berisha ήταν η Γερμανία.
150. Στις 28 Ιουλίου 2006, γεννήθηκε στη Σλοβενία το πέμπτο παιδί του προσφεύγοντος.
151. Στις 30 Οκτωβρίου 2006, μετά και από την προαναφερθείσα απόφαση των γερμανικών αρχών, το υπουργείο δήλωσε ότι δεν ήταν αρμόδιο για την εξέταση των αιτήσεων ασύλου του προσφεύγοντος και της οικογένειάς του, και ότι οι αιτήσεις θα παραδίδονταν στη Γερμανία. Επεσήμανε το υπουργείο ότι είχε επίσης στην κατοχή του νέα στοιχεία που υποδείκνυαν ότι ο κ. Berisha και η οικογένειά του είχαν ζητήσει άσυλο στη Γερμανία, όπου για τον λόγο αυτόν λάμβαναν οικονομική βοήθεια.
152. Στις 5 Νοεμβρίου 2006, ο προσφεύγων και η οικογένειά του αμφισβήτησαν την απόφαση του υπουργείου ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου. Την ίδια μέρα, ζήτησαν επίσης να μην εκτελεστεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και απέσυραν την αίτηση ασύλου (παράγραφος 147 παραπάνω).
153. Ο προσφεύγων δηλώνει ότι στις 7 Νοεμβρίου 2006 το υπουργείο επιχείρησε εκ νέου να τον μεταφέρει με την οικογένειά του στη Γερμανία. Στις 15 Νοεμβρίου 2006, το διοικητικό δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση απέλασης. Το υπουργείο άσκησε έφεση.
154. Στις 28 Δεκεμβρίου 2006, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του υπουργείου της 30ής Οκτωβρίου 2006, σύμφωνα με την οποία, με βάση τον κανονισμό του Δουβλίνου, αρμόδια για την εξέταση της αίτησης ασύλου του προσφεύγοντος ήταν η Γερμανία.
155. Την 1η Φεβρουαρίου 2007, ο προσφεύγων και η οικογένειά του εστάλησαν στη Γερμανία, όπου και διαμένουν στο εξής υπό καθεστώς «ανοχής» (Duldung).
156. Ούτε ο προσφεύγων ούτε η οικογένειά του έχουν αιτηθεί τη σλοβενική ιθαγένεια.
157. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αίτησης ασύλου, το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε στις 18 Απριλίου 2008 μια συνταγματική προσφυγή του προσφεύγοντος.
158. Στις 19 Οκτωβρίου 2010, ύστερα από την αίτηση την οποία είχε καταθέσει στις 25 Ιουλίου 2005 (παράγραφος 143 παραπάνω), εκδόθηκαν για τον κ. Berisha άδειες παραμονής ex nunc και ex tunc, οι οποίες του παραδόθηκαν στις 24 Νοεμβρίου 2010 από το προξενείο της Σλοβενίας στο Μόναχο.
159. Ο προσφεύγων, που διαμένει πάντοτε στη Γερμανία, δηλώνει ότι προς το παρόν δεν μπορεί να επιστρέψει στη Σλοβενία, δεδομένου ότι τα πέντε παιδιά του και η σύζυγός του δεν έχουν κανένα νομικό καθεστώς στη χώρα αυτή και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για οικογενειακή επανένωση βάσει του νόμου για τους αλλοδαπούς.
160. Σε ημερομηνία που δεν προσδιορίζεται, ο προσφεύγων κατέθεσε ενώπιον της γενικής εισαγγελίας αίτηση αποζημίωσης, η οποία απορρίφθηκε. Σύμφωνα με την εναγόμενη κυβέρνηση, ο ενδιαφερόμενος δεν κίνησε δικαστική διαδικασία.
7. κ. Ilfan Sadik Ademi
161. Ο κ. Ademi είναι γεννημένος στις 28 Ιουλίου 1952 στα Σκόπια («πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας») σε κοινότητα Ρομά. Είναι σήμερα πολίτης της «πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας». Το 1977, εγκαταστάθηκε στη Σλοβενία, όπου εργάστηκε μέχρι το 1992. Ήταν εγγεγραμμένος εκεί ως μόνιμος κάτοικος από τις 27 Σεπτεμβρίου 1977 έως τις 26 Φεβρουαρίου 1992.
162. Δηλώνει ότι έχασε την προθεσμία για την αίτηση της σλοβενικής ιθαγένειας το 1991. Το 1993, συνελήφθη από την αστυνομία στη διάρκεια συνήθους ελέγχου. Καθώς δεν διέθετε έγκυρα έγγραφα ταυτότητας, απελάθηκε στην Ουγγαρία με την οικογένειά του. Υποστηρίζει ότι τότε έμαθε για τη «διαγραφή». Λίγο καιρό μετά ο ενδιαφερόμενος και η οικογένειά του μετέβησαν στην Κροατία, από όπου εισήλθαν εκ νέου παρανόμως στη Σλοβενία.
163. Στο μεταξύ ο προσφεύγων, με τη συνδρομή δικηγόρου, είχε καταθέσει στις 23 Νοεμβρίου 1992 αίτηση για χορήγηση της σλοβενικής ιθαγένειας.
164. Εν συνεχεία μετέβη στη Γερμανία, όπου κηρύχθηκε ανιθαγενής και έλαβε έτσι άδεια προσωρινής παραμονής και διαβατήριο αλλοδαπού.
165. Στις 9 Φεβρουαρίου 1999, αιτήθηκε διαβατήριο στην πρεσβεία της «πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας», αλλά έλαβε αρνητική απάντηση, για τον λόγο ότι δεν ήταν πολίτης της χώρας αυτής.
166. Στις 16 Φεβρουαρίου 2005, ο προσφεύγων ζήτησε άδεια μόνιμης παραμονής στη Σλοβενία, βάσει του νόμου για το νομικό καθεστώς. Στις 20 Απριλίου 2005, το υπουργείο τον κάλεσε να συμπληρώσει τον φάκελό του αποδεικνύοντας την ιθαγένειά του.
167. Στις 26 Μαΐου 2005, η αίτηση του προσφεύγοντος απορρίφθηκε, διότι ήταν ανιθαγενής. Το υπουργείο δήλωσε ότι ο νόμος για το νομικό καθεστώς ίσχυε μόνον για τους πολίτες των Κρατών που διαδέχθηκαν την πρώην ΣΟΔΓ.
168. Στις 11 Ιουλίου 2005, το υπουργείο απάντησε σε επιστολή του προσφεύγοντος, με την οποία ζητούσε να εξεταστεί εκ νέου η αίτησή του για τη χορήγηση της σλοβενικής ιθαγένειας την οποία είχε καταθέσει το 1992. Το υπουργείο τον ενημέρωσε ότι, εφόσον από τον φάκελό του φαινόταν ότι δεν είχε διαμείνει στη Σλοβενία κατά τα δέκα προηγούμενα έτη, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις χορήγησης της σλοβενικής ιθαγένειας με βάση τον νόμο για την ιθαγένεια όπως τροποποιήθηκε.
169. Στις 9 Σεπτεμβρίου 2005, η αίτηση χορήγησης ιθαγένειας του προσφεύγοντος απορρίφθηκε.
170. Στις 31 Ιουλίου 2007, αιτήθηκε εκ νέου άδεια μόνιμης παραμονής, με βάση τον νόμο για το νομικό καθεστώς. Στις 31 Μαρτίου 2008, το υπουργείο απέρριψε την αίτησή του, και πάλι με το σκεπτικό ότι δεν ήταν πολίτης κανενός από τα άλλα διάδοχα Κράτη της πρώην ΣΟΔΓ. Ο προσφεύγων κίνησε τότε δικαστική διαδικασία ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου.
171. Στις 18 Φεβρουαρίου 2009, το διοικητικό δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση με την οποία το υπουργείο είχε απορρίψει την αίτηση του ενδιαφερομένου για άδεια μόνιμης παραμονής. Ο προσφεύγων άσκησε έφεση.
172. Στις 6 Οκτωβρίου 2010, το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση, και ανέπεμψε την υπόθεση για επανεξέταση. Επεσήμανε ότι ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς είχε εγκριθεί εν τω μεταξύ, και ότι η αίτηση του ενδιαφερομένου έπρεπε να εξεταστεί υπό το πρίσμα της νέας νομοθεσίας. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, ο προσφεύγων υπέβαλε ένα διαβατήριο της «πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» που είχε εκδοθεί στις 19 Αυγούστου 2010.
173. Στις 20 Απριλίου 2011, εκδόθηκαν για τον κ. Ademi άδειες παραμονής ex nunc και ex tunc, οι οποίες του παραδόθηκαν στις 23 Μαΐου 2011.
174. Ο προσφεύγων, που αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, ζει επί του παρόντος μεταξύ Σλοβενίας και Γερμανίας, όπου, στο μεταξύ, δεν έχει πλέον το δικαίωμα να διαμένει.
8. κ. Zoran Minić
175. Ο κ. Minić είναι γεννημένος στις 4 Απριλίου 1972 στο Podujevo (Κόσοβο). Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, έχει τη σερβική ιθαγένεια. Ο ενδιαφερόμενος εγκαταστάθηκε μαζί με την οικογένειά του στη Σλοβενία το 1977. Μετά την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, φοίτησε επί τριετία σε σχολή μαγειρικής, σε ίδρυμα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ήταν εγγεγραμμένος ως κάτοικος Σλοβενίας από την 1η Αυγούστου 1984 ως τις 26 Φεβρουαρίου 1992.
176. Ο προσφεύγων δηλώνει ότι το 1991 επισκέφθηκε τους παππούδες του στο Κόσοβο. Για τον λόγο αυτόν, ο ίδιος και η οικογένειά του υπερέβησαν κατά έναν μήνα την ορισμένη προθεσμία για την κατάθεση αίτησης για τη χορήγηση της σλοβενικής ιθαγένειας, καθώς ο πόλεμος στο Κόσοβο δυσχέραινε τη συγκέντρωση των απαιτούμενων εγγράφων. Κατά την Κυβέρνηση, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι ο κ. Minić είχε αιτηθεί τη σλοβενική ιθαγένεια το 1991. Άλλωστε, προκύπτει από τα πιστοποιητικά εργασίας του ενδιαφερομένου ότι εργαζόταν στο Podujevo από το 1992 έως το 1999. Ο προσφεύγων παντρεύτηκε μια πολίτη Σερβίας, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά.
177. Δηλώνει ότι ανακάλυψε πως το όνομά του, καθώς και τα ονόματα άλλων μελών της οικογένειάς του, είχαν «διαγραφεί», όταν επιχείρησε να διευθετήσει την κατάστασή του στη Σλοβενία. Οι συνθήκες ζωής στη Σλοβενία χωρίς νομικό καθεστώς ήταν ανυπόφορες, και για τον λόγο αυτόν ήταν αναγκασμένος να μετακομίσει προσωρινά στο Κόσοβο.
178. Επέστρεψε στη Σλοβενία αρκετές φορές. Το 2002 συνελήφθη από την αστυνομία, διότι εργαζόταν χωρίς άδεια. Δικάστηκε, του επιβλήθηκε πρόστιμο, και στις 5 Ιουνίου 2002 απελάθηκε στην Ουγγαρία χωρίς να έχει ληφθεί καμία σχετική επίσημη απόφαση, και παρά την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της 4ης Φεβρουαρίου 1999 (παράγραφοι 41-48 παραπάνω).
179. Ο προσφεύγων δηλώνει ότι επί πολλά χρόνια δεν έκρινε σκόπιμο να αιτηθεί οποιοδήποτε νομικό καθεστώς στη Σλοβενία, διότι γνώριζε ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις χορήγησης της σλοβενικής ιθαγένειας ή άδειας μόνιμης παραμονής, βάσει της τότε ισχύουσας νομοθεσίας. Όσο για την οικογένειά του, η μητέρα του έλαβε τελικά τη σλοβενική ιθαγένεια το 2000 και οι αδελφοί και οι αδελφές του το 2003.
180. Ύστερα από την ανακοίνωση της απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου της 3ης Απριλίου 2003 (παράγραφοι 58-60 παραπάνω), ο προσφεύγων αιτήθηκε τη σλοβενική ιθαγένεια στις 15 Σεπτεμβρίου 2003 με βάση το άρθρο 19 του νόμου για την ιθαγένεια, όπως τροποποιήθηκε.
181. Πέντε φορές από τις 26 Απριλίου ως τις 9 Οκτωβρίου 2004 το υπουργείο κάλεσε τον ενδιαφερόμενο να συμπληρώσει τον φάκελό του, καταθέτοντας στοιχεία που να αποδεικνύουν κυρίως ότι διέμενε μόνιμα στη Σλοβενία από τις 23 Δεκεμβρίου 1990. Καθώς δεν στάθηκε δυνατόν να καταθέσει τέτοια στοιχεία, ο προσφεύγων κλήθηκε από το υπουργείο σε ακρόαση.
182. Στην ακρόαση που πραγματοποιήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2004, ο προσφεύγων επιβεβαίωσε τις πληροφορίες σχετικά με το εργασιακό του ιστορικό, σύμφωνα με τις οποίες είχε εργαστεί στο Podujevo (Κόσοβο) από τις 8 Ιουλίου 1992 έως τις 6 Απριλίου 1999, και συνεπώς δεν είχε διαμείνει στη Σλοβενία συνεχόμενα από τις 23 Δεκεμβρίου 1990.
183. Κατά συνέπεια, στις 21 Φεβρουαρίου 2006 η αίτησή του για χορήγηση ιθαγένειας απορρίφθηκε. Η απόφαση αυτή του γνωστοποιήθηκε μεταξύ 28 Ιουνίου και 2 Ιουλίου 2006, στη διάρκεια ταξιδιού του στη Σλοβενία.
184. Στις 17 Ιουλίου 2006, ο προσφεύγων κίνησε δικαστική διαδικασία ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου.
185. Στις 30 Ιουνίου 2006, αιτήθηκε άδεια μόνιμης παραμονής βάσει του νόμου για το νομικό καθεστώς.
186. Στις 29 Μαρτίου 2007, εκλήθη στο υπουργείο. Στις 14 Ιουλίου 2007, υπέβαλε συμπληρωματικά έγγραφα προς υποστήριξη της αίτησής του.
187. Στις 18 Ιουλίου 2007, το υπουργείο απέρριψε την αίτησή του, εκτιμώντας ότι ο ενδιαφερόμενος δεν είχε αποδείξει ότι πληρούσε την προϋπόθεση της πραγματικής διαμονής στη Σλοβενία.
188. Στις 19 Σεπτεμβρίου 2007, ο προσφεύγων κίνησε δικαστική διαδικασία ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου.
189. Στις 10 Σεπτεμβρίου 2008, στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας σχετικά με την αίτηση χορήγησης της σλοβενικής ιθαγένειας την οποία είχε καταθέσει ο προσφεύγων, το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε την συνταγματική προσφυγή την οποία είχε καταθέσει ενώπιόν του.
190. Στις 26 Νοεμβρίου 2008, το διοικητικό δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση που είχε εκδοθεί από το υπουργείο στις 18 Ιουλίου 2007 (παράγραφος 187 παραπάνω) και ανέπεμψε την υπόθεση για επανεξέταση.
191. Στις 24 Ιουλίου 2009, το υπουργείο απέρριψε εκ νέου την αίτηση του προσφεύγοντος, εκτιμώντας ότι δεν πληρούσε το κριτήριο της πραγματικής διαμονής στη Σλοβενία.
192. Ο προσφεύγων κίνησε τότε νέα διαδικασία ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου. Δήλωσε ότι είχε αποκλειστεί στο Κόσοβο το 1992, και ότι από τότε επέστρεφε όσο το δυνατόν συχνότερα στη Σλοβενία, όμως ο πόλεμος και άλλες συνθήκες εμπόδιζαν τις συχνές επισκέψεις. Εξάλλου, ως Σέρβος του Κοσόβου, είχε αποκτήσει το καθεστώς του εκτοπισμένου στη Σερβία αφότου καταστράφηκε από πυρκαγιά η κατοικία του στο Κόσοβο. Είχε επιχειρήσει κατ’ επανάληψη να ρυθμίσει την κατάστασή του στη Σλοβενία, αλλά απελάθηκε από τη χώρα το 2002. Οι γονείς του, ο αδελφός του και οι δύο αδελφές του είχαν όλοι λάβει τη σλοβενική ιθαγένεια.
193. Στις 19 Ιανουαρίου 2011, το διοικητικό δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του υπουργείου και ανέπεμψε την υπόθεση για επανεξέταση, επισημαίνοντας ότι η αίτηση του ενδιαφερομένου έπρεπε να εξεταστεί επί τη βάσει του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς.
194. Στις 4 Μαΐου 2011, εκδόθηκαν για τον προσφεύγοντα άδειες παραμονής ex nunc και ex tunc, οι οποίες του παραδόθηκαν στις 9 Ιουνίου 2011.
195. Στο μεταξύ, την 1η Ιουνίου 2011, ο προσφεύγων είχε καταθέσει αίτηση για αποζημίωση στην γενική εισαγγελία. Η εισαγγελία την απέρριψε, λόγω παρέλευσης της νόμιμης προθεσμίας, εκτιμώντας ότι ο ενδιαφερόμενος είχε λάβει γνώση της ζημίας που του προκάλεσε η «διαγραφή» όταν αιτήθηκε τη σλοβενική ιθαγένεια και την άδεια μόνιμης παραμονής.
II. ΣΧΕΤΙΚΟ ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ
A. Εθνικό δίκαιο και πρακτική
2. Η νομοθεσία της πρώην Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Σλοβενίας
α) Ο νόμος για την ιθαγένεια της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Σλοβενίας (Zakon o državljanstvu Socialistične republike Slovenije – Επίσημη Εφημερίδα της ΣΔΣ, no 23/76 του 1976)
196. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου αυτού, κάθε πολίτης της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Σλοβενίας ήταν ταυτοχρόνως πολίτης της ΣΟΔΓ, γεγονός που κατοχύρωνε την υπεροχή της ιθαγένειας της Δημοκρατίας.
β) Ο νόμος για τη μετακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών (Zakon o gibanju in prebivanju tujcev – Επίσημη Εφημερίδα της ΣΟΔΓ, no 56/80 του 1980), όπως τροποποιήθηκε
197. Ο νόμος αυτός πραγματοποιούσε τη διάκριση ανάμεσα στην προσωρινή ή μόνιμη άδεια παραμονής που χορηγούνταν σε αλλοδαπό επί του εδάφους του Κράτους, και στον τόπο προσωρινής ή μόνιμης διαμονής ενός πολίτη της ΣΟΔΓ, δηλαδή τον τόπο όπου πραγματικά διέμενε.
γ) Ο νόμος για το μητρώο του πληθυσμού και των κατοίκων (Zakon o evidenci nastanitve občanov in o registru prebivalstva – Επίσημη Εφημερίδα της ΣΔΣ, nos 6/83 του 1983 και 11/91 του 1991)
198. Ο νόμος αυτός αφορούσε την καταχώριση και τη διαγραφή της μόνιμης κατοικίας και της προσωρινής κατοικίας, καθώς και την τήρηση των μητρώων πληθυσμού στο σλοβενικό έδαφος.
199. Το άρθρο 5 του εν λόγω νόμου, όπως τροποποιήθηκε το 1991, ανέφερε τα εξής:
«Η καταχώριση της μόνιμης κατοικίας και κάθε μεταβολής διεύθυνσης είναι υποχρεωτική για κάθε κάτοικο, κάθε φορά που εγκαθίσταται κάπου μόνιμα ή αλλάζει διεύθυνση. Η διαγραφή της μόνιμης κατοικίας είναι υποχρεωτική για κάθε κάτοικο ο οποίος εγκαταλείπει το έδαφος της Δημοκρατίας της Σλοβενίας.»
2. Η νομοθεσία της Δημοκρατίας της Σλοβενίας
α) Η δήλωση καλών προθέσεων (Izjava o dobrih namenih – Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της Σλοβενίας («η ΔΣ»), no 44/90-I του 1990)
200. Η Δήλωση καλών προθέσεων, που υιοθετήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 1990 κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του δημοψηφίσματος για την ανεξαρτητοποίηση της Σλοβενίας, εκφράζει τη δέσμευση του Κράτους για τον σεβασμό ορισμένων αξιών στην πορεία προς την ανεξαρτητοποίηση. Η σχετική διάταξη του εν λόγω κειμένου έχει ως εξής:
« (...) Το Σλοβενικό Κράτος (...) εγγυάται σε όλα τα μέλη των άλλων εθών και εθνικοτήτων το δικαίωμα στην πλήρη ανάπτυξη του πολιτισμού και της γλώσσας τους, και σε όλους τους μόνιμα διαμένοντες στη Σλοβενία το δικαίωμα να αποκτήσουν τη σλοβενική ιθαγένεια, εάν το επιθυμούν (...). »
β) Ο Θεμελιώδης καταστατικός χάρτης για την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της Δημοκρατίας της Σλοβενίας (Temeljna ustavna listina o samostojnosti in neodvisnosti Republike Slovenije – Επίσημη Εφημερίδα της ΔΣ RS no 1/91-I του 1991)
201. Τα σχετικά χωρία του Θεμελιώδους καταστατικού χάρτη για την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, που δημοσιεύθηκε στις 25 Ιουνίου 1991, ορίζουν τα ακόλουθα:
Άρθρο III
«Η Δημοκρατία της Σλοβενίας εγγυάται την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών σε όλους όσοι βρίσκονται επί του εδάφους της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, χωρίς διαχωρισμό εθνικής προέλευσης και χωρίς καμία διάκριση, σύμφωνα με το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και με τις δεσμευτικές διεθνείς συμβάσεις (...). »
γ) Ο συνταγματικός νόμος του 1991 σχετικά με τον Θεμελιώδη καταστατικό χάρτη για την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της Δημοκρατίας της Σλοβενίας (Ustavni zakon za izvedbo Temeljne ustavne listine o samostojnosti in neodvisnosti RS – Επίσημη Εφημερίδα της ΔΣ no 1/91-I του 1991)
202. Οι σχετικές διατάξεις του συνταγματικού νόμου του 1991 αναφέρουν:
Άρθρο 13
«Οι πολίτες των άλλων Δημοκρατιών [της πρώην ΣΟΔΓ] οι οποίοι, στις 23 Δεκεμβρίου 1990, ημερομηνία διεξαγωγής του δημοψηφίσματος για την ανεξαρτητοποίηση της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, ήταν εγγεγραμμένοι ως μόνιμοι κάτοικοι στη Δημοκρατία της Σλοβενίας και διέμεναν πράγματι σε αυτήν, θα έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με τους πολίτες της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, μέχρι την κτήση της σλοβενικής ιθαγένειας βάσει του άρθρου 40 του νόμου για την ιθαγένεια της Δημοκρατίας της Σλοβενίας ή μέχρι τη λήξη της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 81 του νόμου για τους αλλοδαπούς (...). »
δ) Το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Σλοβενίας (Ustava Republike Slovenije – Επίσημη Εφημερίδα no 33/91-I του 1991)
203. Οι σχετικές διατάξεις του Συντάγματος της Δημοκρατίας της Σλοβενίας έχουν ως εξής:
Άρθρο 8
«Οι νόμοι και οι κανονισμοί οφείλουν να είναι σύμφωνοι με τις γενικά αναγνωρισμένες αρχές του διεθνούς δικαίου και με τις διεθνείς συνθήκες οι οποίες δεσμεύουν τη Σλοβενία. Οι κυρωμένες και δημοσιευμένες συνθήκες εφαρμόζονται άμεσα.»
Άρθρο 14
«Στη Σλοβενία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι θεμελιώδεις ελευθερίες είναι εγγυημένα σε όλους με ισότητα, χωρίς διάκριση με βάση την εθνική προέλευση, τη φυλή, το φύλο, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πολιτικές ή άλλες απόψεις, την οικονομική κατάσταση, τη γέννηση, την κοινωνική κατάσταση ή κάθε άλλη προσωπική κατάσταση.
Όλοι οι πολίτες είναι ίσοι απέναντι στον νόμο.»
Άρθρο 26
«Καθένας έχει δικαίωμα στην αποκατάσταση οποιασδήποτε ζημίας που ενδεχομένως του προκάλεσαν παράνομες ενέργειες ατόμου ή οργάνου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων του στην υπηρεσία του Κράτους ή τοπικής αρχής, ή ως κατόχου δημόσιου αξιώματος.
Ο ζημιωθείς έχει εξάλλου το δικαίωμα, σύμφωνα με τον νόμο, να αξιώσει άμεσα αποζημίωση από το άτομο ή το όργανο το οποίο του προκάλεσε τη ζημία.»
ε) Ο νόμος για το Συνταγματικό Δικαστήριο (Zakon o Ustavnem sodišču – Επίσημη Εφημερίδα της ΔΣ, no 15/94 του 1994), όπως τροποποιήθηκε
204. Οι σχετικές διατάξεις του νόμου για το Συνταγματικό Δικαστήριο αναφέρουν τα εξής:
Άρθρο 59
« 1. Το Συνταγματικό Δικαστήριο εκδίδει απόφαση κηρύσσοντας μια προσφυγή αβάσιμη ή κάνει δεκτή μια προσφυγή και ακυρώνει την αμφισβητούμενη πράξη, ή την ακυρώνει εν όλω ή εν μέρει και αναπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο όργανο (...). »
Άρθρο 60
« 1. Εάν το Συνταγματικό Δικαστήριο ακυρώσει μια ατομική πράξη, μπορεί επίσης να αποφανθεί επί του επίμαχου δικαιώματος ή ελευθερίας, εάν κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο προκειμένου να παύσουν οι συνέπειες που ήδη έχουν επέλθει εκ του γεγονότος της εν λόγω πράξης, ή εάν κάτι τέτοιο απαιτεί η φύση του συγκεκριμένου συνταγματικού δικαιώματος ή της συνταγματικής ελευθερίας, και υπό την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στον φάκελο της υπόθεσης καθιστούν δυνατή τη λήψη απόφασης.
2. Η απόφαση στην οποία αναφέρεται η προηγούμενη παράγραφος εκτελείται από την αρμόδια αρχή για την εφαρμογή της ατομικής πράξης την οποία το Συνταγματικό Δικαστήριο ανακάλεσε ή ακύρωσε και αντικατέστησε με την απόφασή του. Εάν οι ισχύοντες κανονισμοί δεν προσδιορίζουν την αρμόδια αρχή, την προσδιορίζει το Συνταγματικό Δικαστήριο.»
στ) Ο νόμος για την ιθαγένεια της Δημοκρατίας της Σλοβενίας (Zakon o državljanstvu Republike Slovenije – Επίσημη εφημερίδα nos 1/91-I και 30/91 του 1991 και 96/2002 του 2002)
205. Οι σχετικές διατάξεις του νόμου για την ιθαγένεια ορίζουν τα ακόλουθα:
Άρθρο 10
«Η αρμόδια αρχή, στο πλαίσιο της διακριτικής της ευχέρειας, μπορεί να πολιτογραφήσει εκείνον που το επιθυμεί, εφόσον το μέτρο αυτό είναι σύμφωνο προς το εθνικό συμφέρον. Ο αιτών πρέπει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
1. να έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του·
2. να έχει απαλλαγεί από την ιθαγένεια την οποία κατέχει τη στιγμή της αίτησης, ή να αποδείξει ότι θα απαλλαγεί από αυτήν εάν αποκτήσει την ιθαγένεια της Δημοκρατίας της Σλοβενίας·
3. να μπορεί να πιστοποιήσει περίοδο δέκα ετών πραγματικής διαμονής στη Σλοβενία, εκ της οποίας αδιάλειπτη διαμονή επί τα πέντε αμέσως προηγούμενα έτη από την κατάθεση της αίτησης·
4. να διαθέτει μόνιμη και εγγυημένη πηγή εισοδήματος, ύψους το οποίο να επιτρέπει την εξασφάλιση τουλάχιστον της υλικής και κοινωνικής ασφάλειας·
5. να κατέχει τη σλοβενική γλώσσα σε βαθμό επαρκή, ώστε να μπορεί να επικοινωνεί στην καθημερινή ζωή·
6. να μην έχει καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης άνω του ενός έτους στη χώρα της οποίας είναι πολίτης ή στη Σλοβενία για αδίκημα το οποίο τιμωρείται τόσο από το ποινικό δίκαιο της χώρας του όσο και από αυτό της Δημοκρατίας της Σλοβενίας·
7. να μην του απαγορεύεται η παραμονή στη Δημοκρατία της Σλοβενίας·
8. να μην συνιστά η πολιτογράφησή του απειλή για τη δημόσια τάξη, την ασφάλεια ή την άμυνα του Κράτους ·
(...). »
Άρθρο 39
«Πολίτες της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, με βάση τον παρόντα νόμο, θεωρούνται όλοι όσοι είχαν αποκτήσει την ιθαγένεια της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και την ιθαγένεια της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας βάσει έγκυρων νόμων.»
Άρθρο 40
«Κάθε πολίτης άλλης Δημοκρατίας [της πρώην ΣΟΔΓ] ο οποίος, στις 23 Δεκεμβρίου 1990, ημερομηνία του δημοψηφίσματος για την ανεξαρτητοποίηση της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, ήταν εγγεγραμμένος ως μόνιμος κάτοικος της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και διαμένει πράγματι στη χώρα αυτή, μπορεί να αποκτήσει την ιθαγένεια της Δημοκρατίας της Σλοβενίας εάν, σε διάστημα έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, καταθέσει αίτηση στις αρμόδιες για τις εσωτερικές υποθέσεις διοικητικές υπηρεσίες της κοινότητας όπου διαμένει (...). »
206. Στις 14 Νοεμβρίου 2002, ο νόμος για την ιθαγένεια της Δημοκρατίας της Σλοβενίας τροποποιήθηκε. Αναφέρει τα εξής:
Άρθρο 19
«Ενήλικας ο οποίος, στις 23 Δεκεμβρίου 1990, ήταν εγγεγραμμένος ως μόνιμος κάτοικος στο έδαφος της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και διαμένει στη χώρα αυτή αδιαλείπτως από την παραπάνω ημερομηνία, μπορεί να αιτηθεί την ιθαγένεια της Δημοκρατίας της Σλοβενίας σε διάστημα ενός έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις οι οποίες αναφέρονται σε αυτόν (...).
Η αρμόδια αρχή, όταν αποφασίζει με βάση την προηγούμενη παράγραφο εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις οι οποίες αναφέρονται στον (...) παρόντα νόμο, μπορεί να λάβει υπόψη της τη διάρκεια διαμονής του ενδιαφερομένου στο Κράτος, τους προσωπικούς, οικογενειακούς, επαγγελματικούς, κοινωνικούς και άλλους δεσμούς του με τη Δημοκρατία της Σλοβενίας, καθώς και τις συνέπειες τις οποίες θα είχε για τον αιτούντα η απόρριψη του αιτήματός του.
(...). »
ζ) Ο νόμος για τους αλλοδαπούς (Zakon o tujcih – Επίσημη Εφημερίδα no 1/91-I του 1991)
207. Οι σχετικές διατάξεις του νόμου για τους αλλοδαπούς ανέφεραν τα εξής:
Άρθρο 13
«Κάθε αλλοδαπός ο οποίος εισέρχεται στο έδαφος της Δημοκρατίας της Σλοβενίας με έγκυρο διαβατήριο στην κατοχή του, μπορεί να παραμείνει στη χώρα για τρεις μήνες ή για τη διάρκεια ισχύος της θεώρησης διαβατηρίου (visa) που του έχει χορηγηθεί, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από διεθνή συμφωνία (...).
Κάθε αλλοδαπός ο οποίος επιθυμεί να παραμείνει στο έδαφος της Δημοκρατίας της Σλοβενίας πέρα από το χρονικό διάστημα που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο για λόγους οι οποίοι αφορούν παρακολούθηση σπουδών, εξειδίκευση, εργασία, ιατρική περίθαλψη, απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας ή επειδή έχει συνάψει γάμο με πολίτη της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, κατέχει ακίνητη περιουσία επί του εδάφους της Δημοκρατίας της Σλοβενίας ή απολαμβάνει δικαιώματα που συνδέονται με θέση εργασίας στο Κράτος αυτό, ή για οποιονδήποτε άλλον έγκυρο λόγο που απαιτεί την παραμονή του στο έδαφος του Κράτους, οφείλει να αιτηθεί (...) άδεια προσωρινής παραμονής.
(...). »
Άρθρο 16
«Άδεια μόνιμης παραμονής μπορεί να χορηγηθεί σε αλλοδαπό ο οποίος διαμένει αδιαλείπτως επί του εδάφους της Δημοκρατίας της Σλοβενίας επί τρία έτη τουλάχιστον με άδεια προσωρινής παραμονής, και ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας μόνιμης παραμονής επί του εδάφους της Δημοκρατίας της Σλοβενίας οι οποίες αναφέρονται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 13 του παρόντος νόμου (...). »
Άρθρο 23
«Σε αλλοδαπό ο οποίος διαμένει επί του εδάφους της Δημοκρατίας της Σλοβενίας διαθέτοντας ξένο διαβατήριο, θεώρηση (visa), άδεια εισόδου ή βάσει διεθνούς συμφωνίας (...), ή στον οποίο έχει χορηγηθεί άδεια προσωρινής παραμονής (...), μπορεί να μην επιτραπεί η παραμονή στη χώρα:
i. όταν το απαιτούν λόγοι που άπτονται της δημόσιας τάξης, της ασφάλειας ή της άμυνας του Κράτους·
ii. εάν αρνηθεί να συμμορφωθεί με απόφαση των αρχών του Κράτους·
iii. εάν παραβιάσει κατ’ επανάληψη τη δημόσια τάξη, τις διατάξεις σχετικά με την ασφάλεια των εθνικών συνόρων ή τις διατάξεις του παρόντος νόμου·
iv. εάν έχει καταδικαστεί από ξένη ή εθνική δικαστική αρχή για αδίκημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών·
v. εάν δεν διαθέτει πλέον επαρκή μέσα για την επιβίωσή του, ή η επιβίωσή του δεν είναι εγγυημένη με άλλον τρόπο·
vi. εάν το απαιτεί η προστασία της δημόσιας υγείας.»
Άρθρο 28
«Όταν αλλοδαπός δεν συμμορφώνεται οικειοθελώς προς διαταγή να εγκαταλείψει το έδαφος της Δημοκρατίας της Σλοβενίας την οποία έχει λάβει από την αρμόδια αρχή ή από τις αρμόδιες για τις εσωτερικές υποθέσεις διοικητικές υπηρεσίες, ή όταν παραμένει στο έδαφος της Δημοκρατίας της Σλοβενίας πέρα από την περίοδο η οποία προβλέπεται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13 του παρόντος νόμου, ή την περίοδο η οποία ορίζεται από την απόφαση που του παραχωρεί άδεια προσωρινής παραμονής, εξουσιοδοτημένος υπάλληλος των εσωτερικών υποθέσεων μπορεί να τον οδηγήσει στα σύνορα του Κράτους ή στη διπλωματική ή προξενική αντιπροσωπεία του Κράτους του οποίου είναι πολίτης, και να τον υποχρεώσει να διασχίσει τα σύνορα ή να τον παραδώσει στον εκπρόσωπο ξένου Κράτους.
Όταν αλλοδαπός δεν εγκαταλείπει το έδαφος της Δημοκρατίας της Σλοβενίας σύμφωνα με τις διατάξεις της παραπάνω παραγράφου, και, για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορεί να απελαθεί αμέσως, η αρμόδια αρχή εσωτερικών υποθέσεων διατάζει τη μεταφορά του σε κέντρο διέλευσης αλλοδαπών για διάστημα το οποίο να μην υπερβαίνει τις τριάντα ημέρες, εάν υπάρχουν λόγοι να θεωρηθεί ότι ο ενδιαφερόμενος θα επιχειρήσει να αποφύγει το μέτρο απέλασης που τον αφορά.
Όταν αλλοδαπός δεν μπορεί να εγκαταλείψει το έδαφος της Δημοκρατίας της Σλοβενίας αμέσως, αλλά διαθέτει επαρκή μέσα επιβίωσης, αρχή αρμόδια για τις εσωτερικές υποθέσεις μπορεί να του ορίσει διαφορετικό τόπο διαμονής.»
Άρθρο 81
«Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν ισχύουν για τους πολίτες της ΣΟΔΓ που είναι πολίτες άλλων Δημοκρατιών και αιτούνται τη σλοβενική ιθαγένεια, βάσει του άρθρου 40 του νόμου για την ιθαγένεια της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, εφόσον δεν είναι οριστική η απόφαση που εκδίδεται στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας αναφορικά με την αίτησή τους για ιθαγένεια.
Όσον αφορά τους πολίτες της ΣΟΔΓ που είναι πολίτες άλλων Δημοκρατιών αλλά δεν αιτούνται την ιθαγένεια της Δημοκρατίας της Σλοβενίας εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο, ή που δεν γίνεται δεκτή η αίτησή τους για ιθαγένεια, οι διατάξεις του παρόντος νόμου ισχύουν μετά το πέρας δύο μηνών από τη λήξη της προβλεπόμενης προθεσμίας για αίτηση ιθαγένειας, ή αφού οριστικοποιηθεί η απόφαση που εκδίδεται αναφορικά με την αίτησή τους.»
Άρθρο 82
« (...) Άδεια μόνιμης παραμονής η οποία έχει χορηγηθεί βάσει του νόμου για την ελεύθερη μετακίνηση και την παραμονή αλλοδαπών (...), παραμένει έγκυρη εφόσον ο αλλοδαπός κάτοχος τέτοιας άδειας διαμένει μόνιμα στο έδαφος της Δημοκρατίας της Σλοβενίας κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου.»
208. Προκειμένου να διευκολύνει την απόκτηση άδειας μόνιμης παραμονής για τους πολίτες των άλλων Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ οι οποίοι δεν είχαν αιτηθεί τη σλοβενική ιθαγένεια, ή δεν είχαν λάβει άδειες παραμονής βάσει του νόμου για τους αλλοδαπούς, η κυβέρνηση υιοθέτησε, στις 3 Σεπτεμβρίου 1992, την ακόλουθη απόφαση:
« (...) κατά την εξέταση αιτήσεων για άδειες μόνιμης παραμονής που υποβάλλονται από αλλοδαπούς, όπως αναφέρονται στο άρθρο 16 του νόμου για τους αλλοδαπούς (...), το υπουργείο Εσωτερικών θεωρεί ότι η προϋπόθεση της μόνιμης διαμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας της Σλοβενίας πληρείται εφόσον ο αλλοδαπός είναι εγγεγραμμένος ως μόνιμος κάτοικος για τρία έτη τουλάχιστον, και διέμενε πράγματι στο έδαφος της Δημοκρατίας της Σλοβενίας προτού ισχύσουν για τον ίδιο οι διατάξεις του νόμου για τους αλλοδαπούς.»
η) Ο νόμος του 1999 για τους αλλοδαπούς (Zakon o tujcih – Επίσημη Εφημερίδα nos 61/99, 108/2002, 112/2005, 107/2006, 71/2008 και 64/2009)
209. Ο νόμος του 1999 για τους αλλοδαπούς αντικατέστησε τον νόμο του 1991. Ακολούθως έγιναν τροποποιήσεις και σε αυτόν. Το 2011, αντικαταστάθηκε από έναν νέο νόμο για τους αλλοδαπούς (Επίσημη Εφημερίδα no 50/2011).
θ) Ο νόμος που ρυθμίζει το νομικό καθεστώς των πολιτών των άλλων διάδοχων Κρατών της πρώην ΣΟΔΓ οι οποίοι διαμένουν στη Δημοκρατία της Σλοβενίας («ο νόμος για το νομικό καθεστώς» – Zakon o urejanju statusa državljanov drugih držav naslednic nekdanje SFRJ v Republiki Sloveniji – Επίσημη Εφημερίδα nos 61/99 του 1999 και 54/2000 του 2000)
210. Οι σχετικές διατάξεις του εν λόγω νόμου, που υιοθετήθηκε ύστερα από την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της 4ης Φεβρουαρίου 1999 (παράγραφοι 41‑48 παραπάνω), όριζαν τα εξής:
Άρθρο 1
«Οι πολίτες των άλλων διάδοχων Κρατών της πρώην ΣΟΔΓ οι οποίοι ήταν εγγεγραμμένοι ως μόνιμοι κάτοικοι στο έδαφος της Δημοκρατίας της Σλοβενίας στις 23 Δεκεμβρίου 1990 και σήμερα διαμένουν πράγματι στη Δημοκρατία της Σλοβενίας, και οι πολίτες των άλλων διάδοχων Κρατών της πρώην ΣΟΔΓ οι οποίοι διέμεναν πράγματι στη Δημοκρατία της Σλοβενίας στις 25 Ιουνίου 1991 και διαμένουν αδιαλείπτως από τότε, θα λάβουν άδεια μόνιμης παραμονής, παρά τις διατάξεις του νόμου για τους αλλοδαπούς (...), εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στον παρόντα νόμο.»
Άρθρο 2
«Οι αιτήσεις για άδεια μόνιμης παραμονής πρέπει να κατατεθούν εντός προθεσμίας τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου (...).
Κάθε πολίτης άλλου διάδοχου Κράτους της πρώην ΣΟΔΓ που έχει καταθέσει αίτηση μόνιμης παραμονής βάσει του άρθρου 40 του νόμου για την ιθαγένεια της Δημοκρατίας της Σλοβενίας (...) αλλά η αίτησή του δεν έγινε δεκτή, μπορεί να καταθέσει αίτηση επί τη βάσει της προηγούμενης παραγράφου, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, ή από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση κατέστη οριστική, εάν η δεύτερη αυτή ημερομηνία είναι μεταγενέστερη της έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου (...). »
211. Στις 24 Ιουλίου 2011 τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς (Zakon o spremembah in dopolnitvah Zakona o urejanju statusa državljanov drugih držav naslednic nekdanje SFRJ v Republiki Sloveniji, Επίσημη Εφημερίδα no 50/2010). Το άρθρο 1 č) του νόμου ορίζει:
«Σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, πραγματική διαμονή στη Δημοκρατία της Σλοβενίας σημαίνει, για τον ενδιαφερόμενο, να έχει στη χώρα αυτή το επίκεντρο των ζωτικών συμφερόντων του· η έννοια αυτή παραπέμπει στις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές, κοινωνικές και άλλες σχέσεις του ατόμου, ικανές να αποδείξουν την ύπαρξη πραγματικών και μόνιμων δεσμών μεταξύ του ιδίου και της Δημοκρατίας της Σλοβενίας. Απουσία από τη Δημοκρατία της Σλοβενίας δικαιολογημένη από κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στην τρίτη παράγραφο του παρόντος άρθρου, δεν θεωρείται διακοπή της πραγματικής διαμονής στη Σλοβενία.
Η προϋπόθεση της πραγματικής διαμονής στη Σλοβενίας πληρείται εάν ο ενδιαφερόμενος εγκατέλειψε τη Σλοβενία αλλά η απουσία του, ανεξαρτήτως του λόγου, δεν διήρκεσε πλέον του ενός έτους.
Η προϋπόθεση της πραγματικής διαμονής στη Σλοβενία πληρείται επίσης εάν η απουσία διήρκεσε πλέον του ενός έτους, αλλά ήταν δικαιολογημένη από έναν από τους εξής λόγους:
– ο ενδιαφερόμενος εγκατέλειψε τη Σλοβενία εξαιτίας της διαγραφής του από το μητρώο μόνιμων κατοίκων·
– ο ενδιαφερόμενος εγκατέλειψε τη Σλοβενία διότι κλήθηκε να εργαστεί στο εξωτερικό ή να παρακολουθήσει σπουδές ή να λάβει ιατρική περίθαλψη στο εξωτερικό από σλοβενική νομική οντότητα, ή, σε περίπτωση που είναι ανήλικος, από τους γονείς ή τους κηδεμόνες του, ή διότι εργαζόταν σε πλοίο που είχε λιμένα νηολόγησης στη Σλοβενία· εξυπακούεται ότι λαμβάνεται υπόψη μόνον η διάρκεια της συγκεκριμένης εργασίας, των σπουδών, της ιατρικής περίθαλψης ή της εργασίας στο πλοίο·
– ο ενδιαφερόμενος εγκατέλειψε τη Σλοβενία διότι δεν μπόρεσε να αποκτήσει άδεια παραμονής στη χώρα, επειδή δεν πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και η αίτησή του για χορήγηση άδειας είχε απορριφθεί για λόγους διαδικαστικούς ή ουσίας ή η σχετική διαδικασία είχε παυθεί·
– ο ενδιαφερόμενος δεν είχε τη δυνατότητα να επιστρέψει στη Σλοβενία εξαιτίας του πολέμου που μαινόταν σε άλλα διάδοχα Κράτη της πρώην Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας ή για λόγους υγείας·
– ο ενδιαφερόμενος απελάθηκε από τη Σλοβενία κατ’ εφαρμογή του άρθρου 28 (...) ή του άρθρου 50 του νόμου για τους αλλοδαπούς (...), εκτός εάν επρόκειτο για αλλοδαπό απελαθέντα από τη χώρα λόγω τέλεσης αδικήματος·
– στον ενδιαφερόμενο δεν επετράπη η είσοδος στο σλοβενικό έδαφος, εκτός εάν η απαγόρευση αυτή οφειλόταν σε επιβολή συμπληρωματικής ποινής απέλασης για τέλεση ποινικού αδικήματος (...).
Εάν η απουσία για κάποιον από τους αναφερθέντες στην προηγούμενη παράγραφο λόγους, με την εξαίρεση του δεύτερου, διήρκεσε περισσότερο από πέντε έτη, η προϋπόθεση της πραγματικής διαμονής θεωρείται ότι πληρείται, για αυτή την περίοδο των πέντε ετών και για μια επιπλέον περίοδο άλλων πέντε ετών, μόνον εφόσον η στάση του ενδιαφερομένου αποδεικνύει ότι, κατά τη διάρκεια αυτής της απουσίας, προσπάθησε να επιστρέψει στη Σλοβενία και να εξακολουθήσει να διαμένει πράγματι σε αυτήν.
Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, μια άδεια μόνιμης παραμονής, ή μια ειδική απόφαση σχετικά με την χορήγηση άδειας μόνιμης παραμονής με αναδρομική ισχύ και την καταχώριση της μόνιμης κατοικίας, ή μια συμπληρωματική απόφαση ληφθείσα κατ’ εφαρμογή του σημείου 8 της απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου (...) no U‑1‑246/02‑28 της 3ης Απριλίου 2003 (...), δεν σημαίνουν ότι πρέπει να θεωρείται ότι πληρείται η προϋπόθεση της πραγματικής διαμονής στη Σλοβενία, στο πλαίσιο δικαστικής προσφυγής βάσει του νόμου για την ιθαγένεια της Δημοκρατίας της Σλοβενίας.»
ι) Κανονισμός σχετικά με τα δελτία καταχώρισης και διαγραφής της μόνιμης κατοικίας, το προσωπικό και οικογενειακό δελτίο, και σχετικά με τις λεπτομέρειες τήρησης και διαχείρισης του μητρώου μόνιμων κατοίκων (Pravilnik o obrazcu za prijavo oziroma odjavo stalnega prebivališča, o obrazcu osebnega kartona in kartona gospodinjstev ter o načinu vodenja in vzdrževanja registra stalnega prebivalstva – Επίσημη Εφημερίδα no 27/92 του 1992)
212. Η σχετική διάταξη του κανονισμού αυτού αναφέρει:
Άρθρο 5
«Το μητρώο των μόνιμων κατοίκων περιέχει πληροφορίες για τους πολίτες της Δημοκρατίας της Σλοβενίας οι οποίοι καταχώρισαν τη μόνιμη κατοικία τους επί του εδάφους της κοινότητας.
Στο μητρώο των μόνιμων κατοίκων, η αρμόδια αρχή προσδιορίζει τους πολίτες της Δημοκρατίας της Σλοβενίας οι οποίοι μεταβαίνουν προσωρινά στο εξωτερικό για περισσότερο από τρεις μήνες, καθώς και εκείνους τους οποίους αρνήθηκε να καταχωρίσει ως μόνιμους κατοίκους (...). »
ια) Ο νόμος για τη Γενική Εισαγγελία (Zakon o državnem pravobrailstvu – Επίσημη Εφημερίδα no 94/07)
213. Η σχετική διάταξη του νόμου αυτού αναφέρει:
Άρθρο 14
«Εάν κάποιος επιθυμεί να κινήσει πολιτική ή άλλη διαδικασία εναντίον οντότητας την οποία υπερασπίζεται η γενική εισαγγελία, οφείλει προηγουμένως να υποβάλει στην τελευταία πρόταση για την επίλυση της διαφοράς. Η γενική εισαγγελία υποχρεούται, μόλις καταστεί δυνατόν και το αργότερο εντός τριάντα ημερών, να λάβει τα κατάλληλα μέτρα και να ενημερώσει τον ενδιαφερόμενο για την θέση της.»
3. Η νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Σλοβενίας
α) Απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1999 (υπόθεση U-I-284/94)
214. Τα σχετικά χωρία της εν λόγω απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου (παράγραφοι 41-48 παραπάνω) αναφέρουν τα εξής:
«Κατά τη συνεδρίασή του της 4ης Φεβρουαρίου 1999 η οποία αφορούσε την εξέταση της προσφυγής για αντισυνταγματικότητα που κατατέθηκε από τους B. M. και V. T., (...), το Συνταγματικό Δικαστήριο εξέδωσε την ακόλουθη απόφαση:
1. Ο νόμος για τους αλλοδαπούς (Επίσημη Εφημερίδα της ΔΣ, nos 1/91-I, 44/97 και 50/98) είναι ασύμβατος με το Σύνταγμα, για τον λόγο ότι δεν προβλέπει, για τα άτομα τα οποία αφορά το άρθρο 81, δεύτερη παράγραφος, του εν λόγω νόμου, τις προϋποθέσεις απόκτησης άδειας μόνιμης παραμονής μετά την παρέλευση της προθεσμίας εντός της οποίας είχαν τη δυνατότητα να αιτηθούν τη σλοβενική ιθαγένεια, στην περίπτωση που δεν το έκαναν, ή αφότου απορρίφθηκε οριστικά η σχετική αίτησή τους.
(...)
3. Ο νομοθέτης υποχρεούται να εξαλείψει την αντισυνταγματικότητα που διαπιστώθηκε στο σημείο 1 της διάταξης, εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημέρα δημοσίευσης της παρούσας απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της Σλοβενίας.
4. Στο μεταξύ, δεν μπορεί να ληφθεί καμία απόφαση απέλασης, βάσει του άρθρου 28 του νόμου για τους αλλοδαπούς, για πολίτες άλλων Δημοκρατιών της πρώην Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, εάν στις 23 Δεκεμβρίου 1990, ημερομηνία του δημοψηφίσματος, ήταν εγγεγραμμένοι ως μόνιμοι κάτοικοι της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και διέμεναν πράγματι στη χώρα αυτή.
Λόγοι
(...)
14. Για το Συνταγματικό Δικαστήριο, οι διατάξεις του άρθρου 13, δεύτερης παραγράφου, και του άρθρου 16, πρώτης παραγράφου, του νόμου για τους αλλοδαπούς δεν θα έπρεπε να ισχύουν για τους πολίτες άλλων Δημοκρατιών οι οποίοι δεν είχαν λάβει τη σλοβενική ιθαγένεια. Οι αρμόδιες αρχές, επιπλέον, δεν έπρεπε να μεταφέρουν αυτεπαγγέλτως το όνομα των ατόμων αυτών από το μητρώο των μόνιμων κατοίκων στο μητρώο αλλοδαπών, χωρίς να έχει κοινοποιηθεί στους ενδιαφερομένους καμία σχετική απόφαση ή πληροφορία. Ανάλογη πρωτοβουλία δεν διέθετε καμία νομική βάση. Ο νόμος για το μητρώο του πληθυσμού και των κατοίκων, τον οποίο επικαλέστηκε η κυβέρνηση στις παρατηρήσεις της, δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη για τη διαγραφή των μόνιμων κατοίκων από το μητρώο βάσει του ιδίου νόμου.
Η κυβέρνηση εξάλλου δεν εξουσιοδοτείται από τον νόμο να προσδιορίζει με ατομικές αποφάσεις τις λεπτομέρειες της εφαρμογής των νομικών διατάξεων. Το άρθρο 120 του Συντάγματος ορίζει ότι τα καθήκοντα και οι λειτουργίες σχετικά με τη δημόσια διοίκηση πρέπει να επιτελούνται με πλήρη ανεξαρτησία, εντός του πλαισίου του Συντάγματος και του νόμου, και με σεβασμό σε αυτά. Εάν η κυβέρνηση εκτιμούσε ότι ο νόμος για τους αλλοδαπούς δεν μπορούσε να εφαρμοστεί πρακτικά στους πολίτες άλλων Δημοκρατιών, όφειλε να αιτηθεί στον νομοθέτη να ρυθμίσει το νομικό τους καθεστώς, αντί να παρεμβαίνει στις αρμοδιότητες του τελευταίου υιοθετώντας αποφάσεις.
15. Για τους λόγους αυτούς, ο νόμος για τους αλλοδαπούς, του οποίου οι μεταβατικές διατάξεις δεν προσδιορίζουν το νομικό καθεστώς των πολιτών άλλων Δημοκρατικών που ήταν μόνιμοι κάτοικοι της Σλοβενίας και διέμεναν πράγματι στη χώρα αυτή, συνιστά παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 2 του Συντάγματος. Εκ του γεγονότος αυτού, οι πολίτες άλλων Δημοκρατιών βρέθηκαν, με τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 81, δεύτερη παράγραφο, σε κατάσταση νομικής ανασφάλειας. Δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν, με βάση τις μεταβατικές διατάξεις –οι οποίες όριζαν ότι ισχύει ο νόμος για τους αλλοδαπούς–, ποιο ήταν το νομικό τους καθεστώς ως πολιτών άλλης Δημοκρατίας, ούτε ποιες νομικές διατάξεις ίσχυαν για τους ίδιους. Συνεπώς, το Συνταγματικό Δικαστήριο συμπεραίνει ότι η μη ρύθμιση στη Δημοκρατία της Σλοβενίας του ιδιαίτερου νομικού καθεστώτος των πολιτών άλλων Δημοκρατιών παραβιάζει την αρχή της νομικής ασφάλειας, που αποτελεί μία από τις αρχές του κράτους δικαίου.
16. Η αρχή της νομικής ασφάλειας εγγυάται στο άτομο ότι το Κράτος δεν θα επιδεινώσει τη νομική του κατάσταση, χωρίς θεμιτό λόγο. Οι πολίτες των άλλων Δημοκρατιών που δεν αιτήθηκαν τη σλοβενική ιθαγένεια, μπορούσαν δικαιολογημένα να αναμένουν ότι δεν θα εξομοιώνονταν με αλλοδαπούς νεοεισελθέντες στη Σλοβενία και δεν θα έχαναν το καθεστώς του μόνιμου κατοίκου, κυρίως μάλιστα χωρίς να έχουν πρώτα ειδοποιηθεί σχετικά. (...). »
β) Απόφαση της 3ης Απριλίου 2003 (υπόθεση U-I-246/02)
215. Τα σχετικά χωρία της απόφασης αυτής του Συνταγματικού Δικαστηρίου (παράγραφοι 58-60 παραπάνω) αναφέρουν τα εξής:
«Κατά τη συνεδρίασή του της 3ης 3 Απριλίου 2003 η οποία αφορούσε την εξέταση των προσφυγών αντισυνταγματικότητας που κατατέθηκαν από την Ένωση διαγραμμένων της Σλοβενίας (Ptuj) και άλλους, εκπροσωπούμενους από τους M.K. (...) και N.M.P. (...), το Συνταγματικό Δικαστήριο εξέδωσε την ακόλουθη απόφαση:
1. Ο νόμος ο οποίος ρυθμίζει το νομικό καθεστώς των πολιτών των άλλων διάδοχων Κρατών της πρώην ΣΟΔΓ που διαμένουν στη Δημοκρατία της Σλοβενίας (Επίσημη Εφημερίδα της ΔΣ, nos 61/99 και 64/01), είναι ασύμβατος με το Σύνταγμα, για τον λόγο ότι δεν αναγνωρίζει στους πολίτες των άλλων Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ, των οποίων το όνομα διαγράφηκε από το μητρώο των μόνιμων κατοίκων στις 26 Φεβρουαρίου 1992, το καθεστώς του μόνιμου κατοίκου από την ημερομηνία αυτή και εξής.
2. Ο νόμος ο οποίος ρυθμίζει το νομικό καθεστώς των πολιτών των άλλων διάδοχων Κρατών της πρώην ΣΟΔΓ που διαμένουν στη Δημοκρατία της Σλοβενίας, είναι ασύμβατος με το Σύνταγμα, για τον λόγο ότι δεν ρυθμίζει την απόκτηση άδειας μόνιμης παραμονής για τους πολίτες των άλλων Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ, που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, των οποίων η αναγκαστική απέλαση διατάχθηκε με βάση το άρθρο 28 του νόμου για τους αλλοδαπούς (Επίσημη Εφημερίδα της ΔΣ, nos 1/91-1 και 44/97).
3. Το άρθρο 1 του νόμου ο οποίος ρυθμίζει το νομικό καθεστώς των πολιτών των άλλων διάδοχων Κρατών της πρώην ΣΟΔΓ που διαμένουν στη Δημοκρατία της Σλοβενίας, είναι ασύμβατο με το Σύνταγμα για τους λόγους που εκτίθενται στο σώμα της παρούσας απόφασης.
4. Η πρώτη και η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 2 του νόμου ο οποίος ρυθμίζει το νομικό καθεστώς των πολιτών των άλλων διάδοχων Κρατών της πρώην ΣΟΔΓ που διαμένουν στη Δημοκρατία της Σλοβενίας, ακυρώνονται στις διατάξεις τους οι οποίες ορίζουν στους τρεις μήνες την προθεσμία για την κατάθεση αίτησης μόνιμης παραμονής.
(...)
7. Ο νομοθέτης έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει την αντισυνταγματικότητα που διαπιστώθηκε στα σημεία 1, 2 και 3 της διάταξης, εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημέρα δημοσίευσης της παρούσας απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της Σλοβενίας.
8. Το καθεστώς του μόνιμου κατοίκου για τους πολίτες των άλλων Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ κατοχυρώνεται έτσι από τις 26 Φεβρουαρίου 1992, εάν το όνομά τους είχε διαγραφεί την ημερομηνία αυτή από το μητρώο μόνιμων κατοίκων, με τη χορήγηση άδειας μόνιμης παραμονής βάσει του νόμου ο οποίος ρυθμίζει το νομικό καθεστώς των πολιτών των άλλων διάδοχων Κρατών της πρώην ΣΟΔΓ που διαμένουν στη Δημοκρατία της Σλοβενίας (Επίσημη Εφημερίδα της ΔΣ, nos 1/91-1 και 44/97), ή του νόμου για τους αλλοδαπούς (Επίσημη Εφημερίδα της ΔΣ, no 61/99). Το υπουργείο των Εσωτερικών οφείλει, στο πλαίσιο των επίσημων υποχρεώσεών του, να χορηγήσει στους ενδιαφερομένους συμπληρωματικές αποφάσεις για την κατοχύρωση της μόνιμης παραμονής τους στη Δημοκρατία της Σλοβενίας από τις 26 Φεβρουαρίου 1992.
Λόγοι
(...)
15. Ο αμφισβητούμενος νόμος είναι ασύμβατος με το Σύνταγμα, για τον λόγο ότι δεν επιτρέπει στους πολίτες των άλλων Δημοκρατιών να αποκτήσουν το καθεστώς του μόνιμου κατοίκου, από την ημέρα κατά την οποία έπαυσε τυπικά να τους αναγνωρίζεται το καθεστώς αυτό [δηλαδή από την ημερομηνία κατά την οποία τους αφαιρέθηκε], και συνεπώς μόνον εν μέρει αποκαθιστά τη διαπιστωθείσα αντισυνταγματικότητα. Η αρχή της νομικής ασφάλειας, μία από τις αρχές του κράτους δικαίου που θεσμοθετείται από το άρθρο 2 του Συντάγματος, απαιτεί να μην υπάρχει κανένα κενό στη ρύθμιση της κατάστασης των ατόμων αυτών, για κανένα χρονικό διάστημα. Το καθεστώς του μόνιμου κατοίκου είναι σημαντικό για την κατοχύρωση ορισμένων δικαιωμάτων και νομικών πλεονεκτημάτων, τα οποία οι ενδιαφερόμενοι δεν μπόρεσαν να διεκδικήσουν, εξαιτίας του κενού στη ρύθμιση του καθεστώτος τους. Η κατάσταση των ατόμων αυτών στη Δημοκρατία της Σλοβενίας είναι νομικώς αβέβαιη, λόγω της απουσίας κανονισμών, δεδομένου ότι η απόκτηση του καθεστώτος του αλλοδαπού είχε ως αποτέλεσμα να απολέσουν το καθεστώς του μόνιμου κατοίκου στο έδαφος της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, και να βρεθούν σε μια μη ρυθμισμένη κατάσταση ή να επιδεινωθεί η νομική τους κατάσταση (αφού δεν είχαν πλέον παρά μόνον το καθεστώς του προσωρινού κατοίκου, επί παραδείγματι), κατάσταση της οποίας οι αρνητικές επιπτώσεις διήρκεσαν μέχρι και δέκα έτη, για ορισμένους. Από τη σύσταση που έγινε από το Εθνικό Κοινοβούλιο μετά την εξέταση της 7ης ετήσιας αναφοράς του μεσολαβητή για τα ανθρώπινα δικαιώματα για το έτος 2001 (Επίσημη Εφημερίδα της ΔΣ, no 2/03), προκύπτει ότι για το ζήτημα της νομικής κατάστασης των συγκεκριμένων πολιτών άλλων Δημοκρατιών εξακολουθεί να απαιτείται νομική ρύθμιση.
(...)
22. Αφ’ ης στιγμής το καθεστώς μόνιμου κατοίκου δεν τους αναγνωρίστηκε από την ημέρα κατά την οποία, ύστερα από την ανεξαρτητοποίηση της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, το νομικό τους καθεστώς έγινε αυτό [διαφορετικό] του πολίτη άλλου διάδοχου Κράτους της πρώην ΣΟΔΓ, οι πολίτες των άλλων Δημοκρατιών δεν ήταν πλέον σε θέση να διεκδικήσουν ορισμένα δικαιώματα, τα οποία θα μπορούσαν να απαιτήσουν ως πολίτες κάποιας από τις Δημοκρατίες της πρώην ΣΟΔΓ που διέμεναν σε μόνιμη βάση στη Δημοκρατία της Σλοβενίας. Οι προσφεύγοντες δεν προσδιόρισαν ρητώς αυτά τα δικαιώματα· προκύπτει, ωστόσο, από τις αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου, ότι πρόκειται πιο συγκεκριμένα για το δικαίωμα στην προκαταβολή στρατιωτικής σύνταξης, για το δικαίωμα σε επιδόματα κοινωνικής ασφάλισης και για τη δυνατότητα ανανέωσης της άδειας οδήγησης (...). »
B. Διεθνή όργανα και κείμενα
1. Επιτροπή Διαιτησίας της Συνδιάσκεψης για την ειρήνη στη Γιουγκοσλαβία
216. Στην Επιτροπή Διαιτησίας της Συνδιάσκεψης για την ειρήνη στη Γιουγκοσλαβία (ευρύτερα γνωστή ως Επιτροπή Διαιτησίας Badinter, από το όνομα του προέδρου της, Robert Badinter) ανατέθηκε στις 27 Αυγούστου 1991, από το Συμβούλιο των Υπουργών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, η παροχή νομικών συμβουλών στη Συνδιάσκεψη για την ειρήνη στη Γιουγκοσλαβία. Η Επιτροπή κατέθεσε δεκαπέντε γνωμοδοτήσεις σχετικά με τα «μείζονα νομικά ζητήματα» που προκύπτουν από τη διάλυση της ΣΟΔΓ.
217. Στην γνωμοδότηση no 9, η Επιτροπή εξέτασε το πώς έπρεπε να επιλυθούν τα προβλήματα διαδοχής των Κρατών που δημιουργήθηκαν με τη διάλυση της ΣΟΔΓ. Κατέληξε στην εκτίμηση ότι έπρεπε να ρυθμιστούν με κοινή συμφωνία μεταξύ των διάδοχων Κρατών.
2. Συμβούλιο της Ευρώπης
α) Οι Συμβάσεις σχετικά με την ιθαγένεια
218. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Ιθαγένεια, που εγκρίθηκε στις 6 Νοεμβρίου 1997 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαρτίου 2000, είναι το βασικό κείμενο του Συμβουλίου της Ευρώπης αναφορικά με την ιθαγένεια. Δεν έχει υπογραφεί από τη Σλοβενία. Τα σχετικά με την υπόθεση χωρία της αναφέρουν:
Άρθρο 18
« 1. Όσον αφορά τα ζητήματα ιθαγένειας σε περίπτωση διαδοχής Κρατών, κάθε συμβαλλόμενο Κράτος οφείλει να σέβεται τις αρχές του κράτους δικαίου, τους κανονισμούς σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις αρχές οι οποίες αναφέρονται (...) στην παρούσα Σύμβαση (...), κυρίως προκειμένου να αποτρέπεται η ανιθαγένεια.
2. Αποφασίζοντας για τη χορήγηση ή τη διατήρηση της ιθαγένειας σε περίπτωση διαδοχής Κρατών, κάθε συμβαλλόμενο Κράτος οφείλει να λαμβάνει υπόψη κυρίως:
α) τον αληθινό και πραγματικό δεσμό μεταξύ του ενδιαφερομένου και του Κράτους·
β) τη συνήθη διαμονή του ενδιαφερομένου τη στιγμή της διαδοχής Κρατών·
γ) την επιθυμία του ενδιαφερομένου·
δ) την εδαφική προέλευση του ενδιαφερομένου.
(...). »
219. Στις 19 Μαΐου 2006, το Συμβούλιο της Ευρώπης ενέκρινε τη Σύμβαση για την Αποτροπή της Ανιθαγένειας στις περιπτώσεις διαδοχής Κρατών, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 2009. Η Σλοβενία δεν την έχει υπογράψει. Τα σχετικά χωρία του κειμένου αυτού αναφέρουν:
Άρθρο 5
« 1. Το διάδοχο Κράτος χορηγεί την ιθαγένειά του σε εκείνους οι οποίοι, τη στιγμή της διαδοχής Κρατών, κατείχαν την ιθαγένεια του προγενέστερου Κράτους, και οι οποίοι είναι ή θα καθίσταντο ανιθαγενείς μετά τη διαδοχή Κρατών, εάν, εκείνη τη στιγμή:
α) ο τόπος συνήθους διαμονής τους είναι στο έδαφος που κατέστη έδαφος του διάδοχου Κράτους· ή
β) ο τόπος συνήθους διαμονής τους δεν είναι σε κανένα από τα εμπλεκόμενα Κράτη, αλλά έχουν στοιχεία σύνδεσης με το διάδοχο Κράτος.
2. Σύμφωνα με την παράγραφο 1, υποπαράγραφο β, τα «στοιχεία σύνδεσης» κυρίως περιλαμβάνουν:
α) νομικό δεσμό με εδαφική περιοχή του προγενέστερου Κράτους η οποία κατέστη έδαφος του διάδοχου Κράτους·
β) γέννηση στο έδαφος που κατέστη έδαφος του διάδοχου Κράτους·
γ) πρόσφατο τόπο συνήθους διαμονής σε έδαφος του προγενέστερου Κράτους που κατέστη έδαφος του διάδοχου Κράτους.»
Άρθρο 11
«Τα εμπλεκόμενα Κράτη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι ενδιαφερόμενοι θα ενημερωθούν επαρκώς για τους κανονισμούς και τις διαδικασίες που αφορούν την κτήση της ιθαγένειάς τους.»
β) Η Σύμβαση-πλαίσιο για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων
220. Στις 26 Μαΐου 2005, η Συμβουλευτική Επιτροπή για τη Σύμβαση-πλαίσιο για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων ενέκρινε τη δεύτερη γνωμοδότησή της για τη Σλοβενία. Εξέφραζε σε αυτήν τις ανησυχίες της για την προβληματική κατάσταση των «διαγραμμένων». Την 1η Δεκεμβρίου 2005, η Κυβέρνηση υπέβαλε γραπτά σχόλα (βλ. τα σχετικά χωρία της γνωμοδότησης στο Kurić και άλλοι κατά Σλοβενίας, no 26828/06, § 262, 13 Ιούλιος 2010 – «η απόφαση του Τμήματος»).
221. Στις 14 Ιουνίου 2006, η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης ενέκρινε την απόφαση ResCMN(2006)6 για την εφαρμογή της Σύμβασης-πλαισίου για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων από τη Σλοβενία, η οποία επικεντρωνόταν κυρίως στην κατάσταση των «διαγραμμένων».
γ) Ο Επίτροπος για τα ανθρώπινα δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης
222. Ο Επίτροπος για τα ανθρώπινα δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης έθεσε το θέμα των «διαγραμμένων» με αρκετές ευκαιρίες, και απηύθυνε συστάσεις στη σλοβενική κυβέρνηση προκειμένου να επανορθώσει την κατάσταση (βλ. τα σχετικά αποσπάσματα από τις αναφορές του Επιτρόπου στις παραγράφους 264-265 της απόφασης του Τμήματος).
223. Ύστερα και από τις επισκέψεις του, κατά τις οποίες εξέτασε από κοινού με τις σλοβενικές αρχές το ζήτημα των «διαγραμμένων», ο Επίτροπος απέστειλε πολλές επιστολές στον Πρωθυπουργό. Στην επιστολή της 10ης Μαΐου 2011, εξέφραζε την ικανοποίησή του για την αποφασιστικότητα της Κυβέρνησης προς την εξεύρεση λύσης στο ζήτημα των «διαγραμμένων», και χαιρέτιζε την υιοθέτηση του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς. Ωστόσο, διαπίστωνε με ανησυχία ότι ο νόμος δεν αποκαθιστούσε πλήρως τις αρνητικές συνέπειες της «διαγραφής». Ανέφερε ότι μόνο 127 διαγραμμένοι είχαν τότε καταθέσει αίτηση με βάση τον νέο νόμο, και ότι τα δύο τρίτα των αιτήσεων αυτών είχαν απορριφθεί. Εκτιμούσε ότι παρέμενε δύσκολο για τους ανθρώπους που είχαν εγκαταλείψει τη Σλοβενία επί περισσότερα από δέκα έτη να ικανοποιήσουν την προϋπόθεση της πραγματικής διαμονής. Δήλωνε επίσης την ανησυχία του για την απουσία σε εθνικό επίπεδο ενός μηχανισμού αποζημίωσης, που θα προσέφερε μια επανόρθωση στους «διαγραμμένους». Τέλος, προσέθετε ότι ορισμένοι από τους «διαγραμμένους» είχαν καταστεί ανιθαγενείς, και εφιστούσε την προσοχή της κυβέρνησης στα κείμενα διεθνούς δικαίου του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την πρόληψη και τη μείωση των περιπτώσεων ανιθαγένειας, καθώς και στην αναγκαιότητα κύρωσης των κειμένων αυτών από τη Σλοβενία.
δ) Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας
224. Στις 13 Φεβρουαρίου 2007, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας («ECRI») δημοσίευσε την τρίτη έκθεσή της για τη Σλοβενία, η οποία εγκρίθηκε στις 30 Ιουνίου 2006. Στην έκθεση αυτή περιγραφόταν η κατάσταση των «διαγραμμένων» και περιλαμβάνονταν συστάσεις προς την κυβέρνηση (βλ. τα σχετικά αποσπάσματα στην παράγραφο 266 της απόφασης του Τμήματος).
3. Ηνωμένα Έθνη
225. Το 1961, τα Ηνωμένα Έθνη υιοθέτησαν τη Σύμβαση για την εξάλειψη της ανιθαγένειας. Η Σλοβενία δεν την έχει κυρώσει.
226. Το 1999, η Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών υιοθέτησε ένα σχέδιο άρθρων για την ιθαγένεια των φυσικών προσώπων σε σχέση με τη διαδοχή Κρατών, εκ των οποίων το άρθρο 6 έχει ως εξής:
«Κάθε ενδιαφερόμενο Κράτος οφείλει να υιοθετήσει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μια νομοθεσία για την ιθαγένεια και τα συναφή ζητήματα σε σχέση με τη διαδοχή Κρατών, η οποία να ανταποκρίνεται στις διατάξεις των παρόντων άρθρων. Οφείλει κάθε ενδιαφερόμενο Κράτος να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να ενημερώνονται, εντός εύλογης προθεσμίας, για το αποτέλεσμα της εν λόγω νομοθεσίας στην ιθαγένειά τους, για τις δυνατότητες επιλογών που μπορεί να τους προσφέρει, καθώς και για τις συνέπειες που θα έχει για το καθεστώς τους η άσκηση των επιλογών αυτών.»
227. Στις 24 Αυγούστου 2010, η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων ενέκρινε τις τελικές της παρατηρήσεις, όπου περιλαμβάνονταν και τα ακόλουθα:
«Η Επιτροπή σημειώνει την υιοθέτηση, τον Μάρτιο του 2010, του νόμου που διέπει το νομικό καθεστώς των «διαγραμμένων», παραμένει όμως ανήσυχη για την κατάσταση των πολιτών της πρώην Γιουγκοσλαβίας που δεν είναι Σλοβένοι, κυρίως για τους Βόσνιους, τους Αλβανούς με καταγωγή από το Κόσοβο, τους Μακεδόνες και τους Σέρβους, των οποίων το νομικό καθεστώς παραμένει σε εκκρεμότητα, και που αντιμετωπίζουν συνεπώς δυσκολίες στην άσκηση των κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων τους, ιδιαίτερα όσον αφορά την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, την κοινωνική ασφάλιση, την εκπαίδευση και την εργασία. Ανησυχεί επίσης για το γεγονός ότι ο νέος νόμος δεν προβλέπει κάποια εκστρατεία ευαισθητοποίησης, προκειμένου να ενημερωθούν οι «διαγραμμένοι» που ζουν στο εξωτερικό για την ύπαρξή του (...).
Η Επιτροπή συστήνει στο Κράτος μέλος:
α) Να ρυθμίσει οριστικά το νομικό καθεστώς όλων των ενδιαφερόμενων πολιτών που προέρχονται από τα Κράτη της πρώην Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας και διαμένουν επί του παρόντος στη Σλοβενία·
β) Να εγγυηθεί την πλήρη άσκηση των οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων τους, κυρίως σε θέματα πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας, κοινωνικής ασφάλισης, εκπαίδευσης και εργασίας·
γ) Να διεξαγάγει εκστρατεία ευαισθητοποίησης, προκειμένου να ενημερωθούν οι «διαγραμμένοι» που διαμένουν επί του παρόντος εκτός Σλοβενίας για την ύπαρξη των νέων νομοθετικών μέτρων και της δυνατότητας να επωφεληθούν από αυτά· και
δ) Να προσφέρει σε όλους τους «διαγραμμένους» πλήρη αποζημίωση, κυρίως υπό τύπο αποκατάστασης, ικανοποίησης, οικονομικής αποζημίωσης, επανόρθωσης και εγγύησης ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να επαναληφθεί.»
228. Στις 20 Ιουνίου 2011, η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών κατά των βασανιστηρίων ενέκρινε τις τελικές της παρατηρήσεις, οι οποίες περιλάμβαναν και το ακόλουθο χωρίο:
«Η Επιτροπή σημειώνει τα νομοθετικά μέτρα που ελήφθησαν για την τροποποίηση του νόμου ο οποίος διέπει το νομικό καθεστώς των πολιτών της πρώην Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας που διαμένουν στη Δημοκρατία της Σλοβενίας, προκειμένου να διορθωθούν οι διατάξεις οι οποίες κρίθηκαν αντισυνταγματικές, αλλά εξακολουθεί να ανησυχεί για το γεγονός ότι το Κράτος μέλος δεν έθεσε σε ισχύ τον νόμο και δεν αποκατέστησε τα δικαιώματα παραμονής των ανθρώπων που προέρχονται από τις άλλες γιουγκοσλαβικές Δημοκρατίες και οι οποίοι διαγράφηκαν παρανόμως από το μητρώο των μόνιμων κατοίκων της Σλοβενίας το 1992 και απελάθηκαν προς άλλες Δημοκρατίες της πρώην Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, γνωστών ως «διαγραμμένων». Η Επιτροπή εκφράζει την ανησυχία της για τη συνεχιζόμενη διάκριση απέναντι στους ανθρώπους αυτούς, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που ανήκουν στην κοινότητα Ρομά (άρθ. 3 και 16).
Με βάση τη Γενική Παρατήρηση no 2 (2008) της Επιτροπής, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 2 από τα Κράτη μέλη, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η ειδική προστασία ορισμένων μειονοτήτων ή ορισμένων περιθωριοποιημένων ομάδων ή ατόμων ιδιαίτερα εκτεθειμένων σε κίνδυνο, αποτελεί μέρος των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στο Κράτος μέλος βάσει της Σύμβασης. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή συστήνει στο Κράτος μέλος να λάβει μέτρα για την αποκατάσταση του καθεστώτος μόνιμου κατοίκου των λεγόμενων «διαγραμμένων» που απελάθηκαν προς άλλα Κράτη προερχόμενα από την πρώην Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας. Η Επιτροπή ενθαρρύνει επίσης το Κράτος μέλος να διευκολύνει την πλήρη ενσωμάτωση των «διαγραμμένων», συμπεριλαμβανομένων όσων ανήκουν στις κοινότητες Ρομά, και να τους διασφαλίσει ισότητα στις διαδικασίες για τις αιτήσεις ιθαγένειας.»
Ο ΝΟΜΟΣ
I. ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
A. Σχετικά με το αντικείμενο της διαφοράς
1. Τα συμπεράσματα του Τμήματος
229. Στις 3 Μαρτίου 2009, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Τμήματος, στους κκ. Petreš και Jovanović –που διέθεταν ήδη αμφότεροι άδειες παραμονής ex nunc χορηγημένες το 2006– χορηγήθηκαν αυτεπαγγέλτως άδειες μόνιμης παραμονής ex tunc με ισχύ από τις 26 Φεβρουαρίου 1992.
230. Το Τμήμα, βασιζόμενο στις αποφάσεις Chevanova κατά Λετονίας ((διαγραφή) [GC], no 58822/00, §§ 48-50, 7 Δεκεμβρίου 2007) και Kaftaïlova κατά Λετονίας ((διαγραφή) [GC], no 59643/00, §§ 52-54, 7 Δεκεμβρίου 2007), έκρινε ότι η χορήγηση αδειών παραμονής αναδρομικής ισχύος συνιστούσε «ικανοποιητική» και «επαρκή» επανόρθωση για τις αιτιάσεις που είχαν διατυπωθεί από τους κκ. Petreš και Jovanović αναφορικά με τα άρθρα 8, 13 και 14 της Σύμβασης, και ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούσαν πλέον να ισχυρίζονται ότι ήταν «θύματα» των εικαζόμενων παραβιάσεων (παράγραφοι 309-311 της απόφασης του Τμήματος).
231. Το Τμήμα εκτίμησε επίσης ότι οι αιτιάσεις των προσφευγόντων αναφορικά με την έλλειψη δυνατότητας από πλευράς τους να λάβουν τη σλοβενική ιθαγένεια το 1991, ήταν ασύμβατες ratione temporis με τις διατάξεις της Σύμβασης, και τις κήρυξε επομένως απαράδεκτες, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 §§ 3 και 4 της Σύμβασης (Makuc και άλλοι κατά Σλοβενίας (απόφ.), no 26828/06, §§ 162‑165, 31 Μαΐου 2007· βλ. επίσης την παράγραφο 355 της απόφασης του Τμήματος).
2. Οι θέσεις των αντίδικων μερών ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης
α) Οι προσφεύγοντες
232. Οι προσφεύγοντες αιτούνται από το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης κυρίως να αναιρέσει το συμπέρασμα του Τμήματος, εφόσον το Τμήμα κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη όσον αφορά τους κκ. Petreš et Jovanović. Σύμφωνα με τους ίδιους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η απλή ρύθμιση του νομικού τους καθεστώτος, ύστερα από πολυετή παράνομη παρέμβαση στην άσκηση του δικαιώματός τους στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, τους προσέφερε «ικανοποιητική» και «επαρκή» αποκατάσταση για τις αιτιάσεις τους επί τη βάσει των άρθρων 8, 13 και 14 της Σύμβασης (παραθέτουν την απόφαση Aristimuño Mendizabal κατά Γαλλίας, no 51431/99, § 79, 17 Ιανουαρίου 2006). Εξάλλου, οι κκ. Petreš και Jovanović δεν είχαν τη δυνατότητα να αιτηθούν ενώπιον των εθνικών δικαστικών αρχών ή της γενικής εισαγγελίας ικανοποιητική αποκατάσταση για τις ζημίες που υπέστησαν επί μακρά χρονική περίοδο.
β) Η Κυβέρνηση
233. Η Κυβέρνηση καλεί το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης να επικυρώσει το συμπέρασμα του Τμήματος, σύμφωνα με το οποίο οι δύο προσφεύγοντες απώλεσαν την ιδιότητα του «θύματος». Οι προσφεύγοντες απέκτησαν άδειες μόνιμης παραμονής ex nunc και ex tunc κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, και τους επιδικάστηκε δίκαιη ικανοποίηση για την παραβίαση των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από το άρθρο 8 της Σύμβασης. Σε κάθε περίπτωση, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης δεν θα μπορούσε να εξετάσει τα μέρη εκείνα της προσφυγής τα οποία το Τμήμα κήρυξε απαράδεκτα (Syssoyeva και άλλοι κατά Λετονίας (διαγραφή) [GC], no 60654/00, § 61, CEDH 2007‑I).
3. Εκτίμηση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης
234. Σύμφωνα με τη διαρκή νομολογία του Δικαστηρίου, «η υπόθεση» που παραπέμπεται ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης περιλαμβάνει αναγκαστικά όλες τις πτυχές της προσφυγής την οποία το Τμήμα εξέτασε προηγουμένως στην απόφασή του. Το περιεχόμενο και το αντικείμενο της «υπόθεσης» που παραπέμπεται στο Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης οριοθετούνται επομένως από την απόφαση του Τμήματος επί του παραδεκτού (K. και T. κατά Φινλανδίας [GC], no 25702/94, §§ 140-141, CEDH 2001‑VII· Αζινάς κατά Κύπρου [GC], no 56679/00, § 32, CEDH 2004‑III, και Kovačić και άλλοι κατά Σλοβενίας [GC], nos 44574/98, 45133/98 και 48316/99, § 194, 3 Οκτωβρίου 2008).
235. Αυτό σημαίνει ότι το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης μπορεί να ασχοληθεί με το σύνολο της υπόθεσης, στον βαθμό που η υπόθεση έχει κηρυχθεί παραδεκτή· αντιθέτως, δεν μπορεί να εξετάσει τα μέρη εκείνα της προσφυγής τα οποία το Τμήμα κήρυξε απαράδεκτα. Το Δικαστήριο δεν βρίσκει κανέναν λόγο να μην τηρήσει στη συγκεκριμένη υπόθεση αυτή την αρχή (Syssoyeva και άλλοι, όπ. παραπάνω, §§ 59-62).
236. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης δεν έχει πλέον δικαιοδοσία να λάβει γνώση των αιτιάσεων που προβάλλουν οι κκ. Petreš και Jovanović. Ομοίως, δεν μπορεί να εξετάσει τις αιτιάσεις που αφορούν την έλλειψη δυνατότητας από πλευράς τους να αποκτήσουν τη σλοβενική ιθαγένεια το 1991, εφόσον αυτές κηρύχθηκαν απαράδεκτες λόγω ασυμβατότητας ratione temporis με τις διατάξεις της Σύμβασης (παράγραφος 231 παραπάνω).
237. Κατά συνέπεια, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης θα εξετάσει μόνο τις αιτιάσεις των υπόλοιπων προσφευγόντων –των κκ. Mustafa Kurić, Velimir Dabetić, της κας Ana Mezga, της κας Ljubenka Ristanović, των κκ. Tripun Ristanović, Ali Berisha, Ilfan Sadik Ademi και Zoran Minić– που αφορούν τις συνέπειες τις οποίες είχε η «διαγραφή» για τους ίδιους ως προς το καθεστώς κατοίκου της Σλοβενίας.
B. Οι ενστάσεις ασυμβατότητας ratione materiae και ratione temporis με τη Σύμβαση και εκπρόθεσμης κατάθεσης, που θέτει η Κυβέρνηση
1. Οι ενστάσεις της Κυβέρνησης
238. Ενώπιον του Τμήματος, η Κυβέρνηση επικαλέστηκε την ασυμβατότητα ratione materiae και ratione temporis με τις διατάξεις της Σύμβασης των αιτιάσεων που προβάλλουν οι προσφεύγοντες σχετικά με τις συνέπειες της «διαγραφής» στο καθεστώς κατοίκου των ιδίων, υποστηρίζοντας ότι η Σύμβαση δεν ρύθμιζε ούτε την ιθαγένεια ούτε την παραμονή, και ότι η θέση σε ισχύ των νόμων για την ανεξαρτησία και η «διαγραφή» έγιναν το 1992, δηλαδή πριν από τις 28 Ιουνίου 1994, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ για τη Σλοβενία η Σύμβαση. Όσο για τη μεταγενέστερη διαδικασία, η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το αρχικό γεγονός (παράγραφοι 278‑281 της απόφασης του Τμήματος).
239. Η Κυβέρνηση είχε εξάλλου υποστηρίξει ότι οι προσφεύγοντες δεν σεβάστηκαν τον κανονισμό των έξι μηνών, που τίθεται στο άρθρο 35 § 1 της Σύμβασης, καθώς η συγκεκριμένη κατάσταση δεν μπορούσε να ερμηνευθεί, σύμφωνα με την Κυβέρνηση, ως μια «συνεχιζόμενη κατάσταση» (παράγραφος 282 της απόφασης του Τμήματος).
2. Η απόφαση του Τμήματος
240. Το Τμήμα απέρριψε το σύνολο αυτών των ενστάσεων, παρατηρώντας συγκεκριμένα ότι μπορούσε να λάβει υπόψη του τα προγενέστερα της κύρωσης γεγονότα, εφόσον αυτά μπορούσαν να θεωρηθούν ότι αποτελούσαν την απαρχή μιας κατάστασης η οποία εξακολούθησε και πέρα από εκείνη την ημερομηνία, ή να θεωρηθούν σημαντικά για την κατανόηση των γεγονότων που συνέβησαν μετά από εκείνη την ημερομηνία (βλ. ιδιαίτερα Hutten‑Czapska κατά Πολωνίας [GC], no 35014/97, §§ 147-153, CEDH 2006‑VIII). Επεσήμανε ότι οι συνέπειες της «διαγραφής», η οποία κρίθηκε αντισυνταγματική στις 3 Απριλίου 2003, διήρκεσαν μέχρι τις 28 Ιουνίου 1994 και εξακολουθούσαν να προκαλούν ζημία στους προσφεύγοντες περισσότερα από δεκαπέντε έτη αφότου τέθηκε σε ισχύ για τη Σλοβενία η Σύμβαση (παράγραφοι 303-306 της απόφασης του Τμήματος).
3. Εκτίμηση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης
241. Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης παρατηρεί ότι η Κυβέρνηση επανέλαβε τις προαναφερθείσες ενστάσεις στο υπόμνημα που του κατέθεσε. Εντούτοις, δεν βλέπει στα επιχειρήματα τα οποία αναπτύσσει η Κυβέρνηση κανέναν λόγο να αποστασιοποιηθεί από τα συμπεράσματα του Τμήματος.
242. Ως εκ τούτου, απορρίπτει τις ενστάσεις ασυμβατότητας ratione materiae και ratione temporis με τις διατάξεις της Σύμβασης και την ένσταση εκπροθέσμου που τέθηκαν από την Κυβέρνηση.
Γ. Η ένσταση της Κυβέρνησης σχετικά με την ιδιότητα του θύματος
243. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι έξι προσφεύγοντες (κ. Kurić, κα Mezga, κκ. Ristanović, Berisha, Ademi και Minić) οι οποίοι έλαβαν άδειες μόνιμης παραμονής ex nunc και ex tunc μετά την ανακοίνωση της απόφασης του Τμήματος το 2010 (παράγραφοι 95, 123, 133, 158, 173 και 194 ανωτέρω) δεν μπορούν πλέον να ισχυρίζονται ότι είναι «θύματα» των καταγγελλόμενων γεγονότων, βάσει του άρθρου 34 της Σύμβασης.
244. Οι προσφεύγοντες αμφισβητούν τη θέση αυτή.
1. Οι θέσεις των αντίδικων μερών
α) Η Κυβέρνηση
245. Η Κυβέρνηση παραδέχεται ότι αναμφίβολα η «διαγραφή» ήταν παράνομη και προκάλεσε καταστάσεις αντισυνταγματικές. Η Δημοκρατία της Σλοβενίας έχει αναγνωρίσει το γεγονός αυτό, τόσο συμβολικά όσο και νομικά. Στις 15 Ιουνίου 2010, ο πρόεδρος του Εθνικού Κοινοβουλίου ζήτησε δημοσίως συγγνώμη από τους «διαγραμμένους», και στις 22 Ιουνίου 2010, το ίδιο έπραξε και ο υπουργός των Εσωτερικών (παράγραφος 75 παραπάνω). Στο νομικό επίπεδο, από το 1999, το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε επανειλημμένως αντισυνταγματική τη «διαγραφή» (παράγραφοι 41-48, 52-56, 58-60 και 214-215 παραπάνω). Αδίκως, επομένως, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι η Δημοκρατία της Σλοβενίας εξακολουθεί να αρνείται το έκνομο της «διαγραφής». Οι αρχές έλαβαν σημαντικά μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν πλήρως στις αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου και να διορθώσουν τον παράνομο και αντισυνταγματικό χαρακτήρα της «διαγραφής».
246. Η Κυβέρνηση σημειώνει ότι ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς, που εγκρίθηκε στις 8 Μαρτίου 2010 και τέθηκε σε ισχύ στις 24 Ιουλίου 2010 (παράγραφοι 71, 76-79 και 211 παραπάνω), εξάλειψε τα εναπομείναντα αντισυνταγματικά στοιχεία της εθνικής νομοθεσίας, προσφέροντας στους προσφεύγοντες που δεν είχαν ακόμη ρυθμίσει τη νομική τους κατάσταση τη δυνατότητα να αιτηθούν άδειες παραμονής ταυτοχρόνως ex nunc και ex tunc. Με την ειδική αυτή δυνατότητα, ο νομοθέτης προσέφερε ηθική ικανοποίηση, στην οποία θα πρέπει να δει κανείς μια ιδιαίτερη μορφή αποζημίωσης για τις συνέπειες των παραβιάσεων τις οποίες είχε ως αποτέλεσμα η «διαγραφή».
247. Όσον αφορά τους έξι προσφεύγοντες (κ. Kurić, κα Mezga, κκ. Ristanović, Berisha, Ademi και Minić) που έλαβαν άδειες μόνιμης παραμονής ex nunc και ex tunc μετά την ανακοίνωση της απόφασης του Τμήματος, το καθεστώς τους είναι ισοδύναμο με των κκ. Petreš και Jovanović, για τους οποίους το Τμήμα απεφάνθη ότι είχαν πλέον απολέσει την ιδιότητα του «θύματος». Θα ήταν επομένως βάσιμο να κριθεί η προσφυγή απαράδεκτη, όσον αφορά τους συγκεκριμένους έξι προσφεύγοντες.
248. Το ίδιο ισχύει για τους δύο άλλους προσφεύγοντες (κ. Dabetić και κα Ristanović), οι οποίοι ποτέ δεν κίνησαν διαδικασίες στη Σλοβενία προκειμένου να αιτηθούν άδειες μόνιμης παραμονής.
249. Αντίθετα με τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων, μια άδεια μόνιμης παραμονής ασφαλώς και δεν είναι ένα «έγγραφο χωρίς αξία». Προσφέρει στον κάτοχό της είκοσι επτά διαφορετικά δικαιώματα στους τομείς της κοινωνικής μέριμνας –κυρίως συνταξιοδοτικά δικαιώματα–, της εκπαίδευσης, της υγείας και της πρόσβασης στην αγορά εργασίας. Οι μόνιμοι κάτοικοι είναι ισότιμοι με τους Σλοβένους πολίτες, ως προς αυτά τα δικαιώματα. Δεν έχουν τα ίδια πολιτικά δικαιώματα, μπορούν όμως να ψηφίζουν στις τοπικές εκλογές.
250. Όσον αφορά τις αιτήσεις για αποζημίωση, το άρθρο 26 του Συντάγματος (παράγραφος 203 παραπάνω) εγγυάται το δικαίωμα στην αποζημίωση για βλάβες που προκλήθηκαν από πολιτική αρχή. Οι προσφεύγοντες και οι υπόλοιποι «διαγραμμένοι» είχαν τη δυνατότητα να κινήσουν αστικές διαδικασίες για να απαιτήσουν αποζημίωση για υλική και ηθική βλάβη, βάσει του κώδικα υποχρεώσεων του 2001, καθώς και να ασκήσουν συνταγματική προσφυγή. Στην παράγραφο 43 της απόφασής του της 10ης Ιουνίου 2010, το Συνταγματικό Δικαστήριο ανέφερε: «η λήψη αποφάσεων επί τη βάσει του νόμου για το νομικό καθεστώς και του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς, δεν συνεπάγεται καθ’ αυτή κάποιον νέο τύπο ευθύνης εξ αδικοπραξίας για το Κράτος, ή μια νέα νομική βάση η οποία να επιτρέπει την υποστήριξη των αξιώσεων αποζημίωσης» (παράγραφος 74 παραπάνω). Ήταν επίσης δυνατή η αξίωση αποζημίωσης επί τη βάσει του άρθρου 14 του νόμου για τη γενική εισαγγελία (παράγραφος 213 παραπάνω).
251. Μετά την ακροαματική διαδικασία, η Κυβέρνηση επικαλέστηκε την απόφαση την οποία εξέδωσε το Συνταγματικό Δικαστήριο στις 5 Ιουλίου 2011 σε μια από τις υποθέσεις των «διαγραμμένων», από όπου προέκυπτε ότι το ανώτατο δικαστικό όργανο δεν έχει ακόμη αποφανθεί σχετικά με το ζήτημα της ευθύνης του Κράτους για τις ζημίες που προκάλεσε η «διαγραφή» (παράγραφος 82 παραπάνω). Εξάλλου, στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, το Συνταγματικό Δικαστήριο επέλεξε να μην επανεξετάσει μια συνταγματική προσφυγή που κατέθεσε ένας εκ των «διαγραμμένων» (παράγραφος 83 παραπάνω).
252. Η Κυβέρνηση παρατηρεί ότι κανένας από τους προσφεύγοντες δεν αξίωσε αποζημίωση ενώπιον των εθνικών δικαστικών αρχών. Μόνο οι κκ. Berisha και Minić κατέθεσαν στη γενική εισαγγελία αίτηση αποζημίωσης, η οποία και απορρίφθηκε. Ο κ. Berisha δεν κίνησε δικαστική διαδικασία (παράγραφος 160 παραπάνω).
β) Οι προσφεύγοντες
253. Οι έξι προσφεύγοντες στους οποίους χορηγήθηκαν άδειες μόνιμης παραμονής ex nunc και ex tunc κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, εξακολουθούν να ισχυρίζονται ότι είναι «θύματα» των παραβιάσεων των δικαιωμάτων του ανθρώπου τις οποίες προκάλεσε η «διαγραφή», εκτιμώντας ότι δεν έχουν αποζημιωθεί ικανοποιητικά για αυτές.
254. Σύμφωνα με τους ίδιους, παρότι από παλαιότερη νομολογία καθώς και από ορισμένες πιο πρόσφατες αποφάσεις προκύπτει ότι ένας προσφεύγων παύει να είναι «θύμα» όταν του χορηγηθεί αποζημίωση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας (βλ., μεταξύ άλλων, Maaouia κατά Γαλλίας (απόφ.), no 39652/98, CEDH 1999‑II· Pančenko κατά Λετονίας (απόφ.), no 40772/98, 28 Οκτωβρίου 1999, και Mikheyeva κατά Λετονίας (απόφ.), no 50029/99, 12 Σεπτεμβρίου 2002), ωστόσο η τρέχουσα νομολογία σχετικά με το άρθρο 8 της Σύμβασης σαφώς υποδεικνύει ότι η αναγνώριση μιας παραβίασης δεν αρκεί από την άποψη αυτή· απαιτείται επίσης και μια «ικανοποιητική» αποζημίωση, κυρίως η αποκατάσταση της βλάβης που υπέστησαν οι προσφεύγοντες για σημαντικό χρονικό διάστημα (Aristimuño Mendizabal, όπ. παραπάνω, § 79· Mengesha Kimfe κατά Ελβετίας, no 24404/05, §§ 41-49, 29 Ιουλίου 2010, και Agraw κατά Ελβετίας, no 3295/06, §§ 27-34, 29 Ιουλίου 2010). Το Δικαστήριο θεμελίωσε επίσης μια διάκριση ανάμεσα στις υποθέσεις που αφορούν την απέλαση αλλοδαπών, και εκείνες οι οποίες αναφέρονται στην παρατεταμένη έλλειψη ρύθμισης του νομικού καθεστώτος ενός προσφεύγοντος. Στην πρώτη κατηγορία υποθέσεων, ένας προσφεύγων δεν μπορεί πλέον να ισχυριστεί ότι είναι «θύμα» εάν το μέτρο της απέλασης δεν ήταν εκτελεστό, ή εάν του χορηγήθηκε άδεια παραμονής (οι προσφεύγοντες αναφέρουν τις αποφάσεις Syssoyeva και άλλοι, όπ. παραπάνω, § 100, και Kaftaïlova, όπ. παραπάνω, §§ 52‑54). Στη δεύτερη κατηγορία (προαναφερθείσες αποφάσεις Aristimuño Mendizabal, Mengesha Kimfe, και Agraw), αντιθέτως, το Δικαστήριο δήλωσε σαφώς ότι η έκδοση άδειας παραμονής δεν ήταν αρκετή, κυρίως εξαιτίας του χρόνου που απαιτούνταν για τη χορήγησή της. Η παρούσα υπόθεση βρίσκεται πλησιέστερα στις υποθέσεις της δεύτερης κατηγορίας.
255. Η χορήγηση άδειας παραμονής στους έξι προσφεύγοντες, που ήταν ένα μέτρο το οποίο βοηθούσε να αποτραπεί η συνέχιση της παραβίασης, δεν μπορεί να θεωρηθεί αναγνώριση από πλευράς των σλοβενικών αρχών –τουλάχιστον όχι κατ’ ουσίαν– της καταγγελλόμενης παραβίασης. Οι αρχές εξακολουθούν να αρνούνται τον έκνομο χαρακτήρα των μέτρων που οι ίδιες έλαβαν. Στην προκειμένη περίπτωση, αντίθετα με τις υποθέσεις της Λετονίας, οι προσφεύγοντες στερήθηκαν το καθεστώς του μόνιμου κατοίκου, κατά κατάφωρη παραβίαση του εθνικού δικαίου. Τέλος, η αναδρομικότητα των αδειών μόνιμης παραμονής παραμένει αποκλειστικά δηλωτικού χαρακτήρα, δεδομένου ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να λάβουν ικανοποιητική αποζημίωση βάσει του εθνικού δικαίου. Επίσης, οι άδειες δεν είναι παρά «ένα απλό κομμάτι χαρτί».
256. Όσον αφορά τον κ. Dabetić και την κα Ristanović, οι προσφεύγοντες εκτιμούν ότι το Κράτος οφείλει να ρυθμίσει αυτεπαγγέλτως το νομικό τους καθεστώς, χορηγώντας τους άδεια μόνιμης παραμονής με αναδρομική ισχύ, συμφώνως προς τις αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου.
257. Τέλος, ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς δεν περιλαμβάνει καμία ειδική διάταξη αναφορικά με το ζήτημα της αποζημίωσης για υλική και ηθική βλάβη. Εξάλλου, θα ήταν σχεδόν αδύνατον να αξιωθούν αποζημιώσεις ενώπιον των εθνικών δικαστικών αρχών επί τη βάσει των κοινών διατάξεων που διέπουν την ευθύνη εξ αδικοπραξίας. Με βάση τα τελευταία στατιστικά στοιχεία, από τον Μάιο του 2011, το υπουργείο εξέτασε 157 αιτήσεις αποζημίωσης. Οι εθνικές δικαστικές αρχές απέρριψαν σαράντα μία από αυτές με οριστικές αποφάσεις. Μόνο δεκαπέντε από τις απορριπτικές αποφάσεις αμφισβητήθηκαν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και πέντε εξ αυτών απορρίφθηκαν. Εξάλλου, οκτώ «διαγραμμένοι» προσέφυγαν απευθείας στα δικαστήρια. Κανενός η προσφυγή δεν είχε θετική κατάληξη (παράγραφος 83 παραπάνω). Οι αιτήσεις απορρίφθηκαν κυρίως κατ’ εφαρμογή των κανονισμών για την παραγραφή του Κώδικα υποχρεώσεων: τρία έτη από τη στιγμή που το θύμα πληροφορείται τη ζημία, και πέντε έτη από τη στιγμή που αυτή συνέβη. Οι εθνικές δικαστικές αρχές θεωρούσαν έως τώρα ότι η τελευταία αυτή ημερομηνία ήταν η 12η Μαρτίου 1999, ημερομηνία δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της πρώτης απόφασης αρχής του Συνταγματικού Δικαστηρίου.
2. Η απόφαση του Τμήματος
258. Το Τμήμα δεν είχε την ευκαιρία να αποφανθεί σχετικά με αυτήν την ένσταση, η οποία αφορά γεγονότα που συνέβησαν ύστερα από την έκδοση της απόφασής του (παράγραφος 243 παραπάνω).
3. Εκτίμηση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης
259. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι είναι ευθύνη πρωτίστως των εθνικών αρχών να αποκαταστήσουν μια εικαζόμενη παραβίαση της Σύμβασης. Από την άποψη αυτή, το ερώτημα εάν ένας προσφεύγων μπορεί να ισχυριστεί ότι υπήρξε «θύμα» της εικαζόμενης παραβίασης τίθεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ως προς τη Σύμβαση (βλ., μεταξύ άλλων, Bourdov κατά Ρωσίας, no 59498/00, § 30, CEDH 2002‑III). Μια απόφαση ή ένα μέτρο ευνοϊκό προς τον προσφεύγοντα δεν αρκεί, κατ’ αρχήν, για να πάψει να ισχύει γι’ αυτόν η ιδιότητα του «θύματος» βάσει του άρθρου 34 της Σύμβασης, εκτός εάν οι εθνικές αρχές αναγνωρίσουν, ρητώς ή κατ’ ουσίαν, και εν συνεχεία αποκαταστήσουν την παραβίαση της Σύμβασης (βλ., για παράδειγμα, Eckle κατά Γερμανίας, 15 Ιουλίου 1982, §§ 69 κ.εξ., série A no 51· Dalban κατά Ρουμανίας [GC], no 28114/95, § 44, CEDH 1999‑VI· Scordino κατά Ιταλίας (no 1) [GC], no 36813/97, §§ 179-180, CEDH 2006‑V, και Gäfgen κατά Γερμανίας [GC], no 22978/05, § 115, CEDH 2010).
260. Όσον αφορά την «ικανοποιητική» και «επαρκή» αποζημίωση προκειμένου να αποκατασταθεί, στο εθνικό επίπεδο, η παραβίαση ενός δικαιώματος το οποίο εγγυάται η Σύμβαση, το Δικαστήριο θεωρεί γενικά ότι αυτή εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, λαμβάνοντας κάθε φορά υπόψη ιδιαίτερα τη φύση της εκάστοτε παραβίασης της Σύμβασης (βλ. για παράδειγμα, Gäfgen, όπ. παραπάνω, § 116).
261. Στις περιπτώσεις απέλασης ή έκδοσης αλλοδαπών, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, σε έναν αριθμό υποθέσεων που εγείρουν ζητήματα υπό το πρίσμα του άρθρου 8 της Σύμβασης, ότι η ρύθμιση της παραμονής του προσφεύγοντος ή το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος δεν απειλούνταν πλέον με απέλαση ή έκδοση –έστω και αν η υπόθεση παρέμενε εκκρεμής ενώπιον του Δικαστηρίου– ήταν κατ’ αρχήν στοιχεία «επαρκή» για να κατατεθεί αίτηση επανόρθωσης βάσει του άρθρου 8 (προαναφερθείσα απόφαση Pančenko· Yang Chun Jin alias Yang Xiaolin κατά Ουγγαρίας (διαγραφή), no 58073/00, §§ 20-23, 8 Μαρτίου 2001· προαναφερθείσα απόφαση Mikheyeva· Fjodorova και άλλοι κατά Λετονίας (απόφ.), no 69405/01, 6 Απριλίου 2006· Syssoyeva και άλλοι, όπ. παραπάνω, §§ 102-104· Chevanova, όπ. παραπάνω, §§ 48-50, και Kaftaïlova, όπ. παραπάνω, §§ 52-54).
262. Εξάλλου, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να επισημάνει, αναφερόμενο σε άλλα άρθρα της Σύμβασης, ότι η ιδιότητα του «θύματος» ενός προσφεύγοντος μπορεί επίσης να εξαρτάται από το ποσό της αποζημίωσης η οποία, ενδεχομένως, του καταβλήθηκε σε εθνικό επίπεδο, ή τουλάχιστον από τη δυνατότητα να αξιώσει και να λάβει αποζημίωση για τη βλάβη που υπέστη, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης για την οποία διαμαρτύρεται ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ., για παράδειγμα, Gäfgen, όπ. παραπάνω, § 118, σχετικά με καταγγελία βάσει του άρθρου 3· Normann κατά Δανίας (απόφ.), no 44704/98, 14 Ιουνίου 2001, και Scordino (no 1), όπ. παραπάνω, § 202, σχετικά με καταγγελία βάσει του άρθρου 6· Jensen και Rasmussen κατά Δανίας (απόφ.), no 52620/99, 20 Μαρτίου 2003, σχετικά με καταγγελία βάσει του άρθρου 11). Η διαπίστωση αυτή ισχύει, τηρουμένων των αναλογιών, στις καταγγελίες για παραβίαση του άρθρου 8.
263. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης υπενθυμίζει ότι δεν είναι αρμόδιο να εξετάσει τις αιτιάσεις των κκ. Petreš και Jovanović, οι οποίες κρίθηκαν απαράδεκτες από το Τμήμα ύστερα από τη χορήγηση στους ενδιαφερομένους αδειών παραμονής ex tunc (παράγραφος 236 παραπάνω).
264. Αντιθέτως, δεν υφίσταται κανένα διαδικαστικό κώλυμα τέτοιου τύπου αναφορικά με τον κ. Kurić, την κα Mezga, τους κκ. Ristanović, Berisha, Ademi και Minić. Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης είναι επομένως αρμόδιο να διερευνήσει εάν, παρά τη χορήγηση αδειών παραμονής ex nunc και ex tunc στους έξι ανωτέρω προσφεύγοντες, αυτοί μπορούν ακόμη να ισχυρίζονται ότι είναι θύματα των εικαζόμενων παραβιάσεων. Είναι επομένως πιθανό, παρά την ομοιότητα των γεγονότων, η διερεύνηση αυτή να καταλήξει σε συμπεράσματα διαφορετικά από εκείνα στα οποία κατέληξε το Τμήμα για τους κκ. Petreš και Jovanović. Κάτι τέτοιο είναι αναπόφευκτη συνέπεια της οριοθέτησης της δικαιοδοσίας του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης (παράγραφος 235 παραπάνω).
265. Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης εκτιμά ότι η πρώτη προϋπόθεση για να θεωρηθεί ότι έχει απολεσθεί η ιδιότητα του θύματος, δηλαδή η αναγνώριση μιας παραβίασης από τις εθνικές αρχές, πληρείται. Πράγματι, οι διοικητικές αρχές χορήγησαν άδειες μόνιμης παραμονής στους έξι προσφεύγοντες ύστερα και από τις αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου που έκριναν αντισυνταγματική την ισχύουσα νομοθεσία και μετά την υιοθέτηση του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς. Επιπλέον, τον Ιούνιο του 2010, η κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο αναγνώρισαν επισήμως την παραβίαση των δικαιωμάτων των προσφευγόντων. Διατυπώθηκε επομένως κατ’ ουσίαν από τις εθνικές αρχές η διαπίστωση μιας παραβίασης (βλέπε, mutatis mutandis, Scordino (no 1), όπ. παραπάνω, § 194).
266. Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης επισημαίνει εξάλλου ότι σε πολλές άλλες υποθέσεις που αφορούν τη ρύθμιση του καθεστώτος των αλλοδαπών, και κυρίως σε υποθέσεις που αναφέρονται σε μια ανάλογη κατάσταση διάλυσης ενός προγενέστερου Κράτους, το Δικαστήριο είτε εκτίμησε ότι, αφ’ ης στιγμής οι προσφεύγοντες είχαν λάβει άδεια, δεν ήταν πλέον θύματα των εικαζόμενων παραβάσεων της Σύμβασης και κήρυξε τις προσφυγές των ενδιαφερομένων απαράδεκτες, είτε θεώρησε ότι οι λεπτομέρειες της ρύθμισης όπως ίσχυσαν για τους προσφεύγοντες αποτέλεσαν «ικανοποιητική» και «επαρκή» επανόρθωση για τις καταγγελίες τους βάσει του άρθρου 8 της Σύμβασης, και αποφάσισε κατά συνέπεια να διαγράψει τις υποθέσεις από το πινάκιο του Δικαστηρίου. Στις υποθέσεις αυτές, το Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη του το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες δεν απειλούνταν πλέον με απέλαση (Pančenko, όπ. παραπάνω· Mikheyeva, όπ. παραπάνω· Fjodorova και άλλοι, όπ. παραπάνω· Syssoyeva και άλλοι, όπ. παραπάνω, §§ 102‑104· Chevanova, όπ. παραπάνω, §§ 48-50, και Kaftaïlova, όπ. παραπάνω, § 54). Σε ορισμένες περιπτώσεις, εντούτοις, το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι προσφεύγοντες ήταν τουλάχιστον εν μέρει υπεύθυνοι για τις δυσχέρειες που συνδέονταν με τη ρύθμιση του καθεστώτος τους (Chevanova, όπ. παραπάνω, §§ 47 και 49· Kaftaïlova, όπ. παραπάνω, § 50, και Syssoyeva και άλλοι, όπ. παραπάνω, § 94).
267. Ωστόσο, ενώ οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν ειδικά προβλήματα, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης εκτιμά ότι η συγκεκριμένη υπόθεση χαρακτηρίζεται κυρίως από τη γενική ανησυχία σχετικά με τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την οποία εγείρει η «διαγραφή». Επιπλέον, η επίδικη κατάσταση διήρκεσε επί περίπου είκοσι έτη για τους περισσότερους προσφεύγοντες, παρά τις αποφάσεις αρχής που εξέδωσε το Συνταγματικό Δικαστήριο, οι οποίες εξάλλου παρέμειναν ανεκτέλεστες επί δέκα και πλέον έτη (προαναφερθείσα απόφαση Makuc και άλλοι, § 168). Δεδομένης αυτής της μακράς περιόδου νομικής ανασφάλειας και αβεβαιότητας για τους προσφεύγοντες, και της βαρύτητας των συνεπειών της «διαγραφής» για τους ίδιους, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, αντίθετα με τα Τμήμα, εκτιμά ότι η αναγνώριση των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η χορήγηση άδειας μόνιμης παραμονής στον κ. Kurić, την κα Mezga, τους κκ. Ristanović, Berisha, Ademi και Minić δεν αποτέλεσαν «ικανοποιητική» και «επαρκή» επανόρθωση στο εθνικό επίπεδο (βλ., mutatis mutandis, Aristimuño Mendizabal, όπ. παραπάνω, §§ 67-69 και 70-72· Mengesha Kimfe, όπ. παραπάνω, §§ 41-47 και 67-72, και Agraw, όπ. παραπάνω, §§ 30-32 και 50-55).
268. Όσο για τη δυνατότητα να αξιώσουν και να λάβουν αποζημίωση στο εθνικό επίπεδο (παράγραφοι 250-252 και 257 παρακάτω), το Δικαστήριο παρατηρεί ότι κανένας από τους «διαγραμμένους» δεν έχει έως τώρα αποζημιωθεί βάσει οριστικής και εκτελεστέας απόφασης, παρότι αρκετές δικαστικές διαδικασίες είναι επί του παρόντος εκκρεμείς (παράγραφος 83 παραπάνω). Εξάλλου, καμία από τις αιτήσεις αποζημίωσης τις οποίες κατέθεσαν οι προσφεύγοντες στη γενική εισαγγελία δεν είχε θετική έκβαση έως τώρα. Ως εκ τούτου, οι πιθανότητες των ενδιαφερομένων να αποζημιωθούν στη Σλοβενία εμφανίζονται προς το παρόν εξαιρετικά μικρές, για να θεωρηθούν σχετικές στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης (βλέπε, mutatis mutandis, Dalban, όπ. παραπάνω, § 44).
269. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι έξι προσφεύγοντες που έλαβαν άδειες μόνιμες παραμονής ex nunc και ex tunc κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, μπορούν ακόμη να ισχυρίζονται ότι είναι «θύματα» των εικαζόμενων παραβιάσεων. Κατά συνέπεια, είναι βάσιμο να απορριφθεί η προκαταρκτική ένσταση της Κυβέρνησης στο θέμα αυτό.
270. Τέλος, όσον αφορά την ένσταση της Κυβέρνησης σχετικά με την ιδιότητα του «θύματος» των υπόλοιπων προσφευγόντων –του κ. Dabetić και της κας Ristanović–, οι οποίοι ποτέ δεν κίνησαν προσηκόντως διαδικασίες στη Σλοβενία προκειμένου να αποκτήσουν άδειες μόνιμης παραμονής, το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν υφίσταται λόγος να την εξετάσει, εφόσον οι αιτιάσεις των εν λόγω προσφευγόντων είναι ούτως ή άλλως απαράδεκτες λόγω της μη εξάντλησης των εθνικών ένδικων μέσων (παράγραφοι 293-294 παρακάτω).
Δ. Η ένσταση της Κυβέρνησης για τη μη εξάντληση των εθνικών ένδικων μέσων
271. Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι προσφεύγοντες δεν εξάντλησαν τα εθνικά ένδικα μέσα.
1. Οι θέσεις των αντίδικων μερών
α) Η Κυβέρνηση
272. Ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τρεις εκ των προσφευγόντων (οι κκ. Dabetić και Ristanović και η κα Ristanović) ποτέ δεν αιτήθηκαν άδεια παραμονής. Επικαλούμενη τις αποφάσεις Kaftaïlova και Chevanova (όπ. παραπάνω, §§ 52-54 και §§ 48-50 αντίστοιχα), η Κυβέρνηση εκτιμά ότι οι προσφεύγοντες είχαν την υποχρέωση να συμμορφωθούν με τη νομοθεσία και να καταβάλουν προσπάθειες για να ρυθμίσουν την κατάστασή τους στη Σλοβενία. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, ο νόμος για τη διοικητική διαδικασία δεν προβλέπει καμία διαδικασία η οποία να επιτρέπει στο Κράτος να χορηγεί άδεια παραμονής αυτεπαγγέλτως, χωρίς να προηγηθεί αίτηση. Επισημαίνει ότι, εν συνεχεία, στον κ. Ristanović, ο οποίος στο μεταξύ είχε υποβάλει αίτηση βάσει του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς, χορηγήθηκαν άδειες ex nunc και ex tunc (παράγραφος 133 παραπάνω).
273. Εξάλλου, κανένας από τους προσφεύγοντες δεν επικαλέστηκε τα διαθέσιμα ένδικα μέσα για την απόκτηση άδειας μόνιμης παραμονής, είτε βάσει του νόμου για τους αλλοδαπούς είτε βάσει του νόμου για το νομικό καθεστώς. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, αφού εξάντλησαν τα διαθέσιμα μέσα στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας (αίτηση άδειας παραμονής, διοικητική διαδικασία, καταγγελία της αδράνειας των αρχών), οι προσφεύγοντες θα έπρεπε να καταθέσουν ο καθένας συνταγματική προσφυγή. Σε πολλές υποθέσεις της Σλοβενίας, το Δικαστήριο είχε εκτιμήσει ότι μια συνταγματική προσφυγή ήταν αποτελεσματική προσφυγή.
274. Η Κυβέρνηση θεωρεί ότι, ύστερα από τις αποφάσεις αρχής που εξέδωσε το Συνταγματικό Δικαστήριο στις 4 Φεβρουαρίου 1999 και στις 3 Απριλίου 2003 σχετικά με τη «διαγραφή» (παράγραφοι 41-48, 58-60 και 214-215 παραπάνω), οι οποίες κατά την ίδια είχαν αξία δικαστικών προηγουμένων, οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να επικαλεστούν αποτελεσματικά το δικαίωμά τους να λάβουν άδειες παραμονής ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο σύμφωνα με την Κυβέρνηση ήταν πλήρως αρμόδιο βάσει του άρθρου 60 του νόμου για το Συνταγματικό Δικαστήριο (παράγραφος 204 παραπάνω). Σε ορισμένες υποθέσεις άλλων «διαγραμμένων», το Συνταγματικό Δικαστήριο είχε διατάξει να επανεγγραφεί το όνομα των ενδιαφερομένων στο μητρώο, σε αναμονή της έγκρισης του νέου νόμου, πράγμα που κάλυψε το νομικό κενό το οποίο προκλήθηκε από τη μη εκτέλεση των αποφάσεών του από τον νομοθέτη. Το Συνταγματικό Δικαστήριο είχε επίσης αναπέμψει ορισμένες υποθέσεις στο Ανώτατο Δικαστήριο, ή είχε ακυρώσει αποφάσεις κατώτερων δικαστικών αρχών (παράγραφοι 52-56 παραπάνω). Κανένας εκ των προσφευγόντων δεν προέβη σε ανάλογη ατομική προσφυγή, η οποία για την Κυβέρνηση ήταν «προσβάσιμη», «ικανοποιητική» και «αποτελεσματική», τόσο θεωρητικά όσο και στην πράξη.
275. Η Κυβέρνηση προσθέτει ότι οι ιδιώτες μπορούσαν επίσης να κινήσουν προσφυγή ελέγχου της συνταγματικότητας της σχετικής νομοθεσίας. Οι αποφάσεις σχετικά με τέτοιες προσφυγές έχουν υποχρεωτική ισχύ erga omnes. Η μη εκτέλεση από τον νομοθέτη των αποφάσεων εντός της καθορισμένης προθεσμίας δεν θα σήμαινε ότι οι αποφάσεις δεν ήταν εκτελεστέες στο πλαίσιο ατομικών διοικητικών διαδικασιών. Η Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, αντίθετα με το Συνταγματικό Δικαστήριο της Βοσνίας (παραθέτει σχετικά την απόφαση Tokić και άλλοι κατά Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, nos 12455/04, 14140/05, 12906/06 και 26028/06, §§ 57-59, 8 Ιουλίου 2008), το σλοβενικό Συνταγματικό Δικαστήριο μπορούσε πράγματι να επανορθώσει τις εικαζόμενες παραβιάσεις.
276. Η Κυβέρνηση σημειώνει επίσης ότι στις 8 Μαρτίου 2010, προτού το Τμήμα εκδώσει την απόφασή του, το Εθνικό Κοινοβούλιο είχε ήδη εγκρίνει έναν νόμο (τον τροποποιημένο νόμο για το νομικό καθεστώς) με τον οποίο ρυθμιζόταν το καθεστώς των «διαγραμμένων» ταυτοχρόνως ex nunc και ex tunc, συμφώνως προς την απόφαση την οποία είχε εκδώσει το Συνταγματικό Δικαστήριο το 2003 (παράγραφοι 71, 76‑79 και 211 παραπάνω). Το Συνταγματικό Δικαστήριο, στην απόφασή του της 10ης Ιουνίου 2010 σχετικά με τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, είχε κρίνει ότι ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς θα προσέφερε μόνιμη λύση αναφορικά με το καθεστώς των «διαγραμμένων» που δεν είχαν τη δυνατότητα να ρυθμίσουν την κατάστασή τους, και δεν επέτρεψε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος (παράγραφος 73 παραπάνω). Ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 24 Ιουνίου 2010 και τέθηκε σε ισχύ στις 24 Ιουλίου 2010, σχεδόν αμέσως μόλις ελήφθη η απόφαση του Τμήματος (παράγραφος 76 παραπάνω). Οι προσφεύγοντες είχαν επομένως στη διάθεσή τους ένα νέο ένδικο μέσο, με τη δυνατότητα κατάθεσης συνταγματικής προσφυγής. Η προθεσμία για την κατάθεση αιτήσεων για άδεια μόνιμης παραμονής με βάση τον τροποποιημένο νόμο για το νομικό καθεστώς έληγε μόλις στις 24 Ιουλίου 2013 (παράγραφος 80 παραπάνω).
277. Η εφαρμογή του νόμου αποτέλεσε αντικείμενο τακτικού ελέγχου από πλευράς των αρχών. Στις 31 Μαΐου 2011, χορηγήθηκαν εξήντα τέσσερις άδειες μόνιμης παραμονής ex nunc και 111 άδειες ex tunc βάσει του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς. Ο νόμος για το νομικό καθεστώς και ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς, επέτρεψαν σε περίπου 12.500 «διαγραμμένους» να ρυθμίσουν την κατάστασή τους (παράγραφοι 67, 76 και 80 παραπάνω). Η Κυβέρνηση θεωρεί ότι οι προσφεύγοντες που δεν είχαν ακόμη αποκτήσει άδεια μόνιμης παραμονής, όφειλαν να κάνουν τη σχετική αίτηση επί τη βάσει του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς.
278. Σε κάθε περίπτωση, οι προσφεύγοντες δεν απέδειξαν ότι υπήρχαν ειδικές συνθήκες που θα μπορούσαν να τους απαλλάξουν από την υποχρέωση να εξαντλήσουν τα εθνικά ένδικα μέσα (η Κυβέρνηση επικαλείται την απόφαση Akdivar και άλλοι κατά Τουρκίας, 16 Σεπτεμβρίου 1996, § 69, Συγκεντρωτικός κατάλογος αποφάσεων 1996‑IV).
β) Οι προσφεύγοντες
279. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι γενικά, και αντίθετα με τις απαιτήσεις του άρθρου 35 § 1 της Σύμβασης, τα διαθέσιμα εθνικά ένδικα μέσα δεν ήταν «προσβάσιμα», «ικανοποιητικά» και «αποτελεσματικά». Πράγματι, κανένα από τα μέσα αυτά δεν είχε τη δυνατότητα να εξετάσει επί της ουσίας τις αιτιάσεις που βασίζονταν στη Σύμβαση, και να προσφέρει κατάλληλη αποζημίωση, δεδομένης κυρίως της παρατεταμένης και συστηματικής άρνησης των διοικητικών αρχών να συμμορφωθούν με τις αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου, και του μεγάλου και αδικαιολόγητου χρονικού διαστήματος που χρειάστηκε ο νομοθέτης μέχρι την υιοθέτηση του νέου νόμου. Σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, εάν γίνονταν δεκτά τα επιχειρήματα της Κυβέρνησης θα σήμαινε ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο θα ήταν αναγκασμένο να αποφαίνεται για κάθε ατομική υπόθεση, επαναλαμβάνοντας κάθε φορά τις προηγούμενες διαπιστώσεις του για τις γενικές ελλείψεις των σχετικών νομικών διατάξεων.
280. Εξάλλου, ακόμη και υπό τον νόμο για το νομικό καθεστώς στην προηγούμενη εκδοχή του, είχαν απορριφθεί 1.250 αιτήσεις για άδεια μόνιμης παραμονής (παράγραφοι 67 και 76 παραπάνω), γεγονός που αποδεικνύει ότι το τότε νομοθετικό πλαίσιο παρουσίαζε σοβαρά μειονεκτήματα. Για πολλούς «διαγραμμένους», και όχι μόνο για τους προσφεύγοντες, ήταν με κάθε αντικειμενικότητα αδύνατον να πληρούν τις απαιτήσεις του νόμου, τον οποίο το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε οριστικά αντισυνταγματικό. Η αναποτελεσματικότητα των εν λόγω διαθέσιμων ένδικων μέσων καταδεικνύεται πλήρως στην περίπτωση του κ. Minić, ο οποίος χρειάστηκε να περιμένει μακρό χρονικό διάστημα μέχρι να ρυθμιστεί η κατάστασή του, παρά τις δύο δικαστικές αποφάσεις υπέρ του (παράγραφοι 190 και 193-194 παραπάνω).
281. Σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προσφυγή στα εθνικά ένδικα μέσα που επικαλείται η Κυβέρνηση ήταν «ικανοποιητική» και «αποτελεσματική», θα πρέπει ωστόσο να ληφθεί υπόψη ότι τρεις προσφεύγοντες –οι κκ. Dabetić και Ristanović και η κα Ristanović– εξαιρούνταν από τη χρησιμοποίησή τους, δεδομένων των ειδικών περιστάσεων των υποθέσεών τους και της προσωπικής τους κατάστασης, και λαμβανομένης υπόψη επίσης της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης στη Σλοβενία, καθώς και της πλήρους αδράνειας των διοικητικών υπηρεσιών. Άλλωστε, ήταν προδήλως αδύνατον στους προσφεύγοντες αυτούς να ικανοποιούν τα κριτήρια τα οποία απαιτούνταν την εποχή των γεγονότων.
282. Συγκεκριμένα, ο κ. Dabetić δεν είχε κανένα νομικό καθεστώς, ούτε στη Σλοβενία ούτε στην Ιταλία, και ήταν ανιθαγενής de jure και de facto. Ασφαλώς, δεν είχε αιτηθεί άδεια μόνιμης παραμονής, αλλά είχε αιτηθεί στο υπουργείο Εσωτερικών, μετά την έκδοση της απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου 2003, να εκδώσει μια απόφαση με την οποία να ρυθμίζεται το καθεστώς του, και κατήγγειλε την αδράνεια των διοικητικών αρχών. Υπέβαλε επίσης αίτηση κτήσης της σλοβενικής ιθαγένειας (παράγραφοι 101-105 παραπάνω), και συνεπώς έκανε ό,τι ο ίδιος μπορούσε προκειμένου να ρυθμίσει την κατάστασή του.
283. Όσον αφορά την κα και τον κ. Ristanović, οι προσφεύγοντες εκτιμούν ότι δεν θα πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι είχαν απελαθεί από τη Σλοβενία, και θα τους ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να προσφύγουν στα ένδικα μέσα της χώρας. Εν κατακλείδι, οι δυνατότητες προσφυγής που είχαν στη διάθεσή τους οι τρεις προσφεύγοντες, δεν τους προσέφεραν ρεαλιστικές πιθανότητες επιτυχίας. Τέλος, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γενικότερο κλίμα πολιτικής και κοινωνικής αντιξοότητας το οποίο αντιμετώπιζαν οι «διαγραμμένοι». Από τη στιγμή που συνέβη η «διαγραφή», οι προσφεύγοντες εξακολούθησαν να βρίσκονται σε άκρως ευάλωτη και ανασφαλή κατάσταση.
γ) Οι παρεμβαίνοντες τρίτοι
284. Η σερβική κυβέρνηση και οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους παρεμβαίνοντες τρίτους υποστηρίζουν ότι οι δυνατότητες προσφυγής σε ένδικα μέσα, τις οποίες επικαλείται η Κυβέρνηση, αποδείχθηκαν αναποτελεσματικές και ταυτόχρονα μη ικανοποιητικές, στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.
2. Η απόφαση του Τμήματος
285. Το Τμήμα τόνισε ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε αντισυνταγματική τη «διαγραφή» επανειλημμένως, και ότι οι προσφεύγοντες διαμαρτύρονταν ουσιαστικά για το γεγονός ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση προς τις αποφάσεις του. Βασιζόμενο στην απόφαση Tokić και άλλοι (όπ. παραπάνω, §§ 57-59), το Τμήμα απέρριψε την ένσταση για τη μη εξάντληση των εθνικών ένδικων μέσων, την οποία έθεσε η Κυβέρνηση (παράγραφος 308 της απόφασης του Τμήματος).
3. Εκτίμηση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης
286. Οι γενικές αρχές σχετικά με τον κανόνα της εξάντλησης των εθνικών ένδικων μέσων εκτίθενται στην απόφαση Sejdovic κατά Ιταλίας ([GC], no 56581/00, §§ 43-46, CEDH 2006‑II). Το Δικαστήριο θα εφαρμόσει τις αρχές αυτές στις διάφορες ένδικες δυνατότητες τις οποίες επικαλείται η Κυβέρνηση. Υπογραμμίζει εξαρχής ότι ο εν λόγω κανόνας δεν προσαρμόζεται αυτομάτως, και δεν έχει απόλυτο χαρακτήρα· εξετάζοντας κατά πόσον έχει γίνει σεβαστός, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις τη υπόθεσης. Αυτό σημαίνει κυρίως ότι το Δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμά με τρόπο ρεαλιστικό όχι μόνο τις δυνατότητες προσφυγής που προβλέπονται θεωρητικά στο νομικό σύστημα του ενδιαφερόμενου συμβαλλόμενου Μέρους, αλλά επίσης το νομικό και πολιτικό πλαίσιο στο οποίο αυτές τοποθετούνται, καθώς και την προσωπική κατάσταση των προσφευγόντων (βλέπε, μεταξύ άλλων, Akdivar και άλλοι, όπ. παραπάνω, §§ 66 και 68-69· Orchowski κατά Πολωνίας, no 17885/04, §§ 105-106, 22 Οκτωβρίου 2009, και Δημόπουλος και άλλοι κατά Τουρκίας (απόφ.) [GC], nos 46113/99, 3843/02, 13751/02, 13466/03, 10200/04, 14163/04, 19993/04 και 21819/04, § 70, CEDH 2010).
287. Η Κυβέρνηση παραθέτει πέντε διαφορετικούς λόγους για να θεωρήσει κανείς ότι οι δυνατότητες προσφυγής στα εθνικά ένδικα μέσα δεν εξαντλήθηκαν. Πρώτον, δύο προσφεύγοντες (κ. Dabetić και κα Ristanović) ποτέ δεν αιτήθηκαν προσηκόντως άδεια παραμονής (η ένσταση αυτή αφορούσε αρχικά και τον κ. Ristanović, ο οποίος όμως κατέθεσε αργότερα μια αίτηση βάσει του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς και έλαβε άδεια παραμονής – παράγραφος 272 παραπάνω). Έπειτα, όλοι οι προσφεύγοντες παρέλειψαν να προσφύγουν ατομικώς στο Συνταγματικό Δικαστήριο, να αμφισβητήσουν τη συνταγματικότητα της σχετικής νομοθεσίας και να επικαλεστούν τις περισσότερο ευνοϊκές διατάξεις του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς.
288. Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης παρατηρεί ότι, κατά τη διάρκεια της ενώπιόν του διαδικασίας, σε έξι προσφεύγοντες –τον κ. Kurić, την κα Mezga, τους κκ. Berisha, Ademi, Minić και Ristanović– χορηγήθηκαν άδειες μόνιμης παραμονής ex nunc και ex nunc (παράγραφος 243 παραπάνω). Βρέθηκαν επομένως σε μια πραγματική κατάσταση διαφορετική από των δύο άλλων προσφευγόντων, του κ. Dabetić και της κας Ristanović, οι οποίοι ποτέ δεν έλαβαν άδεια. Για τον λόγο αυτόν, το Δικαστήριο θα εξετάσει ξεχωριστά για καθεμιά από τις δύο ομάδες προσφευγόντων την προκαταρκτική ένσταση της μη εξάντλησης των εθνικών ένδικων μέσων, την οποία θέτει η Κυβέρνηση.
α) Οι δύο προσφεύγοντες που δεν έλαβαν ποτέ άδεια παραμονής (κ. Dabetić και κα Ristanović)
289. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο κ. Dabetić και η κα Ristanović δεν αιτήθηκαν προσηκόντως άδεια παραμονής, ούτε βάσει του νόμου για τους αλλοδαπούς ούτε βάσει του νόμου για το νομικό καθεστώς (παράγραφος 272 παραπάνω). Κατά τους προσφεύγοντες, πρέπει να θεωρηθεί ότι, δεδομένης της προσωπικής τους κατάστασης (παράγραφος 281 παραπάνω), τα δύο αυτά άτομα δεν είχαν την υποχρέωση να εξαντλήσουν τα εθνικά ένδικα μέσα.
290. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο κ. Dabetić, ο οποίος εγκατέλειψε την Σλοβενία σε ημερομηνία που δεν προσδιορίζεται, αλλά πιθανότατα το 1990 ή 1991, για να εγκατασταθεί στην Ιταλία όπου και διαμένει έκτοτε, δεν αιτήθηκε προσηκόντως άδεια παραμονής ex nunc στη Σλοβενία. Περιορίστηκε να αιτηθεί στο υπουργείο Εσωτερικών να εκδώσει συμπληρωματική απόφαση ex tunc για τη ρύθμιση της κατάστασής του (παράγραφος 101 παραπάνω). Το συγκεκριμένο ένδικο μέσο αποδείχθηκε ότι δεν ήταν το κατάλληλο, και καμία απόφαση δεν εκδόθηκε (παράγραφοι 103-104 παραπάνω).
291. Όσον αφορά την κα Ristanović, που διαμένει πλέον στη Σερβία, ποτέ δεν επιχείρησε να λάβει άδεια παραμονής στη Σλοβενία μετά την απέλασή της, παρά το γεγονός ότι η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της 3ης Απριλίου 2003 αναφερόταν και στην κατάσταση των «διαγραμμένων» που είχαν απελαθεί (παράγραφοι 58-59, 128 και 215 παραπάνω).
292. Για το Δικαστήριο, το γεγονός ότι ο κ. Dabetić και η κα Ristanović δεν εκδήλωσαν με οποιονδήποτε τρόπο την επιθυμία τους να διαμείνουν στη Σλοβενία, δηλαδή δεν έλαβαν κανένα κατάλληλο νομικό μέτρο για να ρυθμίσουν το καθεστώς τους ως κατοίκων, καταδεικνύει έλλειψη ενδιαφέροντος για το θέμα (βλέπε, mutatis mutandis, Nezirović κατά Σλοβενίας (απόφ.), no 16400/06, §§ 39-41, 25 Νοεμβρίου 2008). Παρότι, όπως θα τεκμηριώσει ακολούθως το Δικαστήριο, η προσφυγή στα υπόλοιπα εθνικά ένδικα μέσα κατά της άρνησης χορήγησης άδειας παραμονής αποδείχθηκε αναποτελεσματική (παράγραφοι 295-313 παραπάνω), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο κ. Dabetić και η κα Ristanović ήταν απαλλαγμένοι από την υποχρέωση να αιτηθούν επισήμως, πριν από οτιδήποτε άλλο, άδεια παραμονής. Προσέφυγαν στο Δικαστήριο χωρίς να έχουν κινήσει σε εθνικό επίπεδο την προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία, στη βάση της οποίας οι αρχές ενδεχομένως θα είχαν λάβει μέτρα υπέρ τους.
293. Ως εκ τούτου, η προκαταρκτική ένσταση της Κυβέρνηση για μη εξάντληση των εθνικών ένδικων μέσων οφείλει να γίνει δεκτή όσον αφορά τον κ. Dabetić και την κα Ristanović.
294. Κατόπιν αυτού, το Δικαστήριο κηρύσσει την προσφυγή απαράδεκτη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 §§ 1 και 4 της Σύμβασης όσον αφορά τους συγκεκριμένους δύο προσφεύγοντες.
β) Οι έξι προσφεύγοντες που έλαβαν τελικά άδειες παραμονής (κ. Kurić, κα Mezga, κκ. Ristanović, Berisha, Ademi και Minić)
i. Οι ατομικές συνταγματικές προσφυγές
295. Η Κυβέρνηση προσάπτει στους εν λόγω προσφεύγοντες ότι δεν κατέθεσε συνταγματική προσφυγή έκαστος για την υπόθεσή του, ενώ, προσθέτει, ορισμένοι άλλοι «διαγραμμένοι» δικαιώθηκαν ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου (παράγραφοι 273-274 παραπάνω).
296. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει τη νομολογία του σύμφωνα με την οποία οι προσφεύγοντες στις σλοβενικές υποθέσεις υποχρεούνται κατ’ αρχήν, προς τους σκοπούς της εξάντλησης των εθνικών ένδικων μέσων, να καταθέτουν συνταγματική προσφυγή, ως έσχατο βήμα (Švarc και Kavnik κατά Σλοβενίας, no 75617/01, §§ 15-16, 8 Φεβρουαρίου 2007, και Eberhard και M. κατά Σλοβενίας, nos 8673/05 και 9733/05, §§ 103-107, 1η Δεκεμβρίου 2009).
297. Όταν το Δικαστήριο εξετάζει μια ατομική συνταγματική προσφυγή και ακυρώνει τη νομική πράξη η οποία προσβάλλει τα συνταγματικά δικαιώματα και ελευθερίες του ενδιαφερομένου (άρθρο 60 του νόμου για το Συνταγματικό Δικαστήριο – παράγραφος 204 παραπάνω), μπορεί επίσης και να αποκαταστήσει τις παραβιάσεις που διαπράχθηκαν από τις αρχές ή από υπαλλήλους. Αυτό μπορεί να το κάνει λαμβάνοντας απόφαση σχετικά με το αμφισβητούμενο δικαίωμα ή ελευθερία, εάν είναι αναγκαίο προκειμένου να εξαλειφθούν συνέπειες που έχουν ήδη εκδηλωθεί, ή εάν το απαιτεί η φύση του εν λόγω συνταγματικού δικαιώματος ή ελευθερίας. Η συνταγματική προσφυγή στη Σλοβενία είναι επομένως ανάλογη των προσφυγών όπως διενεργούνται, λόγου χάρη, στη Γερμανία, την Ισπανία και την Τσεχική Δημοκρατία, οι οποίες επιτρέπουν στα συγκεκριμένα Κράτη μέλη να αποκαθιστούν τις παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών (Riera Blume και άλλοι κατά Ισπανίας (απόφ.), no 37680/97, CEDH 1999‑II· Hartmann κατά Τσεχικής Δημοκρατίας, no 53341/99, § 49, CEDH 2003‑VIII· Sürmeli κατά Γερμανίας [GC], no 75529/01, § 62, CEDH 2006‑VII· και, σε αντίθεση, Apostol κατά Γεωργίας, no 40765/02, §§ 42-46, CEDH 2006‑XIV).
298. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συνταγματικό Δικαστήριο είχε ήδη υιοθετήσει αποφάσεις erga omnes με τις οποίες διαπιστωνόταν ότι η ισχύουσα για τους προσφεύγοντες νομοθεσία είχε προσβάλει τα συνταγματικά τους δικαιώματα, και οριζόταν η υιοθέτηση γενικών μέτρων. Συγκεκριμένα, στις 4 Φεβρουαρίου 1999, είχε καταλήξει ότι η «διαγραφή» ήταν παράνομη και αντισυνταγματική (παράγραφοι 41-48 και 214 παραπάνω) και, στις 3 Απριλίου 2003, είχε κηρύξει αντισυνταγματικές ορισμένες διατάξεις του νόμου για το νομικό καθεστώς (παράγραφοι 58-60 και 215 παραπάνω). Το Δικαστήριο οφείλει επομένως να ελέγξει εάν οι προσφεύγοντες είχαν πάντοτε την υποχρέωση να καταθέσουν άλλη συνταγματική προσφυγή, για να αιτηθούν στο Συνταγματικό Δικαστήριο να διατάξει την επανεγγραφή τους στο μητρώο μόνιμων κατοίκων. Σχετικά με αυτό, δέον είναι να επισημανθεί ότι οι προσφεύγοντες δεν αμφισβητούν το επιχείρημα της Κυβέρνησης, σύμφωνα με το οποίο άλλοι «διαγραμμένοι» κατάφεραν να δικαιωθούν στο πλαίσιο ανάλογων προσφυγών.
299. Το Δικαστήριο εντούτοις παρατηρεί ότι οι προσφεύγοντες ότι οι προσφεύγοντες προέβησαν σε πολλά διαβήματα ενώπιον των εθνικών αρχών –και ενώπιον των δικαστηρίων, πολλοί εξ αυτών–, προκειμένου να αποκτήσουν άδεια μόνιμης παραμονής, είτε βάσει του νόμου για το νομικό καθεστώς, είτε, όπως ο κ. Ristanović, βάσει του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς (παράγραφος 133 παραπάνω). Το Δικαστήριο εκτιμά ότι μπορεί να ειπωθεί πως ήταν εν γνώσει των αρχών η επιθυμία των ενδιαφερομένων να ρυθμίσουν την κατάστασή τους στη Σλοβενία, κάτι που δεν ίσχυε για την περίπτωση του κου Dabetić και της κας Ristanović. Επιπλέον, οι δύο αποφάσεις αρχής του Συνταγματικού Δικαστηρίου που διατάζουν τη λήψη γενικών μέτρων δεν έγιναν πλήρως σεβαστές, παρά μόνο μετά από έντεκα και επτά χρόνια, αντιστοίχως. Κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, η εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων στην αποτελεσματικότητα και τις πιθανότητες επιτυχούς έκβασης των συμπληρωματικών ατομικών συνταγματικών προσφυγών κλονίστηκε.
300. Ως προς αυτό, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, σε άλλες υποθέσεις όπου συνταγματικό δικαστήριο είχε διαπιστώσει την ύπαρξη γενικού ή δομικού προβλήματος σε απόφασή του, την οποία εν συνεχεία οι εθνικές αρχές παρέλειψαν επί μακρόν να εκτελέσουν, θεώρησε ότι η στάση αυτή υπονόμευε την αρχή της δικαστικής εξουσίας και το κράτος δικαίου (Broniowski κατά Πολωνίας [GC], no 31443/96, § 175, CEDH 2004‑V, και Orchowski, όπ. παραπάνω, § 151).
301. Το Δικαστήριο εξάλλου σημειώνει ότι, σε όλες τις μεταγενέστερες αποφάσεις του, το Συνταγματικό Δικαστήριο αναφέρθηκε στις δύο αποφάσεις αρχής του 1999 και του 2003, δηλώνοντας μάλιστα στην απόφασή του της 10ης Ιουνίου 2010 ότι η μη εκτέλεση της απόφασής αρχής του ιδίου του 2003 συνιστούσε νέα παραβίαση του Συντάγματος (παράγραφος 73 παραπάνω).
302. Τέλος, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να παραβλέψει το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες, που δεν διέθεταν σλοβενικά έγγραφα ταυτότητας, αφέθηκαν επί πολλά χρόνια σε νομικό κενό, και, κατά συνέπεια, σε κατάσταση ευπάθειας και νομικής ανασφάλειας (βλέπε, mutatis mutandis, Tokić και άλλοι, όπ. παραπάνω, §§ 57-59, και Halilović κατά Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, no 23968/05, § 22, 24 Νοεμβρίου 2009).
303. Δεδομένων όλων των προαναφερθέντων, και ιδιαίτερα της συνολικής διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας την οποία κίνησαν οι προσφεύγοντες και το αίσθημα αδυναμίας και απογοήτευσης που αναπόφευκτα προκλήθηκε στους ίδιους από την παρατεταμένη αδράνεια των αρχών, παρά τις θεωρητικά εκτελεστέες αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο εκτιμά ότι, στις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, οι προσφεύγοντες απαλλάσσονταν από την υποχρέωση να καταθέσουν ατομικές συνταγματικές προσφυγές.
304. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η απόφασή του περιορίζεται στις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, και δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί ως μια γενική διακήρυξη ότι ποτέ δεν υπάρχει υποχρέωση κατάθεσης προσφυγής ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου στη Σλοβενία, όταν δεν γίνεται σεβαστή μια απόφαση με την οποία το εν λόγω δικαστήριο ορίζει τη λήψη γενικών μέτρων (βλέπε, mutatis mutandis, Selmouni κατά Γαλλίας [GC], no 25803/94, § 81, CEDH 1999‑V, και Tokić και άλλοι, όπ. παραπάνω, § 59).
ii. Προσφυγή για τον αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας της νομοθεσίας
305. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει εξάλλου ότι οι προσφεύγοντες είχαν τη δυνατότητα να καταθέσουν προσφυγή για τον αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας της νομοθεσίας (παράγραφος 275 παραπάνω). Οι προσφεύγοντες αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας προσφυγής.
306. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι δύο αποφάσεις αρχής του Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1999 και 2003 ήταν αποτέλεσμα την πρωτοβουλίας ενός αριθμού «διαγραμμένων» και της Ένωσης «διαγραμμένων» (παράγραφοι 40, 58 και 214-215 παραπάνω), ενώ κανένας εκ των προσφευγόντων δεν είχε προηγουμένως αμφισβητήσει τις σχετικές διατάξεις του νόμου για τους αλλοδαπούς ή του νόμου για το νομικό καθεστώς ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Μόνο ο κ. Ristanović είχε καταθέσει προσφάτως προσφυγή αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς, η οποία είχε επισυναφθεί στις προσφυγές που κατατέθηκαν από την ένωση Πολιτική πρωτοβουλία «διαγραμμένων» και πενήντα έναν ιδιώτες (παράγραφος 81 παραπάνω). Η διαδικασία αυτή εξακολουθεί να εκκρεμεί.
307. Το Δικαστήριο, ωστόσο, οφείλει να υπενθυμίσει ότι οι αποφάσεις αρχής που εκδόθηκαν από το Συνταγματικό Δικαστήριο το 1999 και το 2003, οι οποίες όριζαν τη λήψη γενικών μέτρων, δεν έγιναν απολύτως σεβαστές παρά μετά από αρκετά έτη (παράγραφος 298 παραπάνω). Με τις εν λόγω αποφάσεις αρχής είχαν ήδη από τότε αντιμετωπιστεί επί της ουσίας οι αιτιάσεις των προσφευγόντων (βλέπε, mutatis mutandis, D.H. και άλλοι κατά Τσεχικής Δημοκρατίας [GC], no 57325/00, § 122, CEDH 2007‑IV). Οι ενδιαφερόμενοι συνεπώς δεν ήταν υποχρεωμένοι να καταθέσουν επιπλέον προσφυγή αφηρημένου ελέγχου αντισυνταγματικότητας της καταγγελλόμενης νομοθεσίας, αφού μια τέτοια προσφυγή θα επικαλυπτόταν ασκόπως από εκείνες που είχαν ήδη κατατεθεί και για τις οποίες είχε εκδοθεί απόφαση.
iii. Ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς
308. Προτού χορηγηθεί άδεια παραμονής στους έξι προσφεύγοντες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, η Κυβέρνηση υποστήριζε επίσης ότι ορισμένοι εξ αυτών δεν είχαν καταθέσει αιτήσεις βάσει του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς, ο οποίος έκρινε ότι αποτελούσε ένα επίσημο κείμενο που ρύθμιζε κατά τρόπο εξαντλητικό το καθεστώς των «διαγραμμένων» (παράγραφος 276 παραπάνω). Ο νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ στις 24 Ιουλίου 2010 (παράγραφος 76 παραπάνω), σχεδόν αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης του Τμήματος, στις 13 Ιουλίου 2010, που κήρυσσε παραδεκτές τις αιτιάσεις των προσφευγόντων επί τη βάσει των άρθρων 8, 13 και 14 της Σύμβασης (παράγραφος 9 παραπάνω).
309. Συμφώνως προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι ενστάσεις για τη μη εξάντληση των εθνικών ένδικων μέσων που τέθηκαν αφότου η προσφυγή κηρύχθηκε παραδεκτή, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στο στάδιο της εξέτασης της ουσίας της υπόθεσης (Δημάδης κατά Τουρκίας (επί της ουσίας), no 16219/90, § 20, 31 Ιουλίου 2003, και Λόρδος και άλλοι κατά Τουρκίας (επί της ουσίας), no 15973/90, § 41, 2 Νοεμβρίου 2010). Στην προκειμένη περίπτωση, ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς τέθηκε σε ισχύ αφότου το Δικαστήριο έκρινε παραδεκτές τις αιτιάσεις των προσφευγόντων. Κατά συνέπεια, το τμήμα αυτό της ένστασης της Κυβέρνησης δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
iv. Διαδικασία κτήσης ιθαγένειας αναφορικά με τους τέσσερις προσφεύγοντες που αιτήθηκαν τη σλοβενική ιθαγένεια
310. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, οι τέσσερις προσφεύγοντες –κ. Kurić, κα Mezga, κ. Minić και κ. Ademi– που αιτήθηκαν τη σλοβενική ιθαγένεια δεν εξάντλησαν προσηκόντως τα εθνικά ένδικα μέσα.
311. Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης παρατηρεί ότι το Τμήμα κήρυξε απαράδεκτες λόγω ασυμβατότητας ratione temporis με τις διατάξεις της Σύμβασης τις αιτιάσεις των προσφευγόντων σχετικά με το γεγονός ότι δεν είχαν τη δυνατότητα απόκτησης της σλοβενικής ιθαγένειας (παράγραφοι 231 και 236 παραπάνω). Κατά συνέπεια, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης είναι αρμόδιο να εξετάσει τις αιτιάσεις των προσφευγόντων μόνον όσον αφορά το καθεστώς κατοίκου της Σλοβενίας (παράγραφος 237 παραπάνω).
312. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο εκτιμά ότι οι αιτήσεις κτήσης της σλοβενικής ιθαγένειας που κατέθεσαν οι προσφεύγοντες δεν μπορούν να εκληφθούν ως προσφυγές σε ένδικα μέσα με στόχο να εξεταστούν επί της ουσίας οι αιτιάσεις τους, όπως οριοθετήθηκαν από την απόφαση επί του παραδεκτού της προσφυγής. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν θεωρεί αναγκαίο να εξετάσει εάν αυτές οι προσφυγές σε ένδικα μέσα ήταν προσβάσιμες και αποτελεσματικές.
v. Συμπέρασμα
313. Για τους λόγους που εκτέθηκαν παραπάνω, το Δικαστήριο εκτιμά ότι δέον είναι να απορρίψει την προκαταρκτική ένσταση της Κυβέρνηση για μη εξάντληση των εθνικών ένδικων μέσων, όσον αφορά τους έξι προσφεύγοντες που απέκτησαν άδειες μόνιμης παραμονής.
II. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
314. Οι προσφεύγοντες διαμαρτύρονται ότι τους στερήθηκε αυθαιρέτως η δυνατότητα να διατηρήσουν το καθεστώς του μόνιμου κατοίκου στη Σλοβενία. Επικαλούνται το άρθρο 8 της Σύμβασης, που έχει ως εξής:
« 1. Καθένας έχει δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.
2. Δεν επιτρέπεται παρέμβαση δημόσιας αρχής στην άσκηση του δικαιώματος αυτού, εκτός εάν αυτή είναι προβλεπόμενη από τον νόμο και αποτελεί αναγκαίο μέτρο, σε μια δημοκρατική κοινωνία, για τα συμφέροντα της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας ασφάλειας, της οικονομικής ευημερίας της χώρας, για την προάσπιση της τάξης και την αποτροπή ποινικών αδικημάτων, για την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών άλλων.»
A. Οι θέσεις των αντίδικων μερών
1. Οι προσφεύγοντες
315. Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι δεν ήταν σε θέση να καταθέσουν επίσημη αίτηση κτήσης της ιθαγένειας, εντός της βραχείας προθεσμίας που όριζε η εθνική νομοθεσία. Κατά συνέπεια, στις 26 Φεβρουαρίου 1992, τα ονόματά τους «διαγράφηκαν» παρανόμως από το μητρώο. Οι κκ. Kurić, Dabetić και, αρχικά, ο κ. Ademi δεν είχαν κατορθώσει επιπλέον να λάβουν την ιθαγένεια άλλου διάδοχου Κράτους της ΣΟΔΓ, και κατέστησαν de facto ανιθαγενείς. Εν συνεχεία, και έως ότου τεθεί σε ισχύ ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς, ήταν αδύνατον για τους προσφεύγοντες να αιτηθούν και να λάβουν άδεια μόνιμης παραμονής στη Σλοβενία.
316. Ενώπιον του Τμήματος, οι ενδιαφερόμενοι υποστήριξαν ότι οι διατάξεις του νόμου για τους αλλοδαπούς δεν ήταν ούτε προσβάσιμες ούτε προβλέψιμες ως προς τα αποτελέσματά τους. Όσον αφορά την προσβασιμότητα, οι αρχές δεν είχαν παράσχει ικανοποιητικές και λεπτομερείς πληροφορίες στο σύνολο των ενδιαφερομένων. Ως προς την προβλεψιμότητα, ο νόμος για τους αλλοδαπούς δεν αφορούσε ρητώς τους «διαγραμμένους», εφόσον είχε συνταχθεί προκειμένου να ρυθμιστεί το καθεστώς των παράνομων αλλοδαπών. Εξάλλου, η γενικότερη συμπεριφορά των σλοβενικών αρχών ήταν αυθαίρετη. Η επίδικη παρέμβαση δεν ήταν ανάλογη του υποτιθέμενου επιδιωκόμενου σκοπού, δηλαδή του ελέγχου εισόδου και παραμονής των αλλοδαπών, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι διέμεναν μόνιμα στη Σλοβενία τη στιγμή της ανεξαρτητοποίησης της χώρας.
317. Οι προσφεύγοντες συμφωνούν επί της ουσίας με τα συμπεράσματα του Τμήματος, και επιμένουν να καταγγελθεί εντονότερα η αδράνεια της Κυβέρνησης. Ισχυρίζονται ότι δεν ενημερώθηκαν προσηκόντως για τις συνέπειες που θα είχε για τους ίδιους το να μην αιτηθούν και να μην λάβουν τη σλοβενική ιθαγένεια· εκτιμούν ότι οι δημόσιες ανακοινώσεις και τα άρθρα στον Τύπο δεν επαρκούσαν. Η «διαγραφή» πραγματοποιήθηκε αυθαιρέτως, χωρίς κανένα νομικό έρεισμα και με μυστικότητα, και επηρέασε 25.671 ανθρώπους.
318. Σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, μόλις το 1999, μετά την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, οι «διαγραμμένοι» άρχισαν να ανακαλύπτουν τι είχε πραγματικά συμβεί. Τα χρόνια που ακολούθησαν, η Κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο αγνόησαν συστηματικά και σκόπιμα τις αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Το νέο νομοθετικό πλαίσιο –ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς– υιοθετήθηκε έντεκα χρόνια μετά την πρώτη απόφαση αρχής για τον παράνομο χαρακτήρα της «διαγραφής», και επτά χρόνια μετά τη δεύτερη απόφαση αρχής. Αμφισβητώντας τη θέση της Κυβέρνησης, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι οι σλοβενικές αρχές δεν άλλαξαν πραγματικά την πολιτική τους ύστερα από την υιοθέτηση του εν λόγω νόμου.
319. Οι «διαγραμμένοι» στερήθηκαν όχι μόνο την πρόσβαση στη σλοβενική ιθαγένεια, αλλά και κάθε νομικό καθεστώς που θα τους προσέφερε «το δικαίωμα να έχουν δικαιώματα». Οι προσφεύγοντες θεωρούν το γεγονός αυτό σοβαρή προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η «διαγραφή» είχε ανεπανόρθωτες συνέπειες στην ιδιωτική ή/και οικογενειακή ζωή τους, τον σεβασμό της οποίας εγγυάται το άρθρο 8 της Σύμβασης, που προασπίζει επίσης το δικαίωμα καθενός να καθορίζει τις λεπτομέρειες της ταυτότητάς του ως ανθρώπου (οι προσφεύγοντες παραθέτουν κυρίως τις υποθέσεις Christine Goodwin κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], no 28957/95, § 90, CEDH 2002‑VI, και Mikulić κατά Κροατίας, no 53176/99, § 53, CEDH 2002‑I). Από πολίτες με πλήρη δικαιώματα, οι προσφεύγοντες μετατράπηκαν από τη μία ημέρα στην άλλη σε παράνομους αλλοδαπούς. Ορισμένοι, μάλιστα, κατέστησαν και ανιθαγενείς. Έζησαν επί είκοσι έτη σε μια εξαιρετικά επισφαλή κατάσταση, και συνάντησαν σοβαρά εμπόδια στην πλήρη άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Η προσωπική ιστορία των προσφευγόντων αντικατοπτρίζει τις δυσχέρειες με τις οποίες ήρθαν αντιμέτωποι οι «διαγραμμένοι».
320. Η Κυβέρνηση εξακολούθησε να υποτιμά το θέμα του παράνομου και αυθαίρετου χαρακτήρα της «διαγραφής». Η αδυναμία του επιχειρήματός της, σύμφωνα με το οποίο η παρουσία των «διαγραμμένων» γίνεται ανεκτή, καθίσταται προφανής από το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός των ανθρώπων αυτών, εκ των οποίων και πέντε από τους προσφεύγοντες της παρούσας υπόθεσης, απελάθηκαν αναγκαστικά από τη Σλοβενία.
321. Η Κυβέρνηση, επίσης, ελαχιστοποίησε το εύρος των συνεπειών που απέρρεαν από τις αποφάσεις τις οποίες έλαβε το Συνταγματικό Δικαστήριο το 1999 και το 2003. Το προηγούμενο νομοθετικό πλαίσιο ή/και η εφαρμογή του από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές υπήρξαν σαφώς ανεπαρκή. Οι περισσότεροι προσφεύγοντες έλαβαν άδειες παραμονής πολύ πρόσφατα, βάσει του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς. Παρά ταύτα, η κατάστασή τους εξακολουθεί να μην έχει ρυθμιστεί, εφόσον ακόμη δεν έχουν λάβει οικονομική αποζημίωση.
322. Όσον αφορά τον τροποποιημένο νόμο για το νομικό καθεστώς, βάσει αυτού χορηγήθηκαν έως τώρα μόνο τριάντα άδειες. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, περίπου 13.000 «διαγραμμένοι» εξακολουθούν, επομένως, να αναμένουν τη ρύθμιση της κατάστασής τους. Κατά συνέπεια, τα αποτελέσματα της απόφασης του Δικαστηρίου σαφώς θα επηρέαζαν, πολύ πέρα από την ιδιαίτερη κατάσταση καθενός εκ των προσφευγόντων, ολόκληρη την κατηγορία των «διαγραμμένων».
323. Ως προς την κριτική της Κυβέρνησης για τα συμπεράσματα του Τμήματος σχετικά με την ανιθαγένεια, οι προσφεύγοντες τονίζουν ότι σε κάθε περίπτωση το Τμήμα δεν απεφάνθη ότι η «διαγραφή» καθ’ εαυτή προκάλεσε την ανιθαγένεια ή ότι οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων των προσφευγόντων είναι αποτέλεσμα της ανιθαγένειάς τους, αλλά διαπίστωσε ένα αναμφισβήτητο αντικειμενικό γεγονός. Κατά τους ίδιους, το Τμήμα θα έπρεπε να προχωρήσει περαιτέρω στην εκτίμησή του για την πραγματική επίπτωση της « διαγραφής» στα δικαιώματα που συνδέονται με την ιθαγένεια, και να λάβει υπόψη του τους σχετικούς ουσιαστικούς και διαδικαστικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου για την πρόληψη της ανιθαγένειας. Η «διαγραφή» δημιούργησε μια πραγματική κατάσταση στην οποία ήταν πολύ πιο δύσκολο, ενίοτε μάλιστα αδύνατον, για τους προσφεύγοντες να ρυθμίσουν την ιθαγένειά τους σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, είτε στη Σλοβενία είτε στις άλλες Δημοκρατίες της πρώην ΣΟΔΓ.
324. Η υπόθεση της Κυβέρνησης ότι όλοι οι πολίτες της πρώην ΣΟΔΓ θα διατηρούσαν κανονικά την ιθαγένεια της Δημοκρατίας την οποία κατείχαν έως τότε, δεν ήταν απολύτως ορθή. Αναφέρθηκαν πολλές περιπτώσεις που έδειχναν το αντίθετο, όπως του κ. Dabetić (παράγραφος 97 παραπάνω). Στον κ. Ademi χορηγήθηκε προσφάτως, τον Αύγουστο του 2010, διαβατήριο της «πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» (παράγραφος 172 παραπάνω). Η Κυβέρνηση δεν είχε λάβει καθόλου υπόψη της τις περιπτώσεις ανθρώπων που δεν κατείχαν προηγουμένως την ιθαγένεια μιας Δημοκρατίας. Τέτοιες καταστάσεις αφορούν κυρίως ανθρώπους που έχουν γεννηθεί στη Σλοβενία από γονείς που είχαν την ιθαγένεια μιας άλλης Δημοκρατίας, ή που είχαν άλλη ιθαγένεια, όχι κάποιας Δημοκρατίας. Από το 1968, η ακολουθούμενη πρακτική ήταν να καταγράφεται η ιθαγένεια στα μητρώα που τηρούνταν στη Σλοβενία, αλλά στην πραγματικότητα οι σχετικές πληροφορίες σπανίως κοινοποιούνταν στη Δημοκρατία καταγωγής, παρά την ισχύουσα νομοθεσία. Την εποχή της διάλυσης της ΣΟΔΓ, η Κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη να προσφέρει σε όλους όσοι διέμεναν στη Σλοβενία την επιλογή μεταξύ της απόκτησης της σλοβενικής ιθαγένειας και τη χορήγηση άδειας παραμονής.
2. Η Κυβέρνηση
325. Ενώπιον του Τμήματος, η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι τα γεγονότα που συνέβησαν το 1991 οδήγησαν στην ιστορική δημιουργία ενός νέου Κράτους, και ότι αυτό είχε καταστήσει αναγκαία, αφενός, την ταχεία συγκρότηση ενός σώματος πολιτών ενόψει της διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών, και, αφετέρου, τη ρύθμιση του καθεστώτος των αλλοδαπών, συμπεριλαμβανομένων και των πολιτών των άλλων Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ που διέμεναν μόνιμα στη Σλοβενία. Η δημιουργία ενός νέου Κράτους απαιτούσε την ταχεία λήψη απόφασης για λόγους επιτακτικής κοινωνικής ανάγκης. Συμφώνως προς τη δήλωση καλών προθέσεων και τους νόμους για την ανεξαρτησία (παράγραφοι 21‑22 και 24-25 παραπάνω), η Δημοκρατία της Σλοβενίας επέτρεψε στους πολίτες των άλλων Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ οι οποίοι διέμεναν μόνιμα στη Σλοβενία να λάβουν τη σλοβενική ιθαγένεια με πολιτογράφηση, υπό όρους εξαιρετικά ευνοϊκούς. Όσοι δεν αξιοποίησαν τη δυνατότητα αυτή κατέστησαν αλλοδαποί και έπρεπε να ρυθμίσουν την κατάστασή τους. Στον τομέα της μετανάστευσης, επιτρεπόταν στα Κράτη όχι μόνο η ρύθμιση της διαμονής ή κατοικίας των αλλοδαπών, αλλά και η λήψη προληπτικών μέτρων, όπως η απέλαση. Έτσι η Κυβέρνηση οδηγήθηκε στην υιοθέτηση της σχετικής νομοθεσίας, η οποία ήταν προσβάσιμη στους προσφεύγοντες αλλά και προβλέψιμη ως προς τα αποτελέσματά της, προκειμένου να διασφαλιστεί η δημόσια ασφάλεια. Η εν λόγω νομοθεσία ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, και ανάλογη των επιδιωκόμενων σκοπών.
326. Ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, η Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι η «διαγραφή» ήταν παράνομη και ότι προκάλεσε μια κατάσταση αντισυνταγματική. Στη διάρκεια των τελευταίων ετών, υιοθέτησε όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί στις αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου και να επανορθώσει τις συνέπειες της «διαγραφής»: ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς τέθηκε σε ισχύ στις 24 Ιουλίου 2010 και, το 2009, ύστερα από την αλλαγή της Κυβέρνησης, το υπουργείο άρχισε ξανά τη χορήγηση αδειών μόνιμης παραμονής ex tunc. Εξάλλου, παρασχέθηκαν πληροφορίες στους «διαγραμμένους» με διάφορα μέσα (φυλλάδια, διαδίκτυο, δωρεάν τηλεφωνική γραμμή ενημέρωσης, λόγου χάρη). Η απόφαση του Τμήματος δεν έδωσε αρκετή βαρύτητα στις πρωτοβουλίες αυτές.
327. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το 1991 οι προσφεύγοντες ήταν ήδη επαρκώς ενημερωμένοι, μέσω της δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα και μέσω του Τύπου, για τη δυνατότητα να ρυθμίσουν το καθεστώς τους και για την ανάγκη να αποκτήσουν άδεια μόνιμης ή προσωρινής παραμονής βάσει των γενικών διατάξεων του νόμου για τους αλλοδαπούς (άρθρο 16), εφόσον επιθυμούσαν να συνεχίσουν να διαμένουν στη Σλοβενία. Από το 1992 έως το 1997, 4.893 άδειες αυτού του τύπου χορηγήθηκαν συνολικά, και οι απαιτούμενοι όροι ερμηνεύθηκαν ευνοϊκά. Περίπου 12.500 άδειες μόνιμης παραμονής χορηγήθηκαν επίσης με βάση τον νόμο για το νομικό καθεστώς και τον τροποποιημένο νόμο για το νομικό καθεστώς (παράγραφοι 67, 76 και 80 παραπάνω).
328. Η Κυβέρνηση προσθέτει ότι το άρθρο 8 της Σύμβασης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εγγυάται καθ’ αυτό το δικαίωμα σε έναν ιδιαίτερο τύπο άδειας παραμονής, και ότι η επιλογή των πλέον κατάλληλων μέσων για τη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων που θεσπίζει η Σύμβαση εναπόκειται στις εθνικές αρχές και μόνον (παραθέτει την υπόθεση Syssoyeva και άλλοι, όπ. παραπάνω, § 91), αλλά η Δημοκρατία της Σλοβενίας εντούτοις αποφάσισε να χορηγήσει στους «διαγραμμένους» άδειες μόνιμης παραμονής με αναδρομική ισχύ, δηλαδή το ευνοϊκότερο νομικό καθεστώς που θα μπορούσε να αποδοθεί σε αλλοδαπούς. Το συγκεκριμένο μέτρο υπερβαίνει τις ελάχιστες απαιτήσεις της Σύμβασης.
329. Η Κυβέρνηση αμφισβητεί συγκεκριμένα τις διαπιστώσεις που διατύπωσε το Τμήμα στην απόφασή του όσον αφορά το ζήτημα της ανιθαγένειας. Υπογραμμίζει ότι η «διαγραφή» είχε ως μόνο αποτέλεσμα να σταματήσει η καταχώριση της μόνιμης κατοικίας, και δεν είχε καμία επίπτωση στην ιθαγένεια των ενδιαφερομένων. Τα συμπεράσματα του Τμήματος επ’ αυτού είναι επομένως νομικά και πραγματικά ανακριβή.
330. Η Κυβέρνηση εφιστά την προσοχή στην έννοια της «διπλής ιθαγένειας»: κατ’ αρχήν, όλοι οι πολίτες της ΣΟΔΓ είχαν την ιθαγένεια κάποιας από τις Δημοκρατίες που την αποτελούσαν. Σύμφωνα με την ίδια, δεδομένου ότι το σύστημα της ΣΟΔΓ δεν επέτρεπε την ανιθαγένεια, η διάλυση της ομοσπονδίας δεν έπρεπε να τη δημιουργεί.
3. Οι παρεμβαίνοντες τρίτοι
331. Η οργάνωση Open Society Justice Initiative δηλώνει ότι μια διαδικασία μέσω της οποίας άνθρωποι βρίσκονται εκτεθειμένοι στον κίνδυνο να στερηθούν αυθαιρέτως την ιθαγένειά τους και να καταστούν ανιθαγενείς, έχει στα θύματα τέτοια επίπτωση, ώστε να συνιστά προσβολή του δικαιώματος το οποίο προασπίζει το άρθρο 8 της Σύμβασης. Σημειώνει ότι, σύμφωνα με τα δεδομένα της Ύπατης Αρμοστείας για τους πρόσφυγες, στα τέλη του 2009 στη Σλοβενία υπήρχαν 4.090 πολίτες της πρώην ΣΟΔΓ των οποίων το όνομα είχε «διαγραφεί» το 1992 και είχαν καταστεί ανιθαγενείς. Σύμφωνα με μελέτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μόνο πέντε ανιθαγενείς πολιτογραφήθηκαν στη Σλοβενία μετά το 2002.
332. Βάσει του εθιμικού διεθνούς δικαίου, υπήρχε θετική υποχρέωση για την αποφυγή της ανιθαγένειας και τη βελτίωση της κατάστασης εκείνων που καθίστανται ανιθαγενείς, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις διαδοχής Κρατών. Οι ανιθαγενείς περιθωριοποιούνται και είναι εξαιρετικά ευάλωτοι. Η Open Society Justice Initiative βασίζεται στις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την ιθαγένεια, οι οποίες, όσον αφορά τους κανονισμούς χορήγησης ιθαγένειας, εστιάζουν ιδιαίτερα στη σημασία της συνήθους διαμονής, στην έννοια του «αληθινού και πραγματικού δεσμού» και στην υποχρέωση του Κράτους να διευκολύνει την απόκτηση ιθαγένειας για τους ανιθαγενείς που διαμένουν συνήθως στο έδαφός του, και κυρίως για τα παιδιά.
333. Εξάλλου, στην επεξηγηματική αναφορά της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη των περιπτώσεων ανιθαγένειας σε σχέση με τη διαδοχή Κρατών, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου 2010, επισημαινόταν ότι η πρόληψη της ανιθαγένειας αποτελεί μέρος του εθιμικού διεθνούς δικαίου που δεσμεύει τη Σλοβενία, παρά τη μη κύρωση του εν λόγω κειμένου από το συγκεκριμένο Κράτος.
334. Σοβαρά ζητήματα ανιθαγένειας τέθηκαν στο πλαίσιο των διάδοχων Κρατών της ΣΟΔΓ. Στην ομάδα των «διαγραμμένων» στη Σλοβενία περιλαμβάνονταν πολλοί ανιθαγενείς. Το γεγονός ότι τα διάδοχα Κράτη της ΣΟΔΓ επέλεξαν να χορηγήσουν την ιθαγένεια επί τη βάσει του καταλόγου ονομάτων που βρίσκονταν στα μητρώα ιθαγένειας της Δημοκρατίας, επέφερε πολυάριθμες συνέπειες, δεδομένου ότι ορισμένοι πολίτες της πρώην ΣΟΔΓ δεν είχαν την ιθαγένεια κάποιας Δημοκρατίας, ή, για διαφορετικούς λόγους (καταστροφή των εγγράφων ταυτότητάς τους ή/και των μητρώων λόγω ένοπλων συγκρούσεων, μη δυνατότητα να λάβουν επικύρωση ιθαγένειας της Δημοκρατίας στον τόπο γέννησής τους κλπ.), δεν ήταν σε θέση να αποδείξουν ότι κατείχαν μια τέτοια ιθαγένεια. Η Ύπατη Αρμοστεία για τους πρόσφυγες εφάρμοσε σημαντικά προγράμματα ενημέρωσης και νομικής βοήθειας επί αρκετά χρόνια σε πέντε από τα διάδοχα Κράτη. Η κατάσταση αυτή επηρέασε με τρόπο δυσανάλογο ευάλωτες ομάδες, ιδιαίτερα μειονοτικές ομάδες άλλων Δημοκρατιών και τους Ρομά.
335. Οι προσπάθειες που έγιναν από το σλοβενικό Κράτος προκειμένου να ρυθμιστεί το καθεστώς των «διαγραμμένων» –με την αυτεπάγγελτη χορήγηση αδειών παραμονής στους ενδιαφερομένους και με την εφαρμογή του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς– ήταν ένα θετικό στοιχείο. Η Ύπατη Αρμοστεία, ωστόσο, ανησυχεί ότι, δεδομένων των πολλών απαιτήσεων που επιβάλλονται, οι μεταρρυθμίσεις δεν επιτρέπουν σε όλους όσοι έχουν θιγεί από τη «διαγραφή» να αποκτήσουν άδεια μόνιμης παραμονής και την ιθαγένεια. Οι υπόλοιποι παρεμβαίνοντες τρίτοι προσυπέγραψαν επί της ουσίας τις παρατηρήσεις της Open Society Justice Initiative.
B. Η απόφαση του Τμήματος
336. Το Τμήμα ανέφερε ότι πριν από το 1991 οι προσφεύγοντες είχαν διαμείνει νομίμως και μονίμως επί πολλά χρόνια, έως και δεκαετίες οι περισσότεροι εξ αυτών, στο σλοβενικό έδαφος, βάσει της τότε ισχύουσας νομοθεσίας της ΣΟΔΓ, και είχαν ένα καθεστώς κατοίκου σταθερότερο από ό,τι οι επί μακρόν διαμένοντες μετανάστες. Όλοι είχαν περάσει μεγάλο μέρος της ζωής τους στη Σλοβενία και είχαν δημιουργήσει εκεί σχέσεις προσωπικές, κοινωνικές, πολιτισμικές, γλωσσικές και οικονομικές, οι οποίες συνιστούν την ιδιωτική ζωή κάθε ανθρώπου· οι περισσότεροι εξ αυτών είχαν επίσης και οικογενειακή ζωή στη Σλοβενία, ή διατηρούσαν δεσμούς με την οικογένειά τους η οποία βρισκόταν εκεί.
337. Το Τμήμα κατέληξε ότι οι προσφεύγοντες είχαν την εποχή εκείνη στη Σλοβενία ιδιωτική ή/και οικογενειακή ζωή κατά την έννοια του άρθρου 8 § 1 της Σύμβασης. Θεώρησε εξάλλου ότι οι επιπτώσεις της «διαγραφής» και η επίμονη άρνηση των σλοβενικών αρχών να ρυθμίσουν από όλες τις απόψεις την κατάσταση των προσφευγόντων, συνιστούσαν παρέμβαση στην άσκηση των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων, όπως αυτά απορρέουν από το άρθρο 8 της Σύμβασης, κυρίως στην περίπτωση των προσφευγόντων οι οποίοι κατέστησαν ανιθαγενείς (παράγραφοι 348-361 της απόφασης του Τμήματος).
338. Σχετικά με το κατά πόσον η εν λόγω παρέμβαση ήταν «προβλεπόμενη από τον νόμο» κατά την έννοια του άρθρου 8 § 2, το Τμήμα επεσήμανε ότι η «διαγραφή» είχε κριθεί παράνομη από το Συνταγματικό Δικαστήριο, και θεώρησε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να διαφοροποιηθεί από τις αποφάσεις της ανώτατης δικαστικής αρχής. Κατέληξε, επομένως, ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8, λαμβάνοντας υπόψη του επίσης τους σχετικούς κανονισμούς του διεθνούς δικαίου για την πρόληψη της ανιθαγένειας, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις διαδοχής Κρατών (παράγραφοι 362-376 της απόφασης του Τμήματος).
Γ. Εκτίμηση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης
1. Σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 8 στις αιτιάσεις των προσφευγόντων
339. Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης παρατηρεί εξαρχής ότι η Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ενώπιόν του ότι η «διαγραφή» και οι επιπτώσεις της προκάλεσαν βλάβη στους προσφεύγοντες, και ότι συνιστούν παρέμβαση στην «ιδιωτική και οικογενειακή ζωή» των ενδιαφερομένων κατά την έννοια του άρθρου 8 § 1 της Σύμβασης (Slivenko κατά Λετονίας [GC], no 48321/99, § 96, CEDH 2003‑X). Κατόπιν εξέτασης των επιχειρημάτων των αντιδίκων, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης δεν βρίσκει κανέναν λόγο να διαφοροποιηθεί από τα συμπεράσματα του Τμήματος, σύμφωνα με τα οποία, παρότι η «διαγραφή» συνέβη πριν από τις 28 Ιουνίου 1994, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ η Σύμβαση για τη Σλοβενία, οι προσφεύγοντες διατηρούσαν την εποχή των γεγονότων στη Σλοβενία ιδιωτική ή/και οικογενειακή ζωή, κατά την έννοια του άρθρου 8 § 1 της Σύμβασης, και η «διαγραφή» προσέβαλε και εξακολουθεί να προσβάλλει τα δικαιώματά τους όπως απορρέουν από το άρθρο 8 (παράγραφος 337 παραπάνω).
340. Απομένει να εξεταστεί εάν η παρέμβαση αυτή ήταν συμβατή με τις απαιτήσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 8 της Σύμβασης, εάν δηλαδή ήταν «προβλεπόμενη από τον νόμο», εάν επεδίωκε έναν ή περισσότερους θεμιτούς σκοπούς όπως αυτοί απαριθμούνται στη συγκεκριμένη παράγραφο, και εάν ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία» προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός ή οι σκοποί αυτοί.
2. Σχετικά με την δικαιολόγηση της παρέμβασης
α) Η παρέμβαση ήταν «προβλεπόμενη από τον νόμο»;
341. Σύμφωνα με τη διαρκή νομολογία του Δικαστηρίου, η φράση «προβλεπόμενη από τον νόμο» απαιτεί να διαθέτει το επίδικο μέτρο μια βάση στο εθνικό δίκαιο, αλλά αφορά επίσης και τις ιδιότητες του εν λόγω νόμου, απαιτώντας να είναι προσβάσιμος στους ενδιαφερομένους και προβλέψιμος ως προς τα αποτελέσματά του (Amann κατά Ελβετίας [GC], no 27798/95, § 50, CEDH 2000‑II, και Slivenko, όπ. παραπάνω, § 100).
342. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η «διαγραφή» από το μητρώο των ονομάτων των προσφευγόντων, καθώς και περισσότερων από 25.000 ακόμη άλλων πολιτών της πρώην ΣΟΔΓ, υπήρξε το αποτέλεσμα του συνδυασμού δύο διατάξεων των νόμων για την ανεξαρτησία, που υιοθετήθηκαν στις 25 Ιουνίου 1991: του άρθρου 40 του νόμου για την ιθαγένεια, και του άρθρου 81 του νόμου για τους αλλοδαπούς (παράγραφοι 25 και 27 παραπάνω). Οι πολίτες της πρώην ΣΟΔΓ που είχαν την ιθαγένεια μιας από τις άλλες Δημοκρατίες και διέμεναν μόνιμα στη Σλοβενία, και οι οποίοι δεν είχαν αιτηθεί τη σλοβενική ιθαγένεια στις 25 Δεκεμβρίου 1991 ή η αίτησή τους είχε απορριφθεί, ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 81, δεύτερης παραγράφου, του νόμου για τους αλλοδαπούς. Στις 26 Φεβρουαρίου 1992, όταν η συγκεκριμένη διάταξη τέθηκε άμεσα σε ισχύ, οι προσφεύγοντες κατέστησαν αλλοδαποί.
343. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι το άρθρο 40 του νόμου για την ιθαγένεια και το άρθρο 81 του νόμου για τους αλλοδαπούς είναι νομικά κείμενα τα οποία ήταν προσβάσιμα σε κάθε ενδιαφερόμενο. Οι προσφεύγοντες είχαν συνεπώς τη δυνατότητα να προβλέψουν ότι, εάν δεν αιτούνταν τη σλοβενική ιθαγένεια, θα θεωρούνταν αλλοδαποί. Ωστόσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, δεν θα μπορούσαν λογικά να προβλέψουν, ελλείψει οποιαδήποτε σχετικής διάταξης, ότι η κατάσταση του αλλοδαπού θα καθιστούσε παράνομη την παραμονή τους επί του σλοβενικού εδάφους, και θα οδηγούσε σε ένα μέτρο τόσο ακραίο όσο η «διαγραφή». Δέον είναι να επισημανθεί σχετικά ότι η «διαγραφή» πραγματοποιήθηκε αυτομάτως και χωρίς προειδοποίηση. Εξάλλου, οι προσφεύγοντες δεν είχαν τη δυνατότητα ούτε να αμφισβητήσουν το συγκεκριμένο μέτρο ενώπιον των αρμόδιων εθνικών αρχών, ούτε να εκθέσουν τους λόγους για τους οποίους δεν είχαν αιτηθεί τη σλοβενική ιθαγένεια. Το γεγονός ότι δεν έλαβαν καμία προσωπική ειδοποίηση ή ενημέρωση, ενδεχομένως τους οδήγησε να σκεφτούν ότι το καθεστώς κατοίκου θα παρέμενε για τους ίδιους αμετάβλητο, και ότι θα μπορούσαν να εξακολουθήσουν να διαμένουν και να εργάζονται στη Σλοβενία, όπως έκαναν ήδη επί πολλά χρόνια. Άλλωστε, μόνο τυχαία πληροφορήθηκαν για τη «διαγραφή» (παράγραφοι 89, 111, 126, 137, 162 και 177 παραπάνω). Μπορεί επομένως να αμφισβητηθεί σοβαρά η προβλεψιμότητα του επίδικου μέτρου.
344. Εξάλλου, το Δικαστήριο οφείλει να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο, στην απόφαση αρχής την οποία εξέδωσε στις 4 Φεβρουαρίου 1999, έκρινε ότι η μεταφορά των ονομάτων των «διαγραμμένων» από το μητρώο μόνιμων κατοίκων στο μητρώο αλλοδαπών μη κατόχων άδειας παραμονής, δεν είχε κανένα έρεισμα στο εθνικό δίκαιο· ούτε ο νόμος για τους αλλοδαπούς ούτε ο νόμος για το μητρώο πληθυσμού και κατοίκων προέβλεπαν κάποιο ανάλογο μέτρο, διαγραφής από το μητρώο και μεταφοράς (παράγραφοι 41 και 214 παραπάνω). Επιπλέον, το Συνταγματικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι καμία νομική διάταξη δεν όριζε τη μετάβαση από την κατάσταση του «διαγραμμένου» στην κατάσταση του αλλοδαπού διαμένοντος στη Σλοβενία· πράγματι, τα άρθρα 13 και 16 του νόμου για τους αλλοδαπούς (παράγραφος 207 παραπάνω), τα οποία αφορούν τους αλλοδαπούς που εισέρχονται στη Σλοβενία, δεν ίσχυαν για τους προσφεύγοντες (παράγραφοι 41-42, 44-45 και 214 παραπάνω). Υπήρχε συνεπώς ένα νομικό κενό στην τότε ισχύουσα νομοθεσία, εφόσον οι πολίτες της πρώην ΣΟΔΓ που είχαν την ιθαγένεια κάποιας από τις άλλες Δημοκρατίες και η περίπτωσή τους ενέπιπτε στο άρθρο 81, δεύτερη παράγραφο, του νόμου για τους αλλοδαπούς, δεν είχαν στη διάθεσή τους καμία διαδικασία που να τους επιτρέπει να αιτηθούν άδεια μόνιμης παραμονής. Βάσει του άρθρου 13 του νόμου για τους αλλοδαπούς, μπορούσαν να αιτηθούν μόνο άδεια προσωρινής παραμονής, σαν να επρόκειτο για αλλοδαπούς που εισέρχονταν στη Σλοβενία με έγκυρη θεώρηση διαβατηρίου (visa) και επιθυμούσαν να παραμείνουν για περισσότερο χρόνο στη χώρα.
345. Επιπλέον, προκύπτει από τις διοικητικές εγκυκλίους τις οποίες απέστειλε το υπουργείο Εσωτερικών στις διοικητικές υπηρεσίες, ιδιαίτερα αυτές με ημερομηνία 27 Φεβρουαρίου και 15 Ιουνίου 1992 σχετικά με την εφαρμογή του νόμου για τους αλλοδαπούς, την ερμηνεία του άρθρου 81 και την τήρηση των μητρώων (παράγραφοι 28, 30 και 35 παραπάνω), ότι την εποχή εκείνη βρίσκονταν εν γνώσει των σλοβενικών αρχών οι δυσάρεστες συνέπειες της «διαγραφής», η οποία πραγματοποιήθηκε μυστικά. Εξ ορισμού οι συγκεκριμένες διοικητικές εγκύκλιοι δεν ήταν προσβάσιμες στους προσφεύγοντες.
346. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο εκτιμά ότι μέχρι τις 8 Ιουλίου 1999, ημερομηνία κατά την οποία εγκρίθηκε ο νόμος για το νομικό καθεστώς, η καταγγελλόμενη νομοθεσία και διοικητική πρακτική της Σλοβενίας, που κατέληξαν στην επίδικη «διαγραφή», δεν ανταποκρίνονταν στα κριτήρια της προβλεψιμότητας και της προσβασιμότητας όπως ορίζονται στη νομολογία του Δικαστηρίου.
347. Ασφαλώς, στις 8 Ιουλίου 1999, ύστερα και από την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της 4ης Φεβρουαρίου 1999, υιοθετήθηκε ο νόμος για το νομικό καθεστώς ώστε να ρυθμιστεί το καθεστώς των «διαγραμμένων» (παράγραφοι 49-50 παραπάνω). Εντούτοις, στις 3 Απριλίου 2003, το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι ορισμένες διατάξεις του νόμου αυτού ήταν αντισυνταγματικές, ιδίως επειδή δεν όριζαν τη χορήγηση αδειών μόνιμης παραμονής με αναδρομική ισχύ και δεν ρύθμιζαν την κατάσταση ανθρώπων που είχαν απελαθεί (παράγραφοι 58-60 και 215 παραπάνω). Τέλος, χρειάστηκε να περάσουν περισσότερα από επτά έτη, μέχρι τις 24 Ιουλίου 2010, ημερομηνία υιοθέτησης του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς (παράγραφος 76 παραπάνω), για να εκτελεστεί η τελευταία αυτή απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, που όριζε τη λήψη γενικών μέτρων.
348. Συνεπώς, τουλάχιστον έως το 2010, η εθνική νομοθεσία δεν ρύθμιζε με σαφήνεια τις συνέπειες της «διαγραφής» και το καθεστώς κατοίκου των «διαγραμμένων». Ως εκ τούτου, όχι μόνον οι προσφεύγοντες δεν ήταν σε θέση να προβλέψουν το επίδικο μέτρο, αλλά επιπλέον τους ήταν αδύνατον να φανταστούν τις επιπτώσεις που αυτό θα είχε στην ιδιωτική ή/και οικογενειακή τους ζωή.
349. Τα στοιχεία αυτά θεωρούνται από το Δικαστήριο επαρκή προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη παρέμβαση στην άσκηση των δικαιωμάτων των προσφευγόντων όπως απορρέουν από το άρθρο 8 δεν ήταν «προβλεπόμενη από τον νόμο», και ότι υπήρξε παραβίαση της συγκεκριμένης διάταξης.
350. Εντούτοις, υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, και δεδομένων των μεγάλης κλίμακας συνεπειών της «διαγραφής», το Δικαστήριο εκτιμά ότι είναι δέον να εξετάσει επίσης εάν το μέτρο αυτό, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν διέθετε επαρκή νομική βάση, επεδίωκε θεμιτό σκοπό και ήταν ανάλογο του σκοπού αυτού.
β) Η παρέμβαση επεδίωκε θεμιτό σκοπό;
351. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι την εποχή της δημιουργίας του νέου Κράτους, οι νόμοι για την ανεξαρτησία επεδίωκαν τον θεμιτό σκοπό της προστασίας της εθνικής ασφάλειας. Επιπλέον, το δικαίωμα του Κράτους να ελέγχει την είσοδο και την παραμονή των αλλοδαπών στο έδαφός του προϋπέθετε τη δυνατότητα λήψης προληπτικών μέτρων, όπως η απέλαση, εναντίον ατόμων που παραβίαζαν τους νόμους για τη μετανάστευση (παράγραφος 325 παραπάνω).
352. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι ο σκοπός των νόμων για την ανεξαρτησία και των μέτρων που ελήφθησαν αναφορικά με τους προσφεύγοντες δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το ευρύτερο πλαίσιο της διάλυσης της ΣΟΔΓ, της ανεξαρτητοποίησης της Σλοβενίας το 1991 και της δημιουργίας μιας αποτελεσματικής πολιτικής δημοκρατίας, οι οποίες απαιτούσαν τη συγκρότηση ενός «σώματος Σλοβένων πολιτών» ενόψει της διεξαγωγής βουλευτικών εκλογών. Η καταγγελλόμενη παρέμβαση (η «διαγραφή») πρέπει να εξεταστεί εντός αυτού του γενικού πλαισίου.
353. Το Δικαστήριο θεωρεί επομένως ότι, με την υιοθέτηση των νόμων για την ανεξαρτησία, οι οποίοι προέβλεπαν τη δυνατότητα για όλους τους πολίτες των Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ που διέμεναν στη Σλοβενία να επιλέξουν την απόκτηση της σλοβενικής ιθαγένειας μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα, οι σλοβενικές αρχές επεδίωξαν τη δημιουργία ενός «σώματος Σλοβένων πολιτών» και να προασπίσουν έτσι τα συμφέροντα της εθνικής ασφάλειας της χώρας (βλέπε, mutatis mutandis, Slivenko, όπ. παραπάνω, §§ 110-111), σκοπός θεμιτός σύμφωνα με το άρθρο 8 § 2 της Σύμβασης.
γ) Η παρέμβαση ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία»;
354. Οι εν λόγω νόμοι για την ανεξαρτησία είχαν εντούτοις δυσάρεστες συνέπειες για τους πολίτες της πρώην ΣΟΔΓ που δεν είχαν αιτηθεί τη σλοβενική ιθαγένεια εντός της προβλεπόμενης εξάμηνης προθεσμίας, και οι οποίοι κατά συνέπεια κατέστησαν αλλοδαποί διαμένοντες παρανόμως στο σλοβενικό έδαφος, αφού το όνομά τους είχε «διαγραφεί» από το μητρώο των μόνιμων κατοίκων. Το Δικαστήριο θα αξιολογήσει τη συμβατότητα του μέτρου αυτού με το δικαίωμα των προσφευγόντων στον σεβασμό της ιδιωτικής ή/και οικογενειακής τους ζωής. Υπενθυμίζει ότι ένα μέτρο το οποίο συνιστά παρέμβαση στην άσκηση δικαιωμάτων που εγγυάται το άρθρο 8 § 1 της Σύμβασης, μπορεί να θεωρηθεί «αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία», εάν έχει ληφθεί προκειμένου να ανταποκριθεί σε επιτακτική κοινωνική ανάγκη και εφόσον τα χρησιμοποιούμενα μέσα ήταν ανάλογα των επιδιωκόμενων σκοπών. Καθήκον του Δικαστηρίου αποτελεί να προσδιορίσει εάν με τη λήψη των εν λόγω μέτρων έγινε σεβαστή μια ορθή ισορροπία μεταξύ των παρόντων συμφερόντων, δηλαδή αφενός των δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου σύμφωνα με τη Σύμβαση, και αφετέρου των συμφερόντων της κοινωνίας (Slivenko, όπ. παραπάνω, § 113).
355. Όπως το Δικαστήριο έχει δηλώσει κατ’ επανάληψη, η Σύμβαση δεν εγγυάται το δικαίωμα αλλοδαπού να εισέρχεται ή να διαμένει σε συγκεκριμένη χώρα, και τα συμβαλλόμενα Κράτη έχουν το δικαίωμα, βάσει μιας απολύτως θεμελιωμένης αρχής διεθνούς δικαίου, και με την επιφύλαξη των δεσμεύσεων οι οποίες απορρέουν για αυτά από συνθήκες, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης, να ελέγχουν την είσοδο, την παραμονή και την απομάκρυνση των αλλοδαπών (βλέπε, μεταξύ άλλων, Chahal κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 15 Νοεμβρίου 1996, § 73, Συγκεντρωτικός κατάλογος 1996‑V· El Boujaïdi κατά Γαλλίας, 26 Σεπτεμβρίου 1997, § 39, Συγκεντρωτικός κατάλογος 1997‑VI· Baghli κατά Γαλλίας, no 34374/97, § 45, CEDH 1999‑VIII· Boultif κατά Ελβετίας, no 54273/00, § 39, CEDH 2001‑IX· Üner κατά Κάτω Χωρών [GC], no 46410/99, § 54, CEDH 2006‑XII· και Slivenko, όπ. παραπάνω, § 115). Εντούτοις, μέτρα τα οποία περιορίζουν το δικαίωμα ενός ανθρώπου να διαμένει σε μια χώρα ενδέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να οδηγούν σε παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης, εάν προκαλούνται από αυτά δυσανάλογες συνέπειες στην ιδιωτική ή/και οικογενειακή ζωή του ενδιαφερομένου (Boultif, όπ. παραπάνω, § 55· Slivenko, όπ. παραπάνω, § 128· Radovanovic κατά Αυστρίας, no 42703/98, §§ 36-37, 22 Απριλίου 2004, και Maslov κατά Αυστρίας [GC], no 1638/03, § 100, CEDH 2008).
356. Στην προκειμένη υπόθεση, οι προσφεύγοντες, οι οποίοι πριν από τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας της Σλοβενίας διέμεναν νομίμως στο σλοβενικό έδαφος επί πολλά χρόνια, είχαν ως πολίτες της πρώην ΣΟΔΓ μια σειρά κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Η «διαγραφή» είχε για τους ίδιους πολλές δυσάρεστες συνέπειες, όπως η καταστροφή των εγγράφων ταυτότητάς τους, η απώλεια δυνατότητας εργασίας, η απώλεια της ασφάλισης υγείας, η έλλειψη δυνατότητας ανανέωσης των εγγράφων ταυτότητάς τους και αδειών οδήγησης, και οι δυσχέρειες στη διεκδίκηση των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων. Πράγματι, το νομικό κενό που προέκυψε από τους νόμους για την ανεξαρτησία (παράγραφος 344 παραπάνω) στέρησε τους προσφεύγοντες από το νομικό καθεστώς το οποίο προηγουμένως τους προσέφερε πρόσβαση σε μια σειρά δικαιώματα.
357. Η Κυβέρνηση εξηγεί ότι η «διαγραφή» πραγματοποιήθηκε διότι οι ενδιαφερόμενοι δεν είχαν προσπαθήσει να λάβουν τη σλοβενική ιθαγένεια. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει, εντούτοις, ότι ένας αλλοδαπός που διαμένει νομίμως σε μια χώρα, ενδεχομένως επιθυμεί να εξακολουθήσει να ζει στη χώρα αυτή, χωρίς αναγκαστικά να λάβει και την ιθαγένειά της. Όπως αποδεικνύουν οι δυσχέρειες τις οποίες αντιμετώπισαν οι προσφεύγοντες επί πολλά χρόνια προκειμένου να αποκτήσουν έγκυρη άδεια παραμονής, ο Σλοβένος νομοθέτης δεν είχε υιοθετήσει διατάξεις που θα επέτρεπαν στους πολίτες της πρώην ΣΟΔΓ οι οποίοι είχαν την ιθαγένεια κάποιας από τις άλλες Δημοκρατίες να ρυθμίσουν το καθεστώς τους ως κατοίκων, εάν είχαν επιλέξει να μην λάβουν τη σλοβενική ιθαγένεια ή εάν δεν την είχαν αιτηθεί. Ανάλογες διατάξεις, ωστόσο, δεν θα αποτελούσαν κίνδυνο για τους επιδιωκόμενους σκοπούς, δηλαδή τον έλεγχο της παραμονής των αλλοδαπών και τη συγκρότηση ενός σώματος Σλοβένων πολιτών.
358. Σχετικά με αυτό, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, εάν το άρθρο 8 στόχο έχει κατ’ ουσία να προστατέψει το άτομο από τις αυθαίρετες παρεμβάσεις των δημόσιων αρχών, δεν περιορίζεται να ορίζει στο Κράτος να απέχει από τέτοιου είδους παρεμβάσεις· σε αυτήν την αρνητική δέσμευση, μπορούν να προστεθούν θετικές υποχρεώσεις, συμφυείς με έναν αποτελεσματικό «σεβασμό» της ιδιωτικής ή/και οικογενειακής ζωής, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις μεταναστών επί μακρό χρονικό διάστημα, όπως οι προσφεύγοντες (βλέπε, mutatis mutandis, Gül κατά Ελβετίας, 19 Φεβρουαρίου 1996, § 38, Συγκεντρωτικός κατάλογος 1996‑I· Ahmut κατά Κάτω Χωρών, 28 Νοεμβρίου 1996, § 67, Συγκεντρωτικός κατάλογος 1996‑VI, και Mehemi κατά Γαλλίας (no 2), no 53470/99, § 45, CEDH 2003‑IV).
359. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι, στις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, το Κράτος όφειλε να ρυθμίσει το καθεστώς κατοίκου των πολιτών της πρώην ΣΟΔΓ, προκειμένου η μη απόκτηση της σλοβενικής ιθαγένειας να μην προσβάλει με τρόπο δυσανάλογο τα δικαιώματα των «διαγραμμένων» που απορρέουν από το άρθρο 8. Η απουσία ανάλογης ρύθμισης, και η παρατεταμένη έλλειψη δυνατότητας από πλευράς των προσφευγόντων να αποκτήσουν έγκυρες άδειες παραμονής, διατάραξαν την ορθή ισορροπία την οποία το Κράτος όφειλε να διευθετήσει, μεταξύ του θεμιτού σκοπού της προστασίας της εθνικής ασφάλειας και του αποτελεσματικού σεβασμού της ιδιωτικής ή/και οικογενειακής ζωής των προσφευγόντων.
δ) Συμπέρασμα
360. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι οι σλοβενικές αρχές, παρά τις προσπάθειες τις οποίες κατέβαλαν ύστερα από τις αποφάσεις που εξέδωσε το Συνταγματικό Δικαστήριο το 1999 και 2003, και, προσφάτως, με την υιοθέτηση του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς, δεν αντιμετώπισαν σε όλες τις πλευρές του και με τη δέουσα ταχύτητα τον γενικευμένο χαρακτήρα της «διαγραφής» και τις σοβαρότατες συνέπειές της για τους προσφεύγοντες.
361. Για τους λόγους που εκτέθηκαν παραπάνω, τα καταγγελλόμενα μέτρα δεν ήταν ούτε «προβλεπόμενα από τον νόμο» ούτε «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία» για την επίτευξη του θεμιτού σκοπού της προστασίας της εθνικής ασφάλειας.
362. Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της Σύβασης.
III. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
363. Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι δεν είχαν στη διάθεσή τους κανένα μέσο αποτελεσματικής προσφυγής αναφορικά με τις αιτιάσεις τους βάσει του άρθρου 8 της Σύμβασης.
Επικαλούνται το άρθρο 13 της Σύμβασης, το οποίο έχει ως εξής:
«Καθένας του οποίου παραβιάζονται τα δικαιώματα και οι ελευθερίες όπως αναγνωρίζονται στη (...) Σύμβαση, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίαση διαπράχθηκε από πρόσωπα που ενεργούσαν εκτελώντας τα επίσημα καθήκοντά τους.»
A. Οι θέσεις των αντίδικων μερών
1. Οι προσφεύγοντες
364. Βασιζόμενοι στην απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας ([GC], no 30696/09, § 291, CEDH 2011) και στα επιχειρήματα τα οποία εκτίθενται στις παραγράφους 279 έως 280 παραπάνω, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι κανένα από τα εθνικά ένδικα μέσα που είχαν στη διάθεσή τους την εποχή των γεγονότων, δεν αποδείχθηκε ικανό να διενεργήσει μια εξέταση επί της ουσίας των αιτιάσεών τους βάσει του άρθρου 8 της Σύμβασης, και να τους προσφέρει κατάλληλη επανόρθωση.
365. Παρά τις αποφάσεις αρχής του Συνταγματικού Δικαστηρίου, η Κυβέρνηση δεν ήταν διατεθειμένη να χορηγήσει άδεια παραμονής ex tunc σε όσους ήταν ήδη κάτοχοι αδειών ex nunc, και ακόμα λιγότερο να υιοθετήσει μια συνολική νομική λύση στο πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τη «διαγραφή». Η κατάσταση αυτή εξακολούθησε επί πολλά χρόνια.
2. Η Κυβέρνηση
366. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα ένδικα μέσα που είχαν στη διάθεσή τους οι προσφεύγοντες –διοικητική διαδικασία, ατομική συνταγματική προσφυγή και αγωγή αποζημίωσης– ήταν προσβάσιμα και αποτελεσματικά, όπως απαιτεί το άρθρο 13 της Σύμβασης.
3. Οι παρεμβαίνοντες τρίτοι
367. Οι παρεμβαίνοντες τρίτοι εκτιμούν ότι η μη εκτέλεση επί μακρό διάστημα, λόγω απουσίας πολιτικής βούλησης, της απόφασης που εξέδωσε το Συνταγματικό Δικαστήριο στις 3 Απριλίου 2003, η οποία ήταν νομικώς δεσμευτική, επέφερε παραβίαση του δικαιώματος των προσφευγόντων σε αποτελεσματική προσφυγή.
B. Η απόφαση του Τμήματος
368. Το Τμήμα κατέληξε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της Σύμβασης, λόγω της μη τήρησης των αποφάσεων αρχής οι οποίες εκδόθηκαν από το Συνταγματικό Δικαστήριο, και έκρινε ότι η εναγόμενη κυβέρνηση δεν είχε αποδείξει ότι τα μέσα προσφυγής που είχαν στη διάθεσή τους οι ενάγοντες υπήρξαν αποτελεσματικά (παράγραφοι 383-386 της απόφασης του Τμήματος).
Γ. Εκτίμηση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης
369. Όπως το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως επισημάνει, το άρθρο 13 της Σύμβασης εγγυάται την ύπαρξη στο εθνικό δίκαιο μέσων προσφυγής που να επιτρέπουν την άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών της Σύμβασης όπως κατοχυρώνονται από αυτήν. Η εν λόγω διάταξη επομένως απαιτεί να υπάρχει εθνικό ένδικο μέσο ικανό να εξετάσει το περιεχόμενο μιας «βάσιμης καταγγελίας» θεμελιωμένης στη Σύμβαση, και να προσφέρει την κατάλληλη επανόρθωση (Kudła κατά Πολωνίας [GC], no 30210/96, § 157, CEDH 2000‑XI).
370. Το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η «διαγραφή» των προσφευγόντων επέφερε παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης (παράγραφος 362 παραπάνω). Οι καταγγελίες από πλευράς των ενδιαφερομένων είναι επομένως, από την άποψη αυτή, «βάσιμες» για τους σκοπούς του άρθρου 13.
371. Το Δικαστήριο παραπέμπει στη διαπίστωσή του ότι η Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι τα μέσα προσφυγής στη διάθεση των προσφευγόντων υπήρξαν «κατάλληλα» και «αποτελεσματικά» προκειμένου να επανορθώσουν, την εποχή των γεγονότων, την εικαζόμενη παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης (παράγραφοι 295-313 παραπάνω).
372. Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της Σύμβασης.
IV. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 14 ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
373. Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι, σε σύγκριση με τους αλλοδαπούς (τους «πραγματικούς» αλλοδαπούς) που εξακολούθησαν να διαμένουν στη Σλοβενία με άδεια προσωρινής ή μόνιμης παραμονής, αποτέλεσαν αντικείμενο διάκρισης βασισμένης στην εθνική τους καταγωγή ως προς την άσκηση των δικαιωμάτων τους όπως απορρέουν από το άρθρο 8.
374. Επικαλούνται το άρθρο 14 της Σύμβασης, το οποίο αναφέρει:
« Η άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στη (...) Σύμβαση πρέπει να εξασφαλίζεται χωρίς διάκριση σε κανένα επίπεδο όπως το φύλο, η φυλή, το χρώμα, η γλώσσα, η θρησκεία, οι πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις, η εθνική ή κοινωνική καταγωγή, η συμμετοχή σε εθνική μειονότητα, η περιουσία, η γέννηση ή οποιαδήποτε άλλη κατάσταση.»
A. Οι θέσεις των αντίδικων μερών
1. Οι προσφεύγοντες
375. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι αντιμετωπίστηκαν λιγότερο ευνοϊκά από τους «πραγματικούς» αλλοδαπούς που είχαν αρχίσει να διαμένουν στη Σλοβενία πριν από την ανεξαρτητοποίηση, και των οποίων οι άδειες μόνιμης παραμονής παρέμειναν έγκυρες βάσει του άρθρου 82 του νόμου για τους αλλοδαπούς.
376. Εκτιμούν ότι το ζήτημα της διακριτικής κατά τη γνώμη τους μεταχείρισης των «διαγραμμένων» αποτελεί μια από τις βασικές πλευρές της υπόθεσης, και ότι το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης οφείλει να εξετάσει την ουσία της καταγγελίας τους σύμφωνα με το άρθρο 14 (Chassagnou και άλλοι κατά Γαλλίας [GC], nos 25088/94, 28331/95 και 28443/95, § 89, CEDH 1999‑III, και Natchova και άλλοι κατά Βουλγαρίας [GC], nos 43577/98 και 43579/98, §§ 160-168, CEDH 2005‑VII). Υπογραμμίζουν ότι το ίδιο το Συνταγματικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε την ύπαρξη διάκρισης. Σύμφωνα με τους ίδιους, αφ’ ης στιγμής ο νόμος για τους αλλοδαπούς αναγνώριζε στους «πραγματικούς» αλλοδαπούς το δικαίωμα να εξακολουθήσουν να διαμένουν επί του σλοβενικού εδάφους, το ίδιο δικαίωμα έπρεπε πολλώ μάλλον να αναγνωριστεί και τους «διαγραμμένους».
377. Τέλος, οι προσφεύγοντες αμφισβητούν το επιχείρημα της Κυβέρνησης (παράγραφος 379 παραπάνω), σύμφωνα με το οποίο αποτέλεσαν αντικείμενο θετικής διάκρισης διότι δεν απελάθηκαν· επισημαίνουν ότι στην πραγματικότητα πέντε εξ αυτών εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα.
2. Η Κυβέρνηση
378. Η Κυβέρνηση αναφέρει ότι τη στιγμή της ανεξαρτητοποίησής της η Δημοκρατία της Σλοβενίας επέτρεψε στους πολίτες των άλλων Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ που διέμεναν μόνιμα στη Σλοβενία να λάβουν τη σλοβενική ιθαγένεια με όρους εξαιρετικά ευνοϊκούς. Εξάλλου, ο συνταγματικός νόμος του 1991 εγγυόταν την ισότητα μεταχείρισης των ανθρώπων αυτών και των Σλοβένων πολιτών, έως την απόκτηση της σλοβενικής ιθαγένειας από τους πρώτους ή έως την εκπνοή της προθεσμίας την οποία όριζε ο νόμος για τους αλλοδαπούς (παράγραφος 202 παραπάνω). Εντούτοις, δεδομένης της ανάγκης να συγκροτηθεί ένα σώμα Σλοβένων πολιτών –ιδίως ενόψει των βουλευτικών εκλογών του 1992–, η ισότητα αυτή δεν ήταν δυνατόν να διαρκέσει επ’ άπειρον. Ως εκ τούτου, κατά την Κυβέρνηση, ήταν υποχρέωση των μόνιμων κατοίκων που δεν είχαν τη σλοβενική ιθαγένεια να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία αυτή προκειμένου να αποκτήσουν την ιθαγένεια της ανεξάρτητης Σλοβενίας, η οποία δεν χορηγήθηκε αυτομάτως.
379. Η κατάσταση των προσφευγόντων επομένως ήταν συνδεδεμένη με το γεγονός ότι δεν απέκτησαν, ως αλλοδαποί, άδειες μόνιμης παραμονής. Στην πραγματικότητα αντιμετωπίστηκαν όπως ακριβώς και όλοι οι αλλοδαποί μη κάτοχοι άδειας παραμονής. Όσον αφορά τη νομοθεσία της ΣΟΔΓ και τις διατάξεις του νόμου για τους αλλοδαπούς, ποτέ δεν έθεταν σε συγκρίσιμη κατάσταση τους προσφεύγοντες και τους «πραγματικούς» αλλοδαπούς. Επιπλέον, οι προσφεύγοντες επωφελήθηκαν από μια θετική διάκριση, εφόσον κατ’ αρχήν δεν απελάθηκαν από τη Σλοβενία.
3. Οι παρεμβαίνοντες τρίτοι
380. Οι παρεμβαίνοντες τρίτοι, με την εξαίρεση της σερβικής κυβέρνησης, στις παρατηρήσεις τους ενώπιον του Τμήματος εστίασαν κυρίως στο ζήτημα της διάκρισης, τη θεμελιώδη σημασία της οποίας αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου.
381. Σύμφωνα με τους ίδιους, οι «διαγραμμένοι» αποτέλεσαν αντικείμενο διάκρισης, άμεσης και έμμεσης, βασισμένης στην εθνική ή/και εθνοτική τους καταγωγή (παρέθεσαν την υπόθεση D.H. και άλλοι κατά Τσεχικής Δημοκρατίας, όπ. παραπάνω, § 175). Οι διατάξεις του νόμου για τους αλλοδαπούς ήταν περισσότερο αυστηρές για τους «διαγραμμένους» από ό,τι για τους άλλους αλλοδαπούς. Καθώς ο σλοβενικός πληθυσμός ήταν εθνοτικά ομοιογενής σε σύγκριση με τον πληθυσμό άλλων Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ, η «διαγραφή» επηρέασε με τρόπο δυσανάλογο τους ανθρώπους που δεν ήταν σλοβενικής εθνοτικής καταγωγής, τις μειονότητες της πρώην ΣΟΔΓ και τους Ρομά, γεγονός που οδήγησε σε διάκριση μεταξύ των κατοίκων βασισμένη στην εθνοτική καταγωγή. Η κατάσταση νομικής αβεβαιότητας που προέκυψε από το γεγονός αυτό επί δεκαετίες για τους «διαγραμμένους», δεν έχει καμία αντικειμενική δικαιολόγηση. Τέλος, άλλα όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης ερμήνευσαν το δικαίωμα στη μη διάκριση ως υποχρέωση λήψης θετικών μέτρων από πλευράς των Κρατών μελών.
B. Η απόφαση του Τμήματος
382. Δεδομένης της διαπίστωσής του για παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης, το Τμήμα εκτίμησε ότι δεν ήταν αναγκαίο να αποφανθεί επί της αιτίασης βάσει του άρθρου 14 (παράγραφος 400 της απόφασης του Τμήματος).
Γ. Εκτίμηση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης
383. Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, λόγω της σημασίας του ζητήματος της διάκρισης στη συγκεκριμένη υπόθεση, εκτιμά, αντίθετα με το Τμήμα, ότι δέον είναι να εξετάσει την αιτίαση των προσφευγόντων επί τη βάσει του άρθρου 14 της Σύμβασης.
1. Εφαρμογή του άρθρου 14 της Σύμβασης
384. Σύμφωνα με τη διαρκή νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 14 της Σύμβασης συμπληρώνει τις υπόλοιπες κανονιστικές διατάξεις της Σύμβασης και των Πρωτοκόλλων της. Δεν έχει ανεξάρτητη υπόσταση, εφόσον αφορά αποκλειστικά την «άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών» που εκείνες εγγυώνται. Παρότι η εφαρμογή του άρθρου 14 δεν προϋποθέτει παραβίαση των εν λόγω διατάξεων –και σε αυτόν τον βαθμό είναι αυτόνομο–, δεν μπορεί να υπάρξει περιθώριο για την εφαρμογή του εκτός εάν τα επίδικα πραγματικά περιστατικά εμπίπτουν στο πεδίο μιας τουλάχιστον από τις διατάξεις αυτές (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Van Raalte κατά Κάτω Χωρών, 21 Φεβρουαρίου 1997, § 33, Συγκεντρωτικός κατάλογος 1997‑I· Petrovic κατά Αυστρίας, 27 Μαρτίου 1998, § 22, Συγκεντρωτικός κατάλογος 1998‑II, και Zarb Adami κατά Μάλτας, no 17209/02, § 42, CEDH 2006‑VIII).
385. Στην προκειμένη υπόθεση, το Δικαστήριο εκτίμησε ότι τα καταγγελλόμενα μέτρα συνιστούσαν παράνομη παρέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος των προσφευγόντων στον σεβασμό της «ιδιωτικής και οικογενειακής τους ζωής» κατά το άρθρο 8 § 1 της Σύμβασης (παράγραφος 339 παραπάνω). Κατά συνέπεια, εφόσον το άρθρο 8 ίσχυε για τα περιστατικά της υπόθεσης, ισχύει επίσης και το άρθρο 14.
2. Εξέταση του άρθρου 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 8
α) Γενικές αρχές
386. Σύμφωνα με τη διαρκή νομολογία του Δικαστηρίου, η διάκριση συνίσταται στον διαφορετικό τρόπο μεταχείρισης, χωρίς αντικειμενική και εύλογη δικαιολόγηση, προσώπων που βρίσκονται σε συγκρίσιμες καταστάσεις (Willis κατά Ηνωμένου Βασιλείου, no 36042/97, § 48, CEDH 2002‑IV). Μια διαφορά μεταχείρισης δεν διαθέτει αντικειμενική και εύλογη δικαιολόγηση εάν δεν επιδιώκει έναν «θεμιτό σκοπό» ή εάν δεν υφίσταται «εύλογη σχέση αναλογικότητας» μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού. Σε περίπτωση διαφοράς μεταχείρισης βασισμένης στη φυλή, στο χρώμα ή στην εθνοτική καταγωγή, η έννοια της αντικειμενικής και εύλογης δικαιολόγησης πρέπει να ερμηνεύεται όσο το δυνατόν αυστηρότερα (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Oršuš και άλλοι κατά Κροατίας [GC], no 15766/03, § 156, CEDH 2010).
387. Τα συμβαλλόμενα Κράτη διαθέτουν ένα ορισμένο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας, προκειμένου να ορίσουν εάν και σε ποιον βαθμό οι διαφορές ανάμεσα σε καταστάσεις ανάλογες από άλλες απόψεις, δικαιολογούν διακρίσεις στη μεταχείριση (Gaygusuz κατά Αυστρίας, 16 Σεπτεμβρίου 1996, § 42, Συγκεντρωτικός κατάλογος 1996‑IV). Το εύρος του περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις, τους τομείς και το πλαίσιο (Rasmussen κατά Δανίας, 28 Νοεμβρίου 1984, § 40, σειρά A no 87, και Inze κατά Αυστρίας, 28 Οκτωβρίου 1987, § 41, σειρά A no 126), αλλά το Δικαστήριο έχει τον τελευταίο λόγο στην απόφαση σχετικά με τον σεβασμό των απαιτήσεων της Σύμβασης. Καθώς η Σύμβαση αποτελεί πρωτίστως έναν μηχανισμό προάσπισης των δικαιωμάτων του ανθρώπου, το Δικαστήριο οφείλει ωστόσο να λαμβάνει υπόψη του την εξέλιξη της κατάστασης στα συμβαλλόμενα Κράτη και να ανταποκρίνεται, λόγου χάρη, σε οποιαδήποτε συναίνεση τυχόν προκύπτει αναφορικά με τις προδιαγραφές που πρέπει να ακολουθούνται (βλ. Ünal Tekeli κατά Τουρκίας, no 29865/96, § 54, CEDH 2004‑X, και, mutatis mutandis, Stafford κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], no 46295/99, § 68, CEDH 2002‑IV).
388. Κατά συνέπεια, το άρθρο 14 της Σύμβασης δεν απαγορεύει στα συμβαλλόμενα Μέρη να αντιμετωπίζουν ομάδες με διαφορετικό τρόπο, προκειμένου να διορθώνουν τις «πραγματικές ανισότητες» μεταξύ τους· πράγματι, υπό ορισμένες περιστάσεις, η απουσία διαφορετικής μεταχείρισης προκειμένου να διορθωθεί μια ανισότητα είναι ακριβώς εκείνη που μπορεί να οδηγήσει, ελλείψει αντικειμενικής και εύλογης δικαιολόγησης, σε παραβίαση της εν λόγω διάταξης (Θλιμμένος κατά Ελλάδας [GC], no 34369/97, § 44, CEDH 2000‑IV, και Sejdić και Finci κατά Βοσνίας-Ερζεγοβίνης [GC], nos 27996/06 και 34836/06, § 44, CEDH 2009). Το Δικαστήριο έχει επίσης δεχθεί ότι διάκριση μπορεί να θεωρηθεί μια πολιτική ή ένα γενικό μέτρο που έχει δυσανάλογα βλαπτικά αποτελέσματα σε μια ομάδα ανθρώπων, έστω και αν στόχος της πολιτικής ή του μέτρου δεν είναι συγκεκριμένα η ομάδα αυτή, και ότι μια διάκριση δυνητικά αντίθετη προς τη Σύμβαση μπορεί να προκύψει από μια de facto κατάσταση (βλ. D.H. και άλλοι κατά Τσεχικής Δημοκρατίας, όπ. παραπάνω, § 175, και τις αναφορές που παρατίθενται εκεί).
389. Τέλος, όσον αφορά το βάρος της απόδειξης σχετικά με το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι, όταν ένας προσφεύγων έχει αποδείξει την ύπαρξη διαφοράς μεταχείρισης, εναπόκειται στην Κυβέρνηση να αποδείξει ότι η εν λόγω διαφορά μεταχείρισης ήταν δικαιολογημένη (στο ίδιο, § 177).
β) Σχετικά με το ερώτημα εάν υπήρξε διαφορά μεταχείρισης μεταξύ ατόμων που βρίσκονταν σε συγκρίσιμες καταστάσεις
390. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το καθεστώς των πολιτών άλλων Κρατών πέρα από τις Δημοκρατίες της πρώην ΣΟΔΓ που ζούσαν στη Σλοβενία πριν από την ανεξαρτητοποίηση (οι «πραγματικοί» αλλοδαποί) διεπόταν από το άρθρο 82 του νόμου για τους αλλοδαπούς, σύμφωνα με το οποίο οι άδειες μόνιμης παραμονής των ανθρώπων αυτών παρέμεναν έγκυρες (παράγραφος 207 παραπάνω). Εντούτοις, ο νόμος αυτός δεν ρύθμιζε το καθεστώς των πολιτών των άλλων Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ οι οποίοι διέμεναν στη Σλοβενία. Όπως τονίστηκε και προηγουμένως (παράγραφος 344), το συγκεκριμένο νομικό κενό οδήγησε στη «διαγραφή» των τελευταίων, και στη μη νομιμότητα της παραμονής τους στο σλοβενικό έδαφος.
391. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, πριν από την ανεξαρτητοποίηση της Σλοβενίας, υπήρχε μια διαφορά μεταξύ των δύο αυτών ομάδων, καθώς τη μία αποτελούσαν αλλοδαποί ενώ την άλλοι πολίτες του πρώην ομοσπονδιακού Κράτους του οποίου συστατικό μέρος ήταν και η Σλοβενία. Το Δικαστήριο πάντως εκτιμά ότι, μετά τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας και τη γέννηση του νέου Κράτους, η κατάσταση των δύο αυτών κατηγοριών ανθρώπων κατέστη τουλάχιστον συγκρίσιμη. Πράγματι, και οι δύο ομάδες αποτελούνταν πλέον από αλλοδαπούς που είχαν την ιθαγένεια ενός Κράτους άλλου από τη Σλοβενία και από ανιθαγενείς. Ύστερα όμως από τη «διαγραφή», τα μέλη της μιας μόνον από τις δύο ομάδες μπόρεσαν να διατηρήσουν τις άδειες παραμονής τους.
392. Ως εκ τούτου, υφίσταται διαφορά μεταχείρισης μεταξύ δύο ομάδων –τους «πραγματικούς» αλλοδαπούς και τους πολίτες των Δημοκρατιών της πρώην ΣΟΔΓ πέραν της Σλοβενίας– οι οποίες βρίσκονταν σε κατάσταση παρόμοια όσον αφορά τα ζητήματα παραμονής.
γ) Σχετικά με την ύπαρξη αντικειμενικής και εύλογης δικαιολόγησης
393. Το Δικαστήριο δεν κατανοεί κατά ποιον τρόπο η αναγκαιότητα συγκρότησης ενός σώματος Σλοβένων πολιτών ενόψει της διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών του 1992, την οποία επικαλείται η Κυβέρνηση (παράγραφος 378 παραπάνω), μπορεί να απαιτούσε μια διαφορά μεταχείρισης στο θέμα της παροχής στους αλλοδαπούς της δυνατότητας να διαμείνουν στη Σλοβενία, δεδομένου ότι μια άδεια παραμονής δεν προσφέρει και δικαίωμα ψήφου στον κάτοχό της. Ασφαλώς, μόνον στους «διαγραμμένους» και όχι στους «πραγματικούς» αλλοδαπούς προσφέρθηκε η δυνατότητα να λάβουν τη σλοβενική ιθαγένεια με ευνοϊκούς όρους. Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει ήδη τονίσει το γεγονός ότι η μη αίτηση ιθαγένειας δεν θα μπορούσε καθ’ εαυτή να θεωρηθεί εύλογη αιτία στέρησης μιας ομάδας αλλοδαπών από τις άδειες παραμονής τους (παράγραφος 357 παραπάνω).
394. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η καταγγελλόμενη διαφορά μεταχείρισης ήταν βασισμένη στην εθνική καταγωγή των ενδιαφερομένων –αφού οι πολίτες της πρώην ΣΟΔΓ αντιμετωπίστηκαν διαφορετικά από τους άλλους αλλοδαπούς– και δεν επεδίωκε κάποιον θεμιτό σκοπό· κατά συνέπεια, δεν διέθετε κάποια αντικειμενική και εύλογη δικαιολόγηση (βλέπε, mutatis mutandis, Sejdić και Finci, όπ. παραπάνω, §§ 45-50). Εξάλλου, μετά τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας, η κατάσταση των πολιτών της πρώην ΣΟΔΓ, μεταξύ των οποίων ήταν και οι προσφεύγοντες, μεταβλήθηκε σημαντικά σε σχέση με των «πραγματικών» αλλοδαπών. Πριν από το 1991, οι πολίτες της πρώην ΣΟΔΓ βρίσκονταν σε κατάσταση προνομιακή σε σχέση με τους «πραγματικούς» αλλοδαπούς σε ό,τι αφορά τα ζητήματα παραμονής. Μπορεί να θεωρηθεί ότι την εποχή εκείνη η ιθαγένεια του ομοσπονδιακού Κράτους αποτελούσε αντικειμενική δικαιολόγηση για μια τέτοια προτιμησιακή μεταχείριση. Ωστόσο, ύστερα από την υιοθέτηση των νόμων για την ανεξαρτησία, οι πολίτες της πρώην ΣΟΔΓ βρέθηκαν ξαφνικά σε μια κατάσταση παρανομίας, την οποία το Δικαστήριο έκρινε αντίθετη με το άρθρο 8 (παράγραφοι 361-362 παραπάνω), και σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους «πραγματικούς» αλλοδαπούς, των οποίων οι άδειες παραμονής εξακολούθησαν να ισχύουν, έστω και αν οι ενδιαφερόμενοι δεν είχαν ζητήσει να λάβουν τη σλοβενική ιθαγένεια (παράγραφος 390 παραπάνω). Το Δικαστήριο επίσης θεωρεί ότι η υπό αμφισβήτηση νομοθεσία επιβάρυνε με τρόπο υπερβολικό και δυσανάλογο τους πολίτες της πρώην ΣΟΔΓ.
395. Το ανωτέρω συμπέρασμα επιβεβαιώνεται επίσης και από την απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1999, στην οποία το Συνταγματικό Δικαστήριο απεφάνθη ότι οι «διαγραμμένοι» βρίσκονταν σε μια νομική κατάσταση λιγότερο ευνοϊκή από τους «πραγματικούς» αλλοδαπούς που διέμεναν στη Σλοβενία πριν από την ανεξαρτητοποίηση, και των οποίων οι ειδικές άδειες μόνιμης παραμονής εξακολούθησαν να ισχύουν βάσει του άρθρου 82 του νόμου για τους αλλοδαπούς (παράγραφος 42 παραπάνω).
396. Δεδομένων όλων των προαναφερθέντων, το Δικαστήριο εκτιμά ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της Σύμβασης.
V. ΑΡΘΡΟ 46 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
397. Το άρθρο 46 της Σύμβασης, στα σχετικά με την υπόθεση χωρία του, αναφέρει τα εξής:
« 1. Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συμμορφώνονται με την οριστική απόφαση του Δικαστηρίου σε κάθε υπόθεση στην οποία είναι αντίδικα μέρη.
2. Η οριστική απόφαση του Δικαστηρίου διαβιβάζεται στην Επιτροπή Υπουργών, η οποία οφείλει να επιβλέψει την εκτέλεσή της.
(...). »
398. Βάσει της διάταξης αυτής, οι προσφεύγοντες αιτούνται στο Δικαστήριο να υποδείξει στην εναγόμενη Κυβέρνηση γενικά μέτρα με στόχο την επανόρθωση της κατάστασης των «διαγραμμένων».
A. Οι θέσεις των αντίδικων μερών
1. Οι προσφεύγοντες
399. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι στο στάδιο αυτό, και ελλείψει καθιερωμένης εθνικής πρακτικής, η υιοθέτηση και η εφαρμογή του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς δεν μπορούν να θεωρηθούν γενικά μέτρα ικανά να θέσουν τέλος στη συστηματική παραβίαση των δικαιωμάτων των «διαγραμμένων».
400. Ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς αποτελεί, εκ πρώτης όψεως, ανεπαρκή επανόρθωση, καθώς εφαρμόζει στον ελάχιστο δυνατό βαθμό και με τρόπο περιοριστικό την απόφαση της 3ης Απριλίου 2003, ενώ διατηρεί τα κύρια χαρακτηριστικά και τις βασικές απαιτήσεις του παλαιότερου νόμου. Ο νομοθέτης τροποποίησε την προϋπόθεση της «πραγματικής διαμονής στη Σλοβενία» προκειμένου να περιλάβει ορισμένες εξαιρέσεις. Εντούτοις, κάποιες περιπτώσεις «διαγραμμένων» δεν υπάγονται σε καμία από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις. Η διαδικασία είναι επαχθής και δαπανηρή, και το βάρος της απόδειξης το αναλαμβάνουν οι «διαγραμμένου». Για τις περιπτώσεις παρατεταμένης απουσίας από τη Σλοβενία, οι «διαγραμμένοι» οφείλουν να αποδείξουν ότι είχαν επιχειρήσει να επιστρέψουν στη χώρα κατά τη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο να αποδειχθεί. Τα τελευταία στοιχεία, επομένως, δεν προκαλούν καμία έκπληξη: τον Ιούνιο του 2011, από τις 127 αιτήσεις που κατατέθηκαν (επί συνόλου 13.000 ανθρώπων που εθεωρείτο ότι ανταποκρίνονταν στις απαιτούμενες προϋποθέσεις), μόνο τριάντα έγιναν δεκτές και εξήντα απορρίφθηκαν. Το μεγάλο ποσοστό των απορριφθέντων αιτήσεων αποδεικνύει τα σοβαρά μειονεκτήματα του νόμου.
401. Όσον αφορά τα ατομικά μέτρα, η χορήγηση άδειας μόνιμης παραμονής δεν συνιστά επαρκή επανόρθωση για τις διαπιστούμενες παραβιάσεις. Η σοβαρή ηθική και υλική βλάβη που υπέστησαν οι ενδιαφερόμενοι απαιτούσαν συμπληρωματικά μέτρα επανόρθωσης, και κυρίως την υιοθέτηση ατομικών μέτρων αποζημίωσης. Αυτό ακριβώς τόνισε και η Επιτροπή για την εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων, στις τελικές της παρατηρήσεις του 2010. Ο Επίτροπος του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα ανθρώπινα δικαιώματα δήλωσε επίσης ότι επιβάλλονταν και άλλα μέτρα, κυρίως στο θέμα της οικογενειακής επανένωσης, προκειμένου να αποκατασταθούν οι παραβιάσεις δικαιωμάτων που υπέστησαν οι «διαγραμμένοι». Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η νέα νομοθεσία δεν δημιουργούσε έναν μηχανισμό κατάλληλο να προσφέρει μια δίκαιη αποζημίωση στους ενδιαφερομένους για το μακρό χρονικό διάστημα κατά το οποίο το καθεστώς τους δεν ρυθμιζόταν. Στις τελικές της παρατηρήσεις η Επιτροπή κατά των βασανιστηρίων προέτρεψε επίσης την εναγόμενη Κυβέρνηση να διευκολύνει την πλήρη ένταξη των «διαγραμμένων», συμπεριλαμβανομένων και όσων ανήκουν σε κοινότητες Ρομά. Εξάλλου, τα τρία ανωτέρω διεθνή όργανα τόνισαν τις ελλείψεις του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς.
2. Η Κυβέρνηση
402. Η Κυβέρνηση θεωρεί την υιοθέτηση και την εφαρμογή του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς γενικά μέτρα κατάλληλα και ολοκληρωμένα, τα οποία μπορούν να εγγυηθούν το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ή/και οικογενειακής ζωής των «διαγραμμένων». Εφαρμόστηκε έτσι πλήρως η απόφαση η οποία εκδόθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο το 2003.
403. Κατά τη γνώμη της Κυβέρνησης, το Τμήμα δεν απέδωσε την απαιτούμενη βαρύτητα στο γεγονός ότι ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς ήταν έτοιμος και επρόκειτο να τεθεί άμεσα σε ισχύ. Η Δημοκρατία της Σλοβενίας, επομένως, είχε ήδη λάβει τα κατάλληλα μέτρα πριν ακόμη από την έκδοση της απόφασης του Τμήματος. Επιπλέον, οι «διαγραμμένοι» ενημερώθηκαν με διάφορα μέσα (φυλλάδια, διαδίκτυο, δωρεάν τηλεφωνικός αριθμός ενημέρωσης κλπ.). Για αυτόν κυρίως τον λόγο η Κυβέρνηση αιτήθηκε την παραπομπή της υπόθεσης στο Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης.
404. Εξάλλου, στις 25 Νοεμβρίου 2011, ανατέθηκε σε διακυβερνητική επιτροπή να διαχειριστεί το πρόβλημα των «διαγραμμένων». Επιπλέον, οι αρχές έλεγχαν τακτικά την εφαρμογή του νόμου. Εξήντα τέσσερις άδειες μόνιμης παραμονής και εκατόν έντεκα συμπληρωματικές άδειες χορηγήθηκαν βάσει του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς. Συνολικά, 12.500 «διαγραμμένοι» ρύθμισαν τελικά την κατάστασή τους.
B. Η απόφαση του Τμήματος
405. Το Τμήμα επεσήμανε ότι η διαπιστούμενη παραβίαση λόγω της μη εκτέλεσης, από τις νομοθετικές και διοικητικές σλοβενικές αρχές, των αποφάσεων του Συνταγματικού Δικαστηρίου, υποδείκνυε σαφώς τα γενικά και ατομικά μέτρα τα οποία έπρεπε να ληφθούν στην εθνική νομοθεσία της Σλοβενίας: υιοθέτηση ενός κατάλληλου νόμου και ρύθμιση της κατάστασης όλων των προσφευγόντων με τη χορήγηση αδειών παραμονής αναδρομικής ισχύος (παράγραφοι 401-407 της απόφασης του Τμήματος).
Γ. Εκτίμηση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης
406. Με βάση το άρθρο 46 της Σύμβασης, τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη δεσμεύονται να συμμορφώνονται με τις οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου, στις υποθέσεις στις οποίες είναι αντίδικα μέρη, και η Επιτροπή Υπουργών οφείλει να επιβλέπει την εκτέλεση των αποφάσεων αυτών. Από αυτό συνάγεται κυρίως ότι, όταν το Δικαστήριο διαπιστώνει μια παραβίαση, το εναγόμενο Κράτος έχει τη νομική υποχρέωση όχι μόνο να καταβάλει στους ενδιαφερομένους τα επιδικαζόμενα ποσά για δίκαιη ικανοποίηση όπως προβλέπεται από το άρθρο 41, αλλά και να επιλέξει τα γενικά ή/και ατομικά, ενδεχομένως, μέτρα τα οποία πρέπει να υιοθετήσει. Καθώς οι αποφάσεις του Δικαστηρίου έχουν χαρακτήρα κατ’ ουσία διαπιστωτικό, το εναγόμενο Κράτος παραμένει ελεύθερο, υπό τον έλεγχο της Επιτροπής Υπουργών, να επιλέξει τα μέσα με τα οποία θα εκπληρώσει τη νομική του υποχρέωση βάσει του άρθρου 46 της Σύμβασης, αρκεί τα μέσα αυτά να είναι συμβατά με τα συμπεράσματα που περιλαμβάνει η απόφαση του Δικαστηρίου (Scozzari και Giunta κατά Ιταλίας [GC], nos 39221/98 και 41963/98, § 249, CEDH 2000‑VIII· Sejdovic, όπ. παραπάνω, § 119, και Alexanian κατά Ρωσίας, no 46468/06, § 238, 22 Δεκεμβρίου 2008).
407. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ωστόσο, το Δικαστήριο, προκειμένου να βοηθήσει το εναγόμενο Κράτος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του βάσει του άρθρου 46, μπορεί να υποδείξει τον τύπο των μέτρων που θα πρέπει να ληφθούν ώστε να τεθεί τέλος στη διαπιστούμενη κατάσταση (βλέπε, για παράδειγμα, Broniowski, όπου παραπάνω, § 194).
408. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβιάσεις των δικαιωμάτων των προσφευγόντων που απορρέουν από τα άρθρα 8, 13 και 14· οι παραβιάσεις αυτές είναι ως επί το πλείστον αποτέλεσμα του γεγονότος ότι, παρά τις αποφάσεις αρχής του Συνταγματικού Δικαστηρίου, οι σλοβενικές αρχές παρέλειψαν, επί σημαντικό χρονικό διάστημα, να ρυθμίσουν το καθεστώς των προσφευγόντων ύστερα από τη «διαγραφή» τους και να τους προσφέρουν κατάλληλη επανόρθωση.
409. Η «διαγραφή» επηρέασε μια ολόκληρη κατηγορία πολιτών της πρώην ΣΟΔΓ, οι οποίοι διέμεναν μόνιμα στη Σλοβενία και είχαν την ιθαγένεια μιας από τις άλλες Δημοκρατίες της πρώην ΣΟΔΓ τη στιγμή της διακήρυξης της ανεξαρτησίας της Σλοβενίας. Το εν λόγω μέτρο, επομένως, είχε και εξακολουθεί να έχει επιπτώσεις σε έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων.
410. Εντούτοις, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι διάφορες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, και κυρίως ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς (παράγραφοι 76-79 και 211 παραπάνω), εφαρμόστηκαν μετά την έκδοση της απόφασης του Τμήματος. Ο νέος αυτός νόμος παρέχει στους «διαγραμμένους» τη δυνατότητα να ρυθμίσουν την παραμονή τους στη Σλοβενία, ολοκληρώνοντας κάποιες διαδικασίες. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι έξι προσφεύγοντες για τους οποίους το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση της Σύμβασης, έλαβαν άδειες μόνιμης παραμονής (παράγραφοι 95, 123, 133, 158, 173 και 194 παραπάνω), και ότι η Κυβέρνηση ανέθεσε σε διακυβερνητική επιτροπή τον έλεγχο της εφαρμογής του τροποποιημένου νόμου για το νομικό καθεστώς και τη διαχείριση του προβλήματος των «διαγραμμένων» (παράγραφος 404 παραπάνω).
411. Είναι αλήθεια ότι ο τροποποιημένος νόμος για το νομικό καθεστώς βρίσκεται σε ισχύ από τις 24 Ιουλίου 2010, και ότι τα διεθνή ελεγκτικά όργανα υπογράμμισαν ορισμένα από τα μειονεκτήματά του (παράγραφοι 223 και 227-228 παραπάνω). Εντούτοις, το Δικαστήριο εκτιμά ότι θα ήταν πρόωρο στο στάδιο αυτό, ελλείψει καθιερωμένης εθνικής πρακτικής, να εξεταστεί εάν οι μεταρρυθμίσεις που αναφέρονται παραπάνω και τα διάφορα μέτρα που έλαβε η Κυβέρνηση κατόρθωσαν να ρυθμίσουν κατά τρόπο ικανοποιητικό την κατάσταση των «διαγραμμένων» ως προς το δικαίωμα παραμονής τους (βλέπε, mutatis mutandis, Sejdovic, όπ. παραπάνω, §§ 119 και 123).
412. Το Δικαστήριο, επίσης, διαπίστωσε ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν λάβει κατάλληλη χρηματική αποζημίωση για τα έτη κατά τα οποία βρίσκονταν σε κατάσταση ευπάθειας και νομικής ανασφάλειας, και ότι, όπως έχει επί του παρόντος η κατάσταση, η πιθανότητα να επιτύχουν αποζημίωση σε εθνικό επίπεδο, στο πλαίσιο αστικής διαδικασίας ή ενώπιον της γενικής εισαγγελίας, παραμένει πολύ μικρή (παράγραφος 268 παραπάνω). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο εκτιμά ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αποκαλύπτουν την ύπαρξη ενός σφάλματος στη σλοβενική νομοθεσία, συνεπεία του οποίου οι «διαγραμμένοι» στο σύνολό τους εξακολουθούν να μην αποζημιώνονται για την παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους.
413. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι η παρούσα υπόθεση προσφέρεται για την υιοθέτηση της διαδικασίας της «πιλοτικής» απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 61 του κανονισμού του, καθώς μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της συγκεκριμένης διαδικασίας είναι η εκτίμηση του Δικαστηρίου για την καταγγελλόμενη κατάσταση στην «πιλοτική» υπόθεση οπωσδήποτε να μην αφορά μόνο τα συμφέροντα αποκλειστικά του προσφεύγοντος ή των προσφευγόντων για τους οποίους πρόκειται, και να απαιτείται έτσι να εξετάσει το Δικαστήριο την υπόθεση και υπό το πρίσμα των ληπτέων γενικών μέτρων προς το συμφέρον άλλων ανθρώπων που δυνητικά θίγονται (Broniowski κατά Πολωνίας (φιλικός διακανονισμός) [GC], no 31443/96, § 36, CEDH 2005‑IX, και Hutten-Czapska κατά Πολωνίας (φιλικός διακανονισμός) [GC], no 35014/97, § 33, 28 Απριλίου 2008). Σχετικά με αυτό, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, ύστερα από την «πιλοτική» απόφαση την οποία εξέδωσε στην υπόθεση Lukenda κατά Σλοβενίας (no 23032/02, §§ 89-98, CEDH 2005‑X), που αφορούσε την υπερβολική διάρκεια μιας δικαστικής διαδικασίας και τις σχετικές δυσλειτουργίες του εθνικού νομικού συστήματος, η Κυβέρνηση υιοθέτησε έναν αριθμό μέτρων, και κυρίως την εφαρμογή ενός ειδικού χρηματοδοτικού μηχανισμού. Τα μέτρα αυτά επέτρεψαν στο Δικαστήριο να κλείσει έναν μεγάλο αριθμό υποθέσεων που εκκρεμούσαν ενώπιόν του.
414. Επί του παρόντος, ενώπιον του Δικαστηρίου εκκρεμούν μερικές μόνο παρόμοιες προσφυγές κατατεθειμένες από «διαγραμμένους», αλλά στο πλαίσιο των συστημικών, δομικών ή παρόμοιων παραβιάσεων, ο μεγάλος αριθμός υποθέσεων που δυνητικά μπορούν να φθάσουν στο Δικαστήριο στο μέλλον, αποτελεί επίσης ένα στοιχείο το οποίο είναι σημαντικό να λαμβάνει το Δικαστήριο υπόψη του, προκειμένου να αποτραπεί η συμφόρηση στη λειτουργία του εξαιτίας επαναλαμβανόμενων υποθέσεων. Όσον αφορά τη διαβούλευση με τα αντίδικα μέρη για τη διαδικασία σχετικά με το ζήτημα αυτό, που προβλέπεται στο άρθρο 61 § 2 α) του κανονισμού, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη διάταξη τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου 2011, δηλαδή μετά την παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, γεγονός που εμπόδισε την εφαρμογή της στην προκειμένη περίπτωση.
415. Το Δικαστήριο αποφασίζει επομένως να υποδείξει στην εναγόμενη Κυβέρνηση, βάσει του άρθρου 61 § 3 του κανονισμού του, ότι οφείλει να εφαρμόσει, εντός ενός έτους, ένα σύστημα αποζημιώσεων ad hoc σε εθνικό επίπεδο (βλέπε, mutatis mutandis, Hutten-Czapska, όπ. παραπάνω, § 239, και Ξενίδη-Αρέστη κατά Τουρκίας (επί της ουσίας), no 46347/99, § 40, 22 Δεκεμβρίου 2005). Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 61 § 6 α) του κανονισμού, η εξέταση όλων των παρόμοιων προσφυγών θα αναβληθεί, εν αναμονή της υιοθέτησης των εν λόγω μέτρων επανόρθωσης.
VI. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
416. Σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης,
«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της, και εάν το εθνικό δίκαιο του εμπλεκόμενου Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους επιτρέπει να γίνει μόνο μερική επανόρθωση των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο, εάν είναι αναγκαίο, χορηγεί δίκαιη ικανοποίηση στον ζημιωθέντα ένδικο.»
417. Οι προσφεύγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις τόσο για υλική όσο και για ηθική βλάβη, καθώς και την απόδοση των δικαστικών εξόδων ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Κυβέρνηση αμφισβητεί τις αξιώσεις αυτές.
A. Οι θέσεις των αντίδικων μερών
1. Οι προσφεύγοντες
418. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η άποψη της Κυβέρνησης, σύμφωνα με την οποία οφείλουν να υποβάλουν πρώτα τις αιτήσεις αποζημίωσης ενώπιον των εθνικών δικαστικών αρχών ή της γενικής εισαγγελίας, στερείται βάσης (παραθέτουν τις υποθέσεις Barberà, Messegué και Jabardo κατά Ισπανίας (άρθρο 50), 13 Ιουνίου 1994, § 17, σειρά A no 285‑C). Το παραδεκτό των αιτήσεων δίκαιης ικανοποίησης δεν εξαρτάται από την προηγούμενη άσκηση προσφυγών στα εθνικά ένδικα μέσα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, οι εν λόγω προσφυγές προδήλως δεν μπορούν να αποτελέσουν ένα ταχύ και απλό μέσο προκειμένου τα ζημιωθέντα μέρη να λάβουν χρηματική αποζημίωση.
419. Ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, οι προσφεύγοντες επικαιροποίησαν τις αιτήσεις τους δίκαιης ικανοποίησης. Εκείνοι οι οποίοι δεν έχουν κανένα εισόδημα, αιτούνται ποσό που αντιστοιχεί στα κοινωνικά επιδόματα και επιδόματα στέγασης που θα λάμβαναν, εάν δεν είχε συμβεί η «διαγραφή».
Οι προσφεύγοντες αξιώνουν τα ακόλουθα ποσά για υλική ζημία:
– κ. Kurić: 37.929,85 EUR·
– κα Mezga: 58.104,03 EUR·
– κ. Ristanović: 15.698,07 EUR·
– κ. Berisha: 104.174,25 EUR·
– κ. Sadik: 41.374,95 EUR·
– κ. Minić: 40.047,24 EUR.
420. Όσον αφορά την ηθική βλάβη την οποία εκτιμούν ότι υπέστησαν, οι προσφεύγοντες δηλώνουν ότι η «διαγραφή» είχε για τους ίδιους εξαιρετικά σοβαρές συνέπειες και προκάλεσε ισχυρή αναστάτωση και μεγάλου εύρους ανατροπές στη ζωή τους: μη ρυθμισμένο καθεστώς, απώλεια εργασίας, συνθήκες ζωής αναξιοπρεπείς για τα ανθρώπινα μέτρα, και σοβαρά προβλήματα υγείας για πολλούς από αυτούς. Εν περιλήψει, έχουν υποστεί διάφορα δεινά, τα οποία αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου: οδύνη και συναισθήματα βαθιάς αστάθειας και ανασφάλειας αναφορικά με το μέλλον επί εξαιρετικά μεγάλη χρονική περίοδο, άγχος εξαιτίας του κινδύνου απέλασης, και έντονο συναίσθημα αγωνίας και θλίψης εξαιτίας ξενοφοβικών συμπεριφορών και απουσίας αποτελεσματικών μέσων προσφυγής. Σύμφωνα με τους ίδιους, η αποζημίωση για ηθική βλάβη θα πρέπει να υπολογιστεί από τον Φεβρουάριο του 1999, ημερομηνία της πρώτης απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Αξιώνουν τα ακόλουθα ποσά:
– κ. Kurić: 147.822 EUR·
– κα Mezga: 151.986 EUR·
– κ. Ristanović: 151.986 EUR·
– κ. Berisha: 146.781 EUR·
– κ. Sadik: 154.068 EUR·
– κ. Minić: 154.068 EUR.
421. Τέλος, οι προσφεύγοντες απαιτούν 49.975,82 EUR, πλέον ΦΠΑ και άλλους φόρους (δηλαδή 62.369,82 EUR), για τα έξοδα και τις δαπάνες ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπογραμμίζουν ότι, δεδομένων των εξαιρετικών συνθηκών της υπόθεσης και της ακραίας φτώχειας στην οποία ζουν, οι εκπρόσωποί τους δέχθηκαν να παραιτηθούν από την αμοιβή τους στην περίπτωση που το Δικαστήριο απέρριπτε τις αιτιάσεις τους. Κατά συνέπεια, δεν έχουν ακόμη πραγματοποιήσει καμία πληρωμή, και δεν είναι επομένως σε θέση να προσκομίσουν κανένα σχετικό δικαιολογητικό.
2. Η Κυβέρνηση
422. Η Κυβέρνηση αναφέρει ότι κανείς εκ των προσφευγόντων δεν αξίωσε αποζημίωση ενώπιον των εθνικών δικαστικών αρχών. Μόνο οι κκ. Berisha και Minić κατέθεσαν στη γενική εισαγγελία αίτηση μερικής αποζημίωσης, η οποία και απορρίφθηκε.
B. Η απόφαση του Τμήματος
423. Το Τμήμα εκτίμησε ότι το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 41 της Σύμβασης δεν μπορούσε να αποφασιστεί επί του παρόντος, και αποφάσισε τη μετάθεση της εξέτασής του εξ ολοκλήρου σε μελλοντική στιγμή (παράγραφοι 422-423 της απόφασης του Τμήματος και σημείο 7 των εκτελεστικών της διατάξεων).
Γ. Εκτίμηση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης
1. Υλική ζημία
424. Υπό τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο εκτιμά ότι το ζήτημα της αποζημίωσης για υλική ζημία δεν μπορεί να αποφασιστεί επί του παρόντος. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται, και θα ορίσει τη μετέπειτα διαδικασία, λαμβάνοντας υπόψη την πιθανότητα η Κυβέρνηση και οι προσφεύγοντες να καταλήξουν σε συμφωνία, καθώς και κάθε μέτρο ατομικού ή γενικού χαρακτήρα που η Κυβέρνηση ενδέχεται να λάβει προς εκτέλεση της παρούσας απόφασης (άρθρα 61 § 7 και 75 § 1 του κανονισμού).
2. Ηθική βλάβη
425. Δεδομένης της φύσης των διαπιστούμενων παραβιάσεων στην παρούσα υπόθεση, και των όσων υπέφεραν οι προσφεύγοντες, το Δικαστήριο προτίθεται να αποδεχθεί εν μέρει τις απαιτήσεις τους και να επιδικάσει κατά δίκαιη κρίση, για ηθική βλάβη, 20.000 EUR σε καθέναν εκ των δικαιωθέντων προσφευγόντων (κ. Kurić, κα Mezga, κκ. Ristanović, Berisha, Ademi και Minić).
3. Δικαστικά έξοδα
426. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένας προσφεύγων μπορεί να αποζημιωθεί για τα δικαστικά του έξοδα μόνο στον βαθμό που αποδεικνύει ότι ήταν πραγματικά, αναγκαία, και, επιπλέον, λογικού ύψους (βλέπε, για παράδειγμα, Ιατρίδης κατά Ελλάδας (δίκαιη ικανοποίηση) [GC], no 31107/96, § 54, CEDH 2000‑XI).
427. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η υπόθεση απαίτησε την ανάλυση ενός αριθμού πραγματικών στοιχείων και τεκμηρίων, καθώς και μια αρκετά σημαντική εργασία έρευνας και προετοιμασίας. Χωρίς να αμφισβητεί την αλήθεια των ποσών που απαιτήθηκαν, εκτιμά ότι το συνολικό χρηματικό ποσό που αξιώνουν οι προσφεύγοντες για τα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας ενώπιόν του, είναι υπερβολικό. Τα νομικά ζητήματα που ανακινήθηκαν κατά την προσφυγή ήταν παρόμοια για το σύνολο των προσφευγόντων, και για τον λόγο αυτόν το Δικαστήριο αποφασίζει να τους επιδικάσει το συνολικό ποσό των 30.000 EUR.
4. Τόκοι υπερημερίας
428. Το Δικαστήριο κρίνει ορθό να ορίσει τον δείκτη των τόκων υπερημερίας με βάση το επιτόκιο της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
1. Αποφαίνεται, με δεκαπέντε ψήφους έναντι δύο, ότι δεν είναι αρμόδιο να εξετάσει τις αιτιάσεις που προέβαλλαν οι κκ. Petreš και Jovanović·
2. Απορρίπτει, ομοφώνως, τις ενστάσεις ασυμβατότητας ratione materiae και ratione temporis με τις διατάξεις της Σύμβασης, και την ένσταση εκπροθέσμου, τις οποίες κατέθεσε η Κυβέρνηση·
3. Αποφαίνεται, ομοφώνως, ότι ο κ. Kurić, η κα Mezga, οι κκ. Ristanović, Berisha, Ademi και Minić μπορούν να ισχυριστούν ότι υπήρξαν «θύματα», κατά το άρθρο 34 της Σύμβασης, των προβαλλόμενων παραβιάσεων των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από τη Σύμβαση·
4. Κάνει δεκτή, με εννέα ψήφους έναντι οκτώ, την προκαταρκτική ένσταση της Κυβέρνησης για τη μη εξάντληση των εθνικών ένδικων μέσων, όσον αφορά τον κ. Dabetić και την κα Ristanović·
5. Απορρίπτει, ομοφώνως, την προκαταρκτική ένσταση της Κυβέρνησης για τη μη εξάντληση των εθνικών ένδικων μέσων, όσον αφορά τους υπόλοιπους προσφεύγοντες (κ. Kurić, κα Mezga, κκ. Ristanović, Berisha, Ademi και Minić)·
6. Αποφαίνεται, ομοφώνως, ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης·
7. Αποφαίνεται, ομοφώνως, ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της Σύμβασης·
8. Αποφαίνεται, ομοφώνως, ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της Σύμβασης·
9. Αποφαίνεται, ομοφώνως, ότι το εναγόμενο Κράτος οφείλει, εντός ενός έτους από την έκδοση της παρούσας απόφασης, να εφαρμόσει ένα σύστημα αποζημιώσεων ad hoc σε εθνικό επίπεδο (παράγραφος 415 παραπάνω)·
10. Αποφαίνεται, ομοφώνως, ότι, όσον αφορά την υλική ζημία που προήλθε από τις διαπιστούμενες παραβιάσεις στην παρούσα υπόθεση, το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 41 δεν μπορεί να αποφασιστεί επί του παρόντος, και κατά συνέπεια,
α) επιφυλάσσεται ως προς αυτό·
β) καλεί την Κυβέρνηση και τους προσφεύγοντες να του υποβάλουν γραπτώς, εντός τριών μηνών, τις παρατηρήσεις τους επ’ αυτού, και κυρίως να του γνωστοποιήσουν οποιαδήποτε συμφωνία στην οποία τυχόν καταλήξουν·
γ) επιφυλάσσεται για τη μετέπειτα διαδικασία, και αναθέτει στον πρόεδρο του Δικαστηρίου να την ορίσει, εφόσον υπάρξει ανάγκη.
11. Αποφαίνεται, ομοφώνως,
α) ότι το εναγόμενο Κράτος οφείλει να καταβάλει, εντός τριών μηνών, τα ακόλουθα ποσά:
i. από 20.000 EUR (είκοσι χιλιάδες ευρώ) στον κ. Kurić, την κα Mezga, τους κκ. Ristanović, Berisha, Ademi και Minić, για ηθική βλάβη, πλέον όποιο ποσό μπορεί να απαιτηθεί από αυτούς ως φόρος·
ii. 30 000 EUR (τριάντα χιλιάδες ευρώ) στους προσφεύγοντες από κοινού, πλέον όποιο ποσό μπορεί να απαιτηθεί από αυτούς ως φόρος, για δικαστικά έξοδα·
β) ότι από την εκπνοή της προθεσμίας των τριών μηνών και μέχρι την καταβολή τους, στα ποσά αυτά θα προστίθεται τόκος υπερημερίας ίσος με τον ισχύοντα την περίοδο εκείνη δείκτη της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες·
12. Απορρίπτει, ομοφώνως, τις επιπλέον αξιώσεις των προσφευγόντων βάσει του άρθρου 41 για ηθική βλάβη και δικαστικά έξοδα.
Συντάχθηκε στη γαλλική και την αγγλική γλώσσα, και εκφωνήθηκε σε δημόσια ακρόαση στο Μέγαρο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο Στρασβούργο, στις 26 Ιουνίου 2012.
Vincent BergerNicolas Bratza
Νομικός σύμβουλοςΠροεδρεύων
Στην παρούσα απόφαση, σύμφωνα με τα άρθρα 45 § 2 της Σύμβασης και 74 § 2 του κανονισμού, επισυνάπτονται:
– η σύμφωνη γνώμη του δικαστή Zupančič·
– η μερικώς σύμφωνη και μερικώς αποκλίνουσα γνώμη του δικαστή Vučinić·
– η κοινή μερικώς αποκλίνουσα γνώμη των δικαστών Bratza, Tulkens, Spielmann, Kovler, Kalaydjieva, Vučinić και Raimondi·
– η μερικώς αποκλίνουσα γνώμη του δικαστή Costa·
– η κοινή μερικώς αποκλίνουσα γνώμη των δικαστών Kovler και Kalaydjieva.
N.B.
V.B.
© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013.
Οι επίσημες γλώσσες του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι η αγγλική και η γαλλική. Η παρούσα μετάφραση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, το οποίο δεν φέρει καμία ευθύνη για την ποιότητά της. Η μετάφραση είναι διαθέσιμη στη βάση νομολογίας HUDOC του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων () και σε κάθε άλλη βάση δεδομένων όπου έχει κοινοποιηθεί από το Δικαστήριο. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή της για μη εμπορικούς σκοπούς, με τον όρο να παρατίθεται ο πλήρης τίτλος της υπόθεσης και η παραπάνω ένδειξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Όποιος τυχόν επιθυμεί να χρησιμοποιήσει ολόκληρη ή μέρος της παρούσας μετάφρασης για εμπορικούς σκοπούς, καλείται να επικοινωνήσει με τη διεύθυνση: publishing@.
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013.
The official languages of the European Court of Human Rights are English and French. This translation does not bind the Court, nor does the Court take any responsibility for the quality thereof. It may be downloaded from the HUDOC case-law database of the European Court of Human Rights () or from any other database with which the Court has shared it. It may be reproduced for non-commercial purposes on condition that the full title of the case is cited, together with the above copyright indication. If it is intended to use any part of this translation for commercial purposes, please contact publishing@.
© Conseil de l’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013.
Les langues officielles de la Cour européenne des droits de l’homme sont le français et l’anglais. La présente traduction ne lie pas la Cour, et celle-ci décline toute responsabilité quant à sa qualité. Elle peut être téléchargée à partir de HUDOC, la base de jurisprudence de la Cour européenne des droits de l’homme (), ou de toute autre base de données à laquelle HUDOC l’a communiquée. Elle peut être reproduite à des fins non commerciales, sous réserve que le titre de l’affaire soit cité en entier et s’accompagne de l’indication de copyright ci-dessus. Toute personne souhaitant se servir de tout ou partie de la présente traduction à des fins commerciales est invitée à le signaler à l’adresse suivante : publishing@.
Full & Egal Universal Law Academy