Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ ΜΕΚΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
(Προσφυγή αριθ. 12863/14)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
9 Ιουνίου 2016
Η απόφαση αυτή θα καταστεί τελεσίδικη σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται από το άρθρο 44 § 2. Μπορεί να υποστεί μικροαλλαγές ως προς την μορφή.
Στην υπόθεση Μέκρα κατά Ελλάδας.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (πρώτο τμήμα), συνεδριάζοντας σε τμήμα, η σύνθεση του οποίου έχει ως εξής:
Mirjana Lazarova Trajkovska, πρόεδρος,
Ledi Bianku,
Λίνος-Αλέξανδρος Σισιλιάνος,
Paul Mohoney,
Aleš Pejchal
Robert Spano,
Pauliine Koskelo, δικαστές,
και Abel Campos, γραμματέας τμήματος,
Αφού διασκέφθηκε σε δικαστικό συμβούλιο στις 17 Μαΐου 2016,
Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, η οποία ελήφθη την πιο πάνω ημερομηνία:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η υπόθεση έχει εισαχθεί με μία προσφυγή (αριθ. 12863/14) στρεφόμενη κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, με την οποία ένας υπήκοος του Κράτους αυτού, ο κ. Γεώργιος Μέκρας («ο προσφεύγων»), προσέφυγε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 6 Φεβρουαρίου 2014 δυνάμει του άρθρου 34 της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση»). Ο προσφεύγων εκπροσωπήθηκε από τους κυρίους Κ. Τσιτσελίκη και Α. Σπάθη, δικηγόρους Θεσσαλονίκης. Η ελληνική κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τους εντεταλμένους του αντιπροσώπου της, κύριο Κ. Γεωργιάδη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κυρία Σ. Παπαϊωάννου, δικαστική αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Ο προσφεύγων επικαλείται παραβιάσεις των άρθρων 3 (συνθήκες κράτησης) και 5 § 3 της Σύμβασης. Στις 19 Μαΐου 2015, η προσφυγή κοινοποιήθηκε στην Κυβέρνηση.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Ι. ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
5. Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1966. Σήμερα είναι έγκλειστος στις φυλακές Κομοτηνής.
Α. Η προσωρινή κράτηση του προσφεύγοντος και η περίθαλψη που του παρασχέθηκε εξαιτίας της κατάστασης της υγείας του.
6. Ο προσφεύγων προσελήφθη στις 23 Οκτωβρίου 2012 ως ύποπτος εμπορίας ναρκωτικών και κρατήθηκε προσωρινά, μέχρι τις 28 Απριλίου 2013, δυνάμει ενός εντάλματος της 25 Οκτωβρίου 2012. Στους χώρους διαφόρων αστυνομικών τμημάτων της Θεσσαλονίκης. Το ένταλμα τόνιζε ότι υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του προσφεύγοντος για συνέργεια στο έγκλημα της εμπορίας ναρκωτικών και, λαμβανομένης υπόψη της μεγάλης ποσότητας της επίδικης κάνναβης καθώς και της συντονισμένης δράσης περισσοτέρων συνεργών, υπήρχε κίνδυνος, εφόσον αυτός αφηνόταν ελεύθερος, να διαπράξει άλλα αδικήματα της ιδίας φύσεως.
7. Στις 29 Απριλίου 2013, αυτός μετήχθη στις φυλακές Διαβατών στην Θεσσαλονίκη. Κατά την εισαγωγή του, ο προσφεύγων εξετάστηκε από τον γιατρό της φυλακής σύμφωνα με το άρθρο 27 § 2 του σωφρονιστικού κώδικα. Προκειμένου να έχει μία καλύτερη εικόνα της κατάστασης υγείας του προσφεύγοντος, ο γιατρός της φυλακής ζήτησε κάποιες ιατρικές γνωμοδοτήσεις από το πανεπιστημιακό νοσοκομείο της Λάρισας. Ο προσφεύγων νοσηλεύθηκε εκεί από τις 2 μέχρι τις 16 Ιουνίου 2013. Διαπιστώθηκε ότι έπασχε από οξεία παγκρεατίτιδα (από το 2006) και από ομφαλοκήλη και ότι ήταν υπέρβαρος. Οι γιατροί του συνέστησαν φαρμακευτική αγωγή και μία νέα εξέταση σε μερικές εβδομάδες.
8. Στις 25 Ιουνίου 2013, ο προσφεύγων μετήχθη στην χειρουργική κλινική του νοσοκομείου «Άγιος Δημήτριος» της Θεσσαλονίκης, όπου υποβλήθηκε, στις 16 Ιουλίου 2013, σε επέμβαση για την ομφαλοκήλη του. Η Κυβέρνηση βεβαιώνει ότι, μετά την επιστροφή του στην φυλακή, στις 19 Ιουλίου 2013, ο προσφεύγων απετέλεσε το αντικείμενο συνεχούς παρακολούθησης κατά την ανάρρωσή του.
9. Στις 25 Αυγούστου 2013, ο προσφεύγων παρουσίασε συμπτώματα ιλίγγου, εφίδρωσης και αιμωδίας. Εισήχθη στην νευρολογική κλινική του νοσοκομείου «Ιπποκράτειο» της Θεσσαλονίκης και διαγνώσθηκε με εγκεφαλικό επεισόδιο. Έμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 30 Αυγούστου 2013. Σε ένα εσωτερικό έγγραφο του νοσοκομείου με ημερομηνία 29 Αυγούστου 2013, ενόψει της εξέτασης του προσφεύγοντος, ο υπεύθυνος ιατρός σημείωσε:
«Ο ασθενής δεν έτυχε οποιασδήποτε ιατρικής περίθαλψης σε βαθμό που ακόμη και η ετοιμασία για την πραγματοποίηση της εξέτασης παραμένει αδύνατη. Δεδομένου ότι το υπερηχογράφημα απαιτεί μία άμεση επαφή μεταξύ του ιατρού και του ασθενούς, ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες, θα πρέπει να υπάρχει μέριμνα ώστε οι ευάλωτες ομάδες (ηλικιωμένοι, παχύσαρκοι, ασθενείς χωρίς οικογένεια) να τυγχάνουν περίθαλψης, να αλλάζουν ενδύματα, κάνουν μπάνιο ώστε να είναι καθαρές και έτοιμες για μία κλινική και βιολογική εξέταση. Η όψη του ασθενούς συνιστά προσβολή της αξιοπρέπειάς του, αλλά αυτής του προσωπικού της μονάδας υπερηχογραφήματος από το οποίο ζητήθηκε η εξέταση.»
10. Κατά την έξοδο του προσφεύγοντος, σε ένα σημείωμα που συντάχθηκε από τους γιατρούς του νοσοκομείου, αυτοί συνέστησαν μία φαρμακευτική αγωγή, συνεδρίες φυσικοθεραπείας και τακτικό έλεγχο της αρτηριακής πίεσης και της γλυκαιμίας. Διευκρινιζόταν επίσης εκεί ότι είχε δοθεί μία συνταγή στον προσφεύγοντα για την προμήθεια μιας ειδικής βακτηρίας με τρία πόδια (προκειμένου να μπορεί να περπατήσει πιο σταθερά).
11. Η κάρτα υγείας του προσφεύγοντος στην φυλακή αποδεικνύει ότι, από τις 9 Σεπτεμβρίου 2013 μέχρι τις 22 Ιανουαρίου 2014, η αρτηριακή πίεσή του μετρήθηκε 27 φορές και η γλυκαιμία 18 φορές. Εν τούτοις, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι δεν του χορηγήθηκε η φαρμακευτική αγωγή που συνταγογραφήθηκε από το νοσοκομείο ούτε οι συνεδρίες φυσικοθεραπείας και ότι η βακτηρία δεν του χορηγήθηκε ποτέ. Ο επισκέπτης ιατρός της φυλακής του εξήγησε προφορικά ότι η φυλακή δεν είχε τα οικονομικά μέσα να του χορηγήσει τα φάρμακα αυτά. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται επίσης ότι ζήτησε πολλές φορές μετά τις 4 Φεβρουαρίου 2013 να του σερβίρουν γεύματα χωρίς ζάχαρη ή αλάτι, αλλά ουδέποτε έλαβε απάντηση.
12. Κατά την Κυβέρνηση, μετά την επιστροφή του στην φυλακή, ο προσφεύγων ακολούθησε την φαρμακευτική αγωγή που συνταγογραφήθηκε από τους γιατρούς του νοσοκομείου και απετέλεσε επίσης το αντικείμενο τακτικών ελέγχων της αρτηριακής πίεσής του και της γλυκαιμίας. Ούτε οι γιατροί του νοσοκομείου ούτε εκείνος της φυλακής συνέστησαν ειδική δίαιτα για τον προσφεύγοντα. Η Κυβέρνηση βεβαιώνει ότι το ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο εστάλη από τον διευθυντή της νευρολογικής κλινικής στις αρχές της φυλακής δεν περιελάμβανε συστάσεις για φυσικοθεραπείες και ότι ο προσφεύγων δεν τις ζήτησε.
13. Την 1η Οκτωβρίου 2014, ο προσφεύγων υπέστη ένα δεύτερο επεισόδιο και μετήχθη στο νοσοκομείο «Ιπποκράτειο».
Β. Η αίτηση αποφυλάκισης του προσφεύγοντος και η καταδίκη του
14. Στις 4 Φεβρουαρίου 2013, ο προσφεύγων ζήτησε την υφ’όρους απόλυσή του. Στην αίτησή του, υπογράμμιζε ότι, σε περίπτωση συνέχισης της κράτησής του, η σωματική ακεραιότητά του θα κινδύνευε διότι έπασχε από οξεία παγκρεατίτιδα και είχε υποβληθεί σε ιατρική αγωγή και σε ειδική δίαιτα. Εν τούτοις, η κράτηση του προσφεύγοντος παρατάθηκε με τις αποφάσεις αριθ. 294/2013 και αριθ. 662/2013 του συμβουλίου εφετών Θεσσαλονίκης, μέχρι το μέγιστο όριο το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 6 § 4 του Συντάγματος. Με την απόφαση αριθ. 207/2013 του προέδρου εφετών Θεσσαλονίκης, ο προσφεύγων παραπέμφθηκε σε δίκη με απευθείας κλήση.
15. Στις 23 Οκτωβρίου 2013, ήτοι δύο ημέρες πριν από την λήξη του μεγίστου ορίου προφυλάκισης που επιτρέπεται από το Σύνταγμα, ο προσφεύγων ζήτησε την υφ’όρους απόλυσή του ενώπιον του συμβουλίου εφετών Θεσσαλονίκης. Η αίτησή του στηριζόταν κατά κύριο λόγο στην κατάσταση της υγείας του. Υποστήριζε ότι απουσία παρακολούθησης της παγκρεατίτιδάς του είχε επιφέρει βλάβες στα ζωτικά όργανά του και δημιουργήσει νέες παθολογίες. Υπογράμμιζε ότι έπασχε από διαβήτη, υπερλιπιδαιμία και υπέρταση, γεγονός που καθιστούσε αναγκαία μία διατροφή χωρίς λιπαρά και ζάχαρη, συχνούς ιατρικούς ελέγχους καθώς και την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Υπογράμμιζε επίσης ότι, μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο και την νοσηλεία του, είχε προβλήματα κινητικότητας τα οποία δεν μπορούσαν να αντιμετωπισθούν παρά μόνον με συνεδρίες φυσικοθεραπείας. Αυτές συνεδρίες όμως δεν μπορούσαν όμως να πραγματοποιηθούν στην φυλακή.
16. Ο προσφεύγων ισχυριζόταν επίσης ότι η συνέχιση της κράτησής του μέχρι την συζήτηση στο ακροατήριο (στις 19 Φεβρουαρίου 2014) θα επέσυρε ανεπανόρθωτες συνέπειες για την υγεία του διότι καμία από τις συστάσεις των γιατρών δεν τηρήθηκε στην φυλακή και ότι οι συνθήκες της κράτησής του ήταν απάνθρωπες, ιδιαίτερα εξαιτίας της υπερπλήρωσης του κελιού του και της έλλειψης οποιουδήποτε εξαερισμού του. Τόνιζε ότι δεν υπήρχε έλεγχος της υπέρτασης και του διαβήτη του και ότι τα φάρμακα τα οποία είχαν συνταγογραφηθεί από τους γιατρούς του νοσοκομείου δεν του χορηγήθηκαν: στις φυλακές των Διαβατών δεν υπήρχαν φάρμακα, γιατροί και νοσηλευτικό προσωπικό. Αντί να ακολουθεί το διαιτολόγιο που του είχε συνταγογραφηθεί, αναγκαζόταν να τρέφεται προκειμένου να επιβιώσει με τρόφιμα τα οποία αντενδείκνυνται στην κατάστασή του.
17. Στην πρότασή του προς το συμβούλιο, ο εισαγγελέας δήλωσε ότι ήταν θετικός στην αντικατάσταση της κράτησης με μέτρα λιγότερο περιοριστικά (απαγόρευση εξόδου από την επικράτεια, καταβολή εγγύησης 2.000 ευρώ και παρουσία σε αστυνομικό τμήμα μία φορά τον μήνα), εξαιτίας, ειδικότερα, της κατάστασης υγείας του προσφεύγοντος, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτός είχε γνωστή κατοικία στην Λάρισα και δεν είχε διαπράξει αδικήματα στο παρελθόν. Συγκεκριμένα, όσον αφορά την κατάσταση της υγείας, ο εισαγγελέας παρέθετε το ιατρικό ιστορικό του προσφεύγοντος και υπογράμμιζε ότι, εκτός από την φαρμακευτική αγωγή, οι θεράποντες ιατροί είχαν συστήσει συνεδρίες φυσικοθεραπείας και την προμήθεια μιας κατάλληλης βακτηρίας.
18. Με την απόφαση αριθ. 792/2013 της 20 Δεκεμβρίου 2013, το συμβούλιο δεν δέχθηκε την πρόταση του εισαγγελέως και διέταξε την διατήρηση της κράτησής του προσφεύγοντος. Έκρινε ότι οι όροι οι οποίοι οδήγησαν στην θέση του προσφεύγοντος υπό κράτηση συνέχιζαν να συντρέχουν: τα χαρακτηριστικά του αδικήματος για το οποίο αυτός κατηγορούνταν δημιουργούσαν υπόνοιες ότι, εφόσον ο προσφεύγων αφηνόταν ελεύθερος, υπήρχε ο κίνδυνος να διαπράξει νέα αδικήματα. Σημείωσε επίσης ότι τα αδικήματα για τα οποία αυτός κατηγορούνταν τιμωρούνται με ποινή τουλάχιστον δέκα ετών κάθειρξης και με χρηματική ποινή κυμαινόμενη μεταξύ 50.000 και 500.000 ευρώ. Δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά στην κατάσταση υγείας του προσφεύγοντος.
19. Στις 19 Φεβρουαρίου 2014, το ποινικό εφετείο Θεσσαλονίκης καταδίκασε τον προσφεύγοντα σε ποινή κάθειρξης οκτώ ετών και σε χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Αποφάνθηκε ότι η τυχόν έφεση δεν θα είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα.
20. Στις 4 Απριλίου 2014, ο προσφεύγων μετήχθη στις φυλακές Κομοτηνής.
ΙΙ. ΤΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
21. Το άρθρο 6 § 4 του Συντάγματος του 1975 ορίζει:
«Νόμος ορίζει το ανώτατο όριο διάρκειας της προφυλάκισης, που δεν μπορεί να υπερβεί το ένα έτος στα κακουργήματα και τους έξι μήνες στα πλημμελήματα. Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις τα ανώτατα αυτά όρια μπορούν να παραταθούν για έξι και τρεις μήνες, αντίστοιχα, με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου.»
22. Το άρθρο 282 του κώδικα ποινικής δικονομίας, όπως ίσχυε την εποχή των συμβάντων, είχε ως εξής:
Προσωρινή κράτηση και περιοριστικοί όροι
«1. Όσο διαρκεί η προδικασία, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, είναι δυνατό να διαταχθούν περιοριστικοί όροι, εφόσον αυτό κρίνεται απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη των αναφερόμενων στο άρθρο 296 σκοπών.
2. Περιοριστικοί όροι είναι ιδίως η παροχή εγγύησης, η υποχρέωση του κατηγορουμένου να εμφανίζεται κατά διαστήματα στον ανακριτή ή σε άλλη αρχή, η απαγόρευση να μεταβαίνει ή να διαμένει σε ορισμένο τόπο ή στο εξωτερικό, η απαγόρευση να συναναστρέφεται ή να συναντάται με ορισμένα πρόσωπα.
3. Προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί αντί για περιοριστικούς όρους (...), μόνο αν ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα και δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του (...) ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό (...) [ο κατηγορούμενος] να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Μόνη η βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή της προσωρινής κράτησης (...)».
23. Το άρθρο 110Α του ποινικού κώδικα έχει ως εξής:
« 1. Η απόλυση υπό όρο χορηγείται ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και 106, εφόσον ο κατάδικος νοσεί από σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας, από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και υποβάλλεται σε τακτική αιμοκάθαρση, από ανθεκτική φυματίωση ή είναι τετραπληγικός, καθώς και από κίρρωση του ήπατος με αναπηρία άνω του εξήντα επτά τοις εκατό (67%) ή από γεροντική άνοια έχοντας υπερβεί το ογδοηκοστό έτος της ηλικίας ή από κακοήθη νεοπλάσματα τελικού σταδίου.»
ΙΙΙ. ΟΙ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΩΝ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΑΝΘΡΩΠΗΣ Ή ΤΑΠΕΙΝΩΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗΣ Ή ΤΙΜΩΡΙΑΣ (CPT)
24. Στην από 5 Ιουλίου 2013 έκθεσή της, η οποία εκπονήθηκε μετά από την επίσκεψη της 4 έως 16 Απριλίου 2013, η CPT σημείωνε ότι οι πόροι που διατίθεντο για την ιατρική φροντίδα είχαν μειωθεί από την τελευταία επίσκεψή της το 2011. Ο γιατρός που εργαζόταν εκεί με πλήρη απασχόληση είχε παραιτηθεί και οι περιορισμοί του προϋπολογισμού δεν επέτρεπαν την αντικατάστασή του. Την ημερομηνία της επίσκεψης, δύο εξωτερικοί γιατροί ήταν στα ιατρεία: ένας παθολόγος ο οποίος ερχόταν εθελοντικά μία ή δύο φορές την εβδομάδα και ένας ειδικευμένος που ερχόταν μία φορά την εβδομάδα για δύο ή τρεις ώρες. Τους συνέδραμαν τρεις ειδικευμένες νοσοκόμες. Υπήρχε μία νυκτερινή βάρδια (από τις 20 το βράδυ μέχρι τις 7 το πρωί), αλλά αυτή ματαιωνόταν συχνά αν έλειπε η νοσοκόμα λόγω ασθενείας ή αδείας.
25. Στην από 1ης Μαρτίου 2016 έκθεσή της, η οποία εκπονήθηκε κατόπιν της επίσκεψής της από τις 14 μέχρι τις 23 Απριλίου 2015, η CPT έκανε την ίδια διαπίστωση με εκείνη του 2013, ήτοι οι πόροι που διατίθεντο για την ιατρική φροντίδα δεν είχαν αυξηθεί από το 2013 και ήταν ιδιαίτερα ανεπαρκείς για μία φυλακή με 600 κρατούμενους. Τρεις εξωτερικοί παθολόγοι πήγαιναν στην φυλακή μία φορά την εβδομάδα για τρεισήμισι ώρες και ένας άλλος την επισκεπτόταν τις Πέμπτες για πέντε ώρες. Συνολικά, τούτο ισοδυναμούσε με λιγότερο από έναν ημι-απασχούμενο γιατρό. Υπήρχαν τρεις μόνον νοσοκόμες πλήρους απασχόλησης και δύο κρατούμενοι εκτελούσαν χρέη βοηθών νοσοκόμων και διένειμαν τα φάρμακα υπό την επίβλεψη μιας νοσοκόμας. Στο πόρισμά της, η CPT σύστηνε στις ελληνικές αρχές να προσλάβουν επειγόντως, για τις φυλακές Διαβατών, τουλάχιστον έναν παθολόγο πλήρους απασχόλησης και τρεις ειδικευμένες νοσοκόμες.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Ι. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 3 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
26. Ο προσφεύγων παραπονείται ότι η κράτησή του στις φυλακές Διαβατών επέφερε ανεπανόρθωτη επιδείνωση της κατάστασης υγείας του. Ισχυρίζεται ειδικότερα ότι δεν του χορηγήθηκε η ιατρική αγωγή η οποία είχε συστηθεί πριν ακόμη από το εγκεφαλικό επεισόδιό του και ότι δεν λάμβανε ούτε την κατάλληλη διατροφή ούτε την αγωγή για τα προβλήματα κινητικότητάς του. Επικαλείται μία παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης, το οποίο έχει ως εξής:
«Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθή εις βασάνους ούτε εις ποινάς ή μεταχείρισιν απανθρώπους ή εξευτελιστικάς.»
Α. Επί του παραδεκτού
27. Το Δικαστήριο διαπιστώνει, επίσης, ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι προδήλως αβάσιμη με την έννοια του άρθρου 35 § 3 α) της Σύμβασης και ότι αυτή δεν προσκρούει εξάλλου σε κάποιο λόγο απαραδέκτου. Την κηρύσσει συνεπώς παραδεκτή.
Β. Επί της ουσίας
1. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
28. Ο προσφεύγων επικαλείται την πλούσια νομολογία του Δικαστηρίου σε ζητήματα περίθαλψης των κρατουμένων. Υποστηρίζει ότι η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε εξαιτίας των ασφυκτικών συνθηκών κράτησης μέσα στην φυλακή (τοποθετημένος σε ένα κελί με προσωπικό χώρο 2 τετραγωνικά μέτρα) και της απροθυμίας των σωφρονιστικών αρχών να του παρέξουν την απαραίτητη περίθαλψη, και ιδιαίτερα μία συνταγογραφημένη φαρμακευτική αγωγή. Προς τούτο, υπογραμμίζει ότι δεν είχε τους πόρους για να αγοράσει ο ίδιος τα φάρμακα αυτά και ότι, σύμφωνα με την πρακτική στις ελληνικές φυλακές, τα φάρμακα που δεν είναι διαθέσιμα στην φυλακή (δηλαδή όλα εκτός από τα αναλγητικά και τα ηρεμιστικά) χορηγούνται στους κρατούμενους υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί πληρώνουν για να τα αγοράσουν. Η έλλειψη επαρκούς αριθμού νοσοκόμων και ιατρού σε μόνιμη βάση του στέρησαν την κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση.
29. Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η κατάσταση της υγείας του προσφεύγοντος δεν ήταν ιδιαίτερα ανησυχητική κατά τον χρόνο εισόδου του στις φυλακές Διαβατών. Τούτο αποδεικνύεται άλλωστε από το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν ακολουθούσε κάποια φαρμακευτική αγωγή. Από την κάρτα υγείας του και τα ιατρικά πιστοποιητικά των γιατρών που τον εξέτασαν και περιέθαλψαν προκύπτει ότι ο προσφεύγων τελούσε υπό συνεχή ιατρικό έλεγχο. Οι σωφρονιστικές αρχές επέδειξαν επιμέλεια ως προς τις παρασχεθείσες φροντίδες ή την διατροφή του. Ο προσφεύγων μετήχθη σε διάφορα νοσοκομεία κάθε φορά που κρίθηκε αναγκαίο ή όταν το ζήτησε. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι αρχές μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνες για κάποιες παραλείψεις, αυτές δεν υπερέβησαν το απαιτούμενο όριο σοβαρότητας που προβλέπεται από το άρθρο 3.
2. Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
30. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 3 επιβάλλει στο Κράτος να προστατεύει την σωματική ακεραιότητα των ατόμων που στερούνται την ελευθερία τους, ιδιαίτερα με την παροχή της απαιτούμενης ιατρικής περίθαλψης (Kudla κατά Πολωνίας [GC], αριθ. 30210/96, § 94, CEDH 2000-XI, Mouisel κατά Γαλλίας, αριθ. 67263/01, § 40, CEDH 2002-ΙΧ, και Khoudobine κατά Ρωσίας, αριθ. 59606/00, § 93, CEDH 2006-ΧΙΙ). Επίσης το Δικαστήριο έχει κρίνει πολλές φορές ότι η έλλειψη κατάλληλης ιατρικής περίθαλψης μπορεί να αποτελέσει μεταχείριση αντιβαίνουσα στο άρθρο 3 (βλέπε, για παράδειγμα, πιο πάνω αναφερόμενη Μ.S. ΚΑΤΆ Ηνωμένου Βασιλείου, §§ 44 έως 46, Wenerski κατά Πολωνίας, αριθ. 44369/02, §§ 56 έως 65, 20 Ιανουαρίου 2009, και Popov κατά Ρωσίας, αριθ. 26853/04, §§ 210 έως 213 και 237, 13 Ιουλίου 2006).
31. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο υπενθυμίζει επίσης ότι το απλό γεγονός ότι ένας κρατούμενος εξετάστηκε από έναν γιατρό και ότι του συστήθηκε κάποια αγωγή δεν μπορεί να οδηγήσει αυτόματα στο συμπέρασμα ότι η παρασχεθείσα περίθαλψη ήταν προσήκουσα. Επίσης, οι αρχές οφείλουν να εξασφαλίζουν ότι ο κρατούμενος απολαμβάνει εγκαίρως μιας ακριβούς διάγνωσης και μιας κατάλληλης φροντίδας, και ότι αποτελεί το αντικείμενο, όταν η ασθένεια από την οποία προσβλήθηκε το απαιτεί, τακτικής και συστηματικής παρακολούθησης συνδυαζόμενης με μία συνολική θεραπευτική στρατηγική που στοχεύει μάλλον να αποκαταστήσει τα προβλήματα υγείας του ή να προλάβει την επιδείνωσή τους παρά να αντιμετωπίσει τα συμπτώνατά τους. Εξάλλου, οι αρχές έχουν την ευθύνη να αποδείξουν ότι δημιούργησαν τις αναγκαίες συνθήκες προκειμένου να ακολουθηθεί η συστηθείσα θεραπεία. Επίσης, η περίθαλψη που παρέχεται σε σωφρονιστικό περιβάλλον πρέπει να είναι προσήκουσες, δηλαδή επιπέδου συγκρίσιμου με εκείνο που οι κρατικές αρχές έχουν δεσμευτεί να παρέχουν στο σύνολο του πληθυσμού. Εν τούτοις, τούτο δεν συνεπάγεται την εξασφάλιση σε κάθε κρατούμενο ιατρικής περίθαλψης του ιδίου επιπέδου με εκείνο των καλύτερων ιδρυμάτων υγείας εκτός του σωφρονιστικού περιβάλλοντος (Blokhin κατά Ρωσίας [GC], αριθ. 47152/06, §§ 136-137, 23 Μαρτίου 2016 με την εκεί αναφερόμενη νομολογία).
32. Το Δικαστήριο σημειώνει εξ αρχής ότι κατά την ημερομηνία της σύλληψης και της θέσης του υπό κράτηση, ο προσφεύγων έπασχε από οξεία παγκρεατίτιδα (από το 2006) και από ομφαλοκήλη και ότι ήταν υπέρβαρος. Αφού εξετάστηκε από τον γιατρό της φυλακής την ημερομηνία εισόδου του, στις 9 Απριλίου 2013, αυτός μετήχθη για περαιτέρω εξετάσεις στο νοσοκομείο της Λάρισας όπου νοσηλεύθηκε από τις 2 μέχρι τις 16 Ιουνίου 2013. Στις 25 Ιουνίου 2013, ο προσφεύγων μετήχθη στην χειρουργική κλινική του νοσοκομείου «Άγιος Δημήτριος» της Θεσσαλονίκης, όπου υποβλήθηκε, στις 16 Ιουλίου 2013, σε επέμβαση για την ομφαλοκήλη του. Εκ νέου, στις 25 Αυγούστου 2013, κατόπιν μιας αδιαθεσίας, εισήχθη στην νευρολογική κλινική του νοσοκομείου «Ιπποκράτειο» της Θεσσαλονίκης όπου διαγνώσθηκε με εγκεφαλικό επεισόδιο και παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 30 Αυγούστου 2013. Έμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 30 Αυγούστου 2013. Κατά την έξοδο του προσφεύγοντος, σε ένα σημείωμα που συντάχθηκε από τους γιατρούς του νοσοκομείου, αυτοί συνέστησαν μία φαρμακευτική αγωγή, συνεδρίες φυσικοθεραπείας και τακτικό έλεγχο της αρτηριακής πίεσης και της γλυκαιμίας του. Διευκρινιζόταν επίσης εκεί ότι είχε δοθεί μία συνταγή στον προσφεύγοντα για την προμήθεια μιας ειδικής βακτηρίας με τρία πόδια προκειμένου να μπορεί να περπατήσει πιο σταθερά. Τέλος, από την κάρτα υγείας του προσφεύγοντος στην φυλακή προκύπτει ότι, από τις 9 Σεπτεμβρίου 2013 μέχρι τις 22 Ιανουαρίου 2014, η αρτηριακή πίεσή του μετρήθηκε 27 φορές και η γλυκαιμία 18 φορές.
33. Προκύπτει συνεπώς από το ιατρικό ιστορικό του προσφεύγοντος ότι οι σωφρονιστικές αρχές αντέδρασαν έναντι της κατάστασης υγείας του προσφεύγοντος και έλαβαν μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν την ιατρική φροντίδα του τόσο κατά τον χρόνο εισόδου του στην φυλακή όσο και μεταγενέστερα, όταν αυτός υπέστη εγκεφαλικό επεισόσιο. Το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφανθεί το ίδιο αν η στέρηση της ελευθερίας του προσφεύγοντος και οι συνθήκες της κράτησης στην φυλακή συνέβαλαν στο επεισόδιο του προσφεύγοντος. Ούτε στην δικογραφία υπάρχει κάποιο στοιχείο που να το επιβεβαιώνει.
34. Το μοναδικό σημείο απόκλισης μεταξύ της Κυβέρνησης και του προσφεύγοντος εντοπίζεται στην χορήγηση στον τελευταίο της φαρμακευτικής αγωγής που συνταγογραφήθηκε από τον γιατρό, στην προμήθεια της ειδικής βακτηρίας καθώς και για τα προσαρμοσμένα στην πάθησή του γεύματα.
35. Πριν να συναγάγει το συμπέρασμά του όσον αφορά την ποιότητα της περίθαλψης που παρασχέθηκε στον προσφεύγοντα στην φυλακή, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το άρθρο 3 δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι απαιτεί την παροχή σε κάθε προσφεύγοντα περίθαλψης επιπέδου αντιστοίχου με εκείνη η οποία προσφέρεται «στις καλύτερες ιδιωτικές κλινικές» (Mirilashvili κατά Ρωσίας (déc.), αριθ. 6293/04, 10 Ιουλίου 2007). Έχει επίσης βεβαιώσει ότι είναι «έτοιμο να αποδεχθεί ότι, κατ’αρχήν, τα μέσα των ιατρείων μέσα στο σωφρονιστικό σύστημα είναι περιορισμένα σε σύγκριση με εκείνα των ιδιωτικών κλινικών» (Grishin κατά Ρωσίας, αριθ. 30983/02, § 76, 15 Νοεμβρίου 2007).
36. Από την άλλη πλευρά, σημειώνει ότι οι διαπιστώσεις της CPT για τις φυλακές Διαβατών, κατά τις επισκέψεις της το 2013 και το 2015 (πιο πάνω παράγραφοι 24-25), αποκάλυψαν τις ελλείψεις σε ιατρική στελέχωση στις φυλακές αυτές από το 2011 και οι οποίες συνεχίζουν να υφίστανται. Επίσης, σημειώνει επίσης τα σχόλια ως προς την κατάσταση του προσφεύγοντος, τα οποία έχουν περιληφθεί μέσα σε ένα εσωτερικό έγγραφο του νοσοκομείου «Ϊπποκράτειο» από τον γιατρό που θα επρόκειτο να τον εξετάσει στις 29 Αυγούστου 2013 (πιο πάνω παράγραφος 9).
37. Το Δικαστήριο γνωρίζει ότι είναι δυσχερές να οργανωθούν για τους κρατούμενους συνεδρίες φυσικοθεραπείας μέσα στην φυλακή, πολύ περισσότερο αφού οι ελλείψεις στις φυλακές Διαβατών είναι σε επίπεδο επείγουσας ανάγκης. Παρά ταύτα, οι εν λόγω συνεδρίες ήταν απαραίτητες για τον προσφεύγοντα, όπως προκύπτει από το σημείωμα το οποίο συντάχθηκε από τους γιατρούς κατά την έξοδό του από το νοσοκομείο, στις 30 Αυγούστου 2013 (βλέπε πιο πάνω παράγραφο 10). Εξάλλου, το Κράτος δεν μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωσή του να παρέχει στους κρατούμενους μία φαρμακευτική αγωγή που απαιτείται και είναι προσαρμοσμένη στην ιδιαίτερη κατάσταση εκάστου. Οι κρατούμενοι δεν πρέπει να περιορίζονται στο να ελπίζουν ότι οι συγγενείς τους θα τους χορηγούν τα φάρμακα των οποίων έχουν ανάγκη.
38. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο δεν επείσθη από το επιχείρημα της Κυβέρνησης σύμφωνα με το οποίο ο προσφεύγων, μετά την επιστροφή του από το νοσοκομείο «Ιπποκράτειο», ελάμβανε την φαρμακευτική αγωγή που συστήθηκε από τους γιατρούς του νοσοκομείου αυτού, όπως αναφερόταν στο ενημερωτικό σημείωμα (πιο πάνω παράγραφος 11). Αν και η Κυβέρνηση προσκομίζει την κάρτα υγείας του προσφεύγοντος η οποία αποδεικνύει ότι οι μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης και της γλυκαιμίας ελάμβαναν χώρα τακτικά, δεν δίνει οποιαδήποτε πληροφορία ως προς την χορήγηση της αγωγής. Όμως, ο ισχυρισμός αυτής της παράλειψης προβλήθηκε επίσης στην αίτηση υφ’όρους απόλυσης που κατατέθηκε από τον προσφελυγοντα στις 23 Οκτωβρίου 2013, στην οποία αυτός υπογράμμιζε εξάλλου ότι οι φυλακές των Διαβατών είχε έλλειψη φαρμάκων (πιο πάνω παράγραφος 16). Από την πλευρά του, ο εισαγγελέας στήριξε την πρότασή του να γίνει δεκτή η αίτηση του προσφεύγοντος στην ανάγκη για τον προσφεύγοντα να ακολουθήσει μία φαρμακευτική αγωγή, να κάνει συνεδρίες φυσικοθεραπείας και να του χορηγηθεί μία ειδική βακτηρία (πιο πάνω παράγραφος 17). Είναι συνεπώς πρόδηλο ότι οι αρχές της φυλακής δεν συμμορφώθηκαν προς όλες τις συστάσεις των γιατρών που εξέτασαν τον προσφεύγοντα και τις οποίες επεσήμανε ο εισαγγελέας.
39. Συνεπεία της απουσίας επαρκούς ιατρικής περίθαλψης, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι ο προσφεύγων εκτέθηκε σε ψυχικές και φυσικές ταλαιπωρίες οι οποίες προσέβαλαν την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του. Το γεγονός ότι οι αρχές δεν του χορήγησαν ένα σημαντικό τμήμα της ιατρικής περίθαλψης την οποία αυτός χρειαζόταν και είχε συστηθεί από τους γιατρούς του νοσοκομείου «Ιπποκράτειο» συνιστά συνεπώς απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση με την έννοια του άρθρου 3 της Σύμβασης. Επομένως υπήρξε παραβίαση της διάταξης αυτής.
ΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 5 § 3 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
40. Ο προσφεύγων παραπονείται διότι το δικαστικό συμβούλιο απέρριψε την αίτησή του για υφ’όρους απόλυση με στερεότυπες διατυπώσεις, χωρίς να λάβει υπόψη την κατάσταση της υγείας του και χωρίς να εξετάσει την πιθανότητα της αντικατάστασης της κράτησης με περιοριστικά μέτρα όπως προβλέπεται από το άρθρο 282 του κώδικα ποινικής δικονομίας. Επικαλείται το άρθρο 5 § 3 της Σύμβασης, σύμφωνα με τους όρους του οποίου:
«Παν πρόσωπον συλληφθέν ή κρατηθέν υπό τας προβλεπομένας εν παραγράφω 1γ του παρόντος άρθρου συνθήκας οφείλει να παραπεμφθή συντόμως ενώπιον δικαστού ή ετέρου δικαστικού λειτουργού νομίμως εντεταλμένου όπως εκτελή δικαστικά καθήκοντα, έχει δε το δικαίωμα να δικασθή εντός λογικής προθεσμίας ή απολυθή κατά την διαδικασίαν. Η απόλυσις δύναται να εξαρτηθή από εγγύησιν εξασφαλίζουσαν την παράστασιν του ενδιαφερομένου εις την δικάσιμον.»
Α. Επί του παραδεκτού
41. Το Δικαστήριο διαπιστώνει, επίσης, ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι προδήλως αβάσιμη με την έννοια του άρθρου 35 § 3 α) της Σύμβασης και ότι αυτή δεν προσκρούει εξάλλου σε κάποιο λόγο απαραδέκτου. Την κηρύσσει συνεπώς παραδεκτή.
Β. Επί της ουσίας
1. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
42. Ο προσφεύγων επικαλείται την σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, την οποία παραθέτει εκτενώς και ειδικότερα τις αποφάσεις Shuvaev κατά Ελλάδας (αριθ. 8249/07, 29 Οκτωβρίου 2009) και Κουταλίδης κατά Ελλάδας (αριθ. 18785/13, 27 Νοεμβρίου 2014). Η απόρριψη της αίτησής του για απόλυση λόγω «του κινδύνου της διάπραξης νέων αδικημάτων» ήταν αδικαιολόγητη και έθιξε το τεκμήριο αθωότητας και το άρθρο 282 του κώδικα ποινικής δικονομίας το οποίο θεωρεί την προσωρινή κράτηση ως εξαιρετικό μέτρο. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος για το οποίο κατηγορείται ένα άτομο δεν μπορεί να αρκέσει αφ’εαυτής για την διατήρηση της κράτησης. Όμως, εν προκειμένω, το συμβούλιο εφετών στήριξε την απόφασή του πάνω σε γενικές σκέψεις που αφορούν τα σχετιζόμενα με τα ναρκωτικά αδικήματα.
43. Η Κυβέρνηση υπογραμμίζει εξ αρχής τον πολύ σοβαρό χαρακτήρα των εγκλημάτων που αποδίδονται στον προσφεύγοντα καθώς και την ποινή που του επιβλήθηκε από το ποινικό εφετείο: κάθειρξη οκτώ ετών και 10.000 ευρώ χρηματική ποινή, με στέρηση του ανασταλτικού αποτελέσματος της έφεσης. Η Κυβέρνηση επικαλείται επίσης την ευαισθησία των δικαστικών λειτουργών σε ζητήματα καταπολέμησης των ναρκωτικών και το γεγονός ότι η κατάσταση υγείας του προσφεύγοντος δεν τον απέτρεψε από το να επιδοθεί σε εμπορία ναρκωτικών.
44. Όσον αφορά την απόφαση αριθ. 792/2013 η οποία απέρριψε την αίτηση του προσφεύγοντος, η Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι αυτή ήταν αιτιολογημένη και στηριζόταν στην ατομική εξέταση της κατάστασης και της προσωπικότητας του προσφεύγοντος και των κατηγοριών που του αποδίδονταν. Το δικαστικό συμβούλιο αποφάσισε την διατήρηση του προσφεύγοντος υπό κράτηση επικαλούμενο τον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων και την επικινδυνότητά του αλλά και την εγγύηση ότι η σωματική ακεραιότητά του θα διαφυλάσσονταν κατά την κράτησή του μέσω της κατάλληλης αγωγής. Δεν μπορούμε εξάλλου να ερμηνεύσουμε την πρόταση του προσφεύγοντος προς το συμβούλιο ως δηλωτική του ότι η κατάσταση υγείας του προσφεύγοντος απέκλειε τον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων ή εκείνο της φυγής στο εξωτερικό.
2. Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
45. Όσον αφορά τις γενικές αρχές που αφορούν την εφαρμογή του άρθρου 5 § 3 της Σύμβασης σε υποθέσεις που θέτουν ζητήματα παρόμοια με εκείνα τα οποία τίθενται από την παρούσα, το Δικαστήριο παραπέμπει στην εν προκειμένω εφαρμοστέα νομολογία του (McKay κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], αριθ. 543/03, CEDH 2006-Χ, Sutyagin κατά Ρωσίας, αριθ. 30024/02, 3 Μαΐου 2011, Khodorkovskiy κατά Ρωσίας, αριθ. 5829/04, 31 Μαΐου2011, Romanova κατά Ρωσίας, αριθ. 23215/02, 11 Οκτωβρίου 2011, Veleriy Samoylov κατά Ρωσίας, αριθ. 57541/09, 24 Ιανουαρίου 2012, Idalov κατά Ρωσίας [GC], αριθ. 5826/03, 22 Μαΐου 2012, Vyatkin κατά Ρωσίας, αριθ. 18813/06, 11 Απριλίου 2013, πιο πάνω αναφερόμενη Κουκαλίδης).
46. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο δέχεται ότι οι υποψίες που βάρυναν τον προσφεύγοντα μπορεί να δικαιολόγησαν την θέση του υπό κράτηση. Σημειώνει επίσης ότι στις 4 Φεβρουαρίου 2013, ήτοι λίγο περισσότερο από τρεις μήνες μετά την έκδοση του εντάλματος προσωρινής κράτησης, ο προσφεύγων κατέθεσε μία αίτηση για υφ’όρους απόλυση, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, την κατάσταση της υγείας του και το γεγονός ότι είχε υποβληθεί σε ιατρική περίθαλψη και σε ειδική διατροφή. Με τις αποφάσεις του με αριθμούς 294/2013 και 662/2013, το συμβούλιο εφετών Θεσσαλονίκης παρέτεινε την κράτηση του προσφεύγοντος μέχρι το ανώτατο όριο που προβλέπεται από το άρθρο 6 § 4 του Συντάγματος. Εν τούτοις, ο προσφεύγων δεν παραπονείται ενώπιον του Δικαστηρίου γι’αυτές τις δύο αποφάσεις. Αυτός παραπονείται μόνον για την απόφαση αριθ. 792/2013, με την οποία το δικαστικό συμβούλιο απέρριψε, στο τέλος της μεγίστης περιόδου του ενός έτους που προβλέπεται από το προαναφερθέν άρθρο 6 § 4, την νέα αίτησή του για υφ’όρους απόλυση την οποία είχε καταθέσει στις 23 Οκτωβρίου 2013.
47. Η αίτηση αυτή στηριζόταν κατά κύριο λόγο στην κατάσταση της υγείας του. Ο προσφεύγων υποστήριζε ότι απουσία παρακολούθησης της παγκρεατίτιδάς του είχε επιφέρει βλάβες στα ζωτικά όργανά του και δημιουργήσει νέες παθολογίες. Υπογράμμιζε ότι έπασχε από διαβήτη, υπερλιπιδαιμία και υπέρταση, γεγονός που καθιστούσε αναγκαία μία διατροφή χωρίς λιπαρά και ζάχαρη, συχνούς ιατρικούς ελέγχους καθώς και την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Εν τούτοις, τίποτε από αυτά δεν τηρήθηκε στα Διαβατά. Υπογράμμιζε επίσης ότι, μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο και την νοσηλεία του, είχε προβλήματα κινητικότητας τα οποία δεν μπορούσαν να αντιμετωπισθούν παρά μόνον με συνεδρίες φυσικοθεραπείας.
48. Όμως, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι στην πρότασή του προς το δικαστικό συμβούλιο, ο εισαγγελέας εξέταζε εναλλακτικά της κράτησης μέτρα, και ειδικότερα την απαγόρευση της εξόδου από την χώρα, την εμφάνιση στο αστυνομικό τμήμα μία φορά τον μήνα και την κατάθεση εγγύησης 2.000 ευρώ. Στηρίχθηκε ιδιαίτερα στην κατάσταση υγείας του προσφεύγοντος. Εν τούτοις, το δικαστικό συμβούλιο δεν ακολούθησε την πρόταση του εισαγγελέως. Έκρινε ότι οι λόγοι που δικαιολόγησαν την θέση του προσφεύγοντος υπό κράτηση συνέχιζαν να ισχύουν, ήτοι ο κίνδυνος να διαπράξει νέα αδικήματα και η σοβαρότητα των κυρώσεων που προβλέπονταν για τα συγκεκριμένα αδικήματα. Δεν έκανε καμία αναφορά στην κατάσταση της υγείας του προσφεύγοντος.
49. Το Δικαστήριο σημειώνει επί πλέον ότι ο προσφεύγων παραπέμφθηκε σε δίκη στο ακροατήριο στις 19 Φεβρουαρίου 2014 ενώπιον του ποινικού εφετείου μέσω απευθείας κλήσης. Δεν υπήρχε συνεπώς καμία ανακριτική διαδικασία σε εξέλιξη που να τον αφορούσε.
50. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο προσφεύγων παρέμεινε υπό κράτηση επί δεκαέξι μήνες περίπου, ήτοι περισσότερο από τον προσφεύγοντα στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση Κουταλίδης (περισσότερο από έντεκα μήνες), στην υπόθεση Βαφειάδης κατά Ελλάδας (αριθ. 24981/07, 2 Ιουλίου 2009) (έντεκα μήνες περίπου) και πολύ περισσότερο από τον προσφεύγοντα στην υπόθεση Nerattini κατά Ελλάδας (αριθ. 43529/07, 18 Δεκεμβρίου 2008) (επτά μήνες περίπου), στις οποίες το Δικαστήριο είχε καταλήξει στην παραβίαση του άρθρου 5 § 3. Όμως, στο επίκεντρο αυτών των τριών υποθέσεων βρισκόταν, όπως και στην παρούσα υπόθεση, το γεγονός ότι τα σοβαρά προβλήματα υγείας από τα οποία έπασχαν οι προσφεύγοντες δεν είχαν ληφθεί υπόψη από τις αρχές οι οποίες κλήθηκαν να αποφασίσουν επί της διατήρησης ή μη της κράτησης και τούτο κατά μείζονα λόγο επειδή ο ελληνικός ποινικός κώδικας προβλέπει την απόλυση για ιατρικούς λόγους μόνον για τους καταδικασμένους και όχι για τους προφυλακισμένους (πιο πάνω παράγραφος 23).
51. Υπό το φως του συνόλου των σκέψεων αυτών και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι τα όργανα που επιλήφθηκαν της περίπτωσης του προσφεύγοντος ουδέποτε εξέτασαν μέτρο εναλλακτικό της προληπτικής κράτησης, το Δικαστήριο κρίνει ότι η διάρκεια της προσωρινής κράτησης του προσφεύγοντος υπερέβη την λογική προθεσμία η οποία προβλέπεται από το άρθρο 5 § 3. Συνεπώς υπήρξε παραβίαση της διάταξης αυτής.
ΙΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
52. Σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 41 της Σύμβασης,
«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της, και αν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους δεν επιτρέπει παρά μόνο ατελή εξάλειψη των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο χορηγεί, εφόσον είναι αναγκαίο, στον παθόντα δίκαιη ικανοποίηση.»
Α. ΖημίαΟ προσφεύγων ζητεί 18.000 ευρώ (EUR) για την ηθική βλάβη που υποστηρίζει ότι υπέστη.Η Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι το ζητούμενο ποσό είναι υπέρογκο και αδικαιολόγητο. Κατ’αυτήν μία διαπίστωση παραβίασης θα συνιστούσε επαρκή ικανοποίηση. Εν τούτοις, αν το Δικαστήριο αποφάσιζε να επιδικάσει ένα ποσό, αυτό δεν θα πρέπει να υπερβεί τις 3.000 EUR.Το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει λόγος να επιδικάσει στον προσφεύγοντα 6.500 EUR για την ηθική βλάβη.
Β. Έξοδα και δικαστική δαπάνηΟ προσφεύγων ζητεί επίσης 2.500 EUR για τα έξοδα και την δικαστική δαπάνη στα οποία υποβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, διευκρινίζοντας ότι θα εξοφλήσει το ποσό αυτό με την λήξη της διαδικασίας.Η Κυβέρνηση εκτιμά ότι ένα ποσό ανερχόμενο σε 1.000 EUR κατά μέγιστο όριο θα ήταν επαρκές λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου διεξήχθη εγγράφως.Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι αξιώσεις για τα έξοδα και την δικαστική δαπάνη δεν συνοδεύονται από τα αναγκαία δικαιολογητικά. Πρέπει επομένως να απορριφθεί το αίτημα αυτό.
Γ. Τόκοι υπερημερίαςΤο Δικαστήριο κρίνει προσήκον να ευθυγραμμίσει το επιτόκιο των τόκων υπερημερίας με το επιτόκιο της οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΑ,Κηρύσσει την προσφυγή παραδεκτή.Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης,Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 3 της Σύμβασης,Αποφαίνεται
(α) ότι το εναγόμενο Κράτος οφείλει να καταβάλει στον προσφεύγοντα, εντός τριών μηνών από την ημέρα κατά την οποία η απόφαση θα καταστεί τελεσίδικη σύμφωνα με το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης, 6.500 EUR (έξι χιλιάδες πεντακόσια ευρώ) πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται για τον φόρο, για την ηθική βλάβη,
(β) ότι από την λήξη της πιο πάνω προθεσμίας και μέχρι την καταβολή, τα ποσά αυτά θα προσαυξηθούν με έναν απλό τόκο με επιτόκιο ίσο προς εκείνο της οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.Απορρίπτει το αίτημα δίκαιης ικανοποίησης κατά τα λοιπά
Συντάχθηκε στα γαλλικά και στην συνέχεια κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 9 Ιουνίου 2016, κατ’εφαρμογήν του άρθρου 77 §§ 2 και 3 του κανονισμού του Δικαστηρίου.
(υπογραφή)(υπογραφή)
Abel CamposMirjana Lazarova Trajkovska
ΓραμματέαςΠρόεδρος
Full & Egal Universal Law Academy