Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ I.Ν. κατά ΕΛΛΑΔΑΣ
(αρ. προσφυγής 50759/10)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
24 Απριλίου 2014
Η απόφαση αυτή είναι τελεσίδικη.
Αλλαγές στη μορφή είναι δυνατό να επέλθουν
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Όσον αφορά την υπόθεση Ν. κατά Ελλάδας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (πρώτο τμήμα), συνήλθε σε σώμα αποτελούμενο από τους:
Mirjana Lazarova Trajkovska (Μιριάνα Λαζάροβα Τραϊκόβσκα), Πρόεδρο,
Paulo Pinto de Albuquerque (Πάουλο Πίντο Αλμουκουέρκουε),
Λίνο – Αλέξανδρο Σισιλιάνο, Δικαστές,
καθώς και από τον André Wampach (Αντρέ Βαμπάκ), αναπληρωτή γραμματέα τμήματος,
Μετά από τη συνεδρίαση της 1ης Απριλίου 2014,
Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, που ελήφθη αυτή την ημερομηνία:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση άρχισε με μία αγωγή (αρ. 50759/10) κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, από υπήκοο του εν λόγω κράτους, τον κ. Ι. Ν. («ο προσφεύγων»), ο οποίος προσέφυγε ενώπιον του Δικαστηρίου, στις 27 Αυγούστου 2010, βάσει του άρθρου 34 της Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των βασικών ελευθεριών («η Σύμβαση»).
2. Ο προσφεύγων εκπροσωπήθηκε από τους κ.κ. Α. Κομνηνό και A. Salerno (Α. Σαλέρνο), δικηγόρους του Δικηγορικού Συλλόγου του Λουξεμβούργου. Η Ελληνική κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από εξουσιοδοτημένους αξιωματούχους της, την κα Κ. Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και την κα Μ. Βέργου, Δικαστική Αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
3. Στις 15 Ιουνίου 2012, η αγωγή κοινοποιήθηκε στην Κυβέρνηση.
4. Η Κυβέρνηση αντιτίθεται στην εξέταση της αγωγής από Επιτροπή.
Κατόπιν εξέτασης της ένστασης της Κυβέρνησης, το Δικαστήριο την απορρίπτει.
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ι. ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
5. Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1954 και διαμένει στην Πάτρα.
6. Σε ημερομηνία που δεν προσδιορίζεται, άρχισε ποινική δίωξη εναντίον του για λαθρεμπορία. Με την υπ’ αρ. 2451/1998 τελεσίδικη απόφαση της 29ης Απριλίου 1998, το Πλημμελειοδικείο Πατρών τον αθώωσε.
7. Με το από 14 Απριλίου 1999 έγγραφο του Διευθυντή των τελωνείων της Πάτρας, επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα πρόστιμο ύψους 2.732.000 δραχμών (περίπου 8.017,60 ευρώ) για λαθρεμπορία.
8. Στις 24 Ιουνίου 1999, ο προσφεύγων άσκησε έφεση ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών για την ακύρωση του προαναφερομένου εγγράφου.
9. Στις 30 Οκτωβρίου 2000, η έφεση απερρίφθη (απόφαση αρ. 621/2000). Η απόφαση γνωστοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 9 Μαρτίου 2001.
10. Στις 24 Απριλίου 2001, ο προσφεύγων άσκησε έφεση.
11. Στις 27 Μαρτίου 2003, το Διοικητικό Εφετείο Πατρών απέρριψε την έφεση (απόφαση αρ. 142/2003).
12. Στις 25 Ιουνίου 2003, ο αιτών προσέφυγε στον Άρειο Πάγο.
13. Στις 19 Οκτωβρίου 2005, το δεύτερο τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας παρέπεμψε την υπόθεση στην ολομέλεια, προκειμένου αυτή να αποφασίσει για ένα ζήτημα «μείζονος σημασίας», και πιο συγκεκριμένα για το εάν η πράξη που διέπραξε ο προσφεύγων συνιστούσε «απλή τελωνειακή παράβαση» ή το αδίκημα της λαθρεμπορίας (απόφαση αρ. 3463/2005).
14. Στις 19 Ιανουαρίου 2007, η ολομέλεια εξέτασε την υπόθεση και την παρέπεμψε στο δεύτερο τμήμα (απόφαση αρ. 193/2007).
15. Στις 27 Φεβρουαρίου 2008, το δεύτερο τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ακύρωσε την υπ’ αρ. 142/2003 απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Διοικητικό Εφετείο (απόφαση αρ. 747/2008).
16. Με την υπ’ αρ. 607/2009 απόφασή του, το Διοικητικό Εφετείο δικαίωσε τον προσφεύγοντα, ακύρωσε την υπ’ αρ. 621/2000 απόφαση και αποφάσισε την ακύρωση του εγγράφου του Διευθυντή των Τελωνείων των Πατρών. Σημείωνε ότι για να καταλήξει σε αυτή την απόφαση, είχε λάβει υπόψη του, μεταξύ άλλων, την υπ’ αρ. 2451/1998 αθωωτική απόφαση του Πλημμελειοδικείου, υπό το πρίσμα του άρθρου 6 παρ. 2 της Σύμβασης και της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου. Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε στις 20 Νοεμβρίου 2009 και γνωστοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 3 Μαρτίου 2010.
ΙΙ. Η ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ
Ο νόμος 4055/2012 με τον τίτλο «Δίκαιη δίκη και εύλογος χρόνος» τέθηκε σε ισχύ στις 2 Απριλίου 2012. Τα άρθρα από 53 έως 58 του προαναφερομένου νόμου εισάγουν μια νέα αγωγή αποζημίωσης αποσκοπώντας στην απονομή δίκαιης ικανοποίησης σε υποθέσεις στις οποίες οι διοικητικές διαδικασίες διαρκούν για ένα αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα. Το άρθρο 55 παρ. 1 προβλέπει τα εξής:
«Κάθε αίτημα δίκαιης ικανοποίησης πρέπει να υποβάλλεται ενώπιον κάθε βαθμού δικαιοδοσίας χωριστά. Πρέπει να υποβάλλεται εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της τελεσίδικης απόφασης της δικαστικής αρχής, ενώπιον της οποίας η διάρκεια της διαδικασίας υπήρξε υπερβολικά μεγάλη, σύμφωνα με τον αιτούντα. (...)»
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ
I. ΕΠΙ ΤΟΥ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΠΑΡ. 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
18. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η διάρκεια της διαδικασίας έχει παραβλέψει την αρχή του «εύλογου χρόνου», όπως προβλέπεται από το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης ως ακολούθως:
«Κάθε άτομο έχει δικαίωμα η υπόθεση του να εξετάζεται (...) εντός ευλόγου χρόνου, από δικαστήριο (...) το οποίο θα αποφασίσει (...) περί της βασιμότητας οποιαδήποτε κατηγορίας, ποινικού χαρακτήρα, κατά του συγκεκριμένου προσώπου (...).
19. Η Κυβέρνηση αντιτίθεται σε αυτή τη θέση.
Α. Επί του παραδεκτού
1. Περί της μη τήρησης της προθεσμίας των έξι μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 35 παρ. 1 της Σύμβασης
20. Καταρχήν, η Κυβέρνηση επικαλείται την μη τήρηση της προθεσμίας των έξι μηνών. Σημειώνει ότι η αγωγή υποβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 27 Αυγούστου 2010, ήτοι σε περισσότερους από εννέα μήνες από τη δημοσίευση και σε περισσότερους από πέντε μήνες από τη γνωστοποίηση στον προσφεύγοντα της τελεσίδικης εσωτερικής απόφασης. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, εάν ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι υπέστη ψυχολογικό στρες λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, φαίνεται ότι ενημερωνόταν τακτικά για τη δημοσίευση της απόφασης, έτσι ώστε θα μπορούσε να υποβάλει την προσφυγή του εντός προθεσμίας έξι μηνών από τη δημοσίευσή της.
21. Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι όταν ο προσφεύγων έχει το δικαίωμα να ειδοποιείται αυτομάτως και να λαμβάνει αντίγραφο της τελεσίδικης εσωτερικής απόφασης, όπως στην προκειμένη περίπτωση, είναι πιο συνεπές σε σχέση με τους σκοπούς της παρούσας διάταξης να θεωρήσουμε ότι η προθεσμία των έξι μηνών αρχίζει να μετρά από την ημερομηνία της επίδοσης του αντιγράφου της απόφασης (βλέπε κυρίως, Worm κατά Αυστρίας, 29 Αυγούστου 1997, παρ. 33, Συλλογή των δικαστικών αποφάσεων 1997-V, και Χαραλαμπίδη και άλλων κατά Ελλάδας, αρ. 36706/97, παρ. 38, 29 Μαρτίου 2001). Επισημαίνει ότι η υπ’ αρ. 607/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών επιδόθηκε στον προσφεύγοντα στις 3 Μαρτίου 2010, ήτοι σε λιγότερο από έξι μήνες από την υποβολή της παρούσας αίτησης. Συνεπώς, η παρούσα προσφυγή δεν είναι καθυστερημένη και θα πρέπει να απορρίψουμε την ένσταση της Κυβέρνησης.
2. Σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 1
22. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι το πρόστιμο που επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα προεβλέπετο από τον Τελωνειακό Κώδικα και δεν αποτελούσε, για το εσωτερικό δίκαιο, ειδική ποινική κύρωση. Παρά ταύτα, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας του αδικήματος της λαθρεμπορίας, του αποτρεπτικού και κατασταλτικού χαρακτήρα της επιβληθείσας κύρωσης, καθώς και του υψηλού ποσού του προστίμου, το Δικαστήριο κρίνει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, το διακύβευμα για τον προσφεύγοντα ήταν αρκετά σημαντικό για να δικαιολογήσει ότι η ποινική πτυχή του άρθρου 6 είναι εφαρμοστέα εν προκειμένω (βλέπε Μαμιδάκης κατά Ελλάδας, αρ. 35533/04, παρ. 21 11 Ιανουαρίου 2007, Jussila κατά Φινλανδίας [GC], αρ. 73053/01, παρ. 38, CEDH 2006-XIV).
23. Το Δικαστήριο εκτιμά επίσης ότι αυτό το παράπονο δεν είναι προδήλως αβάσιμο, υπό την έννοια του άρθρου 35, παρ. 3 α) της Σύμβασης και ότι δεν προσκρούει σε οποιοδήποτε άλλο λόγο απαραδέκτου. Κατά συνέπεια, είναι σκόπιμο να κηρυχθεί παραδεκτό.
Β. Επί της ουσίας
1. Χρονική περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη
24. Η περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη άρχισε στις 24 Ιουνίου 1999 με την παραπομπή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πατρών και τελείωσε στις 20 Νοεμβρίου 2009, ημερομηνία κατά την οποία δημοσιεύθηκε η υπ’ αρ. 607/2009 απόφαση του Εφετείου. Ως εκ τούτου, η διαδικασία είχε διάρκεια δέκα ετών και πέντε μηνών περίπου για τους τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας.
2. Εύλογος χρόνος διάρκειας της διαδικασίας
25. Η Κυβέρνηση προέβη σε χρονολογική ανάλυση της επίμαχης διαδικασίας και εκτιμά ότι γενικά η υπόθεση εκδικάσθηκε εντός ευλόγου χρόνου. Υποστηρίζει ότι η διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά τη διάρκεια της οποίας η υπόθεση παραπέμφθηκε στην ολομέλεια της ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου προκειμένου εξετάσει ένα νομικό ζήτημα μείζονος σημασίας, υπηρέτησε τη δίκαιη απονομή δικαιοσύνης και κατέληξε προς όφελος του προσφεύγοντος.
26. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας εκτιμάται σε σχέση με τις περιστάσεις της υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που ορίζονται στη νομολογία της, κυρίως αυτό της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, της συμπεριφοράς του προσφεύγοντος και των αρμοδίων αρχών, καθώς και το διακύβευμα της διαμάχης για τους ενδιαφερομένους (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Βασίλειος Αθανασίου και άλλοι κατά Ελλάδας, αρ. 50973/08, 21 Δεκεμβρίου 2010).
27. Το Δικαστήριο έχει ασχοληθεί επανειλημμένως με υποθέσεις που εγείρουν ζητήματα, παρόμοια με αυτό στην προκειμένη περίπτωση και έχει διαπιστώσει την παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της Σύμβασης (βλέπε Βασίλειος Αθανασίου, ανωτέρω). Το Δικαστήριο δεν βρίσκει κάποιο στοιχείο που να στοιχειοθετεί την ευθύνη του αιτούντος, όσον αφορά την παράταση της διάρκειας της διαδικασίας. Σημειώνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση, όπως έκρινε και το δεύτερο τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, η υπόθεση αφορά ζήτημα «μείζονος σημασίας» που έπρεπε να επιλυθεί από την ολομέλεια της εν λόγω δικαστικής αρχής. Όμως, αυτό το στοιχείο, που δεν καταλογίζεται στον προσφεύγοντα, δεν δύναται να εξηγήσει τη συνολική διάρκεια αυτής της διαδικασίας. Λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του ως προς αυτό το θέμα, το Δικαστήριο εκτιμά ότι στην προκειμένη περίπτωση η διάρκεια της επίμαχης διαδικασίας υπήρξε υπερβολικά μεγάλη και δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση περί «ευλόγου χρόνου».
28. Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1
ΙΙΙ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΧΥΡΙΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
29. Ο προσφεύγων διαμαρτύρεται επίσης για το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει κανένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο κατά της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας. Επικαλείται το άρθρο 13 της Σύμβασης, στο οποίο αναφέρονται τα εξής:
«Κάθε άτομο, τα αναγνωρισμένα δικαιώματα και οι αναγνωρισμένες ελευθερίες, του οποίου παραβιάζονται σύμφωνα με τη (...) Σύμβαση, έχει δικαίωμα να προσφύγει, μέσω ενός αποτελεσματικού ένδικου μέσου, ενώπιον μιας εθνικής δικαστικής αρχής, ακόμα κι αν η παραβίαση έχει διαπραχθεί από άτομα τα οποία ενεργούν ασκώντας τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα».
Α. Επί του παραδεκτού
30. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι αυτό το παράπονο δεν είναι προδήλως αβάσιμο, υπό την έννοια του άρθρου 35 παρ. 3 α) της Σύμβασης. Επίσης, επισημαίνει ότι δεν προσκρούει σε οποιοδήποτε άλλο λόγο απαραδέκτου. Κατά συνέπεια, είναι σκόπιμο να κηρυχθεί παραδεκτό.
Β. Επί της ουσίας
31. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι το άρθρο 13 εγγυάται ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο ενώπιον μια εθνικής δικαστικής αρχής, το οποίο επιτρέπει στους πολίτες να διαμαρτύρονται για την παραβίαση της υποχρέωσης, που επιβάλλεται από το άρθρο 6 παρ. 1, της εξέτασης των υποθέσεων εντός ευλόγου χρόνου (βλέπε Kudla κατά Πολωνίας [GC], αρ. 30210/96, παρ. 156, CEDH 2000-XI).
32. Επίσης, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι το Ελληνικό νομικό πλαίσιο δεν προσφέρει στους ενδιαφερομένους ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο, υπό την έννοια του άρθρου 13 της Σύμβασης που να τους επιτρέπει να διαμαρτύρονται για τη διάρκεια μιας διαδικασίας (Κόντη – Αρβανίτη κατά Ελλάδας, αρ. 53401/99, παρ. 29-30, 10 Απριλίου 2003, Τσουκαλάς κατά Ελλάδας, αρ. 12286/08, παρ. 37-43, 22 Ιουλίου 2010 και Γλεντζές κατά Ελλάδας, αρ. 28627/08, 13 Ιανουαρίου 2011).
33. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι στις 12 Μαρτίου 2012 δημοσιεύθηκε ο νόμος 4055/2012 περί της δικαιοσύνης και του εύλογου χρόνου της δικαστικής διαδικασίας, που τέθηκε σε ισχύ στις 2 Απριλίου 2012. Σύμφωνα με το άρθρο 53 και επόμενα του προαναφερομένου νόμου, θεσμοθετήθηκε ένα νέο ένδικο μέσο, το οποίο επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να διαμαρτύρονται για τη διάρκεια του κάθε βαθμού μιας διοικητικής διαδικασίας, εντός έξι μηνών από την ημέρα δημοσίευσης της σχετικής απόφασης (βλέπε παράγραφο 17 ανωτέρω). Όμως, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο εν λόγω νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ. Κατά συνέπεια, δεν προβλέπει ένα τέτοιο ένδικο μέσο για τις υποθέσεις που είχαν ήδη ολοκληρωθεί έξι μήνες πριν τεθεί σε ισχύ.
34. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπ’ αρ. 607/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείο Πατρών δημοσιεύθηκε στις 20 Νοεμβρίου 2009, δηλαδή σε περισσότερους από έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου 4055/2012. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο εκτιμά ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης λόγω της απουσίας, την εποχή των γεγονότων, στο εσωτερικό δίκαιο, ενός ένδικου μέσου που θα επέτρεπε στον προσφεύγοντα να επιτύχει την ικανοποίηση του δικαιώματός του, δηλαδή να εξεταστεί η υπόθεσή του εντός ευλόγου χρόνου, υπό την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης.
ΙΙΙ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΧΥΡΙΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΠΑΡ. 2 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
35. Επικαλούμενος, τέλος, το άρθρο 6 παρ. 2 της Σύμβασης, ο προσφεύγων παραπονείται για παραβίασης της αρχής του τεκμηρίου της αθωότητας, καθώς, με την υπ’ αρ. 621/2000 απόφασή του, το Διοικητικό Δικαστήριο Πατρών απέρριψε την προσφυγή του, χωρίς να λάβει υπόψη του την αθωωτική απόφαση του Πλημμελειοδικείου Πατρών.
36. Στην προκειμένη περίπτωση, ακόμα κι αν το Διοικητικό Δικαστήριο Πατρών δεν σεβάσθηκε το τεκμήριο της αθωότητας, στη συνέχεια η υπ’ αρ. 607/2009 του Εφετείου, κατόπιν παραπομπής του Συμβουλίου της Επικρατείας, δικαίωσε οριστικά τον αιτούντα και διέταξε την ακύρωση του τελωνειακού προστίμου. Είναι σαφές ότι το Εφετείο κάνει ρητή μνεία στο άρθρο 6 παρ. 2 της Σύμβασης και στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου. Προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση διόρθωσε την κατάσταση για την οποία παραπονείται ο προσφεύγων. Υπό αυτές τις περιστάσεις, ο προσφεύγων δεν δύναται να ισχυρίζεται ότι είναι θύμα εκ της παραβίασης του άρθρου 6 της Σύμβασης και ως εκ τούτου αυτό το παράπονο πρέπει να απορριφθεί κατ’ εφαρμογή των άρθρων 34 και 35 παρ. 3 και 4 της Σύμβασης.
IV. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
37. Σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης,
«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και εάν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους επιτρέπει μόνο τη μερική απάλειψη των συνεπειών αυτής της παραβίασης, το Δικαστήριο αποδίδει, ενδεχομένως, στη ζημιωθείσα πλευρά, μία δίκαιη αποζημίωση».
Α. Ζημία
38. Ο προσφεύγων αιτείται το ποσό των 979.679 ευρώ (EUR) για υλική ζημία. Επίσης, αιτείται το ποσό του 1.274.000 EUR για την ηθική βλάβη που υπέστη.
39. Η Κυβέρνηση αμφισβητεί αυτές τις αξιώσεις.
40. Το Δικαστήριο δεν αντιλαμβάνεται την αιτιώδη σχέση μεταξύ της διαπιστωθείσας παραβίασης και της ισχυριζόμενης υλικής ζημίας και απορρίπτει αυτό το αίτημα. Όμως, εκτιμά ότι πρέπει να αποδοθεί στον προσφεύγοντα το ποσό των 4.000 EUR για την ηθική βλάβη που υπέστη.
Β. Δικαστική δαπάνη
41. Ο προσφεύγων αιτείται επίσης το ποσό των 144.145 EUR για τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ενώπιον των εσωτερικών δικαστικών αρχών και ενώπιον του Δικαστηρίου. Προσκόμισε ένα τιμολόγιο στο οποίο αναγράφεται το ποσό των 5.750 EUR.
42. Η Κυβέρνηση αμφισβητεί αυτές τις αξιώσεις.
43. Το Δικαστήριο δεν αντιλαμβάνεται την αιτιώδη σχέση μεταξύ της διαπιστωθείσας παραβίασης και των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ενώπιον των εσωτερικών δικαστικών αρχών και απορρίπτει αυτό το αίτημα. Όσον αφορά τα έξοδα που έκανε για τις ανάγκες εκπροσώπησης του προσφεύγοντος ενώπιόν του, το Δικαστήριο κρίνει εύλογο να του επιδικάσει το ποσό των 500 EUR, συν οποιοδήποτε άλλο ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος.
Γ. Τόκοι υπερημερίας
44. Το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να υπολογισθεί το επιτόκιο των τόκων υπερημερίας με βάση το επιτόκιο της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΑ,Κρίνει την προσφυγή παραδεκτή ως προς τα παράπονα για την υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας και την απουσία αποτελεσματικού ένδικου μέσου για το σκοπό αυτό και απαράδεκτη για τα υπόλοιπαΚρίνει ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΣύμβασηςΚρίνει ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της ΣύμβασηςΚρίνει
α) ότι το εναγόμενο Κράτος οφείλει να καταβάλει στον προσφεύγοντα, εντός τριών μηνών, τα ακόλουθα ποσά:
ι) 4.000 EUR (τέσσερις χιλιάδες ευρώ), συν οποιοδήποτε άλλο ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος, για ηθική βλάβη,
ιι) 500 EUR (πεντακόσια ευρώ), συν οποιοδήποτε άλλο ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος, για δικαστική δαπάνη,
β) ότι από την ημερομηνία λήξης της εν λόγω προθεσμίας και έως την καταβολή τους, αυτά τα ποσά θα προσαυξάνονται με απλό τόκο, με επιτόκιο όσιο με αυτό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, προσαυξανόμενο με τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
5. Απορρίπτει το αίτημα δίκαιης ικανοποίησης για τα υπόλοιπα.
Συντάχθηκε στη γαλλική γλώσσα και στη συνέχεια κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 24 Απριλίου 2014, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 77 παρ. 2 και 3 του Κανονισμού.
André Wampach Mirjana Lazarova Trajkovska
(Αντρέ Βαμπάκ) (Μιριάνα Λαζάροβα Τραϊκόβσκα)
Αναπληρωτής Γραμματέας Πρόεδρος
Full & Egal Universal Law Academy