© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013.
Αυτή η μετάφραση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε στην πλήρη ένδειξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο τέλος του παρόντος εγγράφου.
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013.
This translation does not bind the Court. For further information see the full copyright indication at the end of this document.
© Conseil de l’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013.
La présente traduction ne lie pas la Cour. Pour plus de renseignements veuillez lire l’indication de copyright/droits d’auteur à la fin du présent document.
ΠΡΩΗΝ ΠΕΜΠΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ OLEKSANDR VOLKOV κατά ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ
(Προσφυγή αριθ. 21722/11
ΑΠΟΦΑΣΗ
(επί της ουσίας)
Η παρούσα απόφαση διορθώθηκε στις 9 Απριλίου 2013
βάσει του Κανονισμού 81 των Κανονισμών του Δικαστηρίου
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
9 Ιανουαρίου 2013
ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
27/05/2013
Η παρούσα απόφαση οριστικοποιήθηκε βάσει του Άρθρου 44 § 2 της Σύμβασης. Επιδέχεται μορφολογικές βελτιώσεις.
Για την υπόθεση Oleksandr Volkov κατά Ουκρανίας
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Πρώην Πέμπτο Τμήμα), που συνεδρίασε σε Τμήμα συγκείμενο από τους:
Dean Spielmann, προεδρεύοντα,
Mark Villiger,
Boštjan M. Zupančič,
Ann Power-Forde,
Ganna Yudkivska,
Angelika Nußberger,
André Potocki, δικαστές,
και Claudia Westerdiek, γραμματέα του τμήματος,
Κατόπιν συσκέψεως εν συμβουλίω στις 11 Δεκεμβρίου 2012,
Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, που εγκρίνεται κατά την εν λόγω ημερομηνία:
Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση προήλθε από μία προσφυγή (αριθ. 21722/11) που ασκήθηκε κατά της Ουκρανίας, με την οποία ένας Ουκρανός υπήκοος («ο προσφεύγων») προσέφυγε στο Δικαστήριο στις 30 Μαρτίου 2011 σύμφωνα με το Άρθρο 34 της Σύμβασης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών («η Σύμβαση»).
2. Ο προσφεύγων εκπροσωπήθηκε από τον κ. P. Leach και την κ. J. Gordon, δικηγόρους του European Human Rights Advocacy Centre (Ευρωπαϊκό κέντρο υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων) του Λονδίνου («EHRAC»). Η κυβέρνηση της Ουκρανίας («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από την υπάλληλό της, κ. V. Lutkovska, την οποία διαδέχθηκε ο κ. N. Kulchytskyy, του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
3. Ο προσφεύγων κατήγγειλε παραβάσεις των δικαιωμάτων του βάσει της Σύμβασης κατά την αποπομπή του από τη θέση του δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε βάσει του Άρθρου 6 της Σύμβασης ότι: (i) η υπόθεσή του δεν είχε εξεταστεί από «ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο», (ii) ότι η δίκη ενώπιον του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης («ΑΣΔ») δεν ήταν δίκαιη, υπό την έννοια ότι δεν πραγματοποιήθηκε συμφώνως προς τη διαδικασία που προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, η οποία προβλέπει σημαντικές διαδικαστικές διασφαλίσεις, συμπεριλαμβανομένων παραγραφών για πειθαρχικές ποινές, (iii) ότι το Κοινοβούλιο είχε λάβει απόφαση για την αποπομπή του σε συνεδρίαση της ολομέλειας χωρίς τη δέουσα εξέταση της υπόθεσης και με κατάχρηση του ηλεκτρονικού συστήματος ψηφοφορίας, (iv) ότι η υπόθεσή του δεν εκδικάστηκε από «νομίμως λειτουργούν δικαστήριο», (v) οι αποφάσεις στην υπόθεσή του ελήφθησαν χωρίς τη δέουσα αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και σημαντικά επιχειρήματα που προβλήθηκαν από την υπεράσπιση δεν ελήφθησαν καταλλήλως υπόψη, (vi) ότι η έλλειψη επαρκούς αρμοδιότητας από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο («ΑΔΔ») να αναθεωρήσει τις πράξεις που είχαν υιοθετηθεί από το ΑΣΔ είχε παρεμποδίσει το «δικαίωμά του σε δίκη» και (vii) ότι η αρχή της ισότητας των όπλων δεν έγινε σεβαστή. Ο προσφεύγων κατήγγειλε επίσης ότι η αποπομπή του δεν ήταν συμβατή με τις διατάξεις του Άρθρου 8 της Σύμβασης και ότι δεν έλαβε αποτελεσματικά μέτρα αποκατάστασης από αυτή την άποψη, κατά παράβαση του Άρθρου 13 της Σύμβασης.
4. Στις 18 Οκτωβρίου 2011 η προσφυγή κηρύχθηκε μερικώς απαράδεκτη και οι παραπάνω καταγγελίες κοινοποιήθηκαν στην Κυβέρνηση. Αποφασίστηκε επίσης να δοθεί προτεραιότητα στην προσφυγή (Κανονισμός 41 των Κανονισμών του Δικαστηρίου).
5. Ο προσφεύγων και η Κυβέρνηση κατέθεσαν αμφότεροι έγγραφες παρατηρήσεις (Κανονισμός 54, § 2 (β)).
6. Στις 12 Ιουνίου 2012 έλαβε χώρα δημόσια ακροαματική διαδικασία στο Κτίριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο Στρασβούργο (Κανονισμός 59, § 3).
Εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου:
(α) για την Κυβέρνηση
ο κ.N. Kulchytskyy, υπάλληλος,
ο κ.V. Nasad,
ο κ.M. Bem,
ο κ.V. Demchenko,
η κ.N. Sukhova, νομικοί σύμβουλοι;
(β) για τον προσφεύγοντα
ο κ.P. Leach,συνήγορος,
η κ.J. Gordon,
η κ.O. Popova,νομικοί σύμβουλοι.
Ο προσφεύγων ήταν επίσης παρών.
Το Δικαστήριο άκουσε ομιλίες από τον κ. N. Kulchytskyy, τον κ. P. Leach και την κ. J. Gordon, καθώς και τις απαντήσεις του κ. N. Kulchytskyy και του κ. P. Leach σε ερωτήματα που τέθηκαν στους αντίδικους.
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ:
I. ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
7. Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1957 και διαμένει στο Κίεβο.
A. Ιστορικό της υπόθεσης
8. Το 1983 ο προσφεύγων διορίστηκε στη θέση του δικαστή σε πρωτοδικείο. Κατά την περίοδο αυτή, η εθνική νομοθεσία δεν απαιτούσε την ορκωμοσία των δικαστών κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους.
9. Στις 5 Ιουνίου 2003 ο προσφεύγων εξελέγη στη θέση του δικαστή στο Ανώτατο Δικαστήριο.
10. Στις 2 Δεκεμβρίου 2005 εξελέγη επίσης αναπληρωτής πρόεδρος του Συμβουλίου των Δικαστών της Ουκρανίας (ενός οργάνου δικαστικής αυτοδιοίκησης).
11. Στις 30 Μαρτίου 2007 ο προσφεύγων εξελέγη πρόεδρος του Στρατιωτικού Τμήματος του Ανώτατου Δικαστηρίου.
12. Στις 26 Ιουνίου 2007 η Συνέλευση των Δικαστών της Ουκρανίας έκρινε ότι μια άλλη δικαστής, η V.P., δεν μπορούσε πλέον να λειτουργεί ως μέλος του ΑΣΔ και ότι η θητεία της έπρεπε να τερματιστεί. Η V.P. αμφισβήτησε την εν λόγω απόφαση ενώπιον των δικαστηρίων. Επιπλέον, κατήγγειλε το ζήτημα στην κοινοβουλευτική επιτροπή δικαστικών υποθέσεων (Комітет Верховної Ради України з питань правосуддя)[1] («κοινοβουλευτική επιτροπή»).
13. Στις 7 Δεκεμβρίου 2007 η Συνέλευση των Δικαστών της Ουκρανίας εξέλεξε τον προσφεύγοντα στη θέση του μέλους του ΑΣΔ και ζήτησε από το Κοινοβούλιο να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες, ώστε να δώσει ο προσφεύγων τον όρκο του μέλους του ΑΣΔ, ώστε να του επιτραπεί να αναλάβει καθήκοντα στο ΑΣΔ, όπως απαιτείται από την ενότητα 17 της Πράξης 1998 του ΑΣΔ. Παρόμοια πρόταση κατατέθηκε και από τον πρόεδρο του Συμβουλίου των Δικαστών της Ουκρανίας.
14. Σε απάντηση, ο προεδρεύων της κοινοβουλευτικής επιτροπής, S.K., ο οποίος ήταν επίσης μέλος του ΑΣΔ ενημέρωσε το Συμβούλιο των Δικαστών της Ουκρανίας ότι το ζήτημα έπρεπε να εξεταστεί προσεκτικά από κοινού με τους ισχυρισμούς της V.P. σύμφωνα με τους οποίους η απόφαση της Συνέλευσης των Δικαστών της Ουκρανίας για τερματισμό της θητείας της ως μέλους του ΑΣΔ δεν ήταν σύννομη.
15. Ο προσφεύγων δεν ανέλαβε καθήκοντα ως μέλος του ΑΣΔ.
B. Αγωγές κατά του προσφεύγοντος
16. Εν τω μεταξύ, ο S.K. και δύο μέλη της κοινοβουλευτικής επιτροπής κατέθεσαν αιτήματα στο ΑΣΔ, ζητώντας τη διεξαγωγή προκαταρκτικών ερευνών για πιθανό επαγγελματικό παράπτωμα από τον προσφεύγοντα, αναφερόμενοι, μεταξύ άλλων, στις καταγγελίες της V.P.
17. Στις 16 Δεκεμβρίου 2008 ο R.K., μέλος του ΑΣΔ, έχοντας διεξαγάγει προκαταρκτικές έρευνες, κατέθεσε αίτημα στο ΑΣΔ, ζητώντας του να καθορίσει εάν ο προσφεύγων μπορούσε να καθαιρεθεί από τη θέση του δικαστή για «παράβαση όρκου» υποστηρίζοντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις ο προσφεύγων, ως δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου, είχε επανεξετάσει αποφάσεις που είχαν εκδοθεί από τον Δικαστή B., ο οποίος ήταν συγγενής του, συγκεκριμένα αδελφός της συζύγου του. Επιπλέον, όταν συμμετείχε ως τρίτος σε δίκες τις οποίες άρχιζε η V.P. (σχετικά με την παραπάνω απόφαση της Συνέλευσης των Δικαστών της Ουκρανίας για παύση της θητείας της), ο προσφεύγων δεν ζήτησε την απομάκρυνση του ίδιου δικαστή, B., ο οποίος συμμετείχε στο τμήμα του εφετείου το οποίο εκδίκαζε την υπόθεση. Στις 24 Δεκεμβρίου 2008 ο R.K. συμπλήρωσε το αίτημά του δίνοντας επιπρόσθετα παραδείγματα υποθέσεων για τις οποίες είχε αποφανθεί ο Δικαστής B. και στη συνέχεια είχε επανεξετάσει ο προσφεύγων. Κάποιες από τις ενέργειες του προσφεύγοντος που χρησίμευσαν ως βάση για το αίτημα χρονολογούνταν από τον Νοέμβριο 2003.
18. Στις 20 Μαρτίου 2009 ο V.K., μέλος του ΑΣΔ, έχοντας διεξαγάγει προκαταρκτικές έρευνες, κατέθεσε κι άλλο αίτημα στο ΑΔΣ, ζητώντας του να καθορίσει εάν ο προσφεύγων μπορούσε να καθαιρεθεί από τη θέση του δικαστή για «παράβαση όρκου», υποστηρίζοντας ότι ο προσφεύγων είχε διαπράξει πλήθος σοβαρών διαδικαστικών παραβάσεων ενώ εξέταζε υποθέσεις σχετικές με εταιρικές διαφορές στις οποίες εμπλεκόταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Κάποιες από τις ενέργειες του προσφεύγοντος που χρησίμευσαν ως βάση για το αίτημα χρονολογούνταν από τον Ιούλιο 2006
19. Στις 19 Δεκεμβρίου 2008 και στις 3 Απριλίου 2009 τα εν λόγω αιτήματα κοινοποιήθηκαν στον προσφεύγοντα.
20. Στις 22 Μαρτίου 2010 ο V.K. εξελέγη πρόεδρος του ΑΣΔ.
21. Στις 19 Μαΐου 2010[2] το ΑΣΔ κάλεσε τον προσφεύγοντα σε ακροαματική διαδικασία στις 25 Μαΐου 2010 αναφορικά με την αποπομπή του. Σε απάντησή του με ημερομηνία 20 Μαΐου 2010[3] ο προσφεύγων ενημέρωσε το ΑΣΔ ότι δεν θα μπορούσε να παραστεί στην ακροαματική διαδικασία, καθώς ο πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου του είχε δώσει εντολή να ταξιδέψει στη Σεβαστούπολη από τις 24 ως τις 28 Μαΐου 2010, για να παρέχει συμβουλές σε ένα τοπικό δικαστήριο περί βέλτιστων πρακτικών. Ο προσφεύγων ζήτησε από το ΑΣΔ να αναβάλει την ακροαματική διαδικασία.
22. Στις 21 Μαΐου 2010 το ΑΣΔ απέστειλε ειδοποίηση στον προσφεύγοντα, ενημερώνοντάς τον ότι η ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποπομπή του είχε αναβληθεί έως τις 26 Μαΐου 2010. Σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, έλαβε την ειδοποίηση στις 28 Μαΐου 2010.
23. Στις 26 Μαΐου 2010 το ΑΣΔ εξέτασε τα αιτήματα που κατέθεσαν οι R.K. και V.K. και έλαβε δύο αποφάσεις σχετικά με την υποβoλή παρατηρήσεων στο Κοινοβούλιο για την καθαίρεση του προσφεύγοντος από τη θέση του δικαστή λόγω «παράβασης όρκου». Ο V.K. προέδρευσε της ακροαματικής διαδικασίας. Οι R.K. και S.K. συμμετείχαν επίσης, ως μέλη του ΑΣΔ. Ο προσφεύγων απουσίαζε.
24. Οι αποφάσεις ψηφίστηκαν από τα δεκαέξι μέλη του ΑΣΔ που ήταν παρόντα, τρία εκ των οποίων ήταν δικαστές.
25. Στις 31 Μαΐου 2010 ο V.K., ως πρόεδρος του ΑΣΔ, υπέβαλε δύο παρατηρήσεις στο Κοινοβούλιο για την καθαίρεση του προσφεύγοντος από τη θέση του δικαστή.
26. Στις 16 Ιουνίου 2010, κατά τη διάρκεια μιας ακροαματικής διαδικασίας της οποίας προέδρευε ο S.K., η κοινοβουλευτική επιτροπή εξέτασε τις παρατηρήσεις του ΑΣΔ σχετικά με τον προσφεύγοντα και υιοθέτησε σύσταση για την καθαίρεσή του. Τα μέλη της επιτροπής που είχαν αιτηθεί τη διεξαγωγή προκαταρκτικών ερευνών από το ΑΣΔ σχετικά με τον προσφεύγοντα ψήφισαν επίσης υπέρ της σύστασης. Εκτός από τον S.K., άλλο ένα μέλος της επιτροπής είχε ασχοληθεί στο παρελθόν με την υπόθεση του προσφεύγοντος ως μέλος του ΑΣΔ και στη συνέχεια ψήφισε υπέρ της σύστασης ως μέλος της επιτροπής. Σύμφωνα με τον φάκελο, όπως ήταν την ημέρα των συσκέψεων του δικαστηρίου,[4] ο προσφεύγων απουσίαζε από την ακροαματική διαδικασία της επιτροπής.
27. Στις 17 Ιουνίου 2010 οι παρατηρήσεις του ΑΣΔ και η σύσταση της κοινοβουλευτικής επιτροπής εξετάστηκαν σε συνεδρίαση της ολομέλειας του Κοινοβουλίου. Ο λόγος δόθηκε στον S.K. και στον V.K., οι οποίοι έδωσαν αναφορά σχετικά με την υπόθεση του προσφεύγοντος. Ο προσφεύγων παρίστατο στη συνεδρίαση. Κατόπιν συζήτησης, το Κοινοβούλιο ψήφισε υπέρ της αποπομπής του προσφεύγοντος από τη θέση του δικαστή λόγω «παράβασης όρκου» και εξέδωσε σχετικό ψήφισμα.
28. Σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, κατά τη διάρκεια της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας, η πλειοψηφία των βουλευτών ήταν απόντες. Οι βουλευτές που ήταν παρόντες χρησιμοποίησαν κάρτες ψηφοφορίας που ανήκαν στους απόντες συναδέλφους τους. Οι δηλώσεις των βουλευτών σχετικά με την κατάχρηση των καρτών ψηφοφορίας και το αρχείο της βιντεοσκόπησης του σχετικού τμήματος της συνεδρίασης της ολομέλειας έχουν υποβληθεί το Δικαστήριο.
29. Ο προσφεύγων αμφισβήτησε την αποπομπή του ενώπιον του ΑΔΔ. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι: το ΑΣΔ δεν λειτούργησε με ανεξάρτητο και αμερόληπτο τρόπο, δεν τον ενημέρωσε δεόντως για τις ακροαματικές διαδικασίες της υπόθεσής του, δεν εφάρμοσε τη διαδικασία για αποπομπή δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου που προβλέπεται στο κεφάλαιο τέσσερα της Πράξης 1998 του ΑΣΔ, η οποία προσφέρει ένα σύνολο δικονομικών εγγυήσεων, όπως η ειδοποίηση του ενδιαφερόμενου δικαστή σχετικά με τις πειθαρχικές διαδικασίες και την ενεργό συμμετοχή του σε αυτές, χρονικό περιθώριο για τη διεξαγωγή, μυστική ψηφοφορία, και παραγραφή για πειθαρχικές ποινές, ότι τα συμπεράσματα του ΑΣΔ ήταν αβάσιμα και παράνομα, ότι η κοινοβουλευτική επιτροπή δεν του παρείχε ακρόαση και λειτούργησε με παράνομο και μεροληπτικό τρόπο, και ότι το Κοινοβούλιο εξέδωσε ψήφισμα για την αποπομπή του προσφεύγοντος απούσης της πλειοψηφίας των βουλευτών, γεγονός που συνιστά παράβαση του Άρθρου 84 του Συντάγματος, της ενότητας 24 της Πράξης Ιδιότητας των βουλευτών του 1992 και του Κανονισμού 47 των Κανονισμών του Κοινοβουλίου.
30. Συνεπώς, ο προσφεύγων ζήτησε να κηρυχθούν παράνομες και άκυρες τόσο οι βαλλόμενες αποφάσεις και παρατηρήσεις του ΑΣΔ όσο και το κοινοβουλευτικό ψήφισμα.
31. Σύμφωνα με το Άρθρο 171-1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας («Κώδικας»), η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ΑΔΔ.
32. Ο προσφεύγων ζήτησε την απόσυρση του τμήματος, ισχυριζόμενος ότι συγκροτήθηκε παρανόμως και ήταν μεροληπτικό. Το αίτημά του απορρίφθηκε ως αβάσιμο. Σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, πλήθος αιτημάτων του για τη συλλογή και παραδοχή διαφόρων αποδεικτικών στοιχείων και την κλήτευση μαρτύρων απορρίφθηκε.
33. Στις 6 Σεπτεμβρίου 2010 ο προσφεύγων συμπλήρωσε το αίτημά του με τις δηλώσεις βουλευτών σχετικά με την κατάχρηση των καρτών ψηφοφορίας αναφορικά με την αποπομπή του και το αρχείο της βιντεοσκόπησης του σχετικού τμήματος της συνεδρίασης της ολομέλειας.
34. Κατόπιν αρκετών ακροαματικών διαδικασιών, στις 19 Οκτωβρίου 2010, το ΑΔΔ εξέτασε το αίτημα του προσφεύγοντος και εξέδωσε απόφαση. Έκρινε ότι ο προσφεύγων είχε αναλάβει τα καθήκοντα του δικαστή το 1983, χρονική στιγμή κατά την οποία η εθνική νομοθεσία δεν προέβλεπε την ορκωμοσία των δικαστών. Ωστόσο, ο προσφεύγων είχε καθαιρεθεί λόγω παράβασης θεμελιωδών αρχών του επαγγέλματος του δικαστικού, οι οποίες ορίζονται στις ενότητες 6 και 10 του Κώδικα Δεοντολογίας Δικαστών του 1992 και ήταν νομικά δεσμευτικές κατά τη στιγμή των ενεργειών που πραγματοποιήθηκαν από τον προσφεύγοντα.
35. Επιπλέον, το δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση του ΑΣΔ και η παρατήρηση που έγινε σχετικά με το αίτημα του R.K. ήταν παράνομη, επειδή ο προσφεύγων και ο Δικαστής Β. δεν είχαν θεωρηθεί συγγενείς βάσει της νομοθεσίας που ίσχυε κατά την υπό εξέταση χρονική στιγμή. Επιπλέον, σε ό,τι αφορά τις δίκες στις οποίες ο προσφεύγων ήταν τρίτο μέρος, δεν είχε καμία υποχρέωση να ζητήσει την αποχώρηση του Δικαστή Β. Ωστόσο, το ΑΔΔ αρνήθηκε να ακυρώσει τις πράξεις του ΑΣΔ σχετικά με το αίτημα του R.K. σημειώνοντας ότι σύμφωνα με το Άρθρο 171-1 του Κώδικα δεν ήταν αρμόδιο να λάβει τέτοιο μέτρο.
36. Όσον αφορά την απόφαση και την παρατήρηση που έγινε από το ΑΣΔ σχετικά με το αίτημα της V.K., αυτές κρίθηκαν νόμιμες και βάσιμες.
37. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος ότι το ΑΣΔ έπρεπε να εφαρμόσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο κεφάλαιο τέσσερα της Πράξης 1998 του ΑΣΔ, το δικαστήριο σημείωσε ότι σύμφωνα με την ενότητα 37 § 2 της εν λόγω πράξης, αυτή η διαδικασία ισχύει μόνο για υποθέσεις που περιλαμβάνουν κυρώσεις όπως επιπλήξεις ή υποβάθμιση της κατηγορίας προσόντων. Η απόδοση ευθύνης για «παράβαση όρκου» με τη μορφή αποπομπής προβλέπεται από το Άρθρο 126 § 5 (5) του Συντάγματος και η διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί ήταν διαφορετική, ήτοι εκείνη που περιγράφεται στην ενότητα 32 της πράξης 1998 του ΑΣΔ, που περιέχεται στο κεφάλαιο δύο της εν λόγω πράξης. Το δικαστήριο συμπέρανε ότι η διαδικασία στην οποία αναφέρθηκε ο προσφεύγων δεν ίσχυε για την αποπομπή δικαστή για «παράβαση όρκου». Επομένως, δεν υπήρχαν λόγοι για εφαρμογή των παραγραφών που αναφέρονται στην ενότητα 36 του Κώδικα Δικαστικών Λειτουργών 1992 και την ενότητα 43 της πράξης του ΑΣΔ του 1998.
38. Το δικαστήριο έκρινε στη συνέχεια ότι ο προσφεύγων απουσίαζε από την ακροαματική διαδικασία στο ΑΣΔ χωρίς σοβαρή αιτία. Επιπλέον, σημείωσε ότι δεν υπήρχαν διαδικαστικές παραβάσεις στις διαδικασίες πριν από την κοινοβουλευτική επιτροπή. Όσον αφορά τις εικαζόμενες διαδικαστικές παραβάσεις κατά τη συνεδρίαση της ολομέλειας, το κοινοβουλευτικό ψήφισμα για την αποπομπή του προσφεύγοντος είχε υπερψηφιστεί από την πλειοψηφία των βουλευτών και είχε επιβεβαιωθεί από τα αρχεία της ονομαστικής ψηφοφορίας. Επιπλέον, το δικαστήριο σημείωσε ότι δεν ήταν αρμόδιο να επανεξετάσει τη συνταγματικότητα των κοινοβουλευτικών ψηφισμάτων, καθώς αυτό εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Συνταγματικού Δικαστηρίου.
39. Οι ακροαματικές διαδικασίες του ΑΔΔ πραγματοποιήθηκαν παρουσία του προσφεύγοντος και των άλλων μερών που εμπλέκονται στη διαφορά.
Γ. Γεγονότα που σχετίζονται με τον διορισμό προέδρων και αντιπροέδρων των εγχώριων δικαστηρίων και, συγκεκριμένα, του προέδρου του ΑΔΔ.
40. Στις 22 Δεκεμβρίου 2004 ο Πρόεδρος της Ουκρανίας, σύμφωνα με την ενότητα 20 του Νόμου περί Δικαστικού Συστήματος του 2002, διόρισε τον δικαστή P. στη θέση του προέδρου του ΑΔΔ.
41. Στις 16 Μαΐου 2007 το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι η ενότητα 20 § 5 του Νόμου περί Δικαστικού Συστήματος του 2002 σχετικά με τη διαδικασία διορισμού και αποπομπής προέδρων και αντιπροέδρων των δικαστηρίων από τον Πρόεδρο της Ουκρανίας, ήταν αντισυνταγματική. Συνέστησε στο Κοινοβούλιο να προχωρήσει σε σχετικές νομοθετικές τροπολογίες, για να ρυθμίσει το θέμα σωστά.
42. Στις 30 Μαΐου 2007 το Κοινοβούλιο εξέδωσε ψήφισμα εισάγοντας μια προσωρινή διαδικασία για τον διορισμό προέδρων και αντιπροέδρων των δικαστηρίων. Το ψήφισμα παρείχε στο ΑΣΔ την εξουσία να διορίζει τους προέδρους και τους αντιπροέδρους των δικαστηρίων.
43. Την ίδια ημέρα, ο προσφεύγων αμφισβήτησε το ψήφισμα ενώπιον του δικαστηρίου, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, πως ήταν ασύμβατο με τον Νόμο περί ΑΣΔ του 1998 και άλλους νόμους της Ουκρανίας. Το δικαστήριο εξέδωσε αμέσως παρεμπίπτουσα απόφαση, αναστέλλοντας την ισχύ του ψηφίσματος.
44. Στις 31 Μαΐου 2007 το Συμβούλιο των Δικαστών της Ουκρανίας, λαμβάνοντας υπόψη το νομοθετικό κενό που προέκυψε από την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της 16ης Μαΐου 2007, εξέδωσε απόφαση παραχωρώντας στο ίδιο προσωρινή εξουσία διορισμού των προέδρων και αντιπροέδρων των δικαστηρίων.
45. Στις 14 Ιουνίου 2007 η κοινοβουλευτική εφημερίδα εξέδωσε γνωμοδότηση του προεδρεύοντος της κοινοβουλευτικής επιτροπής, S.K., ο οποίος δήλωνε ότι τα τοπικά δικαστήρια δεν είχαν την εξουσία να αναθεωρήσουν το προαναφερόμενο ψήφισμα του Κοινοβουλίου και ότι οι δικαστές που αναθεώρησαν το εν λόγω ψήφισμα θα αποπέμπονταν λόγω «παράβασης όρκου».
46. Στις 26 Ιουνίου 2007 η Συνέλευση των Δικαστών της Ουκρανίας προσυπέγραψε την απόφαση του Συμβουλίου των Δικαστών της Ουκρανίας της 31ης Μαΐου 2007.
47. Στις 21 Φεβρουαρίου 2008 το δικαστήριο που επανεξέτασε το κοινοβουλευτικό ψήφισμα το ακύρωσε ως παράνομο.
48. Στις 21 Δεκεμβρίου 2009 το Προεδρείο του ΑΔΔ αποφάσισε ότι ο δικαστής P. έπρεπε να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου του ΑΔΔ μετά τη λήξη της πενταετούς θητείας που προβλέπεται από την ενότητα 20 του Νόμου του 2002 περί δικαστικού συστήματος.
49. Στις 22 Δεκεμβρίου 2009 το Συνταγματικό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση ερμηνεύοντας τις διατάξεις της ενότητας 116 § 5 (4) και της ενότητας 20 § 5 του Νόμου του 2002 περί δικαστικού συστήματος. Έκρινε ότι οι εν λόγω διατάξεις έπρεπε να ερμηνευθούν μόνο ως εξουσιοδότηση του Συμβουλίου των Δικαστών της Ουκρανίας να παρέχουν συστάσεις για τον διορισμό δικαστών σε διοικητικές θέσεις από άλλο όργανο (ή από αξιωματούχο) που ορίζεται από τον νόμο. Επιπλέον, το δικαστήριο υποχρέωσε το Κοινοβούλιο να συμμορφωθεί αμελλητί με την απόφαση της 16ης Μαΐου 2007 και να εισαγάγει σχετικές νομοθετικές τροπολογίες.
50. Στις 24 Δεκεμβρίου 2009 το Συνέδριο των Δικαστών των Διοικητικών Δικαστηρίων αποφάσισε ότι ο δικαστής P. θα έπρεπε να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου του ΑΔΔ.
51. Στις 25 Δεκεμβρίου 2009 το Συμβούλιο των Δικαστών της Ουκρανίας ακύρωσε την απόφαση της 24ης Δεκεμβρίου 2009 ως παράνομη και σημείωσε ότι, σύμφωνα με την ενότητα 41 § 5 του Νόμου του 2002 περί δικαστικού συστήματος, ο πρώτος αντιπρόεδρος του ΑΔΔ, Δικαστής S., έπρεπε να ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου του εν λόγω δικαστηρίου.
52. Στις 16 Ιανουαρίου 2010, το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα εξέδωσε δελτίο τύπου σημειώνοντας ότι το όργανο ή ο δημόσιος υπάλληλος που έχει την εξουσία να διορίζει και να αποπέμπει προέδρους των δικαστηρίων δεν είχε οριστεί ακόμα από τους νόμους της Ουκρανίας, ενώ μόνο το Συμβούλιο των Δικαστών της Ουκρανίας είχε δικαίωμα να κάνει συστάσεις επί αυτών των θεμάτων. Ο Δικαστής P. δεν είχε αποπεμφθεί από τη θέση του προέδρου του ΑΔΔ και επομένως συνέχιζε να την κατέχει νομίμως.
53. Ο Δικαστής P. εξακολούθησε να ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου του ΑΔΔ.
54. Στις 25 Μαρτίου 2010 το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε το κοινοβουλευτικό ψήφισμα της 30ης Μαΐου 2007 αντισυνταγματικό.
55. Το τμήμα του ΑΔΔ που ασχολήθηκε με τις υποθέσεις που αναφέρονται στο Άρθρο 171-1 του Κώδικα συγκροτήθηκε τον Μάιο και τον Ιούνιο 2010 χρησιμοποιώντας τη διαδικασία που προβλέπεται στην ενότητα 41 του Νόμου του 2002 περί δικαστικού συστήματος.
II. ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
A. Σύνταγμα της 28ης Ιουνίου 1996.
56. Το Άρθρο 6 του Συντάγματος ορίζει ότι η κρατική εξουσία στην Ουκρανία ασκείται στη βάση του διαχωρισμού της σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική.
57. Το Άρθρο 76 του Συντάγματος προβλέπει ότι οι βουλευτές εκλέγονται από τους Ουκρανούς υπηκόους που έχουν συμπληρώσει το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας τους, έχουν δικαίωμα ψήφου και έχουν ζήσει στην Ουκρανία τα τελευταία πέντε χρόνια.
58. Το Άρθρο 84 του Συντάγματος προβλέπει ότι οι βουλευτές ψηφίζουν αυτοπροσώπως σε συνεδριάσεις του Κοινοβουλίου.
59. Το Άρθρο 126 § 5 του Συντάγματος προβλέπει τα εξής:
«Ένας δικαστής αποπέμπεται από τη θέση του/της από το όργανο που τον/την εξέλεξε ή διόρισε σε περίπτωση:
(1) λήξης της θητείας για την οποία εξελέγη/διορίστηκε,
(2) συμπλήρωσης από τον/τη δικαστή του εξηκοστού πέμπτου έτους της ηλικίας του/της,
(3) ανικανότητας συνέχισης άσκησης των καθηκόντων του/της για λόγους υγείας,
(4) παράβασης από τον/τη δικαστή των απαιτήσεων σχετικά με το ασυμβίβαστο του δικαστικού λειτουργού,
(5) παράβασης όρκου από τον/τη δικαστή,
(6) θέσης σε ισχύ καταδικαστικής απόφασης εναντίον του/της
(7) παύσης της εθνικότητάς του/της
(8) δήλωσης ότι αγνοείται ή επίσημης ανακοίνωσης του θανάτου του/της
(9) υποβολής από τον/τη δικαστή δήλωσης παραίτησης ή εθελούσιας απαλλαγής από τα καθήκοντά του/της.»
60. Τα Άρθρα 128 και 131 του Συντάγματος προβλέπουν τα ακόλουθα:
Άρθρο 128
«Ο αρχικός διορισμός ενός επαγγελματία δικαστή για πενταετή θητεία θα πραγματοποιηθεί από τον Πρόεδρο της Ουκρανίας. Όλοι οι άλλοι δικαστές, εκτός από τους δικαστές του Συνταγματικού Δικαστηρίου, εκλέγονται από το Κοινοβούλιο για θητεία αορίστου χρόνου σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται από τον νόμο. ...»
Άρθρο 131
«Το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης δραστηριοποιείται στην Ουκρανία. Οι αρμοδιότητές του περιλαμβάνουν:
(1) υποβολή προτάσεων για τον διορισμό ή την αποπομπή δικαστών,
(2) έκδοση αποφάσεων σχετικά με την παράβαση από δικαστές και εισαγγελείς των απαιτήσεων που αφορούν το ασυμβίβαστο του δικαστικού λειτουργού,
(3) διεξαγωγή πειθαρχικών δικών που αφορούν δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου και δικαστές ανώτατων εξειδικευμένων δικαστηρίων, και εξέταση καταγγελιών αποφάσεων που επιβάλλουν πειθαρχική ευθύνη σε δικαστές εφετείων και τοπικών δικαστηρίων, καθώς και εισαγγελείς.
Το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης αποτελείται από είκοσι μέλη. Το Κοινοβούλιο της Ουκρανίας, ο Πρόεδρος της Ουκρανίας, η Συνέλευση των Δικαστών της Ουκρανίας, η Συνέλευση των εισαγγελέων της Ουκρανίας και η Συνέλευση των Εκπροσώπων Ανώτατων Νομικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και Επιστημονικών Φορέων, διορίζουν από τρία μέλη στο Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης, και το Πανουκρανικό Συνέδριο Εισαγγελέων διορίζει δύο μέλη στο Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης.
Ο Πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και ο Γενικός Εισαγγελέας θα είναι ex officio μέλη του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης.»
B. Ποινικός Κώδικας της 5ης Απριλίου 2001
61. Το Άρθρο 375 του Κώδικα προβλέπει:
«1. Η έκδοση από έναν/μία (ή περισσότερους) δικαστή (δικαστές) καταδικαστικής απόφασης, κρίσης, απόφασης ή ψηφίσματος που γνωρίζει πως είναι άδικη –
τιμωρείται με περιορισμό της ελευθερίας του/της μέχρι και πέντε έτη ή με φυλάκιση δύο έως πέντε ετών.
2. Οι ίδιες πράξεις, εάν παρήγαγαν σοβαρές συνέπειες ή διαπράχθηκαν προς οικονομικό όφελος ή άλλο προσωπικό συμφέρον –
τιμωρούνται με φυλάκιση πέντε έως οκτώ ετών.»
Γ. Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας της 6ης Ιουλίου 2005.
62. Οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα είναι οι ακόλουθες:
Άρθρο 161. Ζητήματα που πρέπει να καθοριστούν από δικαστήριο κατά την απόφαση επί υποθέσεως
«1. Όταν αποφασίζει επί υποθέσεως, ένα δικαστήριο πρέπει να προσδιορίσει τα εξής:
(1) εάν οι περιστάσεις οι οποίες αναφέρονται στο αίτημα και τις ενστάσεις έχουν λάβει χώρα και ποια αποδεικτικά στοιχεία τις καθιστούν βάσιμες,
(2) εάν υπάρχουν άλλες πληροφορίες για τα σχετικά με την υπόθεση γεγονότα και αποδεικτικά στοιχεία που υποστηρίζουν αυτές τις πληροφορίες,
(3) ποιες διατάξεις του νόμου πρέπει να εφαρμοστούν στις έννομες σχέσεις εν διαφορά, ...»
Άρθρο 171-1. Διαδικασία σε υποθέσεις σχετικές με πράξεις, ενέργειες ή παραλείψεις του Κοινοβουλίου της Ουκρανίας, του Προέδρου της Ουκρανίας, του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης και της Επιτροπής Δικαστών Ανώτατου Βαθμού.
[διάταξη σε ισχύ από τις 15 Μαΐου 2010]
«1. Οι κανονισμοί που ορίζονται στο παρόν Άρθρο ισχύουν σε διαδικασίες διοικητικών υποθέσεων σχετικών με:
(1) τη νομιμότητα (αλλά όχι τη συνταγματικότητα) ψηφισμάτων του Κοινοβουλίου και διαταγμάτων και εντολών του Προέδρου της Ουκρανίας,
(2) πράξεις του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης, ...
2. Πράξεις, ενέργειες ή παραλείψεις του Κοινοβουλίου της Ουκρανίας, του Προέδρου της Ουκρανίας, του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης και της Επιτροπής Δικαστών Ανώτατου Βαθμού μπορούν να αμφισβητηθούν ενώπιον του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου. Για τον σκοπό αυτό θα συγκροτηθεί ένα ξεχωριστό τμήμα στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο.
...
4. Διοικητικές υποθέσεις σχετικές με πράξεις, ενέργειες ή παραλείψεις του Κοινοβουλίου της Ουκρανίας, του Προέδρου της Ουκρανίας, του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης και της Επιτροπής Δικαστών Ανώτατου Βαθμού θα εξετάζονται από έδρα αποτελούμενη από τουλάχιστον πέντε δικαστές ...
5. Έπειτα από την εκδίκαση της υπόθεσης, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο μπορεί να:
(1) κηρύξει πράξεις του Κοινοβουλίου της Ουκρανίας, του Προέδρου της Ουκρανίας, του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης και της Επιτροπής Δικαστών Ανώτατου Βαθμού εν όλω ή εν μέρει παράνομες,
(2) κηρύξει πράξεις, ενέργειες ή παραλείψεις του Κοινοβουλίου της Ουκρανίας, του Προέδρου της Ουκρανίας, του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης και της Επιτροπής Δικαστών Ανώτατου Βαθμού παράνομες και να υποχρεώσει [αυτό ή αυτούς] να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα. ...»
Δ. Ο Νόμος περί δικαστικού συστήματος της 7ης Φεβρουαρίου 2002 με περαιτέρω τροποποιήσεις («ο Νόμος του 2002 περί δικαστικού συστήματος») (σε ισχύ έως τις 30 Ιουλίου 2010)
63. Οι σχετικές διατάξεις του Νόμου είναι οι ακόλουθες:
Ενότητα 20. Διαδικασία σύστασης των δικαστηρίων
«...5. Ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος ενός δικαστηρίου πρέπει να είναι δικαστές διορισμένοι στη σχετική θέση για πενταετή θητεία, οι οποίοι μπορούν να αποπεμφθούν από τη θέση αυτή από τον Πρόεδρο της Ουκρανίας κατόπιν αιτήματος του Προέδρου του Ανώτατου Δικαστηρίου (και όσον αφορά εξειδικευμένα δικαστήρια, κατόπιν αιτήματος του προέδρου του ανώτατου εξειδικευμένου δικαστηρίου), βάσει σύστασης του Συμβουλίου των Δικαστών της Ουκρανίας (και όσον αφορά εξειδικευμένα δικαστήρια, βάσει σύστασης του προέδρου του αντίστοιχου συμβουλίου δικαστών). ...»
Βάσει απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου της 16ης Μαΐου 2007, η διάταξη της ενότητας 20, παρ. 5 του Νόμου σχετικά με τον διορισμό προέδρων και αντιπροέδρων των δικαστηρίων από τον Πρόεδρο της Ουκρανίας κηρύχθηκε αντισυνταγματική.
Ενότητα 41. Ο πρόεδρος ενός ανώτατου εξειδικευμένου δικαστηρίου
«1. Ο πρόεδρος ενός ανώτατου εξειδικευμένου δικαστηρίου:
...
(3) ... συγκροτεί τα τμήματα του δικαστηρίου, πραγματοποιεί προτάσεις για τη μεμονωμένη σύνθεση των τμημάτων προς έγκριση από το προεδρείο του δικαστηρίου, ...
5. Σε περίπτωση απουσίας του προέδρου του ανώτατου εξειδικευμένου δικαστηρίου, τα καθήκοντά του εκτελούνται από τον πρώτο αντιπρόεδρο, ή σε περίπτωση απουσίας του τελευταίου, από κάποιον από τους αντιπροέδρους του δικαστηρίου, σύμφωνα με την κατανομή των διοικητικών εξουσιών.»
Ενότητα 116. Το Συμβούλιο των Δικαστών της Ουκρανίας
«1. Το Συμβούλιο Δικαστών της Ουκρανίας λειτουργεί ως ανώτατο όργανο δικαστικής αυτοδιοίκησης το διάστημα μεταξύ των συνεδριάσεων της Συνέλευσης των Δικαστών της Ουκρανίας.
...
5. Το Συμβούλιο των Δικαστών της Ουκρανίας:
... (4) αποφασίζει για τον διορισμό δικαστών σε διοικητικές θέσεις και την αποπομπή τους από αυτές τις θέσεις και σε συμφωνία με τη διαδικασία που προβλέπεται από αυτόν τον Νόμο, ...
6. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου των Δικαστών της Ουκρανίας είναι δεσμευτικές για όλα τα σώματα δικαστικής αυτοδιοίκησης. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου των Δικαστών της Ουκρανίας μπορούν να καταργηθούν από τη Συνέλευση των Δικαστών της Ουκρανίας.»
E. Ο Νόμος περί δικαστικών λειτουργών της 15ης Δεκεμβρίου 1992 με περαιτέρω τροποποιήσεις («Νόμος του 1992 περί δικαστικών λειτουργών») (σε ισχύ έως τις 30 Ιουλίου 2010)
64. Οι σχετικές διατάξεις του Νόμου ήταν οι ακόλουθες:
Ενότητα 5. Απαιτήσεις συμβατότητας
«Οι δικαστές απαγορεύεται να είναι μέλη πολιτικών κομμάτων ή συνδικάτων, να συμμετέχουν σε οποιαδήποτε πολιτική δραστηριότητα, να έχουν λάβει οποιαδήποτε εντολή εκπροσώπησης, να έχουν άλλο προσοδοφόρο επάγγελμα ή να κατέχουν άλλη θέση εργασίας μετ’ αποδοχών με την εξαίρεση επιστημονικών, εκπαιδευτικών ή καλλιτεχνικών επαγγελμάτων.»
Ενότητα 6. Καθήκοντα των δικαστών
«Οι δικαστές είναι υποχρεωμένοι:
- να τηρούν το Σύνταγμα και τους νόμους της Ουκρανίας όταν απονέμουν δικαιοσύνη και να διασφαλίζουν την πλήρη, ενδελεχή και αντικειμενική εξέταση υποθέσεων εντός των καθορισμένων χρονικών ορίων,
- να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της ενότητας 5 του παρόντος Νόμου και τους εσωτερικούς κανονισμούς,
- να μην κοινοποιούν πληροφορίες που χαρακτηρίζονται ως κρατικά, στρατιωτικά, εμπορικά ή τραπεζικά μυστικά ...
- να απέχουν από πράξεις ή ενέργειες που ατιμάζουν το δικαστικό αξίωμα και που μπορεί να προκαλέσουν αμφιβολίες όσον αφορά την αντικειμενικότητα, την αμεροληψία και την ανεξαρτησία τους.»
Ενότητα 10. Όρκος δικαστικών
«Μετά τον αρχικό τους διορισμό, οι δικαστές πρέπει να δώσουν επίσημα τον παρακάτω όρκο:
‘Δηλώνω επίσημα ότι θα ασκώ τα καθήκοντα του δικαστή με εντιμότητα και σθένος, θα συμμορφώνομαι μόνο με τον νόμο όταν αποδίδω δικαιοσύνη, και ότι θα είμαι αντικειμενικός και δίκαιος.’
Η ορκωμοσία πραγματοποιείται ενώπιον του Προέδρου της Ουκρανίας.»
Ενότητα 31. Λόγοι πειθαρχικής ευθύνης δικαστών
«1. Στους δικαστές μπορεί να επιβληθεί πειθαρχική ποινή για πειθαρχικό παράπτωμα, ήτοι για παράβαση:
- της νομοθεσίας κατά την εξέταση μιας υπόθεσης,
- των διατάξεων της ενότητας 5 του παρόντος Νόμου,
- των καθηκόντων που ορίζονται στην ενότητα 6 του παρόντος Νόμου,
2. Η ανάκληση ή τροποποίηση μιας δικαστικής απόφασης δεν θα συνεπάγεται πειθαρχική ευθύνη για δικαστή που συμμετείχε στη λήψη της, υπό τον όρο ότι δεν υπήρχε πρόθεση παράβασης του νόμου ή των απαιτήσεων της ενδελέχειας και ότι δεν επήλθαν σοβαρές συνέπειες από αυτή την απόφαση.»
Ενότητα 32. Είδη πειθαρχικών ποινών
«1. Σε δικαστές μπορούν να επιβληθούν οι εξής πειθαρχικές ποινές:
- επίπληξη,
- υποβάθμιση.
2. Για καθεμιά από τις παραβάσεις που περιγράφονται στην ενότητα 31 του παρόντος Νόμου, επιβάλλεται μόνο μία ποινή. ...»
Ενότητα 36. Χρονικά όρια για την επιβολή πειθαρχικής ποινής και διαγραφή πειθαρχικού ιστορικού.
«1. Σε δικαστές θα επιβάλλεται πειθαρχική ποινή εντός έξι μηνών από την ημερομηνία γνωστοποίησης του αδικήματός τους, εξαιρουμένων τυχόν περιόδων προσωρινής ανικανότητας ή άδειας.
2. Αν, εντός ενός έτους από την ημερομηνία εφαρμογής του πειθαρχικού μέτρου, δεν έχει επιβληθεί στον/στη δικαστή νέα πειθαρχική ποινή, ο/η εν λόγω δικαστής θα αντιμετωπίζεται ως μη έχων/-ουσα πειθαρχικό ιστορικό. ...»
Ζ. Ο Νόμος του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης της 15ης Ιανουαρίου 1998 («Ο Νόμος ΑΣΔ του 1998»), με τη διατύπωσή του κατά τη σχετική χρονική στιγμή
65. Η ενότητα 6 του Νόμου, πριν από τις τροποποιήσεις της 7ης Ιουλίου 2010, έχει ως εξής:
«Ουκρανός υπήκοος ηλικίας από τριάντα πέντε έως εξήντα ετών μπορεί να προταθεί για τη θέση μέλους [του ΑΣΔ], εάν έχει καλή γνώση της εθνικής γλώσσας, έχει ανώτατη νομική εκπαίδευση και τουλάχιστον δέκα έτη προϋπηρεσίας στον τομέα της νομικής και έχει ζήσει στην Ουκρανία τα τελευταία δέκα έτη.
Οι προϋποθέσεις της υποενότητας 1 της παρούσας ενότητας δεν επεκτείνονται σε ιδιώτες που είναι ex officio μέλη του [του ΑΣΔ].
Οποιαδήποτε απόπειρα επηρεασμού μέλους [του ΑΣΔ] απαγορεύεται.»
66. Βάσει των τροποποιήσεων της 7ης Ιουλίου 2010, η ενότητα 6 του Νόμου συμπληρώθηκε με την ακόλουθη παράγραφο:
«Αν ο παρών Νόμος απαιτεί ένα μέλος [του ΑΣΔ] να είναι δικαστής, το εν λόγω μέλος διορίζεται μεταξύ των δικαστών που έχουν εκλεγεί για θητεία αορίστου χρόνου.»
67. Οι ενότητες 8-13 ρυθμίζουν το θέμα των διαδικασιών για τον διορισμό μελών του ΑΣΔ από τα όργανα που ορίζονται στο Άρθρο 131 του Συντάγματος.
68. Βάσει των τροποποιήσεων της 7ης Ιουλίου 2010, αυτές οι ενότητες συμπληρώθηκαν με πρόσθετες απαιτήσεις, με αποτέλεσμα να πρέπει να διοριστούν από τα όργανα που ορίζονται στο Άρθρο 131 του Συντάγματος δέκα μέλη του ΑΣΔ από δικαστικά σώματα.
69. Η ενότητα 17 του Νόμου προβλέπει ότι, πριν από την ανάληψη καθηκόντων, τα μέλη του ΑΣΔ πρέπει να ορκιστούν κατά τη διάρκεια συνεδρίασης του Κοινοβουλίου.
70. Η ενότητα 19 του Νόμου προβλέπει ότι το ΑΣΔ αποτελείται από δύο τμήματα. Οι εργασίες του ΑΣΔ συντονίζονται από τον πρόεδρό του ή, σε περίπτωση απουσίας του, από τον αντιπρόεδρο. Ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και οι προϊστάμενοι των τμημάτων του ΑΣΔ εργάζονται με πλήρη απασχόληση.
71. Οι λοιπές σχετικές διατάξεις του Νόμου προβλέπουν τα ακόλουθα:
Ενότητα 24. Ακροαματικές διαδικασίες ενώπιον του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης
«... Οι ακροαματικές διαδικασίες ενώπιον του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης θα είναι δημόσιες. Ιδιωτικές ακροαματικές διαδικασίες θα λαμβάνουν χώρα βάσει αποφάσεως της πλειοψηφίας της συνταγματικής σύνθεσης του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης ...»
Ενότητα 26. Απόσυρση μέλους του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης
«Μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης απαγορεύεται να συμμετάσχει στην εξέταση ενός ζητήματος και θα αποσυρθεί, εάν καταστεί σαφές ότι έχει προσωπικό, άμεσο ή έμμεσο συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης ... Υπό αυτές τις περιστάσεις, το μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης θα αποσυρθεί με δική του πρωτοβουλία. Υπό τις ίδιες περιστάσεις, ένα άτομο ... του οποίου η υπόθεση εξετάζεται ... έχει δικαίωμα να αιτηθεί την απόσυρση του μέλους του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης. ...»
Ενότητα 27. Πράξεις του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης, ...
«... Οι πράξεις του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης μπορούν να αμφισβητηθούν αποκλειστικά ενώπιον του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.»
72. Το κεφάλαιο δύο του Νόμου, «Εξέταση ζητημάτων σχετικών με την αποπομπή δικαστών» προβλέπει τα εξής, όσον αφορά την προκειμένη υπόθεση:
Ενότητα 32. Πρόταση για την αποπομπή δικαστή υπό ειδικές συνθήκες
[διατύπωση της ενότητας πριν από την 15η Μαΐου 2010.]
«Το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης θα εξετάσει την περίπτωση αποπομπής ενός δικαστή για τους λόγους που προβλέπονται στο Άρθρο 126 § 5 (4) – (6) του Συντάγματος κατόπιν παραλαβής της σχετικής γνωμοδότησης της Επιτροπής Δικαστών Ανώτατου Βαθμού ή αυτεπάγγελτα. Στον ενδιαφερόμενο δικαστή θα αποσταλεί έγγραφη πρόσκληση παρακολούθησης της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης.
Η απόφαση του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης να αιτηθεί αποπομπή δικαστή βάσει του Άρθρου 126 § 5 (4) και (5) του Συντάγματος πρέπει να ληφθεί από πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης που συμμετέχουν στην ακροαματική διαδικασία και, στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το Άρθρο 126 § 5 (6) του Συντάγματος, από την πλειοψηφία της συνταγματικής σύνθεσης του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης.»
Ενότητα 32. Πρόταση για την αποπομπή δικαστή υπό ειδικές συνθήκες
[διατύπωση της ενότητας από την 15η Μαΐου 2010]
«Το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης θα εξετάσει το ζήτημα αποπομπής ενός δικαστή για τους λόγους που προβλέπονται στο Άρθρο 126 § 5 (4) – (6) του Συντάγματος (παράβαση των απαιτήσεων δικαστικής ασυμβατότητας, παράβαση όρκου, θέση σε ισχύ καταδικαστικής απόφασης κατά δικαστή) κατόπιν παραλαβής της σχετικής γνωμοδότησης από την επιτροπή αξιολόγησης ή με δική του πρωτοβουλία.
Η παράβαση όρκου από δικαστή περιλαμβάνει:
(i) την πραγματοποίηση ενεργειών που ατιμάζουν το δικαστικό αξίωμα και ενδέχεται να προκαλέσουν αμφιβολίες για την αντικειμενικότητα, αμεροληψία και ανεξαρτησία, καθώς και τη δικαιοσύνη και το αδιάφθορο των δικαστικών λειτουργών,
(ii) παράνομη απόκτηση πλούτου ή πραγματοποίηση δαπανών από δικαστή που υπερβαίνουν το εισόδημά του/της και αυτό της οικογένειάς του/της,
(iii) εσκεμμένη καθυστέρηση της εξέτασης μιας υπόθεσης, που υπερβαίνει τα καθορισμένα χρονικά όρια [ή]
(iv) παράβαση των ηθικών και δεοντολογικών αρχών του κώδικα συμπεριφοράς των δικαστικών λειτουργών.
Στον ενδιαφερόμενο δικαστή θα αποσταλεί έγγραφη πρόσκληση να παρασταθεί σε ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης. Αν ο δικαστής δεν μπορεί να συμμετάσχει στην ακροαματική διαδικασία για σοβαρό λόγο, τότε δικαιούται να υποβάλει έγγραφες παρατηρήσεις, οι οποίες θα συμπεριληφθούν στον φάκελο της υπόθεσης. Οι έγγραφες παρατηρήσεις του δικαστή θα απαγγελθούν στην ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης. Δεύτερη απουσία του δικαστή από ακροαματική διαδικασία θα αποτελέσει αιτία εξέτασης της υπόθεσης ερήμην του.
Απόφαση του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης να αιτηθεί την αποπομπή δικαστή σύμφωνα με το Άρθρο 126 § 5 (4) – (6) του Συντάγματος πρέπει να ληφθεί από την πλειοψηφία της συνταγματικής σύνθεσης του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης.»
73. Το κεφάλαιο τέσσερα του Νόμου, «Πειθαρχικές δίκες εναντίον δικαστών του Ανώτατου Δικαστηρίου και των ανώτατων εξειδικευμένων δικαστηρίων» προβλέπει τα εξής, όσον αφορά την προκειμένη υπόθεση:
Ενότητα 37. Είδη ποινών που επιβάλλονται από το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης
[διατύπωση της ενότητας έως την 30ή Ιουλίου 2010.]
«Το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης επιβάλλει ποινές πειθαρχικής ευθύνης ... σε δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου ... για τους λόγους που προβλέπονται στο Άρθρο 126 § 5 (5) του Συντάγματος και στον Νόμο περί Δικαστικών Λειτουργών.
Το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης μπορεί να επιβάλλει τις παρακάτω πειθαρχικές ποινές:
(1) επίπληξη,
(2) υποβάθμιση.
Το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης μπορεί να αποφασίσει ότι κάποιος δικαστής δεν είναι κατάλληλος για τη θέση που κατέχει και να υποβάλλει αίτημα για την αποπομπή του δικαστή στο όργανο το οποίο τον/την διόρισε»
Ενότητα 39. Στάδια πειθαρχικής δίκης
«Οι πειθαρχικές δίκες περιλαμβάνουν τα ακόλουθα στάδια:
(1) επαλήθευση των πληροφοριών σχετικά με το πειθαρχικό παράπτωμα,
(2) έναρξη πειθαρχικής δίκης.
(3) εξέταση της πειθαρχικής υπόθεσης,
(4) λήψη απόφασης. ...»
Ενότητα 40. Επαλήθευση των πληροφοριών σχετικά με το πειθαρχικό παράπτωμα
«Η επαλήθευση των πληροφοριών σχετικά με το πειθαρχικό παράπτωμα θα πραγματοποιείται από ... μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης μέσω της λήψης γραπτών εξηγήσεων από τον δικαστή και άλλα άτομα, της αίτησης λήψης και της εξέτασης υλικού από φακέλους υποθέσεων, και της λήψης άλλων πληροφοριών από κρατικά όργανα, οργανώσεις, οργανισμούς, ενώσεις και πολίτες.
Έπειτα από την επαλήθευση των πληροφοριών, καταρτίζεται έκθεση γεγονότων με συμπεράσματα και προτάσεις. Η έκθεση και άλλα υλικά κοινοποιούνται στον ενδιαφερόμενο δικαστή. ...»
Ενότητα 41. Έναρξη πειθαρχικής δίκης
«Αν συντρέχουν λόγοι για τη διεξαγωγή πειθαρχικής δίκης εναντίον ... δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου... η έναρξή της πρέπει να κηρυχθεί μέσω απόφασης του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία λήψης των πληροφοριών για το πειθαρχικό παράπτωμα ή, αν η επαλήθευση αυτών είναι απαραίτητη, εντός δέκα ημερών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας επαλήθευσης.»
Ενότητα 42. Εξέταση πειθαρχικής υπόθεσης
[διατύπωση της ενότητας έως την 30ή Ιουλίου 2010.]
«Το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης θα εξετάσει μια πειθαρχική υπόθεση στην επόμενη ακροαματική του διαδικασία μετά από την παραλαβή ενός συμπεράσματος και άλλου υλικού που προέρχεται από την επαλήθευση.
Η απόφαση σε πειθαρχική υπόθεση λαμβάνεται με μυστική ψηφοφορία εν τη απουσία του ενδιαφερόμενου δικαστή ...
Το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης θα εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία ενός δικαστή πριν αποφασίσει για την πειθαρχική του/της ευθύνη. Αν ο δικαστής δεν μπορεί να συμμετάσχει στην ακροαματική διαδικασία για σοβαρό λόγο, τότε δικαιούται να υποβάλει έγγραφες παρατηρήσεις, οι οποίες θα συμπεριληφθούν στον φάκελο της υπόθεσης. Οι έγγραφες παρατηρήσεις του δικαστή θα απαγγελθούν στην ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης. Δεύτερη απουσία δικαστή από ακροαματική διαδικασία θα αποτελέσει αιτία εξέτασης της υπόθεσης ερήμην του.»
Ενότητα 43. Χρονικά περιθώρια για την επιβολή πειθαρχικής ποινής
«Πειθαρχική ποινή θα επιβληθεί σε δικαστή εντός έξι μηνών από την ημερομηνία γνωστοποίησης του παραπτώματος, εξαιρουμένων τυχόν περιόδων προσωρινής ανικανότητας ή άδειας, αλλά σε καμία περίπτωση αργότερα από ένα έτος από την ημερομηνία διάπραξης του παραπτώματος.»
Ενότητα 44. Διαγραφή πειθαρχικού ιστορικού
«Αν, εντός ενός έτους από την ημερομηνία εφαρμογής του πειθαρχικού μέτρου, δεν έχει επιβληθεί στον δικαστή νέα πειθαρχική ποινή, αυτός/-ή θα αντιμετωπίζεται ως μη έχων/-ουσα πειθαρχικό ιστορικό. ...»
Η. Ο Νόμος περί διαδικασίας εκλογής και αποπομπής δικαστών από το Κοινοβούλιο της 18ης Μαρτίου 2004 («Νόμος περί (εκλογής και αποπομπής) δικαστών του 2004») (σε ισχύ έως τις 30 Ιουλίου 2010)
74. Οι σχετικές διατάξεις του Νόμου ήταν οι ακόλουθες:
Ενότητα 19. Διαδικασία ενώπιον της κοινοβουλευτικής επιτροπής αναφορικά με την εξέταση του αιτήματος για αποπομπή δικαστή που έχει εκλεγεί για θητεία αορίστου χρόνου.
«Αίτημα [του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης] για αποπομπή δικαστή που έχει εκλεγεί για θητεία αορίστου χρόνου θα εξεταστεί από την κοινοβουλευτική επιτροπή εντός ενός μήνα από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος. ...
Η κοινοβουλευτική επιτροπή θα διεξαγάγει έρευνες αναφορικά με αιτήσεις πολιτών ή άλλες κοινοποιήσεις σχετικά με δραστηριότητες του δικαστή.
Η κοινοβουλευτική επιτροπή μπορεί να ζητήσει τη διεξαγωγή επιπρόσθετων ερευνών από το Ανώτατο Δικαστήριο, το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης, το σχετικό ανώτατο εξειδικευμένο δικαστήριο, την κρατική δικαστική διοίκηση, το Συμβούλιο των Δικαστών της Ουκρανίας ή τη σχετική επιτροπή δικαστών ανώτατου βαθμού.
Τα αποτελέσματα των επιπρόσθετων ερευνών θα παρέχονται εγγράφως στην κοινοβουλευτική επιτροπή από τις αρμόδιες αρχές εντός των χρονικών περιθωρίων που τίθενται από την κοινοβουλευτική επιτροπή, αλλά σε καμία περίπτωση αργότερα από δεκαπέντε ημέρες από το αίτημα για έρευνα.
Ο ενδιαφερόμενος δικαστής θα ειδοποιείται για την ώρα και τον τόπο της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον της κοινοβουλευτικής επιτροπής.»
Ενότητα 20. Διαδικασία ενώπιον της κοινοβουλευτικής επιτροπής αναφορικά με τον καθορισμό της έκδοσης απόφασης για αποπομπή δικαστή που έχει εκλεγεί για θητεία αορίστου χρόνου.
«Η ακροαματική διαδικασία ενώπιον της κοινοβουλευτικής επιτροπής αναφορικά με την αποπομπή δικαστή που έχει εκλεγεί για θητεία αορίστου χρόνου μπορεί να παρακολουθηθεί από βουλευτές και εκπροσώπους του Ανώτατου Δικαστηρίου, των ανώτατων εξειδικευμένων δικαστηρίων, το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης, μέλη της κρατικής δικαστικής διοίκησης, άλλων κρατικών αρχών, τοπικών οργανισμών αυτοδιοίκησης και δημόσιων φορέων.
Ο ενδιαφερόμενος δικαστής θα παρίσταται στην ακροαματική διαδικασία, εκτός από τις περιπτώσεις αποπομπής βάσει του Άρθρου 126 § 5 (2), (3), (6), (7), (8) και (9) του Συντάγματος.
Δεύτερη απουσία δικαστή από ακροαματική διαδικασία θα αποτελέσει αιτία εξέτασης της υπόθεσης ερήμην του αφότου η κοινοβουλευτική επιτροπή έχει βεβαιωθεί ότι ο δικαστής έχει λάβει ειδοποίηση σχετικά με την ώρα και τον τόπο της ακροαματικής διαδικασίας. Η κοινοβουλευτική επιτροπή θα αξιολογήσει τη σοβαρότητα των λόγων μη προσέλευσης. ...
Η ακροαματική διαδικασία ενώπιον της κοινοβουλευτικής επιτροπής αναφορικά με την αποπομπή δικαστή ξεκινά με έκθεση του προέδρου.
Τα μέλη της κοινοβουλευτικής επιτροπής και άλλοι βουλευτές μπορούν να θέσουν ερωτήσεις στον δικαστή σχετικά με το υλικό που έχει προκύψει από [τυχόν] έρευνες και τα γεγονότα που αναφέρονται σε [τυχόν] αιτήματα πολιτών.
Ο δικαστής δικαιούται να μελετήσει το υλικό, τις εκθέσεις γεγονότων και το συμπέρασμα της κοινοβουλευτικής επιτροπής σχετικά με την αποπομπή του/της.»
Ενότητα 21. Κατάθεση πρότασης για την αποπομπή δικαστή ... ενώπιον ολομέλειας του Κοινοβουλίου
«Η κοινοβουλευτική επιτροπή θα καταθέσει σε ολομέλεια του Κοινοβουλίου πρόταση συστήνοντας ή μη την αποπομπή δικαστή εκλεγμένου για θητεία αορίστου χρόνου. Ο εκπρόσωπος της κοινοβουλευτικής επιτροπής θα λάβει τον λόγο.»
Ενότητα 22. Πρόσκληση για παρακολούθηση της συνεδρίασης της ολομέλειας σχετικά με την αποπομπή δικαστή που έχει εκλεγεί για θητεία αορίστου χρόνου
«Ο ενδιαφερόμενος δικαστής θα παρίσταται στη συνεδρίαση της ολομέλειας του Κοινοβουλίου σε περίπτωση αποπομπής βάσει του Άρθρου 126 § 5 (1), (4) και (5) του Συντάγματος. Η μη προσέλευση του δικαστή δεν παρεμποδίζει την εξέταση του ζητήματος επί της ουσίας.»
Ενότητα 23. Διαδικασία κατά τη συνεδρίαση της ολομέλειας του Κοινοβουλίου αναφορικά με τον καθορισμό της έκδοσης απόφασης για αποπομπή δικαστή που έχει εκλεγεί για θητεία αορίστου χρόνου.
«Κατά τη συνεδρίαση της ολομέλειας του Κοινοβουλίου, ο εκπρόσωπος της κοινοβουλευτικής επιτροπής θα αναφερθεί σε κάθε υποψήφιο για αποπομπή.
Αν κάποιος δικαστής δεν συμφωνεί με την αποπομπή του, θα πραγματοποιηθεί ακρόαση των εξηγήσεών του.
Οι βουλευτές δικαιούνται να θέσουν ερωτήσεις στον δικαστή.
Αν κατά τις συζητήσεις στη συνεδρίαση της ολομέλειας του Κοινοβουλίου αποδειχθεί απαραίτητη η διενέργεια επιπρόσθετων ερευνών σχετικά με αιτήματα πολιτών ή η συγκέντρωση περισσότερων πληροφοριών, το Κοινοβούλιο θα δώσει τις σχετικές οδηγίες στην κοινοβουλευτική επιτροπή.»
Ενότητα 24. Απόφαση του Κοινοβουλίου σχετικά με την αποπομπή δικαστή που έχει εκλεγεί για θητεία αορίστου χρόνου
«Το Κοινοβούλιο θα λάβει απόφαση σχετικά με την αποπομπή δικαστή βάσει των λόγων που ορίζονται στο Άρθρο 126 § 5 του Συντάγματος.
Η απόφαση θα ληφθεί με φανερή ψηφοφορία από την πλειοψηφία της συνταγματικής σύνθεσης του Κοινοβουλίου.
Η απόφαση σχετικά με την αποπομπή δικαστή θα εκδοθεί με τη μορφή ψηφίσματος.»
Θ. Νόμος περί κοινοβουλευτικών επιτροπών της 4ης Απριλίου 1995 («Νόμος περί κοινοβουλευτικών επιτροπών του 1995»)
75. Η Ενότητα 1 του Νόμου προβλέπει ότι μια κοινοβουλευτική επιτροπή είναι όργανο του Κοινοβουλίου αποτελούμενο από βουλευτές, με το καθήκον της προετοιμασίας σχεδίων νόμων για συγκεκριμένους τομείς, της διενέργειας προκαταρκτικών εξετάσεων για ζητήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου, και της διενέργειας εποπτικών λειτουργιών.
I. Ο νόμος περί βουλευτών της 17ης Νοεμβρίου 1992 («νόμος περί βουλευτών του 1992»)
76. Η ενότητα 24 του νόμου προβλέπει ότι οι βουλευτές πρέπει να είναι παρόντες και να συμμετέχουν προσωπικά στις συνεδριάσεις του Κοινοβουλίου. Υποχρεούνται να ψηφίζουν αυτοπροσώπως για τα ζητήματα που εξετάζονται από το Κοινοβούλιο και τα όργανά του.
Κ. Νόμος περί κανονισμού λειτουργίας του Κοινοβουλίου της 10ης Φεβρουαρίου 2010 («Κανονισμός λειτουργίας του Κοινοβουλίου»)
77. Ο Κανονισμός 47 του Κανονισμού λειτουργίας του Κοινοβουλίου προβλέπει ότι όταν το Κοινοβούλιο λαμβάνει αποφάσεις, τα μέλη του ψηφίζουν αυτοπροσώπως στην αίθουσα συνεδριάσεων χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικό σύστημα ψηφοφορίας ή, σε περίπτωση μυστικής ψηφοφορίας, σε προθάλαμο ψηφοφορίας κοντά στην αίθουσα συνεδριάσεων.
III. ΥΛΙΚΟ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
A. Ευρωπαϊκή Χάρτα για την κατάσταση των Δικαστών της 8ης-10ης Ιουλίου 1998 (Τμήμα Νομικών Υποθέσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης, Αρχείο (98)23)
78. Τα σχετικά αποσπάσματα του Κεφαλαίου 5 της Χάρτας, «Ευθύνη» προβλέπουν τα εξής:
«5.1. Η παράλειψη από δικαστή κάποιου από τα καθήκοντα που ορίζονται ρητά από τη Χάρτα, μπορούν να οδηγήσει σε κύρωση μόνο μετά από απόφαση, της οποίας έχει προηγηθεί η πρόταση, η σύσταση, ή με τη σύμφωνη γνώμη δικαστηρίου ή αρχής που αποτελείται τουλάχιστον κατά το ήμισυ από εκλεγμένους δικαστές, εντός του πλαισίου της δίκης ενός ατόμου, που περιλαμβάνει πλήρη ακρόαση των μερών, στην οποία ο δικαστής που δικάζεται πρέπει να δικαιούται εκπροσώπηση. Η κλίμακα των κυρώσεων που μπορούν να επιβληθούν ορίζεται στη Χάρτα και η επιβολή τους υπόκειται στην αρχή της αναλογικότητας. Η απόφαση εκτελεστικής αρχής, δικαστηρίου ή αρχής που ανακοινώνει ποινή, όπως προβλέπεται στο παρόν, είναι ανοιχτή σε έφεση σε ανώτερη δικαστική αρχή.»
B. Γνωμοδότηση της Επιτροπής της Βενετίας
79. Τα σχετικά αποσπάσματα από την κοινή γνωμοδότηση της Επιτροπής της Βενετίας και της Διεύθυνσης Συνεργασίας στα πλαίσια της Γενικής Διεύθυνσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Νομικών Υποθέσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τον Νόμο που τροποποιεί ορισμένες νομοθετικές πράξεις της Ουκρανίας σχετικά με την αποτροπή κατάχρησης του δικαιώματος έφεσης στην 84η Συνεδρίαση της ολομέλειας (Βενετία, 15-16 Οκτωβρίου 2010, CDL-AD(2010)029), έχουν ως εξής (η έμφαση έχει προστεθεί στο πρωτότυπο κείμενο):
«28. Προφανώς, σε μια ευπρόσδεκτη προσπάθεια να ξεπεραστεί το πρόβλημα του μικρού αριθμού δικαστών στο Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης, οι Τελικές Διατάξεις της Ενότητας XII:3 (Τροποποιήσεις νομικών πράξεων της Ουκρανίας) του Νόμου περί δικαστικών λειτουργών και του νόμου περί δικαστών, οι τροποποιήσεις 3.11 στον Νόμο της Ουκρανίας «Σχετικά με το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης» προβλέπουν πλέον ότι δύο από τα τρία μέλη του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης, τα οποία ορίζονται από την Verkhovna Rada (Άρθρο 8.1) και τον Πρόεδρο της Ουκρανίας (Άρθρο 9.1) αντίστοιχα, ένα από τα τρία μέλη που διορίζεται από το Συνέδριο των Δικαστών (Άρθρο 11.1), και ένα από τα τρία μέλη που διορίζεται από το Συνέδριο των Εκπροσώπων των Ανώτατων Νομικών Εκπαιδευτικών και Ερευνητικών Ιδρυμάτων (Άρθρο 12.1), διορίζονται από τις τάξεις των δικαστών. Το πανουκρανικό συνέδριο εισαγγελέων διορίζει δύο μέλη στο ΑΣΔ, ένα από τα οποία πρέπει να διοριστεί μεταξύ των δικαστών (Άρθρο 13.1).
29. Ωστόσο, η σύνθεση του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης της Ουκρανίας εξακολουθεί να μην αντιστοιχεί στα ευρωπαϊκά πρότυπα, καθώς από τα 20 μέλη μόνο τα τρία είναι δικαστές που εκλέγονται από τους συναδέλφους τους. Οι τελικές διατάξεις εν ισχύ αναγνωρίζουν ότι το στοιχείο των δικαστών στο Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης θα έπρεπε να είναι μεγαλύτερο, αλλά η λύση που επελέγη ήταν η απαίτηση εκλογής ή διορισμού δικαστών από το Κοινοβούλιο, τον Πρόεδρο, τους εκπαιδευτικούς οργανισμούς και τους εισαγγελείς. ... Στην παρούσα σύνθεση, ένας δικαστής είναι μέλος ex officio (ο Πρόεδρος του Ανώτατου Συμβουλίου) και ορισμένα από τα μέλη που διορίζονται από τον Πρόεδρο και το Κοινοβούλιο είναι de facto δικαστές ή πρώην δικαστές, αλλά δεν υπάρχει νομική απαίτηση να ισχύει αυτό μέχρι να λήξουν οι θητείες των παρόντων μελών. Μαζί με τον Υπουργό Δικαιοσύνης και τον Γενικό Εισαγγελέα, το 50% των μελών ανήκει σε ή διορίζεται από το εκτελεστικό ή νομοθετικό σώμα. Επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης αποτελείται κατά ουσιαστικό μέρος από δικαστές. Ενδεχομένως αυτό συμβαίνει σε παλαιότερες δημοκρατίες όπου η εκτελεστική εξουσία έχει αποφασιστική επιρροή και σε ορισμένες χώρες τέτοια συστήματα ενδέχεται να λειτουργούν στην πράξη με αποδεκτά αποτελέσματα. Οι ίδιες οι ουκρανικές αρχές κατά τις συνεδριάσεις τους στο Κίεβο αναφέρθηκαν στην Ουκρανία ως μεταβατική δημοκρατία που είναι ευτυχής να χρησιμοποιεί την εμπειρία άλλων χωρών. Όπως έχει αναφερθεί σε παλαιότερες γνωμοδοτήσεις, «Ωστόσο, οι νέες δημοκρατίες δεν είχαν ακόμη την ευκαιρία να αναπτύξουν αυτές τις παραδόσεις, που μπορούν να αποτρέψουν την κατάχρηση και, επομένως, τουλάχιστον σε αυτές τις χώρες, απαιτούνται σαφείς συνταγματικές και νομικές προβλέψεις ως εγγύηση για την αποτροπή κατάχρησης της πολιτικής εξουσίας κατά τον διορισμό των δικαστών».
30. Η πραγματική σύνθεση του ΑΣΔ μπορεί μεν να επιτρέπει παραχωρήσεις στη διάδραση μεταξύ κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών και πίεσης από την εκτελεστική εξουσία, όμως αυτό δεν μπορεί να ξεπεράσει το διαρθρωτικό ελάττωμα της σύνθεσής της. Αυτό το όργανο ενδέχεται να υπόκειται σε επιρροές πολιτικών κομμάτων. Δεν υπάρχουν επαρκείς εγγυήσεις για τη διασφάλιση των αξιών και των θεμελιωδών αρχών της δικαιοσύνης από το ΑΣΔ. Η σύνθεση ορίζεται στο Σύνταγμα, επομένως θα απαιτούνταν τροποποίηση του Συντάγματος. Η συμπερίληψη του Γενικού Εισαγγελέα ως [ενός] ex officio μέλους προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία, καθώς μπορεί να επιδρά αποτρεπτικά για τους δικαστές και να εκληφθεί ως πιθανή απειλή. Ο Γενικός Εισαγγελέας εμπλέκεται σε πολλές υποθέσεις επί των οποίων πρέπει να αποφασίσουν οι δικαστές, και η παρουσία του σε ένα όργανο που ασχολείται με τον διορισμό, την πειθαρχία και την αποπομπή δικαστών δημιουργεί τον κίνδυνο οι δικαστές να μην λειτουργήσουν αμερόληπτα σε τέτοιες υποθέσεις ή ο Γενικός Εισαγγελέας να μην λειτουργήσει αμερόληπτα προς δικαστές τις αποφάσεις των οποίων δεν εγκρίνει. Συνεπώς, η σύνθεση του ΑΣΔ της Ουκρανίας δεν αντιστοιχεί στα ευρωπαϊκά πρότυπα. Καθώς μια αλλαγή στη σύνθεση θα απαιτούσε τροποποίηση του Συντάγματος και αυτό παρουσιάζει δυσκολίες, ο Νόμος θα έπρεπε να περιλαμβάνει, ισχυρότερη ρύθμιση των ασυμβατοτήτων, προκειμένου να αντισταθμίσει την ελαττωματική σύνθεση του ΑΣΔ. Δεδομένων των εξουσιών που έχουν εκχωρηθεί στο ΑΣΔ, αυτό θα έπρεπε να λειτουργεί ως όργανο πλήρους απασχόλησης και τα εκλεγμένα μέλη, αντίθετα με τα ex officio μέλη, δεν θα έπρεπε να μπορούν να ασκούν οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή ιδιωτική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της θητείας τους στο ΑΣΔ. ...
42. ... Δεδομένου ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης και ο Γενικός Εισαγγελέας της Ουκρανίας είναι ex officio μέλη του ΑΣΔ (Άρθρο 131 του Συντάγματος), και ότι το ουκρανικό Σύνταγμα δεν εγγυάται ότι το ΑΣΔ θα αποτελείται από πλειοψηφία ή σημαντικό αριθμό δικαστών που εκλέγονται από τους συναδέλφους τους, η υποβολή προτάσεων για αποπομπή από μέλη της εκτελεστικής εξουσίας ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την ανεξαρτησία των δικαστών ... . Σε κάθε περίπτωση, το μέλος του ΑΣΔ που υπέβαλε την πρόταση δεν θα έπρεπε να επιτρέπεται να συμμετέχει στη λήψη της απόφασης αποπομπής του εκάστοτε δικαστή: κάτι τέτοιο θα επηρέαζε τη διασφάλιση της αμεροληψίας ...
45. ... Η ακρίβεια και προβλεψιμότητα των λόγων για πειθαρχική ευθύνη είναι επιθυμητές για τη νομική βεβαιότητα και ειδικά για τη διαφύλαξη της ανεξαρτησίας των δικαστών, επομένως πρέπει να γίνει προσπάθεια αποφυγής της ασάφειας στους λόγους ή της γενικότητας στους ορισμούς. Ωστόσο, ο νέος ορισμός περιλαμβάνει πολύ γενικές έννοιες, όπως «η [πραγματοποίηση] ενεργειών που ατιμάζουν το δικαστικό αξίωμα και ενδέχεται να προκαλέσουν αμφιβολίες [για την] αντικειμενικότητα, αμεροληψία και ανεξαρτησία τους, [ή την] ακεραιότητα, το αδιάφθορο των δικαστικών λειτουργών» και η «παράβαση των ηθικών και δεοντολογικών αρχών της ανθρώπινης συμπεριφοράς» μεταξύ άλλων. Αυτό μοιάζει ιδιαίτερα επικίνδυνο λόγω των ασαφών όρων που χρησιμοποιούνται και της πιθανότητας χρήσης τους ως πολιτικών όπλων εναντίον δικαστών. ... Συνεπώς, οι λόγοι για πειθαρχική ευθύνη εξακολουθούν να ορίζονται πολύ γενικά και απαιτείται ακριβέστερη ρύθμιση για να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία των δικαστών.
46. Τέλος, το Άρθρο 32, στην τελευταία του παράγραφο απαιτεί οι αποφάσεις για υποβολή της αίτησης του ΑΣΔ σχετικά με την αποπομπή δικαστή να λαμβάνονται από απλή πλειοψηφία αντί πλειοψηφίας δύο τρίτων. ... Λαμβανομένης υπόψη της ελαττωματικής σύνθεσης του ΑΣΔ, αυτό είναι δυστύχημα που θα μπορούσε να παρεμποδίσει την ανεξαρτησία των δικαστών ...
51. Τέλος, η σύνθεση του ... λεγόμενου «πέμπτου τμήματος» του [Ανώτατου] Διοικητικού Δικαστηρίου, το οποίο έχει τεράστια επιρροή, θα έπρεπε να έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια από τον νόμο, ώστε να συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις του θεμελιώδους δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο που έχει καθοριστεί νωρίτερα από τον νόμο. ...»
Γ. Έκθεση του Thomas Hammarberg, Επίτροπου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, έπειτα από την επίσκεψή του στην Ουκρανία (19‑26 Νοεμβρίου 2011), CommDH(2012)10, 23 Φεβρουαρίου 2012
80. Τα σχετικά αποσπάσματα της έκθεσης έχουν ως εξής:
«II. Ζητήματα σχετικά με την ανεξαρτησία και αμεροληψία των δικαστών
Η ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών -που περιλαμβάνει την ανεξαρτησία κάθε μεμονωμένου δικαστή‑ θα πρέπει να προστατεύεται τόσο νομοθετικά όσο και στην πράξη. Ο Επίτροπος παρατήρησε με ανησυχία ότι, σύμφωνα με την αντίληψη της κοινής γνώμης της Ουκρανίας, οι δικαστές δεν είναι προστατευμένοι από την πίεση εξωτερικών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων πολιτικής φύσης. Απαιτείται αποφασιστική δράση σε πολλά μέτωπα για την απομάκρυνση παραγόντων που καθιστούν τους δικαστές ευάλωτους και αποδυναμώνουν την ανεξαρτησία τους. Οι αρχές πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τυχόν κατηγορίες για ακατάλληλη πολιτική ή άλλη επιρροή ή παρεμβολή στο έργο των δικαστικών ιδρυμάτων και να εξασφαλίσουν αποτελεσματικές λύσεις.
Ο Επίτροπος καλεί τις ουκρανικές αρχές να εφαρμόσουν πλήρως τις συστάσεις της Επιτροπής της Βενετίας σχετικά με την ανάγκη βελτιστοποίησης και αποσαφήνισης των διαδικασιών και των κριτηρίων που σχετίζονται με τον διορισμό και την αποπομπή δικαστών, καθώς και την εφαρμογή πειθαρχικών μέτρων. Είναι βασικό να τεθούν επαρκείς εγγυήσεις για τη διασφάλιση της δικαιοσύνης και την εξάλειψη του κινδύνου πολιτικοποίησης σε πειθαρχικές διαδικασίες. Όσο για τη διαδικασία διορισμού δικαστικών λειτουργών, τα προσόντα και η αξία του κάθε υποψηφίου θα έπρεπε να έχουν αποφασιστική σημασία.
Η παρούσα σύνθεση του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης δεν αντιστοιχεί στα διεθνή πρότυπα και πρέπει να αλλάξει, γεγονός που απαιτεί τροποποίηση του Συντάγματος. ...
20. Τον Νοέμβριο 2011, o Αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας Myhailo Havryliuk, ο οποίος είναι μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης, ανακοίνωσε ότι είχαν ξεκινήσει πειθαρχικές δίκες εναντίον μελών του ποινικού τμήματος του Ανώτατου Δικαστηρίου επειδή είχαν παραβεί τον όρκο τους. Ο Επίτροπος έδινε δέκτης ισχυρισμών ότι αυτές οι εξελίξεις ισοδυναμούσαν με πίεση από τον εκτελεστικό κλάδο αυτού του δικαστικού θεσμικού οργάνου με σκοπό την επιρροή της έκβασης των εκλογών για τον επόμενο Πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου. ...
35. Το Σύνταγμα και ο Νόμος σχετικά με τους δικαστικούς λειτουργούς και τον κώδικά τους προβλέπει την αποπομπή ενός δικαστή από το όργανο που τον/την εξέλεξε ή τον/την διόρισε, μετά από πρόταση του Ανώτατου Συμβουλίου των Δικαστών. Αρκετοί από τους συνομιλητές του Επιτρόπου υπογράμμισαν ότι, δεδομένης της παρούσας σύνθεσης του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης (ΑΣΔ), ο κίνδυνος λήψης μιας τέτοιας απόφασης για πολιτικούς ή παρόμοιους λόγους ήταν αρκετά μεγάλος. Αυτοί οι λόγοι ενδέχεται να διαδραματίζουν επίσης ρόλο στο πλαίσιο της λήψης απόφασης από το Κοινοβούλιο για αποπομπή δικαστή που έχει εκλεγεί για ισόβια θητεία. Επομένως, πρέπει να εισαχθούν πρόσθετες εγγυήσεις τόσο νομοθετικά όσο και στην πράξη προκειμένου να προστατευθεί η ανεξαρτησία των δικαστών.
36. Υπάρχουν διατάξεις στο Σύνταγμα καθώς και στον Νόμο σχετικά με τους δικαστικούς λειτουργούς και τον κώδικά τους ενάντια στην απρεπή πίεση, ωστόσο αυτές οι διατάξεις πρέπει να ενισχυθούν περαιτέρω τόσο νομοθετικά όσο και στην πράξη. ...
42. Ο Επίτροπος ανησυχεί ιδιαίτερα λόγω αναφορών για ισχυρή επιρροή που ασκείται από τις εισαγγελικές και εκτελεστικές αρχές σε δικαστές μέσω της εκπροσώπησής του στο Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης. Συγκεκριμένα, ο Επίτροπος ενημερώθηκε ότι υπήρχαν περιπτώσεις στις οποίες είχαν ξεκινήσει πειθαρχικές δίκες εναντίον δικαστών από μέλη του ΑΣΔ που εκπροσωπούσαν την Εισαγγελία για εικαζόμενη παράβαση όρκου λόγω της ουσίας της δικαστικής απόφασης σε υποθέσεις στις οποίες οι δικαστές δεν υποστήριξαν τη θέση του εισαγγελέα, όπως αναφέρθηκε (πβ. και παράγραφο 20 παραπάνω). Σε αυτό το πλαίσιο, ο Επίτροπος θα ήθελε να υπενθυμίσει ότι οι δικαστές δεν θα έπρεπε να έχουν λόγους να φοβούνται για αποπομπή τους ή πειθαρχικές δίκες εναντίον τους εξαιτίας των αποφάσεων που λαμβάνουν. ...
Συμπεράσματα και συστάσεις
46. Ο Επίτροπος υπογραμμίζει ότι ένα σύστημα διορισμού δικαστικών λειτουργών πρέπει να είναι πλήρως προστατευμένο από ακατάλληλη πολιτική ή άλλη κομματική επιρροή. Οι αποφάσεις των δικαστών δεν πρέπει να υπόκειται σε άλλη αναθεώρηση πέραν της συνήθους διαδικασίας έφεσης. Οι πειθαρχικές διώξεις εναντίον δικαστών πρέπει να ρυθμίζονται από ακριβείς κανόνες και διαδικασίες, να υφίστανται διαχείριση στα πλαίσια του δικαστικού συστήματος και να μην επιδέχονται πολιτική ή άλλη ακατάλληλη επιρροή.
47. Ενώ ο Επίτροπος δεν είναι σε θέση να σχολιάσει την αλήθεια των ισχυρισμών περί άσκησης πίεσης στους δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου που περιγράφηκαν παραπάνω (πβ. παράγραφο 20), πιστεύει ότι η κατάσταση παρουσιάζει λόγους σοβαρής ανησυχίας. Οι ουκρανικές αρχές πρέπει να εξετάσουν και να αντιμετωπίσουν ισχυρισμούς για παρεμβάσεις στο έργο των δικαστικών θεσμικών οργάνων. Οι αξιωματούχοι άλλων κλάδων της κυβέρνησης πρέπει να απέχουν από ενέργειες ή δηλώσεις που μπορούν να θεωρηθούν ως μέσα άσκησης πίεσης στο έργο των δικαστικών θεσμικών οργάνων ή έκφρασης αμφιβολιών ως προς την ικανότητά τους να ασκούν τα καθήκοντά τους αποτελεσματικά. Οι δικαστές δεν θα έπρεπε να έχουν λόγους να φοβούνται για αποπομπή τους ή πειθαρχικές δίκες εναντίον τους εξαιτίας των αποφάσεων που λαμβάνουν. Επιπλέον, η ευκαιρία που παρουσιάζεται από την τρέχουσα μεταρρύθμιση θα πρέπει να αξιοποιηθεί για να εδραιώσει με περισσότερο σθένος την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών από την εκτελεστική εξουσία. ...»
IV. ΕΡΕΥΝΑ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
81. Μια έκθεση έρευνας συγκριτικού δικαίου με τίτλο “Judicial Independence in Transition”[5] («Δικαστική ανεξαρτησία σε μετάβαση») ολοκληρώθηκε το 2012 από το Ινστιτούτο Max Planck για το Συγκριτικό Δημόσιο Δίκαιο και το Διεθνές Δίκαιο (Μax-Planck-Institut für ausländisches öffentliches Recht und Völkerrecht), στη Γερμανία.
82. Η έρευνα περιγράφει, μεταξύ πολλών άλλων θεμάτων, τις πειθαρχικές δίκες εναντίον δικαστών σε διάφορα νομικά συστήματα. Καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει ομοιόμορφη προσέγγιση στο θέμα της οργάνωσης του συστήματος της δικαστικής πειθαρχίας στις ευρωπαϊκές χώρες. Παρόλα αυτά, μπορεί να παρατηρηθεί ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες οι λόγοι που οδηγούν σε πειθαρχική ευθύνη των δικαστών ορίζονται με μάλλον γενικούς όρους (όπως, π.χ. σοβαρή ή επανειλημμένη αμέλεια των επίσημων καθηκόντων που προκαλούν την εντύπωση ότι ένας δικαστής είναι προφανώς ακατάλληλος να κατέχει αξίωμα (Σουηδία)). Κατ’ εξαίρεση, στην Ιταλία ο νόμος προβλέπει μια εξαντλητική λίστα τριάντα επτά διαφορετικών πειθαρχικών παραβάσεων σχετικών με τη συμπεριφορά των δικαστών τόσο εντός όσο και εκτός καθήκοντος. Οι ποινές για πειθαρχικό παράπτωμα δικαστή μπορεί να περιλαμβάνουν: προειδοποίηση, επίπληξη, μετάθεση, υποβιβασμό, αναστολή προαγωγής, πρόστιμο, μείωση μισθού, προσωρινή διαθεσιμότητα, αποπομπή με ή χωρίς συνταξιοδοτικά προνόμια. Η αποπομπή ενός δικαστή, ως η εσχάτη των ποινών, αποφασίζεται συνήθως μόνο από δικαστήρια, ωστόσο σε ορισμένα νομικά συστήματα μπορεί να αποφασιστεί και από άλλο φορέα, όπως κάποιο εξειδικευμένο Πειθαρχικό Συμβούλιο ή Ανώτατο Συμβούλιο Δικαστικών, αλλά τότε μπορεί κατά κανόνα να ασκηθεί έφεση επί της απόφασης σε δικαστήριο. Με την εξαίρεση της Ελβετίας, το Κοινοβούλιο δεν εμπλέκεται στη διαδικασία, ωστόσο το σύστημα της Ελβετίας είναι θεμελιωδώς διαφορετικό λόγω της περιορισμένης θητείας για την οποία εκλέγονται οι δικαστές.
Ο ΝΟΜΟΣ
I. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
83. Ο προσφεύγων πραγματοποίησε τις ακόλουθες καταγγελίες βάσει του Άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης: (i) η υπόθεσή του δεν είχε εξεταστεί από «ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο», (ii) ότι η δίκη ενώπιον του ΑΣΔ δεν ήταν δίκαιη, υπό την έννοια ότι δεν πραγματοποιήθηκε συμφώνως προς τη διαδικασία που προβλέπεται από το κεφάλαιο τέσσερα του Νόμου περί ΑΣΔ του 1998, η οποία προβλέπει σημαντικές διαδικαστικές διασφαλίσεις, συμπεριλαμβανομένων παραγραφών για πειθαρχικές ποινές, (iii) ότι το Κοινοβούλιο είχε λάβει απόφαση για την αποπομπή του σε συνεδρίαση της ολομέλειας με κατάχρηση του ηλεκτρονικού συστήματος ψηφοφορίας, (iv) ότι η υπόθεσή του δεν εκδικάστηκε από «νομίμως λειτουργούν δικαστήριο», (v) οι αποφάσεις στην υπόθεσή του ελήφθησαν χωρίς τη δέουσα αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και σημαντικά επιχειρήματα που προβλήθηκαν από την υπεράσπιση δεν ελήφθησαν καταλλήλως υπόψη, (vi) ότι η έλλειψη επαρκούς αρμοδιότητας από το ΑΔΔ να αναθεωρήσει τις πράξεις που είχαν υιοθετηθεί από το ΑΣΔ είχε παρεμποδίσει το «δικαίωμά του σε δίκη» και (vii) ότι η αρχή της ισότητας των όπλων δεν έγινε σεβαστή..
84. Το Άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση, προβλέπει τα εξής:
«1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος το οποίον θα αποφασίση, είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. ...»
A. Παραδεκτό
85. Τα μέλη δεν αμφισβήτησαν το παραδεκτό των παραπάνω καταγγελιών.
86. Παρόλο που η Κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι το Άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει πρέπον να αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα λεπτομερώς.
1. Σχετικά με το αν το Άρθρο 6 § 1 ισχύει στο αστικό του σκέλος
87. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι εργασιακές διαφορές μεταξύ δημοσίων υπαλλήλων και του Κράτους μπορεί να μην εμπίπτουν στο αστικό σκέλος του Άρθρου 6, υπό τον όρο ότι πληρούνται ταυτόχρονα δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, το Κράτος πρέπει να έχει αποκλείσει ρητά την πρόσβαση στα δικαστήρια για τη συγκεκριμένη θέση ή την κατηγορία προσωπικού με την εθνική του νομοθεσία. Δεύτερον, ο αποκλεισμός πρέπει να δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους προς όφελος του Κράτους (βλ. Vilho Eskelinen και άλλοι εναντίον Φινλανδίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 63235/00, § 62, ΕΔΑΔ 2007-IV).
88. Στα πλαίσια της πρώτης προϋπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποτρέπεται από το να υποδείξει ένα συγκεκριμένο εθνικό όργανο εκτός του εθνικού δικαστικού συστήματος, ως «δικαστήριο» για τους σκοπούς της δοκιμής της υπόθεσης Vilho Eskelinen. Ένα διοικητικό ή κοινοβουλευτικό όργανο μπορεί να θεωρηθεί ως «δικαστήριο» με την ουσιαστική έννοια του όρου, καθιστώντας έτσι το Άρθρο 6 εφαρμοστέο στις διαφορές των δημοσίων υπαλλήλων (βλ. Αργυρού και άλλοι εναντίον Ελλάδας, αριθ. 10468/04, § 24, 15 Ιανουαρίου 2009, και Savino και άλλοι εναντίον Ιταλίας, αριθ. 17214/05, 20329/05 και 42113/04, §§ 72‑75, 28 Απριλίου 2009). Το συμπέρασμα σχετικά με το αν το Άρθρο 6 είναι εφαρμοστέο, ωστόσο, ισχύει με την επιφύλαξη του ζητήματος σχετικά με το πώς οι διαδικαστικές εγγυήσεις τηρήθηκαν σε τέτοιες δίκες (βλ. παραπάνω, § 72).
89. Όσον αφορά το παρόν αίτημα, η υπόθεση του προσφεύγοντος εξετάστηκε από το ΑΣΔ, το οποίο προσδιόρισε όλα τα ζητήματα που αφορούσαν τα γεγονότα και τη νομοθεσία μετά από ακροαματική διαδικασία και αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων. Η εξέταση της υπόθεσης από το ΑΣΔ ολοκληρώθηκε με την αποστολή δύο εγγράφων για την αποπομπή του προσφεύγοντος στο Κοινοβούλιο. Όταν ελήφθησαν από το Κοινοβούλιο, τα έγγραφα μελετήθηκαν από την κοινοβουλευτική επιτροπή περί δικαστικών λειτουργών στην οποία, τη δεδομένη χρονική στιγμή, είχε δοθεί ορισμένη ελευθερία για την αξιολόγηση των συμπερασμάτων του ΑΣΔ, καθώς ήταν εξουσιοδοτημένη να διενεργεί δικές τις συζητήσεις και επιπρόσθετες έρευνες, αν κρινόταν απαραίτητο, οι οποίες θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν με σύσταση για την αποπομπή ή μη του δικαστή (βλ. ενότητες 19-21 του Νόμου περί (εκλογής και αποπομπής των) δικαστών του 2004). Στη συνέχεια, συνεδρίαση της ολομέλειας του Κοινοβουλίου εξέδωσε απόφαση για την αποπομπή του προσφεύγοντος βάσει των εγγράφων του ΑΣΔ και της σύστασης της κοινοβουλευτικής επιτροπής (βλ. ενότητα 23 του ίδιου νόμου). Τέλος, οι αποφάσεις του ΑΣΔ και του Κοινοβουλίου επανεξετάστηκαν από το ΑΔΔ.
90. Επομένως, φαίνεται πως κατά την εξέταση της υπόθεσης του προσφεύγοντος και της λήψης δεσμευτικής απόφασης, το ΑΣΔ, η κοινοβουλευτική επιτροπή και η ολομέλεια του Κοινοβουλίου άσκησαν συνδυαστικά δικαστική λειτουργία (βλ. Savino και άλλοι, παραπομπή παραπάνω, § 74). Η δεσμευτική απόφαση για την αποπομπή του προσφεύγοντος επανεξετάστηκε περαιτέρω από το ΑΔΔ, το οποίο ήταν ένα τακτικό δικαστήριο στα πλαίσια του εθνικού δικαστικού συστήματος.
91. Σύμφωνα με τα παραπάνω δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η εθνική νομοθεσία «απέκλειε ρητά την πρόσβαση σε δικαστήριο» για το αίτημα του προσφεύγοντος. Επομένως, η πρώτη προϋπόθεση της δοκιμής της υπόθεσης Vilho Eskelinen δεν πληρούνταν και το Άρθρο 6 ισχύει στο αστικό του σκέλος (πβ. Olujić ęáôÜ Ęńďáôßáň, αριθ. 22330/05, §§ 31-45, 5 Φεβρουαρίου 2009).
2. Σχετικά με το αν το Άρθρο 6, § 1 ισχύει στο ποινικό του σκέλος
92. Τα δύο σκέλη, αστικό και ποινικό, του Άρθρου 6 δεν αλληλοαποκλείονται αναγκαστικά (βλ. Albert και Le Compte κατά Βελγίου, 10 Φεβρουαρίου 1983, § 30, Σειρά A αριθ. 58). Επομένως, το ερώτημα είναι αν το Άρθρο 6 της Σύμβασης ισχύει και ως προς το ποινικό του σκέλος.
93. Βάσει των κριτηρίων Engel (βλ. Engel και άλλοι κατά Κάτω Χωρών, 8 Ιουνίου 1976, §§ 82-83, Series A αριθ. 22), προκύπτουν ορισμένα ζητήματα σε σχέση με τη σοβαρότητα της κυρώσεως που έχει επιβληθεί στον προσφεύγοντα. Ενώ δίκες εκκαθαρίσεων στην Πολωνία που οδηγούν ομοίως στην αποπομπή των εμπλεκόμενων προσώπων μπορεί να παρουσιάζουν αναλογίες σε ορισμένο βαθμό, το Δικαστήριο έκρινε ότι στο εν λόγω σενάριο οι σχετικές διατάξεις της πολωνικής νομοθεσίας δεν «απευθύνονταν σε ομάδα ιδιωτών με συγκεκριμένη ιδιότητα – με τον τρόπο που τους απευθύνεται, για παράδειγμα, ένας πειθαρχικός νόμος», αλλά κάλυπτε ευρεία ομάδα πολιτών, με αποτέλεσμα της δίκης την απαγόρευση απασχόλησης για έναν μεγάλο αριθμό δημόσιων θέσεων χωρίς να παρέχεται εξαντλητική λίστα από την εθνική νομοθεσία (βλ. Matyjek κατά Πολωνίας (απ.), αριθ. 38184/03, §§ 53 και 54, ΕΔΑΔ 2006‑VII). Επομένως, αυτή η υπόθεση είναι διαφορετική, καθώς στην παρούσα υπόθεση ο προσφεύγων, κάτοχος ειδικού αξιώματος, τιμωρήθηκε για μη συμμόρφωση με τα επαγγελματικά του καθήκοντα – ήτοι για παράπτωμα που υπάγεται σαφώς στο πειθαρχικό δίκαιο. Η κύρωση που επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα ήταν ένα τυπικό πειθαρχικό μέτρο για επαγγελματικό παράπτωμα και, σε επίπεδο εθνικής νομοθεσίας, ερχόταν σε αντιδιαστολή με κυρώσεις του ποινικού δικαίου για την έκδοση από δικαστή απόφασης που γνωρίζει πως είναι άδικη (βλ. Άρθρο 375 του Ποινικού Κώδικα παραπάνω). Είναι επίσης σχετικό να σημειωθεί εδώ ότι η αποπομπή του προσφεύγοντος από τη θέση του δικαστή δεν τον παρεμπόδισε επισήμως από την άσκηση της νομικής επιστήμης με άλλη ιδιότητα στα πλαίσια του επαγγέλματος του νομικού.
94. Επιπλέον το Δικαστήριο έκρινε ότι η αποπομπή από τις ένοπλες δυνάμεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ποινική κύρωση για τους σκοπούς του Άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης (βλ. Tepeli και άλλοι κατά Τουρκίας (απ.), αριθ. 31876/96, 11 Σεπτεμβρίου 2001, και Suküt κατά Τουρκίας (απ.), αριθ. 59773/00, 11 Σεπτεμβρίου 2007). Το Δικαστήριο έκρινε επίσης σαφώς ότι οι δίκες που αφορούσαν την αποπομπή δικαστικού επιμελητή για πολυάριθμα πλημμελήματα «δεν περιελάμβαναν τον ορισμό ποινικής κατηγορίας» (βλ. Bayer κατά Γερμανίας, αριθ. 8453/04, § 37, 16 Ιουλίου 2009).
95. Βάσει των παραπάνω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι η υπόθεση της αποπομπής του προσφεύγοντος σχετίζεται με τον ορισμό ποινικής κατηγορίας με την έννοια του Άρθρου 6 της Σύμβασης. Ως εκ τούτου, το εν λόγω Άρθρο δεν είναι εφαρμοστέο ως προς το ποινικό του σκέλος.
3. Άλλα σημεία περί παραδεκτού
96. Επιπλέον, το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι παραπάνω καταγγελίες βάσει του Άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης δεν είναι προδήλως αβάσιμες με την έννοια του Άρθρου 35 § 3 (α) της Σύμβασης. Δεν είναι απαράδεκτες για άλλους λόγους. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν παραδεκτές.
B. Ουσία
1. Σχετικά με τις αρχές ενός «ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου»
(α) Οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος
97. Ο προσφεύγων κατήγγειλε ότι η υπόθεσή του δεν εξετάστηκε από «ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο». Συγκεκριμένα, οι απαιτήσεις αυτές δεν πληρούνταν από το ΑΣΔ εξαιτίας της φύσης της σύνθεσής του, λόγω του ότι τα μέλη του υπόκεινται σε άλλα κρατικά όργανα και λόγω της προσωπικής μεροληψίας ορισμένων μελών του στην υπόθεση του προσφεύγοντος. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε συγκεκριμένα ότι οι S.K., V.K. και R.K. δεν είναι δυνατόν να ήταν αμερόληπτοι κατά τη λήψη απόφασης αναφορικά με την υπόθεσή του. Οι απαιτήσεις για ανεξαρτησία και αμεροληψία δεν τηρήθηκαν ούτε και στα επόμενα στάδια της δίκης, συμπεριλαμβανομένου του σταδίου ενώπιον του ΑΔΔ, το οποίο δεν παρείχε ούτε τις απαραίτητες εγγυήσεις ούτε επαρκή επανάληψη της ακρόασης των ζητημάτων.
98. Επιπλέον, σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, η επανεξέταση της υπόθεσής του από το ΑΔΔ δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί επαρκής ώστε να αντισταθμίσει τα διαδικαστικά ελαττώματα που εντοπίστηκαν σε προηγούμενα στάδια. Συγκεκριμένα, το ΑΔΔ δεν μπορούσε να ακυρώσει επισήμως τις αποφάσεις σχετικά με την αποπομπή του και, απουσία κανονισμών, παρέμεναν ασαφείς οι διαδικαστικές συνέπειες που θα επέφερε η κήρυξη των εν λόγω αποφάσεων ως παράνομων. Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο το ΑΔΔ επανεξέτασε την υπόθεση του προσφεύγοντος καταδείκνυε ότι δεν υπήρχαν επαρκείς απαντήσεις στα συναφή και σημαντικά του επιχειρήματα και καταγγελίες όσον αφορά την έλλειψη βάσης πραγματικών γεγονότων για την αποπομπή του, την προσωπική μεροληψία μελών του ΑΣΔ και τις παρατυπίες στη διαδικασία ψηφοφορίας στο Κοινοβούλιο.
(β) Οι ισχυρισμοί της Κυβέρνησης
99. Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η εθνική νομοθεσία προσέφερε επαρκείς εγγυήσεις για την ανεξαρτησία και αμεροληψία του ΑΣΔ. Ταυτόχρονα, δεν υπήρχε καμία ένδειξη προσωπικής μεροληψίας από μέρους οποιουδήποτε μέλους του ΑΣΔ στην εκδίκαση της υπόθεσης του προσφεύγοντος. Συγκεκριμένα, οι δηλώσεις του S.K. στα μέσα ενημέρωσης στις οποίες αναφέρθηκε ο προσφεύγων έγιναν στην πραγματικότητα πάνω από έξι μήνες πριν από τα γεγονότα που εξετάζονταν στην προκειμένη υπόθεση. Επομένως, δεν υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτών των δηλώσεων και της αποπομπής του προσφεύγοντος. Δεν υπήρχαν βάσιμα επιχειρήματα προς υποστήριξη του ισχυρισμού ότι οι R.K και V.K. είχαν μεροληπτήσει. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση του ΑΣΔ ελήφθη από πλειοψηφία και η εικαζόμενη μεροληψία ορισμένων μελών του ΑΣΔ δεν θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά την αμεροληψία του εν λόγω οργάνου.
100. Επιπλέον, η Κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι υπήρχε κάποιος βαθμός επικάλυψης στη σύνθεση του ΑΣΔ και της κοινοβουλευτικής επιτροπής που εξέτασε την υπόθεση του προσφεύγοντος αφότου παραπέμφθηκε στο Κοινοβούλιο. Ωστόσο, η επιτροπή ήταν ένα συλλογικό όργανο που έλαβε απόφαση με πλειοψηφία και η εν λόγω απόφαση δεν ήταν δεσμευτική στη συνεδρίαση της ολομέλειας του Κοινοβουλίου.
101. Η Κυβέρνηση δήλωσε βέβαιη ότι δεν υπήρχε λόγος αμφισβήτησης της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας του ΑΔΔ.
102. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με την Κυβέρνηση, η επανεξέταση από το ΑΔΔ ήταν επαρκής για τη διόρθωση τυχόν εικαζόμενων σφαλμάτων στη διαδικαστική δικαιοσύνη τα οποία θα μπορούσαν να έχουν ανακύψει κατά τα προηγούμενα στάδια της εθνικής δίκης. Η Κυβέρνηση διευκρίνισε σχετικά με αυτό ότι η αρμοδιότητα του ΑΔΔ να κηρύξει τις αποφάσεις του ΑΣΔ και του Κοινοβουλίου περί αποπομπής δικαστή παράνομες ήταν επαρκής, καθώς αυτό υπονοεί ότι ο δικαστής θα αντιμετωπιζόταν σαν να μην είχε αποπεμφθεί. Για να υποστηρίξει τα επιχειρήματά της, η Κυβέρνηση υπέβαλε παραδείγματα εθνικής δικαστικής πρακτικής στα οποία δικαστές είχαν αμφισβητήσει επιτυχώς αποφάσεις περί αποπομπής τους και στη συνέχεια ξεκίνησαν δίκες για την αποκατάσταση της ιδιότητάς τους. Σε αυτό το πλαίσιο, επέμεινε ότι ο τρόπος εξέτασης της υπόθεσης του προσφεύγοντος από το ΑΔΔ ήταν ο ενδεδειγμένος και πως όλα τα σχετικά και συναφή επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν από τον προσφεύγοντα είχαν αντικρουσθεί επαρκώς. Συγκεκριμένα, το ΑΔΔ είχε παράσχει κατάλληλη απάντηση στον ισχυρισμό του προσφεύγοντος περί παράβασης του κανονισμού της διαδικασίας ψηφοφορίας στο Κοινοβούλιο. Ομοίως, το ΑΔΔ είχε αντικρούσει κατάλληλα τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος περί παράβασης της απαίτησης ανεξαρτησίας και αμεροληψίας στα προηγούμενα στάδια της δίκης.
(γ) Η αξιολόγηση του Δικαστηρίου
103. Προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ένα δικαστήριο μπορεί να θεωρηθεί «ανεξάρτητο» με την έννοια του Άρθρου 6 § 1, πρέπει να ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, ο τρόπος διορισμού των μελών του και η θητεία τους, η ύπαρξη προστασίας από εξωτερικές πιέσεις και το αν το όργανο παρουσιάζει την εικόνα της ανεξαρτησίας (βλ. Findlay κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 25 Φεβρουαρίου 1997, § 73, Εκθέσεις κρίσεων και αποφάσεων 1997-I, και Brudnicka και άλλοι κατά Πολωνίας, αριθ. 54723/00, § 38, ΕΔΑΔ 2005-IV). Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η έννοια της διάκρισης των εξουσιών μεταξύ των πολιτικών οργάνων της κυβέρνησης και του δικαστικού συστήματος έχει προσλάβει αυξανόμενη σημασία στη νομολογία του Stafford κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 46295/99, § 78, ΕΔΑΔ 2002-IV). Ταυτόχρονα, ούτε το Άρθρο 6 ούτε καμία άλλη διάταξη της Σύμβασης απαιτεί από τα κράτη να συμμορφώνονται με τυχόν θεωρητικές συνταγματικές έννοιες σχετικά με τα επιτρεπτά όρια της αλληλεπίδρασης των εξουσιών (βλ. Kleyn και άλλοι κατά Κάτω Χωρών [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 39343/98, 39651/98, 43147/98 και 46664/99, § 193, ΕΔΑΔ 2003‑VI).
104. Κατά κανόνα, η αμεροληψία δηλώνει την έλλειψη προκατάληψης ή μεροληψίας. Σύμφωνα με την υπάρχουσα νομολογία του Δικαστηρίου, η ύπαρξη αμεροληψίας για τους σκοπούς του Άρθρου 6 § 1 πρέπει να διαπιστωθεί σύμφωνα με: (i) μια υποκειμενική δοκιμασία, κατά την οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη η προσωπική πεποίθηση και συμπεριφορά ενός συγκεκριμένου δικαστή – δηλαδή εάν ο δικαστής είχε προσωπικές προκαταλήψεις ή επέδειξε μεροληψία σε μια δεδομένη υπόθεση, και (ii) μια αντικειμενική δοκιμασία, για τη διασφάλιση του αν το ίδιο το δικαστήριο και, μεταξύ άλλων, η σύνθεσή του, παρείχε επαρκείς εγγυήσεις που θα απέκλειαν εύλογες αμφιβολίες για την αμεροληψία του (βλ. μεταξύ άλλων αρχών, Fey κατά Αυστρίας, 24 Φεβρουαρίου 1993, §§ 28 και 30, σειρά A αριθ. 255, και Wettstein κατά Ελβετίας, αριθ. 33958/96, § 42, ΕΔΑΔ 2000-XII).
105. Ωστόσο, δεν υπάρχει ασφαλής διάκριση μεταξύ υποκειμενικής και αντικειμενικής αμεροληψίας, καθώς η συμπεριφορά ενός δικαστή μπορεί όχι μόνο να υποδεικνύει αντικειμενικές αμφιβολίες για την αμεροληψία του/της από την προοπτική του εξωτερικού παρατηρητή (αντικειμενική δοκιμασία) αλλά ενδέχεται επίσης να οφείλεται και στην προσωπική του/της πεποίθηση (υποκειμενική δοκιμασία) (βλ. Κυπριανού κατά Κύπρου [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 73797/01, § 119, ΕΔΑΔ 2005‑XIII). Επομένως, σε ορισμένες υποθέσεις όπου ενδέχεται να είναι δύσκολο να παρασχεθούν αποδεικτικά στοιχεία τα οποία θα ενισχύσουν την παραδοχή της υποκειμενικής αμεροληψίας του δικαστή, η απαίτηση αντικειμενικής αμεροληψίας παρέχει περαιτέρω σημαντική εγγύηση (βλ. Pullar κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 10 Ιουνίου 1996, § 32, Εκθέσεις 1996‑III).
106. Από αυτή την άποψη, ακόμα και τα φαινόμενα μπορεί να έχουν ορισμένη σημασία ή, με άλλα λόγια, «η δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνο να αποδοθεί αλλά και να φαίνεται ότι αποδίδεται». Αυτό που διακινδυνεύεται είναι η εμπιστοσύνη που πρέπει να εμπνέουν τα δικαστήρια στο κοινό σε μια δημοκρατική κοινωνία (βλ. De Cubber κατά Βελγίου, 26 Οκτωβρίου 1984, § 26, Σειρά A αριθ. 86).
107. Τέλος, οι ιδέες της ανεξαρτησίας και της αντικειμενικής αμεροληψίας είναι στενά συνδεδεμένες και, ανάλογα με τις περιστάσεις, ενδέχεται να απαιτούν κοινή εξέταση (βλ. Sacilor-Lormines κατά Γαλλίας, αριθ. 65411/01, § 62, ΕΔΑΔ 2006‑XIII). Λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει τα ζητήματα της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας από κοινού.
108. Το Δικαστήριο παρατήρησε (βλ. παραγράφους
και 90 παραπάνω) ότι το ΑΣΔ και το Κοινοβούλιο εκτέλεσαν τη λειτουργία της εξέτασης της υπόθεσης που αφορά τον προσφεύγοντα και τη λήψη δεσμευτικής απόφασης. Επιπλέον, το ΑΔΔ πραγματοποίησε επανεξέταση των διαπιστώσεων και των αποφάσεων που ελήφθησαν από τα εν λόγω όργανα. Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει αν τηρήθηκαν οι αρχές ενός ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου στο στάδιο της εξέτασης της υπόθεσης του προσφεύγοντος και κατά τη λήψη δεσμευτικής απόφασης.
(i) Ανεξαρτησία και αμεροληψία των οργάνων που εξέτασαν την υπόθεση του προσφεύγοντος
(α) ΤΟ ΑΣΔ
109. Το Δικαστήριο έκρινε ότι από τη στιγμή που τουλάχιστον το ήμισυ των μελών ενός δικαστηρίου είναι δικαστές, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου με ψήφο που υπερισχύει, αυτό θα είναι ισχυρή ένδειξη αμεροληψίας (βλ. Le Compte, Van Leuven και De Meyere κατά Βελγίου, 23 Ιουνίου 1981, § 58, Σειρά A αριθ. 43). Είναι σκόπιμο να σημειωθεί ότι όσον αφορά τις πειθαρχικές δίκες εναντίον δικαστών, η ανάγκη για ουσιαστική εκπροσώπηση δικαστών στο σχετικό πειθαρχικό όργανο έχει αναγνωριστεί στην Ευρωπαϊκή Χάρτα για την κατάσταση των δικαστών (βλ. παράγραφο
παραπάνω).
110. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι σύμφωνα με το Άρθρο 131 του Συντάγματος και τον Νόμο περί ΑΣΔ του 1998, το ΑΣΔ αποτελείται από είκοσι μέλη, τα οποία διορίζονται από διαφορετικά όργανα. Ωστόσο, αυτό που πρέπει να τονιστεί εδώ είναι ότι τρία μέλη διορίζονται απευθείας από τον Πρόεδρο της Ουκρανίας, άλλα τρία διορίζονται από το Κοινοβούλιο της Ουκρανίας και άλλα δύο μέλη διορίζονται από το Πανουκρανικό Συνέδριο των Εισαγγελέων. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και ο Γενικός Εισαγγελέας είναι ex officio μέλη του ΑΣΔ. Προκύπτει ότι το αποτέλεσμα των αρχών που διέπουν τη σύνθεση του ΑΣΔ, όπως ορίστηκαν στο Σύνταγμα και αναπτύχθηκαν στον Νόμο περί ΑΣΔ του 1998, ήταν ότι μεγάλη πλειοψηφία των μελών του ΑΣΔ αποτελούσε μη δικαστικό προσωπικό διορισμένο απευθείας από εκτελεστικές και νομοθετικές αρχές.
111. Συνεπώς, η υπόθεση του προσφεύγοντος εξετάστηκε από δεκαέξι μέλη του ΑΣΔ τα οποία ήταν παρόντα στην ακροαματική διαδικασία, εκ των οποίων μόνο τρία ήταν δικαστές. Επομένως, οι δικαστές αποτελούσαν μια ελάχιστη πλειοψηφία των μελών του ΑΣΔ που εκδίκασε την υπόθεση του προσφεύγοντος (βλ. παράγραφο παραπάνω).
112. Μόλις με τις τροποποιήσεις της 7ης Ιουλίου 2010 συμπληρώθηκε ο Νόμος περί ΑΣΔ του 1998 με απαιτήσεις, ούτως ώστε δέκα μέλη του ΑΣΔ να πρέπει να διορίζονται από το δικαστικό σώμα. Αυτές οι τροποποιήσεις, ωστόσο, δεν επηρέασαν την υπόθεση του προσφεύγοντος. Σε κάθε περίπτωση είναι ανεπαρκείς, καθώς τα όργανα που διορίζουν τα μέλη του ΑΣΔ παραμένουν τα ίδια, με μόλις τρεις δικαστές να εκλέγονται από τους συναδέλφους τους. Δεδομένης της σημασίας της μείωσης της επιρροής των πολιτικών οργάνων της κυβέρνησης στη σύνθεση του ΑΣΔ και της ανάγκης διασφάλισης του αναγκαίου επιπέδου δικαστικής ανεξαρτησίας, ο τρόπος διορισμού των δικαστών στο πειθαρχικό όργανο είναι επίσης σημαντικός από την άποψη της δικαστικής αυτοδιοίκησης. Όπως σημειώθηκε από την Επιτροπή της Βενετίας, οι τροποποιημένες διαδικασίες δεν έλυσαν το πρόβλημα, καθώς ο ίδιος ο διορισμός εξακολουθεί να πραγματοποιείται από τις ίδιες αρχές και όχι από το δικαστικό σώμα (βλ. παραγράφους 28 και 29 της Γνωμοδότησης της Επιτροπής της Βενετίας, η οποία αναφέρεται στην παραπάνω παράγραφο).
113. Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο σημειώνει ότι σύμφωνα με την Ενότητα 19 του Νόμου περί ΑΣΔ του 1998, μόνο τέσσερα μέλη του ΑΣΔ εργάζονται εκεί με πλήρη απασχόληση. Τα υπόλοιπα μέλη εξακολουθούν να εργάζονται και να λαμβάνουν μισθό από εργασία εκτός του ΑΣΔ, γεγονός που αναπόφευκτα εμπλέκει την υλική, ιεραρχική και διοικητική τους εξάρτηση από τους κύριους εργοδότες τους και θέτει σε κίνδυνο τόσο την ανεξαρτησία όσο και την αμεροληψία τους. Πιο συγκεκριμένα, στις περιπτώσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και του Γενικού Εισαγγελέα, που είναι ex officio μέλη του ΑΣΔ, η απώλεια της κύριας θέσης εργασίας τους συνεπάγεται παραίτησή τους από το ΑΣΔ.
114. Το Δικαστήριο αναφέρεται στη γνωμοδότηση της Επιτροπής της Βενετίας για το ότι η συμπερίληψη του Γενικού Γραμματέα ως ex officio μέλους του ΑΣΔ προκαλεί περαιτέρω ανησυχία, καθώς μπορεί να επιδρά αποτρεπτικά για τους δικαστές και να εκληφθεί ως πιθανή απειλή. Πιο συγκεκριμένα, ο Γενικός Εισαγγελέας βρίσκεται στην κορυφή της ιεραρχίας του εισαγγελικού συστήματος και επιβλέπει όλους τους εισαγγελείς. Λόγω του λειτουργικού τους ρόλου, οι εισαγγελείς εμπλέκονται σε πολλές υποθέσεις επί των οποίων πρέπει να αποφασίσουν οι δικαστές. Η παρουσία του Γενικού Εισαγγελέα σε ένα όργανο που ασχολείται με τον διορισμό, την πειθαρχία και την απομάκρυνση δικαστών δημιουργεί τον κίνδυνο ότι οι δικαστές δεν θα ενεργήσουν αμερόληπτα σε τέτοιες υποθέσεις ή ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δεν θα ενεργήσει αμερόληπτα προς δικαστές τις αποφάσεις των οποίων δεν εγκρίνει (βλ. παράγραφο 30 της Γνωμοδότησης της Επιτροπής της Βενετίας, η οποία αναφέρεται στην παραπάνω παράγραφο). Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τα υπόλοιπα μέλη του ΑΣΔ που διορίζονται από το Πανουκρανικό Συνέδριο των Εισαγγελέων επί ποσοστιαίας βάσης. Οι ανησυχίες που εκφράζονται από τον Επίτροπο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι ενδεικτικές ως προς αυτό το ζήτημα (βλ. παράγραφο 42 της έκθεσης στην οποία γίνεται παραπομπή στην παράγραφο 80 παραπάνω).
115. Το Δικαστήριο παρατηρεί επίσης ότι τα μέλη του ΑΣΔ που διεξήγαγαν τις προκαταρκτικές έρευνες στην υπόθεση του προσφεύγοντος και υπέβαλαν αιτήματα για την αποπομπή του (R.K. και V.K.) στη συνέχεια έλαβαν μέρος στις αποφάσεις αποπομπής του προσφεύγοντος από το αξίωμά του. Επιπλέον, ένα από αυτά τα μέλη (V.K.) ορίστηκε πρόεδρος του ΑΣΔ και προήδρευε της ακροαματικής διαδικασίας στην υπόθεση του προσφεύγοντος. Ο ρόλος των εν λόγω μελών στην απαγγελία πειθαρχικών κατηγοριών εναντίον του προσφεύγοντος βάσει των αποτελεσμάτων των δικών τους προκαταρκτικών ερευνών εγείρει αντικειμενικές αμφιβολίες για την αμεροληψία τους όταν αποφάσιζαν επί της ουσίας της υπόθεσης του προσφεύγοντος (πβ. Werner κατά Πολωνίας, αριθ. 26760/95, §§ 43 και 44, 15 Νοεμβρίου 2001).
116. Οι καταγγελίες του προσφεύγοντος περί προσωπικής μεροληψίας εκ μέρους ορισμένων μελών του ΑΣΔ πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη, όσον αφορά τις δραστηριότητες του προεδρεύοντος (S.K.) της κοινοβουλευτικής επιτροπής περί δικαστικών λειτουργών, ο οποίος ήταν επίσης μέλος του ΑΣΔ. Πρώτον, ο ρόλος του στο γεγονός ότι[6] δεν επιτράπηκε στον προσφεύγοντα να δώσει όρκο ως μέλος του ΑΣΔ δεν πρέπει να παραβλεφθεί. Δεύτερον, η γνωμοδότησή του που δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα του Κοινοβουλίου την 14η Ιουνίου 2007 καταδείκνυε ότι διαφωνούσε έντονα με την παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου στην υπόθεση που αφορούσε την παρανομία του κοινοβουλευτικού ψηφίσματος περί προσωρινής διαδικασίας διορισμού προέδρων και αντιπροέδρων των τοπικών δικαστηρίων. Παρόλο που ο S.K. δεν του άσκησε άμεση κριτική, είναι προφανές ότι δεν ενέκρινε τις ενέργειες του προσφεύγοντος, ο οποίος ήταν αιτών στην εν λόγω υπόθεση. Το δικαστήριο δεν πείσθηκε από τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι αυτή η δημόσια δήλωση πραγματοποιήθηκε πολύ νωρίτερα, πριν από την έναρξη των πειθαρχικών διαδικασιών. Δεδομένου ότι το χρονικό διάστημα μεταξύ των δύο γεγονότων, όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση, ήταν περίπου έξι μήνες, αυτό το διάστημα δεν μπορεί να θεωρηθεί αρκετά μεγάλο για να απομακρύνει κάθε αιτιώδη σχέση ως προς αυτό το ζήτημα.
117. Συνεπώς, τα γεγονότα της παρούσας αίτησης αποκαλύπτουν πλήθος σοβαρών ζητημάτων που αφορούν τόσο διαρθρωτικά ελαττώματα στις διαδικασίες ενώπιον του ΑΣΔ όσο και την εμφάνιση προσωπικής μεροληψίας εκ μέρους ορισμένων μελών του ΑΣΔ που εκδίκασαν την υπόθεση του προσφεύγοντος. Επομένως, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι δίκες ενώπιον του ΑΣΔ δεν ήταν συμβατές με τις αρχές της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας που απαιτούνται από το Άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης.
(β) «Ανεξαρτησία και αμεροληψία» στο κοινοβουλευτικό στάδιο
118. Η επακόλουθη εξέταση της υπόθεσης από το Κοινοβούλιο, το νομοθετικό σώμα, δεν απομάκρυνε τα διαρθρωτικά ελαττώματα της έλλειψης «ανεξαρτησίας και αμεροληψίας», αντίθετα συνέβαλε στην πολιτικοποίηση της διαδικασίας και της επιδείνωσε την ασυνέπεια της διαδικασίας με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών.
- Κοινοβουλευτική επιτροπή
119. Όσον αφορά τη δίκη ενώπιον της κοινοβουλευτικής επιτροπής, ο προεδρεύων της επιτροπής (S.K.) και ένα από τα μέλη της ήταν επίσης μέλη του ΑΣΔ και συμμετείχαν στη λήψη απόφασης για την υπόθεση του προσφεύγοντος και στα δύο επίπεδα. Επομένως, ενδέχεται να μην ενέργησαν αμερόληπτα κατά την εξέταση των προτάσεων του ΑΣΔ (βλ., mutatis mutandis, Oberschlick κατά Αυστρίας (αριθ. 1), 23 Μαΐου 1991, §§ 50-52, Series A αριθ. 204). Εκτός αυτού, οι απόψεις του Δικαστηρίου όσον αφορά την έλλειψη προσωπικής αμεροληψίας, όπως ορίζονται στην παράγραφο 116, είναι εξίσου συναφείς σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί δεόντως υπόψη το γεγονός ότι ο S.K., μαζί με τα δύο μέλη της κοινοβουλευτικής επιτροπής, υπέβαλαν αίτηση στο ΑΣΔ ζητώντας την έναρξη προκαταρκτικών ερευνών για πιθανό παράπτωμα του προσφεύγοντος.
120. Ταυτόχρονα, τα μέλη του ΑΣΔ δεν μπορούσαν να αποσυρθούν, καθώς ο Νόμος περί (εκλογής και αποπομπής) δικαστών του 2004 δεν προβλέπει απόσυρση. Αυτό καταδεικνύει την έλλειψη κατάλληλων εγγυήσεων για τη συμμόρφωση των διαδικασιών με τη δοκιμασία της αντικειμενικής αμεροληψίας (βλ. mutatis mutandis, Micallef κατά Μάλτας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 17056/06, §§ 99 και 100, ΕΔΑΔ 2009).
- Ολομέλεια του Κοινοβουλίου
121. Όσον αφορά τη συνεδρίαση της ολομέλειας του Κοινοβουλίου, η υπόθεση παρουσιάστηκε στους βουλευτές από τους S.K. και V.K. (βλ. παράγραφο
παραπάνω). Ωστόσο, η διαδικασία ουσιαστικά περιελάμβανε μια απλή ανταλλαγή γενικών απόψεων βάσει των συμπερασμάτων του ΑΣΔ και της κοινοβουλευτικής επιτροπής. Σε αυτό το στάδιο, η εκδίκαση της υπόθεσης περιορίστηκε στη λήψη δεσμευτικής απόφασης βάσει των προηγούμενων συμπερασμάτων του ΑΣΔ και της κοινοβουλευτικής επιτροπής.
122. Συνολικά, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καταδεικνύουν ότι η διαδικασία στη συνεδρίαση της ολομέλειας δεν ήταν το κατάλληλο φόρουμ για την εξέταση ζητημάτων που άπτονται των γεγονότων και του νόμου, για την αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και για τον νομικό χαρακτηρισμό των γεγονότων. Ο ρόλος των πολιτικών που συμμετέχουν στο Κοινοβούλιο, οι οποίοι δεν απαιτείται να έχουν νομική και δικαστική πείρα στη λήψη αποφάσεων επί περίπλοκων θεμάτων περί γεγονότων και νόμου, σε μια μεμονωμένη πειθαρχική υπόθεση, δεν διασαφηνίστηκε επαρκώς από την Κυβέρνηση και δεν αιτιολογήθηκε ως συμβατός με τις απαιτήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας ενός δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 6 της Σύμβασης.
(ii) Σχετικά με το αν τα θέματα της «ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας» διορθώθηκαν από το ΑΔΔ.
123. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ακόμη και όταν ένα όργανο με κατακυρωτική αρμοδιότητα, που εκδικάζει διαφορές σχετικές με «πολιτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις» δεν συμμορφώνεται προς το Άρθρο 6 § 1 με κάποιον τρόπο, δεν μπορεί να διαπιστωθεί παράβαση της Σύμβασης, αν οι δίκες ενώπιον του εν λόγω οργάνου «υπόκεινται σε επόμενο έλεγχο από δικαστικό σώμα που έχει πλήρη δικαιοδοσία και παρέχει τις εγγυήσεις του Άρθρου 6 § 1» (βλ. Albert και Le Compte, στο οποίο έγινε παραπομπή παραπάνω, § 29, και Tsfayo κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 60860/00, § 42, 14 Νοεμβρίου 2006). Προκειμένου να αποφασιστεί αν το δεύτερου βαθμού δικαστήριο, που συμμορφώνεται προς το Άρθρο 6, είχε «πλήρη αρμοδιότητα» ή παρείχε «επαρκή επανεξέταση» για να επανορθώσει την έλλειψη ανεξαρτησίας του πρωτοδικείου, είναι απαραίτητο να ληφθούν υπόψη παράγοντες όπως το θέμα της απόφασης κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση, ο τρόπος με τον οποίο έφτασε να ληφθεί αυτή η απόφαση και το περιεχόμενο της διαφοράς, συμπεριλαμβανομένων των επιθυμητών και πραγματικών λόγων της έφεσης (βλ. Bryan κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 22 Νοεμβρίου 1995, §§ 44-47, σειρά A αριθ. 335‑A, και Tsfayo, παραπομπή παραπάνω, § 43).
(α) Όσον αφορά την «επαρκή επανεξέταση»
124. Το Δικαστήριο δεν είναι πεπεισμένο ότι το ΑΔΔ επανεξέτασε επαρκώς την υπόθεση του προσφεύγοντος για τους εξής λόγους.
125. Πρώτον, ανακύπτει το ερώτημα αν το ΑΔΔ μπορούσε να επανεξετάσει με κάποιο αποτέλεσμα τις αποφάσεις του ΑΣΔ και του Κοινοβουλίου, δεδομένου ότι το ΑΔΔ είχε κατοχυρωμένες εξουσίες να κηρύξει αυτές τις αποφάσεις παράνομες χωρίς να μπορέσει να τις ακυρώσει και να λάβει περαιτέρω μέτρα, αν κρινόταν απαραίτητο. Παρόλο που γενικά δεν προκύπτουν έννομες συνέπειες από απόφαση που έχει κηρυχθεί παράνομη, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η ανικανότητα του ΑΔΔ να ακυρώσει επισήμως τις αμφισβητούμενες αποφάσεις και η έλλειψη κανόνων όσον αφορά την περαιτέρω διαδικασία των πειθαρχικών δικών δημιουργεί σημαντική αβεβαιότητα σχετικά με τις πραγματικές έννομες συνέπειες τέτοιων δικαστικών δηλώσεων.
126. Η δικαστική πρακτική που έχει αναπτυχθεί σε αυτόν τον τομέα θα μπορούσε να είναι ενδεικτική ως προς αυτό το ζήτημα. Η Κυβέρνηση κατέθεσε αντίγραφα αποφάσεων εθνικών δικαστηρίων επί δύο υποθέσεων. Ωστόσο, αυτά τα παραδείγματα δείχνουν ότι αφότου το ΑΔΔ είχε κηρύξει παράνομη την αποπομπή δικαστών, οι αιτούντες έπρεπε να ξεκινήσουν διαφορετικές διαδικασίες για την επαναφορά τους στο αξίωμα. Αυτό το υλικό δεν έριξε φως στο πώς θα έπρεπε να διεξάγονται οι πειθαρχικές δίκες (συγκεκριμένα, τα στάδια που θα έπρεπε να περάσουν οι εμπλεκόμενες αρχές μετά την κήρυξη των αμφισβητούμενων αποφάσεων ως παράνομων και τα χρονικά περιθώρια για τα στάδια αυτά), αλλά καταδεικνύει ρητά ότι δεν υπάρχει αυτόματη επαναφορά στο αξίωμα του δικαστή αποκλειστικά βάσει της απόφασης του ΑΔΔ περί κήρυξής της ως παράνομης. Επομένως, το υλικό που παρασχέθηκε δείχνει ότι οι έννομες συνέπειες από την αναθεώρηση τέτοιων θεμάτων από το ΑΔΔ είναι περιορισμένες και ενισχύει την άποψη του Δικαστηρίου σχετικά με την ικανότητα του ΑΔΔ να χειριστεί αποτελεσματικά το θέμα και να παρέχει επαρκή επανεξέταση της υπόθεσης.
127. Δεύτερον, ερευνώντας τον τρόπο με τον οποίο το ΑΔΔ κατέληξε στην απόφασή του στην υπόθεση του προσφεύγοντος και το πεδίο εφαρμογής της διαφοράς, το Δικαστήριο σημειώνει ότι σημαντικά επιχειρήματα που προβλήθηκαν από τον προσφεύγοντα δεν απαντήθηκαν καταλλήλως από το ΑΔΔ. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος περί έλλειψης αμεροληψίας εκ μέρους των μελών του ΑΣΔ και της κοινοβουλευτικής επιτροπής εξετάστηκε με τον δέοντα ζήλο. Οι διαβεβαιώσεις την Κυβέρνησης περί αυτού του θέματος δεν είναι πειστικές.
128. Επιπλέον, το ΑΔΔ δεν κατέβαλε καμία πραγματική προσπάθεια να εξετάσει τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι η απόφαση του Κοινοβουλίου για την αποπομπή του ήταν ασύμβατη με τον Νόμο περί Βουλευτών του 1992 και του Κανονισμού Λειτουργίας του Κοινοβουλίου, παρά το γεγονός ότι είχε την σχετική αρμοδιότητα (βλ. Άρθρο 171-1, §§ 1 και 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, στον οποίο γίνεται παραπομπή παραπάνω) ενώ ο προσφεύγων ανέφερε ρητά το ζήτημα στο αίτημά του και κατέθεσε τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία (βλ. παραγράφους 29 και
παραπάνω). Τα αποδεικτικά στοιχεία του προσφεύγοντος δεν αξιολογήθηκαν από το ΑΔΔ. Εν τω μεταξύ, η καταγγελία του προσφεύγοντος για παρανομία στη διαδικασία ψηφοφορίας στο Κοινοβούλιο επανερμηνεύθηκε ως καταγγελία περί μη συνταγματικότητας του σχετικού κοινοβουλευτικού ψηφίσματος. Με αυτή του την κίνηση, το ΑΔΔ απέφυγε την ενασχόληση με το θέμα υπέρ του Συνταγματικού Δικαστηρίου, στο οποίο ο προσφεύγων δεν είχε άμεση πρόσβαση (βλ. Bogatova κατά Ουκρανίας, αριθ. 5231/04, § 13, 7 Οκτωβρίου 2010, με περαιτέρω παραπομπές).
129. Επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η επανεξέταση της υπόθεσης του προσφεύγοντος από το ΑΔΔ δεν ήταν επαρκής και συνεπώς δεν μπορούσε να εξουδετερώσει τα ελαττώματα της διαδικαστικής δικαιοσύνης κατά τα προηγούμενα στάδια της εθνικής δίκης.
(β) Όσον αφορά τις απαιτήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας στο στάδιο της επανεξέτασης από το ΑΔΔ
130. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η δικαστική επανεξέταση πραγματοποιήθηκε από δικαστές του ΑΔΔ που ήταν επίσης υπό την πειθαρχική δικαιοδοσία του ΑΣΔ. Αυτό σημαίνει πως οι εν λόγω δικαστές θα μπορούσαν επίσης να τεθούν υπό πειθαρχική δίκη ενώπιον του ΑΣΔ. Λαμβανομένων υπόψη των εκτενών εξουσιών του ΑΣΔ αναφορικά με τις σταδιοδρομίες των δικαστών (διορισμός, πειθαρχία και αποπομπή) και της έλλειψης εγγυήσεων για την ανεξαρτησία και αμεροληψία του ΑΣΔ (όπως αναλύθηκε παραπάνω), το Δικαστήριο δεν είναι πεπεισμένο ότι οι δικαστές του ΑΔΔ που εξέτασαν την υπόθεση του προσφεύγοντος, στην οποία το ΑΣΔ ήταν αντίδικος, μπορούσαν να δείξουν την «ανεξαρτησία και αμεροληψία» που απαιτείται από το Άρθρο 6 της Σύμβασης.
(iii) Συμπέρασμα
131. Συνεπώς, το Δικαστήριο πιστεύει ότι οι εθνικές αρχές δεν διασφάλισαν ανεξάρτητη και αμερόληπτη εκδίκαση της υπόθεσης του προσφεύγοντος και ότι η επανεξέταση της υπόθεσής του στη συνέχεια δεν επανόρθωσε αυτά τα ελαττώματα. Επομένως, υπήρξε παράβαση του Άρθρου 6 § 1 ως προς αυτό το ζήτημα.
2. Συμμόρφωση με την αρχή της νομικής βεβαιότητας όσον αφορά την έλλειψη παραγραφής για τη δίκη κατά του προσφεύγοντος
(α) Οι ισχυρισμοί των αντιδίκων
132. Ο προσφεύγων κατήγγειλε ότι η δίκη ενώπιον του ΑΣΔ δεν ήταν δίκαιη, από την άποψη ότι δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλεπόταν από το κεφάλαιο τέσσερα του Νόμου περί ΑΣΔ του 1998, ο οποίος παρείχε ένα σύνολο σημαντικών διαδικαστικών εγγυήσεων, συμπεριλαμβανομένων περιορισμένων χρονικών διαστημάτων για πειθαρχικές ποινές. Παράλληλα, οι λόγοι τους οποίους επικαλέστηκε το ΑΔΔ για την εφαρμογή διαφορετικής διαδικασίας δεν ήταν επαρκείς.
133. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι η εφαρμογή παραγραφής στην υπόθεσή του ήταν σημαντική για τη διασφάλιση της αρχής της νομικής βεβαιότητας. Μην εφαρμόζοντας παραγραφή στην υπόθεσή του, οι κρατικές αρχές παραβίασαν το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη.
134. Η Κυβέρνηση αντέκρουσε αυτή την καταγγελία και ισχυρίστηκε ότι η νομική ιδιότητα ενός δικαστή περιελάμβανε όχι μόνο τις εγγυήσεις της ανεξαρτησίας του κατά την απόδοση δικαιοσύνης αλλά και την πιθανότητα να θεωρηθεί υπεύθυνος για τη μη εκτέλεση των καθηκόντων του. Καθώς η «παράβαση όρκου» ήταν σοβαρό παράπτωμα, δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν χρονικά περιθώρια προκειμένου ο προσφεύγων να θεωρηθεί υπεύθυνος.
(β) Η κρίση του Δικαστηρίου
135. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η διαφωνία του προσφεύγοντος με την επιλεγμένη διαδικασία είναι ζήτημα ερμηνείας του εθνικού δικαίου, το οποίο είναι πρωτίστως θέμα των εθνικών αρχών. Ωστόσο, απαιτείται από το Δικαστήριο να επαληθεύσει εάν ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύεται και εφαρμόζεται το εθνικό δίκαιο έχει συνέπειες που συμμορφώνονται με τις αρχές της Σύμβασης, όπως αυτή ερμηνεύεται βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου (βλ. Scordino κατά Ιταλίας (αριθ. 1) [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 36813/97, §§ 190 και 191, ΕΔΑΔ 2006-V).
136. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι το ΑΔΔ παρουσίασε επαρκείς λόγους για τους λόγους για τους οποίους η διαδικασία διεξήχθη με διαφορετικό τρόπο από αυτόν στον οποίο παρέπεμψε ο προσφεύγων (βλ. παράγραφο
παραπάνω). Η εφαρμογή της διαφορετικής διαδικασίας δεν μπορεί να θεωρηθεί μη προβλεπόμενη, αυθαίρετη ή προδήλως αδικαιολόγητη. Ωστόσο, παραμένει το ερώτημα αν η εικαζόμενη έλλειψη της συγκεκριμένης εγγύησης εξαρτιόταν από αυτόν, ήτοι η έλλειψη παραγραφής για την επιβολή πειθαρχικής ποινής για «παράβαση όρκου» από δικαστή, επηρέασε τη δικαιοσύνη της δίκης.
137. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι παραγραφές εξυπηρετούν διάφορους σημαντικούς σκοπούς, ήτοι ότι διασφαλίζουν τη νομική βεβαιότητα και τελεσιδικία, προστατεύουν πιθανούς εναγομένους από παλαιές κατηγορίες που είναι ενδεχομένως δύσκολο να αντικρουστούν, και παρεμποδίζουν αδικίες που ενδεχομένως να προέκυπταν, αν τα δικαστήρια έπρεπε να λάβουν αποφάσεις για γεγονότα που συνέβησαν στο μακρινό παρελθόν βάσει αποδεικτικών στοιχείων που μπορεί να έχουν καταστεί αναξιόπιστα και ελλιπή λόγω της παρόδου του χρόνου (βλ. Stubbings και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 22 Οκτωβρίου 1996, § 51, Εκθέσεις 1996‑III). Οι παραγραφές είναι κοινό χαρακτηριστικό των εθνικών νομικών συστημάτων των Συμβαλλόμενων Κρατών, όσον αφορά ποινικές, πειθαρχικές και άλλες παραβάσεις.
138. Όσον αφορά την υπόθεση του προσφεύγοντος, τα γεγονότα που εξετάστηκαν από το ΑΣΔ το 2010 πραγματοποιήθηκαν το 2003 και το 2006 (βλ. παραγράφους
και 18 παραπάνω). Επομένως, ο προσφεύγων βρέθηκε σε δύσκολη θέση, καθώς έπρεπε να προετοιμάσει την υπεράσπισή του σχετικά με γεγονότα, κάποια εκ των οποίων είχαν πραγματοποιηθεί στο μακρινό παρελθόν.
139. Φαίνεται από την απόφαση του ΑΔΔ στην υπόθεση του προσφεύγοντος και από τις απαντήσεις της Κυβέρνησης ότι η εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει προθεσμίες παραγραφής για δίκες περί αποπομπής δικαστή λόγω «παράβασης όρκου». Ενώ το Δικαστήριο δεν θεωρεί πρέπον να υποδείξει τη διάρκεια της παραγραφής, κρίνει ότι μια τόσο ανοιχτή προσέγγιση σε πειθαρχικές υποθέσεις που εμπλέκουν δικαστικούς λειτουργούς απειλεί σοβαρά την αρχή της νομικής βεβαιότητας.
140. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παράβαση του Άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης από αυτή την άποψη.
3. Συμμόρφωση με την αρχή της νομικής βεβαιότητας κατά τη συνεδρίαση της ολομέλειας του Κοινοβουλίου
(α) Οι ισχυρισμοί των αντιδίκων
141. Ο προσφεύγων κατήγγειλε ότι το Κοινοβούλιο έλαβε την απόφαση για την αποπομπή του κατά καταφανή παράβαση του νόμου μέσω της κατάχρησης του συστήματος ηλεκτρονικής ψηφοφορίας. Διαβεβαιώνει ότι κατά την ψηφοφορία της ολομέλειας σχετικά με την αποπομπή του ορισμένοι βουλευτές είχαν ψηφίσει παράνομα με ψήφους οι οποίες ανήκαν σε άλλους βουλευτές που δεν ήταν παρόντες. Προς υποστήριξη της καταγγελίας του, ο προσφεύγων παρέπεμψε στο βίντεο της διαδικασίας στη συνεδρίαση της ολομέλειας του Κοινοβουλίου και στις δηλώσεις τεσσάρων βουλευτών, οι οποίες είναι επικυρωμένες από συμβολαιογράφο.
142. Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η κοινοβουλευτική απόφαση για την αποπομπή του προσφεύγοντος ήταν νόμιμη και ότι τα στοιχεία που προσκόμισε ο προσφεύγων για το αντίθετο δεν μπορούσαν να θεωρηθούν αξιόπιστα, καθώς η αλήθεια τους δεν αξιολογήθηκε από τις εθνικές αρχές.
(β) Η κρίση του Δικαστηρίου
143. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι διαδικαστικοί κανόνες έχουν σχεδιαστεί για να εξασφαλίζουν την ορθή απονομή δικαιοσύνης και τη συμμόρφωση με την αρχή της νομικής βεβαιότητας, και ότι οι διάδικοι πρέπει να δικαιούνται να προσδοκούν πως αυτοί οι κανονισμοί θα εφαρμοστούν. Η αρχή της νομικής βεβαιότητας δεν ισχύει μόνο όσον αφορά τους διαδίκους αλλά και όσον αφορά τα εθνικά δικαστήρια (βλ. Diya 97 κατά Ουκρανίας, αριθ. 19164/04, § 47, 21 Οκτωβρίου 2010, με περαιτέρω παραπομπές). Η αρχή είναι εξίσου εφαρμοστέα στις διαδικασίες που χρησιμοποιήθηκαν για την αποπομπή του προσφεύγοντος, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας λήψης απόφασης στη συνεδρίαση της ολομέλειας του Κοινοβουλίου.
144. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι τα γεγονότα που υποστηρίζουν αυτή την καταγγελία επιβεβαιώνονται από τις δηλώσεις του προσφεύγοντος, ο οποίος παρακολούθησε την ψηφοφορία της ολομέλειας, από τις επικυρωμένες δηλώσεις τεσσάρων βουλευτών και από το βίντεο της διαδικασίας. Η Κυβέρνηση δεν προέβαλε κανένα αληθοφανές επιχείρημα που να θέτει υπό αμφισβήτηση της αλήθεια αυτών των στοιχείων. Από την πλευρά του, το Δικαστήριο δεν βρίσκει λόγο να θεωρήσει αυτό το αποδεικτικό υλικό αναξιόπιστο.
145. Έχοντας εξετάσει το παραπάνω υλικό, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απόφαση για την αποπομπή του προσφεύγοντος ψηφίστηκε εν τη απουσία της πλειοψηφίας των βουλευτών. Οι παρόντες βουλευτές υπέβαλαν ηθελημένα και παρανόμως πολλαπλές ψήφους που ανήκαν στους απόντες συναδέλφους τους. Η απόφαση, επομένως, ελήφθη κατά παράβαση του Άρθρου 84 του Συντάγματος, ενότητα 24 του Νόμου περί ιδιότητας των βουλευτών του 1992 και του Κανονισμού 47 του Κανονισμού Λειτουργίας του Κοινοβουλίου, που απαιτούν προσωπική συμμετοχή των βουλευτών σε συνεδριάσεις και ψηφοφορίες. Υπό αυτές τις περιστάσεις, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η ψηφοφορία για την αποπομπή του προσφεύγοντος υπέσκαψε την αρχή της νομικής βεβαιότητας, κατά παράβαση του Άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.
146. Όπως παρατηρήθηκε παραπάνω, αυτό το ελάττωμα στην ορθότητα της διαδικασίας δεν επανορθώθηκε στο επόμενο στάδιο της διαδικασίας, καθώς το ΑΔΔ δεν κατόρθωσε να χειριστεί αυτό το θέμα καταλλήλως.
147. Επομένως, υπήρξε παράβαση του Άρθρου 6 § 1 ως προς αυτό το ζήτημα.
4. Συμμόρφωση με την αρχή του «νομίμως λειτουργούντος δικαστηρίου»
(α) Οι ισχυρισμοί των αντιδίκων
148. Ο προσφεύγων κατήγγειλε ότι η υπόθεσή του δεν εκδικάστηκε από «νομίμως λειτουργούν δικαστήριο». Όσον αφορά το τμήμα του ΑΔΔ το οποίο εκδίκασε την υπόθεσή του, ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι έως ότου ο πρόεδρος του ΑΔΔ να συγκροτήσει το τμήμα και να πραγματοποιήσει τις προτάσεις για τη σύνθεσή του στην προκειμένη περίπτωση, η θητεία του είχε λήξει και επομένως κατείχε αυτή τη διοικητική θέση δίχως νομική βάση.
149. Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι μετά την λήξη της θητείας του, ο πρόεδρος του ΑΔΔ έπρεπε να αποπεμφθεί. Ωστόσο, απουσία διαδικασίας για την αποπομπή δικαστή από διοικητική θέση, τυχόν ενέργειες σχετικά με την αποπομπή του δεν θα ήταν νόμιμες. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι η εξουσία του προέδρου του ΑΔΔ να παραμείνει στην εν λόγω θέση υποστηρίχθηκε από την απόφαση του Συνεδρίου των Δικαστών των Διοικητικών Δικαστηρίων.
(β) Η κρίση του Δικαστηρίου
150. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο σκοπός του όρου «νομίμως λειτουργούντος» στο Άρθρο 6 της Σύμβασης είναι να διασφαλίσει «ότι η δικαστική οργάνωση σε μια δημοκρατική κοινωνία δεν εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά ρυθμίζεται από νομοθεσία που απορρέει από το Κοινοβούλιο». Ακόμη και σε χώρες με κωδικοποιημένη νομοθεσία, η οργάνωση του δικαστικού συστήματος δεν μπορεί να αφεθεί στη διακριτική ευχέρεια των δικαστικών αρχών, παρόλο που αυτό δεν σημαίνει ότι τα δικαστήρια δεν θα έχουν κάποια ελευθερία να ερμηνεύουν τη σχετική εθνική νομοθεσία (βλ. Fruni κατά Σλοβακίας, αριθ. 8014/07, § 134, 21 Ιουνίου 2011, με περαιτέρω παραπομπές).
151. Η φράση «νομίμως λειτουργούν» δεν καλύπτει μόνο τη νομική βάση για την ίδια την ύπαρξη ενός «δικαστηρίου», αλλά και τη σύνθεση της έδρας σε κάθε περίπτωση (βλ. Buscarini κατά Σαν Μαρίνο (απ.), αριθ. 31657/96, 4 Μαΐου 2000, και Posokhov κατά Ρωσίας, αριθ. 63486/00, § 39, ΕΔΑΔ 2003-IV). Η πρακτική της σιωπηρής παράτασης της θητείας των δικαστών για διάστημα αορίστου χρόνου μετά από τη λήξη της νόμιμης θητείας τους μέχρι τον επαναδιορισμό τους κρίθηκε ότι παραβαίνει την αρχή του «νομίμως λειτουργούντος δικαστηρίου» (βλ. Gurov κατά Μολδαβίας, αριθ. 36455/02, §§ 37-39, 11 Ιουλίου 2006).
152. Όσον αφορά την προκειμένη περίπτωση, πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το Άρθρο 171-1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η υπόθεση του προσφεύγοντος θα έπρεπε να εκδικαστεί αποκλειστικά από ειδικό τμήμα του ΑΔΔ. Βάσει της ενότητας 41 του Νόμου περί δικαστικού συστήματος του 2002, αυτό το ειδικό τμήμα έπρεπε να συσταθεί με απόφαση του προέδρου του ΑΔΔ, ενώ η σύνθεση αυτού του τμήματος από άποψη των προσώπων ορίστηκε από τον πρόεδρο με περαιτέρω έγκριση του προεδρείου του εν λόγω δικαστηρίου. Ωστόσο, μέχρι τη στιγμή πραγματοποίησης αυτού στην παρούσα υπόθεση, η πενταετής θητεία του προέδρου είχε λήξει.
153. Κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος, η διαδικασία διορισμού προέδρων των δικαστηρίων δεν ρυθμιζόταν από την εθνική νομοθεσία: οι σχετικές προβλέψεις της ενότητας 20 του Νόμου περί δικαστικού συστήματος του 2002 είχαν κηρυχθεί αντισυνταγματικές και δεν είχαν εισαχθεί ακόμη νέες προβλέψεις από το Κοινοβούλιο (βλ. παραγράφους
και 49 παραπάνω). Διάφορες εθνικές αρχές είχαν εκφράσει τη γνώμη τους σχετικά με αυτή τη νομική κατάσταση. Παραδείγματος χάρη, το Συμβούλιο των Δικαστών της Ουκρανίας, ανώτατο όργανο δικαστικής αυτοδιοίκησης, θεώρησε ότι το θέμα έπρεπε να επιλυθεί επί τη βάσει της ενότητας 41 § 5 του Νόμου περί δικαστικού συστήματος του 2002 και πως ο πρώτος αντιπρόεδρος του ΑΔΔ, ο Δικαστής S., όφειλε να ασκήσει τα καθήκοντα του προέδρου του εν λόγω δικαστηρίου (βλ. παράγραφο 51 παραπάνω), ενώ η Γενική Εισαγγελία εξέφρασε διαφορετική άποψη επί του ζητήματος (βλ. παρ. 52 παραπάνω).
154. Ανάλογα, ένα τόσο σημαντικό θέμα όπως ο διορισμός των προέδρων των δικαστηρίων ρυθμιζόταν στο επίπεδο της εθνικής πρακτικής, η οποία αποδείχτηκε ζήτημα σοβαρής αντιπαραβολής μεταξύ των αρχών Φαίνεται πως ο Δικαστής Ρ. εξακολουθούσε να ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου του ΑΔΔ πέραν του νομίμου χρονικού διαστήματος, ουσιαστικά επί τη βάση του γεγονότος ότι οι διαδικασίες για τον (επανα)διορισμό δεν είχαν προβλεφθεί από την ουκρανική νομοθεσία, ενώ η νομοθετική βάση για την εξουσία του να ενεργεί ως πρόεδρος του ΑΔΔ δεν ήταν επαρκώς κατοχυρωμένη.
155. Εν τω μεταξύ, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Δικαστής Ρ., υπό την ιδιότητα του προέδρου του ΑΔΔ, συγκρότησε το τμήμα το οποίο εξέτασε την υπόθεση του προσφεύγοντος και πραγματοποίησε προτάσεις για την ξεχωριστή σύνθεση του εν λόγω τμήματος.
156. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμπεράνει πως το τμήμα που ασχολήθηκε με την υπόθεση του προσφεύγοντος συγκροτήθηκε και συνετέθη νομίμως, πληρώντας τις προϋποθέσεις περί «νομίμως λειτουργούντος δικαστηρίου». Επομένως, υπήρξε παράβαση του Άρθρου 6 § 1 ως προς αυτό το ζήτημα.
5. Άλλες παραβάσεις του Άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης
157. Επιπροσθέτως, ο προσφεύγων κατήγγειλε ότι: οι αποφάσεις στην υπόθεσή του ελήφθησαν χωρίς τη δέουσα αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και σημαντικά επιχειρήματα που προβλήθηκαν από την υπεράσπιση δεν ελήφθησαν καταλλήλως υπόψη, ότι η έλλειψη επαρκούς αρμοδιότητας από το ΑΔΔ να αναθεωρήσει τις πράξεις που είχαν υιοθετηθεί από το ΑΣΔ είχε παρεμποδίσει το «δικαίωμά του σε δίκη», και ότι η αρχή της ισότητας των όπλων δεν έγινε σεβαστή.
158. Η Κυβέρνηση αμφισβήτησε αυτούς τους ισχυρισμούς.
159. Λαμβάνοντας υπόψη τους παραπάνω ισχυρισμούς και τα συμπεράσματα βάσει του Άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχει ξεχωριστό ζήτημα σχετικά με τις παρούσες καταγγελίες. Επομένως, δεν είναι απαραίτητο να εξεταστούν αυτές οι καταγγελίες.
II. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
160. Ο προσφεύγων κατήγγειλε ότι η αποπομπή του από τη θέση του δικαστή ισοδυναμούσε με παρέμβαση στην ιδιωτική και επαγγελματική του ζωή, η οποία είναι ασύμβατη με το Άρθρο 8 της Σύμβασης.
161. Το Άρθρο 8 της Σύμβασης προβλέπει:
«1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.
2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιω μάτων και ελευθεριών άλλων.»
A. Παραδεκτό
162. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι αυτή η καταγγελία δεν είναι προδήλως αβάσιμη με την έννοια του Άρθρου 35 § 3 (α) της Σύμβασης. Δεν είναι απαράδεκτη για άλλους λόγους. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτή.
B. Ουσία
1. Οι καταγγελίες των αντιδίκων
163. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι υπήρξε παρεμβολή στην προσωπική του ζωή ως συνέπεια της αποπομπής του από τη θέση του δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου. Αυτή η παρεμβολή δεν ήταν νόμιμη, καθώς οι λόγοι για «παράβαση όρκου» είχαν διατυπωθεί με πολλή ασάφεια. Η εθνική νομοθεσία δεν προέβλεπε παραγραφές προς εφαρμογή στις διαδικασίες αποπομπής και επομένως δεν παρείχε επαρκείς εγγυήσεις έναντι κατάχρησης και αυθαιρεσίας. Επιπλέον, δεν είχε ορίσει κατάλληλη κλίμακα ποινών για πειθαρχική ευθύνη εξασφαλίζοντας την εφαρμογή της σε αναλογική βάση. Για αυτούς τους λόγους, δεν συμμορφωνόταν με τις προϋποθέσεις «ποιότητας νόμου». Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε επίσης ότι η υπό εξέταση παρεμβολή δεν ήταν απαραίτητη στο πλαίσιο της υπόθεσης.
164. Η Κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι η αποπομπή του προσφεύγοντος από το αξίωμά του αποτέλεσε παρεμβολή στο δικαίωμά του για προστασία της προσωπικής του ζωής υπό την έννοια του Άρθρου 8 της Σύμβασης. Ωστόσο, το μέτρο ήταν δικαιολογημένο βάσει της δεύτερης παραγράφου του Άρθρου 8 της Σύμβασης. Πιο συγκεκριμένα, η αποπομπή πραγματοποιήθηκε βάσει της εθνικής νομοθεσίας, η οποία ήταν επαρκώς προβλέψιμη και προσβάσιμη. Επιπλέον, το μέτρο ήταν απαραίτητο στο πλαίσιο της υπόθεσης.
2. Η κρίση του Δικαστηρίου
(α) Σχετικά με το αν υπήρξε παρεμβολή
165. Οι αντίδικοι συμφώνησαν ότι υπήρξε παρεμβολή στο δικαίωμα του προσφεύγοντος για σεβασμό της προσωπικής του ζωής. Το Δικαστήριο δεν βρίσκει λόγο να διαφωνήσει. Σημειώνει ότι η ιδιωτική ζωή «περιλαμβάνει το δικαίωμα ενός ατόμου να δημιουργήσει και να αναπτύξει σχέσεις με άλλους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων σχέσεων επαγγελματικής ή επιχειρηματικής φύσης» (βλ. C. κατά Βελγίου, 7 Αυγούστου 1996, § 25, Εκθέσεις 1996-IΙΙ). Το Άρθρο 8 της Σύμβασης «προστατεύει το δικαίωμα στην προσωπική εξέλιξη και το δικαίωμα δημιουργίας και ανάπτυξης σχέσεων με άλλους ανθρώπους και τον έξω κόσμο» (βλ. Pretty κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 2346/02, § 61, ΕΔΑΔ 2002‑III). Η ιδέα της «ιδιωτικής ζωής» δεν εξαιρεί κατ’ αρχήν δραστηριότητες επαγγελματικής και επιχειρηματικής φύσης. Άλλωστε η πλειονότητα των ανθρώπων έχει σημαντική ευκαιρία να αναπτύξει σχέσεις με τον έξω κόσμο μέσω της επαγγελματικής τους ζωής (βλ. Niemietz κατά Γερμανίας, 16 Δεκεμβρίου1992, § 29, Σειρά A αριθ. 251‑B). Ωστόσο, περιορισμοί που έχουν επιβληθεί στην πρόσβαση σε εργασία έχει κριθεί ότι επηρεάζουν την «ιδιωτική ζωή» (βλ. Sidabras και Džiautas κατά Λιθουανίας, αριθ. 55480/00 και 59330/00, § 47, ΕΔΑΔ 2004‑VIII, και Bigaeva κατά Ελλάδας, αριθ. 26713/05, §§ 22-25, 28 Μαΐου 2009). Ομοίως, η αποπομπή από αξίωμα έχει κριθεί πως παρεμβαίνει στο δικαίωμα προστασίας της προσωπικής ζωής (βλ. Özpınar êáôÜ Ôïõñêßáò, αριθ. 20999/04, §§ 43-48, 19 Οκτωβρίου 2010). Τέλος, το Άρθρο 8 ρυθμίζει τα θέματα της προστασίας της τιμής και της φήμης ως μερών του δικαιώματος στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής Pfeifer κατά Αυστρίας, αριθ. 12556/03, § 35, 15 Νοεμβρίου 2007, και Α. κατά Νορβηγίας, αριθ. 28070/06, §§ 63 και 64, 9 Απριλίου 2009).
166. Η αποπομπή του προσφεύγοντος από τη θέση του δικαστή επηρέασε ένα μεγάλο εύρος σχέσεών του με άλλα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων σχέσεων επαγγελματικής φύσης. Ομοίως, είχε αντίκτυπο στον «εσωτερικό του κύκλο», καθώς η απώλεια της εργασίας του πρέπει να είχε απτές επιπτώσεις στην υλική ευημερία του προσφεύγοντος και της οικογένειάς του. Επιπλέον, ο λόγος για την αποπομπή του προσφεύγοντος, ήτοι η παράβαση του δικαστικού όρκου, υποδεικνύει ότι επηρεάστηκε η επαγγελματική του φήμη.
167. Ως λογικό επακόλουθο, η αποπομπή του προσφεύγοντος αποτέλεσε παρεμβολή στο δικαίωμά του για σεβασμό της προσωπικής του ζωής υπό την έννοια του Άρθρου 8 της Σύμβασης.
(β) Σχετικά με το αν η παρεμβολή ήταν δικαιολογημένη
168. Το Δικαστήριο πρέπει, στη συνέχεια, να εξετάσει εάν η παρεμβολή πληρούσε τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του Άρθρου 8.
(i) Γενικές αρχές σχετικά με τη νομιμότητα της παρεμβολής
169. Η έκφραση «σύμφωνα με τη νομοθεσία» προϋποθέτει, πρώτον, ότι το υπό αμφισβήτηση μέτρο πρέπει να έχει κάποια βάση στην εθνική νομοθεσία. Δεύτερον, αναφέρεται στην ποιότητα της εν λόγω νομοθεσίας, προϋποθέτοντας πως είναι προσβάσιμη από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, το οποίο επιπλέον πρέπει να μπορεί να προβλέψει τις συνέπειές της για τον ίδιο, και να είναι συμβατή με κράτος δικαίου (βλ. μεταξύ άλλων αρχών Kopp κατά Ελβετίας, 25 Μαρτίου 1998, § 55, Εκθέσεις1998-II).
170. Επομένως η φράση υπονοεί, μεταξύ άλλων, ότι η εθνική νομοθεσία πρέπει να είναι επαρκώς προβλέψιμη ως προς τους όρους της, ώστε να δίνει στους ιδιώτες επαρκή ένδειξη σχετικά με τις περιστάσεις και τους όρους υπό τους οποίους οι αρχές δικαιούνται να καταφεύγουν σε μέτρα που πλήττουν τα δικαιώματά τους βάσει της Σύμβασης (βλ. C.G. και άλλοι κατά Βουλγαρίας, αριθ. 1365/07, § 39, 24 Απριλίου 2008). Επιπροσθέτως, η νομοθεσία πρέπει να παρέχει κάποιον βαθμό νομικής προστασίας έναντι αυθαίρετης παρεμβολής από τις αρχές. Η ύπαρξη συγκεκριμένων διαδικαστικών εγγυήσεων είναι ουσιαστική σε αυτό το πλαίσιο. Αυτό που απαιτείται ως εγγύηση θα εξαρτάται, τουλάχιστον σε κάποιον βαθμό, από τη φύση και τον βαθμό της υπό εξέτασης παρεμβολής (βλ. P.G. και J.H. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 44787/98, § 46, ΕΔΑΔ 2001-IΧ).
(ii) Συμφωνία με την εθνική νομοθεσία
171. Το Δικαστήριο έχει κρίνει (βλ. παράγραφο
παραπάνω) ότι η κοινοβουλευτική ψηφοφορία για την απόφαση της αποπομπής του προσφεύγοντος από το αξίωμά του δεν ήταν νόμιμη βάσει της εθνικής νομοθεσίας. Αυτό το συμπέρασμα αφ’ εαυτού του δεν θα ήταν επαρκές για να αποφασίσει το Δικαστήριο ότι η παρεμβολή με το δικαίωμα του προσφεύγοντος στον σεβασμό της προσωπικής του ζωής δεν ήταν σύμφωνο με την έννοια του Άρθρου 8 της Σύμβασης.
172. Ωστόσο, το Δικαστήριο το βρίσκει δέον να εξετάσει περαιτέρω την καταγγελία και να αποφασίσει σχετικά με το εάν πληρούνταν οι προϋποθέσεις «ποιότητας της νομοθεσίας».
(iii) Συμφωνία με τις προϋποθέσεις «ποιότητας της νομοθεσίας»
173. Στους ισχυρισμούς τους υπό αυτό το σκέλος, οι διάδικοι διαφώνησαν σχετικά με το ζήτημα της προβλεψιμότητας του εφαρμοστέου δικαίου. Ως προς αυτό το ζήτημα, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι έως τις 15 Μαΐου 2010, το ουσιαστικό δίκαιο δεν περιελάμβανε καμία περιγραφή του αδικήματος «παράβαση όρκου». Η βάση για την ερμηνεία της εμβέλειας αυτού του αδικήματος προήλθε από το κείμενο του δικαστικού όρκου, ο οποίος προβλέπεται στην ενότητα 10 του Νόμου για την ιδιότητα των Δικαστών του 1992[7] και έχει ως εξής: «Δηλώνω επισήμως ότι θα ασκώ τα καθήκοντα του δικαστή με εντιμότητα και σθένος, θα συμμορφώνομαι μόνο με τον νόμο, όταν αποδίδω δικαιοσύνη, και ότι θα είμαι αντικειμενικός και δίκαιος».
174. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι το κείμενο του δικαστικού όρκου παρείχε μεγάλη ελευθερία στην ερμηνεία του αδικήματος της «παράβασης όρκου». Η νέα νομοθεσία ρυθμίζει πλέον συγκεκριμένα τα εξωτερικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος (βλ. ενότητα 32 του Νόμου περί ΑΣΔ του 1998, όπως τροποποιήθηκε, στην παράγραφο
παραπάνω). Ενώ η νέα νομοθεσία δεν ισχύει για την υπόθεση του προσφεύγοντος, είναι συναφές να σημειωθεί ότι ο ορισμός της «παράβασης όρκου» στην προαναφερόμενη ενότητα παρέχει ακόμη στην πειθαρχική αρχή μεγάλη ελευθερία ως προς αυτό το ζήτημα (βλ. επίσης το σχετικό απόσπασμα από τη γνωμοδότηση της Επιτροπής της Βενετίας, στο οποίο γίνεται παραπομπή στην παράγραφο 79 παραπάνω).
175. Ωστόσο, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι σε συγκεκριμένους τομείς ενδέχεται να είναι δύσκολη η σύνταξη νόμων υψηλής ακρίβειας και ότι μάλιστα ενδέχεται να είναι επιθυμητός ένας βαθμός ευελιξίας, ώστε τα εθνικά δικαστήρια να έχουν τη δυνατότητα να αναπτύξουν τον νόμο βάσει της αξιολόγησής τους περί των μέτρων που είναι απαραίτητα στις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε υπόθεσης (Goodwin κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 27 Μαρτίου 1996, § 33, Εκθέσεις 1996‑II). Το γεγονός ότι οι νόμοι δεν διατυπώνονται πάντοτε με ακρίβεια είναι λογική συνέπεια της αρχής ότι οι νόμοι πρέπει να έχουν γενική εφαρμογή. Η ανάγκη για αποφυγή της υπερβολικής δυσκαμψίας και για εκσυγχρονισμό ανάλογα με τις μεταβαλλόμενες συνθήκες συνεπάγεται ότι πολλοί νόμοι διατυπώνονται αναπόφευκτα με όρους που είναι, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, ασαφείς. Η ερμηνεία και εφαρμογή αυτών των θεσπισμάτων εξαρτάται από την πρακτική (βλ.Gorzelik και άλλοι κατά Πολωνίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 44158/98, § 64, ΕΔΑΔ 2004‑I).
176. Αυτές οι απαιτήσεις, οι οποίες επιβάλλουν όρια στην απαίτηση ακρίβειας των νόμων, είναι ιδιαίτερα συναφείς με τον τομέα του πειθαρχικού δικαίου. Πράγματι, όσον αφορά τη στρατιωτική πειθαρχία, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι δεν θα ήταν σχεδόν καθόλου πιθανό να συνταχθούν κανόνες για την αναλυτική περιγραφή διαφόρων τύπων συμπεριφοράς. Ενδεχομένως να είναι απαραίτητη για τις αρχές η ευρύτερη διατύπωση τέτοιων κανόνων (βλ. Vereinigung demokratischer Soldaten Österreichs και Gubi κατά Αυστρίας, 19 Δεκεμβρίου 1994, § 31, Σειρά A αριθ. 302).
177. Η πείρα από άλλα κράτη δείχνει ότι οι λόγοι για την πειθαρχική ευθύνη των δικαστών διατυπώνονται συνήθως γενικόλογα, ενώ τα παραδείγματα λεπτομερώς θεσπισμένων κανονισμών επί του θέματος δεν αποδεικνύουν απαραίτητα την επάρκεια της νομοθετικής τεχνικής που χρησιμοποιήθηκε και την προβλεψιμότητα αυτής της περιοχής δικαίου (βλ. παράγραφο
παραπάνω).
178. Επομένως, στο πλαίσιο της πειθαρχικής νομοθεσίας, θα έπρεπε να υπάρχει μια εύλογη προσέγγιση στην αξιολόγηση της ακρίβειας των θεσπισμάτων, καθώς είναι θέμα αντικειμενικής αναγκαιότητας ότι το actus reus τέτοιων αδικημάτων πρέπει να διατυπώνεται με γενική γλώσσα. Σε διαφορετική περίπτωση, το θέσπισμα ενδέχεται να μην ρυθμίζει το θέμα ολοκληρωμένα και να απαιτεί συνεχή αναθεώρηση και ενημέρωση σύμφωνα με τις νέες περιπτώσεις που ανακύπτουν στην πράξη. Αποτελεί λογικό συμπέρασμα ότι η περιγραφή ενός αδικήματος σε ένα θέσπισμα βάσει ενός καταλόγου συγκεκριμένων συμπεριφορών με στόχο, όμως, μια γενική και αόριστη εφαρμογή δεν παρέχει εγγύηση για την ορθή αντιμετώπιση του ζητήματος της προβλεψιμότητας του νόμου. Οι άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα των νομικών ρυθμίσεων και την επάρκεια της νομικής προστασίας εναντίον της αυθαιρεσίας πρέπει να εντοπιστούν και να εξεταστούν.
179. Σχετικά με αυτό, το Δικαστήριο σημειώνει ότι έχει κρίνει την ύπαρξη συγκεκριμένης και συνεπούς ερμηνευτικής πρακτικής αναφορικά με την αμφισβητούμενη νομική διάταξη ως παράγοντα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η διάταξη ήταν προβλέψιμη ως προς τα αποτελέσματά της (βλ. Goodwin, παραπομπή παραπάνω, § 33). Ενώ αυτό το συμπέρασμα εξήχθη στο πλαίσιο ενός συστήματος εθιμικού δικαίου, ο ερμηνευτικός ρόλος των κατακυρωτικών οργάνων στη διασφάλιση της προβλεψιμότητας των νομικών διατάξεων δεν μπορεί να υποτιμηθεί σε συστήματα αστικού δικαίου. Ακριβώς αυτά τα όργανα πρέπει να ερμηνεύουν την ακριβή σημασία των γενικών διατάξεων του νόμου με συνεπή τρόπο και να διευκρινίζουν τυχόν ερμηνευτικές αμφιβολίες (βλ. mutatis mutandis, Gorzelik και άλλοι, παραπομπή παραπάνω, § 65).
180. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, δεν υπάρχει ένδειξη ότι κατά τη στιγμή εκδίκασης της υπόθεσης του προσφεύγοντος υπήρχαν κατευθυντήριες γραμμές ή πρακτική που όριζε συνεπή και περιοριστική ερμηνεία της έννοιας της «παράβασης όρκου».
181. Επιπλέον, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν οι απαραίτητες διαδικαστικές εγγυήσεις για την αποτροπή αυθαίρετης εφαρμογής της σχετικής ουσιαστικής νομοθεσίας. Πιο συγκεκριμένα, η εγχώρια νομοθεσία δεν όριζε χρονικά περιθώρια για την έναρξη και την πραγματοποίηση διαδικασιών εναντίον δικαστή για «παράβαση όρκου». Η απουσία παραγραφών, όπως αναλύθηκε παραπάνω βάσει του Άρθρου 6 της Σύμβασης, κατέστησε την ελευθερία των πειθαρχικών αρχών απεριόριστη από άποψη χρόνου και υπέσκαψε την αρχή της νομικής βεβαιότητας.
182. Επιπλέον, η εθνική νομοθεσία δεν όριζε κατάλληλη κλίμακα ποινών για πειθαρχικά παραπτώματα και δεν έθετε κανόνες για τη διασφάλιση της εφαρμογής τους σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης του προσφεύγοντος, προβλέπονταν μόνο τρεις κυρώσεις για πειθαρχικά παραπτώματα: η επίπληξη, η υποβάθμιση και η αποπομπή. Αυτοί οι τρεις τύποι κυρώσεων άφηναν μικρό περιθώριο για την πειθαρχία ενός δικαστή σε αναλογική βάση. Επομένως, οι αρχές διέθεταν περιορισμένες δυνατότητες εξισορρόπησης των αντικρουόμενων δημόσιων και ιδιωτικών συμφερόντων ανάλογα με κάθε μεμονωμένη υπόθεση.
183. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αρχή της αναλογικής εφαρμογής των πειθαρχικών κυρώσεων σε δικαστές αναφέρεται ρητά στην παράγραφο 5.1 της Ευρωπαϊκής Χάρτας για την κατάσταση των Δικαστών (βλ. παράγραφο
παραπάνω), και ότι ορισμένα κράτη έχουν ορίσει πιο λεπτομερή ιεραρχία κυρώσεων για την τήρηση αυτής της αρχής (βλ. παράγραφο 82 παραπάνω).
184. Τέλος, η πιο σημαντική αντιστάθμιση για την αναπόφευκτη ελευθερία ενός πειθαρχικού οργάνου σε αυτόν τον τομέα θα ήταν η διαθεσιμότητα μιας ανεξάρτητης και αμερόληπτης επανεξέτασης. Ωστόσο, η εθνική νομοθεσία δεν έθετε κατάλληλο πλαίσιο για τέτοια αναθεώρηση και, όπως αναλύθηκε προηγουμένως, δεν αποδείχθηκε διαθέσιμη για τον προσφεύγοντα.
185. Ομοίως, η απουσία κατευθυντήριων γραμμών και πρακτικής που όριζε συνεπή και περιοριστική ερμηνεία του αδικήματος της «παράβασης όρκου» και η έλλειψη κατάλληλων νομικών εγγυήσεων είχε ως συνέπεια οι σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας να είναι απρόβλεπτες ως προς τα αποτελέσματά τους. Σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσε κάλλιστα να υποτεθεί ότι οποιαδήποτε λανθασμένη συμπεριφορά δικαστή συνέβαινε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη σταδιοδρομία του/της θα μπορούσε να ερμηνευθεί, αν το ήθελε ένα πειθαρχικό σώμα, ως επαρκής βάση πραγματικών γεγονότων για πειθαρχική κατηγορία «παράβασης όρκου» και να οδηγήσει στην απομάκρυνσή του από τη θέση του.
(iv) Συμπέρασμα
186. Δεδομένων των παραπάνω, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι η παρέμβαση στο δικαίωμα του προσφεύγοντος για σεβασμό της ιδιωτικής του ζωή δεν ήταν νόμιμη: η παρέμβαση δεν ήταν συμβατή με την εθνική νομοθεσία και, επιπλέον, η εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία δεν πληρούσε τις απαιτήσεις της προβλεψιμότητας και της παροχής κατάλληλης προστασίας έναντι αυθαιρεσιών.
187. Επομένως, υπήρξε παράβαση του Άρθρου 8 της Σύμβασης.
III. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
188. Επιπλέον, ο προσφεύγων κατήγγειλε ότι δεν είχε δικαίωμα πραγματικής προσφυγής σχετικά με την παράνομη αποπομπή του. Βασίστηκε στο Άρθρο 13 της Σύμβασης, που προβλέπει τα εξής:
«Παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη παρούση Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των.»
189. Έχοντας εξετάσει τους ισχυρισμούς των διαδίκων υπό αυτό το σκέλος, το Δικαστήριο θεωρεί την καταγγελία παραδεκτή. Ωστόσο, δεδομένων των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 6 της Σύμβασης, η παρούσα καταγγελία δεν οδηγεί σε ξεχωριστό ζήτημα (βλ. Brualla Gómez de la Torre κατά Ισπανίας, 19 Δεκεμβρίου 1997, § 41, Εκθέσεις 1997-VIII).
190. Επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν είναι απαραίτητο να εξετάσει ξεχωριστά την καταγγελία βάσει του Άρθρου 13 της Σύμβασης.
IV. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 41 ΚΑΙ 46 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
191. Το Άρθρο 41 της Σύμβασης προβλέπει:
«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και εάν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλομένου Μέρους επιτρέπει την ατελή μόνον επανόρθωση των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο επιδικάζει στον ζημιωθέντα διάδικο, εφόσον συντρέχει λόγος, δίκαιη ικανοποίηση.»
192. Το Άρθρο 46 της Σύμβασης προβλέπει:
«1. Τα Υψηλά Συμβαλλόμεvα Μέρη αvαλαμβάvoυv τηv υπoχρέωση vα συμμoρφώvovται πρoς τις oριστικές απoφάσεις τoυ Δικαστηρίoυ επί τωv διαφoρώv στις oπoίες είvαι διάδικoι.
2. Η oριστική απόφαση τoυ Δικαστηρίoυ διαβιβάζεται στηv Επιτρoπή τωv Υπoυργώv πoυ επoπτεύει τηv εκτέλεση της εv λόγω απόφασης. ...»
A. Υπόδειξη γενικών και συγκεκριμένων μέτρων
1. Γενικές αρχές
193. Στο πλαίσιο της εκτέλεσης αποφάσεων σύμφωνα με το Άρθρο 46 της Σύμβασης, μια απόφαση με την οποία το Δικαστήριο διαπιστώνει παράβαση της Σύμβασης επιβάλλει στο εναγόμενο κράτος νομική υποχρέωση βάσει αυτής της διάταξης να τερματίσει την παράβαση και να επανορθώσει τις συνέπειές της με τρόπο ώστε να επαναφέρει την κατάσταση που υπήρχε πριν από την παράβαση κατά το δυνατόν. Εάν, από την άλλη πλευρά, η εθνική νομοθεσία δεν επιτρέπει – ή επιτρέπει μόνο μερική – επανόρθωση των συνεπειών της παράβασης, το Άρθρο 41 εξουσιοδοτεί το Δικαστήριο να επιδικάσει ικανοποίηση στον ζημιωθέντα διάδικο, όπως κρίνεται κατάλληλο. Προκύπτει λογικά, μεταξύ άλλων, ότι μια απόφαση με την οποία το Δικαστήριο διαπιστώνει παράβαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της επιβάλλει στο εναγόμενο κράτος νομική υποχρέωση όχι μόνο να καταβάλει στους ενδιαφερόμενους τα ποσά που επιδικάζονται ως δίκαιη ικανοποίηση, αλλά και να επιλέξει, με την επιφύλαξη επίβλεψης από την Επιτροπή των Υπουργών, τα γενικά και/ή, αν απαιτείται, τα συγκεκριμένα μέτρα προς υιοθέτηση από την εθνική έννομη τάξη του ώστε να τερματίσει την παράβαση και να επανορθώσει τις συνέπειές της με τρόπο ώστε να επαναφέρει την κατάσταση που υπήρχε πριν από την παράβαση κατά το δυνατόν (βλ. Maestri κατά Ιταλίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 39748/98, § 47, ΕΔΑΔ 2004‑I, Assanidze κατά Γεωργίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 71503/01, § 198, ΕΔΑΔ 2004‑II, και Ilaşcu ęαι άλλοι κατά Μολδαβίας και Ρωσίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 48787/99, § 487, ΕΔΑΔ 2004-VII).
194. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι οι αποφάσεις του είναι ουσιαστικά αναγνωριστικές στη φύση τους και ότι, εν γένει, είναι αρμοδιότητα του ενδιαφερόμενου κράτους να επιλέξει, με την επιφύλαξη της εποπτείας της Επιτροπής των Υπουργών, τα μέσα προς χρήση στην εθνική έννομη τάξη, ώστε να εκπληρώσει την υποχρέωσή του βάσει του Άρθρου 46 της Σύμβασης, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά τα μέσα είναι συμβατά με τα συμπεράσματα που αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων αρχών Öcalan κατά Τουρκίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 46221/99, § 210, ΕΔΑΔ 2005‑IV, Scozzari και Giunta κατά Ιταλίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 39221/98 και 41963/98, § 249, ΕΔΑΔ 2000‑VIII, και Brumărescu ęáôÜ Ńďőěáíßáň (μόνο ικανοποίηση) [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 28342/95, § 20, ΕΔΑΔ 2001‑I). Αυτή η ελευθερία όσον αφορά τον τρόπο εκτέλεσης μιας απόφασης αντικατοπτρίζει την ελευθερία επιλογής που συνοδεύει την πρωταρχική υποχρέωση των συμβαλλόμενων κρατών να διασφαλίσουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που πρέπει να διασφαλίζονται βάσει της Σύμβασης (Άρθρο1) (βλ. Παπαμιχαλόπουλος και άλλοι κατά Ελλάδας (Άρθρα 50), 31 Οκτωβρίου 1995, § 34, Σειρά A αριθ. 330‑B).
195. Ωστόσο, κατ’ εξαίρεση, με σκοπό να βοηθήσει το κράτος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του βάσει του Άρθρου 46, το Δικαστήριο θα προσπαθήσει να υποδείξει τον τύπο των μέτρων που θα μπορούσαν να ληφθούν ώστε να τεθεί τέρμα στην παράβαση που διαπιστώθηκε. Υπό αυτές τις συνθήκες, μπορεί να προτείνει διάφορες επιλογές και να αφήσει την επιλογή του μέτρου και της εφαρμογής του στη διακριτική ευχέρεια του ενδιαφερόμενου κράτους (βλ. π.χ. Broniowski κατά Πολωνίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 31443/96, § 194, ΕΔΑΔ 2004-IV). Σε ορισμένες υποθέσεις, η φύση της παράβασης που διαπιστώθηκε ενδέχεται να είναι τέτοια που δεν αφήνει πραγματική επιλογή ως προς τα μέτρα που απαιτούνται για την επανόρθωσή της και το Δικαστήριο ενδέχεται να αποφασίσει να υποδείξει κάποιο συγκεκριμένο μέτρο (βλ., π.χ. Assanidze, παραπομπή παραπάνω, §§ 202 και 203, Aleksanyan κατά Ρωσίας, αριθ. 46468/06, § 240, 22 Δεκεμβρίου 2008, και Fatullayev κατά Αζερμπαϊτζάν, αριθ. 40984/07, §§ 176 και 177, 22 Απριλίου 2010).
2. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση
(α) Γενικά μέτρα
(i) Οι ισχυρισμοί των αντιδίκων
196. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι η υπόθεσή του ήταν απόδειξη θεμελιωδών συστημικών προβλημάτων στο νομικό σύστημα της Ουκρανίας που προέρχονται από το γεγονός ότι το κράτος δεν σέβεται την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Αυτά τα συστημικά προβλήματα απαιτούσαν την εφαρμογή του Άρθρου 46 της Σύμβασης. Ισχυρίστηκε ότι τα προβλήματα που προέκυψαν στην παρούσα υπόθεση αναδείκνυαν την αναγκαιότητα τροποποίησης του σχετικού τομέα της εθνικής νομοθεσίας. Πιο συγκεκριμένα, έπρεπε να εισαχθούν τροποποιήσεις στο Σύνταγμα και τον Νόμο περί ΑΣΔ του 1998 σχετικά με τις αρχές σύνθεσης του ΑΣΔ και τις διαδικασίες για τον διορισμό και την αποπομπή δικαστών, καθώς και στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας σχετικά με τη δικαιοδοσία και τις εξουσίες του ΑΔΔ.
197. Η Κυβέρνηση διαφώνησε και ισχυρίστηκε ότι η εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία είχε αλλάξει σημαντικά από τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης του προσφεύγοντος από τις εθνικές αρχές. Συγκεκριμένα, οι τροποποιήσεις της 7ης Ιουλίου 2010 στον Νόμο περί ΑΣΔ του 1998 προέβλεπαν ότι ο αριθμός των δικαστών που συμμετέχουν στο ΑΣΔ θα αυξανόταν και τελικά αυτοί θα αποτελούσαν την πλειοψηφία στο εν λόγω όργανο (βλ. παράγραφο
παραπάνω). Τον Ιούνιο 2012 ο Νόμος περί ΑΣΔ του 1998 τροποποιήθηκε περαιτέρω, προβλέποντας ότι οι προκαταρκτικές έρευνες που ξεκινούσαν από την εισαγγελία δεν θα διεξάγονταν από μέλος του ΑΣΔ που υπήρξε ή εξακολουθούσε να είναι εισαγγελέας.
198. Επιπλέον, η κυβέρνηση υπογράμμισε ότι ο ρόλος του Κοινοβουλίου στη διαδικασία αποπομπής ενός δικαστή μειώθηκε, καθώς δεν υπήρχε πλέον ανάγκη για επανεξέταση της υπόθεσης από κοινοβουλευτική επιτροπή ή για οποιαδήποτε άλλη μορφή κοινοβουλευτικής έρευνας.
(ii) Η κρίση του Δικαστηρίου
199. Το δικαστήριο σημειώνει ότι η παρούσα υπόθεση περιλαμβάνει σημαντικά συστημικά προβλήματα όσον αφορά τη λειτουργία της Ουκρανικής δικαστικής εξουσίας. Συγκεκριμένα, οι παραβάσεις που εντοπίστηκαν στην υπόθεση καταδεικνύουν ότι το σύστημα της δικαστικής πειθαρχίας στην Ουκρανία δεν ήταν καταλλήλως οργανωμένο, καθώς δεν διασφάλιζε την επαρκή διάκριση της δικαστικής από τις άλλες κρατικές εξουσίες. Επιπλέον, δεν παρέχει τις κατάλληλες εγγυήσεις κατά της κατάχρησης και της λανθασμένης χρήσης πειθαρχικών μέτρων εις βάρος της δικαστικής ανεξαρτησίας, με την τελευταία να είναι μια από τις σημαντικότερες αξίες που χαρακτηρίζουν την αποτελεσματική λειτουργία των δημοκρατικών πολιτευμάτων.
200. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η φύση των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν υποδεικνύει ότι για την ορθή εκτέλεση της παρούσας απόφασης, το εναγόμενο κράτος απαιτείται να λάβει πλήθος γενικών μέτρων με σκοπό τη μεταρρύθμιση του συστήματος της δικαστικής πειθαρχίας. Αυτά τα μέτρα θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν τη δικαστική μεταρρύθμιση μέσω της αναδιάρθρωσης της θεσμικής βάσης του συστήματος. Επιπλέον, αυτά τα μέτρα πρέπει να περιλαμβάνουν την ανάπτυξη κατάλληλων μορφών και αρχών συνεπούς εφαρμογής του εθνικού δικαίου σε αυτό το πεδίο.
201. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Κυβέρνησης ότι είχε ήδη θέσει σε ισχύ ορισμένες εγγυήσεις για αυτό το πεδίο, το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι νομοθετικές τροποποιήσεις της 7ης Ιουλίου 2010 δεν είχαν άμεση εφαρμογή και η αλλαγή της σύνθεσης του ΑΣΔ θα πρέπει να πραγματοποιηθεί βαθμιαία στο μέλλον. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο έχει σημειώσει ότι οι εν λόγω τροποποιήσεις δεν επιλύουν στην ουσία το συγκεκριμένο ζήτημα της σύνθεσης του ΑΣΔ (βλ. παράγραφο
παραπάνω). Όσον αφορά τις άλλες νομοθετικές τροποποιήσεις που προβλήθηκαν από την Κυβέρνηση, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι αντιμετωπίζουν ουσιαστικά όλο το εύρος των προβλημάτων που έχει εντοπίσει στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Υπάρχουν πολλά ζητήματα, όπως αναλύονται στο τμήμα του σκεπτικού της παρούσας απόφασης, τα οποία υποδεικνύουν ελαττώματα στην εθνική νομοθεσία και πρακτική σε αυτό το πεδίο. Συνολικά, τα νομοθετικά βήματα που αναφέρονται από την Κυβέρνηση δεν επιλύουν τα προβλήματα των συστημικών δυσλειτουργιών του νομικού συστήματος που κοινοποιούνται από την παρούσα υπόθεση.
202. Επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί σημαντικό να τονίσει ότι η Ουκρανία πρέπει επειγόντως να πραγματοποιήσει τις γενικές μεταρρυθμίσεις που περιγράφονται παραπάνω στο νομικό της σύστημα. Κατά τη διαδικασία αυτή, οι ουκρανικές αρχές θα πρέπει να δώσουν την ανάλογη βάση στην παρούσα απόφαση, τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου και τις σχετικές συστάσεις, τα ψηφίσματα και τις αποφάσεις της Επιτροπής των Υπουργών.
(β) Συγκεκριμένα μέτρα
(i) Οι ισχυρισμοί των αντιδίκων
203. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι η πιο κατάλληλη μορφή προσωπικής επανόρθωσης θα ήταν η επαναφορά του στο αξίωμα ή το επάγγελμά του. Εναλλακτικά, ζήτησε από το Δικαστήριο να υποχρεώσει το εναγόμενο κράτος να εκκινήσει εκ νέου τις εθνικές διαδικασίες.
204. Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι δεν συνέτρεχε ανάγκη για συγκεκριμένες αποφάσεις σχετικά με την προσωπική επανόρθωση του προσφεύγοντος, καθώς αυτά τα ζητήματα θα διαχειριζόταν καταλλήλως η Κυβέρνηση σε συνεργασία με την Επιτροπή των Υπουργών.
(ii) Η κρίση του Δικαστηρίου
205. Το Δικαστήριο έχει αποφασίσει ότι ο προσφεύγων αποπέμφθηκε κατά παράβαση των θεμελιωδών αρχών της δικαιοσύνης της δίκης που περιλαμβάνονται στο Άρθρο 6 της Σύμβασης, όπως των αρχών του ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, της νομικής βεβαιότητας και του δικαιώματος ακρόασης από νομίμως λειτουργούν δικαστήριο. Η αποπομπή του προσφεύγοντος βρέθηκε επίσης να είναι ασύμβατη με τις απαιτήσεις της νομιμότητας βάσει του Άρθρου 8 της Σύμβασης. Η αποπομπή του προσφεύγοντος, δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου, με προφανή αδιαφορία για τις παραπάνω αρχές της Σύμβασης, μπορεί να θεωρηθεί ως απειλή για την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών συνολικά.
206. Επομένως, προκύπτει το ζήτημα προσδιορισμού των συγκεκριμένων μέτρων που θα ήταν τα πλέον κατάλληλα για να τερματιστούν οι παραβάσεις που διαπιστώθηκαν στην παρούσα υπόθεση. Σε πολλές υποθέσεις στις οποίες οι εθνικές διαδικασίες βρέθηκαν να παραβαίνουν τη Σύμβαση, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η πλέον κατάλληλη μορφή επανόρθωσης θα ήταν η εκ νέου εκκίνηση των εθνικών διαδικασιών (βλ. π.χ. Huseyn και άλλοι κατά Αζερμπαϊτζάν, αριθ. 35485/05, 45553/05, 35680/05 και 36085/05, § 262, 26 Ιουλίου 2011, με περαιτέρω παραπομπές). Κατά τη διαδικασία αυτή το Δικαστήριο έχει ορίσει αυτό το μέτρο στο λειτουργικό μέρος της απόφασης (βλ. π.χ. Lungoci κατά Ρουμανίας, αριθ. 62710/00, 26 Ιανουαρίου 2006, και Ajdarić κατά Κροατίας, αριθ. 20883/09, 13 Δεκεμβρίου 2011).
207. Λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω συμπερασμάτων σχετικά με την αναγκαιότητα λήψης γενικών μέτρων για τη μεταρρύθμιση του συστήματος της δικαστικής πειθαρχίας, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι η εκ νέου εκκίνηση των εθνικών διαδικασιών θα αποτελούσε κατάλληλη μορφή επανόρθωσης για τις παραβάσεις των δικαιωμάτων του προσφεύγοντος. Δεν υπάρχουν λόγοι να υποτεθεί ότι η υπόθεση του προσφεύγοντος θα εκδικαζόταν εκ νέου σύμφωνα με τις αρχές της Σύμβασης στο εγγύς μέλλον. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι έχει νόημα να υποδείξει ένα τέτοιο μέτρο.
208. Δεδομένου αυτού, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχτεί ότι ο προσφεύγων θα έπρεπε να αφεθεί σε κατάσταση αβεβαιότητας όσον αφορά τον τρόπο επανόρθωσης των δικαιωμάτων του. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι από την ίδια της τη φύση, η κατάσταση που διαπιστώθηκε ότι επικρατεί στην προκειμένη περίπτωση δεν αφήνει πραγματική επιλογή ως προς τα συγκεκριμένα μέτρα που απαιτούνται για την επανόρθωση των παραβάσεων των δικαιωμάτων του προσφεύγοντος βάσει της Σύμβασης. Λαμβανομένων υπόψη των πολύ εξαιρετικών συνθηκών της υπόθεσης και της επείγουσας ανάγκης για τερματισμό της παράβασης των Άρθρων 6 και 8 της Σύμβασης, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το εναγόμενο κράτος πρέπει να φροντίσει ώστε ο προσφεύγων να επανέλθει στο αξίωμα του δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατόν.
B. Ζημία
1. Υλική ζημία
209. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι ως αποτέλεσμα των άδικων διαδικασιών που εφαρμόστηκαν εναντίον του και οι οποίες οδήγησαν στην αποπομπή του από τη θέση του δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου, στερήθηκε το δικαίωμά του στον μισθό δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου, στο επίδομα μισθοδοσίας και την δικαστική σύνταξη. Ο προσφεύγων προσκόμισε αναλυτικό υπολογισμό της αξίωσής του για υλική ζημία, η οποία ανέρχεται στις 11.720.639,86 Ουκρανικές γρίβνες (UAH) ή 1.107.255,87 ευρώ (EUR).
210. Η Κυβέρνηση αμφισβήτησε την αξίωσή του και ισχυρίστηκε ότι ήταν υποθετική, εξωφρενικά υψηλή και ανυπόστατη.
211. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το ζήτημα της αποζημίωσης για την υλική ζημία δεν είναι έτοιμο να αποφασιστεί. Αυτή το ζήτημα πρέπει να αφεθεί για αργότερα και πρέπει να οριστεί η μετέπειτα διαδικασία, λαμβανομένης υπόψη τυχόν συμφωνίας που ενδέχεται να επιτευχθεί μεταξύ της Κυβέρνησης και του προσφεύγοντος (Κανονισμός 75, §§ 1 και 4 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου).
2. Ηθική βλάβη
212. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι ως αποτέλεσμα της άδικης αποπομπής του, υπέστη σημαντική ανησυχία και αναστάτωση, που δεν θα μπορούσαν να επανορθωθούν επαρκώς από τη διαπίστωση των παραβάσεων. Επεδίωξε να λάβει ένα ποσό δίκαιης ικανοποίησης για ηθική βλάβη, του ύψους των 20.000 EUR.
213. Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η αξίωση όσον αφορά την ηθική βλάβη ήταν ανυπόστατη.
214. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο προσφεύγων πρέπει πράγματι να υπέστη ανησυχία και αναστάτωση εξαιτίας των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν. Αποφασίζοντας με δίκαιο τρόπο, όπως απαιτείται από το Άρθρο 41 της Σύμβασης, επιδικάζει στον προσφεύγοντα 6.000 EUR όσον αφορά την ηθική βλάβη.
Γ. Δαπάνες και έξοδα
215. Ο προσφεύγων αξίωσε επίσης 14.945,81 στερλίνες (GBP) για δαπάνες και έξοδα που κατέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου μεταξύ 23ης Μαρτίου και 20 Απριλίου 2012. Η αξίωση αποτελείται από νομικές αμοιβές για τους εκπροσώπους του προσφεύγοντος στο Λονδίνο (κ. Philip Leach και κ. Jane Gordon), οι οποίοι είχαν δαπανήσει 82 ώρες και 40 λεπτά εργαζόμενοι επί της υπόθεσης κατά την εν λόγω περίοδο, την αμοιβή του υπαλλήλου υποστήριξης του EHRAC, διοικητικά έξοδα και έξοδα μετάφρασης.
216. Στα πρόσθετα αιτήματά του επί του θέματος, ο προσφεύγων αξίωσε 11.154,95 GBP για δαπάνες και έξοδα που κατέβαλε σχετικά με την ακρόαση της 12ης Ιουνίου 2012. Η αξίωση συμπεριλαμβάνει νομικές αμοιβές για τους εκπροσώπους του προσφεύγοντος, οι οποίοι είχαν δαπανήσει 69 ώρες και 30 λεπτά εργαζόμενοι επί της υπόθεσης, την αμοιβή του υπαλλήλου υποστήριξης του EHRAC, διοικητικά έξοδα και έξοδα μετάφρασης.
217. Ο προσφεύγων ζήτησε οποιοδήποτε ποσό υπό αυτό το σκέλος να καταβληθεί στον τραπεζικό λογαριασμό του EHRAC.
218. Η Κυβέρνηση προέβαλλε το επιχείρημα ότι ο προσφεύγων δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι οι δαπάνες και τα έξοδα ήταν υποχρεωτικά. Επιπλέον, δεν ήταν καταλλήλως εύλογα.
219. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένας προσφεύγων δικαιούνται αποζημίωση για δαπάνες και έξοδα μόνο εφόσον έχει αποδειχθεί ότι αυτά καταβλήθηκαν όντως και αναγκαστικά και είναι εύλογα ως προς το ποσόν. Στην παρούσα υπόθεση, έχοντας λάβει υπόψη τα έγγραφα στην κατοχή του και τα παραπάνω κριτήρια, το Δικαστήριο θεωρεί εύλογο να επιδικάσει το ποσό των 12.000 EUR για την κάλυψη των ποσών όλων των κατηγοριών. Το ποσό θα καταβληθεί απευθείας στον τραπεζικό λογαριασμό των εκπροσώπων του προσφεύγοντος.
Δ. Τόκοι υπερημερίας
220. Το Δικαστήριο θεωρεί δέον οι τόκοι υπερημερίας να βασιστούν στο προκαθορισμένο επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στο οποίο πρέπει να προστεθούν τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΑ
1. Κηρύσσει το υπόλοιπο της αίτησης παραδεκτό,
2. Κρίνει ότι υπήρξε παράβαση του Άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης όσον αφορά τις αρχές του ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου,
3. Κρίνει ότι υπήρξε παράβαση του Άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης όσον αφορά την αρχή της νομικής βεβαιότητας και της απουσίας παραγραφής για τις διαδικασίες εναντίον του προσφεύγοντος,
4. Κρίνει ότι υπήρξε παράβαση του Άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης όσον αφορά την αρχή της νομικής βεβαιότητας και της αποπομπής του προσφεύγοντος στη συνεδρίαση της ολομέλειας του Κοινοβουλίου,
5. Κρίνει ότι υπήρξε παράβαση του Άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης όσον αφορά την αρχή του «νομίμως λειτουργούντος δικαστηρίου»,
6. Κρίνει ότι δεν υπήρχε ανάγκη εξέτασης των υπολοίπων καταγγελιών βάσει του Άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης,
7. Κρίνει ότι υπήρξε παράβαση του Άρθρου 8 της Σύμβασης,
8. Κρίνει ότι δεν υπήρχε ανάγκη εξέτασης της καταγγελίας βάσει του Άρθρου 13 της Σύμβασης,
9. Κρίνει ότι η Ουκρανία πρέπει να φροντίσει ώστε ο προσφεύγων να επανέλθει στο αξίωμα του δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατόν,
10. Κρίνει ότι όσον αφορά την υλική ζημία που προκύπτει από τις παραβάσεις που διαπιστώθηκαν, το ζήτημα της δίκαιης ικανοποίησης δεν είναι έτοιμο να αποφασιστεί και αναλόγως,
(α) επιφυλάσσεται επί του ζητήματος,
(β) προσκαλεί την Κυβέρνηση και τον προσφεύγοντα να καταθέσουν εντός τριών μηνών από την ημερομηνία ειδοποίησής τους σχετικά με την παρούσα απόφαση, τις γραπτές τους παρατηρήσεις επί αυτού του ζητήματος και, συγκεκριμένα, να ειδοποιήσουν το δικαστήριο για τυχόν συμφωνία στην οποία ενδέχεται να καταλήξουν,
(γ) επιφυλάσσεται επί της περαιτέρω διαδικασίας και παραχωρεί στον Πρόεδρο του Τμήματος την εξουσία να την ορίσει, εάν χρειάζεται,
11. Κρίνει
(α) ότι το εναγόμενο κράτος οφείλει να καταβάλει στον προσφεύγοντα εντός τριών μηνών από την ημερομηνία οριστικοποίησης της απόφασης συμφώνως προς το Άρθρο 44, § 2 της Σύμβασης τα ακόλουθα ποσά:
(i) 6.000 EUR (έξι χιλιάδες ευρώ), επιπλέον τυχόν πληρωτέου φόρου προς μετατροπή σε ουκρανικές γρίβνες στην συναλλαγματική τιμή που ισχύει την ημέρα της διεκπεραίωσης, όσον αφορά την ηθική βλάβη,
(ii) 12.000 EUR (δώδεκα χιλιάδες ευρώ), επιπλέον τυχόν πληρωτέου φόρου στον προσφεύγοντα, λόγω δαπανών και εξόδων, προς καταβολή στον τραπεζικό λογαριασμό των εκπροσώπων του προσφεύγοντος,
(β) ότι από τη λήξη των παραπάνω τριών μηνών μέχρι την διεκπεραίωση, θα είναι πληρωτέος απλός τόκος επί των παραπάνω ποσών σε ποσοστό ίσο με το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά την προκαθορισμένη περίοδο συν τρεις ποσοστιαίες μονάδες,
12. Απορρίπτει την υπόλοιπη αξίωση του προσφεύγοντος για δίκαιη ικανοποίηση όσον αφορά την ηθική βλάβη και τις δαπάνες και τα έξοδα.
Συντάχθηκε στην αγγλική γλώσσα και εκδόθηκε σε δημόσια ακρόαση στις 9 Ιανουαρίου 2013 στο Κτίριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο, σύμφωνα με τον Κανονισμό 77, §§ 2 και 3 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου.
Claudia WesterdiekDean Spielmann
ΓραμματέαςΠρόεδρος
Σύμφωνα με το Άρθρο 45, § 2 της Σύμβασης και τον Κανονισμό 74, § 2 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, η ξεχωριστή γνωμοδότηση του Δικαστή Yudkivska προσαρτάται στην παρούσα απόφαση.
D.S.
C.W.
Οι ξεχωριστές γνώμες δεν μεταφράστηκαν, αλλά εμφανίζονται στην αγγλική και/ή στη γαλλική γλώσσα στο(στα) κείμενο(α) της επίσημης γλώσσας της απόφασης, το(τα) οποίο(α) είναι προσπελάσιμο(α) στη βάση δεδομένων νομολογίας του Δικαστηρίου HUDOC.
© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013.
Οι επίσημες γλώσσες του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι η αγγλική και η γαλλική. Η παρούσα μετάφραση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο το οποίο δεν φέρει καμία ευθύνη για την ποιότητά της. Η μετάφραση είναι διαθέσιμη στη βάση νομολογίας HUDOC του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων () και σε κάθε άλλη βάση δεδομένων όπου έχει κοινοποιηθεί από το Δικαστήριο. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή της για μη εμπορικούς σκοπούς, με τον όρο να παρατίθεται ο πλήρης τίτλος της υπόθεσης και η παρακάτω ένδειξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Όποιος τυχόν επιθυμεί να χρησιμοποιήσει ολόκληρη ή μέρος της παρούσας μετάφρασης για εμπορικούς σκοπούς, καλείται να επικοινωνήσει με τη διεύθυνση: publishing@.
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013.
The official languages of the European Court of Human Rights are English and French. This translation does not bind the Court, nor does the Court take any responsibility for the quality thereof. It may be downloaded from the HUDOC case-law database of the European Court of Human Rights () or from any other database with which the Court has shared it. It may be reproduced for non-commercial purposes on condition that the full title of the case is cited, together with the above copyright indication. If it is intended to use any part of this translation for commercial purposes, please contact publishing@.
© Conseil de l’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013.
Les langues officielles de la Cour européenne des droits de l’homme sont le français et l’anglais. La présente traduction ne lie pas la Cour, et celle-ci décline toute responsabilité quant à sa qualité. Elle peut être téléchargée à partir de HUDOC, la base de jurisprudence de la Cour européenne des droits de l’homme (), ou de toute autre base de données à laquelle HUDOC l’a communiquée. Elle peut être reproduite à des fins non commerciales, sous réserve que le titre de l’affaire soit cité en entier et s’accompagne de l’indication de copyright ci-dessus. Toute personne souhaitant se servir de tout ou partie de la présente traduction à des fins commerciales est invitée à le signaler à l’adresse suivante : publishing@
[1] Διορθώθηκε στις 9 Απριλίου 2013: προστέθηκε το παρακάτω κείμενο: «(Комітет Верховної Ради України з питань правосуддя)».
[2] Διορθώθηκε στις 9 Απριλίου 2013: το κείμενο ήταν προηγουμένως «20 Μαΐου 2010».
[3] Διορθώθηκε στις 9 Απριλίου 2013: το κείμενο ήταν προηγουμένως «την ίδια ημέρα».
[4] Διορθώθηκε στις 9 Απριλίου 2013: προστέθηκε το παρακάτω κείμενο: «Σύμφωνα με τον φάκελο, όπως ήταν την ημέρα των συσκέψεων του δικαστηρίου,».
[5]5. Seibert-Fohr, Anja (ed.), Judicial Independence in Transition, 2012, XIII, 1378 p.
[6] Διορθώθηκε στις 9 Απριλίου 2013: το κείμενο ήταν προηγουμένως «η άρνησή του».
[7] Διορθώθηκε στις 9 Απριλίου 2013: το κείμενο ήταν προηγουμένως «του Νόμου περί δικαστικού συστήματος του 2002».
Full & Egal Universal Law Academy