Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ ΠΑΛΑΙΟΓΙΑΝΝΗΣ
ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
(Προσφυγή υπ’ αρίθμ.: 66438/09)
ΑΠΟΦΑΣΗ (ΤΥΠΟΙΣ και ΟΥΣΙΑ)
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
2 Απριλίου 2015
Αυτή η απόφαση είναι οριστική́. Μπορεί́ να υποστεί́ τυπικές διορθώσεις.
Συμβούλιο της Ευρώπης
---------------
Στην υπόθεση Παλαιογιάννης κατά της Ελλάδος,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Πρώτο Τμήμα), συνεδριάζοντας σε Επιτροπή αποτελούμενη από τους:
MirjanaLazarovaTrajkovska, Πρόεδρο
Λίνο-Αλέξανδρο Σισιλιάνο,
Την KsenijaTurković, Δικαστές,
καθώς και από τον André Wampach, Αναπληρωτή Γραμματέα του Τμήματος,
Αφού διασκέφθηκε σε Δικαστικό Συμβούλιο,την 10η Μαρτίου 2015,
Εκδίδει την παρακάτω απόφαση, η οποία ελήφθη κατά την ίδια ημερομηνία :
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1.Η υπόθεση προέκυψε μετά από μία,στρεφόμενη κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, προσφυγή(υπ’ αρίθμ.: 66438/09)ενός υπηκόου αυτού του Κράτους, του κυρίου Θωμά Παλαιογιάννη(«Ο προσφεύγων»), ο οποίος προσέφυγε ενώπιον του Δικαστηρίου την 16η Νοεμβρίου 2009, δυνάμει του άρθρου 34 της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («Η Σύμβαση»).
2.Ο προσφεύγων εκπροσωπήθηκε από τον κύριο Ε. Παπαδάκη, δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.Η Ελληνική Κυβέρνηση («Η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τον αντιπρόσωπό της, τον κύριο Φ. Γεωργακόπουλο, Πρόεδρο, εκείνη την εποχή, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
3.Η προσφυγή κοινοποιήθηκε στην Κυβέρνησητην 11η Ιανουαρίου 2011.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Οι συνθήκες της κρινόμενης υπόθεσης
4.Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1959 και κατοικεί στην Αθήνα.
5. Την 4η Δεκεμβρίου 2000, ένας ιδιώτης κατέθεσε μήνυση κατά του προσφεύγοντος. Την 6η Δεκεμβρίου 2000, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών διέταξε την διεξαγωγήπροκαταρκτικής εξέτασηςκατά του προσφεύγοντος για υπεξαίρεση κεφαλαίων, για χρήση πλαστών εγγράφων και για απάτη.
6. Την 29η Οκτωβρίου 2004 το Κακουργιοδικείο Αθηνών καταδίκασε τον προσφεύγοντα σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών (Απόφαση 2740/2004). Την ίδια ημέρα, ο προσφεύγων άσκησε έφεση.
7. Την 5η Μαΐου 2008, το Εφετείο Αθηνών επανεξέτασε την υπόθεση και μείωσε την επιβληθείσα στον προσφεύγοντα ποινή,στα τρία έτη φυλάκισης, μετατρέψιμη στη χρηματική ποινή των 4,40 ευρώ την ημέρα (Απόφαση 1226/2008). Την 7η Ιουλίου 2008, ο προσφεύγων προσέφυγε στον Άρειο Πάγο.
8. Την 16η Ιουνίου 2009, ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναίρεσης του ως αστήρικτη (Απόφαση 1470/2009). Η ημερομηνία καθαρογραφής της εν λόγω απόφασης δεν προκύπτει από την δικογραφία.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Ι. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
9.Ο προσφεύγων ισχυρίζεται, ότι η διάρκεια της διαδικασίας παρέβλεψε την αρχή της «λογικής προθεσμίας», όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή (...) εντός λογικής προθεσμίας, υπό (...) δικαστηρίου, (...) το οποίον θα αποφασίση (...) επί του βασίμουπάσηςεναντίον του κατηγορίαςποινικήςφύσεως.»
10.Η Κυβέρνηση δεν υπέβαλλε παρατηρήσεις.
Α. Επί του παραδεκτού
11.Το Δικαστήριο διαπιστώνει, ότι αυτή η αιτίαση δεν είναι προδήλως αβάσιμη, υπό την έννοια του άρθρου 35 § 3 α) της Σύμβασης. Το Δικαστήριο σημειώνει επιπλέον, ότι αυτή η αιτίαση δεν προσκρούει σε κανέναν άλλο λόγο απαραδέκτου. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί παραδεκτή.
Β. Επί της ουσίας
1. H περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη
12.Η περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη ξεκίνησε την 6η Δεκεμβρίου 2000, ημερομηνία κατά την οποία ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών άσκησε ποινική δίωξη κατά του προσφεύγοντος. Το Δικαστήριο σημειώνει, ότι η ημερομηνία της καθαρογραφής της Απόφασης του Αρείου Πάγου 1470/2009 δεν προκύπτει από την δικογραφία (βλέπε § 8 παραπάνω). Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θα αποδεχθεί, εν προκειμένω, ως dies ad quem για τον υπολογισμό της διάρκειας της εν λόγω διαδικασίας, την ημερομηνία της δημοσίευσης της Απόφασης του Αρείου Πάγου, όπως αυτή προκύπτει από την δικογραφία, δηλαδή την 16η Ιουνίου 2009. Η συγκεκριμένη διαδικασία διήρκεσε επομένως οκτώ έτη και έξι μήνες περίπου για τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας.
2. Λογική διάρκεια της διαδικασίας
13.Το Δικαστήριο υπενθυμίζει, ότι ο λογικός χαρακτήρας της διάρκειας μίας διαδικασίας εκτιμάται βάσει των συνθηκών της υπόθεσης και αφού ληφθούν υπόψη τα καθιερωμένα κριτήρια από την νομολογία του και συγκεκριμένα η περιπλοκότητα της υπόθεσης και η συμπεριφορά του προσφεύγοντος και των αρμοδίων αρχών (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων Μιχελιουδάκης κατά της Ελλάδος, υπ’ αριθμόν 54447/10, § 42, 3 Απριλίου 2012).
14.Το Δικαστήριο εκδίκασε κατ’ επανάληψη υποθέσεις, που εγείρουν παρόμοια θέματα με αυτό της κρινόμενης υπόθεσης και διεπίστωσε την παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης (βλέπε την προαναφερόμενη απόφαση Μιχελιουδάκης).
15.Το Δικαστήριο σημειώνει, ότι η παρούσα υπόθεση δεν παρουσίαζεκάποια ιδιαίτερη πολυπλοκότητα. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν επισημαίνει κάποιο στοιχείο ικανό να επιρρίψει ευθύνες στον προσφεύγοντα για την καθυστέρηση της διαδικασίας.Βάσει της σχετικής νομολογίας του, το Δικαστήριο εκτιμά, ότι εν προκειμένω, η διάρκεια της διαδικασίας εκδίκασης ήταν υπερβολική και δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση της «λογικής προθεσμίας».
16.Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1.
ΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΥΔΙΚΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
17.Επικαλούμενος το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, ο προσφεύγων παραπονείται για την ερμηνεία του εθνικού δικαίου από τις ποινικές δικαιοδοτικές Αρχές και για το πως διαχειρίστηκαν οι εν λόγω Αρχές τα αποδεικτικά στοιχεία.
18.Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που διαθέτει το Δικαστήριο και στο μέτρο της δυνατότητάς του να γνωρίζει τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν, δεν επεσήμανε καμία ένδειξη παραβίασης του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης, αναφορικά με την ευθυδικία της κρινόμενης διαδικασίας.
19.Συνεπάγεται, ότι αυτή η αιτίαση είναι προδήλως αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 §§ 3 α) και 4 της Σύμβασης.
ΙΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
20.Σύμφωνα με τα όσα ορίζει το άρθρο 41 της Σύμβασης,
«Εάν το Δικαστήριοκρίνειότιυπήρξεπαραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της, και αν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού ΣυμβαλλόμενουΜέρους δεν επιτρέπει παρά μόνοατελή εξάλειψη των συνεπειών της παραβίασηςαυτής, το Δικαστήριοχορηγεί, εφόσονείναιαναγκαίο, στον παθόνταδίκαιηικανοποίηση.»
21.Ο προσφεύγων δεν υπέβαλλε κάποιο αίτημα για δίκαιη ικανοποίηση εντός της χορηγούμενης, προς αυτό τον σκοπό, προθεσμίας. Επομένως, το Δικαστήριο εκτιμά, ότι δεν υπάρχει λόγος να του επιδικασθεί κανένα ποσό γι’αυτό.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΉΡΙΟ ΟΜΟΦΩΝΩΣ,Κηρύσσειτην προσφυγή παραδεκτή ως προς την, ελκόμενη από το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, αιτίαση, όσον αφοράτην υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας και απαράδεκτη ως προς τα λοιπά.Αποφαίνεται, ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.
Συντάχθηκε στην γαλλική γλώσσα και εν συνεχεία κοινοποιήθηκε εγγράφως την 2η Απριλίου 2015, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 77 §§ 2 και 3 του κανονισμού.
André Wampach
Αναπληρωτής Γραμματέας
Υπογραφή
MirjanaLazarovaTrajkovska
Πρόεδρος
Υπογραφή
Full & Egal Universal Law Academy