ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ Π.
ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
(Προσφυγή υπ’ αριθμόν 28617/10)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
13 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2014
Η απόφαση αυτή είναι οριστική
Ενδέχεται να τύχει βελτιώσεων ως προς την μορφή
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Στην υπόθεση Π. κατά της Ελλάδος
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Πρώτο Τμήμα), συνεδριάζον σε τμήμα συντιθέμενο από τους δικαστές :
Mirjana Lazarova Trajkovska
Πρόεδρο,
Λίνο - Αλέξανδρο Σισιλιανο
Ksenija Turkovic
Δικαστές και
Soren Prebensen
Αναπληρωτής Γραμματέας Τμήματος
Αφού διασκέφτηκε σε συμβούλιο την 21η Οκτωβρίου 2014
Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, η οποία υιοθετήθηκε κατά την ημερομηνία αυτήν.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1.-Η υπόθεση εισήχθη δυνάμει της υπ’ αριθμόν 28617/10 προσφυγής, την οποία κατέθεσε κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας ο Μ.Ι.Π., («ο προσφεύγων»), έλληνας υπήκοος, ο οποίος προσέφυγε ενώπιον του Δικαστηρίου την 29η Απριλίου 2010, δυνάμει του άρθρου 34 της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση»).
2.-Ο προσφεύγων εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο.
Η Ελληνική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους της κα Β. ΠΕΛΕΚΟΥ, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και την κα Μ. ΓΕΡΜΑΝΗ, Δικαστική Πληρεξουσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
3.-Την 8η Δεκεμβρίου 2011, η προσφυγή κοινοποιήθηκε στην Κυβέρνηση.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Ι.- ΙΔΙΑΙΤΕΡΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΕΩΣ
4.- Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1947 και κατοικεί στην Θεσσαλονίκη. Είναι δικαστής.
5.-Την 22α Νοεμβρίου 2005, κατέθεσε ενώπιον του Μισθοδικείου αγωγή. Ζήτησε αμοιβές, τις οποίες του όφειλε το Κράτος.
6.-Στις 7 Νοεμβρίου και 5 Δεκεμβρίου 2006, το Μισθοδοκείο εξέδωσε δύο αποφάσεις σε παρόμοιες υποθέσεις, οι οποίες αφορούσαν το ίδιο περίπλοκο νομικό θέμα (αποφάσεις υπ’ αριθμόν 13/2006 και 17/2006 αντιστοίχως).
7.-Στις 10 Μαρτίου 2009, το Μισθοδικείο διαπίστωσε ότι δεν ήταν αρμόδιο για να δικάσει την υπόθεση και την παρέπεμψε ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου (απόφαση υπ’ αριθμόν 19/2009). Ειδικότερα, το Μισθοδικείο παρατήρησε ότι η αρμοδιότητά του περιοριζόταν, κατ’ αρχήν, στην επίλυση πολύπλοκων νομικών υποθέσεων και στην παραπομπή, εν συνεχεία, των υποθέσεων ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων για την επί της ουσίας επίλυση της αντιδικίας. Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρεί ότι κατόπιν της καταθέσεως της αγωγής του προσφεύγοντα, επέλυσε την πολύπλοκη σχετική νομική υπόθεση με τις υπ’ αριθμόν 13/2006 και 17/2006 αποφάσεις.
8.-Την 7η Ιουλίου 2009, ο προσφεύγων ζήτησε τον κατά προτεραιότητα ορισμό της δικασίμου ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου
9.-Την 22α Απριλίου 2010, το Ελεγκτικό Συνέδριο διαπίστωσε ότι δεν ήταν αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση και την παρέπεμψε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (υπ’ αριθμόν 1947/10 απόφαση).
10.- Από την δικογραφία προκύπτει ότι την 5η Μαρτίου 2013, ημερομηνία της τελευταίας επικοινωνίας του προσφεύγοντος με το Δικαστήριο, η υπόθεση ήταν εκκρεμής.
ΙΙ.-ΣΧΕΤΙΚΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Α.- Αστικός Κώδικας
1.- Υπ’ αριθμόν 4055/2012 Νόμος
11.-Ο υπ’ αριθμόν 4055/2012 Νόμος με τίτλο «δίκαιη δίκη και εύλογη διάρκεια αυτής» τίθεται σε ισχύ την 2α Απριλίου 2012. Τα άρθρα 53 έως 58 του προαναφερομένου νόμου εισάγουν καινούργια προσφυγή αποζημίωσης, η οποία αποσκοπεί στην χορήγηση δίκαιης αποζημίωσης, λόγω αδικαιολόγητης παρατάσεως της διοικητικής διαδικασίας. Το άρθρο 55 παρ. 1 ορίζει :
«Η αίτηση ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας και εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε μετά από δίκη για την οποία ο αιτών παραπονείται ότι υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας αυτής (...)».
2.- Υπ’ αριθμόν 4239/2014 Νόμος
12.-Ο υπ’ αριθμόν 4239/2014 Νόμος με τίτλο «δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και στο Ελεγκτικό Συνέδριο», τέθηκε σε ισχύ την 20η Φεβρουαρίου 2014. Εισήγαγε, μεταξύ άλλων, καινούργια προσφυγή αποζημίωσης, λόγω αδικαιολόγητης παρατάσεως της διοικητικής διαδικασίας ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το άρθρο 3 παρ. 1 ορίζει :
«Η αίτηση ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας και εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε μετά από δίκη για την οποία ο αιτών παραπονείται ότι υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας αυτής (...)».
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Ι.- ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΝΑΦΕΡΘΕΙΣΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΠΑΡ. 1 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
13.-Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι κατά την διάρκεια της διαδικασίας δεν τηρήθηκε η αρχή της «εύλογης προθεσμίας», όπως προβλέπεται από το άρθρο 6 παρ. 1 της Συμβάσεως, το οποίο έχει ως εξής :
«Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή (...) εντός λογικής προθεσμίας, υπό δικαστηρίου (...), το οποίον θα αποφασίση (...) επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως (...)».
Α.- ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ
1.- Σε ό,τι αφορά την διαδικασία ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης
14.-Το Δικαστήριο σημειώνει ότι, όπως προκύπτει από την δικογραφία, η υπόθεση εκκρεμούσε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου μετά την εισαγωγή του υπ’ αριθμόν 4055/2012 νόμου. Έκτοτε, ο προσφεύγων εδύνατο, δύναται και θα δύναται να ασκήσει την προβλεπόμενη από τον εν λόγω νόμο προσφυγή εντός εξαμήνου από την δημοσίευση της αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με βάση την νομολογία του επί της υποθέσεως Τεχνική Ολυμπιακή κατά Ελλάδος (προσφυγή υπ’ αριθμόν 40547/10, από 1η Οκτωβρίου 2013 απόφαση) και ειδικότερα τις εκτιμήσεις του Δικαστηρίου περί προσφυγής αποζημιώσεως (βλ. Τεχνική Ολυμπιακή παρ. 41-57 ως ανωτέρω), το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι, στην παρούσα υπόθεση, από την στιγμή που θα δημοσιευθεί η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, ο προσφεύγων υποχρεούτο δυνάμει του άρθρου 35 παρ. 1 της Συμβάσεως να χρησιμοποιήσει το εν λόγω ένδικο μέσο. Εξ’ άλλου σημειώνει ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν αποκαλύφθηκε ιδιαίτερη περίσταση ικανή να απαλλάξει τον προσφεύγοντα από την υποχρέωση να εξαντλήσει αυτό το εσωτερικό ένδικο μέσο.
15.-Συνεπώς, ελλείψει του προσφεύγοντα να κάνει χρήση, έως σήμερα, του προαναφερομένου ενδίκου μέσου, η αιτίασή του δυνάμει του άρθρου 6 παρ. 1 της Συμβάσεως πρέπει να απορριφθεί για μη εξάντληση εσωτερικών ενδίκων μέτρων, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 παρ. 1 και 4 της Συμβάσεως.
2.- Σε ό,τι αφορά την διαδικασία ενώπιον του Μισθοδικείου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου
16.-Το Δικαστήριο σημειώνει ότι την 20η Φεβρουαρίου 2014 τέθηκε σε ισχύ ο υπ’ αριθμόν 4239/2014 νόμος, ο οποίος αφορά την δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας διαδικασίας ενώπιον των ποινικών, αστικών δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Δυνάμει του προαναφερομένου νόμου, κατατέθηκε καινούργια προσφυγή επιτρέπουσα στους ενδιαφερομένου να παραπονεθούν για την διάρκεια κάθε διαδικασίας με διαδικασία ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της σχετικής αποφάσεως (βλ. προαναφερομένη παράγραφο 12). Εντούτοις, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο νόμος αυτός δεν έχει αναδρομική ισχύ. Συνεπώς, δεν προβλέπει παρόμοια προσφυγή για τις διαδικασίες, οι οποίες τελείωσαν έξι μήνες πριν να τεθεί σε ισχύ ο νόμος, όπως αυτές που αναφέρονται στην περίπτωση αυτή. Εν όψει των όσων προηγούνται, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η προσφυγή αυτή δεν δύναται, σχετικά με τις εν λόγω διαδικασίες, να αποτελέσει προσφυγή προς εξάντληση δυνάμει του άρθρου 35 παρ. 1 της Συμβάσεως.
17.-Το Δικαστήριο διαπιστώνει, επί πλέον, ότι το παράπονο αυτό (η εν λόγω αιτίαση) δεν στηρίχθηκε εμφανώς εσφαλμένως δυνάμει του άρθρου 35 παρ. 3 α) της Συμβάσεως. Αναφέρει, εξ’ άλλου, ότι αυτό δεν προσκρούει σε λόγο μη παραδεκτού. Πρέπει, συνεπώς, να το αποδεχθεί.
Β.- ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ
1.- Περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν
18.-Η περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ξεκίνησε την 22α Νοεμβρίου 2005 με την προσφυγή στο Μισθοδικείο από τον προσφεύγοντα και ολοκληρώθηκε την 22α Απριλίου 2009, ημερομηνία δημοσίευσης της υπ’ αριθμόν 1947/2010 αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Διήρκησε, συνεπώς, τέσσερα έτη και πέντε μήνες για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
2.- Εύλογη διάρκεια της διαδικασίας
19.-Η Κυβέρνηση προβαίνει στην χρονολογική ανάλυση της εν λόγω διαδικασίας και εκτιμά ότι η υπόθεση εκρίθη γενικώς εντός ευλόγου προθεσμίας. Υποστηρίζει ότι οι διαδικασίες ενώπιον των διοικητικών διαδικασιών έλαβαν χώρα χωρίς να μεσολαβήσουν αδικαιολόγητες περίοδοι απραξίας και ότι σε κάθε περίπτωση, το διακύβευμα της διαμάχης δεν εδύνατο να προκαλέσει ηθική ζημία στον προσφεύγοντα.
20.-Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας της διαδικασίας εκτιμάται σύμφωνα με τις περιστάσεις της υποθέσεως και σχετικά κριτήρια της νομολογίας, ειδικότερα την πολυπλοκότητα της υποθέσεως, την συμπεριφορά του προσφεύγοντα και αυτή των αρμοδίων αρχών καθώς και το διακύβευμα της αντιδικίας για τους ενδιαφερομένους (βλ. μεταξύ πολλών άλλων Βασίλειος Αθανασίου και άλλοι κατά Ελλάδος, υπ’ αριθμόν 50973/08, 21 Δεκεμβρίου 2010).
21.-Το Δικαστήριο επεξεργάσθηκε κατ’ επανάληψιν παρόμοιες υποθέσεις με την παρούσα και διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Συμβάσεως (βλ. Βασίλειος Αθανασίου και άλλοι, ως προαναφέρεται).
22.-Αναφέρει ότι η υπόθεση εκκρεμούσε για τέσσερα έτη και πέντε μήνες, χωρίς τα εθνικά δικαστήρια να επιλύσουν την ουσία της αντιδικίας. Στην πραγματικότητα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι χρειάσθηκαν περισσότερα από τέσσερα έτη για να ορισθεί ποιό ήταν το αρμόδιο δικαστήριο για να αποφασίσει επί της υποθέσεως. Ταυτοχρόνως, το Δικαστήριο δεν αναφέρει στοιχείο που να θέτει υπό αμφισβήτηση την ευθύνη του προσφεύγοντα στην παράταση της διαδικασίας. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την σχετική νομοθεσία, θεωρεί ότι στην προκειμένη περίπτωση, η διάρκεια της επίδικης διαδικασίας υπήρξε υπερβολική και δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση «εύλογης προθεσμίας».
23.-Ως εκ τούτου, υφίσταται παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1.
IΙ.-ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΑΝΑΦΕΡΘΕΙΣΕΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ
24.- Επικαλούμενος τα άρθρα 6 § 1 και 13 της Συμβάσεως ο προσφεύγων παραπονείται για αδικία της διαδικασίας ενώπιον των εσωτερικών δικαστηρίων. Ισχυρίζεται, ειδικότερα, ότι το γεγονός ότι η υπόθεσή του παραπέμφθηκε εσφαλμένως ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου επέφερε παραβίαση των άρθρων 6 παρ. 1 και 13 της Συμβάσεως.
25.-Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο δίκαιος χαρακτήρας διαδικασίας εκτιμάται λαμβάνοντας υπ’ όψιν την διαδικασία στο σύνολό της (βλ. μεταξύ άλλων, Centro Europa 7 S.r.L. et Di Stefano c. Italie (GC) υπ’ αριθμόν 38433/09, παρ. 197 ΕΔΔΑ 2012). Στην προκειμένη περίπτωση, παρατηρεί ότι, όπως προκύπτει από την δικογραφία, η υπόθεση εκκρεμεί πάντοτε ενώπιον των εσωτερικών αρχών. Συνεπώς, τα παράπονα προβάλλονται πρόωρα.
26.-Προκύπτει ότι οι αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν σε εφαρμογή του άρθρου 35 §§ 1 και 4 της Συμβάσεως
ΙΙΙ.- ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ.
27.-Δυνάμει του άρθρου 41 της Συμβάσεως
«Εάv τo Δικαστήριo κρίvει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή τωv Πρωτoκόλλωv της, και αv τo εσωτερικό δίκαιo τoυ Υψηλoύ Συμβαλλόμεvoυ Μέρoυς δεv επιτρέπει παρά μόvo ατελή εξάλειψη τωv συvεπειώv της παραβίασης αυτής, τo Δικαστήριo χoρηγεί, εφόσov είvαι αvαγκαίo, στov παθόvτα δίκαιη ικαvoπoίηση».
Α.- ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ
28.-Ο προσφεύγων ζητά το ποσόν των € 10.000 ως ηθική αποζημίωση για την ζημία, την οποία υπέστη λόγω της διάρκειας της διαδικασίας και € 10.000 ως ηθική αποζημίωση για την ζημία, την οποία υπέστη λόγω των άλλων ισχυριζομένων παραβιάσεων.
29.- Η Κυβέρνηση αμφισβητεί τις αξιώσεις του
30.-Το Δικαστήριο θεωρεί ότι συντρέχει λόγος να επιδικασθεί στον προσφεύγοντα το ποσόν των € 1.600 ως ηθική ζημία για την ζημία την οποία υπέστη λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, πλέον οποιουδήποτε ενδεχομένως οφειλομένου ποσού ως φόρου.
Β.- ΕΞΟΔΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ
31.-Ο προσφεύγων ζητά, επίσης €272,33 ως έξοδα και δικαστικές δαπάνες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων καθώς και € 524,78 ως έξοδα και δικαστικές δαπάνες ενώπιον του Δικαστηρίου (€ 500 για την προετοιμασία από τον ίδιον της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου και € 24,78 ως έξοδα ταχυδρομείου, φωτοτυπιών και τηλεπικοινωνιών).
32.-Η Κυβέρνηση αμφισβητεί τις αξιώσεις του
33.- Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η επιδίκαση των εξόδων και των δικαστικών δαπανών με βάση το άρθρο 41 προϋποθέτει, ότι αποδεικνύονται πραγματικά, αναγκαία και, επιπλέον, εύλογα ως προς το ύψος των επιτοκίων τους (ΙΑΤΡΙΔΗΣ κατά ΕΛΛΑΔΟΣ (δίκαιη ικανοποίηση) (GC), υπ’ αριθμόν 31107/96, § 54, ΕΔΔΑ 2000 – XI).
34.-Το Δικαστήριο δεν εκτιμά αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των διαπιστωμένων παραβιάσεων και των εξόδων και δικαστικών δαπανών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και απορρίπτει την αίτηση αυτή. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα για τις ανάγκες εκπροσώπησης του προσφεύγοντος ενώπιον αυτού, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, το Δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση για τον λόγο αυτό.
Γ.- ΤΟΚΟΙ ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑΣ
35.-Το Δικαστήριο κρίνει κατάλληλο να βασίσει τα επιτόκια των τόκων υπερημερίας στο οριακό επιτόκιο δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αυξημένο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
ΟΜΟΦΩΝΩΣ
Κηρύττει την προσφυγή παραδεκτή σχετικά με την αιτίαση για την υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Μισθοδικείου και Ελεγκτικού Συνεδρίου και μη παραδεκτή για το επί πλέονΑποφαίνεται ότι υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΣυμβάσεωςΑποφαίνεται ότι :
το εναγόμενο Κράτος πρέπει να καταβάλει στον προσφεύγοντα σε διάστημα τριών μηνών το ποσό των χιλίων εξακοσίων ευρώ (€ 1.600), πλέον των φόρων επί του ποσού αυτού, για ηθική βλάβη
από την λήξη της εν λόγω προθεσμίας και έως την καταβολή, το ποσό αυτό θα αυξηθεί με απλό επιτόκιο ίσο με το οριακό επιτόκιο δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που εφαρμόζεται κατά την περίοδο αυτή, αυξημένο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.Απορρίπτει την αίτηση δίκαιης ικανοποίησης για το επιπλέον.
Συνετάγη στα γαλλικά, μετά κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 13 Νοεμβρίου 2014 σε εφαρμογή του άρθρου 77 §§ 2 και 3 του Κανονισμού.
Soren PREBENSEN Mirjana Laxarova TRAJKOVSKA
Αναπληρωτής Γραμματέας Πρόεδρος
Full & Egal Universal Law Academy