Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ Π. ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ κατά ΕΛΛΑΔΑΣ
(Προσφυγές αριθ. 27809/11, 38575/11, 50628/11, 58603/11, 58629/11,
64907/11, 20028/12, 26674/12 και 77124/12)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
18 Σεπτεμβρίου 2014
Η απόφαση αυτή είναι οριστική. Μπορεί να υποστεί τυπικές μικροαλλαγές
Στην υπόθεση Π. και λοιποί κατά Ελλάδας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (πρώτο τμήμα), συνεδριάζοντας σε Επιτροπή, αποτελούμενη από τους:
Mirjana Lazarova Trajkovska, πρόεδρο
Λίνος-Αλέξανδρος Σισιλιάνος,
Ksenija Turković, δικαστές,
και τον Søren C. Prebensen, εν ενεργεία βοηθό γραμματέα τμήματος,
Αφού διασκέφθηκε σε δικαστικό συμβούλιο στις 26 Αυγούστου 2014,
Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, η οποία ελήφθη την ημερομηνία αυτή.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση έχει εισαχθεί με εννέα προσφυγές (αριθ. 27809/11, 38575/11, 50628/11, 58603/11, 58629/11, 64907/11, 20028/12, 26674/12 και 77124/12) στρεφόμενες κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας από εννέα υπηκόους του Κράτους αυτού, τα ονόματα των οποίων αναγράφονται στο παράρτημα της παρούσας («οι προσφεύγοντες») και οι οποίοι προσέφυγαν ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 34 της Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση»).
2. Οι προσφεύγοντες εκπροσωπούνται από τον κύριο Ν. Αναγνωστόπουλο και την κυρία Α. Ψύχα, δικηγόρους του συλλόγου των Αθηνών. Η Ελληνική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπείται από την απεσταλμένη του αντιπροσώπου της, κυρία Κ. Καραβασίλη, δικαστική αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
3. Στις 30 Απριλίου 2013, οι προσφυγές κοινοποιήθηκαν στην Κυβέρνηση.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Α. Οι συνθήκες της υπόθεσης
4. Οι νόμοι 2838/2000 και 3016/2002 προέβλεπαν μία αύξηση των μισθών των αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων, της ελληνικής αστυνομίας, του λιμενικού σώματος και του πυροσβεστικού σώματος.
5. Οι παρούσες προσφυγές αναφέρονται στις διαδικασίες που είχαν εισαγάγει οι δικαιοπάροχοι των προσφευγόντων προκειμένου να επιτύχουν την αναπροσαρμογή και την αύξηση του ύψους των συντάξεών τους σύμφωνα με τους νόμους αυτούς.
Β. Οι επίδικες διαδικασίες
1. Προσφυγή αριθ. 27809/11
6. Στις 19 Φεβρουαρίου 2001, ο προσφεύγων προσέφυγε ενώπιον του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτος με μία αίτηση διώκουσα την αναπροσαρμογή του ύψους της σύνταξής του.
7. Στις 28 Σεπτεμβρίου 2001, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους απέρριψε την αίτησή του.
8. Στις 16 Σεπτεμβρίου 2002, ο προσφεύγων κατέθεσε ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου έφεση κατά της απόφασης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
9. Στις 6 Οκτωβρίου 2006, το Ελεγκτικό Συνέδριο δικαίωσε τον προσφεύγοντα (απόφαση αριθ. 2390/2006).
10. Στις 21 Μαΐου 2007, το Δημόσιο ζήτησε την αναίρεση της απόφασης αριθ. 2390/2006 ενώπιον της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
11. Στις 30 Ιουνίου 2010, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου απέρριψε την αίτηση (απόφαση αριθ. 1792/2010). Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα την 1η Νοεμβρίου 2010.
2. Προσφυγές αριθ. 38575/11, 50628/11 και 58603/11
12. Στις 22 Μαρτίου 2001, 29 Μαΐου 2001 και 10 Απριλίου 2001, οι προσφεύγοντες προσέφυγαν χωριστά ενώπιον του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτος με αιτήσεις διώκουσες την αναπροσαρμογή του ύψους των συντάξεών τους.
13. Στις 29 Νοεμβρίου 2001, 7 Αυγούστου και 11 Απριλίου 2002 αντίστοιχα, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους απέρριψε τις αιτήσεις τους.
14. Στις 20 Δεκεμβρίου 2002, οι προσφεύγοντες κατέθεσαν ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου εφέσεις κατά των αποφάσεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
15. Στις 18 Μαΐου 2007, το Ελεγκτικό Συνέδριο δικαίωσε τους προσφεύγοντες (αποφάσεις αριθ. 903/2007, 967/2007 και 920/2007).
16. Στις 15 Φεβρουαρίου 2008, το Δημόσιο ζήτησε την αναίρεση των πιο πάνω αναφερομένων αποφάσεων ενώπιον της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
17. Στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου απέρριψε τις αιτήσεις (αποφάσεις αριθ. 2114/2010, 2131/2010 και 2116/2010). Οι αποφάσεις αυτές κοινοποιήθηκαν ως εξής:
- Στις 13 Δεκεμβρίου 2010 (προσφυγή αριθ. 38575/11),
- Στις 14 Φεβρουαρίου 2011 (προσφυγή αριθ. 50628/11), και
- Στις 17 Φεβρουαρίου 2011 (προσφυγή αριθ. 58603/11).
3. Προσφυγή αριθ. 58629/11
18. Στις 20 Απριλίου 2001, ο προσφεύγων προσέφυγε ενώπιον του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτος με μία αίτηση διώκουσα την αναπροσαρμογή του ύψους της σύνταξής του.
19. Στις 6 Ιουνίου 2002, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους απέρριψε την αίτησή του.
20. Στις 20 Δεκεμβρίου 2002, ο προσφεύγων κατέθεσε ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου έφεση κατά της απόφασης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
21. Στις 20 Απριλίου 2007, το Ελεγκτικό Συνέδριο δικαίωσε τον προσφεύγοντα (απόφαση αριθ. 634/2007).
22. Στις 15 Φεβρουαρίου 2008, το Δημόσιο ζήτησε την αναίρεση της απόφασης αριθ. 634/2007 ενώπιον της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
23. Στις 2 Ιουνίου 2010, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου απέρριψε την αίτηση (απόφαση αριθ. 1407/2010). Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 27 Ιανουαρίου 2011.
4. Προσφυγή αριθ. 64907/11
24. Στις 16 Ιουλίου 2001, ο προσφεύγων προσέφυγε ενώπιον του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτος με μία αίτηση διώκουσα την αναπροσαρμογή του ύψους της σύνταξής του.
25. Στις 17 Δεκεμβρίου 2002, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους απέρριψε την αίτησή του.
26. Στις 16 Φεβρουαρίου 2004, ο προσφεύγων κατέθεσε ένσταση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
27. Θεωρώντας ότι η ένστασή του είχε απορριφθεί σιωπηρά μετά την πάροδο μιας προθεσμίας τριών μηνών, χωρίς απάντηση εκ μέρους της διοίκησης, ο προσφεύγων προσέφυγε στις 12 Ιουλίου 2004 ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου με έφεση κατά της απόρριψης της αίτησής του.
28. Το 2005, η Επιτροπή Ελέγχου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους απέρριψε την ένσταση της 16 Φεβρουαρίου 2004.
29. Στις 5 Οκτωβρίου 2007, το Ελεγκτικό Συνέδριο δικαίωσε τον προσφεύγοντα (απόφαση αριθ. 2038/2007).
30. Στις 23 Ιανουαρίου 2009, το Δημόσιο ζήτησε την αναίρεση της απόφασης αριθ. 2038/2007 ενώπιον της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
31. Στις 2 Φεβρουαρίου 2011, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου απέρριψε την αίτηση (απόφαση αριθ. 206/2011). Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 16 Ιουνίου 2011.
5. Προσφυγή αριθ. 20028/12
32. Σε ημερομηνία που δεν προσδιορίζεται, ο προσφεύγων προσέφυγε ενώπιον του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτος με μία αίτηση διώκουσα την αναπροσαρμογή του ύψους της σύνταξής του.
33. Στις 17 Δεκεμβρίου 2002, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους απέρριψε την αίτησή του.
34. Στις 18 Απριλίου 2003, ο προσφεύγων κατέθεσε ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου μία έφεση κατά της απόφασης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
35. Στις 7 Δεκεμβρίου 2007, το Ελεγκτικό Συνέδριο δικαίωσε τον προσφεύγοντα (απόφαση αριθ. 2584/2007).
36. Στις 18 Μαρτίου 2009, το Δημόσιο ζήτησε την αναίρεση της απόφασης αριθ. 2584/2007 ενώπιον της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
37. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου απέρριψε την αίτηση (απόφαση αριθ. 2281/2011). Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
6. Προσφυγή αριθ. 26674/12
38. Στις 19 Απριλίου 2001, ο προσφεύγων προσέφυγε ενώπιον του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτος με μία αίτηση διώκουσα την αναπροσαρμογή του ύψους της σύνταξής του.
39. Στις 22 Νοεμβρίου 2001, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους απέρριψε την αίτησή του.
40. Στις 21 Μαΐου 2003, ο προσφεύγων κατέθεσε ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου έφεση κατά της απόφασης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
41. Στις 18 Ιανουαρίου 2008, το Ελεγκτικό Συνέδριο δικαίωσε τον προσφεύγοντα (απόφαση αριθ. 125/2008).
42. Στις 6 Μαΐου 2009, το Δημόσιο ζήτησε την αναίρεση της απόφασης αριθ. 125/2008 ενώπιον της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
43. Στις 22 Ιουνίου 2011, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου απέρριψε την αίτηση (απόφαση αριθ. 1693/2011). Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 2 Νοεμβρίου 2011.
7. Προσφυγή αριθ. 77124/12
44. Στις 12 Νοεμβρίου 2004, ο προσφεύγων προσέφυγε ενώπιον της 44ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτος με μία αίτηση διώκουσα την αναπροσαρμογή του ύψους της σύνταξής του.
45. Στις 23 Μαρτίου 2005, κατόπιν της σιωπηρής απόρριψης της αίτησής του, ο προσφεύγων κατέθεσε ένσταση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
46. Θεωρώντας ότι η ένστασή του είχε απορριφθεί σιωπηρά μετά την πάροδο μιας προθεσμίας τριών μηνών, χωρίς απάντηση εκ μέρους της διοίκησης, ο προσφεύγων προσέφυγε στις 18 Οκτωβρίου 2005 ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου με μία έφεση κατά της απόρριψης της αίτησής του.
47. Στις 20 Οκτωβρίου 2005, η Επιτροπή Ελέγχου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους απέρριψε την ένσταση της 23 Μαρτίου 2005.
48. Στις 18 Απριλίου 2008, το Ελεγκτικό Συνέδριο δικαίωσε τον προσφεύγοντα (απόφαση αριθ. 914/2008).
49. Στις 17 Ιουλίου 2009, το Δημόσιο ζήτησε την αναίρεση της απόφασης αριθ. 914/2008 ενώπιον της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
50. Στις 7 Δεκεμβρίου 2011, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου απέρριψε την αίτηση (απόφαση αριθ. 3287/2011). Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 30 Μαΐου 2012.
Γ. Το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο
Ο νόμος 4239/2014
51. Ο νόμος 4239/2014 που φέρει τον τίτλο «δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και στο Ελεγκτικό Συνέδριο» τέθηκε σε ισχύ στις 20 Φεβρουαρίου 2014. Ο πιο πάνω νόμος εισήγαγε, μεταξύ άλλων, μία νέα αίτηση αποζημίωσης που προβλέπει την επιδίκαση δίκαιης ικανοποίησης εξαιτίας της αδικαιολόγητης παράτασης μιας διαδικασίας ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το άρθρο 3 § 1 ορίζει:
«Η αίτηση ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου που εκδόθηκε μετά από δίκη για την οποία ο αιτών παραπονείται ότι υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειάς της (...)».
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Ι. ΕΠΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΝΩΣΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ
52. Λαμβανομένης υπόψη της ομοιότητας των προσφυγών σε ό,τι αφορά τα πραγματικά περιστατικά και το ζήτημα ουσίας που θέτουν, το Δικαστήριο εκτιμά αναγκαίο να τις συνενώσει και αποφασίζει να τις εξετάσει από κοινού σε μία μοναδική απόφαση.
ΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
53. Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι διάρκεια της διαδικασίας παραγνώρισε την αρχή της «λογικής προθεσμίας», όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, το οποίο έχει ως εξής:
«1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή .... (...) εντός λογικής προθεσμίας υπό (...) δικαστηρίου (...), το οποίον θα αποφασίση (...) επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως (...)»
Α. Επί του παραδεκτού
54. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι προδήλως αβάσιμη με την έννοια του άρθρου 35 § 3 της Σύμβασης. Σημειώνει εξάλλου ότι αυτή δεν προσκρούει σε οποιονδήποτε λόγο απαραδέκτου. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί παραδεκτή.
Β. Επί της ουσίας
1. Περίοδοι που πρέπει να ληφθούν υπόψη
55. Σε ό,τι αφορά τις προσφυγές με αριθμούς 64907/11 και 77124/12, το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι προσφεύγοντες, πριν να προσφύγουν ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατέθεσαν ένσταση ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Η ένσταση αυτή ήταν μία διαδικασία απαραίτητη προκειμένου να καταστεί δυνατή η προσφυγή ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Προς τούτο, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι όταν, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, ο προσφεύγων οφείλει να εξαντλήσει μία προηγούμενη διοικητική διαδικασία πριν να αποκτήσει πρόσβαση σε δικαστήριο, η διαδικασία ενώπιον του διοικητικού οργάνου πρέπει να συμπεριληφθεί στον υπολογισμό της διάρκειας της διαδικασίας για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 6 (βλέπε προς τούτο, Πασχαλίδης και λοιποί κατά Ελλάδας, 19 Μαρτίου 1997, § 33, Recueil des arrêts et décisions 1997-II – Ιχτιγιάρογλου κατά Ελλάδας, αριθ. 12045/06, § 38, 19 Ιουνίου 2008).
56. Κάτω από τις συνθήκες αυτές, η διάρκεια των επιδίκων διαδικασιών ορίζεται στον πιο κάτω παρατιθέμενο πίνακα:
Αριθμός προσφυγής
Έναρξη διαδικασίας
Λήξη διαδικασίας
Διάρκεια διαδικασίας
Βαθμοί δικαιοδοσίας
1.
27809/11
16 Σεπτεμβρίου 2002
30 Ιουνίου 2010
Επτά έτη και περισσότεροι από εννέα μήνες
δύο
2.
38575/11 50628/11 58603/11
20 Δεκεμβρίου 2002
22 Σεπτεμβρίου 2010
Επτά έτη και περισσότεροι από εννέα μήνες
δύο
3.
58629/11
20 Δεκεμβρίου 2002
2 Ιουνίου 2010
Επτά έτη και έξι μήνες περίπου
δύο
4.
64907/11
16 Φεβρουαρίου 2004
2 Φεβρουαρίου 2011
Επτά έτη και περίπου
Τρεις
5.
20028/12
18 Απριλίου 2003
21 Σεπτεμβρίου 2011
Οκτώ έτη και περισσό-τεροι από εννέα μήνες
Δύο
6.
26674/12
21 Μαΐου 2003
22 Ιουνίου 2011
Περισσότερο από οκτώ έτη
Δύο
7.
77124/12
23 Μαρτίου 2005
7 Δεκεμβρίου 2011
Έξι έτη και περισσότεροι από οκτώ μήνες
Τρεις
2. Εύλογος χαρακτήρας των διαδικασιών
57. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το αντικείμενο της διαφοράς δεν μπορούσε να προκαλέσει ηθική βλάβη στους προσφεύγοντες. Επικαλείται εξάλλου τον υπερβολικό φόρτο εργασίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά την εποχή των γεγονότων, προκειμένου να αιτιολογήσει τις καθυστερήσεις στην εξέλιξη της διαδικασίας.
58. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας εκτιμάται σύμφωνα με τις συνθήκες της υπόθεσης και λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων που έχουν καθιερωθεί από την νομολογία του και ειδικότερα της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, της συμπεριφοράς του προσφεύγοντος και εκείνης των αρμοδίων αρχών, καθώς και του διακυβεύματος της διαφοράς για τους ενδιαφερόμενους (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Μαυρεδάκη κατά Ελλάδας, αριθ. 10966/10, 13 Ιανουαρίου 2011, 24 Οκτωβρίου 2013). Σημειώνει προς τούτο ότι τα συμβαλλόμενα Κράτη έχουν την ευθύνη να οργανώσουν το δικαστικό σύστημά τους κατά τρόπο ώστε τα δικαστήριά τους να μπορούν να εγγυηθούν σε όλους το δικαίωμα να επιτύχουν την έκδοση μιας τελεσίδικης απόφασης επί αμφισβητήσεων σχετικών με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους αστικής φύσεως μέσα σε λογική προθεσμία (Βασίλειος Αθανασίου και λοιποί κατά Ελλάδας, αριθ. 50973/08, § 26, 21 Δεκεμβρίου 2010).
59. Το Δικαστήριο έχει χειριστεί πολλές φορές υποθέσεις που θέτουν ζητήματα παρόμοια με αυτά της προκείμενης υπόθεσης και έχει διαπιστώσει την παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης (βλέπε την προαναφερόμενη απόφαση Μαυρεδάκη).
60. Σημειώνει ότι οι παρούσες υποθέσεις δεν παρουσίαζαν οποιαδήποτε πολυπλοκότητα. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν σημειώνει κάποιο στοιχείο που από την φύση του θα μπορούσε να υποδείξει την ευθύνη των αιτούντων στην επιμήκυνση των διαδικασιών. Λαμβανομένης υπόψη της σχετικής νομολογίας του, κρίνει ότι εν προκειμένω η διάρκεια της επίδικης διαδικασίας ήταν υπερβολική και δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση της «λογικής προθεσμίας».
61. Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1.
ΙΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
62. Οι προσφεύγοντες παραπονούνται επίσης για το γεγονός ότι δεν υφίσταται στην Ελλάδα κάποια πραγματική προσφυγή για να παραπονεθούν για την υπερβολική διάρκεια των επιδίκων διαδικασιών. Επικαλούνται το άρθρο 13 της Σύμβασης, το οποίο έχει ως εξής:
«Παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη (...) Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των.»
Α. Επί του παραδεκτού
63. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι προδήλως αβάσιμη με την έννοια του άρθρου 35 § 3 α) της Σύμβασης. Σημειώνει εξάλλου ότι αυτή δεν προσκρούει σε οποιονδήποτε λόγο απαραδέκτου. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί παραδεκτή.
Β. Επί της ουσίας
64. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 13 εγγυάται μία πραγματική προσφυγή ενώπιον μιας δημόσιας αρχής η οποία επιτρέπει να παραπονεθεί κανείς κατά της αθέτησης της επιβαλλόμενης από το άρθρο 6 § 1 υποχρέωσης να εκδικάζονται οι υποθέσεις εντός λογικής προθεσμίας (βλέπε Kudla κατά Πολωνίας [GC], αριθ. 30210/96, § 156, CEDH 2000-XI).
65. Εξάλλου, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι η ελληνική έννομη τάξη δεν προσέφερε στους ενδιαφερόμενους μία πραγματική προσφυγή με την έννοια του άρθρου 13 της Σύμβασης που να τους επιτρέπει να παραπονεθούν για την διάρκεια μιας διαδικασίας (Κόντη-Αρβανίτη κατά Ελλάδας, αριθ. 53401/99, §§ 29-30, 10 Απριλίου 2003, και Τσουκαλάς κατά Ελλάδας, αριθ. 12286/08, §§ 37-43, 22 Ιουλίου 2010).
66. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι στις 20 Φεβρουαρίου 2014 τέθηκε σε ισχύ ο νόμος 4239/2014, ο οποίος αναφέρεται στην δίκαιη ικανοποίηση λόγω της υπέρβασης της λογικής προθεσμίας μιας δίκης ενώπιον των ποινικών και των πολιτικών δικαστηρίων και ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Δυνάμει του πιο πάνω αναφερομένου νόμου, θεσπίστηκε μία νέα προσφυγή που επιτρέπει στους ενδιαφερόμενους να παραπονεθούν για την διάρκεια κάθε βαθμού δικαιοδοσίας μιας διαδικασίας ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου μέσα σε μία προθεσμία έξι μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της σχετικής απόφασης (βλέπε πιο πάνω παράγραφο 51). Το Δικαστήριο παρατηρεί εν τούτοις ότι ο νόμος αυτός δεν έχει αναδρομική ισχύ. Κατά συνέπεια, αυτός δεν προβλέπει μία τέτοια προσφυγή για υποθέσεις που έχουν ήδη λήξει έξι μήνες πριν από την έναρξη ισχύος. Όθεν, οι προσφεύγοντες δεν μπορούσαν να ασκήσουν την προσφυγή αυτή.
67. Βάσει των όσων εκτίθενται πιο πάνω, το Δικαστήριο εκτιμά ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης, εξαιτίας της απουσίας στο εθνικό δίκαιο, την εποχή των γεγονότων, μιας προσφυγής που θα είχε επιτρέψει στους προσφεύγοντες να επιτύχουν την κύρωση του δικαιώματός τους να εκδικαστεί η υπόθεσή τους μέσα σε λογική προθεσμία, με την έννοια του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.
IV. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
68. Σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης,
«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και εάν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλομένου Μέρους επιτρέπει την ατελή μόνον επανόρθωση των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο επιδικάζει στον ζημιωθέντα διάδικο, εφόσον συντρέχει λόγος, μία δίκαιη ικανοποίηση.»
Α. Ζημία
69. Έκαστος των προσφευγόντων αξιώνει 15.000 ευρώ (EUR) για την ηθική βλάβη την οποία υποστηρίζει ότι υπέστη.
70. Η Κυβέρνηση αμφισβητεί τις αξιώσεις αυτές. Καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει τις απαιτήσεις στην βάση της ηθικής βλάβης και υποστηρίζει ότι, σε κάθε περίπτωση, η διαπίστωση της παραβίασης θα συνιστούσε επαρκή δίκαιη ικανοποίηση σε ό,τι αφορά την ηθική βλάβη.
71. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι συντρέχει λόγος επιδίκασης 3.200 EUR σε έκαστο των προσφευγόντων των προσφυγών με αριθμούς 27809/11, 38575/11, 50628/11, 58603/11, 20028/12 και 26674/12, 2.700 EUR στον προσφεύγοντα της προσφυγής με αριθμό 58629/11 και 1.400 EUR σε έκαστο των προσφευγόντων των προσφυγών με αριθμούς 64907/11 και 77124/12 για την ηθική βλάβη, πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται από τους ίδιους για τον φόρο.
Β. Έξοδα και δικαστική δαπάνη
72. Οι προσφεύγοντες ζητούν επίσης 1.000 EUR έκαστος για τα έξοδα και την δικαστική δαπάνη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, καθώς και 615 EUR έκαστος για τα έξοδα και την δικαστική δαπάνη στα οποία υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε ό,τι αφορά τα τελευταία, οι προσφεύγοντες προσκομίζουν τα αντίγραφα των σχετικών τιμολογίων.
73. Η Κυβέρνηση καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει τις αξιώσεις για έξοδα και δικαστική δαπάνη.
74. Το Δικαστήριο δεν διακρίνει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των διαπιστωθεισών παραβιάσεων και των αιτουμένων εξόδων και δικαστικής δαπάνης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και απορρίπτει το αίτημα αυτό. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα που δαπανήθηκαν για τις ανάγκες της εκπροσώπησης των προσφευγόντων ενώπιόν του, το Δικαστήριο κρίνει εύλογο να τους επιδικάσει από κοινού 1.800 EUR για την αιτία αυτή πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται από τους ίδιους για τον φόρο.
Γ. Τόκοι υπερημερίας
75. Το Δικαστήριο κρίνει προσήκον να βασίσει το επιτόκιο των τόκων υπερημερίας στο επιτόκιο διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΑ,
1. Αποφασίζει να συνενώσει τις προσφυγές και να τις εξετάσει από κοινού σε μία μοναδική απόφαση.
2. Κηρύσσει τις προσφυγές παραδεκτές.
3. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.
4. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης.
5. Αποφαίνεται ότι
α) το εναγόμενο Κράτος οφείλει να καταβάλει, εντός τριών μηνών, τα ακόλουθα ποσά:
-για ηθική βλάβη σε έκαστο των προσφευγόντων αντίστοιχα:
i. προσφυγές με αριθμούς 27809/11, 38575/11, 50628/11, 58603/11, 20028/12 και 26674/12: 3.200 EUR (τρεις χιλιάδες διακόσια ευρώ),
ii. προσφυγή αριθ. 58629/11: 2.700 EUR (δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ),
iii. προσφυγές με αριθμούς 64907/11 και 77124/11: 1.400 EUR (χίλια τετρακόσια ευρώ).
-για τα έξοδα και την δικαστική δαπάνη:
1.800 EUR (χίλια οκτακόσια ευρώ) από κοινού,
β) ότι στα πιο πάνω επιδικασθέντα ποσά πρέπει να προστεθεί οποιοδήποτε ποσό οφειλόμενο για φόρο εκ μέρους των προσφευγόντων,
γ) ότι, από τη λήξη της προθεσμίας αυτής και μέχρι την καταβολή, τα ποσά αυτά θα προσαυξάνονται με τόκους υπολογιζόμενους με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο θα ισχύει κατά την εν λόγω περίοδο, προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.
6. Απορρίπτει τα αιτήματα δίκαιης ικανοποίησης κατά τα λοιπά.
Συντάχθηκε στη γαλλική γλώσσα και στη συνέχεια κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 18 Σεπτεμβρίου 2014 κατ’εφαρμογήν του άρθρου 77 §§ 2 και 3 του κανονισμού.
(υπογραφή)(υπογραφή)
Søren C. PrebensenMirjana Lazarova Trajkovska
Εν ενεργεία Αναπληρωτής ΓραμματέαςΠρόεδρος
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Αριθ.
Αριθμός προσφυγής
Ημερομηνία κατάθεσης
Ονοματεπώνυμο προσφεύγοντος
Ημερομηνία γέννησης Τόπος κατοικίας
1.
27809/11
26.04.2011
Κ.Π.
1937
Ιωάννινα
2.
38575/11
06.06.2011
Ν. Ρ.
1932
Αθήνα
3.
50628/11
05.08.2011
Β. Π.
1942
Βόλος
4.
58603/11
09.08.2011
Φ. Π.
1934
Πρέβεζα
5.
58629/11
18.07.2011
Ν. Π.
1937
Ιεράπετρα
6.
64907/11
18.10.2011
Α. Μ.
1921
Θεσσαλονίκη
7.
20028/12
30.03.2012
Γ. Φ.
09.05.1939
Θεσσαλονίκη
8.
26674/12
26.04.2012
Γ. Ν.
03.09.1949
Αθήνα
9.
77124/12
28.11.2012
Δ. Σ.
01.11.1934
Αγία Παρασκευή
Full & Egal Universal Law Academy