© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013. Αυτή η μετάφραση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. την ένδειξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο τέλος του παρόντος εγγράφου.
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013. This translation does not bind the Court. For further information see the full copyright indication at the end of this document.
© Conseil de l’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013. La présente traduction ne lie pas la Cour. Pour plus de renseignements veuillez lire l’indication de copyright/droits d’auteur à la fin du présent document.
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ SAVRIDDIN DZHURAYEV κατά ΡΩΣΙΑΣ
(Προσφυγή αριθ. 71386/10)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
25 Απριλίου 2013
ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
09/09/2013
Η παρούσα απόφαση οριστικοποιήθηκε βάσει του Άρθρου 44 § 2 της Σύμβασης. Επιδέχεται μορφολογικές βελτιώσεις.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΤΑ ΓΕΓΟΓΟΝΟΤΑ
I. ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
Α. Το παρελθόν του προσφεύγοντος πριν από την ποινική δίωξή του.
B. Η ποινική δίωξη κατά του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν και οι επακόλουθες διαδικασίες έκδοσης στη Ρωσία
Γ. Η αίτηση για τη χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα και προσωρινού ασύλου
Δ. Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου σχετικά με την κράτηση του προσφεύγοντος εν αναμονή της έκδοσής του
Ε. Η εικαζόμενη απαγωγή και μεταφορά του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν
1. Η εκδοχή του προσφεύγοντος για τα γεγονότα
2. Οι πληροφορίες που προσκομίστηκαν από την Κυβέρνηση
ΣΤ. Τα αιτήματα για την προστασία του προσφεύγοντος από τον άμεσο κίνδυνο βίαιης μεταφοράς του στο Τατζικιστάν
Η. Η επιστολή από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου μετά την απαγωγή του προσφεύγοντος και τη μεταφορά του στο Τατζικιστάν
Θ. Η επίσημη έρευνα και οι επανειλημμένες αρνήσεις να ξεκινήσουν ποινικές διαδικασίες για τα επίμαχα γεγονότα
1. Η πρώτη άρνηση του ερευνητή να εκκινήσει εγκληματολογική έρευνα και η ακύρωσή της από τον ανώτερό του
2. Η δεύτερη άρνηση του ερευνητή να ξεκινήσει εγκληματολογική έρευνα και η ακύρωσή της από τον ανώτερό του
3. Η τρίτη άρνηση του ερευνητή να ξεκινήσει εγκληματολογική έρευνα και η ακύρωσή της από τον ανώτερό του
4. Η τέταρτη άρνηση του ερευνητή να ξεκινήσει εγκληματολογική έρευνα
5. Μετέπειτα έρευνες
I. Η ποινική δίκη του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν
II. Η ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
Α. Οι διαδικασίες έκδοσης
1. Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
2. Η απόφαση της 14ης Ιουνίου 2012 από το Ρωσικό Ανώτατο Δικαστήριο
Β. Η κράτηση εν αναμονή έκδοσης και ο δικαστικός έλεγχος
1. Το Σύνταγμα της Ρωσίας
2. Η Σύμβαση της ΚΑΚ περί δικαστικής συνδρομής και νομικών σχέσεων σε ζητήματα αστικού, οικογενειακού και ποινικού δικαίου που υπογράφηκε το 1993 («η Σύμβαση του Μινσκ»)
3. Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας («Κ.Π.Δ.»)
4. Η νομολογία των Συνταγματικών και των Ανωτάτων Δικαστηρίων της Ρωσίας
Γ. Το καθεστώς των προσφύγων
1. Η Σύμβαση της Γενεύης περί του καθεστώτος των προσφύγων (1951)
2. Ο Νόμος περί προσφύγων
3. Η Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης περί του δικαιώματος των αιτούντων άσυλο σε αποτελεσματική προσφυγή
Δ. Η εγκληματολογική έρευνα
III. ΟΙ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΤΑΤΖΙΚΙΣΤΑΝ
IV. ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΤΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΜΕΤΡΑ
Α. Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση
B. Η Επιτροπή Υπουργών
V. ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 46 ΓΙΑ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗ ΡΩΣΙΑ
Ο ΝΟΜΟΣ
I. ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ
II. Η ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 3 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
Α. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
1. Η Κυβέρνηση
2. Ο προσφεύγων
B. Η αξιολόγηση του Δικαστηρίου
1. Επί του παραδεκτού
2. Επί της ουσίας
(α) Σχετικά με το εάν η επιστροφή του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν τον εξέθεσε σε πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης με το Άρθρο 3
(i) Γενικές αρχές
(β) Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση
(α) Οι εθνικές διαδικασίες
(ß) Η αξιολόγηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο που διέτρεχε ο προσφεύγων
(β) Σχετικά με το εάν οι αρχές συμμορφώθηκαν προς τη θετική τους υποχρέωση να προστατεύσουν τον προσφεύγοντα από τον πραγματικό και άμεσο κίνδυνο βίαιης μεταφοράς του στο Τατζικιστάν
(γ) Σχετικά με το εάν οι αρχές διεξήγαγαν αποτελεσματική έρευνα
(δ) Σχετικά με το εάν το εναγόμενο κράτος είναι υπεύθυνο για την παθητική ή την ενεργή συμμετοχή παραγόντων του στη βίαιη μεταφορά του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν
(ε) Συμπεράσματα
III. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
IV. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 34 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
V. Η ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 5 § 4 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
A. Παραδεκτό
B. Ουσία
VI. ΑΛΛΕΣ ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΕΣ ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
VII. Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
A. Ηθική βλάβη
B. Δαπάνες και έξοδα
Γ. Τόκοι υπερημερίας
VIII. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 46 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
A. Γενικές αρχές
B. Μέτρα για τη συμμόρφωση με την παρούσα απόφαση
1. Η καταβολή του ποσού της δίκαιης ικανοποίησης
2. Άλλα επανορθωτικά μέτρα για τον προσφεύγοντα
3. Γενικά μέτρα για την πρόληψη παρόμοιων παραβιάσεων
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΜΟΦΩΝΑ
Για την υπόθεση Savriddin Dzhurayev κατά Ρωσίας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Πρώτο Τμήμα), που συνεδρίασε σε Τμήμα συγκείμενο από τους:
Isabelle Berro-Lefèvre, προεδρεύουσα,
Khanlar Hajiyev,
Mirjana Lazarova Trajkovska,
Julia Laffranque,
Erik Møse,
Ksenija Turković,
Dmitry Dedov, δικαστές,
και Søren Nielsen, γραμματέα του τμήματος,
Κατόπιν συσκέψεως εν συμβουλίω στις 9 Απριλίου 2013,
Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, που εγκρίνεται κατά την εν λόγω ημερομηνία:
Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση προήλθε από προσφυγή (αριθ. 71386/10) κατά της Ρωσικής Ομοσπονδίας, με την οποία ένας υπήκοος του Τατζικιστάν, ο κ. Savriddin Dzhanobiddinovich Dzhurayev («ο προσφεύγων»), προσέφυγε στο Δικαστήριο στις 6 Δεκεμβρίου 2010 σύμφωνα με το Άρθρο 34 της Σύμβασης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών («η Σύμβαση»).
2. O προσφεύγων εκπροσωπήθηκε από την κ. E. Ryabinina και την κ. D. Trenina, δικηγόρων που ασκούν το επάγγελμά τους στη Μόσχα. Η κυβέρνηση της Ρωσίας («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τον κ. G. Matyushkin, Εκπρόσωπο της Ρωσικής Ομοσπονδίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
3. Συγκεκριμένα ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση έκδοσής του στο Τατζικιστάν, κινδύνευε να υποστεί κακομεταχείριση και ότι ο δικαστικός έλεγχος της κράτησής του εν αναμονή της έκδοσής του δεν διεξήχθη ταχέως.
4. Στις 7 Δεκεμβρίου 2010 η Προεδρεύουσα του Πρώτου Τμήματος υπέδειξε στην εναγόμενη Κυβέρνηση, βάσει του Κανονισμού 39 των Κανονισμών του Δικαστηρίου, ότι ο προσφεύγων δεν πρέπει να εκδοθεί στο Τατζικιστάν μέχρι νεωτέρας απόφασης. Αποφασίστηκε επίσης να δοθεί προτεραιότητα στην εν λόγω υπόθεση βάσει του Κανονισμού 41 των Κανονισμών του Δικαστηρίου.
5. Στις 16 Δεκεμβρίου 2010 η Κυβέρνηση ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι οι αρχές είχαν προβεί στις ανάλογες ενέργειες προκειμένου να εγγυηθούν ότι ο προσφεύγων δεν θα εκδιδόταν στο Τατζικιστάν μέχρι νεωτέρας ειδοποιήσεως.
6. Στις 31 Ιανουαρίου 2011 η προσφυγή κοινοποιήθηκε στην Κυβέρνηση Αποφασίστηκε επίσης ότι η απόφαση θα ληφθεί επί του παραδεκτού και επί της ουσίας ταυτοχρόνως (Άρθρο 29 § 1).
7. Στις 2 Νοεμβρίου 2011, ο Προεδρεύων του Πρώτου Τμήματος ζήτησε από την Κυβέρνηση, βάσει του Κανονισμού 54 § 2 των Κανονισμών του Δικαστηρίου, να προσκομίσει επιπλέον πληροφορίες για τα γεγονότα προκειμένου να διασαφηνιστούν οι περιστάσεις της εικαζόμενης απαγωγής του προσφεύγοντος στη Μόσχα.
8. Στις 17 Ιανουαρίου 2012 το Τμήμα κάλεσε τα μέρη να υποβάλουν περαιτέρω γραπτές παρατηρήσεις σχετικά με την εικαζόμενη απαγωγή και μεταφορά του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν. Κατά συνέπεια, τα μέρη υπέβαλαν στο Δικαστήριο διάφορα περαιτέρω έγγραφα που περιελάμβαναν πληροφορίες σχετικά με τις νέες εξελίξεις στην υπόθεση και περαιτέρω παρατηρήσεις επί της ουσίας.
ΤΑ ΓΕΓΟΓΟΝΟΤΑ
I. ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
9. Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1985. Επί του παρόντος εκτίει ποινή φυλάκισης στο Τατζικιστάν.
Α. Το παρελθόν του προσφεύγοντος πριν από την ποινική δίωξή του.
10. Έως το 2006, ο προσφεύγων ζούσε στο χωριό από το οποίο καταγόταν, το Navgilem,στην Περιφέρεια Sogdiskaya του Τατζικιστάν. Εργαζόταν ως έμπορος στην τοπική αγορά τροφίμων
11. Τα γεγονότα που προηγήθηκαν της αναχώρησης του προσφεύγοντος από το Τατζικιστάν περιγράφηκαν από τον ίδιο ως εξής.
12. Από το 2002 έως το 2005, ο προσφεύγων πήγαινε σε ένα τζαμί, όπου μελετούσε το Κοράνι υπό τη διδασκαλία του κ. S. Marufov. Ο τελευταίος τέθηκε υπό κράτηση από την τοπική αστυνομία και πέθανε υπό κράτηση τον Μάιο του 2006. Σύμφωνα με αναφορές, ο κ. Marufov, πριν από τον θάνατό του υπέστη κακομεταχείριση (βλ. παράγραφο 102 παρακάτω).
13. Έπειτα από τον θάνατο του κ. Marufov, οι αρχές του Τατζικιστάν άρχισαν να αναζητούν τους οπαδούς του. Ο προσφεύγων εγκατέλειψε τη χώρα, φοβούμενος ότι θα διωχθεί λόγω των θρησκευτικών του δραστηριοτήτων.
14. Ο προσφεύγων έφτασε στη Ρωσία τον Ιούνιο του 2006 και εξασφάλιζε τα προς το ζην κάνοντας εργασίες που δεν απαιτούσαν εξειδίκευση στα προάστια της Μόσχας.
B. Η ποινική δίωξη κατά του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν και οι επακόλουθες διαδικασίες έκδοσης στη Ρωσία
15. Στις 7 Νοεμβρίου του 2006, η Γενική Εισαγγελία του Τατζικιστάν κίνησε ποινική δίωξη κατά του προσφεύγοντος και ενέκρινε την κράτησή του εν αναμονή της δίκης του. Στον προσφεύγοντα απαγγέλθηκαν κατηγορίες σύμφωνα με τα Άρθρα 186 § 2 και 187 § 2 του Ποινικού Κώδικα του Τατζικιστάν για σύσταση, κάποια χρονική στιγμή εντός του 1992, μαζί με διάφορα άλλα άτομα, «εγκληματικής συμμορίας» με την ονομασία «Bayat» (Байъат), η οποία αργότερα προσχώρησε σε μια «ένοπλη εγκληματική ομάδα» με την ονομασία «Ισλαμικό κίνημα του Ουζμπεκιστάν» («η IMU»). Η δεύτερη κατηγορία κατά του προσφεύγοντος αφορούσε την εικαζόμενη ανάμειξή του σε ένοπλη επίθεση που έγινε στις 27 Σεπτεμβρίου 2006 κατά τριών μελών του τοπικού κοινοβουλίου.
16. Την ίδια ημέρα, η Γενική Εισαγγελία του Τατζικιστάν εξέδωσε ένταλμα σύλληψης για τον προσφεύγοντα με βάση τις κατηγορίες που αναφέρθηκαν παραπάνω και συμπεριέλαβε το όνομά του στη λίστα των «καταζητούμενων».
17. Η ρωσική αστυνομία συνέλαβε τον προσφεύγοντα στις 21 Νοεμβρίου 2009 στη Μόσχα, σύμφωνα με διεθνές ένταλμα έρευνας το οποίο έχει εκδοθεί από τις αρχές του Τατζικιστάν. Παρέμεινε υπό κράτηση εν αναμονή της έκδοσής του έως τις 21 Μαΐου 2011 (βλ. παραγράφους
‑36 παρακάτω).
18. Στις 21 Δεκεμβρίου 2009 και στις 29 Μαρτίου 2010 ο Αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας του Τατζικιστάν ζήτησε από τον Ρώσο ομόλογό του να διατάξει την έκδοση του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν.
19. Στις 17 Ιουνίου 2010 ο Αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας της Ρωσίας διέταξε την έκδοση του προσφεύγοντος. Διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι ο προσφεύγων είχε κατηγορηθεί στο Τατζικιστάν για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, την IMU, από το 1992. Ο Αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας παρατήρησε, επίσης, ότι στο τέλος του 2005, ο προσφεύγων είχε μετακομίσει στη Ρωσία, όπου ίδρυσε έναν ένοπλο πυρήνα της IMU και ότι το 2006, μετέφερε κάθε μήνα έως και 5.000 δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών στους αρχηγούς της IMU στο Τατζικιστάν, χρηματοδοτώντας έτσι τις τρομοκρατικές τους ενέργειες, όπως η δολοφονία κυβερνητικών αξιωματούχων. Ο Αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας θεώρησε ότι οι πράξεις του προσφεύγοντος ήταν αξιόποινες και βάσει του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα και ότι η έκδοσή του δεν μπορούσε να αποτραπεί λόγω ενός εγκλήματος το οποίο ενδεχομένως να είχε διαπράξει στη Μόσχα, εφόσον δεν είχε κινηθεί έρευνα ή δίωξη για κάτι τέτοιο. Επιπλέον, δεν διαπίστωσε κανένα εμπόδιο για την έκδοση του προσφεύγοντος βάσει διεθνών συνθηκών ή βάσει της νομοθεσίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
20. Ο προσφεύγων κατήγγειλε την εντολή έκδοσης στο Δικαστήριο της Μόσχας («το Δικαστήριο») και δήλωσε ότι οι αρχές του Τατζικιστάν θα τον υπέβαλαν σε βασανιστήρια με σκοπό να τον αναγκάσουν να ομολογήσει ένα έγκλημα το οποίο δεν είχε διαπράξει. Παρέθεσε εκτενή νομολογία του Δικαστηρίου μέσω της οποίας αποδεικνυόταν ο κίνδυνος βασανιστηρίων στα οποία θα είχαν υποβληθεί ορισμένοι προσφεύγοντες σε παρόμοια θέση, εάν εκδίδονταν στην εν λόγω χώρα (Khodzhayev κατά Ρωσίας, αριθ. 52466/08, 12 Μαΐου 2010, και Khaydarov κατά Ρωσίας, αριθ. 21055/09, 20 Μαΐου 2010). Ο προσφεύγων επισήμανε, επίσης, τις αντιφάσεις και το παράδοξο, ακόμη, ορισμένων κατηγοριών που του απαγγέλθηκαν στο Τατζικιστάν, σύμφωνα με τις οποίες συμμετείχε ενεργά σε τρομοκρατικές ενέργειες από το 1992, δηλαδή όταν ακόμη ήταν παιδί.
21. Ο Αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας παρέδωσε στο Δικαστήριο μια επιστολή υπογεγραμμένη από τον ομόλογό του στο Τατζικιστάν, η οποία περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, τις εξής διαβεβαιώσεις:
«Εγγυόμαστε ότι σύμφωνα με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου θα παράσχουμε [στον προσφεύγοντα] κάθε δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του στη Δημοκρατία του Τατζικιστάν, συμπεριλαμβανομένης και της συνδρομής ενός δικηγόρου. Δεν θα υποστεί βασανιστήρια, βάναυση, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία (Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, και σχετικές συμβάσεις και πρωτόκολλα αυτών των Ηνωμένων Εθνών και του Συμβουλίου της Ευρώπης).
Ο Ποινικός Κώδικας του Τατζικιστάν δεν προβλέπει θανατική ποινή για τα εγκλήματα που αποδίδονται στον [προσφεύγοντα].
Η Γενική Εισαγγελία του Τατζικιστάν εγγυάται ότι ο σκοπός του αιτήματος έκδοσης στην περίπτωση του [προσφεύγοντος] δεν είναι η δίωξή του για πολιτικούς ή φυλετικούς λόγους, λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, της εθνικότητας ή των πολιτικών του απόψεων.
... Το Τατζικιστάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να ασκήσει δίωξη στον [προσφεύγοντα] μόνο για τα εγκλήματα τα οποία αποτελούν την αιτία έκδοσής του και ότι ο [προσφεύγων] δεν θα παραδοθεί σε τρίτο Κράτος χωρίς τη συγκατάθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας και θα είναι ελεύθερος να φύγει από την επικράτεια της Δημοκρατίας του Τατζικιστάν αφού εκτίσει την ποινή του.»
22. Στις 29 Οκτωβρίου 2010, το Δικαστήριο διεξήγαγε δημόσια ακροαματική διαδικασία. Ικανοποίησε το αίτημα της υπεράσπισης να εξεταστεί η κ. E. Ryabinina, με την ιδιότητά της ως ειδικού του Ρωσικού Ινστιτούτου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σχετικά με την κατάσταση στο Τατζικιστάν. Η ειδικός απάντησε στις ερωτήσεις κατά την ακροαματική διαδικασία και εξήγησε τις λεπτομέρειες τεσσάρων πρόσφατων αποφάσεων που εκδόθηκαν από το Δικαστήριο σε σχέση με την επικείμενη έκδοση των εμπλεκόμενων προσφευγόντων στο Τατζικιστάν και τις νομικές επιπτώσεις για την Ρωσική Ομοσπονδία (Khodzhayev, αναφέρεται παραπάνω, Khaydarov, αναφέρεται παραπάνω, Iskandarov κατά Ρωσίας, αριθ. 17185/05, 23 Σεπτεμβρίου 2010 και Gaforov κατά Ρωσίας, αριθ. 25404/09, 21 Οκτωβρίου 2010).
23. Με απόφαση που εγκρίθηκε την ίδια ημέρα, το Δικαστήριο επέμεινε στην εντολή έκδοσης, κρίνοντας ότι δεν υφίσταται κανένα εμπόδιο για την έκδοση του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν. Τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος, τα οποία στηρίζονταν στις υποχρεώσεις της Ρωσίας βάσει της Σύμβασης και της νομολογίας του Δικαστηρίου, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο με την εξής αιτιολογία:
«... τα επιχειρήματα ότι ο προσφεύγων ενδέχεται να διωχθεί για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και ότι υφίσταται σοβαρός κίνδυνος να υποστεί βασανιστήρια κατά την ποινική του δίωξη στο Τατζικιστάν ... κρίνονται από το δικαστήριο ως αβάσιμα και εφόσον τα εν λόγω επιχειρήματα αποτελούν υποθέσεις, οι οποίες δεν τεκμηριώνονται με κανέναν τρόπο, αλλά αντιθέτως, καταρρίπτονται ολοσχερώς από το υλικό της υπόθεσης, το οποίο έχει εξετάσει το Δικαστήριο, και συγκεκριμένα από τις γραπτές εγγυήσεις του Αναπληρωτή Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας του Τατζικιστάν ...
Τα επιχειρήματα ... ότι στη Δημοκρατία του Τατζικιστάν γίνονται βασανιστήρια για θρησκευτικούς και πολιτικούς λόγους, όπως επιβεβαιώνεται από τα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και άλλων οργανισμών υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ... κρίνονται από το δικαστήριο ως αβάσιμα, διότι τα εν λόγω έγγραφα σχετίζονται με άλλα άτομα και όχι με [τον προσφεύγοντα]. Επιπλέον, τα εν λόγω επιχειρήματα ανατρέπονται και από τις προαναφερθείσες γραπτές εγγυήσεις της Γενικής Εισαγγελίας του Τατζικιστάν.»
24. Στις 9 Δεκεμβρίου 2010 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του Δικαστηρίου. Το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι η έκδοσή του παραβιάζει το Άρθρο 3 της Σύμβασης απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο βάσει μόνον του κειμένου των γραπτών εγγυήσεων της Γενικής Εισαγγελίας του Τατζικιστάν.
Γ. Η αίτηση για τη χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα και προσωρινού ασύλου
25. Στις 22 Δεκεμβρίου 2009 ο προσφεύγων κατέθεσε αίτηση στο παράρτημα της Ρωσικής Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Μετανάστευσης στην πόλη της Μόσχας («η FMS») για τη χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα. Υποστήριξε ότι στο Τατζικιστάν είχε διωχθεί λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων και ότι σε περίπτωση έκδοσής του, θα υποβαλλόταν σε βασανιστήρια.
26. Στις 26 Απριλίου 2010, το παράρτημα της FMS στην πόλη της Μόσχας απέρριψε την αίτηση. Ο προσφεύγων ειδοποιήθηκε για την απόφαση στις 12 Μαΐου 2010.
27. Στις 26 Αυγούστου 2010, ο Αναπληρωτής Διευθυντής της FMS απέρριψε την έφεση που κατέθεσε ο προσφεύγων κατά της εν λόγω απόφασης. Υπενθύμισε στον προσφεύγοντα ότι η IMU θεωρούνταν από το ανώτατο δικαστήριο τόσο του Τατζικιστάν όσο και της Ρωσίας οργάνωση η οποία πραγματοποιεί τρομοκρατικές ενέργειες. Παρόλο που επισήμανε τις εκτενείς διεθνείς επικρίσεις για τη χρήση βασανιστηρίων και την ατιμωρησία των κρατικών αξιωματούχων στο Τατζικιστάν, ο Αναπληρωτής Διευθυντής της FMS δεν θεώρησε ότι υπάρχει κανένας βάσιμος λόγος για τον φόβο δίωξης του προσφεύγοντος με βάση τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Επισημαίνοντας ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού του Τατζικιστάν είναι Μουσουλμάνοι, θεώρησε απίθανο να διωχθεί ο προσφεύγων αποκλειστικά με βάση την Ισλαμική του πίστη. Σε ό,τι αφορά την προσπάθεια των αρχών να ενισχύσουν τον έλεγχό τους επί των θρησκευτικών πεποιθήσεων, αυτή θεωρήθηκε ότι συμβαδίζει με τον ευνόητο στόχο να περιοριστεί η επιρροή του ριζοσπαστικού Ισλάμ, συμπεριλαμβανομένης της IMU. Συμπέρανε ότι ο προσφεύγων δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για το καθεστώς του πρόσφυγα και ότι η αίτησή του είχε υποκινηθεί από την πρόθεσή του να αποφύγει την ποινική ευθύνη στο Τατζικιστάν. Παρατήρησε ταυτοχρόνως ότι η ύπαρξη βάσιμου φόβου ο προσφεύγων να καταστεί θύμα βασανιστηρίων ή κακομεταχείρισης θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο για τη χορήγηση προσωρινού ασύλου στη Ρωσία βάσει της παραγράφου 12 του Νόμου περί προσφύγων.
28. Την 1η Οκτωβρίου 2010, ο προσφεύγων προσέφυγε κατά της απόφασης της FMS στο Δικαστήριο της Περιφέρειας Basmanniy της Μόσχας. Υποστήριξε ότι η FMS δεν είχε διεξαγάγει ενδελεχή και επαρκή ανάλυση της κατάστασης στο Τατζικιστάν και δεν έλαβε δεόντως υπ’ όψιν τις πληροφορίες που παρείχαν διάφορες διεθνείς πηγές γι’ αυτό το θέμα. Κατέθεσε, επίσης, ότι η FMS τον θεώρησε ένοχο για τα αδικήματα που του είχαν αποδοθεί από τις αρχές του Τατζικιστάν αποδεχόμενη ουσιαστικά την εκδοχή των γεγονότων που παρουσίασε η Γενική Εισαγγελία του Τατζικιστάν.
29. Στις 10 Νοεμβρίου 2010 το Δικαστήριο της Περιφέρειας της Basmanniy επικύρωσε την απόφαση της FMS της 26ης Αυγούστου 2010. Αναφέρθηκε στα επιχειρήματα που περιελάμβανε η εν λόγω απόφαση και τα έκρινε πειστικά και έλαβε υπ’ όψιν το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν είχε προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για το αντίθετο Στις 6 Δεκεμβρίου 2010, η απόφαση του δικαστηρίου επικυρώθηκε κατ’ αναίρεση από το Δικαστήριο της Μόσχας.
30. Στις 24 Μαΐου 2011 ο προσφεύγων έκανε αίτηση στην FMS για τη χορήγηση προσωρινού ασύλου στη Ρωσία. Στις 2 Ιουνίου 2011 το Γραφείο της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR) στη Ρωσία ενημέρωσε τον εκπρόσωπο του προσφεύγοντος ότι πληρούσε τα κριτήρια που τίθενται από το καταστατικό του και μπορούσε να υποβάλει αίτηση για διεθνή προστασία σύμφωνα με τους κανονισμούς του.
31. Στις 6 Σεπτεμβρίου 2011, το παράρτημα της FMS στην πόλη της Μόσχας χορήγησε στον προσφεύγοντα προσωρινό άσυλο στη Ρωσία και εξέδωσε το σχετικό πιστοποιητικό. Το πιστοποιητικό καταχωρήθηκε με κωδικό αναφοράς ВУ № 0004219 και παραδόθηκε στον προσφεύγοντα στις 8 Σεπτεμβρίου 2011 παρουσία του δικηγόρου του.
Δ. Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου σχετικά με την κράτηση του προσφεύγοντος εν αναμονή της έκδοσής του
32. Κατόπιν της συλλήψεως του προσφεύγοντος στη Μόσχα (βλ. παράγραφο 17 παραπάνω), στις 23 Νοεμβρίου 2009 το Δικαστήριο της Μόσχας στην Περιφέρεια Meshchanskiy διέταξε την κράτησή του εν αναμονή της έκδοσής του.
33. Στις 15 Ιανουαρίου 2010 το ίδιο δικαστήριο παρέτεινε την κράτηση του προσφεύγοντος έως τις 21 Μαΐου 2010. Ο προσφεύγων άσκησε έφεση κατά της απόφασης την 1η Φεβρουαρίου 2010. Απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 22 Μαρτίου 2010.
34. Στις 17 Μαΐου 2010, το Δικαστήριο της Περιφέρειας του Meshchanskiy παρέτεινε περαιτέρω την κράτηση του προσφεύγοντος έως τις 21 Νοεμβρίου 2010. Ο προσφεύγων άσκησε έφεση κατά της απόφασης στις 19 Μαΐου 2010. Το Δικαστήριο απέρριψε την έφεση στις 12 Ιουλίου 2010.
35. Στις 19 Ιανουαρίου 2010 το ίδιο δικαστήριο παρέτεινε την κράτηση του προσφεύγοντος έως τις 21 Μαΐου 2011. Στις 22 Νοεμβρίου 2010, ο προσφεύγων άσκησε έφεση κατά της εν λόγω απόφασης, η οποία απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ρωσίας στις 21 Δεκεμβρίου 2010.
36. Στις 20 Μαΐου 2011, ο εισαγγελέας της Περιφέρειας του Meshchanskiy διέταξε την απελευθέρωση του προσφεύγοντος μετά από προσωπική εγγύηση, η οποία χορηγήθηκε από τον δικηγόρο του σύμφωνα με το Άρθρο 103 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Ε. Η εικαζόμενη απαγωγή και μεταφορά του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν
1. Η εκδοχή του προσφεύγοντος για τα γεγονότα
37. Σύμφωνα με τη γραπτή μαρτυρία του προσφεύγοντος και τις συμπληρωματικές πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν από τις εκπροσώπους του, από μάρτυρες και από άλλες διαθέσιμες πηγές, η απαγωγή και η μεταφορά του στο Τατζικιστάν πραγματοποιήθηκε ως εξής.
38. Γύρω στις 9 ή 10 μ.μ. στις 31 Οκτωβρίου 2011 ο προσφεύγων και ένας φίλος του οδηγούσαν στη νοτιοδυτική περιοχή της Μόσχας, όταν στη λεωφόρο Michurinskiy τον δρόμο τους μπλόκαρε ένα μίνι βαν. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε ο δικηγόρος του προσφεύγοντος στην αστυνομία και στις ερευνητικές αρχές, το συμβάν έλαβε χώρα μεταξύ 11:30 και 11:45 μ.μ. στον αριθμό 15, της λεωφόρου Vernadskiy στη Μόσχα. Ο προσφεύγων και ο φίλος του βγήκαν από το αυτοκίνητο και προσπάθησαν να διαφύγουν. Τους ακολούθησαν τρεις ή τέσσερις άνδρες,που δεν έχουν ταυτοποιηθεί, οι οποίοι πυροβόλησαν δύο φορές. Ο φίλος του προσφεύγοντος κατάφερε να διαφύγει, ενώ ο προσφεύγων εμποδίστηκε, χτυπήθηκε με ένα κλομπ και οδηγήθηκε με τη βία μέσα στο μίνι βαν από τους ίδιους άνδρες, οι οποίοι δεν αποκάλυψαν την ταυτότητά τους.
39. Ο προσφεύγων κρατήθηκε μέσα στο μίνι βαν για μία νύχτα και μία ημέρα. Τα άτομα που τον είχαν συλλάβει τον υπέβαλαν σε βασανιστήρια και κακομεταχείριση. Τον χτύπησαν, του έβαλαν ένα όπλο στο κεφάλι και απείλησαν ότι θα τον σκότωναν, αν δεν συμφωνούσε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Ο προσφεύγων τους έδειξε το πιστοποιητικό του προσωρινού ασύλου που του είχε χορηγήσει η FMS, αλλά εκείνοι απλώς τον περιγέλασαν. Το άτομο που έκανε ερωτήσεις στον προσφεύγοντα καταγόταν από το Τατζικιστάν.
40. Το βράδυ της επόμενης ημέρας, οι απαγωγείς μετέφεραν τον προσφεύγοντα απευθείας στον αεροδιάδρομο του αεροδρομίου Ντομοντέντοβο της Μόσχας, χωρίς να περάσουν ούτε από τις συνήθεις τυπικές διαδικασίες διέλευσης από τα σύνορα και τελωνειακού ελέγχου ούτε από τους ελέγχους ασφαλείας. Ο προσφεύγων παραδόθηκε σε περίπολο του Τατζικιστάν, η οποία τον επιβίβασε με τη βία σε ένα κοντινό αεροσκάφος χωρίς να δείξει εισιτήριο ή άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα.
41. Γύρω στις 4 π.μ. της επόμενης ημέρας, το αεροσκάφος έφτασε στο αεροδρόμιο του Κουτζάντ στο Τατζικιστάν, όπου ο προσφεύγων παραδόθηκε στις αρχές του Τατζικιστάν. Τα αιτήματά του για δικηγόρο απορρίφθηκαν. Σύμφωνα με τη γραπτή μαρτυρία του πατέρα του προσφεύγοντος, ο προσφεύγων κρατήθηκε και ανακρίθηκε για χρονική περίοδο η οποία δεν μπορεί να καθοριστεί στο αστυνομικό τμήμα του Κουτζάντ. Ο πατέρας του προσφεύγοντος κατέθεσε εγγράφως ότι οι αστυνομικοί, ένας εκ των οποίων ταυτοποιήθηκε ως ο S. M., κακομεταχειρίστηκαν σοβαρά τον προσφεύγοντα για να τον αναγκάσουν να ομολογήσει εγκλήματα τα οποία ποτέ δεν είχε διαπράξει και να δηλώσει ότι επέστρεψε στο Τατζικιστάν με δική του προαίρεση. Κατέθεσε, επίσης, ότι στις 20 Δεκεμβρίου 2012, ο ερευνητής R.R. είχε αρνηθεί να τον αφήσει να συναντήσει τον γιο του που βρισκόταν υπό κράτηση, προβάλλοντας ως αιτιολογία την άρνηση του πατέρα να βοηθήσει τις αρχές να συλλάβουν τον προσφεύγοντα και να τον φέρουν πίσω στη χώρα.
2. Οι πληροφορίες που προσκομίστηκαν από την Κυβέρνηση
42. Οι ισχυρισμοί της Κυβέρνησης σχετικά με την εκδοχή του προσφεύγοντος για τα γεγονότα περιορίστηκαν στα εξής.
43. Μετά τις έρευνες του Δικαστηρίου, οι επιστολές που εστάλησαν από την Κυβέρνηση στις 18 Νοεμβρίου 2011 και στις 29 Φεβρουαρίου 2012 δεν περιείχαν πληροφορίες για το πού βρισκόταν ο προσφεύγων ή για το εάν είχε διασχίσει τα σύνορα του κράτους. Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε, ακόμη, ότι τα δικαιώματα και οι ελευθερίες του προσφεύγοντος δεν περιορίστηκαν με κανέναν τρόπο μετά την απελευθέρωσή του στις 20 Μαΐου 2011, ότι η νομοθεσία δεν υποχρέωνε τις αρχές να διασφαλίσουν την παρακολούθηση του προσφεύγοντος, ότι η έκδοση ή η απέλασή του είχαν ανασταλεί σύμφωνα με τα προσωρινά μέτρα που διατάχθηκαν από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου, δεν είχε παραδοθεί στο Τατζικιστάν μέσω της διαδικασίας έκδοσης.
44. Στις 5 Απριλίου 2012, η Κυβέρνηση μετέφερε ξανά τις επίσημες πληροφορίες που είχαν παρασχεθεί στις 26 Μαρτίου 2012 από τον Γενικό Εισαγγελέα του Τατζικιστάν στον Ρώσο ομόλογό του, σύμφωνα με τις οποίες ο προσφεύγων είχε «παραδοθεί οικειοθελώς» στις 3 Νοεμβρίου 2011 στο Περιφερειακό Τμήμα για την Καταπολέμηση του Οργανωμένου Εγκλήματος του Sogdiyskiy (РОБОП) και είχε κρατηθεί στον χώρο προσωρινής κράτησης αριθ. 2 (СИЗО №2) του Κουτζάντ.
45. Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες που παρείχε η Κυβέρνηση στις 25 Φεβρουαρίου 2013, η έρευνα για την απαγωγή και τη μεταφορά του προσφεύγοντος εκκρεμούσε ακόμα.
ΣΤ. Τα αιτήματα για την προστασία του προσφεύγοντος από τον άμεσο κίνδυνο βίαιης μεταφοράς του στο Τατζικιστάν
46. Μόλις ενημερώθηκαν για την απαγωγή του προσφεύγοντος το βράδυ της 31ης Οκτωβρίου 2011, οι εκπρόσωποί του επικοινώνησαν αμέσως με τις αρμόδιες ρωσικές αρχές και τους ζήτησαν να λάβουν επείγοντα μέτρα για να εμποδίσουν τη βίαιη απομάκρυνση του προσφεύγοντος από τη ρωσική επικράτεια.
47. Μεταξύ 3 και 5 π.μ. την 1η Νοεμβρίου , η κ. E. Ryabinina έστειλε με φαξ τέσσερα επίσημα αιτήματα για το εν λόγω ζήτημα στον επικεφαλής του Αστυνομικού Τμήματος της Μόσχας, στον Διευθυντή της FMS, στον Γενικό Εισαγγελέα και τον Εκπρόσωπο της Ρωσικής Ομοσπονδίας στο Δικαστήριο αντίστοιχα. Ζήτησε, επίσης, βοήθεια και από τον Επίτροπο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
48. Στη επιστολή της προς τον επικεφαλής του Αστυνομικού Τμήματος της Μόσχας, η εκπρόσωπος του προσφεύγοντος περιέγραψε τις περιστάσεις της απαγωγής του. Του υπενθύμισε, ακόμη, το νομικό καθεστώς του προσφεύγοντος, σύμφωνα με το οποίο η FMS του είχε χορηγήσει προσωρινό άσυλο και το Δικαστήριο είχε εφαρμόσει προσωρινά μέτρα για να αποτρέψει την έκδοσή του. Η επιστολή κατέληγε ως εξής:
«Ενόψει των [εν λόγω περιστάσεων], υπάρχουν σοβαροί λόγοι να φοβόμαστε ότι έχει πραγματοποιηθεί απόπειρα απαγωγής του [προσφεύγοντος] με σκοπό ακολούθως να μεταφερθεί παράνομα από τη Ρωσία στο Τατζικιστάν, οι αρχές του οποίου έχουν ζητήσει την έκδοσή του για την ποινική του δίωξη.
Η κατάσταση επιδεινώνεται από το γεγονός ότι ο αδερφός του προσφεύγοντος, [Sh. T.], εξαφανίστηκε στις 8 Σεπτεμβρίου στη Μόσχα και σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρείχε η σύζυγός του, προφυλακίστηκε στις 13 Σεπτεμβρίου στο Κουτζάντ, στη Δημοκρατία του Τατζικιστάν, όπου και κρατείται ακόμη. Λίγο καιρό πριν, στις 23 Αυγούστου του ίδιου έτους, εξαφανίστηκαν στη Μόσχα δύο ακόμη αιτούντες άσυλο, οι οποίοι προστατεύονταν από βίαιη μεταφορά από [τα προσωρινά μέτρα τα οποία είχαν αποφασιστεί] από το Δικαστήριο: ένας υπήκοος του Τατζικιστάν, ο S. K. και ένας υπήκοος του Ουζμπεκιστάν, ο M. Α. Και οι δύο μεταφέρθηκαν στο Τατζικιστάν και προφυλακίστηκαν. Πρέπει να αποκλεισθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι έφυγαν οικειοθελώς, αφού δεν είχαν κανένα έγγραφο που να τους επιτρέπει να διασχίσουν τα κρατικά σύνορα της Ρωσικής Ομοσπονδίας: το διαβατήριο του M. A. βρισκόταν στην κατοχή του παραρτήματος της FMS στη Μόσχα, ενώ ο S.K. είχε χάσει το διαβατήριό του αρκετά χρόνια πριν. ...»
49. Την ίδια ημέρα, ο Επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, έστειλε επίσης επιστολή στον επικεφαλής του Αστυνομικού Τμήματος της Μόσχας, η οποία είχε ως εξής:
«... ‘Έχουμε βάσιμους λόγους να φοβόμαστε ότι έχει πραγματοποιηθεί απόπειρα παράνομης μεταφοράς [του προσφεύγοντος] στο Τατζικιστάν, όπου απειλείται η ζωή του.
Σήμερα, 1η Νοεμβρίου 2011, [ο εκπρόσωπος του προσφεύγοντος] σας ζήτησε να λάβετε επείγοντα μέτρα για να αποτρέψετε τη βίαιη μετακίνηση του [προσφεύγοντος] από την επικράτεια της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ιδιαιτέρως μέσω των αεροδρομίων της Μόσχας.
Σας ζητώ να εξετάσετε το [παραπάνω] αίτημα όσο το δυνατόν ταχύτερα και να λάβετε όλα τα δυνατά μέτρα με σκοπό την εύρεση [του προσφεύγοντος] και την αποτροπή της βίαιης μετακίνησής του από την επικράτεια της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
Σας ζητώ να με ενημερώσετε για τα αποτελέσματα που θα προκύψουν από την εξέταση του αιτήματος.»
50. Δεν υπάρχουν πληροφορίες ότι λήφθηκε οποιοδήποτε προστατευτικό μέτρο από τις σχετικές αρχές μετά από τα εν λόγω αιτήματα.
51. Στις 7 Νοεμβρίου 2011, το Γραφείο του Εκπροσώπου της Ρωσικής Ομοσπονδίας στο Δικαστήριο απάντησε στην εκπρόσωπο του προσφεύγοντος ότι βάσει τον προσωρινών μέτρων που είχαν ληφθεί από το Δικαστήριο, οι ρωσικές αρχές απείχαν από την έκδοσή του και ότι είχε αποσταλεί σχετική οδηγία στην Ομοσπονδιακή Υπηρεσία για την Εκτέλεση των Ποινών (ФСИН), στον Γενικό Εισαγγελέα και στο Υπουργείο Εσωτερικών.
Η. Η επιστολή από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου μετά την απαγωγή του προσφεύγοντος και τη μεταφορά του στο Τατζικιστάν
52. Μετά την καταγγελία του προσφεύγοντος για την απαγωγή του στην παρούσα υπόθεση και παρόμοια γεγονότα σε ορισμένες άλλες υποθέσεις, στις 25 Ιανουαρίου 2012, ο Γραμματέας του Δικαστηρίου απέστειλε επιστολή στον Εκπρόσωπο της Ρωσικής Ομοσπονδίας στο Δικαστήριο. Η επιστολή έχει ως εξής:
«Ο Προεδρεύων του Δικαστηρίου, Sir Nicolas Bratza, μου ζήτησε να εκφράσω, εκ μέρους του, τη βαθιά του ανησυχία για την εξαφάνιση του προσφεύγοντος στη Ρωσία και την επακόλουθη μεταφορά του στο Τατζικιστάν παρά τα προσωρινά μέτρα που υπαγορεύονταν από τον Κανονισμό 39 των Κανονισμών του Δικαστηρίου.
Ο Προεδρεύων επισήμανε ότι έπειτα από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Iskandarov (αριθ. 17185/05, 23 Σεπτεμβρίου 2010) με την οποία η Ρωσική Ομοσπονδία θεωρήθηκε υπεύθυνη για την παράβαση του Άρθρου 3 λόγω της ανεξήγητης απαγωγής και μεταφοράς του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν από άτομα που δεν ταυτοποιήθηκαν, το Δικαστήριο έχει αντιμετωπίσει επανειλημμένως τέτοιου είδους περιστατικά σε τέσσερις ακόμα υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της υπόθεσης που αναφέρεται παραπάνω (οι υπόλοιπες τρεις υποθέσεις είναι οι εξής: Abdulkhakov κατά Ρωσίας, αριθ. 14743/11, S.K. κατά Ρωσίας, αριθ. 58221/10 και Zokhidov κατά Ρωσίας, αριθ. 67286/10). Από τις εξηγήσεις που έχουν δοθεί ως τώρα από την Κυβέρνηση δεν διευκρινίζεται πώς οι προσφεύγοντες διέσχισαν, παρά τη θέλησή τους, τα σύνορα του ρωσικού κράτους παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις της Κυβέρνησης ότι δεν θα πραγματοποιούνταν έκδοση εν αναμονή της εξέτασής των υποθέσεών τους από το Δικαστήριο.
Ο Προεδρεύων είναι ιδιαιτέρως ενοχλημένος από τις εν λόγω εξελίξεις. Ανησυχεί ιδιαιτέρως για τις επιπτώσεις τους στο κύρος του Δικαστηρίου και την πιθανή εξακολούθηση τέτοιων ανεπίτρεπτων περιστατικών σε υποθέσεις άλλων προσφευγόντων για τους οποίους εξακολουθούν να ισχύουν προσωρινά μέτρα εξαιτίας του άμεσου κινδύνου παραβίασης των δικαιωμάτων τους βάσει των Άρθρων 2 και 3 της Σύμβασης στις χώρες προορισμού. Απόδειξη της σοβαρότητας με την οποία αντιμετωπίζει ο Προεδρεύων αυτή την εξέλιξη των γεγονότων αποτελεί το γεγονός ότι ζήτησε να ενημερωθούν αμέσως ο Πρόεδρος της Επιτροπής των Υπουργών, ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης και ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Ο Προεδρεύων επισήμανε, επίσης, ότι το Τμήμα του Δικαστηρίου έχει ζητήσει από την Κυβέρνηση πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με αυτή την ανησυχητική και πρωτοφανή κατάσταση και προσδοκά ότι οι αρμόδιες ρωσικές αρχές θα παρέχουν στο Δικαστήριο διεξοδικές πληροφορίες για τη μετέπειτα παρακολούθηση των γεγονότων στη Ρωσική Ομοσπονδία. Εν τω μεταξύ, εφιστώ την προσοχής σας στο γεγονός ότι εξακολουθούν να ισχύουν προσωρινά μέτρα βάσει του Κανονισμού 39 σε άλλες είκοσι πέντε ρωσικές υποθέσεις που αφορούν έκδοση ή απέλαση. Οι εν λόγω υποθέσεις παρατίθενται στο παράρτημα της παρούσας επιστολής.»
53. Στις 5 Μαρτίου 2012, ο Εκπρόσωπος της Ρωσικής Ομοσπονδίας στο Δικαστήριο σε απάντησή του προς τον Γραμματέα, τον ενημέρωσε ότι θα υποβάλλονταν οι κατάλληλες πληροφορίες «μόλις θα λαμβάνονταν τα απαραίτητα δεδομένα από τις σχετικές αρχές».
Θ. Η επίσημη έρευνα και οι επανειλημμένες αρνήσεις να ξεκινήσουν ποινικές διαδικασίες για τα επίμαχα γεγονότα
54. Στις 30 Νοεμβρίου και στις 2 Δεκεμβρίου 2011, το Υπουργείο Εσωτερικών ενημέρωσε την εκπρόσωπο του προσφεύγοντος ότι η καταγγελία της για την απαγωγή του προσφεύγοντος είχε σταλεί στο Νοτιοδυτικό Αστυνομικό Τμήμα της Μόσχας (УВД по Юго-Западному АО ГУ МВД России по г. Москве) και στη συνέχεια στη Διαπεριφερειακή Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών του Γκαγκαρίνσκι στη Νοτιοδυτική Διοικητική Ζώνη της Μόσχας (Гагаринский МСО СУ по ЮЗАО ГСУ СК РФ). Στις 30 Δεκεμβρίου 2011, η τελευταία αποφάσισε να μεταφέρει τον φάκελο στη Διαπεριφερειακή Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών του Νικουλίνσκι στη Νοτιοδυτική Διοικητική Ζώνη της Μόσχας (Никулинский МСО СУ по ЮЗАО ГСУ СК РФ по г. Москве – καλούμενη στο εξής «Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών του Νικουλίνκσι»).
1. Η πρώτη άρνηση του ερευνητή να εκκινήσει εγκληματολογική έρευνα και η ακύρωσή της από τον ανώτερό του
55. Βάσει του Άρθρου 144 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο ανώτερος ερευνητής της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Νικουλίνσκι, P.K., διεξήγαγε προκαταρκτική έρευνα (проверка сообщения о преступлении – «η έρευνα»).
56. Στις 21 Μαρτίου 2012 ο P. K. αρνήθηκε να ξεκινήσει εγκληματολογική έρευνα σχετικά με την εικαζόμενη απαγωγή του προσφεύγοντος με το αιτιολογικό της απουσίας του σώματος του εγκλήματος (corpus delicti). Κατόπιν σύντομης ανακεφαλαίωσης των γεγονότων, όπως την παρουσίασε η εκπρόσωπος του προσφεύγοντος, ο ανώτερος ερευνητής, κατέληξε στα εξής:
«... κατόπιν ανάλυσης του υλικού της έρευνας, η ερευνητική αρχή δεν βρίσκει επί του παρόντος κανένα αποδεικτικό στοιχείο για την τέλεση εγκλήματος βάσει των Άρθρων 126 και 127 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, διότι δεν αποδείχθηκε αντικειμενικά εάν ο προσφεύγων παραμένει στο έδαφος της Ρωσικής Ομοσπονδίας ή έχει διασχίσει τα σύνορα αυτής. Στο πλαίσιο της έρευνας, λάβαμε επίσης πληροφορίες οι οποίες δεν περιείχαν αναφορές για πυροβολισμούς ή απαγωγές ατόμων στο σημείο στο οποίο εικάζεται ότι απήχθη [ο προσφεύγων]. Η ερευνητική αρχή δεν αποκλείει την πιθανότητα, μετά την αποφυλάκισή του, [ο προσφεύγων] να σκηνοθέτησε την απαγωγή του με σκοπό να απαλλαγεί από την ποινική ευθύνη για εγκλήματα τα οποία είχε διαπράξει στην επικράτεια της Δημοκρατίας του Τατζικιστάν.»
57. Την ίδια ημέρα, ο επικεφαλής της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Νικουλίνσκι, S.K, ακύρωσε την παραπάνω απόφαση και έστειλε την υπόθεση στον ίδιο ανώτερο ερευνητή για περαιτέρω διερεύνηση. Αιτιολόγησε την απόφασή του ως εξής:
«Η άρνηση του ερευνητή να κινήσει ποινικές διαδικασίες είναι αβάσιμη και πρέπει να ακυρωθεί. Στο πλαίσιο της περαιτέρω έρευνας, χρειάζεται να ληφθούν απαντήσεις σε όλα τα αιτήματα για πληροφορίες τα οποία εστάλησαν για το θέμα και πραγματοποιηθεί πρόσθετη συνέντευξη με [την εκπρόσωπο του προσφεύγοντος].»
58. Στις 27 Μαρτίου 2012, ο επικεφαλής του Πρώτου Τμήματος Εποπτείας των Διαδικασιών της Γενικής Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Μόσχας (ГСУ СК России по г. Москве) επίσης ζήτησε την περαιτέρω έρευνα του θέματος. Επίσης, στις 30 Μαρτίου 2012, ο αναπληρωτής της Διαπεριφερειακής Εισαγγελίας του Νικουλίνσκι (заместитель Никулинского межрайонного прокурора) ζήτησε από τον ερευνητή να εξακριβώσει εάν οι ρωσικές αρχές είχαν κάποια ανάμειξη στην εικαζόμενη απαγωγή του προσφεύγοντος.
2. Η δεύτερη άρνηση του ερευνητή να ξεκινήσει εγκληματολογική έρευνα και η ακύρωσή της από τον ανώτερό του
59. Στις 20 Απριλίου 2012 ο ανώτερος ερευνητής, P.K., αρνήθηκε ξανά να ξεκινήσει εγκληματολογική έρευνα με νέα απόφαση στην οποία επαναλάμβανε κατά λέξη την πρότερη απόφαση του της 21ης Μαρτίου 2012 (βλ. παράγραφο
παραπάνω).
60. Στις 23 Απριλίου 2012, ο αναπληρωτής επικεφαλής της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Νικουλίνσκι, A. N., ακύρωσε την εν λόγω απόφαση, επίσης επαναλαμβάνοντας κατά λέξη την προηγούμενη απόφαση της 21ης Μαρτίου 2012 του επικεφαλής της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών, με την οποία είχε ακυρωθεί η πρώτη απόφαση του P. K. με την ίδια ημερομηνία (βλ. παράγραφο
παραπάνω).
3. Η τρίτη άρνηση του ερευνητή να ξεκινήσει εγκληματολογική έρευνα και η ακύρωσή της από τον ανώτερό του
61. Στις 23 Μαΐου 2012, ο ανώτερος ερευνητής, P. K., αρνήθηκε ξανά να ξεκινήσει εγκληματολογική έρευνα για την απαγωγή του προσφεύγοντος. Το κείμενο της εν λόγω απόφασης δεν υποβλήθηκε στο Δικαστήριο.
62. Στις 9 Ιουνίου 2012, ο αναπληρωτής επικεφαλής της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Νικουλίνσκι, A. N., ακύρωσε ξανά την εν λόγω απόφαση και ζήτησε να ακολουθηθούν οι εξής διαδικασίες:
«Στο πλαίσιο περαιτέρω έρευνας, πρέπει να σταλεί δεύτερο αίτημα στις αρχές επιβολής του νόμου της Δημοκρατίας του Τατζικιστάν για να αποσαφηνιστούν τα εξής: [ο προσφεύγων] έχει διασχίσει τα σύνορα του Τατζικιστάν, [ο προσφεύγων] κρατείται σε χώρο προφυλάκισης και έχει ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του [προσφεύγοντος],
Πρέπει να ξεκινήσει διαφορετική σειρά διαδικασιών με βάση το υλικό που αφορά το ενδεχόμενο ο προσφεύγων να διέσχισε παράνομα τα ρωσικά σύνορα ... και το υλικό που εστάλη στην Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας (FSB) με σκοπό να διεξαχθεί έρευνα βάσει του Άρθρου 151 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
... [η εκπρόσωπος του προσφεύγοντος] πρέπει να ερωτηθεί για τα εξής: εξακολουθεί να εκπροσωπεί τον [προσφεύγοντα] και μπορεί να δώσει οποιαδήποτε διευκρίνιση σχετικά με το γεγονός ότι [εκείνος] έχει διασχίσει τα σύνορα; Πρέπει να ληφθούν και ορισμένα άλλα μέτρα επαλήθευσης με σκοπό τη λήψη νόμιμης και πλήρως τεκμηριωμένης απόφασης.»
4. Η τέταρτη άρνηση του ερευνητή να ξεκινήσει εγκληματολογική έρευνα
63. Στις 9 Ιουλίου 2012, ο ερευνητής της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Νικουλίνσκι A. Z. αρνήθηκε να κινήσει ποινική δίωξη για την απαγωγή του προσφεύγοντος. Έπειτα από σύντομη περιγραφή των γεγονότων, η απόφαση έχει ως εξής:
«Σύμφωνα με πληροφορίες από το Τμήμα Συνοριακού Ελέγχου της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας της Ρωσίας («η FSB»), η νομοθεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας δεν προβλέπει ότι πρέπει να καταγράφονται τα ονόματα των ατόμων που διασχίζουν τα κρατικά σύνορα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Σύμφωνα με την ενότητα 30(15) του Νόμου περί των κρατικών συνόρων της Ρωσικής Ομοσπονδίας, καταγράφεται μόνο ο αριθμός των ατόμων που διασχίζουν τα σύνορα.
Επομένως, είναι αδύνατον να επιβεβαιωθούν ή να διαψευσθούν οι πληροφορίες σχετικά με το εάν [ο προσφεύγων] διέσχισε τα κρατικά σύνορα.
Έπειτα από αίτημα για παροχή πληροφοριών για [τον προσφεύγοντα], υπηκόου της Δημοκρατίας του Τατζικιστάν, η Γενική Εισαγγελία της Δημοκρατίας του Τατζικιστάν απάντησε ότι το προαναφερθέν αίτημα δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί διότι είχε υποβληθεί κατά παράβαση της Σύμβασης της 22ας Ιανουαρίου 1993 περί δικαστικής συνδρομής και νομικών σχέσεων σε υποθέσεις αστικού, οικογενειακού και ποινικού δικαίου.
Οι αστυνομικές αρχές που είναι υπεύθυνες για την εν λόγω επικράτεια δεν έχουν λάβει καμία πληροφορία κατά την εν λόγω περίοδο σχετικά με παράνομες ενέργειες που αφορούσαν είτε τη χρήση όπλου είτε την απαγωγή ατόμων υπό τις συνθήκες που αναφέρονται στην προσφυγή.
Το παράρτημα της FSB στην πόλη της Μόσχας και το Περιφερειακό παράρτημα έχει στην κατοχή του υλικό που αφορά την επαλήθευση του ενδεχόμενου [ο προσφεύγων] να διέσχισε παράνομα τα σύνορα της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
Δεδομένου ότι έχει εκδοθεί διεθνές ένταλμα έρευνας για [τον προσφεύγοντα] για τη διάπραξη εγκλημάτων σύμφωνα με τα Άρθρα 186 § 2 και 187 § 2 του Ποινικού Κώδικα [του Τατζικιστάν], ενδέχεται να σκηνοθέτησε την απαγωγή του με σκοπό να απαλλαγεί από την ποινική ευθύνη για εγκλήματα τα οποία είχε διαπράξει στην επικράτεια της Δημοκρατίας του Τατζικιστάν.
Ως εκ τούτου, από την προκαταρκτική έρευνα δεν προέκυψαν αντικειμενικά στοιχεία ενδεικτικά απαγωγής [του προσφεύγοντος].»
Ο ερευνητής έστειλε την παραπάνω απόφαση στις εκπροσώπους του προσφεύγοντος στις 16 Αυγούστου 2012.
5. Μετέπειτα έρευνες
64. Στις 25 Φεβρουαρίου 2013, η Κυβέρνηση ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι παρόμοιες έρευνες συνεχίζονταν και εκκρεμούσαν ακόμη. Οι ερευνητικές αρχές δεν παρείχαν καμία επιπλέον απόφαση ή έγγραφο στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της Κυβέρνησης, η έρευνα αποκάλυψε ότι ο προσφεύγων είχε διασχίσει παράνομα τα σύνορα του ρωσικού κράτους, είχε παραδοθεί στις αρχές του Τατζικιστάν και είχε τεθεί υπό κράτηση. Η απόφαση του ερευνητή της 9ης Ιουλίου 2012 με την οποία αρνήθηκε να ξεκινήσει εγκληματολογική έρευνα ακυρώθηκε ξανά από τον ανώτερό του σε ημερομηνία η οποία δεν έχει προσδιοριστεί. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, η τελευταία απόφαση για την άρνηση έναρξης εγκληματολογικής έρευνας είχε εκδοθεί στις 29 Νοεμβρίου 2012 από τον επικεφαλής της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Νικουλίνσκι, αλλά είχε ακυρωθεί και πάλι. Κατά συνέπεια, ο φάκελος απεστάλη πίσω στους ερευνητές για περαιτέρω έρευνα.
65. Η Κυβέρνηση διευκρίνισε, επίσης, ότι είχε ζητηθεί από την FSB να ελέγξει τις πληροφορίες για το ενδεχόμενο ο προσφεύγων να διέσχισε παράνομα τα κρατικά σύνορα. Εστάλη ένα ακόμη αίτημα στις αρχές του Τατζικιστάν για τον εντοπισμό του μέρους στο οποίο βρισκόταν ο προσφεύγων στο Τατζικιστάν. Ωστόσο, έως τις 23 Ιανουαρίου, δεν είχε δοθεί απάντηση σε κανένα από τα δύο αιτήματα.
I. Η ποινική δίκη του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν
66. Οι εκπρόσωποι του προσφεύγοντος ενημέρωσαν το Δικαστήριο ότι στις 30 Νοεμβρίου 2011 στο Περιφερειακό Δικαστήριο του Sogdiyskiy στο Τατζικιστάν είχε ξεκινήσει η εξέταση μιας ποινικής υπόθεσης κατά τριάντα τεσσάρων ατόμων, μεταξύ των οποίων και ο προσφεύγων. Στον προσφεύγοντα είχαν απαγγελθεί κατηγορίες για διάφορα εγκλήματα βάσει των Άρθρων 185 § 1, 186 § 1, 187 §§ 1 και 2, 189 § 3 (α), 244 § 4 (γ), 306 και 307 § 3 του Ποινικού Κώδικα του Τατζικιστάν.
67. Από τις 29 Ιανουαρίου 2012, ξεκίνησαν οι δημόσιες ακροαματικές διαδικασίες στο δικαστήριο. Ο δικηγόρος, R. T., ο οποίος συμμετείχε στη δίκη, παρέδωσε στις εκπροσώπους του προσφεύγοντος γραπτή μαρτυρία, σύμφωνα με την οποία ο προσφεύγων δεν είχε κηρυχθεί ένοχος στη δίκη. Σύμφωνα με τον R. T., ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι είχε απαχθεί στη Μόσχα, είχε μεταφερθεί με βίαιο τρόπο στο Τατζικιστάν και υπέστη βασανιστήρια για να αναγκαστεί να ομολογήσει τα εγκλήματα.
68. Τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2012, έντεκα συγγενείς συγκατηγορουμένων ζήτησαν επανειλημμένως από τον Περιφερειακό Εισαγγελέα του Sogdiyskiy, Sh. K, και τον Προεδρεύοντα του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Sogdiyskiy, N. M., να διατάξουν την ιατροδικαστική εξέταση των τριάντα τεσσάρων συγκατηγορουμένων ώστε να επαληθευθούν οι ισχυρισμοί τους ότι είχαν βασανιστεί από τις αρχές κατά τη διάρκεια των ποινικών διαδικασιών. Το γραπτό τους αίτημα αναφερόταν στις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του Τατζικιστάν, σύμφωνα με τις οποίες απαγορεύεται η χρήση βασανιστηρίων και εξαιρούνται όλα τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί δια της βίας. Η μητέρα του προσφεύγοντος κατέθεσε παρόμοιο αίτημα για τον προσφεύγοντα. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για την απάντηση των αρχών στα εν λόγω αιτήματα.
69. Στις 19 Απριλίου 2012 το Περιφερειακό Δικαστήριο του Sogdiyskiy έκρινε ένοχο τον προσφεύγοντα και τον καταδίκασε σε φυλάκιση είκοσι έξι ετών. Οι τριάντα τρεις συγκατηγορούμενοί του, κρίθηκαν επίσης ένοχοι και τους επιβλήθηκαν διάφορες ποινές φυλάκισης που κυμαίνονταν από οχτώ έως είκοσι οχτώ έτη.
II. Η ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
Α. Οι διαδικασίες έκδοσης
1. Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
70. Το κεφάλαιο 54 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας («ο Κ.Π.Δ.») του 2002 διέπει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε περίπτωση έκδοσης.
71. Απόφαση έκδοσης που ελήφθη από τη Γενική Εισαγγελία δύναται να αμφισβητηθεί ενώπιον δικαστηρίου (Άρθρο 463 § 1). Σε τέτοια περίπτωση, η διαταγή έκδοσης δεν εφαρμόζεται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης (Άρθρο 462 § 6).
72. Το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει τη νομιμότητα και την εγκυρότητα της απόφασης έκδοσης εντός ενός μήνα από την παραλαβή του αιτήματος εξέτασης. Η απόφαση πρέπει να ληφθεί σε δημόσια συνεδρίαση από επιτροπή τριών δικαστών παρουσία εισαγγελέα, του ατόμου του οποίου ζητείται η έκδοση και του νομικού συμβούλου του τελευταίου (Άρθρο 463 § 4).
73. Τα ζητήματα ενοχής ή αθωότητας δεν βρίσκονται εντός του πεδίου της δικαστικής εξέτασης, η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση του εάν η διαταγή έκδοσης δόθηκε σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στην ισχύουσα διεθνή και εθνική νομοθεσία (Άρθρο 463 § 6).
74. Το Άρθρο 464 § 1 παραθέτει τους όρους σύμφωνα με τους οποίους η έκδοση δεν δύναται να εγκριθεί. Συνεπώς, δεν χορηγείται έγκριση για την έκδοση των εξής: των Ρώσων πολιτών (Άρθρο 464 § 1 (1)) ή ατόμων στα οποία έχει χορηγηθεί άσυλο στη Ρωσία (Άρθρο 464 § 1 (2)), ατόμων για τα οποία έχει τεθεί σε ισχύ καταδικαστική απόφαση ή έχει λήξει η ποινική δίωξη στη Ρωσία για την ίδια πράξη για την οποία διώχθηκαν στο αιτούν κράτος (Άρθρο 464 § 1 (3)), ατόμων για τα οποία δεν δύναται να κινηθεί ποινική δίωξη ή δεν δύναται να τεθεί σε ισχύ καταδικαστική απόφαση λόγω της λήξης του νόμιμου χρονικού διαστήματος ή για άλλον έγκυρο λόγο σύμφωνα με τη ρωσική νομοθεσία (Άρθρο 464 § 1 (4)), ή ατόμων η έκδοση των οποίων εμποδίστηκε από ρωσικό δικαστήριο σύμφωνα με τη νομοθεσία και τις διεθνείς συνθήκες της Ρωσικής Ομοσπονδίας (Άρθρο 464 § 1 (5)). Τέλος, δεν πρέπει να χορηγείται έγκριση για έκδοση εάν η πράξη που αποτελεί τη βάση του αιτήματος έκδοσης δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα βάσει του ρωσικού Ποινικού Κώδικα (Άρθρο 464 § 1 (6)).
75. Σε περίπτωση που ένας αλλοδαπός υπήκοος, του οποίου ζητείται η έκδοση, διώκεται ή εκτίει ποινή για άλλο ποινικό αδίκημα στη Ρωσία, η έκδοσή του δύναται να αναβληθεί μέχρι να λήξει η δίωξή του, να αρθεί η ποινή βάσει οποιασδήποτε έγκυρης αιτιολογίας ή να ολοκληρωθεί η έκτιση της ποινής του (Άρθρο 465 § 1).
2. Η απόφαση της 14ης Ιουνίου 2012 από το Ρωσικό Ανώτατο Δικαστήριο
76. Στην απόφασή της με αριθ. 11 της 14ης Ιουνίου 2012, η Ολομέλεια του Ρωσικού Ανώτατου Δικαστηρίου υπέδειξε ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 3 της Σύμβασης, η έκδοση πρέπει να απορριφθεί εάν υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρείται ότι το άτομο δύναται να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση στην αιτούσα χώρα. Η έκδοση μπορεί επίσης να απορριφθεί εάν διαφαίνεται από εξαιρετικές περιστάσεις ότι αυτή ενδέχεται να επιφέρει κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία του ατόμου λόγω, μεταξύ άλλων, της ηλικίας του ή της φυσικής του κατάστασης. Οι ρωσικές αρχές που ασχολούνται με υποθέσεις έκδοσης πρέπει να εξετάσουν εάν υπάρχουν λόγοι να θεωρηθεί ότι το εμπλεκόμενο άτομο μπορεί να καταδικαστεί σε θάνατο, να υποστεί κακομεταχείριση ή να διωχθεί λόγω της φυλής του, των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, της εθνικότητάς του, της εθνοτικής ή της κοινωνικής του καταγωγής ή των πολιτικών του απόψεων. Τα δικαστήρια πρέπει να αξιολογούν τόσο τη γενική κατάσταση στην αιτούσα χώρα όσο και τις προσωπικές συνθήκες του ατόμου, η έκδοση του οποίου ζητείται. Πρέπει να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τις μαρτυρίες του εμπλεκόμενου ατόμου και οποιωνδήποτε μαρτύρων, οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις παρέχονται από την αιτούσα χώρα και πληροφορίες σχετικά με τη χώρα προερχόμενες από το Υπουργείο Εξωτερικών, από τα αρμόδια θεσμικά όργανα των Ηνωμένων Εθνών και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας
Β. Η κράτηση εν αναμονή έκδοσης και ο δικαστικός έλεγχος
1. Το Σύνταγμα της Ρωσίας
77. Το Σύνταγμα εγγυάται το δικαίωμα στην ελευθερία (Άρθρο 22):
«1. Κάθε άτομο έχει δικαίωμα στην ελευθερία και στην ακεραιότητα του προσώπου του.
2. Η σύλληψη, η φυλάκιση και η κράτηση επιτρέπονται μόνο βάσει δικαστικής απόφασης. Πριν από την έκδοση δικαστικής απόφασης, το άτομο δεν πρέπει να κρατείται για περίοδο μεγαλύτερη των σαράντα οχτώ ωρών.»
78. Το Άρθρο 46 του Συντάγματος προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι πρέπει να είναι εγγυημένη η δικαστική προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών κάθε ατόμου και ορίζει ότι οι αποφάσεις, οι πράξεις ή η απραξία των κρατικών οργάνων, των τοπικών αρχών, των δημόσιων ενώσεων και αξιωματούχων δύναται να αμφισβητηθούν ενώπιον δικαστηρίου.
2. Η Σύμβαση της ΚΑΚ περί δικαστικής συνδρομής και νομικών σχέσεων σε ζητήματα αστικού, οικογενειακού και ποινικού δικαίου που υπογράφηκε το 1993 («η Σύμβαση του Μινσκ»)
79. Για ενέργειες το αίτημα για τις οποίες έχει κατατεθεί σύμφωνα με τη Σύμβαση του Μινσκ, της οποίας η Ρωσία και το Τατζικιστάν είναι μέρη, τα επίσημα όργανα εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία της χώρας τους (Άρθρο 8 § 1).
80. Τα αιτήματα για έκδοση πρέπει να συνοδεύονται από διαταγή κράτησης (Άρθρο 58 § 2). Κατόπιν παραλαβής του αιτήματος έκδοσης, πρέπει ληφθούν μέτρα αμέσως προκειμένου να βρεθεί και να συλληφθεί το άτομο του οποίου ζητείται η έκδοση, με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες το άτομο δεν μπορεί να εκδοθεί (Άρθρο 60).
81. Άτομα των οποίων ζητείται η έκδοση μπορούν να συλληφθούν πριν από την παραλαβή του αιτήματος έκδοσής τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πρέπει να αποστέλλεται ειδικό αίτημα σύλληψης, το οποίο θα περιέχει αναφορά στη διαταγής κράτησης και θα αναγράφει ότι θα ακολουθήσει αίτημα έκδοσης (Άρθρο 61 § 1). Σύλληψη δύναται να πραγματοποιηθεί και απουσία τέτοιου αιτήματος, εάν υπάρχουν λόγοι υποψίας ότι ένα άτομο έχει διαπράξει, στην επικράτεια του έτερου συμβαλλόμενου μέρους, αδίκημα για το οποίο δύναται να ζητηθεί έκδοση. Το έτερο συμβαλλόμενο μέρος πρέπει να ενημερωθεί αμέσως για τη σύλληψη (Άρθρο 61 § 2).
82. Άτομα τα οποία κρατούνται εν αναμονή της έκδοσης τους, σύμφωνα με το Άρθρο 61 § 1 της Σύμβασης του Μινσκ, πρέπει να απελευθερώνονται εάν η αιτούσα χώρα δεν υποβάλει επίσημο αίτημα έκδοσης με όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά εντός σαράντα ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν υπό κράτηση (Άρθρο 62 § 1).
3. Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας («Κ.Π.Δ.»)
83. Το Άρθρο 1 § 3 του Κ.Π.Δ. προβλέπει ότι οι γενικές αρχές και οι κανόνες της διεθνούς νομοθεσίας και των διεθνών συνθηκών της Ρωσικής Ομοσπονδίας αποτελούν συστατικά μέρη της νομοθεσίας της σε ό,τι αφορά την ποινική δίωξη. Εάν μια διεθνής συνθήκη περιλαμβάνει κανόνες διαφορετικούς από εκείνους που ορίζονται στον Κ.Π.Δ., εφαρμόζονται οι κανόνες της πρώτης.
84. Το Κεφάλαιο 13 του Κ.Π.Δ. («Περιοριστικά μέτρα») διέπει τη χρήση περιοριστικών ή προληπτικών μέτρων (меры пресечения), ενώ ακόμη εκκρεμεί η ποινική δίωξη. Στα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνεται η κράτηση του ατόμου. Η κράτηση δύναται να διαταχθεί από δικαστήριο κατόπιν αιτήσεως από ερευνητή ή εισαγγελέα, εάν το άτομο κατηγορηθεί για αδίκημα το οποίο επιφέρει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών, υπό την προϋπόθεση ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί κάποιο λιγότερο περιοριστικό μέτρο (Άρθρο 108 §§ 1 και 3). Υπάρχει δυνατότητα άσκησης έφεσης ενώπιον ανώτερου δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης που αφορά τη θέση ενός ατόμου υπό κράτηση εντός τριών ημερών. Το ανώτερο δικαστήριο πρέπει να εκδώσει απόφαση για την έφεση εντός τριών ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία αυτή ασκήθηκε (Άρθρο108 § 11).
85. Το διάστημα της κράτησης εν αναμονή της έρευνας δεν πρέπει υπερβαίνει τους δύο μήνες (Άρθρο 109 § 1). Ο δικαστής δύναται να παρατείνει το εν λόγω διάστημα έως και έξι μήνες (Άρθρο 109 § 2). Περαιτέρω παρατάσεις έως και δώδεκα μήνες ή ,σε εξαιρετικές περιπτώσεις, έως και δεκαοχτώ μήνες δύναται να δοθούν μόνο εάν το άτομο κατηγορείται για σοβαρά ή ιδιαίτερα σοβαρά ποινικά αδικήματα (Άρθρο 109 § 3). Η παράταση πέραν των δεκαοχτώ μηνών δεν είναι επιτρεπτή και ο κρατούμενος πρέπει να απελευθερώνεται αμέσως (Άρθρο 109 § 4).
86. Το κεφάλαιο 54 («Έκδοση ατόμου για ποινική δίωξη ή εκτέλεση ποινής») ρυθμίζει τις διαδικασίες έκδοσης. Έπειτα από την παραλαβή αιτήματος έκδοσης το οποίο δεν συνοδεύεται από ένταλμα σύλληψης που έχει εκδοθεί από δικαστήριο του εξωτερικού, ο εισαγγελέας πρέπει να αποφασίσει το περιοριστικό μέτρο που θα ληφθεί για το άτομο του οποίου ζητείται η έκδοση. Το μέτρο πρέπει να εφαρμοστεί σύμφωνα με την καθιερωμένη διαδικασία (Άρθρο 466 § 1). Εάν το αίτημα έκδοσης συνοδεύεται από διαταγή για κράτηση, η οποία εκδόθηκε από δικαστήριο του εξωτερικού, ο εισαγγελέας δύναται να θέσει το εμπλεκόμενο άτομο υπό κατ’ οίκον περιορισμό ή υπό κράτηση «χωρίς να ζητήσει επιβεβαίωση για την εγκυρότητα της εν λόγω διαταγής από ρωσικό δικαστήριο» (Άρθρο 466 § 2).
4. Η νομολογία των Συνταγματικών και των Ανωτάτων Δικαστηρίων της Ρωσίας
87. Με την απόφαση αριθ. 101-O της 4ης Απριλίου 2006, το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι η απουσία συγκεκριμένης ρύθμισης για ζητήματα κράτησης από το Άρθρο 466 § 1 δεν δημιουργεί κενό στον νόμο, ο οποίος ήταν ασύμβατος με τη συνταγματική εγγύηση κατά της αυθαίρετης κράτησης. Το Άρθρο 8 § 1 της Σύμβασης του Μινσκ προέβλεπε ότι, κατά την εκτέλεση ενός αιτήματος για δικαστική συνδρομή, το μέρος από το οποίο έχει ζητηθεί η εν λόγω συνδρομή εφαρμόζει την εθνική του νομοθεσία, η οποία, στην περίπτωση της Ρωσίας, ήταν η διαδικασία που καθοριζόταν από τον Κ.Π.Δ. Συγκεκριμένα, η εν λόγω διαδικασία περιελάμβανε το Άρθρο 466 § 1 του Κώδικα και τους κανόνες στο κεφάλαιο 13 αυτού («Περιοριστικά μέτρα»), τα οποία λόγω του γενικού τους χαρακτήρα και της θέσης τους στο Μέρος I του Κώδικα («Γενικές Διατάξεις»), διέπουν όλα τα στάδια και τις μορφές ποινικών διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων για την εξέταση αιτημάτων έκδοσης. Συνεπώς, το Άρθρο 466 § 1 του Κ.Π.Δ. δεν επέτρεψε στις αρχές να εφαρμόσουν μέτρα κράτησης τα οποία δεν συμμορφώνονταν με τη διαδικασία που καθορίζεται στον Κ.Π.Δ. ή με τα χρονικά διαστήματα που ορίζονται στον Κώδικα.
88. Με την απόφαση αριθ. 333-O-P της 1ης Μαρτίου 2007, το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι παρόλο που τα Άρθρα 61 και 62 δεν διέπουν τη διαδικασία κράτησης εν αναμονή της παραλαβής του αιτήματος έκδοσης, οι ισχύουσες διαδικασίες και τα χρονικά διαστήματα έπρεπε να καθοριστούν από τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις σύμφωνα με το Άρθρο 8 της Σύμβασης του Μινσκ. Επανέλαβε, επίσης, την παγιωμένη του νομολογία, από την οποία αποδεικνύεται ότι το πεδίο του συνταγματικού δικαιώματος στην ελευθερία και στο απαραβίαστο των δικαιωμάτων του ατόμου για τους αλλοδαπούς υπηκόους και τους απάτριδες ήταν το όμοιο με αυτό των Ρώσων υπηκόων. Οι αλλοδαποί υπήκοοι ή οι απάτριδες δεν κρατούνται στη Ρωσία για περισσότερες από σαράντα οχτώ ώρες χωρίς δικαστική απόφαση. Η εν λόγω συνταγματική απαίτηση αποτελεί εγγύηση ενάντια στην υπερβολικά μεγάλη κράτηση πέραν των σαράντα οχτώ ωρών και ενάντια στην αυθαίρετη κράτηση, υπό την έννοια ότι επιβάλλει να εξεταστεί από δικαστήριο το εάν η σύλληψη ήταν νόμιμη και δικαιολογημένη. Το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι το Άρθρο 466 § 1 του Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με τη Σύμβαση του Μινσκ, δεν μπορούσαν να ερμηνευτούν με τρόπο που να επιτρέπει την κράτηση ενός ατόμου για περισσότερες από σαράντα οχτώ ώρες με βάση το αίτημα έκδοσής του χωρίς απόφαση ρωσικού δικαστηρίου. Μέτρα κράτησης θα μπορούσαν να εφαρμοστούν μόνο σύμφωνα με τη διαδικασία και εντός των χρονικών ορίων που καθορίζονται στο κεφάλαιο 13 του Κ.Π.Δ.
89. Με την απόφαση αριθ. 383-O-O της 19ης Μαρτίου 2009, το Συνταγματικό Δικαστήριο κύρωσε τη συνταγματικότητα του Άρθρου 466 § 2 του Κ.Π.Δ., δηλώνοντας ότι η εν λόγω διάταξη «δεν ορίζει χρονικά όρια κράτησης και δεν καθορίζει τους λόγους και τη διαδικασία επιλογής ενός προληπτικού μέτρου, αλλά επιβεβαιώνει απλώς τη δικαιοδοσία του εισαγγελέα να εκτελέσει μια απόφαση που έχει ήδη εκδοθεί από αρμόδιο δικαστικό όργανο αλλοδαπού κράτους για την κράτηση ενός κατηγορουμένου. Επομένως, ο επίμαχος κανόνας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα του [αιτούντος]...»
90. Στις 29 Οκτωβρίου 2009, η Ολομέλεια του Ρωσικού Ανώτατου Δικαστηρίου ενέκρινε την Απόφαση-οδηγία αριθ. 22, σύμφωνα με την οποία, βάσει του Άρθρου 466 § 1 του Κ.Π.Δ., η κράτηση ατόμου για το οποίο εκκρεμεί έλεγχος έκδοσης, όταν οι αρχές της χώρας που ζητά την έκδοσή του δεν έχουν υποβάλει δικαστική απόφαση για την κράτησή του, δύναται να διαταχθεί μόνο από δικαστήριο. Η δικαστική άδεια για κράτηση στην εν λόγω περίπτωση έπρεπε να εκτελεστεί σύμφωνα με το Άρθρο 108 του Κ.Π.Δ. και το εν λόγω άτομο να τεθεί υπό κράτηση, κατόπιν αιτήματος του εισαγγελέα. Προκειμένου να αποφασίσει εάν θα προφυλακιστεί το άτομο που βρίσκεται υπό κράτηση, το δικαστήριο έπρεπε να εξετάσει εάν υπήρχαν λόγοι με βάση τα γεγονότα ή νομικοί λόγοι για την εφαρμογή του προληπτικού μέτρου. Εάν το αίτημα έκδοσης συνοδευόταν από διαταγή κράτησης από δικαστήριο του εξωτερικού, ο εισαγγελέας είχε το δικαίωμα να προφυλακίσει το υπό κράτηση άτομο χωρίς άδεια ρωσικού δικαστηρίου (Άρθρο 466 § 2 του Κ.Π.Δ.) για διάστημα όχι μεγαλύτερο από δύο μήνες, και η απόφαση του εισαγγελέα μπορούσε να αμφισβητηθεί ενώπιον των δικαστηρίων βάσει του Άρθρου 125 του Κ.Π.Δ. Προκειμένου να επιμηκύνει την κράτηση ενός ατόμου που κρατείται με σκοπό να εκδοθεί, το δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει το Άρθρο 109 του ΚΠ.Δ..
91. Στην πρόσφατη απόφασή της με αριθ. 11 της 14ης Ιουνίου 2012, η οποία παρατίθεται παραπάνω, η Ολομέλεια του Ρωσικού Ανώτατου Δικαστηρίου έκρινε ότι άτομα, των οποίων ζητείται η έκδοση, μπορούν να κρατηθούν πριν από την παραλαβή του αιτήματος έκδοσης μόνο στις περιπτώσεις που καθορίζονται στις διεθνείς συνθήκες, στις οποίες η Ρωσία ήταν συμβαλλόμενο μέρος, όπως το Άρθρο 61 της Σύμβασης του Μινσκ. Η εν λόγω κράτηση διατάσσεται και να παρατείνεται από ρωσικό δικαστήριο, σύμφωνα με τη διαδικασία και εντός των χρονικών ορίων που καθορίζονται από τα Άρθρα 108 και 109 του Κ.Π.Δ. Στη διαταγή κράτησης πρέπει να αναφέρεται η περίοδος της κράτησης ή της παράτασης που διατάχθηκε και η ημερομηνία λήξης της. Εάν το αίτημα έκδοσης δεν παραληφθεί εντός ενός μήνα, ή σαράντα ημερών, εάν η αιτούσα χώρα είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση του Μινσκ, τα άτομα, των οποίων η έκδοση ζητείται πρέπει να απελευθερώνονται αμέσως.
Γ. Το καθεστώς των προσφύγων
1. Η Σύμβαση της Γενεύης περί του καθεστώτος των προσφύγων (1951)
92. Το Άρθρο 33 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών περί του καθεστώτος των προσφύγων (1951), την οποία επικύρωσε η Ρωσία στις 2 Φεβρουαρίου 1993, προβλέπει τα εξής:
«1. Κανένα συμβαλλόμενο κράτος δεν απελαύνει ή επαναπροωθεί (‘refouler’) με οποιονδήποτε τρόπο πρόσφυγες, στα σύνορα εδαφών όπου η ζωή ή η ελευθερία τους απειλούνται λόγω της φυλής, της θρησκείας, της εθνικότητας, της κοινωνικής τους τάξης ή των πολιτικών τους πεποιθήσεων.
2. Ωστόσο, το ευεργέτημα της παρούσας διάταξης δεν ισχύει για έναν πρόσφυγα εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι αυτός αποτελεί απειλή για την ασφάλεια της χώρας στην οποία βρίσκεται ή εάν το άτομο αυτό, έχοντας καταδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση για ένα ιδιαιτέρως σοβαρό αδίκημα, αποτελεί απειλή για την κοινωνία της εν λόγω χώρας.»
2. Ο Νόμος περί προσφύγων
93. Ο Νόμος περί προσφύγων (Νόμος με αριθ. 4258-I της 19ης Φεβρουαρίου 1993), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, περιελάμβανε τον ορισμό του όρου «πρόσφυγας», που υπήρχε στο Άρθρο 1 της Συνθήκης της Γενεύης του 1951, όπως αυτός τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο του 1967 περί του Καθεστώτος των προσφύγων. Ο Νόμος ορίζει ως πρόσφυγα το άτομο το οποίο δεν είναι Ρώσος υπήκοος και το οποίο, λόγω τεκμηριωμένης αιτίας διώξεως λόγω της φυλής, της θρησκείας, της εθνικότητας, της εθνοτικής του καταγωγής, της κοινωνικής του τάξης ή των πολιτικών του πεποιθήσεων, βρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την υπηκοότητα και δεν δύναται ή, εξαιτίας του εν λόγω φόβου, δεν επιθυμεί να απολαμβάνει της προστασίας της εν λόγω χώρας, ή το άτομο, το οποίο δεν διαθέτει υπηκοότητα και βρίσκεται εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του εξαιτίας τέτοιων γεγονότων δεν δύναται ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν (ενότητα 1(1)(1)).
94. Ο Νόμος δεν ισχύει για οποιονδήποτε εικάζεται ευλόγως ότι έχει διαπράξει έγκλημα κατά της ειρήνης, έγκλημα πολέμου, έγκλημα κατά της ανθρωπότητας ή σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα εκτός της χώρας στην οποία διαθέτει άσυλο, πριν γίνει δεκτός στην εν λόγω χώρα ως άτομο αιτούμενο το καθεστώς του ασύλου (ενότητα 2(1)(1) και (2)).
95. Άτομα τα οποία έχουν κάνει αίτηση για τη χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα ή στα οποία έχει χορηγηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα δεν δύναται να επαναπροωθηθούν στο κράτος στο οποίο απειλείται η ζωή ή ελευθερία τους λόγω της φυλής, της θρησκείας, της εθνικότητας, της κοινωνικής τους τάξης ή των πολιτικών τους πεποιθήσεων (ενότητα 10(1)).
96. Προσωρινό άσυλο χορηγείται σε άτομο το οποίο πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στην ενότητα 1(1)(1) ή σε άτομο το οποίο δεν πληροί τα κριτήρια αυτά, αλλά δεν δύναται να επαναπροωθηθεί ή να απελαθεί από τη Ρωσία για ανθρωπιστικούς λόγους (ενότητα 12(2)). Άτομο στο οποίο έχει χορηγηθεί προσωρινό άσυλο δεν δύναται να επαναπροωθηθεί παρά τη θέλησή του στη χώρα της οποίας έχει την υπηκοότητα ή στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του (ενότητα 12(4)). Το άτομο χάνει το προσωρινό άσυλο, εάν πάψουν να υφίστανται οι υποκείμενες συνθήκες ή εάν του χορηγηθεί άδεια μόνιμης διαμονής στη Ρωσία ή εγκατασταθεί σε τόπο διαμονής εκτός της Ρωσικής επικράτειας (ενότητα 12(5)). Το άτομο στερείται του προσωρινού ασύλου, μεταξύ άλλων, εάν κριθεί ένοχος για έγκλημα που έχει διαπραχθεί στη ρωσική επικράτεια ή διαπιστωθεί ότι έχει υποβάλλει ψευδή στοιχεία ή έγγραφα, τα οποία δικαιολογούσαν την απόφαση των αρχών να του χορηγήσουν προσωρινό άσυλο (ενότητα 12(6)).
97. Σύμφωνα με τη Διαδικασία χορήγησης προσωρινού ασύλου που εγκρίθηκε με το Διάταγμα αριθ. 274 της 9ης Απριλίου 2001, όπως αυτή ίσχυε τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, το αρμόδιο όργανο της FMS εκδίδει πιστοποιητικό προσωρινού ασύλου σε όλα τα άτομα στα οποία έχει χορηγηθεί άσυλο (§ 8). Το πιστοποιητικό αποτελεί έγγραφο ταυτότητας στη Ρωσική Ομοσπονδία (§ 9). Με την έκδοση πιστοποιητικού προσωρινού ασύλου σε ένα άτομο, παρακρατούνται προσωρινά από την FMS τα υπόλοιπα έγγραφα ταυτότητάς του. Προσωρινό άσυλο χορηγείται για περίοδο έως και ενός χρόνου και δύναται να ανανεώνεται για κάθε επόμενο έτος με αίτημα του εμπλεκόμενου ατόμου, υπό την προϋπόθεση ότι συνεχίζουν να υφίστανται οι υποκείμενες περιστάσεις (§ 12). Το άτομο στο οποίο χορηγείται προσωρινό άσυλο απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον Νόμο περί προσφύγων, εκτός του δικαιώματος εφάπαξ καταβολής επιδόματος (§ 13).
3. Η Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης περί του δικαιώματος των αιτούντων άσυλο σε αποτελεσματική προσφυγή
98. Η Σύσταση με αριθ. R (98) 13 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης προς τα κράτη-μέλη σχετικά το δικαίωμα των αιτούντων άσυλο, των οποίων το αίτημα έχει απορριφθεί, σε πραγματική προσφυγή κατά αποφάσεων απέλασης στο πλαίσιο του Άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει ως εξής:
«Η Επιτροπή Υπουργών ...
Με την επιφύλαξη της άσκησης όλων των δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο, των οποίων το αίτημα έχει απορριφθεί, για προσφυγή κατά απορριπτικής απόφασης του αιτήματός τους για ασύλου, όπως συνιστάται, μεταξύ άλλων, και στη Σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης με αριθ. R (81) 16 της Επιτροπής Υπουργών,
συνιστά στις κυβερνήσεις των κρατών-μελών, ενώ εφαρμόζουν τους δικούς τους διαδικαστικούς κανόνες, να διασφαλίζουν ότι τηρούνται οι παρακάτω εγγυήσεις στη νομοθεσία και στην πρακτική τους:
1. Προβλέπεται αποτελεσματική προσφυγή ενώπιον εθνικής αρχής για κάθε αιτούντα άσυλο, του οποίου το αίτημα για χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα απορρίπτεται και ο οποίος πρόκειται να απελαθεί σε χώρα για την οποία το εν λόγω άτομο προβάλλει βάσιμους ισχυρισμούς ότι θα υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία.
2. Κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 της εν λόγω σύστασης, η προσφυγή ενώπιον εθνικής αρχής θεωρείται αποτελεσματική όταν: ...
2.2. Η εν λόγω αρχή είναι αρμόδια τόσο για να αποφασίζει για την ύπαρξη των συνθηκών που προβλέπονται από το Άρθρο 3 της Σύμβασης όσο και για να μεριμνά για την κατάλληλη επίλυση του ζητήματος...
2.4. Η εκτέλεση της διαταγής απέλασης αναβάλλεται μέχρι την έκδοση απόφασης βάσει της ενότητας 2.2.»
99. Σε γενικότερο επίπεδο, στη Σύσταση Rec (2004) 6 της Επιτροπής Υπουργών προς τα κράτη-μέλη για τη βελτίωση των προσφυγών σε εθνικό επίπεδο δηλώνονται τα εξής:
Η Επιτροπή Υπουργών ...
Τονίζοντας ότι αποτελεί ευθύνη των κρατών-μελών να διασφαλίζουν ότι οι προσφυγές σε εθνικό επίπεδο είναι νομικώς και στην πράξη αποτελεσματικές, ότι μπορούν να καταλήξουν σε απόφαση επί της ουσίας των καταγγελιών και ότι υφίσταται επαρκής επανόρθωση για κάθε παραβίαση που διαπιστώνεται.
Επισημαίνοντας ότι η φύση και ο αριθμός των προσφυγών που κατατίθενται στο Δικαστήριο και οι αποφάσεις που εκδίδει καταδεικνύουν ότι είναι εξαιρετικά αναγκαίο τα κράτη-μέλη να ελέγχουν αποτελεσματικά και συστηματικά ότι οι εν λόγω προσφυγές πράγματι υφίστανται σε κάθε περίσταση ...
Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η διαθεσιμότητα αποτελεσματικών προσφυγών σε εθνικό επίπεδο για όλους τους βάσιμους ισχυρισμούς για παραβίαση της Σύμβασης επιτρέπει τη μείωση του όγκου εργασίας του Δικαστηρίου, ως αποτέλεσμα αφενός του μειούμενου αριθμού υποθέσεων που οδηγούνται εκεί, και αφετέρου του γεγονότος ότι η λεπτομερής επεξεργασία των υποθέσεων σε εθνικό επίπεδο θα καθιστούσε ευκολότερη τη μετέπειτα εξέτασή τους από το Δικαστήριο,
Τονίζοντας ότι η βελτίωση των προσφυγών σε εθνικό επίπεδο, ιδιαιτέρως σε ό,τι αφορά τις επαναλαμβανόμενες υποθέσεις, πρέπει επίσης να συμβάλλει στη μείωση του όγκου του Δικαστηρίου,
Συνιστά στα κράτη-μέλη, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα παραδείγματα ορθής πρακτικής που βρίσκονται στο παράρτημα:
I. να ελέγχουν μέσω συνεχούς εξέτασης, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, ότι σε εθνικό επίπεδο πραγματοποιείται προσφυγή για κάθε άτομο που καταθέτει βάσιμη καταγγελία για παραβίαση της Σύμβασης, και ότι οι εν λόγω προσφυγές είναι αποτελεσματικές, υπό την έννοια ότι δύνανται να καταλήξουν σε απόφαση επί της ουσίας της καταγγελίας και σε επαρκή επανόρθωση για την παραβίαση που διαπιστώνεται,
II. να ελέγχουν, με βάση τις αποφάσεις του Δικαστηρίου που καταδεικνύουν την ύπαρξη διαρθρωτικών ή γενικών ελλείψεων στην εθνική νομοθεσία ή πρακτική, την αποτελεσματικότητα των υφιστάμενων προσφυγών σε εθνικό επίπεδο και, όπου είναι απαραίτητο, να διευθετούν τις αποτελεσματικές προσφυγές ώστε να αποτρέπεται η παρουσίαση επαναλαμβανόμενων υποθέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, ...»
Δ. Η εγκληματολογική έρευνα
100. Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας ορίζει ότι κάθε αναφορά εγκλήματος πρέπει να γίνεται αποδεκτή, να εξακριβώνεται και να καταλήγει σε πόρισμα εντός τριών ημερών από ερευνητή, υπηρεσία ερευνών ή εισαγγελέα. Τα όργανα αυτά προβαίνουν, με τη συνδρομή ή μη ειδικών, σε εξακρίβωση εγγράφων, ελέγχους, εξέταση εγγράφων, αντικειμένων ή πτωμάτων και δύνανται να εκδώσουν διαταγές για έρευνα από όργανα κρατικών φορέων (Άρθρο 144 § 1). Το προαναφερθέν διάστημα των τριών ημερών δύναται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να παραταθεί έως δέκα ή τριάντα ημέρες (Άρθρο 144 § 3). Οι εγκληματολογικές έρευνες ξεκινούν από ερευνητές ή εισαγγελείς κατόπιν καταγγελίας από κάποιο άτομο ή με πρωτοβουλία των ίδιων των ερευνητικών αρχών, όταν υπάρχουν λόγοι να θεωρείται ότι έχει διαπραχθεί έγκλημα (Άρθρα 146 και 147).
101. Κατά των διαταγών ερευνητών ή εισαγγελέων με τις οποίες απορρίπτεται η έναρξη ποινικής δίωξης ή λήγει μια υπόθεση και άλλων διαταγών, πράξεων ή παραλείψεων οι οποίες ενδέχεται να παραβιάσουν τα συνταγματικά δικαιώματα και τις ελευθερίες των διαδίκων στην ποινική δίωξη ή να παρακωλύσουν την πρόσβαση ενός πολίτη στη δικαιοσύνη, δύναται να ασκηθεί έφεση ενώπιον περιφερειακού δικαστηρίου, το οποίο είναι αρμόδιο να κρίνει τη νομιμότητα και τη βάση των επίμαχων αποφάσεων (Άρθρο 125).
III. ΟΙ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΤΑΤΖΙΚΙΣΤΑΝ
102. Η έκθεση που εξέδωσε η Διεθνής Αμνηστία το 2007 περιείχε τα παρακάτω στοιχεία για τον θάνατο του Sadullo Marufov, ενώ κρατούνταν από την αστυνομία (βλ. παράγραφο
παραπάνω):
«Ο Sadullo Marufov, μέλος του Κόμματος της Ισλαμικής Αναγέννησης (IRP), πέθανε τον Μάιο ενώ βρισκόταν υπό αστυνομική κράτηση, αφού είχε κρατηθεί για ανάκριση από όργανα επιβολής του νόμου στην Ισφάρα. Αρχικά, οι αστυνομικοί ισχυρίστηκαν ότι είχε αυτοκτονήσει πηδώντας από παράθυρο του τρίτου ορόφου. Το IRP ισχυρίστηκε ότι η έκθεση νεκροψίας έδειχνε ότι είχε χτυπηθεί και υποστεί κακομεταχείριση και υποστηρίζει ότι σπρώχθηκε για να πέσει από το παράθυρο. Στη συνέχεια, η γενική εισαγγελία ανακοίνωσε ότι κατόπιν έρευνας είχαν τεθεί υπό κράτηση τρεις αστυνομικοί.»
103. Οι εκθέσεις των Ηνωμένων Εθνών και μη κυβερνητικών οργανώσεων για την κατάσταση στο Τατζικιστάν κατά το συγκεκριμένο διάστημα, περιλαμβάνονται σε διάφορες αποφάσεις του Δικαστηρίου, οι οποίες παρατίθενται παραπάνω (βλ., μεταξύ άλλων, Khodzhayev, §§ 72-74 και Gaforov, §§ 93-100). Προσφάτως η κατάσταση καταγράφηκε ξανά και παρουσιάζεται ως εξής.
104. Μετά το πέρας της επίσκεψής του στο Τατζικιστάν τον Μάιο του 2012, ο Ειδικός εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών για τα βασανιστήρια, κ. Juan E. Méndez, δήλωσε ότι «στο Τατζικιστάν ασκείται πίεση στους κρατουμένους κυρίως ως μέσο απόσπασης ομολογιών, η οποία λαμβάνει διάφορες μορφές, μεταξύ των οποίων απειλές, ξυλοδαρμούς και ορισμένες φορές εφαρμογή ηλεκτροσόκ». Τόνισε ότι «οι ομολογίες που αποσπώνται δια της βίας παραμένουν το κυρίαρχο ερευνητικό εργαλείο για όργανα επιβολής του νόμου και τα εισαγγελικά όργανα». Εξέφρασε, ακόμη, τις ανησυχίες του για την απουσία δικλείδων ασφαλείας κατά της παράνομης έκδοσης ή παράδοσης από και σε άλλες χώρες, καθώς «φαίνεται ότι δεν υπάρχει καμία ουσιαστική ευκαιρία δικαστικής επανεξέτασης αυτών των μέτρων, τα οποία εφαρμόζονται γενικώς από τα όργανα επιβολής του νόμου σύμφωνα με τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα. Η Σύμβαση του Μινσκ περί δικαστικής συνδρομής και νομικών σχέσεων σε ζητήματα αστικού και ποινικού δικαίου του 1993, άλλες συμφωνίες μεταξύ των χωρών της ΚΑΚ ... θίγουν θεωρητικά το ζήτημα της προστασίας κατά της κακομεταχείρισης, αλλά λειτουργούν και ουσιαστικότερα ως μέσο διεθνούς συνεργασίας για την επιβολή του νόμου. Κατά συνέπεια, οι απαγορεύσεις του διεθνούς δικαίου για την επαναπροώθηση σε μέρη στα οποία τα άτομα ενδέχεται να υποστούν βασανιστήρια ή βίαιη, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση στην πραγματικότητα δεν είναι εγγυημένες» (Δήλωση ολοκλήρωσης αποστολής από τον Ειδικό εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών για τα βασανιστήρια, Juan E. Méndez. Προκαταρκτικά ευρήματα της επίσκεψής του στη Δημοκρατία του Τατζικιστάν, 10-18 Μαΐου 2012).
105. Στις 27 Ιουνίου 2011, ομάδα μη κυβερνητικών οργανώσεων, μεταξύ των οποίων και διεθνείς ΜΚΟ [Διεθνής Αμνηστία, Διεθνής Ομοσπονδία για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (FIDH), Διεθνής Ένωση για τη μεταρρύθμιση του ποινικού δικαίου (PRI) και Διεθνής Οργάνωση ενάντια στα Βασανιστήρια (OMCT)] καθώς και ΜΚΟ από το Τατζικιστάν [Γραφείο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και το Κράτος Δικαίου (the Bureau of Human Rights and Rule of Law), Κέντρο Δικαιωμάτων του Παιδιού (the Centre for Children’s Rights), Συμβούλιο δικηγόρων της Περιφέρειας Soghd (Collegium of Advocates of the Soghd Region), Συμβούλιο δικηγόρων Sipar (Sipar Collegium of Advocates of the Republic) και πολλές άλλες] εξέδωσαν κοινή δήλωση. Είχε τίτλο: «Τατζικιστάν: Συμμαχία μη κυβερνητικών οργανώσεων καλεί την κυβέρνηση να σταματήσει τα βασανιστήρια και να εκπληρώσει τις διεθνείς υποχρεώσεις της» και ανέφερε τα εξής για το εν λόγω ζήτημα:
«Στο Τατζικιστάν, η αστυνομία έχει πολλές φορές κατηγορηθεί ότι υποβάλλει σε βασανιστήρια ή ξυλοδαρμούς τους κρατουμένους για να τους αποσπάσει χρήματα, ομολογίες ή άλλες πληροφορίες που ενοχοποιούν το θύμα ή άλλα άτομα. Η εν λόγω κακομεταχείριση εφαρμόζεται κυρίως στα αρχικά στάδια της κράτησης και σε πολλές περιπτώσεις τα θύματα κρατούνται αρχικά χωρίς να έχουν επαφή με τον έξω κόσμο ...
Τα βασανιστήρια που έχουν καταγραφεί στο Τατζικιστάν περιλαμβάνουν τη χρήση ηλεκτροσόκ, το δέσιμο πλαστικών μπουκαλιών γεμάτων με νερό ή άμμο στα γεννητικά όργανα του κρατουμένου, τον βιασμό, το κάψιμο με τσιγάρα. Επίσης, θεωρείται ότι είναι συνήθεις και οι ξυλοδαρμοί με ρόπαλα, κλομπ και μπαστούνια.
... [Ο]ι διασφαλίσεις κατά των βασανιστηρίων που καθιερώνονται στην εθνική νομοθεσία δεν τηρούνται πάντοτε. Για παράδειγμα, ενώ ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας ορίζει ότι οι κρατούμενοι δικαιούνται να έχουν δικηγόρο από τη στιγμή της σύλληψής τους, στην πραγματικότητα, οι δικηγόροι βρίσκονται στο έλεος των ερευνητών, οι οποίοι τους απαγορεύουν την πρόσβαση για πολλές ημέρες. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου κράτησης σε καθεστώς απομόνωσης, ο κίνδυνος βασανιστηρίων ή άλλης κακομεταχείρισης είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, εισήγαγε και τις προ της δίκης ακροαματικές διαδικασίες εντός 72 ωρών από τη σύλληψη του υπόπτου. Ωστόσο, αυτές συχνά πραγματοποιούνται με καθυστέρηση και οι δικαστές σε πολλές περιπτώσεις δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τους ισχυρισμούς για βασανιστήρια και τραυματισμούς που διατυπώνονται ενώπιόν τους στη δικαστική αίθουσα. Βασίζονται συνήθως στην εκδοχή των γεγονότων [όσων] κατηγορούνται ότι χρησιμοποιούν βασανιστήρια.
Δεν υπάρχουν τυπικές ιατρικές εξετάσεις κατά την είσοδο των κρατουμένων στα αστυνομικά τμήματα και στους χώρους προσωρινής κράτησης. Όταν μεταφέρονται σε χώρους προφυλάκισης που βρίσκονται στη δικαιοδοσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, υποβάλλονται σε ιατρικές εξετάσεις. Ωστόσο, όταν το ιατρικό προσωπικό υποψιάζεται ότι ένας κρατούμενος [έχει υποστεί] βασανιστήρια ή άλλη κακομεταχείριση ... τον επιστρέφει στον χώρο προσωρινής κράτησης μέχρι να ατονίσουν τα σημάδια του τραυματισμού.
Τα θύματα σπανίως καταθέτουν καταγγελίες ... φοβούμενα τις συνέπειες και η ατιμωρησία των οργάνων που χρησιμοποιούν βασανιστήρια αποτελεί τον κανόνα. Συχνά, οι συγγενείς και οι δικηγόροι διστάζουν να καταθέσουν καταγγελίες, ώστε να μην επιδεινώσουν τις συνθήκες για τον κρατούμενο.
Οι Εισαγγελίες είναι αρμόδιες για τη διερεύνηση ισχυρισμών για βασανιστήρια. Ορισμένες φορές, οι στενοί προσωπικοί και διαρθρωτικοί δεσμοί μεταξύ των εισαγγελιών και της αστυνομίας υπονομεύουν την αμεροληψία των εισαγγελέων. Οι αρχές δεν έχουν εκδώσει αναλυτικά στατιστικά στοιχεία για τις διώξεις οργάνων επιβολής του νόμου ειδικά για χρήση βασανιστηρίων ή άλλου είδους κακομεταχείριση, παρά μόνο για γενικότερες κατηγορίες, όπως η «κατάχρηση εξουσίας» ή η «υπέρβαση εξουσίας».
Οι δικαστές βασίζουν [συστηματικά] τις ετυμηγορίες τους σε στοιχεία, τα οποία σύμφωνα με ισχυρισμούς αποσπώνται υπό την απειλή βίας ...
Το Τατζικιστάν, από το 2004, δεν έχει επιτρέψει στη Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού την πρόσβαση στους χώρους κράτησης για διεξαγωγή ελέγχων. Δεν έχει επικυρώσει το προαιρετικό πρωτόκολλο της Σύμβασης κατά των βασανιστηρίων και άλλων μορφών σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, η οποία προβλέπει την ύπαρξη ενός προγράμματος τακτικών επισκέψεων ανεξάρτητων διεθνών και εθνικών οργάνων σε χώρους κράτησης.»
106. Τον Ιανουάριο του 2012, το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRW) εξέδωσε την Παγκόσμια Έκθεσή του για το 2012, η οποία στο κεφάλαιο για το Τατζικιστάν αναφέρει τα εξής:
«Τα βασανιστήρια εξακολουθούν να αποτελούν πρόβλημα του σωφρονιστικού συστήματος του Τατζικιστάν και εφαρμόζονται για να αποσπώνται ομολογίες από εναγόμενους, στους οποίους συχνά απαγορεύεται η πρόσβαση στην οικογένειά τους και σε νομικό σύμβουλο κατά την αρχική κράτηση. Παρά τις συζητήσεις με τη Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού (ICRC) τον Αύγουστο, οι αρχές δεν επέτρεψαν την πρόσβαση της ICRC στους χώρους κράτησης. Εκτός σπάνιων εξαιρέσεων, δεν επιτρέπεται η πρόσβαση ούτε σε ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ενώ τα βασανιστήρια χρησιμοποιούνται σχεδόν με πλήρη ατιμωρησία, οι αρχές προχώρησαν σε μερικές ενέργειες για την απόδοση ευθυνών στους δράστες ...
Με πρόσχημα την καταπολέμηση των εξτρεμιστικών απειλών, το Τατζικιστάν εξακολουθεί να απαγορεύει πολλές ειρηνικές μουσουλμανικές ομάδες...Τα τοπικά μέσα εξακολουθούν να καταγράφουν διώξεις εικαζόμενων μελών των κινημάτων Hizb ut-Tahrir και Jamaat Tabligh.»
107. Η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας με τίτλο «Κομματιασμένες ζωές: Βασανιστήρια και άλλες μορφές κακομεταχείρισης στο Τατζικιστάν», η οποία εκδόθηκε στις 12 Ιουλίου 2012, αναφέρει τα εξής σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα:
«... Η έρευνα της Διεθνούς Αμνηστίας δείχνει ότι τα βασανιστήρια και οι άλλες μορφές κακομεταχείρισης παραμένουν διαδεδομένα σε όλους τους τύπους χώρων κράτησης στο Τατζικιστάν. Διαπιστώθηκε ότι οι κρατούμενοι στα αρχικά στάδια της κράτησης διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο διότι υφίστανται βασανιστήρια ή άλλες μορφές κακομεταχείρισης από τα όργανα επιβολής του νόμου προκειμένου να «κλείσουν» τις υποθέσεις αποσπώντας ομολογίες ενοχής και χρήματα από τα θύματα του βασανισμού και τους συγγενείς τους. Εξαιτίας του γενικού κλίματος της ατιμωρησίας, η κακομεταχείριση από την πλευρά της αστυνομίας παραμένει ανεξέλεγκτη ...
2. Η κλίμακα των βασανιστηρίων και άλλων μορφών κακομεταχείρισης στο Τατζικιστάν
Στο Τατζικιστάν, τα βασανιστήρια και η κακομεταχείριση καλύπτονται από πέπλο μυστικότητας. [Ο]ι δράστες σπανίως παραπέμπονται στη δικαιοσύνη ... [Τ]α βασανιστήρια και οι άλλες μορφές κακομεταχείρισης συμβαίνουν κυρίως κατά την προφυλάκιση ... Η εθνική νομοθεσία έχει σημαντικές ελλείψεις σε ό,τι αφορά τις δικλείδες ασφαλείας κατά των βασανιστηρίων. Επιπλέον, οι σημαντικές διασφαλίσεις που υπάρχουν στη νομοθεσία, όπως είναι η πρόσβαση σε δικηγόρο αμέσως μετά τη σύλληψη, σπανίως εφαρμόζονται στην πράξη ...
2.1. Τα Βασανιστήρια και οι άλλες μορφές κακομεταχείρισης από την αστυνομία
[Η] τακτική χρήση βασανιστηρίων προέρχεται από την έλλειψη των τεχνικών δυνατοτήτων να διερευνηθούν τα εγκλήματα... Ένας ανεξάρτητος τοπικός παρατηρητής ανθρωπίνων δικαιωμάτων είπε στη Διεθνή Αμνηστία τα εξής: «οι κρατούμενοι μπορεί να γλιτώσουν τον ξυλοδαρμό σε λιγότερο σοβαρές υποθέσεις, αλλά σε περιπτώσεις σοβαρών αδικημάτων - εάν δεν ομολογήσουν, τους χτυπούν» και πρόσθεσε ότι η αστυνομία «δεν διστάζει να καταφεύγει στη βία ...»
2.2. Βασανιστήρια και άλλου είδους κακομεταχείριση που εφαρμόζεται στο πλαίσιο της εθνικής ασφάλειας και της αντιτρομοκρατίας
Οι αρχές του Τατζικιστάν επικαλούνται συχνά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και των απειλών κατά της εθνικής ασφάλειας ως παράγοντα διασφάλισης της εθνικής και τοπικής σταθερότητας. Ωστόσο, ... τα ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάζονται συχνά στην προσπάθεια δίωξης ομάδων που θεωρούνται ως απειλή κατά της εθνικής ασφάλειας ...
[Η] έρευνα καταδεικνύει ότι τα ισλαμικά κινήματα και οι ισλαμικές ομάδες ή κόμματα αποτελούν ιδιαίτερους στόχους και ότι όσοι κατηγορούνται για ισλαμικό εξτρεμισμό διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο να υποστούν βασανιστήρια ή άλλη μορφή κακομεταχείρισης στο Τατζικιστάν ...
Τον Σεπτέμβριο του 2010, σημειώθηκε έκρηξη στο γραφεία της [αστυνομίας] στο Κουτζάντ κατά την οποία υπήρξαν θύματα και τραυματίστηκαν περισσότεροι από είκοσι άνθρωποι. Έπειτα από αυτό το περιστατικό, οι αρχές του Τατζικιστάν διπλασίασαν τις προσπάθειες εύρεσης μελών ισλαμικών κινημάτων, ομάδων και κομμάτων, τα οποία θεωρούσαν υπεύθυνα γι’ αυτή την ενέργεια. Τα όργανα επιβολής του νόμου δέχθηκαν μεγάλη πίεση προκειμένου να διαλευκάνουν υποθέσεις που διέθεταν πτυχές εθνικής ασφάλειας ...
8. Τα βασανιστήρια και οι άλλες μορφές κακομεταχείρισης μετά την επιστροφή στο Τατζικιστάν
... Η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί για τη σειρά πρόσφατων υποθέσεων στις οποίες οι αρχές του Τατζικιστάν κατέθεσαν αιτήματα έκδοσης με βάση αναξιόπιστες πληροφορίες για άτομα που εικαζόταν ότι ήταν μέλη απαγορευμένων ισλαμικών ομάδων, τα οποία στη συνέχεια ισχυρίστηκαν ότι βασανίστηκαν μετά την επιστροφή τους. Πολλά από τα εν λόγω αιτήματα έκδοσης κατατέθηκαν για άτομα που διέμεναν στη Ρωσική Ομοσπονδία.»
IV. ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΤΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΜΕΤΡΑ
Α. Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση
108. Στο ψήφισμα 1571 (2007) για την υποχρέωση των κρατών-μελών να συνεργάζονται με το Δικαστήριο, το οποίο εγκρίθηκε στις 2 Οκτωβρίου 2007, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση, δήλωσε μεταξύ άλλων, τα εξής:
«13. Το Δικαστήριο έχει επίσης εφαρμόσει τη λύση των προσωρινών μέτρων (Άρθρο 39 των Κανονισμών του Δικαστηρίου) προκειμένου να αποτραπούν οι ανεπανόρθωτες βλάβες. Η Συνέλευση αναθέτει στο Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι τα εν λόγω προσωρινά μέτρα είναι δεσμευτικά για τα συμβαλλόμενα κράτη. Θεωρεί ότι η συγκεκριμένη λύση μπορεί πιθανώς να χρησιμοποιηθεί και ευρύτερα για την προστασία των προσφευγόντων και των δικηγόρων τους, στους οποίους ασκείται καταχρηστική πίεση. Για τον σκοπό αυτό, θα ήταν χρήσιμο το Δικαστήριο να εξετάσει την πρακτική του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της Διαμερικανικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που έχουν χρησιμοποιήσει προσωρινά μέτρα για να απαιτήσουν από τις αρχές να θέσουν τους προσφεύγοντες υπό ειδική αστυνομική προστασία προκειμένου να τους προστατεύσουν από εγκληματικές πράξεις ορισμένων μη κρατικών δραστών.»
109. Η αιτιολογική έκθεση, η οποία εγκρίθηκε από την Επιτροπή της Συνέλευσης για τις Νομικές Υποθέσεις και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (Έγγρ. 11183 της 9ης Φεβρουαρίου 2007, § 48), αναφέρθηκε, στο πλαίσιο αυτό, στην πρακτική που εφαρμόζεται βάσει του Άρθρου 63 § 2 της Αμερικανικής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία δίνει τη δικαιοδοσία στο Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να διατάξει τη λήψη θετικών μέτρων από τις κυβερνήσεις. Για παράδειγμα, στην υπόθεση, Aleman-Lacayo, η Διαμερικανική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ζήτησε από το Δικαστήριο να εγκρίνει μέτρο με το οποίο ζητούνταν από την Κυβέρνηση της Νικαράγουα να υιοθετήσει αποτελεσματικά μέτρα ασφαλείας για να προστατεύσει τη ζωή και την ατομική ακεραιότητα του Δρ. Aleman‑Lacayo, τα οποία περιελάμβαναν και την παροχή σε εκείνον και στους συγγενείς του «του ονόματος και του τηλεφώνου ενός ατόμου με θέση στις αρχές», το οποίο ήταν υπεύθυνο για την προστασία του. Το Δικαστήριο ικανοποίησε το αίτημα της Επιτροπής και κάλεσε την Κυβέρνηση της Νικαράγουα να λάβει «τα μέτρα εκείνα που είναι απαραίτητα για την προστασία της ζωής και της ατομικής ακεραιότητας του Δρ. Aleman-Lacayo» (βλ. υπόθεση Aleman-Lacayo, Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1996).
110. Το ψήφισμα 1571 (2007) της Συνέλευσης καλούσε ακόμη τις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών-μελών:
«17.1. να απέχουν από την άσκηση πίεσης στους προσφεύγοντες, τους εν δυνάμει προσφεύγοντες, τους δικηγόρους τους ή τα μέλη της οικογένειάς τους με σκοπό να τους αναγκάσουν να μην υποβάλουν προσφυγές στο Δικαστήριο ή να αποσύρουν όσες προσφυγές έχουν ήδη υποβληθεί,
17.2. να λαμβάνουν θετικά μέτρα για να προστατεύσουν τους προσφεύγοντες, τους δικηγόρους και τα μέλη της οικογένειάς τους από αντίποινα προερχόμενα από άτομα ή ομάδες, δηλαδή, όταν χρειάζεται, να επιτρέπουν στους προσφεύγοντες να συμμετέχουν σε προγράμματα προστασίας μαρτύρων, να τους παρέχουν ειδική αστυνομική προστασία ή να χορηγούν σε όσους κινδυνεύουν και στις οικογένειές τους προσωρινή προστασία ή πολιτικό άσυλο χωρίς γραφειοκρατικές μεθόδους,
17.3. να ερευνούν διεξοδικά όλες τις υποθέσεις για εικαζόμενα εγκλήματα κατά των προσφευγόντων, των δικηγόρων ή των μελών της οικογένειάς τους και να αναλαμβάνουν ουσιαστική δράση για τη δίωξη και την τιμωρία των δραστών και των ηθικών αυτουργών τέτοιων πράξεων, ώστε να περάσουν ένα σαφές μήνυμα ότι οι αρχές δεν ανέχονται τέτοιες πράξεις, ...»
111. Η Συνέλευση δήλωσε, επίσης, τα εξής:
«18. Η Συνέλευση είναι της άποψης ότι θα ωφελούσε η συνεργασία των κρατών-μελών με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εάν η νομολογία του εξακολουθήσει να εξελίσσεται, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα κράτη-μέλη τηρούν την υποχρέωσή τους να συνεργάζονται με το Δικαστήριο και ειδικότερα:
18.1. λαμβάνοντας τα κατάλληλα προσωρινά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων και των νέων τύπων αυτών, όπως αποφάσεις για αστυνομική προστασία ή μετεγκατάσταση των ατόμων που κινδυνεύουν και των οικογενειών τους,
18.2. γνωστοποιώντας κατεπειγόντως τις προσφυγές στα εναγόμενα κράτη σε περιπτώσεις στις οποίες γνωστοποιούνται στο Δικαστήριο αξιόπιστοι ισχυρισμοί για καταχρηστική πίεση στους προσφεύγοντες, τους δικηγόρους ή τα μέλη των οικογενειών τους,
18.3. δίνοντας προτεραιότητα σε τέτοιες υποθέσεις,
18.4. αναλαμβάνοντας την επίλυση υποθέσεων εικαζόμενης παράνομης πίεσης σε προσφεύγοντες και δικηγόρους με τους εκπροσώπους του εμπλεκόμενου κράτους και, κατά περίπτωση, ειδοποιώντας την Επιτροπή Υπουργών για τα εμμένοντα προβλήματα.»
112. Τέλος, η Συνέλευση κάλεσε «τα εθνικά κοινοβούλια να συμπεριλάβουν στις εργασίες τους όλες τις πτυχές της υποχρέωσης των κρατών να συνεργάζονται με το Δικαστήριο που στόχο έχουν την επίβλεψη της συμμόρφωσης των κυβερνήσεων με τις υποχρεώσεις τους βάσει της Σύμβασης, και να θεωρούν υπόλογες τις εκτελεστικές ή άλλες αρχές για οποιεσδήποτε παραβιάσεις.»
113. Στη Σύσταση 1809 (2007), η Συνέλευση πρότεινε η Επιτροπή Υπουργών να απευθύνει σύσταση σε όλα τα κράτη-μέλη καλώντας τα να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να αποτρέπουν την άσκηση παράνομης πίεσης ή αντιποίνων στους προσφεύγοντες, οι οποίοι έχουν ξεκινήσει διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου, στους δικηγόρους τους, στα μέλη των οικογενειών τους ή τις ΜΚΟ που τους βοηθούν, και να διασφαλίζουν ότι οι δράστες και οι ηθικοί αυτουργοί τέτοιων πράξεων οδηγούνται ενώπιον της δικαιοσύνης.
114. Η πιο πρόσφατη Σύσταση της Επιτροπής 1956 (2011) της 26ης Ιανουαρίου 2011, πραγματεύεται ειδικά το ζήτημα των προσωρινών μέτρων βάσει του Κανονισμού 39 και έχει ως εξής:
«3. Ο αυξανόμενος αριθμός κρατών-μελών που προσφάτως αγνόησαν τα προσωρινά μέτρα που είχαν διαταχθεί από το Δικαστήριο βάσει του Κανονισμού 39 αποτελεί σημαντικό παράγοντα ανησυχίας για τη Συνέλευση. Συνεπώς, υπογραμμίζεται η ανάγκη ενδυνάμωσης του ρόλου της Επιτροπής Υπουργών στην εκτέλεση των αποφάσεων του Δικαστηρίου.
4. Συνεπώς, η Συνέλευση καλεί την Επιτροπή Υπουργών να:
4.1. μελετήσει το ενδεχόμενο επέκτασης των καθηκόντων της βάσει του Άρθρου 46 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («η Σύμβαση», ETS αριθ. 5), εισάγοντας την αρμοδιότητα ελέγχου της συμμόρφωσης προς το γράμμα και το πνεύμα των μέτρων του Κανονισμού 39, τα οποία έχουν γνωστοποιηθεί βάσει του Κανονισμού 39.2 των Κανονισμών του Δικαστηρίου
4.2. μεταχειρίζεται πλήρως την αρμοδιότητά της, βάσει του Άρθρου 46 της Σύμβασης, στην επίλυση υποθέσεων μη συμμόρφωσης με τρόπο που να διαφυλάσσει πλήρως και αποτελεσματικά τη Σύμβαση, να διασφαλίζει, σε συνεργασία με το Δικαστήριο, ότι ορίζεται ένας μηχανισμός ή μια μέθοδος εργασίας για την παρακολούθηση των υποθέσεων μη συμμόρφωσης, και να ερευνά υποθέσεις και/ή να δημοσιεύει ανακοινώσεις για αυτές,
4.3. δίνει προτεραιότητα σε αποφάσεις οι οποίες διαπιστώνουν παραβάσεις του Άρθρου 34 της Σύμβασης σε υποθέσεις που αφορούν απέλαση ή έκδοση αλλοδαπών, επιβλέποντας ταυτοχρόνως την εφαρμογή τους από τα εναγόμενα κράτη σύμφωνα το Άρθρο 46 της Σύμβασης,
4.4. επιδιώξει την έγκριση προσωρινού ψηφίσματος με το οποίο τα κράτη-μέλη θα καλούνται να λάβουν μεμονωμένα και/ή γενικά μέτρα, στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες έχουν εκδοθεί άτομα σε κράτη τα οποία δεν επιθυμούν να τα επαναπροωθήσουν,
4.5. συνεργάζεται με το Δικαστήριο και άλλα σχετικά όργανα για τη δημοσίευση ενημερωμένων στατιστικών στοιχείων βάσει του Κανονισμού 39, καθώς επίσης και στοιχείων για τον βαθμό συμμόρφωσης των συμβαλλόμενων μερών, ...»
115. Στο ψήφισμά της 1788 (2011), το οποίο εγκρίθηκε κατά την ίδια ημερομηνία, η Συνέλευση δήλωσε επίσης τα εξής:
«10. Παρότι οι παραβιάσεις είναι ακόμη σχετικά σπάνιες, ο αυξανόμενος αριθμός τους είναι ζήτημα σοβαρής ανησυχίας δεδομένης της βλάβης που υφίστανται τα εμπλεκόμενα άτομα και της επίπτωσης στην ακεραιότητα του συστήματος της Σύμβασης συνολικά. Η Συνέλευση καταδικάζει κάθε έλλειψη τήρησης νομικά δεσμευτικών μέτρων τα οποία διατάσσονται από Δικαστήριο, και ιδιαίτερα την έλλειψη σεβασμού στο δικαίωμα της ατομικής προσφυγής, όπως αυτό διασφαλίζεται από το Άρθρο 34 της Σύμβασης, ως κατάφωρη αδιαφορία για αυτό το μοναδικό σύστημα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
...
15. Συνεπώς, η Συνέλευση ενθαρρύνει τα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης να:
15.1. εγγυώνται το δικαίωμα κατάθεσης ατομικής αγωγής στο Δικαστήριο βάσει του Άρθρου 34, να μην παρεμποδίζουν και να μην παρεμβαίνουν στην άσκηση του εν λόγω δικαιώματος με οποιονδήποτε τρόπο και να συμμορφώνονται πλήρως με το γράμμα και το πνεύμα των προσωρινών μέτρων που υποδεικνύονται από το Δικαστήριο βάσει του Κανονισμού 39 ειδικότερα:
15.1.1. συνεργαζόμενα με το Δικαστήριο και τα όργανα της Σύμβασης, παρέχοντας πλήρη, αληθή και δίκαια στοιχεία κατόπιν αιτημάτων παροχής επιπλέον πληροφοριών βάσει του Κανονισμού 39(3), και διευκολύνοντας στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό αιτήματα διερεύνησης που κατατίθενται από το Δικαστήριο,
...
16. Η Συνέλευση αναγνωρίζει τον κυρίαρχο ρόλο του Δικαστηρίου στην εξεύρεση λύσεων για τη διαχείριση των προσωρινών μέτρων βάσει του Κανονισμού 39 και σε αυτό το πλαίσιο εκφράζει την ελπίδα ότι το Δικαστήριο θα:
...
16.8. απαιτεί, στις περισσότερες υποθέσεις, τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων από τα κράτη για την επανόρθωση της βλάβης που προκλήθηκε, ώστε η Επιτροπή Υπουργών να είναι σε θέση να παρακολουθεί πιο αποτελεσματικά την εκτέλεση των αποφάσεων ...»
B. Η Επιτροπή Υπουργών
116. Στα ψηφίσματα ResDH(2001)66 και ResDH(2006)45, η Επιτροπή Υπουργών τόνισε ότι η αρχή της συνεργασίας με το Δικαστήριο, η οποία περιλαμβάνεται στη Σύμβαση, είναι θεμελιώδους σημασίας για τη σωστή και αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος της Σύμβασης και κάλεσε τις κυβερνήσεις των συμβαλλόμενων κρατών να διασφαλίσουν ότι οι σχετικές αρχές συμμορφώνονται αυστηρά με αυτή την υποχρέωση.
117. Το προσωρινό ψήφισμα CM/ResDH(2010)83 της Επιτροπής Υπουργών σχετικά με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Ben Khemais κατά Ιταλίας (αριθ. 246/07, 24 Φεβρουαρίου 2009) έχει ως εξής:
«Η Επιτροπή Υπουργών ...
Επαναλαμβάνοντας ότι ο προσφεύγων στην παρούσα υπόθεση εκδόθηκε στην Τυνησία στις 2 Ιουνίου 2008, παρά το προσωρινό μέτρο του Δικαστηρίου βάσει του Κανονισμού 39 των Κανονισμών του Δικαστηρίου, το οποίο απαγόρευε στις ιταλικές αρχές να τον εκδώσουν μέχρι νεωτέρας ειδοποίησης,
Επισημαίνοντας ότι το Δικαστήριο, στη συνέχεια, διαπίστωσε ότι η έκδοση του προσφεύγοντος ισοδυναμούσε με παράβαση του Άρθρου 3 και του Άρθρου 34 της Σύμβασης,
Επαναλαμβάνοντας ότι, στο πλαίσιο της εξέτασης της παρούσας υπόθεσης, η Επιτροπή, στην 1078η συνεδρίασή της (Μάρτιος 2010), επισήμανε ότι οι ιταλικές αρχές δεσμεύονταν πλήρως να συμμορφωθούν με τα προσωρινά μέτρα που είχε υποδείξει το Δικαστήριο βάσει του Κανονισμού 39,
Εκφράζοντας τη λύπη της για το γεγονός ότι, παρά την εν λόγω δέσμευση, οι ιταλικές αρχές εξέδωσαν έναν ακόμη προσφεύγοντα, τον κ. Mannai, στην Τυνησία την 1η Μαΐου 2010 κατά παράβαση του προσωρινού μέτρου που είχε υποδείξει το Δικαστήριο στις 19 Φεβρουαρίου 2010, το οποίο απαγόρευε στις ιταλικές αρχές να τον εκδώσουν μέχρι νεωτέρας ειδοποίησης,
Επισημαίνοντας με ανησυχία ότι σε τουλάχιστον άλλες δύο περιπτώσεις οι ιταλικές αρχές είχαν εκδώσει προσφεύγοντες στην Τυνησία, μολονότι το Δικαστήριο είχε προηγουμένως απαγορεύσει την έκδοσή τους βάσει του Κανονισμού 39,
Επαναλαμβάνοντας κατηγορηματικά ότι, σύμφωνα με την παγιωμένη νομολογία του Δικαστηρίου, το Άρθρο 34 συνεπιφέρει την υποχρέωση συμμόρφωσης με τα προσωρινά μέτρα που υποδεικνύονται βάσει του Κανονισμού 39 των Κανονισμών του Δικαστηρίου, έπειτα από την απόφαση του τμήματος ευρείας συνθέσεως της 4ης Φεβρουαρίου 2004 για την υπόθεση Mamatkulov και Askarov κατά Τουρκίας,
Τονίζοντας για ακόμη μία φορά τη θεμελιώδη σημασία της συμμόρφωσης με τα προσωρινά μέτρα που υποδεικνύονται από το Δικαστήριο βάσει του Κανονισμού 39 των Κανονισμών του Δικαστηρίου,
Εκφράζοντας, ωστόσο, την πεποίθησή της ότι οι ιταλικές αρχές θα λάβουν τελικά τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι θα τηρηθούν αυστηρά τα προσωρινά μέτρα που υποδείχθηκαν από το Δικαστήριο, ώστε να αποτραπούν παρόμοιες παραβιάσεις στο μέλλον,
ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΙ ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΑ την υποχρέωση των ιταλικών αρχών να τηρούν τα προσωρινά μέτρα που υποδεικνύει το Δικαστήριο,
ΠΑΡΟΤΡΥΝΕΙ τις ιταλικές αρχές να προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να εγκρίνουν επαρκή και αποτελεσματικά μέτρα, ώστε να αποτρέψουν παρόμοιες παραβιάσεις στο μέλλον,
ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ να εξετάζει την εφαρμογή της εν λόγω απόφασης σε κάθε συνεδρίαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα, έως ότου εγκριθούν τα απαραίτητα επείγοντα μέτρα.»
118. Ανταποκρινόμενη στη Σύσταση 1809 (2007) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης (βλ. παράγραφο
παραπάνω), η Επιτροπή Υπουργών ενέκρινε το Ψήφισμα CM/Res(2010)25 σχετικά με την υποχρέωση των κρατών-μελών να σέβονται και να προστατεύουν το δικαίωμα στην ατομική προσφυγή στο Δικαστήριο. Τα σχετικά σημεία του Ψηφίσματος έχουν ως εξής:
«... Υπογραμμίζοντας ότι το δικαίωμα των ατόμων να προσφεύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής καλούμενο «το Δικαστήριο») αποτελεί κεντρικό στοιχείο του συστήματος της σύμβασης και πρέπει να γίνεται σεβαστό και να προστατεύεται σε όλα τα επίπεδα,
Τονίζοντας ότι ο σεβασμός του εν λόγω δικαιώματος και η προστασία του από οποιαδήποτε παραβίαση είναι ουσιώδεις για την αποτελεσματικότητα του συστήματος της Σύμβασης περί της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων,
Επαναλαμβάνοντας ότι όλα τα κράτη μέρη της Σύμβασης έχουν αναλάβει την υποχρέωση να μην παρεμποδίζουν με κανέναν τρόπο την αποτελεσματική άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, όπως αυτό ορίζεται στο Άρθρο 34 της Σύμβασης,
Επαναλαμβάνοντας ότι οι θετικές υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένης της διερεύνησης, αποτελούν ουσιώδες χαρακτηριστικό του συστήματος της Σύμβασης συνολικά,
Επαναλαμβάνοντας, επίσης, ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου καθορίζεται με σαφήνεια ότι το Άρθρο 34 της Σύμβασης συνεπιφέρει την υποχρέωση των συμβαλλόμενων μερών να συμμορφώνονται με τα προσωρινά μέτρα που υποδεικνύονται βάσει του Κανονισμού 39 των Κανονισμών του Δικαστηρίου και ότι η μη συμμόρφωση αποτελεί παραβίαση του Άρθρου 34 της Σύμβασης,
Συνεπώς, παρατηρώντας με ανησυχία ότι, σύμφωνα με όσα διαπίστωσε το Δικαστήριο τα τελευταία έτη, υπήρξαν μεμονωμένα, αλλά ανησυχητικά περιστατικά στα οποία το δικαίωμα στην ατομική προσφυγή δεν έγινε σεβαστό και δεν προστατεύθηκε (παρεμποδίστηκε, για παράδειγμα, η επικοινωνία του προσφεύγοντος με το Δικαστήριο, δεν επετράπη στον προσφεύγοντα να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του, ασκήθηκε πίεση που αφορούσε τους μάρτυρες, ασκήθηκαν προσφυγές κατά των εκπροσώπων του προσφεύγοντος),
Εκφράζοντας τη λύπη της για οποιαδήποτε παρεμπόδιση των προσφευγόντων ή ατόμων που σκόπευαν να προσφύγουν στο Δικαστήριο, μελών των οικογενειών τους, των δικηγόρων τους και άλλων εκπροσώπων και μαρτύρων, και όντας αποφασισμένη να αναλάβει δράση για την πρόληψη τέτοιων περιστατικών παρεμπόδισης,
Επαναλαμβάνοντας την Ευρωπαϊκή Συμφωνία του 1996 που αφορά άτομα που συμμετέχουν σε διαδικασίες του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ETS αριθ. 161),
Επαναλαμβάνοντας τα Ψηφίσματα ResDH(2001)66 και ResDH(2006)45 για την υποχρέωση των κρατών να συνεργάζονται με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων,
καλεί τα συμβαλλόμενα μέρη να:
1. απέχουν από την άσκηση πίεσης σε προσφεύγοντες ή άτομα τα οποία έχουν επιδείξει πρόθεση προσφυγής στο Δικαστήριο, μέλη των οικογενειών τους, στους δικηγόρους τους και άλλους εκπροσώπους και μάρτυρες με σκοπό να να αποτραπούν οι προσφυγές στο Δικαστήριο, και από τον εξαναγκασμό απόσυρσης προσφυγών, οι οποίες έχουν κατατεθεί ή από την παρεμπόδιση της εξέλιξης των διαδικασιών ενώπιον του Δικαστηρίου,
2. εκπληρώνουν τις θετικές τους υποχρεώσεις να προστατεύουν τους προσφεύγοντες και τα άτομα που έχουν εκδηλώσει την πρόθεση να προσφύγουν στο Δικαστήριο, τα άτομα των οικογενειών τους, τους δικηγόρους τους και άλλους εκπροσώπους ή μάρτυρες από αντίποινα εκ μέρους ατόμων ή ομάδων, ανάλογα με την περίπτωση, επιτρέποντας στους προσφεύγοντες και στους μάρτυρες να συμμετέχουν σε προγράμματα προστασίας μαρτύρων και παρέχοντας αποτελεσματικές μορφές προστασίας και σε διεθνές επίπεδο,
3. στο πλαίσιο αυτό, να αναλαμβάνουν έγκαιρη και αποτελεσματική δράση σχετικά με κάθε περιοριστικό μέτρο που υποδεικνύει το Δικαστήριο, ώστε να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις τους βάσει των σχετικών διατάξεων της Σύμβασης,
4. εντοπίζουν και να διερευνούν κατάλληλα όλες τις υποθέσεις εικαζόμενης παρεμπόδισης της άσκησης του δικαιώματος της ατομικής προσφυγής αναφορικά με τις θετικές υποχρεώσεις, οι οποίες ήδη προκύπτουν βάσει της Σύμβασης και σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου,
5. προβαίνουν σε κατάλληλες περαιτέρω ενέργειες, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, εναντίον ατόμων για οποία υπάρχει υποψία ότι είναι δράστες ή ηθικοί αυτουργοί της παρεμπόδισης και να ζητούν, όπου αυτό δικαιολογείται, τη δίωξη και την τιμωρία όσων κρίνονται ένοχοι,
6. εάν δεν το έχουν ήδη κάνει, να επικυρώσουν την Ευρωπαϊκή Συμφωνία του 1996 που αφορά άτομα που συμμετέχουν σε διαδικασίες του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων,
Επίσης, αποφασίζει να εξετάζει επειγόντως κάθε περιστατικό παρεμπόδισης του δικαιώματος στην ατομική προσφυγή, ειδικότερα στο πλαίσιο της επίβλεψης της εκτέλεσης των αποφάσεων, οι οποίες διαπιστώνουν παράβαση του Άρθρου 34, και ενθαρρύνει τον Γενικό Εισαγγελέα να εξετάσει το ενδεχόμενο να ασκήσει τις εξουσίες του βάσει του Άρθρου 52 της Σύμβασης, όπου οι περιστάσεις το δικαιολογούν.»
119. Στην τελική της διακήρυξη, η Διάσκεψη Υψηλού Επιπέδου για το μέλλον του Δικαστηρίου, που πραγματοποιήθηκε στο Ισμίρ στις 26-27 Απριλίου 2011, επανέλαβε την υποχρέωση των συμβαλλόμενων μερών να συμμορφώνονται με τα προσωρινά μέτρα ως ακολούθως:
«[Η Διάσκεψη] τονίζει τη σημασία της παροχής από τα συμβαλλόμενα μέρη δυνατότητας προσφυγής σε εθνικό επίπεδο με ανασταλτικό χαρακτήρα, όπου αυτό είναι απαραίτητο, η οποία να λειτουργεί αποτελεσματικά και δίκαια και να διασφαλίζει τη σωστή και έγκαιρη εξέταση του ζητήματος βάσει της Σύμβασης και σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου και παρόλο που γνωρίζει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να αμφισβητήσουν τα προσωρινά μέτρα ενώπιον του Δικαστηρίου, επαναλαμβάνει την υποχρέωση των συμβαλλόμενων μερών να συμμορφώνονται με αυτά.»
120. Ανταποκρινόμενη στη Σύσταση της Συνέλευσης 1956 (2011) (βλ. παράγραφο
παραπάνω), η Επιτροπή Υπουργών τη διαβεβαίωσε «ότι αξιοποιεί πλήρως την αρμοδιότητά της βάσει του Άρθρου 46 σε όλες τις υποθέσεις στις οποίες διαπιστώνεται παράβαση του Άρθρου 34, για να διασφαλίζει είτε ότι λαμβάνονται ταχέως επείγοντα μεμονωμένα μέτρα είτε ότι αποτρέπεται η επανάληψη των παραβιάσεων μέσω της εισαγωγής των απαραίτητων εθνικών δικλείδων ασφαλείας.» Η Επιτροπή υπενθύμισε στη Συνέλευση ότι οι νέες μέθοδοι εργασίας που εφαρμόζονται από το 2011 είχαν θέσει, ως δείκτες ταξινόμησης, υπό καλύτερη επίβλεψη όλες τις υποθέσεις που απαιτούσαν επείγοντα μεμονωμένα μέτρα ή παρουσίαζαν σημαντικά διαρθρωτικά προβλήματα (βλ. Εγγρ. 12836).
V. ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 46 ΓΙΑ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗ ΡΩΣΙΑ
121. Έπειτα από τις πληροφορίες που έλαβε το Δικαστήριο σχετικά με επανειλημμένες καταγγελίες για την αδιαφορία της Ρωσίας ως προς τα προσωρινά μέτρα στην παρούσα υπόθεση και σε πολλές άλλες (βλ. παράγραφο 52 παραπάνω), η Επιτροπή Υπουργών εξέτασε το ζήτημα σε συνδυασμό με την εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση Iskandarov (παρατίθεται παραπάνω).
122. Η απόφαση της Επιτροπής Υπουργών (CM/Del/Dec(2012)1136/19), που εγκρίθηκε στις 8 Μαρτίου 2012 κατά την 1136η Συνεδρίαση των Αντιπροσώπων των Υπουργών, για το εν λόγω ζήτημα, αναφέρει τα εξής:
«Οι Αντιπρόσωποι
...
4. αναφορικά με την υπόθεση Iskandarov, επανέλαβαν ότι οι παραβιάσεις της Σύμβασης στην εν λόγω υπόθεση οφείλονταν στην απαγωγή του προσφεύγοντος από άγνωστα άτομα, τα οποία, όπως διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο, ήταν Ρώσοι κρατικοί πράκτορες, και στη βίαιη μεταφορά του στο Τατζικιστάν, μετά την απόρριψη της έκδοσής του από τις ρωσικές αρχές,
5. υπογράμμισαν με βαθιά ανησυχία την υπόδειξη του Δικαστηρίου ότι έχουν συμβεί επανειλημμένα περιστατικά τέτοιου είδους με τέσσερις άλλους προσφεύγοντες, οι υποθέσεις των οποίων εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου, στις οποίες εφαρμόστηκαν προσωρινά μέτρα προκειμένου να αποτραπεί η έκδοσή τους λόγω του επικείμενου κινδύνου σοβαρών παραβιάσεων της Σύμβασης,
6. έλαβαν γνώση της θέσης των ρωσικών αρχών ότι η εν λόγω κατάσταση αποτελεί πηγή σοβαρής ανησυχίας για εκείνους,
7. υπογράμμισαν, επίσης, ότι επί του παρόντος οι ρωσικές αρχές ασχολούνται με τα εν λόγω περιστατικά και δεσμεύονται να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της εξέτασης των σχετικών υποθέσεων, και στην Επιτροπή, σε σχέση με την υπόθεση Iskandarov, τα αποτελέσματα της παρακολούθησης των εξελίξεων τους στη Ρωσία,
8. παρότρυναν τις ρωσικές αρχές να συνεχίσουν να προβαίνουν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να διαλευκάνουν τις περιστάσεις της απαγωγής του κ Iskandarov και να διασφαλίσουν ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να συμβούν παρόμοια περιστατικά στο μέλλον και να ενημερώσουν την Επιτροπή Υπουργών για το ζήτημα.»
123. Στην επόμενη εξέταση του ζητήματος, η Επιτροπή Υπουργών, αντιμετωπίζοντας μία ακόμη υπόθεσης εικαζόμενης εξαφάνισης προσφεύγοντος, παρά τα προσωρινά μέτρα που είχε υποδείξει το Δικαστήριο, επανέλαβε τις προηγούμενες ανησυχίες της για την επανάληψη τέτοιων περιστατικών και συνέχισε δηλώνοντας τα εξής (βλ. την απόφαση που εγκρίθηκε στις 6 Ιουνίου 2012 κατά την 1144η συνεδρίαση - CM/Del/Dec(2012)1144/18):
«Οι Αντιπρόσωποι
...
3. εξέφρασαν τη λύπη τους για το γεγονός ότι, παρά τις σοβαρές ανησυχίες που εκφράστηκαν για τέτοια περιστατικά από τον Προεδρεύοντα του Δικαστηρίου, την Επιτροπή Υπουργών και τις ίδιες τις ρωσικές αρχές, ενημερώθηκαν ότι εξαφανίστηκε ένας ακόμη προσφεύγων στις 29 Μαρτίου 2012 στη Μόσχα και μετά από λίγο βρέθηκε να κρατείται στο Τατζικιστάν,
4. έλαβαν γνώση της θέσης των ρωσικών αρχών σύμφωνα με την οποία η διερεύνηση της υπόθεσης Iskandarov βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και επί του παρόντος δεν έχει διαπιστωθεί ανάμειξη του ρωσικού κράτους στην απαγωγή του προσφεύγοντος,
5. εκφράζουν, ωστόσο, τη λύπη τους για το γεγονός ότι ούτε στην υπόθεση Iskandarov ούτε σε κάποια άλλη υπόθεση αυτού του τύπου οι αρχές δεν έχουν καταφέρει να σημειώσουν ουσιαστική πρόοδο σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που αφορούν τις απαγωγές των προσφευγόντων και τη μεταφορά τους και να διαπιστώσουν την ευθύνη κάποιου κρατικού πράκτορα,
6. υπογράμμισαν ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες των ρωσικών αρχών, έπειτα από την κοινοποίηση, τον Απρίλιο του 2012, της απόφασης της Επιτροπής Υπουργών, η οποία εγκρίθηκε κατά την 1136η συνεδρίαση, στη Γενική Εισαγγελία, στην Εξεταστική Επιτροπή, στο Υπουργείο Εσωτερικών, στην Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Μετανάστευσης και την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικαστικών Επιμελητών, δεν έχουν συμβεί άλλα περιστατικά τέτοιου τύπου και κάλεσαν τις ρωσικές αρχές να ξεκαθαρίσουν εάν θεωρούν ότι αυτό το μέτρο επαρκεί για να δοθεί τέλος σε αυτήν την ανεπίτρεπτη πρακτική.»
124. Με απόφαση, η οποία εγκρίθηκε κατά την 1150ή συνεδρίαση των Αντιπροσώπων των Υπουργών στις 26 Σεπτεμβρίου 2012 (CM/Del/Dec(2012)1150), η Επιτροπή Υπουργών διατύπωσε τις εξής διαπιστώσεις και αξιολόγηση:
«Οι Αντιπρόσωποι
...
4. υπογράμμισε μετά λύπης της ότι έως και σήμερα δεν έχει εντοπιστεί κανένας υπεύθυνος για την παράνομη μεταφορά του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν στην υπόθεση Iskandarov,
...
6. υπογράμμισε ότι έπειτα από την τελευταία εξέταση της εν λόγω υπόθεσης από την Επιτροπή δεν έχουν συμβεί περιστατικά παρόμοια με αυτά που περιγράφονται στην υπόθεση Iskandarov και κάλεσε τις ρωσικές αρχές να εξακολουθήσουν να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζουν ότι δεν θα συμβούν άλλα τέτοια περιστατικά στο μέλλον,
7. χαιρέτισε την έκδοση από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, στις 14 Ιουνίου 2012, απόφασης, η οποία περιελάμβανε σημαντικές οδηγίες για τον τρόπο εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Σύμβασης, και ιδιαίτερα με βάση τα Άρθρα 3 και 5 της Σύμβασης,
8. υπογράμμισε, επίσης, με ικανοποίηση ότι τα μέτρα που λήφθηκαν από τις ρωσικές αρχές ως αποτέλεσμα των αποφάσεων της συγκεκριμένης ομάδας (η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, οι οδηγίες που εξέδωσε ο Γενικός Εισαγγελέας και οι αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου) έχουν οδηγήσει ήδη σε μια σειρά αποφάσεων του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις οποίες δεν διαπιστώνονται παραβιάσεις της Σύμβασης,
9. ενθάρρυνε τις ρωσικές αρχές να διασφαλίσουν τη γρήγορη πρόοδο της προετοιμασίας και της έγκρισης της νομοθετικής μεταρρύθμισης που υπαγορεύεται από τις αποφάσεις αυτές.»
125. Η Επιτροπή Υπουργών ξεκίνησε ξανά την εξέταση του ζητήματος κατά την 1157η συνεδρίαση των Αντιπροσώπων των Υπουργών, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2012, και εξέδωσε την ακόλουθη απόφαση (CM/Del/Dec(2012)1157):
«Οι Αντιπρόσωποι
1. επανέλαβαν ότι σε συμμόρφωση με την απόφαση δικαστηρίου, το συμβαλλόμενο μέρος είναι υποχρεωμένο να λάβει κάθε δυνατό μέτρο για να αποτρέψει παραβιάσεις παρόμοιες με εκείνες που διαπιστώθηκαν από το Δικαστήριο,
2. συνεπώς, εξέφρασαν τη βαθιά λύπη τους για το γεγονός ότι παρά τις σοβαρές ανησυχίες που εξέφρασαν το Δικαστήριο και η Επιτροπή Υπουργών για τα περιστατικά, τα οποία εικάζεται ότι είναι παρόμοια με αυτά της απόφασης για την υπόθεση Iskandarov, ενημερώθηκαν ότι στις 20 Οκτωβρίου 2012, εικάζεται ότι είχε εξαφανιστεί από το Βόλγκογκραντ ένας ακόμη προσφεύγων, για τον οποίο είχαν ληφθεί προσωρινά μέτρα σχετικά με την προγραμματισμένη έκδοσή του στο Τατζικιστάν καθ’ υπόδειξη του Δικαστηρίου βάσει του Κανονισμού 39 (Latipov κατά Ρωσικής Ομοσπονδίας, αριθ. 77658/11),
3. υπογράμμισαν ότι τέτοια περιστατικά, εάν επιβεβαιωθούν, και η απουσία κατάλληλης αντίδρασης σε αυτά από τις αρχές δημιουργεί ένα γενικότερο ζήτημα σχετικά με τη συμβατότητα της συγκεκριμένης κατάστασης με τις υποχρεώσεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας βάσει της Σύμβασης,
4. επανέλαβαν τη λύπη που είχαν εκφράσει στην προηγούμενη απόφασή τους για το γεγονός ότι, μέχρι σήμερα, ούτε στην υπόθεση Iskandarov ούτε σε κάποια άλλη υπόθεση αυτού του τύπου οι αρχές δεν έχουν καταφέρει να σημειώσουν ουσιαστική πρόοδο σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που αφορούν τις απαγωγές των προσφευγόντων και τη μεταφορά τους και να διαπιστώσουν την ευθύνη κάποιου κρατικού πράκτορα,
5. συνεπώς, κάλεσαν τις ρωσικές αρχές να αντιμετωπίσουν, χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση, αυτήν την ανησυχητική και πρωτοφανή κατάσταση, ειδικότερα λαμβάνοντας προστατευτικά μέτρα για άλλα άτομα τα οποία ενδέχεται να υπαχθούν σε κάποιο προσωρινό μέτρο σχετικά με τη μετακίνησή τους από το ρωσικό έδαφος καθ’ υπόδειξη του Δικαστηρίου βάσει του Κανονισμού 39 και διασφαλίζοντας ότι όλα αυτά τα περιστατικά θα διερευνηθούν αποτελεσματικά σε πλήρη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις τους βάσει της Σύμβασης,
6. κάλεσαν τις ρωσικές αρχές να παράσχουν στοιχεία για την τρέχουσα κατάσταση της υπόθεσης Iskandarov, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις εγγυήσεις κατά της κακομεταχείρισης.»
126. Η τελευταία απόφαση της Επιτροπής Υπουργών για το ζήτημα (CM/Del/Dec(2013)1164), η οποία εκδόθηκε στις 7 Μαρτίου 2013, κατά την 1164η συνεδρίαση των Αντιπροσώπων των Υπουργών, έχει ως εξής:
«Οι Αντιπρόσωποι
1. έλαβαν γνώση της θέσης των ρωσικών αρχών σύμφωνα με την οποία τα μέτρα που έχουν ληφθεί ως τώρα μπορούν να αποτρέψουν περαιτέρω απαγωγές και βίαιες μεταφορές ατόμων για τα οποία το Δικαστήριο υπέδειξε προσωρινά μέτρα βάσει του Κανονισμού 39 των Κανονισμών του Δικαστηρίου
2. υπογράμμισαν, ωστόσο, με ιδιαίτερη ανησυχία ότι επί του παρόντος, εκκρεμούν πολλές καταγγελίες αλλοδαπών υπηκόων ενώπιον του Δικαστηρίου, οι οποίες αφορούν εικαζόμενες παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους και μη τήρηση των προσωρινών μέτρων που υποδείχθηκαν από το Δικαστήριο σχετικά με τη βίαιη μετακίνησή τους από την επικράτεια της Ρωσικής Ομοσπονδίας,
3. κάλεσαν τις ρωσικές αρχές να ξεκαθαρίσουν τη συνάφεια των μέτρων που έχουν ήδη ληφθεί σε περιστάσεις παρόμοιες με αυτές που περιγράφηκαν στις υποθέσεις Iskandarov και Abdulkhakov,
4. κάλεσαν ξανά τις ρωσικές αρχές να υιοθετήσουν, χωρίς άλλη καθυστέρηση, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να δοθεί τέλος σε τέτοια περιστατικά λαμβάνοντας επιπλέον ειδικά προστατευτικά μέτρα για τους προσφεύγοντες και σειρά μέτρων που θα διασφαλίζουν την ταχεία και αποτελεσματική διερεύνηση των εξαφανίσεων και των βίαιων μεταφορών και να ενημερώσουν για όλα αυτά την Επιτροπή Υπουργών,
5. λόγω αυτής της εμμένουσας αυτής ανησυχητικής κατάστασης και λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις υποχρεώσεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας βάσει της Σύμβασης, κάλεσαν τον Πρόεδρο της Επιτροπής Υπουργών να αποστείλει επιστολή στον Ρώσο ομόλογό του ώστε να επιστήσει τη προσοχή του στην ιδιαίτερη ανησυχία της Επιτροπής Υπουργών, καθώς και στις επανειλημμένες εκκλήσεις για την υιοθέτηση των προαναφερθέντων μέτρων,
6. αποφάσισαν να εξετάσουν ξανά τα εν λόγω ζητήματα το αργότερο κατά την 1179η συνδρίασή τους (Σεπτέμβριος 2013) (DH), συμφωνώντας, ωστόσο, ότι, σε περίπτωση που η Επιτροπή λάβει γνώση κάποιου νέου παρόμοιου περιστατικού, θα επανέλθουν στο ζήτημα κατά την πρώτη συνεδρίαση που θα πραγματοποιηθεί αφού ειδοποιηθούν για το περιστατικό.»
Ο ΝΟΜΟΣ
I. ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ
127. Δεδομένης της ασυμφωνίας των διαδίκων για τα γεγονότα που συνέβησαν από τις 31 Οκτωβρίου έως τις 3 Νοεμβρίου 2011 (βλ. παραγράφους
-43 παραπάνω), το Δικαστήριο οφείλει να ξεκινήσει την εξέτασή του με την τεκμηρίωση των γεγονότων.
128. Σε υποθέσεις που υπάρχουν αντικρουόμενες μαρτυρίες για τα γεγονότα, το Δικαστήριο αναπόφευκτα αντιμετωπίζει, κατά την εξέταση των γεγονότων, τις ίδιες δυσκολίες με αυτές που αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρωτοδικείο (βλ. El Masri κατά «πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αριθ. 39630/09, § 151, 13 Δεκεμβρίου 2012). Το Δικαστήριο έχει επίγνωση της επικουρικής φύσης του ρόλου του και πρέπει να είναι προσεχτικό όσον αφορά την ανάληψη του ρόλου ενός πρωτοδικείου, όπου αυτό δεν έχει καταστεί αναπόφευκτο από τις περιστάσεις μιας συγκεκριμένης υπόθεσης. Ωστόσο, όταν διατυπώνονται ισχυρισμοί βάσει του Άρθρου 3 της Σύμβασης, το Δικαστήριο πρέπει να διεξαγάγει ιδιαίτερα εξονυχιστικό έλεγχο , ακόμη και όταν έχουν ήδη πραγματοποιηθεί ορισμένες διαδικασίες και έρευνες σε εθνικό επίπεδο (βλ., με επιπλέον αναφορές, El Masri, όπ.π., § 155).
129. Κατά την αξιολόγηση των στοιχείων, το Δικαστήριο υιοθετεί το βάρος της απόδειξης «πέραν κάθε εύλογης αμφιβολίας» (βλ. Orhan κατά Τουρκίας, αριθ. 25656/94, § 264, 18 Ιουνίου 2002). Ωστόσο, δεν ήταν ποτέ πρόθεση του δικαστηρίου να δανειστεί την προσέγγιση των εθνικών νομικών συστημάτων που χρησιμοποιούν αυτό το βάρος. Ο ρόλος του δεν είναι να κρίνει την ποινική ενοχή ή την αστική ευθύνη, αλλά να αποφασίσει σχετικά με την ευθύνη των συμβαλλόμενων κρατών σύμφωνα με τη Σύμβαση. Η ιδιαιτερότητα του ρόλου του σύμφωνα με το Άρθρο 19 της Σύμβασης (προκειμένου να διασφαλιστεί ο σεβασμός της υποχρέωσης να διασφαλίζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα που απορρέουν από τη Σύμβαση) ορίζει και την προσέγγιση που ακολουθεί στα ζητήματα που αφορούν στοιχεία και αποδείξεις. Στις διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν τίθενται διαδικαστικοί περιορισμοί για το παραδεκτό των στοιχείων ή προκαθορισμένοι τρόποι για την αξιολόγησή τους. Υιοθετεί τα συμπεράσματα που βασίζονται, κατά την κρίση του, στην ελεύθερη αξιολόγηση όλων των στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων συμπερασμάτων που μπορεί να προκύπτουν από τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Σύμφωνα με την καθιερωμένη νομολογία, η απόδειξη μπορεί να απορρέει και από τη συνύπαρξη επαρκώς ισχυρών, σαφών και συγκλινουσών ενδείξεων ή από παρόμοια αδιαμφισβήτητα τεκμήρια. Επίσης, το απαραίτητο επίπεδο πειθούς ώστε το δικαστήριο να οδηγηθεί σε κάποιο συγκεκριμένο συμπέρασμα και, σε αυτό το πλαίσιο, ο καταμερισμός του βάρους της απόδειξης, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την ιδιαιτερότητα των γεγονότων, τη φύση των ισχυρισμών και τη Σύμβαση που εξετάζεται (βλ. με περισσότερες αναφορές, Nachova και άλλοι κατά Βουλγαρίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 43577/98 και 43579/98, § 147, ΕΔΑΔ 2005‑VII, Iskandarov κατά Ρωσίας, όπ. π., § 107, και El Masri, όπ. π., § 151).
130. Επίσης, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η προβλεπόμενη από τη Σύμβαση διαδικασία δεν προσφέρεται πάντοτε για αυστηρή εφαρμογή της αρχής affirmanti incumbit probatio (το βάρος της απόδειξης φέρει εκείνος που προβάλλει τον ισχυρισμό). Σε ορισμένες περιπτώσεις, στις οποίες είναι αποκλειστικά οι αρχές εκείνες που γνωρίζουν όλα τα προς εξέταση γεγονότα ή μεγάλο μέρος αυτών, μπορεί να θεωρηθεί ότι το βάρος της απόδειξης το φέρουν οι αρχές, οι οποίες πρέπει να παρέχουν μια ικανοποιητική και πειστική εξήγηση (βλ. Salman κατά Τουρκίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 21986/93, § 100, ΕΔΑΔ 2000‑VII, D.H. και άλλοι κατά Τσεχικής Δημοκρατίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 57325/00, § 179, ΕΔΑΔ 2007‑XII, και Iskandarov κατά Ρωσίας, όπ. π., § 108). ‘Όταν ένας διάδικος δεν προσκομίσει στοιχεία, δεν παράσχει τις πληροφορίες που ζητήθηκαν από το Δικαστήριο ή δεν κοινοποιήσει αυτεπάγγελτα σχετικές πληροφορίες ή αν δεν συμμετάσχει άλλως ουσιαστικά στις διαδικασίες, το Δικαστήριο δύναται να εξαγάγει τα συμπεράσματα που κρίνει δέοντα (Κανονισμός 44C § 1 των Κανονισμών του Δικαστηρίου).
131. Σε ό,τι αφορά τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η μαρτυρία του προσφεύγοντος για τα γεγονότα που συνέβησαν από το βράδυ της 31ης Οκτωβρίου 2011 και έπειτα, ήταν λεπτομερής, συγκεκριμένη και συνεπής. Η εν λόγω περιγραφή των γεγονότων συντέθηκε από τις συνεπείς καταθέσεις του προσφεύγοντος στις ρωσικές αρχές, τη μαρτυρία του σε δημόσια ακροαματική διαδικασία στο Τατζικιστάν και από γραπτούς ισχυρισμούς υπογεγραμμένους από τον προσφεύγοντα και διάφορους μάρτυρες που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο . Το Δικαστήριο είναι ικανοποιημένο από το γεγονός ότι ο προσφεύγων προσκόμισε εκ πρώτης όψεως στοιχεία που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της δικής του εκδοχής για τα γεγονότα.
132. Σε ό,τι αφορά την Κυβέρνηση, το Δικαστήριο αντιθέτως παρατηρεί ότι οι απαντήσεις της στους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος και τις λεπτομερείς ερωτήσεις του Δικαστηρίου ήταν συνοπτικές και μαρτυρούσαν προσπάθεια υπεκφυγής, αφού ουσιαστικά περιορίζονταν σε αρνήσεις για τη γνώση – και την ευθύνη – των αρχών για την τύχη του προσφεύγοντος. Συγχρόνως, η Κυβέρνηση ούτε επιβεβαίωσε, ούτε διέψευσε τη μαρτυρία του προσφεύγοντος για τα γεγονότα. Οι ανεπαρκείς πληροφορίες που παρείχε η Κυβέρνηση αποτελούνταν από γενικές δηλώσεις και ουδέτερες αναφορές στις πληροφορίες που είχαν δώσει οι αρχές του Τατζικιστάν, χωρίς καμία διευκρινιστική αξιολόγηση των πληροφοριών αυτών ή διαπιστώσεις της ίδιας της Κυβέρνησης για το γεγονός. Για παράδειγμα, σχετικά με τη βασική πτυχή του περιστατικού, η Κυβέρνηση απλώς αναμετέδωσε τις επίσημες πληροφορίες που παρείχε, στις 26 Μαρτίου 2012, ο Γενικός Εισαγγελέας του Τατζικιστάν στον Ρώσο ομόλογό του, σύμφωνα με τις οποίες, ο προσφεύγων «είχε παραδοθεί οικειοθελώς» στις αρχές του Τατζικιστάν στις 3 Νοεμβρίου 2011 (βλ. παράγραφο
παραπάνω). Η αποτυχία της Κυβέρνησης να διεξαγάγει τη δική της έρευνα για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης υποχρεώνει το Δικαστήριο να τεκμηριώσει τα γεγονότα και να καταλήξει σε συμπεράσματα που θεωρεί δέοντα για τη συγκεκριμένη στάση (βλ. Κανονισμό 44C § 1, παρατίθεται στην παράγραφο 130 παραπάνω).
133. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι διάδικοι δεν αμφισβητούν το γεγονός ότι ο προσφεύγων ήταν άτομο στο οποίο είχε χορηγηθεί προσωρινό άσυλο από τη Ρωσική Ομοσπονδία στις 6 Σεπτεμβρίου 2011, έπειτα από τις επίμονες προσπάθειές του να αποφύγει την επιστροφή στο Τατζικιστάν (βλ. παράγραφο 31 παραπάνω). Αποτελεί, επίσης, αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η ελευθερία του προσφεύγοντος στη Ρωσία δεν είχε περιοριστεί, έπειτα από την απελευθέρωσή του στις 20 Μαΐου 2011. Επίσης, αδιαμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι το αργότερο την 3η Νοεμβρίου 2011, ο προσφεύγων τέθηκε υπό κράτηση στο Κουτζάντ από τις αρχές επιβολής του νόμου του Τατζικιστάν.
134. Ενόψει των παραπάνω και έχοντας εξετάσει τους ισχυρισμούς των διαδίκων σε συνδυασμό με τις πληροφορίες από άλλες πηγές, το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει και να αξιολογήσει την επίσημη εκδοχή του Τατζικιστάν για την «οικειοθελή παράδοση» του προσφεύγοντος στις αρχές της εν λόγω χώρας (βλ. παράγραφο 44). Παρόλο που ο καθένας θα μπορούσε θεωρητικά να παραδοθεί οικειοθελώς, η επίσημη εκδοχή φαίνεται ανυπόστατη και σε πλήρη ασυνέπεια με όλο το υπόλοιπο υλικό που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Καταρχάς, στο Δικαστήριο δεν υποβλήθηκε ποτέ η «δήλωση ομολογίας» που έκανε ο προσφεύγων, όπως ισχυρίστηκαν οι αρχές του Τατζικιστάν. Επίσης, η επίσημη εκδοχή της «ομολογίας» και της «οικειοθελούς παράδοσης»του προσφεύγοντος έρχονται σε αντίθεση με τη δική του γραπτή κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, την καταγεγραμμένη δήλωσή του σε δημόσια ακροαματική διαδικασία στο Τατζικιστάν και τη λεπτομερή και συνεπή μαρτυρία για τα γεγονότα που παρείχαν οι εκπρόσωποί του βασιζόμενες σε πληροφορίες που είχαν συλλέξει από διάφορες πηγές. Επιπλέον, η εκδοχή της «οικειοθελούς παράδοσης» δεν συμβαδίζει με τη γραπτή κατάθεση του πατέρα του προσφεύγοντος, στον οποίο απαγορεύθηκε να συναντηθεί με τον προσφεύγοντα με το αιτιολογικό ότι δεν είχε συνεργαστεί με τις αρχές του Τατζικιστάν στην προσπάθειά τους να φέρουν τον προσφεύγοντα πίσω στη χώρα (βλ. παράγραφο 41). Επιπροσθέτως, στις αναφορές της στην επίσημη εκδοχή του Τατζικιστάν, η εναγόμενη Κυβέρνηση δεν μπόρεσε να τη στηρίξει με απτά στοιχεία, πόσο δε μάλλον να εξηγήσει με οποιονδήποτε τρόπο πώς και πότε ο προσφεύγων κατάφερε να κάνει ένα τόσο μακρινό ταξίδι διερχόμενος από διάφορα κρατικά σύνορα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς να έχει το διαβατήριό του και χωρίς να υπάρχει καμία επίσημη καταγραφή της διέλευσής του από τα ρωσικά σύνορα. Τέλος, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η επίσημη εκδοχή του Τατζικιστάν για την «οικειοθελή παράδοση» δύσκολα μπορεί να συμβαδίσει με τα επίμονα αιτήματα του προσφεύγοντος στις ρωσικές αρχές και στο Δικαστήριο κατά τα δύο τελευταία έτη με αποκλειστικό κίνητρο να αποτρέψει την επιστροφή του στο Τατζικιστάν.
135. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την επίσημη εκδοχή του Τατζικιστάν, η οποία αναμεταδόθηκε από τη ρωσική κυβέρνηση, ότι ο προσφεύγων «παραδόθηκε οικειοθελώς» στις αρχές του Τατζικιστάν. Δεδομένης της συνοχής της εκδοχής του προσφεύγοντος για τα γεγονότα και της αόριστης και μη πειστικής θέσης της εναγόμενης Κυβέρνησης καθώς και της μη προσκόμισης από την τελευταία οποιουδήποτε στοιχείου, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι ο προσφεύγων επέστρεψε με τη βία, το αργότερο στις 3 Νοεμβρίου 2011, στο Τατζικιστάν , όπου οι αρχές τον έθεσαν αμέσως υπό κράτηση εν αναμονή της ποινικής δίκης.
136. Επιπλέον, το Δικαστήριο θεωρεί, σε συνδυασμό με την παραπάνω διαπίστωση, ότι η μαρτυρία του προσφεύγοντος για την απαγωγή του στις 31 Οκτωβρίου 2011 από αγνώστου ταυτότητας άτομα στη Μόσχα έχει συνοχή και επιβεβαιώνεται από διάφορες ενδείξεις. Σε κάθε περίπτωση, μια βίαιη μεταφορά θα ξεκινούσε πράγματι με τον περιορισμό της ελευθερίας του εμπλεκόμενου ατόμου. Το γεγονός ότι ο προσφεύγων συνελήφθη στη Μόσχα και κρατήθηκε σε καθεστώς απομόνωσης λίγο πριν τη βίαιη μεταφορά του στο Τατζικιστάν δεν φαίνεται να είναι αβάσιμο. Το Δικαστήριο εντοπίζει ισχυρές ενδείξεις υπέρ της μαρτυρίας του προσφεύγοντος λόγω της αποτυχίας της Κυβέρνησης να παρουσιάσει οποιαδήποτε εναλλακτική εκδοχή για το τι συνέβη στον προσφεύγοντα μεταξύ της 31ης Οκτωβρίου και της 2ας Νοεμβρίου 2011 και κυρίως λόγω της σκόπιμης και επίμονης άρνησης των αρχών να ερευνήσουν ουσιαστικά τα εν λόγω γεγονότα (βλ. παραγράφους 193-196 παρακάτω). Το Δικαστήριο δηλώνει έκπληκτο από την εξήγηση που δόθηκε για την άρνηση των ερευνητών να ξεκινήσουν εγκληματολογική έρευνα για το περιστατικό, σύμφωνα με την οποία ο προσφεύγων φέρεται να προσπάθησε να σκηνοθετήσει την απαγωγή του με σκοπό να απαλλαγεί από την ποινική ευθύνη στο Τατζικιστάν (βλ. παραγράφους 56 και 63 παραπάνω). Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο εν λόγω συλλογισμός στερείται κάθε λογικής, καθώς οι ερευνητές ήδη γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν έως τότε (Μάρτιος-Ιούλιος 2012) ότι η εξαφάνιση του προσφεύγοντος από τη Μόσχα είχε καταλήξει σε σύλληψη, κράτηση, ποινική δίκη και καταδίκη στο Τατζικιστάν.
137. Τέλος, εφόσον η Κυβέρνηση δεν έχει διαψεύσει τη μαρτυρία του προσφεύγοντος για τα γεγονότα, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μόνο την εκδοχή ότι ο προσφεύγων μεταφέρθηκε βίαια από τη Μόσχα στο Τατζικιστάν αεροπορικώς, όπως ο ίδιος υποστήριξε στους ισχυρισμούς του. Πράγματι, δεδομένης της σύντομης περιόδου που παρήλθε μεταξύ της απαγωγής του προσφεύγοντος στη Μόσχα και της ξαφνικής εμφάνισής του στα χέρια της αστυνομίας στο Κουτζάντ, και δεδομένης της μεγάλης απόστασης μεταξύ των δύο πόλεων (απέχουν περίπου 3.500 km οδικώς), τίποτα δεν μπορεί να αντικρούσει τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι μεταφέρθηκε εκεί αεροπορικώς. Ακόμη μια φορά, το Δικαστήριο καταλήγει σε ισχυρά συμπεράσματα υπέρ της εν λόγω εκδοχής λόγω της επίμονης άρνησης των ρωσικών αρχών να διεξαγάγουν ουσιαστική έρευνα και την επακόλουθη αποτυχία τους να αντικρούσουν την εκδοχή του προσφεύγοντος ή να δώσουν μια λογική εναλλακτική εξήγηση.
138. Συμπερασματικά, το Δικαστήριο θεωρεί ότι τεκμηριώνεται πέραν κάθε εύλογης αμφιβολίας το γεγονός ότι ο προσφεύγων απήχθη από αγνώστου ταυτότητας άτομα στη Μόσχα το βράδυ της 31ης Οκτωβρίου 2011, κρατήθηκε από τους απαγωγείς του στη Μόσχα για μία με δύο ημέρες και στη συνέχεια μεταφέρθηκε βίαια στο αεροδρόμιο, επιβιβάστηκε σε πτήση προς το Κουτζάντ στο Τατζικιστάν, όπου τέθηκε αμέσως υπό κράτηση από τις αρχές του Τατζικιστάν.
139. Όσον αφορά στον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι οι ρωσικές αρχές έχουν αναμειχθεί στη βίαιη μεταφορά του στο Τατζικιστάν, το Δικαστήριο θεωρεί ότι συνδέεται στενά με όλες τις άλλες πτυχές της καταγγελίας του βάσει του Άρθρου 3 και πρέπει να ελεγχθεί σε συνδυασμό με άλλα ζητήματα που προκύπτουν βάσει της εν λόγω διάταξης, συμπεριλαμβανομένου του ζητήματος της επάρκειας της έρευνας σε εθνικό επίπεδο για το περιστατικό .
II. Η ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 3 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
140. Ο προσφεύγων κατήγγειλε, αρχικά, βάσει του Άρθρου 3 της Σύμβασης, ότι η έκδοσή του στο Τατζικιστάν θα οδηγούσε σε κακομεταχείρισή του. Αργότερα, συμπλήρωσε την καταγγελία του και ισχυρίστηκε ότι υπήρξε παράβαση του Άρθρου 3, αφού η απαγωγή του στη Μόσχα και η παράνομη μεταφορά του στο Τατζικιστάν θα μπορούσαν να έχουν επιτευχθεί μόνο με την ενεργή ή παθητική εμπλοκή των ρωσικών αρχών.
141. Κατόπιν αυτών των εξελίξεων, το Δικαστήριο ζήτησε από την Κυβέρνηση να υποβάλει πρόσθετες πληροφορίες επί της ουσίας σχετικά με δύο ακόμα ζητήματα που προκύπτουν βάσει του Άρθρου 3 της Σύμβασης. Το πρώτο αφορούσε την πιθανή αποτυχία των αρχών να συμμορφωθούν προς τη θετική τους υποχρέωση να κάνουν ό,τι ήταν ευλόγως αναμενόμενο για να προστατεύσουν τον προσφεύγοντα από τον πραγματικό και άμεσο κίνδυνο μεταφοράς του στο Τατζικιστάν. Το δεύτερο αφορούσε τη διαδικαστική τους υποχρέωση να διεξαγάγουν ενδελεχή και αποτελεσματική έρευνα για την απαγωγή και τη μεταφορά του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν. Το Άρθρο 3 έχει ως εξής:
«Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθεί σε βασανιστήρια ούτε σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.»
Α. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
1. Η Κυβέρνηση
142. Η Κυβέρνηση αρχικά ισχυρίστηκε ότι ο προσφεύγων δεν φέρει την ιδιότητα του θύματος, αφού η έκδοσή του είχε ανασταλεί σύμφωνα με τα προσωρινά μέτρα που είχε διατάξει το Δικαστήριο. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι η έκδοση του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν σε καμία περίπτωση δεν θα τον εξέθετε σε κίνδυνο κακομεταχείρισης. Κατά τη γνώμη της Κυβέρνησης, η παρούσα προσφυγή διέφερε από πολλές άλλες προηγούμενες υποθέσεις επί των οποίων είχε αποφανθεί το Δικαστήριο σχετικά με το Τατζικιστάν, εφόσον ο προσφεύγων είχε κατηγορηθεί για κοινά ποινικά αδικήματα και δεν είχε διωχθεί λόγω των πολιτικών του απόψεων. Επιπλέον, θεώρησε ότι οι διαβεβαιώσεις της Γενικής Εισαγγελίας του Τατζικιστάν αποτελούσαν επαρκείς δικλείδες ασφαλείας για να αποτραπεί η κακομεταχείριση ή η πολιτική δίωξη του προσφεύγοντος. Η Κυβέρνηση αναφέρθηκε στην απουσία οποιουδήποτε περιστατικού το οποίο περιελάμβανε παραβίαση από το Τατζικιστάν των διαβεβαιώσεων που σχετίζονταν με τα ζητήματα της έκδοσης. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι έπειτα από λεπτομερή εξέταση όλων των εικαζόμενων κινδύνων και των στοιχείων που υπέβαλε ο προσφεύγων σε δημόσια ακροαματική διαδικασία, τα ρωσικά δικαστήρια δεν θεώρησαν ότι υπάρχει κανένα εμπόδιο για την έκδοσή του.
143. Κατόπιν της βίαιης μεταφοράς του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν και των πρόσθετων ερωτημάτων που έθεσε το Δικαστήριο, η Κυβέρνηση αρνήθηκε κάθε ευθύνη για ό,τι είχε συμβεί στον προσφεύγοντα. Ισχυρίστηκε ότι η ελεύθερη κυκλοφορία του προσφεύγοντος δεν είχε περιοριστεί με κανέναν τρόπο μετά την απελευθέρωσή του στις 20 Μαΐου 2011, και ότι οι αρχές δεν έφεραν την υποχρέωση να παρακολουθούν τις κινήσεις του. Η Κυβέρνηση ενημέρωσε το Δικαστήριο σχετικά με τις προκαταρκτικές έρευνες που διεξήγαγαν οι ερευνητικές αρχές και την επανειλημμένη άρνησή τους να ξεκινήσουν εγκληματολογική έρευνα λόγω της έλλειψης του σώματος του εγκλήματος.
2. Ο προσφεύγων
144. Ο προσφεύγων αρχικά ισχυρίστηκε ότι εξακολουθούσε να έχει την ιδιότητα του θύματος, εφόσον είχε εξαντλήσει, χωρίς αποτέλεσμα, κάθε προσφυγή σε εθνικό επίπεδο με την οποία θα μπορούσε να αμφισβητήσει τη διαταγή έκδοσης. Η τελευταία παρέμενε έγκυρη και εκτελεστή την περίοδο των γεγονότων και δεν υφίσταται καμία περαιτέρω προσφυγή κατά αυτής. Αναφέρθηκε στην παγιωμένη νομολογία του Δικαστηρίου στην οποία αναγνωρίζεται η ιδιότητα του θύματος στους προσφεύγοντες σε παρόμοιες περιπτώσεις. Ισχυρίστηκε, ακόμη, ότι οι αρχές δεν αξιολόγησαν τον κίνδυνο κακομεταχείρισης τον οποίο διέτρεχε στο Τατζικιστάν και ότι δεν έλαβε καμία ουσιαστική απάντηση στους επανειλημμένους και λεπτομερείς ισχυρισμούς του για το θέμα. Αντιθέτως, οι αρχές είχαν αξιολογήσει τα πιθανά εμπόδια για την έκδοσή του από την οπτική των κρατικών συμφερόντων και είχαν αποκλείσει κάθε τέτοιο κίνδυνο βάσει των διπλωματικών διαβεβαιώσεων που παρασχέθηκαν από τις αρχές του Τατζικιστάν, οι οποίες δεν στηρίζονταν από κανένα στοιχείο και επομένως ήταν αναξιόπιστες. Ο προσφεύγων κατέληξε ότι η προσέγγιση που υιοθέτησαν οι εθνικές αρχές και επικύρωσε η Κυβέρνηση ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν υπερβολικά φορμαλιστική. Τέλος, ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι τα άτομα για τα οποία υπήρχαν υποψίες για συμμετοχή τους στην IMU, όπως ο ίδιος, διώκονταν από τις αρχές του Τατζικιστάν, και άρα διέτρεχαν υψηλό κίνδυνο κακομεταχείρισης στο Τατζικιστάν. Κατέληξε ότι υπήρχαν επαρκή στοιχεία για το γεγονός ότι η έκδοσή θα τον εξέθετε σε πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης ασύμβατης με το Άρθρο 3 της Σύμβασης.
145. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι έπειτα από την απαγωγή του, οι αρχές είχαν ενημερωθεί αμέσως και τους είχε ζητηθεί να τον προστατεύσουν από τη βίαιη μεταφορά στο Τατζικιστάν. Όμως, δεν είχαν προβεί σε καμία άμεση και αποτελεσματική ενέργεια, ενώ οι καταγγελίες του προσφεύγοντος μεταφέρονταν από τον ένα φορέα στον άλλο. Επιπλέον, οι αρχές δεν διερεύνησαν τα γεγονότα. Ο προσφεύγων θεώρησε την παρατεταμένη αποτυχία της Κυβέρνησης να εντοπίσει το μέρος όπου βρισκόταν ως ένδειξη της άμεσης εμπλοκής των αρχών στην απαγωγή και τη βίαιη μεταφορά του στο Τατζικιστάν. Ο προσφεύγων επέμεινε ότι δεν θα μπορούσε να είχε διέλθει νόμιμα από τα κρατικά σύνορα χωρίς το διαβατήριό του διαθέτοντας μόνο ένα πιστοποιητικό προσωρινού ασύλου. Επιπλέον, ήταν αδύνατον να διέλθει παράνομα από τα κρατικά σύνορα χωρίς τη θέλησή του, εφόσον εκείνη την περίοδο τα μέτρα ασφαλείας στο αεροδρόμιο Ντομοντέντοβο ήταν αυξημένα λόγων των τρομοκρατικών επιθέσεων τον Ιανουάριο του 2011 στο εν λόγω αεροδρόμιο. Για να στηρίξει τον ισχυρισμό του ότι η Ρωσία είχε διαδραματίσει κάποιον ρόλο στην απαγωγή και τη μεταφορά του, ο προσφεύγων αναφέρθηκε στα ευρήματα του Δικαστηρίου σε παρόμοια υπόθεση (Iskandarov, όπ. π., § 113). Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε, ακόμη, ότι η μετακίνησή του από τη ρωσική επικράτεια ήταν αποτέλεσμα είτε κοινής επιχείρησης των υπηρεσιών ασφαλείας των δύο χωρών είτε επιχείρησης της υπηρεσίας ασφαλείας του Τατζικιστάν που ολοκληρώθηκε με τη βοήθεια των ρωσικών αρχών.
B. Η αξιολόγηση του Δικαστηρίου
1. Επί του παραδεκτού
146. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η έκδοση του προσφεύγοντος επικυρώθηκε από οριστική δικαστική απόφαση σε εθνικό επίπεδο, η οποία παρέμενε εν ισχύ και δεν μπορούσε να αναιρεθεί από τα προσωρινά μέτρα που είχε διατάξει το Δικαστήριο και τα οποία απλώς οδήγησαν σε προσωρινή αναβολή της έκδοσης. Κατά συνέπεια, η δηλωθείσα συμμόρφωση των αρχών με τα προσωρινά μέτρα, δεν μπορούσε από μόνη της να στερήσει από τον προσφεύγοντα την ιδιότητα του θύματος βάσει της Σύμβασης. Η ένσταση της Κυβέρνησης, την οποία δεν φάνηκε να διατηρεί στα επόμενα στάδια της διαδικασίας, σε κάθε περίπτωση στερείται σκοπού δεδομένης της βίαιης μεταφοράς του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν στις αρχές του Νοεμβρίου του 2011. Το Δικαστήριο σημειώνει, επίσης, ότι η καταγγελία του προσφεύγοντος δεν είναι προδήλως αβάσιμη κατά την έννοια του Άρθρου 35 § 3 (a) της Σύμβασης και δεν θεωρείται απαράδεκτη για κάποιον άλλο λόγο. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτή.
2. Επί της ουσίας
147. Το Δικαστήριο επισημαίνει, καταρχάς, ότι η παρούσα υπόθεση εγείρει τρία διακριτά ζητήματα βάσει του Άρθρου 3 της Σύμβασης: την πιθανή αποτυχία των αρχών να συμμορφωθούν προς τις θετικές τους υποχρεώσεις να προστατεύσουν τον προσφεύγοντα από τον πραγματικό και άμεσο κίνδυνο μεταφοράς του στο Τατζικιστάν, την αποτυχία τους να συμμορφωθούν προς τη διαδικαστική υποχρέωσή τους να διεξαγάγουν ενδελεχή και αποτελεσματική έρευνα για την απαγωγή και τη μεταφορά του και τέλος, την εικαζόμενη ευθύνη τους για την εμπλοκή κρατικών παραγόντων στα επίμαχα γεγονότα. Το Δικαστήριο επισημαίνει, επίσης, ότι η κρίση του επί των εν λόγω ζητημάτων θα βασιστεί, κυρίως, στην ύπαρξη κατά τον χρόνο των πραγματικών γεγονότων τεκμηριωμένου κινδύνου να υποστεί ο προσφεύγων κακομεταχείριση στο Τατζικιστάν. Οι διάδικοι διαφωνούν επί του τελευταίου ζητήματος. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα ξεκινήσει την εξέταση αξιολογώντας το αν η βίαιη επιστροφή του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν τον εξέθετε σε τέτοιον κίνδυνο. Ακολούθως, θα εξετάσει, ένα προς ένα, τα τρία διαφορετικά ζητήματα που εγείρονται βάσει του Άρθρου 3, όπως αναφέρθηκε παραπάνω.
(α) Σχετικά με το εάν η επιστροφή του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν τον εξέθεσε σε πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης με το Άρθρο 3
(i) Γενικές αρχές
148. Σύμφωνα με την παγιωμένη νομολογία του Δικαστηρίου, η απέλαση ή η έκδοση από ένα συμβαλλόμενο κράτος ενδέχεται να εγείρει ζήτημα βάσει του Άρθρου 3 και ως εκ τούτου να ενέχει ευθύνη για το εν λόγω κράτος βάσει της Σύμβασης, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίστανται ουσιαστικοί λόγοι να θεωρείται ότι το εμπλεκόμενο άτομο, εάν απελαθεί, εκτίθεται σε πραγματικό κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση ασύμβατη με το Άρθρο 3 (βλ. Saadi κατά Ιταλίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 37201/06, § 125, ΕΔΑΔ 2008, και Soering κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 7 Ιουλίου 1989, Σειρά Α αριθ. 161).
149. Η αξιολόγηση του εάν υφίστανται ουσιαστικοί λόγοι να θεωρείται ότι ο προσφεύγων διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση η οποία παραβαίνει το Άρθρο 3 απαιτεί αναπόφευκτα την αξιολόγηση, από το Δικαστήριο, των συνθηκών στη χώρα προορισμού ως προς τα κριτήρια της εν λόγω διάταξης της Σύμβασης (βλ. Mamatkulov και Askarov κατά Τουρκίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 46827/99 και 46951/99, § 67, ΕΔΑΔ 2005‑I). Τα κριτήρια αυτά ορίζουν ότι η κακομεταχείριση την οποία ισχυρίζεται ότι θα υποστεί ο προσφεύγων κατά την επιστροφή του πρέπει να φτάνει σε ένα ελάχιστο επίπεδο δριμύτητας προκειμένου να εμπίπτει στο πεδίο του Άρθρου 3. Η αξιολόγηση του παραπάνω είναι σχετική και εξαρτάται από όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Hilal κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 45276/99, § 60, ΕΔΑΔ 2001‑II).
150. Προκειμένου να καθορίσει εάν έχει καταδειχθεί το ότι ο προσφεύγων, εάν εκδοθεί, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση, η οποία απαγορεύεται από το Άρθρο 3, το Δικαστήριο θα εξετάσει το ζήτημα λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλο το υλικό που παρουσιάστηκε ενώπιόν του ή, εάν κριθεί αναγκαίο, το υλικό που συλλέχθηκε αυτεπάγγελτα (βλ. Saadi, όπ. π., § 128). Εφόσον η φύση της ευθύνης των συμβαλλόμενων κρατών βάσει του Άρθρου 3, σε υποθέσεις τέτοιου είδους, έγκειται στην πράξη της έκθεσης ενός ατόμου σε κίνδυνο κακομεταχείρισης, η ύπαρξη του κινδύνου πρέπει να αξιολογηθεί κυρίως σε σχέση με εκείνα τα γεγονότα τα οποία γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το συμβαλλόμενο κράτος κατά τον χρόνο της έκδοσης. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να λάβει υπ’ όψιν του πληροφορίες που έρχονται στο φως μετά την έκδοση. Αυτό μπορεί να έχει σημασία για την επιβεβαίωση ή τη διάψευση της αξιολόγησης του συμβαλλόμενου μέρους ή της βασιμότητας ή μη των φόβων του προσφεύγοντος (βλ. Cruz Varas και άλλοι κατά Σουηδίας, 20 Μαρτίου 1991, §§ 75-76, Σειρά A αριθ. 201, Vilvarajah και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 30 Οκτωβρίου 1991, § 107, Σειρά A αριθ. 215, και Mamatkulov και Askarov, όπ. π., § 69).
151. Εναπόκειται, καταρχήν, στον προσφεύγοντα να προσκομίσει στοιχεία τα οποία μπορούν να αποδείξουν ότι υφίστανται ουσιαστικοί λόγοι να θεωρείται ότι, εάν το μέτρο το οποίο έχει καταγγελθεί εφαρμοζόταν, θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση αντίθετη με το Άρθρο 3 (βλ. N. κατά Φινλανδίας, αριθ. 38885/02, § 167, 26 Ιουλίου 2005). Όταν προσκομίζονται τέτοια στοιχεία, η Κυβέρνηση πρέπει να εξαλείψει οποιεσδήποτε αμφιβολίες για αυτά (βλ. Ryabikin κατά Ρωσίας, αριθ. 8320/04, § 112, 19 Ιουλίου 2008).
152. Σε ό,τι αφορά τη γενική κατάσταση που επικρατεί σε μια χώρα, το Δικαστήριο δύναται να προσδώσει κάποια βάση στις πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε πρόσφατες εκθέσεις που καταρτίζονται από ανεξάρτητους διεθνείς οργανισμούς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή από κυβερνητικές πηγές (βλ. Saadi, όπ. π., § 131, με περισσότερες παραπομπές). Επιπλέον, για να αξιολογήσει εάν υφίσταται κίνδυνος κακομεταχείρισης στην αιτούσα χώρα, το Δικαστήριο αξιολογεί τη γενική κατάσταση στην εν λόγω χώρα, λαμβάνοντας υπ’ όψιν κάθε ένδειξη βελτίωσης ή χειροτέρευσης της συνολικής κατάστασης για τα ανθρώπινα δικαιώματα ή σε σχέση μια συγκεκριμένη ομάδα ή περιοχή που συνδέεται με τις προσωπικές περιστάσεις του προσφεύγοντος (βλ., mutatis mutandis, Shamayev και άλλοι κατά Γεωργίας και Ρωσίας, αριθ. 36378/02, § 337, ΕΔΑΔ 2005‑III).
153. Συγχρόνως, η αναφορά σε κάποιο γενικό πρόβλημα που αφορά τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε μια συγκεκριμένη χώρα δεν δύναται από μόνη της να αποτελέσει τη βάση για την απόρριψη της έκδοσης (βλ. Dzhaksybergenov κατά Ουκρανίας, αριθ. 12343/10, § 37, 10 Φεβρουαρίου 2011). Στις περιπτώσεις στις οποίες οι πηγές που διαθέτει το Δικαστήριο περιγράφουν τη γενική κατάσταση, οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί ενός προσφεύγοντος σε μια συγκεκριμένη υπόθεση πρέπει να επιβεβαιωθούν από άλλα στοιχεία σχετικά με τις ατομικές του περιστάσεις, οι οποίες τεκμηριώνουν τον φόβο του να υποστεί κακομεταχείριση (βλ. Mamatkulov και Askarov, όπ. π., § 73, και Dzhaksybergenov, όπ. π., αυτόθι.). Το Δικαστήριο δεν θα ζητούσε στοιχεία για τις εν λόγω προσωπικές περιστάσεις, μόνο σε ακραίες περιπτώσεις, στις οποίες η γενική κατάσταση της βίας στη χώρα προορισμού είναι τόσο δριμεία που γεννά πραγματικό κίνδυνο η οποιαδήποτε μεταφορά στην εν λόγω χώρα να παραβιάσει οπωσδήποτε το Άρθρο 3 (βλ. N.A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 25904/07, §§ 115-16, 17 Ιουλίου 2008, και Sufi και Elmi κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 8319/07 και 11449/07, § 217, 28 Ιουνίου 2011). Σε περίπτωση που έχουν παρασχεθεί διαβεβαιώσεις από το κράτος υποδοχής, αυτές αποτελούν έναν επιπλέον σχετικό παράγοντα, ο οποίος θα εξεταστεί από το Δικαστήριο. Ωστόσο, οι διαβεβαιώσεις από μόνες τους δεν επαρκούν για να διασφαλίσουν επαρκή προστασία από τον κίνδυνο κακομεταχείρισης. Το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εξετάσει εάν οι διαβεβαιώσεις παρέχουν, κατά την εφαρμογή τους στην πράξη, επαρκή εγγύηση ότι ο προσφεύγων προστατεύεται από τον κίνδυνο κακομεταχείρισης. Η βαρύτητα που θα προσδώσει το Δικαστήριο στις διαβεβαιώσεις του κράτους υποδοχής εξαρτάται, σε όλες τις υποθέσεις, από την κατάσταση που επικρατεί κατά τον χρόνο των γεγονότων (βλ. Saadi, όπ. π., § 148, και Othman (Abu Qatada) κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 8139/09, § 187, ΕΔΑΔ 2012 (αποσπάσματα)).
(β) Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση
154. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ότι η έκδοσή του θα τον εξέθετε σε πραγματικό κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση αντίθετη με το Άρθρο 3. Στις αιτήσεις του για τη χορήγηση ασύλου και καθεστώτος πρόσφυγα, εξέφρασε με τρόπο σαφή, ο οποίος δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση, τον φόβο του ότι θα υποστεί κακομεταχείριση Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος είχαν εξεταστεί επαρκώς από τα εθνικά δικαστήρια και είχαν απορριφθεί.
155. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι, στις περιπτώσεις στις οποίες έχουν πραγματοποιηθεί διαδικασίες σε εθνικό επίπεδο, όπως στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο δεν έχει την υποχρέωση να υποκαταστήσει τη δική του αξιολόγηση για τα γεγονότα με εκείνη των εθνικών δικαστηρίων και, κατά κανόνα, εναπόκειται στα εν λόγω δικαστήρια να αξιολογήσουν τα στοιχεία που παρουσιάζονται ενώπιόν τους (βλ. μεταξύ άλλων, Giuliani και Gaggio κατά Ιταλίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 23458/02, §§ 179-80, 24 Μαρτίου 2011). Ωστόσο, αυτό δεν πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο σε αποποίηση της ευθύνης του και παραίτηση από την επίβλεψη του αποτελέσματος που απέφεραν οι προσφυγές σε εθνικό επίπεδο διότι διαφορετικά τα δικαιώματα που εγγυάται η Σύμβαση θα στερούνταν ουσίας (βλ. Open Door και Dublin Well Woman κατά Ιρλανδίας, 29 Δεκεμβρίου 1992, § 69, Σειρά A αριθ. 246‑C, και Brauer κατά Ιταλίας (αριθ. 1) [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 36813/97, § 192, ΕΔΑΔ 2006‑V). Σύμφωνα με το Άρθρο 19 της Σύμβασης, αποτελεί υποχρέωση του Δικαστηρίου να διασφαλίσει την τήρηση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης.
156. Αναφορικά με την έκδοση ή την απέλαση, αυτό σημαίνει ότι σε περιπτώσεις στις οποίες οι προσφεύγοντες προβάλλουν αιτιολογημένους ισχυρισμούς που θέτουν υπό αμφισβήτηση την ακρίβεια των πληροφοριών στις οποίες στηρίχθηκε η εναγόμενη Κυβέρνηση, το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί ότι η αξιολόγηση από τις αρχές του συμβαλλόμενου κράτους είναι ικανοποιητική και στηρίζεται επαρκώς από εσωτερικά στοιχεία, καθώς επίσης και από στοιχεία προερχόμενα από άλλες αξιόπιστες και αντικειμενικές πηγές, όπως, για παράδειγμα, άλλα συμβαλλόμενα ή μη κράτη, υπηρεσίες των Ηνωμένων Εθνών και ευυπόληπτες μη κυβερνητικές οργανώσεις (βλ. Salah Sheekh κατά Ολλανδίας, αριθ. 1948/04, § 136, 11 Ιανουαρίου 2007, και Ismoilov και άλλοι κατά Ρωσίας, αριθ. 2947/06, § 120, 24 Απριλίου 2008). Συνεπώς, το Δικαστήριο θα αξιολογήσει πρώτα εάν η καταγγελία του προσφεύγοντος έτυχε ικανοποιητικής ανταπόκρισης σε εθνικό επίπεδο.
(α) Οι εθνικές διαδικασίες
157. Ο προσφεύγων διαφώνησε με την αξιολόγηση της Κυβέρνησης για τις εθνικές διαδικασίες, υποστηρίζοντας ότι οι επανειλημμένοι και λεπτομερείς ισχυρισμοί του για τον κίνδυνο κακομεταχείρισης, τον οποίο διέτρεχε στο Τατζικιστάν, είχαν εξεταστεί φορμαλιστικά από τα δικαστήρια και δεν είχε δοθεί ουσιαστική απάντηση.
158. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος στα εθνικά δικαστήρια κατά τις διαδικασίες για την έκδοση και τη χορήγηση ασύλου, το Δικαστήριο έχει πεισθεί ότι είχε θέσει επανειλημμένως, ενώπιον των σχετικών αρχών, το ζήτημα του κινδύνου να υποστεί μεταχείριση η οποία παραβίαζε το Άρθρο 3 της Σύμβασης, προβάλλοντας πλήθος συγκεκριμένων και λεπτομερών επιχειρημάτων.
159. Όσον αφορά τις διαδικασίες για τη χορήγηση ασύλου, στην απόφαση που λήφθηκε στις 26 Αυγούστου 2010 από τον Αναπληρωτή Διευθυντή της FMS δεν λήφθηκε υπ’ όψιν η πιθανότητα ο προσφεύγων να κινδύνευε να βασανιστεί ή να υποστεί κακομεταχείριση στο Τατζικιστάν. Η απόφασή του αφορούσε κυρίως ένα άλλο ζήτημα: το εάν ο προσφεύγων θα διωκόταν στο Τατζικιστάν λόγω των πολιτικών ή των θρησκευτικών του πεποιθήσεων. Η FMS απέρριψε την αίτηση παρατηρώντας συγχρόνως ότι η ύπαρξη τεκμηριωμένου φόβου ο προσφεύγων να καταστεί θύμα βασανιστηρίων ή κακομεταχείρισης θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο για τη χορήγηση προσωρινού ασύλου στη Ρωσία. Τα δικαστήρια θεώρησαν την απόφαση της FMS πειστική και απλώς επικύρωσαν όλα τα σημεία της, χωρίς να εξετάσουν περαιτέρω την ύπαρξη οποιουδήποτε κινδύνου για τον προσφεύγοντα (βλ. παράγραφο 29 παραπάνω).
160. Σε ό,τι αφορά τις διαδικασίες για την έκδοση, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το Δικαστήριο της πόλης της Μόσχας έλαβε υπ’ όψιν του τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι κινδύνευε να υποστεί κακομεταχείριση και εντούτοις τον αντιμετώπισε με πολύ συνοπτικό τρόπο στην απόφασή της 29ης Οκτωβρίου 2010. Επιπλέον, εξέτασε τα έγγραφα του προσφεύγοντος που περιελάμβαναν αποφάσεις του Δικαστηρίου σε παρόμοιες υποθέσεις, τις αναφορές εμπειρογνωμόνων και διάφορες εκθέσεις για την κατάσταση σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα στο Τατζικιστάν (βλ. παράγραφο 22 παραπάνω).
161. Ωστόσο, το Δικαστήριο της πόλης της Μόσχας δεν χρησιμοποίησε αυτό το υλικό και απέρριψε με πρόχειρο ή ακόμη και επιπόλαιο τρόπο όλα τα επιχειρήματα που είχε προβάλει ενώπιόν του ο προσφεύγων. Συνεπώς, το Δικαστήριο της πόλης της Μόσχας θεώρησε αβάσιμους τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, χαρακτηρίζοντάς τους ως «υποθέσεις», οι οποίες «δεν επιβεβαιώνονται με κανέναν τρόπο» και «καταρρίπτονται πλήρως», μεταξύ άλλων, από τις γραπτές εγγυήσεις του Αναπληρωτή Εισαγγελέα της Δημοκρατίας του Τατζικιστάν (βλ. παράγραφο
παραπάνω). Η απολυτότητα με την οποία το Δικαστήριο της πόλης της Μόσχας απέρριψε την καταγγελία του προσφεύγοντος δεν άφησε κανένα περιθώριο για ειδική αξιολόγηση των υποκείμενων προσωπικών περιστάσεων και του επακόλουθου κινδύνου για την ασφάλειά του σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Σύμβασης. Αντιθέτως, το Δικαστήριο της πόλης της Μόσχας περιορίστηκε σε μια φορμαλιστική απαρίθμηση των κατηγοριών που αντιμετώπιζε ο προσφεύγων στο Τατζικιστάν, αποτυγχάνοντας έτσι να αναπτύξει μία από τις σημαντικότερες πτυχές της υπόθεσης (βλ. mutatis mutandis, C.G. και άλλοι κατά Βουλγαρίας, αριθ. 1365/07, § 47, 24 Απριλίου 2008). Εντός του συγκεκριμένου πλαισίου, το Δικαστήριο εκπλήσσεται ιδιαιτέρως από το γεγονός ότι το Δικαστήριο της πόλης της Μόσχας αγνόησε ομοίως και την ένσταση του προσφεύγοντος για κάποιες κατηγορίες που αφορούσαν ενέργειές του το 1992, οι οποίες δεν γινόταν να του αποδοθούν λόγω της νεαρής ηλικίας του εκείνη την περίοδο (βλ. παραγράφους 20 και 23 παραπάνω).
162. Όσον αφορά τις εκτενείς αναφορές στη νομολογία του Δικαστηρίου για προηγούμενα πρόσφατα περιστατικά έκδοσης από τη Ρωσία στο Τατζικιστάν, αυτές απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο της πόλης της Μόσχας ως μη σχετικές, με το αιτιολογικό ότι οι τέσσερις αποφάσεις που παρατέθηκαν τόσο από από τον προσφεύγοντα όσο και από τον εμπειρογνώμονα αφορούσαν «άλλα άτομα και όχι τον προσφεύγοντα» (βλ. παραγράφους
-23 παραπάνω). Ωστόσο, για να καταλήξει στο εν λόγω συμπέρασμα, το Δικαστήριο της πόλης της Μόσχας δεν επιχείρησε να εντοπίσει πιθανές ομοιότητες μεταξύ των τεσσάρων υποθέσεων, που παρέθεσε η υπεράσπιση, και της κατάστασης του προσφεύγοντος, πόσο μάλλον να εφαρμόσει τις γενικές αρχές που παγιώθηκαν μέσω των εν λόγω αποφάσεων ώστε να εφαρμόσει τις απαιτήσεις της Σύμβασης στην παρούσα υπόθεση.
163. Στις παραπάνω ελλείψεις στην εξέταση από το Δικαστήριο της πόλης της Μόσχας της αγωγής του προσφεύγοντος, προστέθηκε η ανεξήγητη και ανεπιφύλακτη βάση που δόθηκε στις διαβεβαιώσεις της Γενικής Εισαγγελίας του Τατζικιστάν. Το Δικαστήριο της πόλης της Μόσχας αποδέχθηκε αβασάνιστα τις εν λόγω διαβεβαιώσεις ως ακλόνητες εγγυήσεις κατά οποιουδήποτε κινδύνου να υποστεί ο προσφεύγων κακομεταχείριση μετά την έκδοσή του Παρά την έμφαση του προσφεύγοντος και του εμπειρογνώμονα στην αμφίβολη αξία αυτών των διαβεβαιώσεων και συγκεκριμένα την αδυναμία να διασφαλιστεί ότι θα τηρούνταν, το Δικαστήριο της πόλης της Μόσχας στην απόφασή του δεν ασχολήθηκε με κανένα από αυτά τα ζητήματα, χρησιμοποιώντας τις διαβεβαιώσεις ως θεμελιώδες επιχείρημα υπέρ της επικύρωσης της απόφασης έκδοσης του προσφεύγοντος. Η απόλυτη εμπιστοσύνη του Δικαστηρίου της πόλης της Μόσχας στις διαβεβαιώσεις των αρχών του Τατζικιστάν ήταν αντίθετη με την υποχρέωσή του να εξετάσει εάν οι εν λόγω διαβεβαιώσεις παρείχαν, κατά την εφαρμογή τους στην πράξη, επαρκή εγγύηση ότι ο προσφεύγων δεν θα διέτρεχε κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση, η οποία απαγορεύεται από τη Σύμβαση (βλ. Saadi, όπ. π., § 148).
164. Τέλος, στην απόφαση του Ρωσικού Ανωτάτου Δικαστηρίου της 9ης Δεκεμβρίου 2010, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει κανένα στοιχείο ότι αυτό ασχολήθηκε με τις προαναφερθείσες ελλείψεις στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας (βλ. παράγραφο
παραπάνω).
165. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα παραπάνω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι εθνικές αρχές δεν διεξήγαγαν ανεξάρτητη και αυστηρή έρευνα για τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι υπήρχαν ουσιαστικοί λόγοι να φοβάται ότι στη χώρα καταγωγής του υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να τον μεταχειριστούν με τρόπο αντίθετο στο Άρθρο 3 (βλ. De Souza Ribeiro κατά Γαλλίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 22689/07, § 82, 13 Δεκεμβρίου 2012). Παρόλο που η επόμενη απόφαση της FMS να χορηγήσει προσωρινό άσυλο στον προσφεύγοντα (βλ. παραγράφους 31 και 96-97 παραπάνω) μπορεί να αποκατέστησε σε κάποιον βαθμό τις συνέπειες των επίμαχων αποφάσεων αναβάλλοντας την έκδοση του προσφεύγοντος, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι είναι σωστό να λάβει υπ’ όψιν του το εν λόγω ζήτημα, εφόσον οι μεταγενέστερες εξελίξεις εξάλειψαν κάθε όφελος από το προσωρινό προστατευτικό μέτρο που έλαβε η FMS υπέρ του προσφεύγοντος. Η Κυβέρνηση δεν εξέφρασε διαφορετική άποψη για το τελευταίο ζήτημα (βλ. παραγράφους
-143 και 146 παραπάνω).
(ß) Η αξιολόγηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο που διέτρεχε ο προσφεύγων
166. Επομένως, το Δικαστήριο οφείλει να διεξαγάγει τη δική του έρευνα για το εάν, με βάση τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν ενώπιόν του, κατά την επιστροφή στο Τατζικιστάν ο προσφεύγων υποβλήθηκε σε μεταχείριση, η οποία παραβιάζει το Άρθρο 3 της Σύμβασης.
167. Το Δικαστήριο, καταρχάς, επισημαίνει ότι υπάρχουν πολλές εθνικές και διεθνείς εκθέσεις, οι οποίες, τα τελευταία χρόνια, καταγράφουν συνεχώς τη διαδεδομένη και συστηματική χρήση βασανιστηρίων από τις αρχές επιβολής του νόμου του Τατζικιστάν και την ατιμωρησία των κρατικών οργάνων. Έχει ήδη εξετάσει την κατάσταση σε πολλές υποθέσεις στις οποίες οι προσφεύγοντες είχαν εκδοθεί ή μεταφερθεί με τη βία στην εν λόγω χώρα και επισήμανε ότι εμπνέει σοβαρές ανησυχίες (βλ. Khodzhayev, § 97, Gaforov, §§ 130-31, Khaydarov, § 104, και Iskandarov, § 129, όλες παρατίθενται παραπάνω). Σε όλες τις εν λόγω υποθέσεις, για τις οποίες το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση το 2010, είχε καταλήξει ότι κατά τον χρόνο των πραγματικών γεγονότων, οι προσφεύγοντες είχαν αντιμετωπίσει σοβαρό κίνδυνο βασανιστηρίων ή κακομεταχείρισης λόγω ποινικών κατηγοριών που σχετίζονταν με τις πολιτικές ή θρησκευτικές τους πεποιθήσεις ή ενέργειες στο Τατζικιστάν.
168. Αφού εξέτασε το υλικό που υποβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση και αυτό που συνέλεξε από άλλες πηγές, το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κανενός απτού στοιχείου που θα μπορούσε να μετριάσει αυτές τις σοβαρές ανησυχίες στο παρόν στάδιο. Πράγματι, δεν υπάρχει τίποτα που να φανερώνει ότι η κατάσταση βελτιώθηκε δραματικά τα τελευταία δύο χρόνια στο Τατζικιστάν Αντιθέτως, οι πρόσφατες εκθέσεις που εκδόθηκαν το 2011 και το 2012 επιβεβαιώνουν τη διαρκή χρήση βασανιστηρίων και άλλων μορφών κακομεταχείρισης από τα όργανα επιβολής του νόμου (βλ. παραγράφους 104-107 παραπάνω). Ο κίνδυνος βασανιστηρίων φαίνεται να αυξάνεται περισσότερο από τη συνήθη πρακτική της αστυνομίας να θέτει τους κρατουμένους σε καθεστώς απομόνωσης πριν ανοίξει επισήμως την υπόθεση, και αναφέρεται ότι ομολογίες που αποσπώνται υπό την απειλή βίας χρησιμοποιούνται ως στοιχεία στα δικαστήρια (αυτόθι). Το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι υπάρχει τίποτα στους ισχυρισμούς της εναγόμενης Κυβέρνησης που να διαψεύδει τις εν λόγω πρόσφατες εκθέσεις ή να μαρτυρά ότι η κατάσταση στο Τατζικιστάν έχει βελτιωθεί αισθητά. Ταυτοχρόνως, επισημαίνει ότι η απόφαση του ίδιου του Αναπληρωτή Διευθυντή της FMS στις 26 Αυγούστου 2010 αναγνώριζε την ύπαρξη πολλών διεθνών επικρίσεων για τη χρήση βασανιστηρίων και την ατιμωρησία όσων ευθύνονται για αυτά στο Τατζικιστάν, χωρίς να έχει καταγραφεί κάποια σημαντική βελτίωση σε αυτόν τον τομέα (βλ. παράγραφο 27 παραπάνω).
169. Ωστόσο, όπως έχει ήδη δηλώσει το Δικαστήριο παραπάνω, η απλή αναφορά σε ένα γενικό πρόβλημα που αφορά τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε μια συγκεκριμένη χώρα δεν δύναται από μόνη της να αποτελέσει τη βάση για την απόρριψη της έκδοσης, εκτός από την περίπτωση ακραίων περιστάσεων, Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος σε μια υπόθεση πρέπει να επιβεβαιωθούν από άλλα στοιχεία σχετικά με τις προσωπικές του περιστάσεις, οι οποίες τεκμηριώνουν τον φόβο του να υποστεί κακομεταχείριση. Οι τελευταίες πρέπει να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπ’ όψιν, όπου χρειάζεται, πληροφορίες οι οποίες αποκαλύφθηκαν ύστερα από τη βίαιη μεταφορά του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν.
170. Όσον αφορά την προσωπική κατάσταση του προσφεύγοντος, η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι δεν διέτρεχε κανέναν κίνδυνο κακομεταχείρισης, αφού του είχαν αποδοθεί κοινές ποινικές κατηγορίες και δεν διωκόταν για πολιτικούς λόγους. Ωστόσο, το Δικαστήριο σημειώνει ότι μία από τις κύριες κατηγορίες κατά του προσφεύγοντος αφορούσε άμεσα την εμπλοκή του σε «συμμορία» και αργότερα στην IMU, την οποία η Γενική Εισαγγελία του Τατζικιστάν κατηγοριοποιούσε ως «ένοπλη εγκληματική ομάδα». Οι ρωσικές αρχές αναγνώρισαν ρητά ότι η IMU υποστηρίζει το «ριζοσπαστικό Ισλάμ» και ότι οι αρχές του Τατζικιστάν προσπαθούσαν να περιορίσουν την επιρροή της (βλ. παράγραφο
παραπάνω). Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υιοθετήσει αβασάνιστα την άποψη της Κυβέρνησης ότι η εικαζόμενη εμπλοκή του προσφεύγοντος στην IMU αποτελεί ποινική κατηγορία χωρίς να συνδέεται με τις θρησκευτικές ή τις πολιτικές του δραστηριότητες.
171. Σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, το Δικαστήριο, επίσης, σημειώνει ότι ο προσφεύγων δραπέτευσε από το Τατζικιστάν λίγο καιρό μετά την εικαζόμενη κακομεταχείριση και τον θάνατο υπό κράτηση του θρησκευτικού του καθοδηγητή, κ. Marufov (βλ. παράγραφο 12 παραπάνω). Τα τελευταία γεγονότα καταγράφηκαν και από μια ευυπόληπτη διεθνή MKO (βλ. παράγραφο 102 παραπάνω) και δεν έχουν καταρριφθεί ποτέ ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτές οι περιστάσεις τείνουν υπέρ του φόβου του προσφεύγοντος ότι η ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του σχετιζόταν με τις θρησκευτικές του απόψεις και δραστηριότητες. Το γεγονός ότι θεωρήθηκε ότι ο προσφεύγων πληροί τις προϋποθέσεις για διεθνή προστασία βάσει των Κανονισμών της UNHCR και τελικά του χορηγήθηκε προσωρινό άσυλο στη Ρωσία ομοίως επιβεβαιώνει τον πραγματικό κίνδυνο στον οποίο ήταν εκτεθειμένος στη χώρα καταγωγής του (βλ. παραγράφους 30-31 παραπάνω).
172. Επίσης, αποτελεί κοινό τόπο το γεγονός ότι η δραστηριότητα της IMU απαγορευόταν από τον νόμο στο Τατζικιστάν και ότι οι αρχές του Τατζικιστάν τη θεωρούσαν τρομοκρατική οργάνωση. Κατά συνέπεια, η εικαζόμενη εμπλοκή του προσφεύγοντος στην IMU και οι αντίστοιχες ποινικές κατηγορίες εναντίον του γεννούσαν αναπόφευκτα, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, ένα σημαντικό ζήτημα εθνικής ασφάλειας Από αυτή την άποψη, η κατάσταση του προσφεύγοντος ήταν παρόμοια με εκείνη που εξετάστηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση Gaforov (όπ. π., §§ 132-33). Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση του Δικαστηρίου της πόλης της Μόσχας, το οποίο θεώρησε την προαναφερθείσα απόφαση άσχετη με την αξιολόγηση της προσωπικής κατάστασης του προσφεύγοντος στην παρούσα υπόθεση. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, η δίωξη του προσφεύγοντος λόγω της εμπλοκής του στην IMU, στο πλαίσιο της παρενόχλησης μη παραδοσιακών θρησκευτικών ομάδων από τις αρχές του Τατζικιστάν, αύξησε τον κίνδυνο να υποστεί κακομεταχείριση κατά την κράτησή του με σκοπό την απόσπαση ομολογιών σχετικά με τις θρησκευτικές του δραστηριότητες.
173. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους παραπάνω παράγοντες, το Δικαστήριο υιοθετεί την άποψη ότι οι προσωπικές περιστάσεις του προσφεύγοντος σε συνδυασμό με τη γενική κατάσταση για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην αιτούσα χώρα παρέχουν επαρκή βάση για να συναχθεί ότι διέτρεχε πραγματικό κίνδυνο κακομεταχείρισης στο Τατζικιστάν.
174. Αντίθετα με την Κυβέρνηση, το Δικαστήριο δεν αντιλαμβάνεται τον τρόπο με τον οποίο ο κίνδυνος στον οποίο ήταν εκτεθειμένος ο προσφεύγων στο Τατζικιστάν μετριαζόταν από τις διπλωματικές διαβεβαιώσεις που παρείχαν οι αρχές του Τατζικιστάν στη Ρωσική Ομοσπονδία. Οι διαβεβαιώσεις ήταν αόριστες και δεν περιείχαν καμία εγγύηση ότι θα εφαρμόζονταν στην πράξη (βλ.Saadi, όπ. π., § 148). Συνεπώς, δεν μπορούσαν να μεταβάλουν με κανέναν τρόπο τον κίνδυνο έκθεσης του προσφεύγοντος σε κακομεταχείριση στο κράτος υποδοχής (βλ., αντιθέτως Othman, όπ. π., § 207, και Gasayev κατά Ισπανίας (dec.), αριθ. 48514/06, 17 Φεβρουαρίου 2009). Πράγματι, οι εν λόγω διαβεβαιώσεις αποδείχθηκαν πλήρως αναξιόπιστες, δεδομένης της μεταχείρισης της οποίας έτυχε ο προσφεύγων από τις αρχές του Τατζικιστάν στο πλαίσιο της βίαιης μεταφοράς του στην εν λόγω χώρα, η οποία καταστρατήγησε όλες τις νομικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών μέτρων που είχε διατάξει το Δικαστήριο.
175. Τόσο η βίαιη επιστροφή του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν όσο και τα γεγονότα που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν αδιαμφισβήτητα ότι οι φόβοι του ήταν βάσιμοι και κατέδειξαν ότι ο κίνδυνος της κακομεταχείρισης δεν ήταν θεωρητικός και παρατραβηγμένος. Σύμφωνα με τη γραπτή μαρτυρία του δικηγόρου που συμμετείχε στη δίκη του προσφεύγοντος, ο τελευταίος είχε καταγγείλει σε δημόσια ακροαματική διαδικασία την απαγωγή, τη βίαιη μεταφορά του και τα βασανιστήρια με σκοπό την απόσπαση ομολογίας Ωστόσο, δεν υπάρχουν πληροφορίες για διεξαγωγή ιατροδικαστικής εξέτασης στον κατηγορούμενο και τους συγκατηγορουμένους του, παρά το επίσημο σχετικό αίτημα που είχαν καταθέσει οι συγγενείς τους (βλ. παραγράφους 67-68 παραπάνω). Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η κατάσταση, όπως περιγράφηκε, συμβαδίζει με τις ανησυχίες που είχε εκφράσει η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών κατά των Βασανιστηρίων σχετικά με την παρεμπόδιση της πρόσβασης των θυμάτων σε ανεξάρτητη ιατρική εμπειρογνωμοσύνη (βλ. την έκθεση της Επιτροπής που παρατίθεται στις υποθέσεις Khodzhayev, § 72, και Gaforov, § 93, και οι δύο παρατίθενται παραπάνω).
176. Ενόψει των προαναφερθέντων, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι η βίαιη επιστροφή του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν τον εξέθεσε σε πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης ασύμβατης με το Άρθρο 3 της Σύμβασης.
(β) Σχετικά με το εάν οι αρχές συμμορφώθηκαν προς τη θετική τους υποχρέωση να προστατεύσουν τον προσφεύγοντα από τον πραγματικό και άμεσο κίνδυνο βίαιης μεταφοράς του στο Τατζικιστάν
177. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι οι ρωσικές αρχές δεν τον είχαν προστατεύσει από τον πραγματικό και άμεσο κίνδυνο βίαιης μεταφοράς στο Τατζικιστάν,τον οποίο γνώριζαν.
178. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι τεκμηριώνεται το γεγονός της απαγωγής του προσφεύγοντος στη Μόσχα το βράδυ της 31ης Οκτωβρίου 2011 από αγνώστου ταυτότητας άτομα, τα οποία τον κράτησαν για μία ή δύο ημέρες σε άγνωστη τοποθεσία πριν τον μεταφέρουν με αεροπλάνο στο Τατζικιστάν, όπου εκτέθηκε σε πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης με το Άρθρο 3 (βλ. παραγράφους
και 176 παραπάνω).
179. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι η υποχρέωση των συμβαλλόμενων μερών σύμφωνα με το Άρθρο 1 της Σύμβασης να διασφαλίσουν σε όλους όσοι βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας τους τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που ορίζονται στη Σύμβαση, επιβάλλει, σε συνδυασμό με το Άρθρο 3, στα κράτη την υποχρέωση λήψης μέτρων με σκοπό να διασφαλίσουν ότι τα άτομα εντός της δικαιοδοσίας τους δεν υπόκεινται σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση, συμπεριλαμβανομένης της κακομεταχείρισης από ιδιώτες (βλ. El Masri, όπ. π., § 198, και Mahmut Kaya κατά Τουρκίας, αριθ. 22535/93, § 115, ΕΔΑΔ 2000‑III). Τα εν λόγω μέτρα πρέπει να παρέχουν αποτελεσματική προστασία, ιδιαίτερα των ευάλωτων ατόμων, και να περιλαμβάνουν εύλογες ενέργειες για την πρόληψη της κακομεταχείρισης για την οποία οι αρχές είναι ή όφειλαν να είναι ενήμερες (βλ. Z και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 29392/95, § 73, ΕΔΑΔ 2001‑V, και, mutatis mutandis, Osman κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1998, Reports of Judgments and Decisions 1998-VIII, σελ. 3159-60, § 115).
180. Κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, οι παραπάνω αρχές ισχύουν ευλόγως στην περίπτωση έκθεσης ενός ατόμου σε πραγματικό και άμεσο κίνδυνο βασανιστηρίων και κακομεταχείρισης λόγω της μεταφοράς του από οποιονδήποτε σε άλλο κράτος. Στις περιπτώσεις στις οποίες οι αρχές ενός συμβαλλόμενου κράτους ενημερώνονται για την ύπαρξη τέτοιου πραγματικού και άμεσου κινδύνου, έχουν την υποχρέωση βάσει της Σύμβασης να λαμβάνουν, εντός του πεδίου των εξουσιών τους, τα προληπτικά εκείνα μέτρα τα οποία κρίνεται ευλόγως ότι θα αποτρέψουν τον εν λόγω κίνδυνο (βλ., mutatis mutandis, Osman, όπ. π., § 116).
181. Όσον αφορά τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο επισημαίνει, καταρχάς, ότι η εκπρόσωπος του προσφεύγοντος ενημέρωσε αμέσως τον επικεφαλής του Αστυνομικού Τμήματος της Μόσχας, τον Διευθυντής της FMS, τον Γενικό Εισαγγελέα και τον Εκπρόσωπο της Ρωσικής Ομοσπονδίας στο Δικαστήριο για την απαγωγή του προσφεύγοντος στις 31 Οκτωβρίου 2011 και τους ζήτησε να τον προστατεύσουν από τον επακόλουθο άμεσο κίνδυνο να μεταφερθεί βίαια στο Τατζικιστάν (βλ. παραγράφους
-48 παραπάνω). Το Δικαστήριο έχει πεισθεί ότι η εκπρόσωπος του προσφεύγοντος απευθύνθηκε εγκαίρως στις σχετικές κρατικές αρχές, παρείχε επαρκή στοιχεία για την ευάλωτη κατάσταση του προσφεύγοντος και προέβαλε σοβαρούς λόγους οι οποίοι δικαιολογούσαν τη λήψη έκτακτων μέτρων προστασίας από τον πραγματικό και άμεσο κίνδυνο που διέτρεχε εκείνος.
182. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι το αίτημα της εκπροσώπου του προσφεύγοντος έγινε αμέσως αποδεκτό από τον Ρώσο Επίτροπο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, ο οποίος επίσης έστειλε επίσημο αίτημα στον επικεφαλής του Αστυνομικού Τμήματος της Μόσχας ζητώντας του να λάβει επειγόντως όλα τα δυνατά μέτρα για να αποτρέψει τη μεταφορά του προσφεύγοντος από τη Μόσχα στο Τατζικιστάν, ιδιαιτέρως μέσω κάποιου αεροδρομίου της Μόσχας (βλ. παράγραφο
παραπάνω).
183. Το Δικαστήριο είναι επομένως πεπεισμένο ότι οι αρμόδιες αρχές και συγκεκριμένα το Αστυνομικό Τμήμα της Μόσχας, ήταν ενήμερες ή όφειλαν να είναι ενήμερες για τον πραγματικό και άμεσο κίνδυνο να μεταφερθεί ο προσφεύγων στο Τατζικιστάν από τους απαγωγείς του μέσω των αεροδρομίων της Μόσχας. Πράγματι, οι περιστάσεις της απαγωγής του προσφεύγοντος και το παρασκήνιο της απαγωγής έπρεπε να μην έχουν αφήσει κανένα περιθώριο αμφιβολίας σχετικά με την ύπαρξη του εν λόγω κινδύνου και έπρεπε να είχαν παρακινήσει τις αρχές να λάβουν προληπτικά μέτρα για να τον προστατεύσουν από παράνομες πράξεις άλλων ατόμων, όποια κι αν ήταν αυτά (βλ., mutatis mutandis, Koku κατά Τουρκίας, αριθ. 27305/95, § 132, 31 Μαΐου 2005, και Osmanoğlu êáôÜ Ôïõñêßáò, αριθ. 48804/99, § 76, 24 Ιανουαρίου 2008). Το Δικαστήριο είναι επίσης πεπεισμένο ότι μεταξύ των αρχών με τις οποίες επικοινώνησαν οι εκπρόσωποι του προσφεύγοντος, η αστυνομία, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, ήταν υποχρεωμένη από τον νόμο να διασφαλίσει την ασφάλεια και την επιβολή του νόμου στην πόλη της Μόσχας και στα αεροδρόμια αυτής, και είχε τις αναγκαίες αρμοδιότητες για να διασφαλίσει ότι θα λαμβάνονταν επείγοντα και αποτελεσματικά μέτρα για την προστασία του προσφεύγοντος.
184. Όμως, η Κυβέρνηση δεν ενημέρωσε το Δικαστήριο για τη λήψη κανενός έγκαιρου προληπτικού μέτρου από την αστυνομία ή οποιαδήποτε άλλη αρχή για να αποτραπεί ο εν λόγω κίνδυνος. Η αντίδρασή τους περιορίστηκε σε μια γενική δήλωση ότι η ελεύθερη κυκλοφορία του προσφεύγοντος δεν είχε περιοριστεί εκείνη την περίοδο και ότι οι αρχές δεν είχαν καμία υποχρέωση να παρακολουθούν τις κινήσεις του.
185. Η αποτυχία της Κυβέρνησης να προσκομίσει πληροφορίες σχετικά με αυτό οδηγεί το Δικαστήριο να αποδεχθεί την άποψη του προσφεύγοντος ότι δεν λήφθηκε κανένα τέτοιο μέτρο από καμία αρχή. Το Δικαστήριο έχει επίγνωση των αναπόφευκτων δυσκολιών που μπορεί να αντιμετώπιζε η αστυνομία κατά τη διαχείριση υποθέσεων όπως η παρούσα, των αντικειμενικών εμποδίων που εμπεριείχε η διαδικασία και του περιορισμένου διαθέσιμου χρόνου. Όμως, οι εν λόγω δυσκολίες δεν απαλλάσσουν τις σχετικές αρχές από την υποχρέωσή τους, βάσει του Άρθρου 3 της Σύμβασης να λαμβάνουν, εντός του πεδίου των αρμοδιοτήτων τους, τα προληπτικά λειτουργικά μέτρα που ευλόγως θα αναμένονταν για την προστασία του προσφεύγοντος από τη βίαιη μεταφορά του στο Τατζικιστάν, ιδιαιτέρως μέσω κάποιου αεροδρομίου της Μόσχας. Η αποτυχία των αρχών να προβούν σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια στην παρούσα υπόθεση συνιστά παραβίαση των θετικών υποχρεώσεων του κράτους βάσει του Άρθρου 3 της Σύμβασης.
(γ) Σχετικά με το εάν οι αρχές διεξήγαγαν αποτελεσματική έρευνα
186. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι την καταγγελία του για απαγωγή και βίαιη μεταφορά στο Τατζικιστάν, με την επακόλουθη έκθεσή του σε κακομεταχείριση δεν ακολούθησε καμία ενδελεχής και αποτελεσματική έρευνα στο εναγόμενο κράτος, όπως απαιτείται από το Άρθρο 3 της Σύμβασης.
187. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το Άρθρο 3, σε συνδυασμό με τη γενική υποχρέωση του κράτους βάσει του Άρθρου 1 της Σύμβασης να «διασφαλίζει σε όλα τα άτομα, εντός της δικαιοδοσίας του τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που ορίζονται ... [στη] Σύμβαση», υπονοεί την υποχρέωση να διεξάγεται αποτελεσματική επίσημη έρευνα όσον αφορά βάσιμους ισχυρισμούς για βασανιστήρια ή κακομεταχείριση από κρατικούς παράγοντες. Η εν λόγω έρευνα πρέπει να μπορεί να οδηγήσει στην ταυτοποίηση και την τιμωρία των υπευθύνων. Σε αντίθετη περίπτωση, η γενική νομική απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης και τιμωρίας, παρά τη θεμελιώδη σημασία της, θα ήταν μη αποτελεσματική στην πράξη και σε κάποιες περιπτώσεις, κρατικοί παράγοντες θα μπορούσαν να παραβιάζουν τα δικαιώματα αυτών που βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους χωρίς ουσιαστικά να επιβάλλεται τιμωρία (βλ. Assenov και άλλοι κατά Βουλγαρίας, 28 Οκτωβρίου 1998, § 102, Reports 1998‑VIII, και El Masri, όπ. π., § 182).
188. Η διερεύνηση σοβαρών ισχυρισμών κακομεταχείρισης πρέπει να είναι άμεση και εξονυχιστική. Αυτό σημαίνει ότι οι αρχές πρέπει πάντα να καταβάλλουν σοβαρή προσπάθεια να ανακαλύψουν τι συνέβη και δεν πρέπει να βασίζονται σε βιαστικά ή αβάσιμα συμπεράσματα για να κλείσουν την έρευνά τους ή για να τα χρησιμοποιήσουν ως βάση των αποφάσεών τους (βλ. Assenov και άλλοι, όπ. π., § 103 και Batı êáé Üëëïé êáôÜ Ôïõñêßáò, αριθ. 33097/96 και 57834/00, § 136, ΕΔΑΔ 2004‑IV (αποσπάσματα) και El Masri, όπ. π., § 183). Πρέπει να προβαίνουν σε όλες τις εύλογες ενέργειες που υπάρχουν για να συλλέξουν τα στοιχεία που σχετίζονται με το συμβάν, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, δηλώσεων από αυτόπτες μάρτυρες και στοιχείων της ανάκρισης (βλ. Tanrıkulu êáôÜ Τουρκίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 23763/94, § 104, ΕΔΑΔ 1999‑IV, και Iskandarov κατά Τουρκίας, αριθ. 22676/93, § 89, 14 Δεκεμβρίου 2000 και El Masri, όπ. π., § 183).
189. Η έρευνα πρέπει να είναι ανεξάρτητη από την εκτελεστική αρχή τόσο θεσμικά όσο και στην πράξη (βλ. Erg κατά Τουρκίας, 28 Ιουλίου 1998, §§ 83-84, Reports 1998‑IV, Oğur êáôÜ Ôïõñêßáò [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 21594/93, §§ 91-92, ΕΔΑΔ 1999-III και Mehmet Emin Yüksel κατά Τουρκίας, αριθ. 40154/98, § 37, 20 Ιουλίου 2004) και να επιτρέπεται στο θύμα να συμμετέχει ουσιαστικά στην έρευνα με τον έναν ή τον άλλον τρόπο (βλ., mutatis mutandis, Oğur,παρατίθεται παραπάνω, § 92, και El Masri, παρατίθεται παραπάνω, §§ 184-85).
190. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι εν λόγω παγιωμένες απαιτήσεις της Σύμβασης ισχύουν πλήρως για την έρευνα την οποία όφειλαν να είχαν διεξαγάγει οι αρχές για την απαγωγή του προσφεύγοντος και την επακόλουθη έκθεσή του σε κακομεταχείριση και βασανιστήρια στο Τατζικιστάν. Πράγματι, όπως επισημάνθηκε παραπάνω, οι αρχές έλαβαν γνώση των σχετικών πληροφοριών και καταγγελιών αμέσως μετά την απαγωγή του προσφεύγοντος στις 31 Οκτωβρίου 2011 και ξεκίνησαν προκαταρκτικές έρευνες, οι οποίες διήρκεσαν περισσότερο από έναν χρόνο.
191. Κατέστη προφανές σε ένα συγκεκριμένο στάδιο ότι επρόκειτο για εκ πρώτης όψεως υπόθεση βάσει του Άρθρου 3 της Σύμβασης, η οποία απαιτούσε ουσιαστική έρευνα σε εθνικό επίπεδο. Ενώ ενδέχεται να υπήρχαν κάποιες αμφιβολίες αμέσως μετά την απαγωγή του προσφεύγοντος στη Μόσχα από αγνώστου ταυτότητας άτομα για τον ρόλο των παραγόντων του ρωσικού κράτους στο περιστατικό, η καταγγελία για την επακόλουθη μεταφορά του στο Τατζικιστάν μέσω αεροδρομίου της Μόσχας, κατά παράβαση όλων των νόμιμων διαδικασιών, θα έπρεπε να είχε συγκεντρώσει όλη την προσοχή των αρχών, εφόσον μάλιστα οι εκπρόσωποι του προσφεύγοντος ισχυρίστηκαν ότι οι κρατικοί παράγοντες είχαν εμπλακεί ενεργά ή παθητικά στην εν λόγω επιχείρηση. Επίσης, στις 30 Μαρτίου 2012, ο αναπληρωτής εισαγγελέας της Διαπεριφερειακής Εισαγγελίας του Νικουλίνσκι (заместитель Никулинского межрайонного прокурора) ζήτησε από τον ερευνητή να εξακριβώσει εάν οι ρωσικές αρχές είχαν κάποια ανάμειξη στην εικαζόμενη απαγωγή του προσφεύγοντος (βλ. παράγραφο παραπάνω).
192. Επιπλέον, το θέμα επανέφερε ρητά το Δικαστήριο στις 17 Ιανουαρίου 2012 (βλ. παράγραφο
παραπάνω), το οποίο ζήτησε συγκεκριμένα από την Κυβέρνηση να διασαφηνίσει τη βασική πτυχή του περιστατικού, δηλαδή την εικαζόμενη συνέργεια των ρωσικών αρχών, συμπεριλαμβανομένης της αστυνομίας, των υπηρεσιών ασφαλείας και ελέγχου των συνόρων με αυτούς που απήγαγαν τον προσφεύγοντα και τον μετέφεραν στο Τατζικιστάν (με παραπομπή, mutatis mutandis, στην υπόθεση Tsechoyev κατά Ρωσίας, αριθ. 39358/05, § 151, 15 Μαρτίου 2011). Το αίτημα για εξονυχιστική έρευνα του περιστατικού επισήμανε ξανά ο Γραμματέας στην επιστολή του με ημερομηνία 25 Ιανουαρίου 2012, την οποία απέστειλε στη Ρωσική Κυβέρνηση εκ μέρους του Προεδρεύοντος του Δικαστηρίου (βλ. παράγραφο 52 παραπάνω).
193. Με βάση τα ανωτέρω, τα αποτελέσματα που απέφερε η έρευνα σε εθνικό επίπεδο, όπως αυτά αναλύθηκαν στις παραγράφους 55-65 παραπάνω, είναι αδιανόητα. Καταρχάς, οι ερευνητές περιορίστηκαν αποκλειστικά σε «προκαταρκτικές έρευνες» βάσει του Άρθρου 144 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ενώ αρνούνταν επίμονα να ξεκινήσουν ποινικές διαδικασίες, οι οποίες θα είχαν αποτελέσει το καλύτερο εάν όχι το μοναδικό μέσο για να τηρηθούν οι απαιτήσεις της Σύμβασης για αποτελεσματική έρευνα, όπως ορίζεται στις παραγράφους 187-190 παραπάνω. Δεδομένου, κυρίως του περιορισμένου διαδικαστικού πλαισίου που προβλέπεται από το Άρθρο 144 και της μη διασφάλισης της αποτελεσματικής συμμετοχής του θύματος ή των εκπροσώπων του στην έρευνα, το Δικαστήριο διατηρεί σοβαρές αμφιβολίες για τον αν μια προκαταρκτική έρευνα θα μπορούσε να συμμορφώνεται με τις προαναφερθείσες απαιτήσεις, σε μια κατάσταση στην οποία ένα άτομο είχε καταθέσει βάσιμη καταγγελία για βασανιστήρια ή κακομεταχείριση, όπως στην παρούσα υπόθεση (βλ., mutatis mutandis, Kleyn και Aleksandrovich κατά Ρωσίας, αριθ. 40657/04, §§ 56‑58, 3 Μαΐου 2012).
194. Δεύτερον, η διαδικαστική στρατηγική που ακολούθησαν οι ερευνητικές αρχές στην περίπτωση του προσφεύγοντος δημιουργεί περαιτέρω ανησυχίες. Στην πραγματικότητα, τα πορίσματα με τα οποία οι ερευνητές ολοκλήρωσαν τις έρευνές τους και αρνήθηκαν να ξεκινήσουν εγκληματολογική έρευνα ακυρώθηκαν αμέσως από τους ανωτέρους τους τουλάχιστον σε τέσσερις περιπτώσεις, με μοναδικό αποτέλεσμα να επαναληφθούν μερικές εβδομάδες αργότερα με την ίδια ή σχεδόν την ίδια επιχειρηματολογία (βλ. παραγράφους 55-63 παραπάνω). Για παράδειγμα, η δεύτερη απόφαση του ανώτερου ερευνητή, P.K., της 20ής Απριλίου 2012, η οποία δεν ενέκρινε την έναρξη εγκληματολογικής έρευνας, επαναλάμβανε κατά λέξη την πρώτη του απόφαση, αυτή της 21ης Μαρτίου 2012. Και οι δύο αποφάσεις ακυρώθηκαν από δύο όμοιες αποφάσεις που έλαβε ο διευθυντής ή ο αναπληρωτής διευθυντής της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Νικουλίνσκι στις 23 Απριλίου και στις 21 Μαρτίου 2012 αντίστοιχα. Ακολούθησαν δύο ακόμη διαδοχικές αποφάσεις των ερευνητών οι οποίες δεν ενέκριναν την έναρξη εγκληματολογικής έρευνας χωρίς να προσθέσουν κανένα νέο σχετικό στοιχείο επί της ουσίας. Το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να συμπεράνει ότι η διαδικασία των επανειλημμένων ακυρώσεων και η ανανέωση όμοιων αποφάσεων από την υπηρεσία εγκληματολογικών ερευνών είχε ως αποτέλεσμα οι διαδικασίες να καθυστερούν με τρόπο ο οποίος είναι ασύμβατος με την απαίτηση της Σύμβασης για διεξαγωγή αποτελεσματικής έρευνας. Όχι μόνο χάθηκε πολύτιμος χρόνος, αλλά ο φαύλος κύκλος εντός της υπηρεσίας εγκληματολογικών ερευνών στέρησε από τον προσφεύγοντα οποισδήποτε εύλογη ευκαιρία να αμφισβητήσει τις αποφάσεις των ερευνητών ενώπιον δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 125 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι θα είχε καμιά αξία για τον προσφεύγοντα η δικαστική επανεξέταση, αφού κάτι τέτοιο θα οδηγούσε τους ερευνητές να επαναλάβουν έναν ακόμα κύκλο των μάταιων ερευνών τους.
195. Τρίτον, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η ουσία των αποφάσεων των ερευνητών αντανακλά με ακρίβεια την ελλιπή ερευνητική διαδικασία που υπογραμμίστηκε παραπάνω. Οι αποφάσεις τους αποτελούσαν μια απλή σύνθεση γενικών περιγραφών των γεγονότων, ανούσιων διαδικαστικών αιτημάτων και αναφορών σε αναξιόπιστες υποθέσεις. Για παράδειγμα, στις 9 Ιουνίου 2012 ο αναπληρωτής επικεφαλής της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Νικουλίνσκι ζήτησε δεύτερη επαλήθευση σχετικά με το αν ο προσφεύγων είχε διέλθει από τα σύνορα του Τατζικιστάν και αν ήταν υπό κράτηση στην εν λόγω χώρα (βλ. παράγραφο παραπάνω). Παρόλα αυτά, οι αρχές θα έπρεπε να ήταν ενήμερες για την επίσημη επιστολή της 28ης Μαρτίου 2012 από τον Γενικό Εισαγγελέα του Τατζικιστάν, με την οποία ενημέρωνε τον Ρώσο ομολόγό του ότι ο προσφεύγων είχε τεθεί υπό κράτηση στο Τατζικιστάν εκείνη την περίοδο (βλ. παράγραφο 44 παραπάνω). Παρά το προφανές αυτό γεγονός, στην απόφαση που έλαβε ο ερευνητής στις 9 Ιουλίου 2012 κατέληξε, κατά τρόπο ακατανόητο, ότι είχε σταθεί αδύνατον να επιβεβαιωθούν ή να διαψευσθούν οι πληροφορίες σχετικά με τη διέλευση του προσφεύγοντος από τα κρατικά σύνορα (βλ. παράγραφο 63 παραπάνω). Ομοίως, από τον Μάρτιο ως τον Ιούλιο του 2012, οι ερευνητές στηρίζονταν επίμονα στην υπόθεση ότι ο προσφεύγων είχε σκηνοθετήσει την απαγωγή του για να απαλλαγεί από την ποινική ευθύνη στο Τατζικιστάν. Το Δικαστήριο έχει ήδη διαπιστώσει ότι η εν λόγω υπόθεση στερούνταν κάθε λογικής δεδομένης της προφανούς αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της απαγωγής του προσφεύγοντος στη Μόσχα και της σύλληψής του στη χώρα καταγωγής του (βλ. παράγραφο 136 παραπάνω). Συγχρόνως, οι ερευνητές δεν προέβησαν σε ορισμένες στοιχειώδεις και ειλικρινείς ερευνητικές ενέργειες, όπως θα ήταν το να μάθουν ποιες αεροπορικές εταιρίες είχαν πραγματοποιήσει πτήσεις από τη Μόσχα στο Κουτζάντ μεταξύ 1ης και 3ης Νοεμβρίου 2011 και το να εξετάσουν το προσωπικό ασφαλείας και το διοικητικό προσωπικό του αεροδρομίου Ντομοντέντοβο, όπου ο προσφεύγων, σύμφωνα με αναφορές, είχε επιβιβαστεί σε αεροσκάφος. Αντιθέτως, ο ερευνητής αναφερόταν μόνο σε «επαλήθευση» από την FSB της πιθανής παράνομης διέλευσης του προσφεύγοντος από τα σύνορα του ρωσικού κράτους και αναπαρήγαγε αβασάνιστα τη γενική δήλωση ότι η ρωσική νομοθεσία δεν προέβλεπε «την καταγραφή των ονομάτων των ατόμων που διέρχονται από τα σύνορα».
196. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, οι πολυάριθμες ελλείψεις της έρευνας που επισημάνθηκαν παραπάνω, όσον αφορά τόσο τη φύση της όσο και το εύρος της, βρίσκονται σε πρόδηλη ασυνέπεια με τις υποχρεώσεις του εναγόμενου κράτους βάσει του Άρθρου 3 της Σύμβασης.
(δ) Σχετικά με το εάν το εναγόμενο κράτος είναι υπεύθυνο για την παθητική ή την ενεργή συμμετοχή παραγόντων του στη βίαιη μεταφορά του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν
197. Με βάση τα γεγονότα τα οποία έχουν ήδη θεμελιωθεί με το απαιτούμενο βάρος της απόδειξης, το Δικαστήριο πρέπει τώρα να εξετάσει εάν το εναγόμενο κράτος ευθύνεται, βάσει της Σύμβασης, λόγω της εικαζόμενης εμπλοκής κρατικών παραγόντων στη μεταφορά του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν.
198. Παρόλο που ο προσφεύγων δεν είχε τη δυνατότητα να παρέχει καμία ένορκη μαρτυρία για το συγκεκριμένο ζήτημα, ισχυρίστηκε ότι η μεταφορά του στο Τατζικιστάν μέσω του αεροδρομίου Ντομοντέντοβο της Μόσχας δεν θα μπορούσε να είχε πραγματοποιηθεί χωρίς να το γνωρίζουν οι ρωσικές αρχές και χωρίς να έχουν εμπλακεί είτε παθητικά είτε ενεργητικά.
199. Το Δικαστήριο ζήτησε από την Κυβέρνηση να εξηγήσει πώς και από ποιον είχε μεταφερθεί ο προσφεύγων από τη Μόσχα στο Τατζικιστάν παρά τη θέλησή του και χωρίς να τηρηθεί ο έλεγχος στα σύνορα, ο τελωνειακός έλεγχος και άλλες διατυπώσεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ωστόσο, δεν έδωσε καμία εξήγηση (βλ. παραγράφους
-45 και 124 παραπάνω). Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν έλαβε κανένα αδιάσειστο στοιχείο είτε υπέρ είτε κατά του ισχυρισμού του προσφεύγοντος.
200. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο θεωρεί δέον να τονίσει, για μια ακόμη φορά, τα φυσικά του όρια ως διεθνούς δικαστηρίου σε ό,τι αφορά τη διεξαγωγή αποτελεσματικής διερεύνησης, η οποία πρέπει, καταρχήν και κατ΄εφαρμογήν, να αποτελεί αρμοδιότητα των εθνικών αρχών (βλ., εκτός από τις πολλές αρχές που αναφέρθηκαν παραπάνω, Demopoulos και άλλοι κατά Τουρκίας(dec.), αριθ. 46113/99 et al., § 69, ΕΔΑΔ 2010). Οι διαδικασίες του Δικαστηρίου για τέτοια επίμαχα ζητήματα, όπως αυτά που εγείρονται από την παρούσα υπόθεση εξαρτώνται όλο και περισσότερο από τη συνεργασία των εναγόμενων κρατών σύφωνα με την υποχρέωσή τους βάσει του Άρθρου 38 της Σύμβασης να προσκομίζουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την τεκμηρίωση των γεγονότων. Τα όργανα της Σύμβασης έχουν τονίσει επανειλημμένως ότι η εν λόγω υποχρέωση είναι θεμελιώδους σημασίας για τη σωστή και αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος της Σύμβασης (βλ., μεταξύ άλλων, Tanrıkulu êáôÜ Ôïõñêßáò [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], όπ. π., § 70, και τα Ψηφίσματα της Επιτροπής Υπουργών ResDH(2001)66 και ResDH(2006)45). Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, στην παρούσα υπόθεση, ο μόνος ειλικρινής τρόπος με τον οποίο η Ρωσία θα μπορούσε να τιμήσει την υποχρέωση που είχε αναλάβει ήταν να διασφαλίσει τη διεξαγωγή εξονυχιστικής έρευνας για το περιστατικό και να ενημερώσει το Δικαστήριο για τα αποτελέσματά της. Ωστόσο, είναι προφανές ότι οι ρωσικές αρχές δεν το έπραξαν (βλ. παραγράφους 193-
παραπάνω), οδηγώντας έτσι το Δικαστήριο να εξετάσει εκείνο αντί για τις εθνικές αρχές τα εξαιρετικά επίμαχα ζητήματα. Η εν λόγω μη προσκόμιση σημαντικών πληροφοριών και στοιχείων από το συμβαλλόμενο κράτος υποχρεώνει το Δικαστήριο να καταλήξει σε ισχυρά συμπεράσματα υπέρ της τοποθέτησης του προσφεύγοντος (Κανονισμός 44C § 1 των Κανονισμών του Δικαστηρίου). Στο πλαίσιο αυτό, για το Δικαστήριο έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και ο τρόπος με τον οποίο διεξήχθησαν οι επίσημες έρευνες, αφού οι αρχές δεν φάνηκε να θέλουν να ανακαλύψουν την αλήθεια σχετικά με τις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. El Masri, όπ. π., §§ 191-93).
201. Επίσης, το Δικαστήριο έχει επίγνωση του γεγονότος ότι για τον προσφεύγοντα ήταν αντικειμενικά δύσκολο να παρέχει στοιχεία υπέρ του ισχυρισμού του, εφόσον τα επίμαχα γεγονότα τα γνωρίζουν αποκλειστικά οι αρχές. Ο ισχυρισμός του στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στο αμάχητο τεκμήριο, το οποίο το Δικαστήριο είχε επικυρώσει στην απόφαση για την υπόθεση Iskandarov (όπ. π., §§ 113-15), ότι η βίαιη μεταφορά του στο Τατζικιστάν δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς την ενημέρωση και είτε την παθητική είτε την ενεργητική εμπλοκή των ρωσικών αρχών. Πιο πρόσφατα, το Δικαστήριο κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα σε μια ακόμη παρόμοια υπόθεση (βλ. Abdulkhakov κατά Ρωσίας, αριθ. 14743/11, §§ 125‑27, 2 Οκτωβρίου 2012). Και οι δύο υποθέσεις περιελάμβαναν παρόμοιες περιστάσεις κατά τις οποίες οι προσφεύγοντες μεταφέρθηκαν με τη βία αεροπορικώς στο Τατζικιστάν από τη Μόσχα ή από τα περίχωρα της.
202. Το Δικαστήριο δεν διακρίνει κανέναν λόγο να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα στην παρούσα υπόθεση. Πράγματι, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι οποιοδήποτε αεροδρόμιο εξυπηρετεί διεθνείς προορισμούς λαμβάνει αυξημένα μέτρα ασφαλείας, και ελέγχεται συνεχώς από τις αρχές του εναγόμενου κράτους και κυρίως από την υπηρεσία συνόρων. Το γεγονός αυτό από μόνο του αποκλείει, υπό κανονικές συνθήκες, την πιθανότητα ένα φυσικό πρόσωπο να μεταφερθεί με τη βία απευθείας στον αεροδιάδρομο και να επιβιβαστεί σε αεροπλάνο με προορισμό άλλη χώρα, χωρίς ελεγχθεί από κανέναν κρατικό παράγοντα. Συνεπώς, κάθε τέτοια ενέργεια απαιτεί εξουσιοδότηση, ή τουλάχιστον συναίνεση, των κρατικών παραγόντων που είναι υπεύθυνοι για το αεροδρόμιο και, ιδιαίτερα εκείνων που ουσιαστικά ελέγχουν τα σημεία ελέγχου για την πρόσβαση στον αεροδιάδρομο.
203. Όπως και στις δύο προηγούμενες παρόμοιες υποθέσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, έτσι και στην παρούσα υπόθεση, η Κυβέρνηση δεν προσκόμισε στοιχεία που να αντικρούουν το εν λόγω τεκμήριο. Ούτε παρείχε καμία πειστική εξήγηση για τον τρόπο με τον οποίο ο προσφεύγων θα μπορούσε να είχε επιβιβαστεί σε αεροσκάφος από τη Μόσχα προς το Κουτζάντ χωρίς να ελεγχθεί από κανένα ρωσικό κρατικό όργανο. Επιπλέον, οι αρχές απέτυχαν σαφώς να διασαφηνίσουν τις περιστάσεις του συμβάντος μέσω αποτελεσματικής έρευνας σε εθνικό επίπεδο. Για το Δικαστήριο τα στοιχεία αυτά επαρκούν για να συμπεράνει ότι το εναγόμενο κράτος πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνο, βάσει της Σύμβασης, για τη βίαιη μεταφορά του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν λόγω της εμπλοκής κρατικών παραγόντων στην επιχείρηση.
204. Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου καθίσταται ακόμη πιο ανησυχητικό λόγω του ότι οι επίμαχες ενέργειες των κρατικών παραγόντων χαρακτηρίζονταν από πρόδηλη αυθαιρεσία και κατάχρηση εξουσίας με σκοπό την καταστρατήγηση της νόμιμης απόφασης της FMS, με την οποία είχε χορηγηθεί στον προσφεύγοντα προσωρινό άσυλο στη Ρωσία (βλ. ενότητα 12(4) του Νόμου περί Προσφύγων) και των επίσημων ενεργειών της Κυβέρνησης για να αποτραπεί η έκδοση του προσφεύγοντος σύμφωνα με τα προσωρινά μέτρα που είχαν αποφασιστεί από το Δικαστήριο (βλ. παράγραφο 5 παραπάνω και παράγραφο 209 παρακάτω). Παρόλο που οι λειτουργικές διαδικασίες σε αυτή την υπόθεση διαφέρουν από πολλές απόψεις από εκείνες των επονομαζόμενων «έκτακτων παραδόσεων» που εξετάστηκαν σε ορισμένες πρόσφατες υποθέσεις, τα ευρήματα του Δικαστηρίου δείχνουν με πειστικό τρόπο ότι η επιχείρηση στην οποία εμπλέκονταν κρατικοί παράγοντες στην παρούσα υπόθεση διεξήχθη ομοίως «εκτός του συνήθους νομικού συστήματος» και, «αφού καταστρατηγεί σκόπιμα τη νόμιμη διαδικασία, αποτελεί παραβίαση των κανόνων δικαίου και των αξιών που προστατεύονται από τη Σύμβαση» (βλ., mutatis mutandis, Babar Ahmad και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου (dec.) αριθ. 24027/07, 11949/08 και 36742/08, §§ 113-14, 6 Ιουλίου 2010, και El Masri, όπ. π. § 239).
(ε) Συμπεράσματα
205. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι υπήρξε παράβαση του Άρθρου 3 της Σύμβασης και στις τρεις διαφορετικές κατηγορίες που εξετάστηκαν παραπάνω, δηλαδή αποτυχία των αρχών να προστατεύσουν τον προσφεύγοντα από τη βίαιη μεταφορά του στο Τατζικιστάν, όπου διέτρεχε πραγματικό και άμεσο κίνδυνο βασανιστηρίων και κακομεταχείρισης, απουσία αποτελεσματικής έρευνας για το περιστατικό και εμπλοκή, είτε παθητική είτε ενεργητική, κρατικών παραγόντων στην επιχείρηση.
III. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
206. Ο προσφεύγων κατήγγειλε βάσει του Άρθρου 13 της Σύμβασης την απουσία αποτελεσματικών προσφυγών σε εθνικό επίπεδο στη Ρωσία με βάση την καταγγελία του βάσει του Άρθρου 3 της Σύμβασης. Το Άρθρο 13 έχει ως εξής:
«Παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη παρούση Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των.»
207. Παρόλο που το Δικαστήριο θεωρεί την εν λόγω καταγγελία παραδεκτή, επισημαίνει ότι εγείρει τα ίδια ζητήματα με αυτά που έχουν ήδη εξεταστεί βάσει του Άρθρου 3 της Σύμβασης. Δεδομένης αυτής της συλλογιστικής και των συμπερασμάτων βάσει της παραπάνω διάταξης (βλ. κυρίως παραγράφους
-165 παραπάνω), το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι είναι απαραίτητο να ασχοληθεί ξεχωριστά με την καταγγελία του προσφεύγοντος βάσει του Άρθρου 13 της Σύμβασης.
IV. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 34 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
208. Ο προσφεύγων κατήγγειλε ότι η βίαιη μεταφορά του στο Τατζικιστάν παραβίασε το προσωρινό μέτρο που είχε υποδείξει το Δικαστήριο βάσει του Κανονισμού 39, και επομένως παραβίασε το δικαίωμά του στην ατομική προσφυγή. Στηρίχθηκε στο Άρθρο 34 της Σύμβασης, που ορίζει τα εξής:
«Το Δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί της εξέτασης προσφυγής που υποβάλλεται από κάθε φυσικό πρόσωπο, μη κυβερνητικό οργανισμό ή ομάδα ατόμων, που ισχυρίζεται ότι είναι θύμα παραβίασης, από ένα από τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη, των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στη Σύμβαση ή στα Πρωτοκολλά της. Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μην παρεμποδίζουν με κανέναν τρόπο την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος αυτού.»
Ο Κανονισμός 39 των Κανονισμών του Δικαστηρίου προβλέπει:
«1. Το Τμήμα, ή όπου είναι δέον, ο Προεδρεύων αυτού, μπορεί κατόπιν αιτήματος συμβαλλόμενου μέρους ή οποιουδήποτε άλλου εμπλεκόμενου ατόμου ή αυτεπάγγελτα να υποδείξει στα αντισυμβαλλόμενα μέρη οποιοδήποτε προσωρινό μέτρο θεωρεί ότι πρέπει να υιοθετηθεί προς όφελος των μερών ή της σωστής διεξαγωγής των διαδικασιών ενώπιόν του.
2. Όταν θεωρηθεί κατάλληλο, το μέτρο που υιοθετήθηκε σε μια συγκεκριμένη υπόθεση δύναται να γνωστοποιηθεί αμέσως στην Επιτροπή Υπουργών.
3. Το Τμήμα δύναται να ζητήσει από τα συμβαλλόμενα μέρη πληροφορίες για οποιοδήποτε ζήτημα σχετίζεται με την εφαρμογή οποιουδήποτε προσωρινού μέτρου έχει υποδειχθεί.»
209. Η Κυβέρνηση διαβεβαίωσε ότι ο προσφεύγων μπόρεσε να ασκήσει τα δικαιώματά του χωρίς κανένα εμπόδιο, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να καταθέσει προσφυγή βάσει του Άρθρου 34 της Σύμβασης. Αναφέρθηκε, επίσης, στην επιστολή της 16ης Δεκεμβρίου 2010 με την οποία ενημέρωνε το Δικαστήριο για τις ενέργειες που είχαν γίνει βάσει των προσωρινών μέτρων που υποδείχθηκαν από το Δικαστήριο βάσει του Κανονισμού 39 προκειμένου να αποτραπεί η έκδοση του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν (βλ. παράγραφο 5 παραπάνω). Οι σχετικές επιστολές προωθήθηκαν στη Γενική Εισαγγελία της Μόσχας και στην Ομοσπονδιακή Υπηρεσία για την Εκτέλεση των Ποινών, και ζητήθηκε η αναστολή κάθε ενέργειας απέλασης ή έκδοσης ή άλλως βίαιης μεταφοράς του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν. Συνεπώς, ο προσφεύγων δεν παραδόθηκε στο Τατζικιστάν μέσω της διαδικασίας έκδοσης.
210. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι η ευθύνη του εναγόμενου κράτους λόγω της εμπλοκής κρατικών παραγόντων στη μετακίνησή του από ρωσικό έδαφος, παρά τα προσωρινά μέτρα που είχε υποδείξει το Δικαστήριο, οπωσδήποτε συνεπάγεται παραβίαση του δικαιώματός του για ατομική προσφυγή.
211. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 34 της Σύμβασης, τα συμβαλλόμενα κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να απέχουν από κάθε πράξη ή παράλειψη η οποία δύναται να παρεμποδίσει την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος της ατομικής προσφυγής, το οποίο έχει επανειλημμένως επιβεβαιωθεί ότι αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του συστήματος της Σύμβασης. Σύμφωνα με την παγιωμένη νομολογία του Δικαστηρίου, η μη συνμμόρφωση ενός εναγόμενου κράτους με ένα προσωρινό μέτρο συνεπάγεται παραβίαση αυτού του δικαιώματος (βλ. Mamatkulov και Askarov, όπ. π., §§ 102 και 125, και Abdulkhakov, όπ. π., § 222).
212. Το Δικαστήριο τονίζει ιδιαιτέρως τη σημασία που έχουν τα προσωρινά μέτρα εντός του συστήματος της Σύμβασης. Σκοπός τους δεν είναι μόνο να εξεταστούν αποτελεσματικά οι προσφυγές, αλλά και να διασφαλιστεί ότι η προστασία που παρέχεται στον προσφεύγοντα από τη Σύμβαση είναι αποτελεσματική. Αυτές οι υποδείξεις επιτρέπουν, στη συνέχεια, στην Επιτροπή Υπουργών να επιβλέπει την εκτέλεση της οριστικής απόφασης. Επομένως, αυτά τα μέτρα δίνουν τη δυνατότητα στο εμπλεκόμενο κράτος να εκπληρώσει την υποχρέωσή του να συμμορφώνεται με την οριστική απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία είναι νομικά δεσμευτική σύμφωνα με το Άρθρο 46 της Σύμβασης (βλ. Mamatkulov και Askarov, όπ. π., § 125, Shamayev και άλλοι κατά Γεωργίας και Ρωσίας, όπ. π., § 473, Aoulmi κατά Γαλλίας, αριθ. 50278/99, § 108, ΕΔΑΔ 2006‑I (αποσπάσματα), και Ben Khemais κατά Ιταλίας, αριθ. 246/07, § 82, 24 Φεβρουαρίου 2009).
213. Η κρίσιμη σημασία των προσωρινών μέτρων υπογραμμίζεται περαιτέρω και από το γεγονός ότι το Δικαστήριο τα εκδίδει, καταρχήν, σε πραγματικά εξαιρετικές περιπτώσεις κατόπιν αυστηρής διερεύνησης όλων των σχετικών περιστάσεων. Στις περισσότερες από αυτές, οι προσφεύγοντες αντιμετωπίζουν πραγματική απειλή για τη ζωή και την ακεραιότητά τους με επακόλουθο πραγματικό κίνδυνο σοβαρής, ανεπανόρθωτης βλάβης κατά παράβαση των βασικών διατάξεων της Σύμβασης. Αυτός ο ζωτικός ρόλος των προσωρινών μέτρων στο σύστημα της Σύμβασης όχι μόνο ενισχύει τη δεσμευτική νομική τους ισχύ, όπως επιβεβαιώνεται από την παγιωμένη νομολογία, αλλά επιβάλλει και να δοθεί η μέγιστη δυνατή σημασία στο ζήτημα της συμμόρφωσης των κρατών μερών με τις υποδείξεις του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, τη σταθερή στάση που υιοθετήθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη σχετικά με το θέμα στη Διακήρυξη του Ισμίρ, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 119 παραπάνω και από την Επιτροπή Υπουργών στο Προσωρινό της Ψήφισμα CM/ResDH(2010)83 στην υπόθεση του Ben Khemais που αναφέρθηκε στην παράγραφο 117 παραπάνω). Η χαλαρή στάση σε αυτό το ζήτημα θα αποδυνάμωνε με απαράδεκτο τρόπο την προστασία των δικαιωμάτων που βρίσκονται στον πυρήνα της Σύμβασης, και δεν θα συμβάδιζε με τις αξίες και το πνεύμα της (βλ. Soering, όπ. π., σελ. 34‑35, § 88). Επιπλέον, δεν θα συμβάδιζε με τη θεμελιώδη σημασία του δικαιώματος στην ατομική προσφυγή και γενικότερα, θα υπονόμευε το κύρος και την αποτελεσματικότητα της Σύμβασης, ως θεσμικού οργάνου της ευρωπαϊκής δημόσιας τάξης (βλ. Mamatkulov και Askarov, όπ. π., §§ 100 και 125, και , mutatis mutandis, Loizidou κατά Τουρκίας (προσωρινές ενστάσεις), 23 Μαρτίου 1995, § 75, Σειρά A αριθ. 310).
214. Εξετάζοντας την παρούσα υπόθεση υπό το πρίσμα των παραπάνω αρχών, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι εξαιρετικές της περιστάσεις δικαιολογούσαν την υπόδειξη στην εναγόμενη Κυβέρνηση να λάβει προσωρινά μέτρα. Στις 7 Δεκεμβρίου 2010, ζητήθηκε από την τελευταία, προς το συμφέρον των διαδίκων και της σωστής διεξαγωγής των διαδικασιών ενώπιον του Δικαστηρίου, να μην εκδώσει τον προσφεύγοντα στο Τατζικιστάν μέχρι νεωτέρας ειδοποίησης. Στις 16 Δεκεμβρίου 2010 η Κυβέρνηση ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι οι αρχές είχαν προβεί στις ανάλογες ενέργειες προκειμένου να εγγυηθούν ότι ο προσφεύγων δεν θα εκδιδόταν στο Τατζικιστάν μέχρι νεωτέρας ειδοποιήσεως (βλ. παραγράφους και παραπάνω). Παρά τις ενέργειες που έγιναν, τον Νοέμβριο του 2011, ο προσφεύγων μεταφέρθηκε με τη βία αεροπορικώς από τη Μόσχα στο Κουτζάντ με ειδική επιχείρηση στην οποία διαπιστώθηκε ότι συμμετείχαν κρατικοί παράγοντες (βλ. παραγράφους 202-203 παραπάνω).
215. Η Κυβέρνηση δεν παραδέχθηκε ότι αυτές οι περιστάσεις συνιστούσαν παράβαση του προσωρινού μέτρου και ισχυρίστηκε ότι η μεταφορά του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν δεν είχε πραγματοποιηθεί μέσω της διαδικασίας έκδοσης, η οποία είχε ανασταλεί αμέσως μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Δεκεμβρίου 2010. Το Δικαστήριο δεν πείσθηκε από τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης. Παρόλο που τα μέτρα που λήφθηκαν για να ανασταλεί η έκδοση μπορεί να είναι ενδεικτικά της αρχικής προθυμίας της Κυβέρνησης να συμμορφωθεί με τα προσωρινά μέτρα, δεν δύνανται, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, να απαλλάξουν το κράτος από την ευθύνη του για τα γεγονότα που ακολούθησαν στην υπόθεση του προσφεύγοντος. Και ούτε θα μπορούσε η Κυβέρνηση να δηλώσει έννομα, όπως υπονοεί ο ισχυρισμός της, ότι η βίαιη μεταφορά του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν δεν αποτράπηκε από τα προσωρινά μέτρα τα οποία υπέδειξε το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση.
216. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι το προσωρινό μέτρο στην παρούσα υπόθεση, όπως ζητήθηκε από τον προσφεύγοντα και διατυπώθηκε στην απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Δεκεμβρίου 2010, είχε στόχο να αποτρέψει την έκδοσή του, η οποία ήταν η πιο άμεση νόμιμη μέθοδος με την οποία ο προσφεύγων επρόκειτο να μεταφερθεί από τη Ρωσία στο Τατζικιστάν εκείνη την περίοδο. Παρόλο που η λήψη του προσωρινού μέτρου αποτελεί ένα από τα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν στην ανάλυση του Δικαστηρίου για το εάν τα κράτη έχουν συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις τους βάσει του Άρθρου 34, το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπ’ όψιν του όχι μόνο το γράμμα, αλλά και το πνεύμα του προσωρινού μέτρου που υποδείχθηκε (βλ. Paladi κατά Μολδαβίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 39806/05, § 91, 10 Μαρτίου 2009), και κυρίως τον στόχο αυτού. Ο αποκλειστικός στόχος του προσωρινού μέτρου, όπως υποδείχθηκε από το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση και η – Κυβέρνηση δεν ισχυρίστηκε ότι δεν τον γνώριζε – ήταν να αποτρέψει τον πραγματικό κίνδυνο κακομεταχείρισης που θα διέτρεχε ο προσφεύγων εάν βρισκόταν στα χέρια των αρχών του Τατζικιστάν. Δεν θα μπορούσε να υπάρχει καμία αμφιβολία είτε για τον στόχο είτε για το σκεπτικό πίσω από το προσωρινό μέσο μετά την κοινοποίηση της υπόθεσης στην Κυβέρνηση και της προτεραιότητας που της δόθηκε από το Δικαστήριο στις 30 Ιανουαρίου 2011. Η κατανόηση του πνεύματος και του στόχου του προσωρινού μέτρου από την Κυβέρνηση καταδεικνύεται, επίσης, και από τις οδηγίες τις οποίες είχε αποστείλει σε διάφορες εθνικές αρχές για αναστολή «κάθε ενέργειας απέλασης, έκδοσης ή βίαιης μεταφοράς του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν με άλλον τρόπο» (βλ. παράγραφο 209 παραπάνω). Το γεγονός ότι οι αρχές συμμορφώθηκαν αυστηρά με το προσωρινό μέτρο για σχεδόν έντεκα μήνες μέχρι τα ξαφνικά γεγονότα της 31ης Οκτωβρίου 2011 επίσης δείχνει ότι δεν είχε δημιουργηθεί καμία αμφιβολία για τον στόχο και τις νομικές του συνέπειες.
217. Δεδομένου του κρίσιμου ρόλου που παίζουν τα προσωρινά μέτρα στο σύστημα της Σύμβασης, πρέπει να τηρούνται αυστηρά από το εμπλεκόμενο κράτος. Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να διανοηθεί να επιτρέψει στις αρχές να καταστρατηγήσουν ένα προσωρινό μέτρο, όπως αυτό που είχε υποδειχθεί στην παρούσα υπόθεση, χρησιμοποιώντας άλλη εθνική διαδικασία για τη μεταφορά του προσφεύγοντος στη χώρα προορισμού ή, ακόμη πιο ανησυχητικά, επιτρέποντας την αυθαίρετη μεταφορά του στην εν λόγω χώρα με πρόδηλα παράνομο τρόπο. Ωστόσο, το τελευταίο είναι ακριβώς αυτό για το οποίο ευθύνεται το εναγόμενο κράτος, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση (βλ. παραγράφους 202-203 παραπάνω). Με την ενέργεια του αυτή, το κράτος ματαίωσε τον στόχο του προσωρινού μέτρου, που ήταν να διατηρηθεί η υπάρχουσα κατάσταση εν αναμονή της εξέτασης της προσφυγής από το Δικαστήριο. Συνεπώς, ο προσφεύγων εκτέθηκε σε πραγματικό κίνδυνο κακομεταχείρισης στο Τατζικιστάν και το Δικαστήριο παρεμποδίστηκε από το να του διασφαλίσει το έμπρακτο και αποτελεσματικό όφελος του δικαιώματός του βάσει του Άρθρου 3 της Σύμβασης.
218. Η Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι υπήρχε κάποιο αντικειμενικό εμπόδιο το οποίο να μην επιτρέπει τη συμμόρφωση με το προσωρινό μέτρο (βλ. Paladi, όπ. π., § 92). Αυτό που είναι ακόμη πιο σοβαρό είναι το γεγονός ότι δεν παρείχε καμία εξήγηση για την αυθαίρετη συμπεριφορά των κρατικών παραγόντων, οι οποίοι επέτρεψαν τη βίαιη επιβίβαση του προσφεύγοντος σε πτήση από τη Μόσχα προς το Κουτζάντ και για το ότι δεν οδήγησε τους υπεύθυνους στη δικαιοσύνη (βλ., αντιθέτως, Muminov κατά Ρωσίας, αριθ. 42502/06, § 44, 11 Δεκεμβρίου 2008). Οι αρχές επέμειναν απαράδεκτα στην άρνησή τους να ερευνήσουν το ζήτημα, ακόμη και όταν το Δικαστήριο ασχολήθηκε με τα σχετικά ζητήματα, εφιστώντας την προσοχή της Κυβέρνησης στην ανησυχητική και πρωτοφανή κατάσταση που είχε δημιουργηθεί από την επανάληψη τέτοιων απαράδεκτων γεγονότων (βλ. παράγραφο 52 παραπάνω).
219. Συμπερασματικά, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Ρωσία αγνόησε το προσωρινό μέτρο, που υποδείχθηκε από το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση βάσει του Κανονισμού 39 των Κανονισμών του Δικαστηρίου, κατά παράβαση της υποχρέωσης που είχε αναλάβει βάσει του Άρθρου 34 της Σύμβασης.
V. Η ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 5 § 4 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
220. Ο προσφεύγων κατήγγειλε, επίσης, βάσει του Άρθρου 5 § 4 την υπερβολική καθυστέρηση του δικαστικού ελέγχου από το Δικαστήριο της πόλης της Μόσχας αναφορικά με τις εφέσεις του κατά των διαταγών κράτησης της 15ης Ιανουαρίου και της 17ης Μαΐου 2010 από το Περιφερειακό Δικαστήριο του Meshchanskiy. Κατέθεσε την ίδια καταγγελία για τον δικαστικό έλεγχο από το Ανώτατο Δικαστήριο αναφορικά με την έφεσή του κατά της διαταγής κράτησης που εκδόθηκε στις 19 Νοεμβρίου 2010 από το Δικαστήριο της πόλης της Μόσχας. Η σχετική διάταξη έχει ως εξής:
«Παν πρόσωπον στερούμενον της ελευθερίας του συνεπεία συλλήψεως ή κρατήσεως έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, ίνα τούτο αποφασίση εντός βραχείας προσθεσμίας επί του νομίμου της κρατήσεώς του και διατάξη την απόλυσίν του εν περιπτώσει παρανόμου κρατήσεως.»
A. Παραδεκτό
221. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η έφεση του προσφεύγοντος κατά της διαταγής κράτησης της 15ης Ιανουαρίου 2010 απορρίφθηκε κατά τη δίκη σε τελευταίο βαθμό στις 22 Μαρτίου 2010, ενώ η προσφυγή του στο Δικαστήριο κατατέθηκε μόλις στις 6 Δεκεμβρίου 2010. Αυτό σημαίνει ότι η καταγγελία για τη διάρκεια αυτών των διαδικασιών κατατέθηκε μετά τη λήξη του μέγιστου χρονικού διαστήματος των έξι μηνών και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη σύμφωνα με το Άρθρο 35 § 1 της Σύμβασης. Το Δικαστήριο σημειώνει, επίσης, ότι η καταγγελία του προσφεύγοντος κατά τα λοιπά, βάσει του Άρθρου 5 § 4, δεν είναι ούτε πρόδηλα αβάσιμη με την έννοια του Άρθρου 35 § 3 (α), ούτε απαράδεκτη για κάποιον άλλον λόγο. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτή.
B. Ουσία
222. Η Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος, αλλά επιβεβαίωσε απλώς τις ημερομηνίες των αποφάσεων με τις οποίες το Δικαστήριο της πόλης της Μόσχας και το Ανώτατο Δικαστήριο είχαν απορρίψει τις αιτήσεις αναίρεσης του προσφεύγοντος κατά των διαταγών κράτησης. Σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, η Κυβέρνηση αναφέρθηκε, επίσης, στα αυστηρά χρονικά όρια που προβλέπονται από τα Άρθρα 108 και 109 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, τα οποία, μεταξύ άλλων, ορίζουν ότι η έφεση σε ανώτερο δικαστήριο κατά διαταγής που αφορά κράτηση πρέπει να εξετάζεται εντός τριών ημερών (Άρθρο108 § 11).
223. Ο προσφεύγων επέμεινε στην καταγγελία του.
224. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το Άρθρο 5 § 4 της Σύμβασης κατοχυρώνει το δικαίωμα σε ταχεία έκδοση δικαστικής απόφασης για τη νομιμότητα της κράτησης και διαταγή λήξης αυτής εάν αποδειχθεί παράνομη (βλ. Baranowski κατά Πολωνίας, αριθ. 28358/95, § 68, ΕΔΑΔ 2000‑III). Το Άρθρο 5 § 4 δεν υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα κράτη να ορίσουν δεύτερο επίπεδο δικαιοδοσίας για την εξέταση της νομιμότητας της κράτησης. Ωστόσο, στις περιπτώσεις στις οποίες η εθνική νομοθεσία προβλέπει έφεση, το δευτεροβάθμιο όργανο πρέπει επίσης να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του Άρθρου 5 § 4 σε ό,τι αφορά, για παράδειγμα, την ταχύτητα της επανεξέτασης σε αναιρετικές διαδικασίες. Συγχρόνως, η απαίτηση για «ταχεία» εξέταση είναι λιγότερο επιτακτική για διαδικασίες ενώπιον εφετείου (βλ. Lebedev κατά Ρωσίας, αριθ. 4493/04, § 96, 25 Οκτωβρίου 2007, και Abdulkhakov, όπ. π., § 198).
225. Παρόλο που ο αριθμός των ημερών που διαρκεί η διεξαγωγή των σχετικών διαδικασιών προφανώς είναι σημαντικός, δεν είναι από μόνος του καθοριστικός για το εάν μια απόφαση εκδόθηκε με την απαιτούμενη ταχύτητα (βλ. Merie κατά Κάτω Χωρών (dec.), αριθ. 664/05, 20 Σεπτεμβρίου 2007). Λαμβάνεται, επίσης, υπ’ όψιν ο ζήλος που επέδειξαν οι αρχές, η καθυστέρηση που αποδίδεται στον προσφεύγοντα και οποιοιδήποτε παράγοντες προκαλούν καθυστέρηση για τους οποίους δεν φέρει ευθύνη το καράτος (βλ. Jablonski κατά Πολωνίας, αριθ. 33492/96, §§ 91-94, 21 Δεκεμβρίου 2000, και G.B. κατά Ελβετίας, αριθ. 27426/95, §§ 34‑39, 30 Νοεμβρίου 2000). Επομένως, το ζήτημα του σεβασμού ή μη του δικαιώματος σε ταχεία έκδοση απόφασης πρέπει να καθορίζεται υπό το πρίσμα των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης (βλ. Rehbock κατά Σλοβενίας, αριθ. 29462/95, § 84, ΕΔΑΔ 2000-XII, και Abdulkhakov, όπ. π., § 199).
226. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η αίτηση αναίρεσης του προσφεύγοντος κατά της διαταγής κράτησης της 17ης Μαΐου 2010 κατατέθηκε στις 19 Μαΐου 2010 και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο της πόλης της Μόσχας στις 12 Ιουλίου 2010, δηλαδή εντός 54 ημερών. Η αίτηση αναίρεσης του προσφεύγοντος κατά της απόφασης του Δικαστηρίου της πόλης της Μόσχας της 19ης Νοεμβρίου 2010, με την οποία παρατεινόταν η κράτησή του, κατατέθηκε στις 22 Νοεμβρίου 2010 και απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 21 Δεκεμβρίου 2010, δηλαδή εντός 29 ημερών.
227. Το Δικαστήριο επισημαίνει, καταρχάς, ότι οι επίμαχες καθυστερήσεις 29 και 54 ημερών υπερβαίνουν τη διαπιστωμένη παραβίαση της απαίτησης για «ταχεία» εξέταση σε ορισμένες παρόμοιες υποθέσεις κατά της Ρωσίας (βλ., συγκριτικά, Abidov κατά Ρωσίας, αριθ. 52805/10, §§ 60-63, 12 Ιουνίου 2012, και Niyazov κατά Ρωσίας, αριθ. 27843/11, §§ 155-64, 16 Οκτωβρίου 2012). Η Κυβέρνηση δεν έδωσε καμία εξήγηση για τις εν λόγω παρατεταμένες καθυστερήσεις, όταν αναφέρθηκε στην απαίτηση σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία οι αιτήσεις αναίρεσης κατά διαταγών που αφορούν κράτηση να εξετάζονται εντός τριών ημερών.
228. Το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει τίποτα που να καταδεικνύει ότι ο προσφεύγων ή ο σύμβουλός του συνέβαλαν στη μεγάλη διάρκεια των αναιρετικών διαδικασιών (συγκρίνετε με την υπόθεση Lebedev, όπ. π., §§ 99-100, και Fedorenko κατά Ρωσίας, αριθ. 39602/05, § 81, 20 Σεπτεμβρίου 2011). Επομένως, η ευθύνη για τη συνολική διάρκεια των αναιρετικών διαδικασιών καταλογίζεται στις εθνικές αρχές. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι το Περιφερειακό Δικαστήριο, το Δικαστήριο της πόλης της Μόσχας και το Ανώτατο Δικαστήριο βρίσκονταν σε κοντινή γεωγραφική απόσταση, η οποία θα έπρεπε θεωρητικά να συμβάλει στην ταχύτερη επικοινωνία μεταξύ τους, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη μεταφορά του υλικού της υπόθεσης ή τον προγραμματισμό των ακροαματικών διαδικασιών της αναίρεσης.
229. Δεν φαίνεται να υπήρξαν περίπλοκα ζητήματα στον καθορισμό της νομιμότητας της κράτησης του προσφεύγοντος από το εφετείο (συγκρίνετε Lebedev, όπ. π., § 102). Επιπλέον, τα δικαστήρια δεν ισχυρίστηκαν ότι για την επανεξέταση της κράτησης του προσφεύγοντος, απαιτούνταν, για παράδειγμα, η συγκέντρωση επιπλέον πληροφοριών και εγγράφων.
230. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις παραπάνω περιστάσεις και τη νομολογία του από τις παρόμοιες υποθέσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι καθυστερήσεις στην εξέταση των αιτήσεων αναίρεσης του προσφεύγοντος κατά των διαταγών κράτησης δεν συμβαδίζουν με την απαίτηση για «ταχεία» εξέταση του Άρθρου 5 § 4.
231. Επομένως, υπήρξε παράβαση του Άρθρου 5 § 4 της Σύμβασης.
VI. ΑΛΛΕΣ ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΕΣ ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
232. Τέλος, το Δικαστήριο εξέτασε τις υπόλοιπες καταγγελίες που κατέθεσε ο προσφεύγων και, λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλο το υλικό που είχε στην κατοχή του και στον βαθμό που οι εν λόγω καταγγελίες εμπίπτουν εντός της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, διαπιστώνει ότι δεν περιλαμβάνουν κανένα φαινόμενο παραβίασης των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που ορίζονται στη Σύμβαση και στα Πρωτοκολλά της. Συνεπώς, αυτό το μέρος της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί ως πρόδηλα αβάσιμο, σύμφωνα με το Άρθρο 35 §§ 3 (α) και 4 της Σύμβασης.
VII. Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
233. Το Άρθρο 41 της Σύμβασης προβλέπει:
«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και εάν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους επιτρέπει την ατελή μόνον επανόρθωση των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο επιδικάζει στον ζημιωθέντα διάδικο, εφόσον συντρέχει λόγος, δίκαιη ικανοποίηση.»
A. Ηθική βλάβη
234. Ο προσφεύγων αξίωσε 30.000 ευρώ (EUR) για ηθική βλάβη. Αιτιολόγησε το υψηλό ποσό της αποζημίωσης με την κακομεταχείριση που υπέστη στο Τατζικιστάν κατόπιν της βίαιης μεταφοράς του στη χώρα και αναφερόμενος στο ποσό το οποίο που είχε εκδικάσει το Δικαστήριο για παρόμοιες περιστάσεις στην υπόθεση Iskandarov (όπ. π., § 156).
235. Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι κάθε ηθική βλάβη θα ισοσταθμιζόταν με τη διαπίστωση παραβίασης από το Δικαστήριο.
236. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το Άρθρο 41 του δίνει το δικαίωμα να επιδικάζει στον ζημιωθέντα διάδικο το ποσό εκείνο δίκαιης ικανοποίησης το οποίο θεωρεί δέον. Παρατηρεί ότι έχει διαπιστώσει διάφορες παραβιάσεις της Σύμβασης στην παρούσα υπόθεση, οι περισσότερες από τις οποίες θεωρούνται εξαιρετικά σοβαρές. Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων αδιαμφισβήτητα υπέστη ηθική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί μόνο με τη στοιχειώδη ετυμηγορία της παραβίασης. Αποφαινόμενο με δίκαιη κρίση, το Δικαστήριο επιδικάζει στον προσφεύγοντα ολόκληρο το ποσό των 30.000 EUR ως αποζημίωση για ηθική βλάβη, πλέον τυχόν πληρωτέου φόρου επί του εν λόγω ποσού.
B. Δαπάνες και έξοδα
237. Ο προσφεύγων αιτήθηκε, επίσης, 25.000 ρούβλια Ρωσίας (620 EUR) ως αποζημίωση για τα έξοδα της νομικής του εκπροσώπησης στις εθνικές διαδικασίες και 5.300 EUR για τα νομικά έξοδα που καταβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αξίωσε, επίσης, 414 EUR για διοικητικά και ταχυδρομικά έξοδα.
238. Η Κυβέρνηση αμφισβήτησε την εν λόγω αξίωση για αποζημίωση. Κατά την άποψή της, ο προσφεύγων δεν είχε αποδείξει ότι τα έξοδα ήταν εύλογα, απαραίτητα και ότι τα ποσά έχουν όντως καταβληθεί.
239. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένας προσφεύγων δικαιούνται αποζημίωση για δαπάνες και έξοδα μόνο εφόσον έχει αποδειχθεί ότι αυτά καταβλήθηκαν όντως και αναγκαστικά και είναι εύλογα ως προς το ποσόν. Εφόσον ο προσφεύγων δεν κατέθεσε κανένα έγγραφο που να αποδεικνύει την ύπαρξη διοικητικών και ταχυδρομικών εξόδων, το Δικαστήριο απορρίπτει αυτό το μέρος της αξίωσης.
240. Όσον αφορά τις νομικές αμοιβές, λαμβάνοντας υπ’ όψιν του τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του και τα παραπάνω κριτήρια, το Δικαστήριο επιδικάζει ολόκληρο το ποσό των 5.920 EUR ως αποζημίωση για τις δαπάνες και τα έξοδα των εθνικών διαδικασιών και τις διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου, πλέον τυχόν πληρωτέου φόρου επί του εν λόγω ποσού.
Γ. Τόκοι υπερημερίας
241. Το Δικαστήριο θεωρεί δέον οι τόκοι υπερημερίας να βασιστούν στο προκαθορισμένο επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στο οποίο πρέπει να προστεθούν τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
VIII. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 46 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
242. Το Άρθρο 46 της Σύμβασης προβλέπει:
«1. Τα Υψηλά Συμβαλλόμεvα Μέρη αvαλαμβάvoυv τηv υπoχρέωση vα συμμoρφώvovται πρoς τις oριστικές απoφάσεις τoυ Δικαστηρίoυ επί τωv διαφoρώv στις oπoίες είvαι διάδικoι.
2. Η oριστική απόφαση τoυ Δικαστηρίoυ διαβιβάζεται στηv Επιτρoπή τωv Υπoυργώv πoυ επoπτεύει τηv εκτέλεση της εv λόγω απόφασης.
...»
243. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η παρούσα υπόθεση περιελάμβανε διάφορες παραβιάσεις ενός από τα βασικά δικαιώματα που προστατεύονται από τη Σύμβαση, της απαγόρευσης των βασανιστηρίων και της κακομεταχείρισης, οι οποίες δεν αποτράπηκαν ούτε μέσω των νομικών προσφυγών σε εθνικό επίπεδο ούτε μέσω των προσωρινών μέτρων που υποδείχθηκαν από το Δικαστήριο. Επιπλέον, παρατηρεί ότι έχουν διαπιστωθεί παρόμοιες παραβιάσεις από το εναγόμενο κράτος στο πρόσφατο παρελθόν και ότι εξακολουθούν να καταθέτονται συχνά στο Δικαστήριο καταγγελίες για την εξαφάνιση και τη βίαιη μεταφορά προσφευγόντων στο Τατζικιστάν και στο Ουζμπεκιστάν, παρά την υπόδειξη για τη λήψη προσωρινών μέτρων και τις διαβεβαιώσεις της Κυβέρνησης ότι θα συμμορφωνόταν με τα εν λόγω μέτρα.
244. Το Δικαστήριο έχει πλήρη επίγνωση των δυσκολιών που ενδέχεται να προκύψουν κατά την εκτέλεση αυτών των αποφάσεων, κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι οι προσφεύγοντες βρίσκονται υπό τη δικαιοδοσία ενός κράτους το οποίο δεν τηρεί τη Σύμβαση. Ενδέχεται, λοιπόν, να προκύψουν ζητήματα σχετικά με διάφορες πτυχές της εκτέλεσης, όπως η καταβολή ποσών δίκαιης ικανοποίησης και η υιοθέτηση άλλων μέτρων επανόρθωσης για τον προσφεύγοντα. Επίσης, δεν υποτιμά τη σημασία των γενικών μέτρων στην πρόληψη περαιτέρω παρόμοιων παραβιάσεων και των πιθανών ζητημάτων που αφορούν τον εντοπισμό και την υιοθέτηση τέτοιων μέτρων.
245. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο, επίσης, επισημαίνει ότι τα τελευταία δέκα χρόνια τα συμβαλλόμενα κράτη το προέτρεπαν συστηματικά να δράττεται της ευκαιρίας και να παρέχει υποδείξεις, βοηθώντας το σχετικό κράτος να εντοπίσει τα υποκείμενα προβλήματα και τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να εκτελέσει την απόφαση (βλ. συγκεκριμένα το Ψήφισμα της Επιτροπής Υπουργών Res(2004)3 της 12ης Μαΐου 2004 και τις Διακηρύξεις που εγκρίθηκαν από τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη στα συμβούλια στο Ιντερλάκεν, το Ισμίρ και το Μπράιτον). Έτσι, το Δικαστήριο ανέπτυσσε τη νομολογία του προς αυτή την κατεύθυνση μέσω της διαδικασίας έκδοσης πιλοτικών αποφάσεων και μέσω άλλων μεθόδων, βοηθώντας έτσι τα αντισυμβαλλόμενα κράτη και την Επιτροπή Υπουργών στη σωστή και αποτελεσματική εφαρμογή του Άρθρου 46 της Σύμβασης. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, η ανάγκη να συνεισφέρει σε αυτόν τον τομέα παραμένει έντονη σε ορισμένους τύπους υποθέσεων.
246. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα παραπάνω ζητήματα και ιδιαιτέρως, τη φύση των παραβιάσεων που διαπιστώθηκαν με την παρούσα απόφαση, την επανεμφάνιση παρόμοιων παραβιάσεων σε άλλες πρόσφατες υποθέσεις και τα ζητήματα που ενδέχεται να εγείρονται κατά την εκτέλεση της απόφασης, το Δικαστήριο θεωρεί σωστό να εξετάσει την παρούσα υπόθεση βάσει του Άρθρου 46 της Σύμβασης.
A. Γενικές αρχές
247. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το Άρθρο 46 της Σύμβασης, όπως αυτό ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του Άρθρου 1, επιβάλλει στο εναγόμενο κράτος τη νομική υποχρέωση να εφαρμόσει, υπό την επίβλεψη της Επιτροπής Υπουργών, κατάλληλα γενικά και/ή μεμονωμένα μέτρα για να διασφαλίσει το δικαίωμα του προσφεύγοντος το οποίο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, παραβιάστηκε. Τέτοια μέτρα πρέπει, επίσης, να λαμβάνονται και για άλλα άτομα που βρίσκονται στη θέση του προσφεύγοντος, κυρίως επιλύοντας τα προβλήματα που οδήγησαν στην ετυμηγορία του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή Υπουργών δίνει συνεχώς έμφαση στην εν λόγω υποχρέωση κατά την επίβλεψη της εκτέλεσης των αποφάσεων του Δικαστηρίου (βλ. Burdov κατά Ρωσίας, αριθ. 2), αριθ. 33509/04, § 125, ΕΔΑΔ 2009, με περαιτέρω παραπομπές).
248. Όσον αφορά τα μεμονωμένα μέτρα που πρέπει να ληφθούν ως αποτέλεσμα της απόφασης, ο πρωταρχικός σκοπός τους είναι να επιτευχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (restitutio in integrum), δηλαδή να δοθεί τέλος στην παραβίαση της Σύμβασης και να επανορθωθούν οι συνέπειές της με τρόπο τέτοιον ώστε να επαναφέρουν, κατά το δυνατόν, την κατάσταση που υπήρχε πριν από την παραβίαση (βλ. Piersack κατά Βελγίου (Άρθρο 50), 26 Οκτωβρίου 1984, § 11, Σειρά A αριθ. 85, και Papamichalopoulos και άλλοι κατά Ελλάδας (Άρθρο 50), 31 Οκτωβρίου 1995, § 34, Σειρά A αριθ. 330‑B). Η εν λόγω υποχρέωση αντανακλά τις αρχές του διεθνούς δικαίου σύμφωνα με τις οποίες το κράτος το οποίο ευθύνεται για μια παράνομη πράξη είναι υποχρεωμένο να επανορθώσει, επαναφέροντας την κατάσταση που προϋπήρχε της διάπραξης της παράνομης πράξης, υπό την προϋπόθεση ότι η επανόρθωση δεν είναι «εκ των πραγμάτων αδύνατη» και ότι «δεν περιλαμβάνει επιβάρυνση δυσανάλογη προς το όφελος που πηγάζει από την επανόρθωση αντί της αποζημίωσης» (Άρθρο 35 των άρθρων της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου σχετικά με την Ευθύνη των Κρατών για Διεθνώς Παράνομες πράξεις). Με άλλα λόγια, παρόλο που η επανόρθωση αποτελεί τον κανόνα, ενδέχεται να υπάρξουν περιστάσεις στις οποίες το κράτος που ευθύνεται εξαιρείται, εν όλω ή εν μέρει, από την εν λόγω υποχρέωση, υπό την προϋπόθεση ότι μπορεί να αποδείξει ότι υφίστανται οι εν λόγω περιστάσεις (βλ. Verein gegen Tierfabriken Schweiz (VgT) κατά Ελβετίας (αριθ. 2) [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 32772/02, § 86, ΕΔΑΔ 2009). Τα κράτη πρέπει να οργανώσουν τα νομικά τους συστήματα και τις δικαστικές τους διαδικασίες ώστε να δύναται να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα (βλ. αυτόθι, § 97, και Σύσταση (2000)2 της Επιτροπής Υπουργών).
249. Εναπόκειται στην Επιτροπή Υπουργών, ενεργώντας βάσει του Άρθρου 46 της Σύμβασης, να αξιολογήσει, υπό το πρίσμα των παραπάνω αρχών διεθνούς δικαίου και των πληροφοριών που παρέχονται από το εναγόμενο κράτος, εάν το τελευταίο έχει συμμορφωθεί καλόπιστα με την υποχρέωσή του να επαναφέρει, κατά το δυνατόν, την κατάσταση που υπήρχε πριν από την παραβίαση. Παρόλο που το εναγόμενο κράτος παραμένει, καταρχήν, ελεύθερο να επιλέξει τα μέσα με τα οποία θα συμμορφωθεί με την εν λόγω απόφαση, είναι, επίσης, ευθύνη της Επιτροπής Υπουργών να αξιολογήσει εάν τα επιλεγμένα μέτρα είναι συμβατά με συμπεράσματα της απόφασης του Δικαστηρίου (βλ.Scozzari και Giunta, όπ. π., § 249, και Verein gegen Tierfabriken Schweiz (VgT), όπ. π., §§ 241-42). Το ίδιο ισχύει και για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης του εναγόμενου κράτους με την υποχρέωσή να λαμβάνει γενικά μέτρα για να επιλύσει το πρόβλημα που οδήγησε στην παραβίαση που διαπιστώθηκε από την απόφαση του Δικαστηρίου.
B. Μέτρα για τη συμμόρφωση με την παρούσα απόφαση
1. Η καταβολή του ποσού της δίκαιης ικανοποίησης
250. Δεδομένης της συνεχιζόμενης κράτησης του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν, το Δικαστήριο ανησυχεί, καταρχάς, για τον τρόπο με τον οποίο το εναγόμενο κράτος θα εκπληρώσει την υποχρέωσή καταβολής του ποσού της δίκαιης ικανοποίησης. Το Δικαστήριο έχει ήδη αντιμετωπίσει παρόμοιες καταστάσεις με προσφεύγοντες με τους οποίους δεν υπήρχε η δυνατότητα επαφής μετά τη μετακίνησή τους από το εναγόμενο κράτος. Σε ορισμένες από αυτές τις υποθέσεις, το Δικαστήριο υπέδειξε ότι το εναγόμενο κράτος έπρεπε να διασφαλίσει την καταβολή του ποσού της δίκαιης ικανοποίησης διευκολύνοντας την επικοινωνία μεταξύ των προσφευγόντων, των εκπροσώπων τους και της Επιτροπής Υπουργών (βλ.Muminov κατά Ρωσίας (δίκαιη ικανοποίηση), αριθ. 42502/06, § 19 και ενότητα (γ) του διατακτικού, 4 Νοεμβρίου 2010 και Kamaliyevy κατά Ρωσίας (δίκαιη ικανοποίηση), αριθ. 52812/07, § 14 και ενότητα 1(γ) του διατακτικού, 28 Ιουνίου 2011). Σε άλλες υποθέσεις, το Δικαστήριο διέταξε τα ποσά να καταβληθούν στους εκπροσώπους για λογαριασμό των προσφευγόντων (βλ. Hirsi Jamaa και άλλοι κατά Ιταλίας [Τμήμα ευρείας συνθέσεως], αριθ. 27765/09, § 215, και ενότητα 12 του διατακτικού, ΕΔΑΔ 2012 και Labsi κατά Σλοβακίας, αριθ. 33809/08, § 155 και ενότητα 6 του διατακτικού, 15 Μαΐου 2012).
251. Σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι κατόπιν της μεταφοράς του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν, ο προσφεύγων έχει έρθει οπωσδήποτε σε επικοινωνία, έστω και έμμεση, με τις εκπροσώπους του ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενόψει αυτού και δεδομένης της εξαιρετικά ευάλωτης κατάστασης του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν, το Δικαστήριο θεωρεί δέον το ποσό για δίκαιη ικανοποίηση να καταβληθεί, για λογαριασμό του προσφεύγοντος, στις εκπροσώπους του.
2. Άλλα επανορθωτικά μέτρα για τον προσφεύγοντα
252. Ωστόσο, το Δικαστήριο είναι της άποψης ότι η υποχρέωση συμμόρφωσης με την παρούσα απόφαση δεν περιορίζεται στην καταβολή χρηματικής αποζημίωσης, η οποία επιδικάστηκε βάσει του Άρθρου 41 και έχει δημιουργηθεί μόνο για να επανορθώνει τις συνέπειες εκείνες των παραβιάσεων που δεν δύνανται να επανορθωθούν με διαφορετικό τρόπο (βλ. Scozzari και Giunta, όπ. π. § 250). Η υποχρέωση να λαμβάνονται επιπλέον μεμονωμένα μέτρα, εκτός της καταβολής δίκαιης ικανοποίησης, έχει ήδη επικυρωθεί από τα όργανα της Σύμβασης σε παρόμοιες υποθέσεις, στις οποίες τα δικαιώματα των προσφευγόντων είχαν παραβιαστεί λόγω της μετακίνησής τους από περιοχές που προστατεύονταν από τη Σύμβαση (βλ., για παράδειγμα, Hirsi Jamaa και άλλοι, όπ. π., § 211, Al-Saadoon και Mufdhi κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 61498/08, § 171, ΕΔΑΔ 2010 (αποσπάσματα), και το Ψήφισμα της Επιτροπής Υπουργών CM/ResDH(2012)68 στην τελευταία υπόθεση και τις αποφάσεις της που παρατέθηκαν στις παραγράφους
-124 παραπάνω).
253. Το γεγονός ότι ο προσφεύγων παραμένει εκτός της δικαιοδοσίας του εναγόμενου κράτους ομολογουμένως καθιστά πιο δύσκολη την προσέγγισή του και τη λήψη επανορθωτικών μέτρων υπέρ του. Ωστόσο, οι περιστάσεις αυτές από μόνες τους δεν απαλλάσσουν το εναγόμενο κράτος από τη νομική υποχρέωση να λάβει όλα τα μέτρα εντός της αρμοδιότητάς του προκειμένου να θέσει τέλος στην παραβίαση που διαπιστώθηκε και να επανορθώσει τις συνέπειες της. Παρόλο που τα αναγκαία ειδικά μέτρα μπορεί να ποικίλουν ανάλογα με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της κάθε υπόθεσης, η υποχρέωση να τηρηθεί η απόφαση υποχρεώνει το εναγόμενο κράτος, το οποίο υπόκειται στην επίβλεψη της Επιτροπής Υπουργών, να ανακαλύψει και να χρησιμοποιήσει καλόπιστα τα νομικά, διπλωματικά και/ή πρακτικά μέσα που είναι απαραίτητα για τη διασφάλιση, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, του δικαιώματος του προσφεύγοντος, το οποίο παραβιάστηκε σύμφωνα με το Δικαστήριο.
254. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, τα συμπεράσματα της παρούσας απόφασης απαιτούν τη λήψη τέτοιων μέτρων. Το τρέχον επίπεδο του διεθνούς δικαίου και των διεθνών σχέσεων δεν καθιστά αδύνατη τη λήψη απτών επανορθωτικών μέτρων από το εναγόμενο κράτος με σκοπό την προστασία του προσφεύγοντος από τους υφιστάμενους κινδύνους για τη ζωή και την υγεία του εντός αλλοδαπής δικαιοδοσίας (βλ. για παράδειγμα, Al-Saadoon και Mufdhi, όπ. π., § 171, και το Ψήφισμα της Επιτροπής Υπουργών CM/ResDH(2012)68 της 8ης Μαρτίου 2012, Othman (Abu Qatada), όπ. π., §§ 23-24 και 194-205, βλ. επίσης τα μέτρα που έλαβε η Ρωσία για να διασφαλίσει την επιστροφή του προσφεύγοντος από το Τουρκμενιστάν στην υπόθεση Garabayev κατά Ρωσίας, αριθ. 38411/02, §§ 34-35, 7 Ιουνίου 2007). Η ανάγκη για τέτοια μέτρα είναι ιδιαίτερα μεγάλη στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι έχει χορηγηθεί προσωρινό άσυλο στον προσφεύγοντα από τις ίδιες τις ρωσικές αρχές. Το εναγόμενο κράτος παραμένει, κατά μείζονα λόγο, ελεύθερο να λάβει τα μεμονωμένα εκείνα μέτρα που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας του, όπως η διεξαγωγή αποτελεσματικής έρευνας για το επίμαχο περιστατικό προκειμένου να επανορθώσει τις παραβιάσεις των διαδικασιών που διαπιστώθηκαν από το Δικαστήριο (βλ., για παράδειγμα, τη δίκη κατά κρατικού παράγοντα εξαιτίας μη συμμόρφωσής του με τα προσωρινά μέτρα που είχε υποδείξει το Δικαστήριο στην υπόθεση Muminov κατά Ρωσίας, όπ. π., § 44).
255. Συνεπώς, το Δικαστήριο έχει πεισθεί ότι είναι επιβεβλημένο για τη Ρωσική Ομοσπονδία να μετέλθει τα απαραίτητα εργαλεία και διαδικασίες προκειμένου να λάβει τέτοια μέτρα υπέρ του προσφεύγοντος. Δεδομένης της ποικιλίας των διαθέσιμων μέσων για την επίτευξη αυτού του σκοπού και της φύσης των ζητημάτων που εμπλέκονται, η Επιτροπή Υπουργών είναι πιο κατάλληλη από το Δικαστήριο για να την αξιολόγηση των συγκεκριμένων μέτρων που πρέπει να ληφθούν. Επομένως, πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή Υπουργών η επίβλεψη, με βάση τις πληροφορίες που παρείχε το εναγόμενο κράτος και λαμβάνοντας υπ’ όψιν της εξελισσόμενη κατάσταση του προσφεύγοντος, της υιοθέτησης των μέτρων που είναι εφικτά, έγκαιρα, ικανοποιητικά και επαρκή για να διασφαλίσουν τη μέγιστη δυνατή επανόρθωση των παραβιάσεων που διαπιστώθηκαν από το Δικαστήριο.
3. Γενικά μέτρα για την πρόληψη παρόμοιων παραβιάσεων
256. Εξετάζοντας το ζήτημα βάσει του Άρθρου 46 της Σύμβασης, το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονίσει την ανάγκη για τη λήψη γενικών μέτρων προκειμένου να προληφθούν νέες παραβιάσεις παρόμοιες με αυτές που διαπιστώθηκαν. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο επισημαίνει, με ιδιαίτερη ανησυχία, ότι τα γεγονότα υπό εξέταση στην παρούσα υπόθεση δεν μπορούν να θεωρηθούν μεμονωμένο περιστατικό. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι έπειτα από την απόφασή του στην υπόθεση Iskandarov (παρατέθηκε παραπάνω), στην οποία έκρινε τη Ρωσική Ομοσπονδία υπεύθυνη για την παράβαση του Άρθρου 3, εξαιτίας της ανεξήγητης απαγωγής και μεταφοράς του προσφεύγοντος στο Τατζικιστάν από αγνώστου ταυτότητας άτομα, έχει επανειλημμένως αντιμετωπίσει περιστατικά αυτού του είδους. Το Δικαστήριο έχει ήδη διαπιστώσει ότι παραβιάστηκε το Άρθρο 3 και το Άρθρο 34 στην υπόθεση Abdulkhakov, στην οποία ο προσφεύγων απήχθη στη Μόσχα και εξαναγκάστηκε να επιβιβαστεί σε αεροπλάνο για το Τατζικιστάν με όμοιες περιστάσεις (βλ. Abdulkhakov, όπ. π., §§ 124-27). Πιο πρόσφατα, μολονότι σε διαφορετικές περιστάσεις, διαπίστωσε τις ίδιες παραβιάσεις για την απέλαση ενός άλλου προσφεύγοντος από την Αγία Πετρούπολη στο Ουζμπεκιστάν (βλ. Zokhidov κατά Ρωσίας, αριθ. 67286/10, §§ 128-42 και 201-11, 5 Φεβρουαρίου 2013, δεν είναι ακόμη οριστική). Η λίστα του Δικαστηρίου περιλαμβάνει και άλλες καταγγελίες τέτοιου τύπου, και το πιο ανησυχητικό είναι ότι μερικές από αυτές αφορούν παρόμοια περιστατικά που συνέβησαν ύστερα από το προειδοποιητικό μήνυμα του Προεδρεύοντος του Δικαστηρίου στη ρωσική κυβέρνηση (παράγραφος
παραπάνω) και έπειτα από τις πρόσφατες αποφάσεις που έλαβε η Επιτροπή Υπουργών για το θέμα (βλ. παραγράφους 121-124 παραπάνω).
257. Η ετυμηγορία της παρούσας υπόθεσης συνηγορεί στην άποψη ότι οι επανειλημμένες απαγωγές ατόμων και η επακόλουθη μεταφορά τους στις χώρες προορισμού με σκόπιμη καταστρατήγηση των νόμιμων διαδικασιών και κατά παράβαση των προσωρινών μέτρων που έχει υποδείξει το Δικαστήριο ισοδυναμεί με κατάφωρη περιφρόνηση του κράτους δικαίου και υποδηλώνει ότι ορισμένες κρατικές αρχές έχουν καλλιεργήσει μια πρακτική η οποία παραβιάζει τις υποχρεώσεις τους βάσει της ρωσικής νομοθεσίας και της Σύμβασης. Αυτή η κατάσταση έχει ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες για τη ρωσική έννομη τάξη σε εθνικό επίπεδο, την αποτελεσματικότητα του συστήματος της Σύμβασης και το κύρος του Δικαστηρίου.
258. Από τις αποφάσεις της Επιτροπής Υπουργών διαπιστώνει κανείς ότι η κατάσταση αποτέλεσε «μεγάλη πηγή ανησυχίας» και για την Κυβέρνηση και ότι ασχολήθηκε με τα περιστατικά. Για παράδειγμα, οι αποφάσεις της Επιτροπής Υπουργών μεταβιβάστηκαν στη Γενική Εισαγγελία, στην Ερευνητική Επιτροπή, στο Υπουργείο Εσωτερικών, στην Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Μετανάστευσης και την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικαστικών Επιμελητών. Επίσης, η Κυβέρνηση διακήρυξε ότι «δεσμεύεται να παρουσιάσει τα αποτελέσματα της συνεχιζόμενης παρακολούθησης» των περιστατικών στη Ρωσία τόσο στην Επιτροπή Υπουργών όσο και στο Δικαστήριο στο πλαίσιο των σχετικών υποθέσεων (βλ. παραγράφους 122-123 παραπάνω). Ωστόσο, η παραπάνω ετυμηγορία του Δικαστηρίου αποδεικνύει περίτρανα ότι δεν συνέχισε να παρακολουθεί το ζήτημα στην παρούσα υπόθεση και γενικότερα ότι εκκρεμεί ακόμη η λήψη αποφασιστικών γενικών μέτρων από τις εμπλεκόμενες κρατικές αρχές Σε αυτά πρέπει να περιλαμβάνεται η βελτίωση των εθνικών προσφυγών για υποθέσεις έκδοσης και απέλασης, η διασφάλιση της νομιμότητας κάθε ενέργειας του κράτους σε αυτό τον τομέα, η αποτελεσματική προστασία των εν δυνάμει θυμάτων, σύμφωνα με τα προσωρινά μέτρα που υποδεικνύει το Δικαστήριο, και η αποτελεσματική έρευνα για κάθε παραβίαση αυτών των μέτρων ή παρόμοιες παράνομες πράξεις.
259. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει την πρόσφατη σημαντική εξέλιξη της εθνικής νομολογίας την οποία έλαβε υπ’ όψιν το Ανώτατο Δικαστήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην απόφασή του με αριθ. 11 της 14ης Ιουλίου 2012 (βλ. παράγραφο 76 παραπάνω). Η εξέλιξη αυτή συμβαδίζει με τη νομολογία του Δικαστηρίου και ενισχύει τον στόχο βελτίωσης των προσφυγών σε εθνικό επίπεδο σε υποθέσεις έκδοσης και απέλασης, τον οποίον προωθούν εδώ και καιρό τα όργανα της Σύμβασης για όλα τα συμβαλλόμενα κράτη (βλ. μεταξύ των πιο πρόσφατων αρχών, τη στάση του Τμήματος ευρείας συνθέσεως στην υπόθεση De Souza Ribeiro κατά Γαλλίας, όπ. π., § 82, βλ. επίσης τη Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών Rec(2004)6 για τη βελτίωση των προσφυγών σε εθνικό επίπεδο και τη Σύσταση R(98)13 για το δικαίωμα στην αποτελεσματική προσφυγή των αιτούντων άσυλο των οποίων το αίτημα έχει απορριφθεί). Το Δικαστήριο ευελπιστεί ότι η σχολαστική εφαρμογή της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου από τα ρωσικά δικαστήρια θα επιτρέψει στους δικαστικούς λειτουργούς να αποφύγουν αστοχίες όπως αυτές που επικρίνονται στην παρούσα υπόθεση (βλ. παραγράφους 161-165) και να αναπτύξουν περαιτέρω την προκύπτουσα εθνική νομολογία η οποία θα εφαρμόζει άμεσα τις απαιτήσεις της Σύμβασης μέσω της δικαστικής πρακτικής (βλ., μεταξύ των πιο πρόσφατων παραδειγμάτων, τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων που εξετάστηκαν στην υπόθεση Kulevskiy κατά Ρωσίας (dec), αριθ. 20696/12, §§ 18 και 36, 20 Νοεμβρίου 2012). Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι ενέργειες που έχουν γίνει από τα δικαστήρια γενικής δικαιοδοσίας αντανακλούν τη σημαντική νομολογία που αναπτύχθηκε από το Ρωσικό Συνταγματικό Δικαστήριο σε ζητήματα έκδοσης και τα θετικά μέτρα που έχουν ληφθεί σε άλλα επίπεδα, όπως αυτά αντανακλώνται στις αποφάσεις της Επιτροπής Υπουργών (βλ. παραγράφους 123-124 παραπάνω). Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο ανησυχεί ακόμη περισσότερο όταν αντιμετωπίζει καταστάσεις στις οποίες οι εθνικοί νομικοί μηχανισμοί καταστρατηγούνται απροκάλυπτα με την παράνομη μεταφορά προσφευγόντων σε κράτη στα οποία διώκονται. Η επαναλαμβανόμενη αυτή ανομία μπορεί να εξαλείψει την αποτελεσματικότητα των εθνικών προσφυγών στις οποίες βασίζεται πλήρως το σύστημα της Σύμβασης (συγκρίνετε με Al-Saadoon και Mufdhi, όπ. π., § 166). Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, οι υποχρεώσεις του κράτους σύμφωνα με την παρούσα απόφαση απαιτούν την επίλυση αυτού του επαναλαμβανόμενου προβλήματος δίχως καθυστέρηση.
260. Η απουσία αποτελεσματικής έρευνας σε εθνικό επίπεδο για τέτοια απαράδεκτα περιστατικά εγείρει και άλλες σοβαρές ανησυχίες, όπως φάνηκε από την παρούσα απόφαση. Η απαίτηση της Σύμβασης για αποτελεσματική και έγκαιρη έρευνα για κάθε περιστατικό αυτού του τύπου πηγάζει απευθείας από την πλούσια νομολογία του Δικαστηρίου και στηρίζεται στη συνεπή θέση της Επιτροπής Υπουργών και της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης, οι οποίες επιμένουν ότι οι δράστες τέτοιων περιστατικών πρέπει να οδηγούνται στη δικαιοσύνη, ώστε να σταλεί ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι δεν υπάρχει καμία ανοχή σε τέτοιες πράξεις (βλ. το Ψήφισμα της Συνέλευσης 1571 (2007) και το Ψήφισμα της Επιτροπής Υπουργών CM/Res(2010)25, όπ. π.). Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν έχει σταλεί τέτοιο μήνυμα ούτε στην παρούσα υπόθεση ούτε και σε άλλες παρόμοιες υποθέσεις, οι οποίες έχουν προκύψει τους τελευταίους δεκαοχτώ μήνες.
261. Με βάση τα παραπάνω, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η υποχρέωση που προκύπτει από το Άρθρο 46 απαιτεί το εναγόμενο κράτος να αναλάβει επείγουσα και ουσιαστική δράση, συμπεριλαμβανομένων όλων των μέτρων που μπορεί να χρειάζονται για την επίλυση των προβλημάτων που αποκαλύφθηκαν από την παρούσα υπόθεση. Εκτός από την προαναφερθείσα ανάγκη βελτίωσης των εθνικών προσφυγών και της πρόληψης της παράνομης καταστρατήγησής τους σε υποθέσεις έκδοσης, με την υιοθέτηση γενικών μέτρων ως αποτέλεσμα της παρούσας απόφασης πρέπει αντιμετωπιστούν άλλα δύο ανησυχητικά θέματα και να εκπληρωθούν οι αντίστοιχοι στόχοι.
262. Αρχικά, λόγω της ιδιαίτερα ευάλωτης κατάστασής τους, οι προσφεύγοντες για τους οποίους υπέδειξε προσωρινά μέτρα το Δικαστήριο πρέπει να τύχουν αποτελεσματικής προστασίας από το κράτος όχι μόνο νομικά, αλλά και στην πράξη. Δεδομένου ότι η γενική προστασία που προσφέρεται από το σύνηθες νομικό πλαίσιο αποτυγχάνει συχνά σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, πρέπει να τεθεί σε λειτουργία ένας κατάλληλος μηχανισμός, ο οποίος θα περιλαμβάνει τόσο αποτρεπτικές όσο και προστατευτικές λειτουργίες, ώστε να διασφαλιστεί ότι αυτοί οι προσφεύγοντες θα απολαμβάνουν άμεση και αποτελεσματική προστασία κατά της παράνομης απαγωγής και της παράνομης μεταφοράς τους από την εθνική επικράτεια και τη δικαιοδοσία των ρωσικών δικαστηρίων. Η ανάγκη για έναν τέτοιο μηχανισμό είναι ιδιαίτερα επιτακτική για τους προσφεύγοντες που αναζητούνται από τα κράτη εκείνα στα οποία έχουν ήδη πραγματοποιηθεί παράνομες μεταφορές με τη βία ή απελάσεις. Λόγω του εξαιρετικού σκοπού που υπηρετούν τα προσωρινά μέτρα και της πιθανότητας να προκληθεί σοβαρή ανεπανόρθωτη βλάβη από την παραβίασή τους, κάθε ειδικός μηχανισμός που εισάγεται με αυτόν τον τρόπο πρέπει να υπόκειται στη στενή παρακολούθηση από ένα όργανο επιβολής της τάξης κατάλληλου επιπέδου, το οποίο θα έχει τη δυνατότητα να επεμβαίνει εσπευσμένα για να αποτρέψει οποιαδήποτε ξαφνική παραβίαση των προσωρινών μέτρων, η οποία δύναται να συμβεί σκόπιμα ή κατά λάθος. Πρέπει να επιτραπεί στους προσφεύγοντες και στους εκπροσώπους τους η εύκολη πρόσβαση στους εμπλεκόμενους κρατικούς παράγοντες ώστε να τους ενημερώσουν σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης και να ζητήσουν επείγουσα προστασία.
263. Δεύτερον, δεδομένου του ζωτικού ρόλου των προσωρινών μέτρων στο σύστημα της Σύμβασης όπως και της εξαιρετικής σημασίας που έχει η συμμόρφωση των κρατών με αυτά (βλ. παραγράφους
-213 παραπάνω), το κράτος πρέπει να προχωρήσει στις κατάλληλες διαδικασίες και θεσμικές ρυθμίσεις που θα διασφαλίσουν την αποτελεσματική έρευνα σε κάθε υπόθεση παραβίασης αυτών των μέτρων, στο μέτρο που οι υφιστάμενες διαδικασίες δεν παράγουν τα αποτελέσματα που απαιτούνται. Η στενή παρακολούθηση των ερευνών στο κατάλληλο επίσημο επίπεδο είναι απαραίτητη και για να διασφαλιστεί ότι αυτές διεξάγονται με τον αναγκαίο ζήλο και με το απαιτούμενο ποιοτικό επίπεδο.
264. Αν και δίνει έμφαση στους παραπάνω τομείς ιδιαίτερης ανησυχίας, το Δικαστήριο δεν αποκλείει άλλες διαδικασίες υιοθέτησης γενικών μέτρων, ορισμένες από τις οποίες έχουν ήδη περιγραφεί σε κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης (βλ. παραγράφους 108-
παραπάνω). Ωστόσο, η ενδελεχής αξιολόγηση όλων αυτών των θεμάτων υπερβαίνει τη δικαστική λειτουργία του Δικαστηρίου λόγω των πολυάριθμων νομικών, διοικητικών θεμάτων και των ζητημάτων ασφαλείας που περιλαμβάνει. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα απέχει, στο παρόν στάδιο, από τη διατύπωση συγκεκριμένων εντολών, θεωρώντας ότι οι παραπάνω υποδείξεις θα συμβάλουν στη σωστή εκτέλεση της παρούσας απόφασης υπό την επίβλεψη της Επιτροπής Υπουργών (βλ., mutatis mutandis, Burdov (αριθ. 2), όπ. π., § 137, και Ananyev και άλλοι κατά Ρωσίας, αριθ. 42525/07 και 60800/08, § 194, 10 Ιανουαρίου 2012). Εναπόκειται στις ρωσικές αρχές να προτείνουν στην Επιτροπή Υπουργών συγκεκριμένες ενέργειες για τη διασφάλιση των σχετικών δικαιωμάτων βάσει της Σύμβασης και στην τελευταία να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα των μέτρων που προτείνονται και να παρακολουθεί συνεχώς τη μετέπειτα εφαρμογή τους σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Σύμβασης, όπως αυτές υπογραμμίστηκαν από την παρούσα απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΜΟΦΩΝΑ
1. Κηρύσσει τις καταγγελίες που αφορούν τον κίνδυνο ο προσφεύγων να υποστεί κακομεταχείριση στο Τατζικιστάν, την απουσία αποτελεσματικών προσφυγών για το παραπάνω και τις καθυστερήσεις στον δικαστικό έλεγχο της κράτησής του παραδεκτές και την προσφυγή μη παραδεκτή κατά τα λοιπά,
2. Κρίνει ότι υπήρξε παράβαση του Άρθρου 3 της Σύμβασης εξαιτίας της αποτυχίας των αρχών να προστατεύσουν τον προσφεύγοντα από τον πραγματικό και άμεσο κίνδυνο βασανιστηρίων και κακομεταχείρισης αποτρέποντας τη βίαιη μεταφορά του από τη Μόσχα στο Τατζικιστάν, της απουσίας αποτελεσματικής έρευνας για το περιστατικό και της ανάμειξης κρατικών παραγόντων στη διαδικασία,
3. Κρίνει ότι υπήρξε παράβαση του Άρθρου 34 της Σύμβασης εξαιτίας της μη συμμόρφωσης του εναγόμενου κράτους με τα προσωρινά μέτρα που υπέδειξε το Δικαστήριο,
4. Κρίνει ότι υπήρξε παράβαση του Άρθρου 5 § 4 της Σύμβασης εξαιτίας των καθυστερήσεων στην εξέταση των αιτήσεων αναίρεσης του προσφεύγοντος κατά των διαταγών κράτησης της 17ης Μαΐου και της 19ης Νοεμβρίου 2010,
5. Κρίνει ότι δεν είναι αναγκαία η ξεχωριστή εξέταση της καταγγελίας για την απουσία αποτελεσματικών προσφυγών βάσει του Άρθρου 13 της Σύμβασης,
6. Κρίνει
(α) ότι το εναγόμενο κράτος οφείλει να καταβάλει στον προσφεύγοντα εντός τριών μηνών από την ημερομηνία οριστικοποίησης της απόφασης σύμφωνα με το Άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης τα ακόλουθα ποσά:
(i) 30.000 EUR (τριάντα χιλιάδες ευρώ), πλέον τυχόν πληρωτέου φόρου, για ηθική βλάβη, και το ποσό θα λάβουν για λογαριασμό του προσφεύγοντος ενώπιον του Δικαστηρίου οι εκπρόσωποι του προσφεύγοντος.
(ii) το ποσό των 5.920 EUR (πέντε χιλιάδες εννιακόσια είκοσι ευρώ), πλέον τυχόν πληρωτέου φόρου, για δαπάνες και έξοδα, το οποίο πρέπει να μετατραπεί στο νόμισμα του εναγόμενου κράτους στην ισοτιμία που θα ισχύει κατά την ημερομηνία διεκπεραίωσης και πρέπει να κατατεθεί στον τραπεζικό λογαριασμό των εκπροσώπων του προσφεύγοντος,
(β) ότι από τη λήξη της τρίμηνης αυτής προθεσμίας μέχρι τη διεκπεραίωση, θα είναι πληρωτέος απλός τόκος επί των παραπάνω ποσών σε ποσοστό ίσο με το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά την προκαθορισμένη περίοδο συν τρεις ποσοστιαίες μονάδες,
7. Απορρίπτει το αίτημα δίκαιης ικανοποίησης του προσφεύγοντος κατά τα λοιπά.
Συντάχθηκε στην αγγλική γλώσσα και κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 25 Απριλίου 2013, σύμφωνα με τον Κανονισμό 77 §§ 2 και 3 των Κανονισμών του Δικαστηρίου.
Søren NielsenIsabelle Berro Lefèvre
ΓραμματέαςΠρόεδρος
© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013.
Οι επίσημες γλώσσες του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι η αγγλική και η γαλλική. Αυτή η μετάφραση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, ούτε το Δικαστήριο φέρει καμία ευθύνη για την ποιότητά της. Μπορείτε να πραγματοποιήσετε λήψη της από τη βάση δεδομένων νομολογιών HUDOC του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (), ή από οποιαδήποτε άλλη βάση δεδομένων στην οποία το Δικαστήριο την έχει κοινοποιήσει. Μπορεί να αναπαραχθεί για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό την προϋπόθεση ότι ο πλήρης τίτλος της υπόθεσης παρατίθεται, μαζί με την παραπάνω ένδειξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Εάν πρόκειται να χρησιμοποιήσετε οποιοδήποτε μέρος αυτής της μετάφρασης για εμπορικούς σκοπούς, παρακαλούμε επικοινωνήστε με το publishing@.
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013.
The official languages of the European Court of Human Rights are English and French. This translation does not bind the Court, nor does the Court take any responsibility for the quality thereof. It may be downloaded from the HUDOC case-law database of the European Court of Human Rights () or from any other database with which the Court has shared it. It may be reproduced for non-commercial purposes on condition that the full title of the case is cited, together with the above copyright indication. If it is intended to use any part of this translation for commercial purposes, please contact publishing@.
© Conseil de l’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013.
Les langues officielles de la Cour européenne des droits de l’homme sont le français et l’anglais. La présente traduction ne lie pas la Cour, et celle-ci décline toute responsabilité quant à sa qualité. Elle peut être téléchargée à partir de HUDOC, la base de jurisprudence de la Cour européenne des droits de l’homme (), ou de toute autre base de données à laquelle HUDOC l’a communiquée. Elle peut être reproduite à des fins non commerciales, sous réserve que le titre de l’affaire soit cité en entier et s’accompagne de l’indication de copyright ci-dessus. Toute personne souhaitant se servir de tout ou partie de la présente traduction à des fins commerciales est invitée à le signaler à l’adresse suivante : publishing@
Full & Egal Universal Law Academy