© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013. Η παρούσα μετάφραση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. την ένδειξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο τέλος του παρόντος εγγράφου.
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013. This translation does not bind the Court. For further information see the full copyright indication at the end of this document.
© Conseil de I’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013. La présente traduction ne lie pas la Cour. Pour plus de renseignements veuillez lire l’indication de copyright/droits d’auteur à la fin du présent document.
ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ STAMOSE κατά ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ
(προσφυγή no 29713/05)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
27 Νοεμβρίου 2012
ΟΡΙΣΤΙΚΗ
27/02/2013
Η απόφαση αυτή οριστικοποιήθηκε βάσει των όρων του Άρθρου 44 § 2 της Σύμβασης. Επιδέχεται μορφολογικές βελτιώσεις.
Για την υπόθεση Stamose κατά Βουλγαρίας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (τέταρτο τμήμα), που συνεδρίασε σε σώμα συγκείμενο από τους:
Ineta Ziemele, προεδρεύουσα,
David Thór Björgvinsson,
Päivi Hirvelä,
Γεώργιο Νικολάου,
Ledi Bianku,
Zdravka Kalaydjieva,
Vincent A. de Gaetano, δικαστές,
και τον Lawrence Early, γραμματέα του τμήματος,
Κατόπιν συσκέψεως εν συμβουλίω στις 6 Νοεμβρίου 2012,
Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, που εγκρίνεται κατά την ημερομηνία αυτή:
Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση προήλθε από προσφυγή (no 29713/05) που ασκήθηκε κατά της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, με την οποία ένας υπήκοος της χώρας αυτής, ο κ. Teodor Vasilious Stamose («ο προσφεύγων»), προσέφυγε στο Δικαστήριο στις 22 Ιουλίου 2005 σύμφωνα με το Άρθρο 34 της Σύμβασης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών («η Σύμβαση»).
2. Ο προσφεύγων εκπροσωπήθηκε από τον κ. B. Tsanov, δικηγόρο Σόφιας. Η βουλγαρική κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από την κ. M. Dimova, υπάλληλο του υπουργείου Δικαιοσύνης.
3. Ο προσφεύγων υποστήριζε συγκεκριμένα ότι η απαγόρευση που του είχε επιβληθεί να απομακρυνθεί από το βουλγαρικό έδαφος για μια περίοδο δύο ετών λόγω παραβιάσεων της μεταναστευτικής νομοθεσίας των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν αδικαιολόγητη, ότι η απαγόρευση αυτή, η οποία τον είχε εμποδίσει να μεταβεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου διέμεναν η μητέρα και ο αδελφός του, συνιστούσε αδικαιολόγητη επέμβαση στην οικογενειακή του ζωή, και ότι εξετάζοντας την δικαστική του προσφυγή κατά της εν λόγω απαγόρευσης τα δικαστήρια δεν έλαβαν σοβαρά υπόψη τους την αναλογικότητα του συγκεκριμένου μέτρου.
4. Στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφάσισε να κοινοποιήσει την προσφυγή στην Κυβέρνηση. Αποφασίστηκε επίσης, βάσει του Άρθρου 29 § 1 της Σύμβασης, να αποφανθεί το σώμα συγχρόνως περί του παραδεκτού και περί της ουσίας.
5. Την 1η Φεβρουαρίου 2011, τα τμήματα του Δικαστηρίου αναδιοργανώθηκαν. Η προσφυγή ανατέθηκε στο τέταρτο τμήμα.
6. Στις 2 Αυγούστου 2011, η γραμματεία του Δικαστηρίου, διαπιστώνοντας ότι ο προσφεύγων δεν είχε υποβάλει ούτε παρατηρήσεις σχετικά με το παραδεκτό ή την ουσία της υπόθεσης ούτε αίτηση δίκαιης ικανοποίησης εντός της προθεσμίας που είχε ορίσει ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος, του απηύθυνε συστημένη επιστολή ενημερώνοντάς τον για το περιεχόμενο του Άρθρου 37 § 1 (α) της Σύμβασης. Με φαξ της 4ης Νοεμβρίου 2011, και ακολούθως με επιστολή με ημερομηνία σφραγίδας ταχυδρομείου 4 Νοεμβρίου 2011, ο προσφεύγων απάντησε ότι επιθυμούσε τη συνέχιση της προσφυγής και ότι το γεγονός ότι δεν είχε υποβάλει παρατηρήσεις ούτε αίτηση δίκαιης ικανοποίησης οφειλόταν σε πρόβλημα επικοινωνίας μεταξύ του εκπροσώπου του και του ιδίου.
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
I. ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
7. Ο προσφεύγων είναι γεννημένος το 1974 και διαμένει στο Σέφιλντ (Sheffield), στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου εγκαταστάθηκε τον Φεβρουάριο του 2010.
8. Το 1998, εγγράφηκε σε πανεπιστήμιο της Πολιτείας του Μισούρι και μετέβη στις Ηνωμένες Πολιτείες έχοντας στην κατοχή του φοιτητική θεώρηση (βίζα). Κατόπιν εγκατέλειψε τις σπουδές του για να εργαστεί σε αμειβόμενη θέση εργασίας. Τον Ιανουάριο του 2000, οι αρχές, εκτιμώντας ότι έτσι παραβίαζε τους όρους που συνόδευαν την θεώρησή του, ξεκίνησαν εναντίον του διαδικασία απέλασης. Ο ενδιαφερόμενος απελάθηκε στη Βουλγαρία στις 29 Οκτωβρίου 2003.
9. Στο διάστημα που μεσολάβησε, τον Απρίλιο του 2000, η μητέρα του προσφεύγοντος νυμφεύθηκε έναν Αμερικανό υπήκοο. Τον Μάιο του 2000 έγινε μόνιμη κάτοικος Ηνωμένων Πολιτειών και αργότερα έλαβε την υπηκοότητα της χώρας. Εξάλλου ο αδελφός του προσφεύγοντος διέμενε μόνιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
10. Με απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 2003, ο επικεφαλής της υπηρεσίας της Αστυνομίας Συνόρων του βουλγαρικού υπουργείου Εσωτερικών, ενεργώντας κατ’ εφαρμογή του Άρθρου 76 § 6 του Νόμου του 1998 για τα έγγραφα ταυτότητας (παράγραφος 17 παρακάτω) και λαμβάνοντας υπόψη επιστολή της υπηρεσίας Διεθνούς Συνεργασίας του υπουργείου –στην οποία επισυναπτόταν επιστολή της πρεσβείας των Ηνωμένων Πολιτειών–, επέβαλε στον προσφεύγοντα ταξιδιωτική απαγόρευση διάρκειας δύο ετών, με έναρξη ισχύος στις 20 Οκτωβρίου 2003, και ζήτησε από τις αρμόδιες αρχές να του αφαιρέσουν το διαβατήριο. Έτσι στις 4 Νοεμβρίου 2003 η αστυνομία του Μπουργκάς διέταξε τον ενδιαφερόμενο να παραδώσει το διαβατήριό του.
11. Ο προσφεύγων ζήτησε δικαστικό έλεγχο της απόφασης, υποστηρίζοντας συγκεκριμένα ότι οι διοικητικές αρχές είχαν διαπράξει σφάλμα μη λαμβάνοντας υπόψη τους την προσωπική του κατάσταση και επιλέγοντας να χρησιμοποιήσουν εναντίον του τη διακριτική τους ευχέρεια.
12. Στις 11 Μαΐου 2004, το δικαστήριο της Σόφιας απέρριψε το αίτημα αυτό, εκτιμώντας ότι οι αρχές, λαμβάνοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, είχαν λάβει υπόψη τους το σύνολο των σχετικών στοιχείων, δηλαδή ότι ο προσφεύγων είχε απελαθεί και ότι οι βουλγαρικές αρχές είχαν ενημερωθεί για το γεγονός αυτό. Σύμφωνα με το δικαστήριο, οι λόγοι της απέλασης του ενδιαφερομένου και η προσωπική του κατάσταση ήταν άνευ σημασίας, όπως και η δυνατότητά του να αποκτήσει νέα θεώρηση (βίζα) που θα του επέτρεπε να επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η απόφαση ήταν συμβατή με τον νόμο, που στόχο είχε να αποτρέπει Βούλγαρους πολίτες, οι οποίοι είχαν παραβιάσει τη μεταναστευτική νομοθεσία ξένης χώρας, να ταξιδεύουν ελεύθερα.
13. Ο προσφεύγων άσκησε έφεση ενώπιον του ακυρωτικού δικαστηρίου, επαναλαμβάνοντας το επιχείρημά του σύμφωνα με το οποίο οι αρχές όφειλαν να λάβουν υπόψη τους την προσωπική του κατάσταση.
14. Με τελεσίδικη απόφαση της 30ής Μαρτίου 2005 (реш. № 2952 от 30 март 2005 г. по адм. д. № 6206/2004 г., ВАС, V о.), το Ανώτατο διοικητικό δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου. Το Ανώτατο δικαστήριο έκρινε συγκεκριμένα ότι το Άρθρο 76 § 6 του νόμου του 1998 σχετικά με τα έγγραφα ταυτότητας παρείχε στις αρχές την εξουσία να επιβάλλουν ή όχι το προσβαλλόμενο μέτρο, και ότι η απόφασή τους επί του θέματος δεν μπορεί να υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Στην περίπτωση του προσφεύγοντος, οι αρχές είχαν λάβει υπόψη τους το σύνολο των σχετικών στοιχείων και είχαν καταλήξει ότι το εν λόγω μέτρο ήταν αναγκαίο.
II. Η ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
15. Το Άρθρο 35 § 1 του Συντάγματος του 1991 αναφέρει ειδικά ότι καθένας έχει το δικαίωμα να εγκαταλείψει τη χώρα και ότι το δικαίωμα αυτό μπορεί να περιορίζεται μόνο σύμφωνα με τον νόμο, για λόγους προστασίας της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας υγείας ή των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.
16. Το Άρθρο 33 § 1 του νόμου του 1998 σχετικά με τα έγγραφα ταυτότητας (Закон за българските документи за самоличност) (τον Οκτώβριο του 2009, ο νόμος μετονομάστηκε σε «νόμο για τα προσωπικά έγγραφα ταυτότητας– Закон за българските лични документи) («ο νόμος του 1998») ορίζει ότι κάθε Βούλγαρος υπήκοος έχει το δικαίωμα να εγκαταλείψει τη χώρα και να επιστρέψει σε αυτήν, έχοντας στην κατοχή του ένα διαβατήριο ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο. Σύμφωνα με το Άρθρο 33 § 3, τα δικαιώματα αυτά δεν επιδέχονται άλλους περιορισμούς πέραν εκείνων οι οποίοι προβλέπονται από τον νόμο και είναι αναγκαίοι για την προστασία της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας υγείας ή των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.
17. Το Άρθρο 76 § 6 του νόμου, όπως αρχικά υιοθετήθηκε, όριζε ότι σε Βούλγαρο υπήκοο ο οποίος είχε απελαθεί από ξένη χώρα για παραβίαση της μεταναστευτικής της νομοθεσίας θα μπορούσε να επιβληθεί απαγόρευση να εγκαταλείψει τη Βουλγαρία και μη χορήγηση διαβατηρίου για διάστημα ενός έτους. Η παράγραφος αυτή ωστόσο τροποποιήθηκε· η τροπολογία αύξανε σε δύο έτη το διάστημα της απαγόρευσης, και τέθηκε σε ισχύ στις 31 Μαρτίου 2003.
18. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου σχετικά με την συγκεκριμένη διάταξη, τα δικαστήρια δεν είναι αρμόδια για να διερευνήσουν εάν οι αρχές άσκησαν ορθώς την εξουσία τους για την εκτίμηση της αναγκαιότητας ενός τέτοιου μέτρου· το μοναδικό σημείο το οποίο υποχρεούνται να εξακριβώνουν είναι εάν η εν λόγω απέλαση συνέβη, ασχέτως από τους λόγους εφαρμογής του μέτρου (реш. № 10917 от 3 декември 2002 г. по адм. д. № 7044/2002 г., ВАС, V о. · реш. № 2365 от 14 март 2003 г. по адм. д. № 10736/2002 г., ВАС, V о. · реш. № 9652 от 22 ноември 2004 г. по адм. д. № 4636/2004 г., ВАС, V о. · реш. № 9653 от 22 ноември 2004 г. по адм. д. № 4637/2004 г., ВАС, V о. · реш. № 9654 от 22 ноември 2004 г. по адм. д. № 4635/2004 г., ВАС, V о. · реш. № 3497 от 18 април 2005 г. по адм. д. № 542/2005 г., ВАС, V о. · реш. № 94 от 5 януари 2006 г. по адм. д. № 5672/2005 г., ВАС, V о. · реш. № 5034 от 11 май 2006 г. по адм. д. № 9710/2005 г., ВАС, V о. · реш. № 5229 от 17 май 2006 г. по адм. д. № 535/2006 г., ВАС, V о. · реш. № 5966 от 2 юни 2006 г. по адм. д. № 829/2006 г., ВАС, V о. · реш. № 7176 от 28 юни 2006 г. по адм. д. № 3700/2006 г., ВАС, V о. · реш. № 10919 от 6 ноември 2006 г. по адм. д. № 4522/2006 г., ВАС, V о. · реш. № 12533 от 13 декември 2006 г. по адм. д. № 6522/2006 г., ВАС, V о. · реш. № 12551 от 13 декември 2006 г. по адм. д. № 7065/2006 г., ВАС, V о., και реш. № 1869 от 22 февруари 2007 г. по адм. д. № 9680/2006 г., ВАС, V о.).
19. Στις 21 Αυγούστου 2009, η Κυβέρνηση κατέθεσε στο Κοινοβούλιο σχέδιο νόμου για την τροποποίηση του νόμου του 1998, με στόχο κυρίως την κατάργηση του Άρθρου 76 § 6. Το Κοινοβούλιο ενέκρινε το νομοσχέδιο την 1η Οκτωβρίου 2009, και ο τροποποιητικός νόμος τέθηκε σε ισχύ στις 20 Οκτωβρίου 2009. Το Ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, στις υποθέσεις που χειρίστηκε κατόπιν, εκτίμησε ότι η κατάργηση δεν συνεπαγόταν την αυτόματη ακύρωση των απαγορεύσεων ταξιδίου που είχαν αποφασιστεί προτού αυτή τεθεί σε ισχύ, επί τη βάσει του Άρθρου 76 (реш. № 13819 от 17 ноември 2009 г. по адм. д. № 6999/2007 г., ВАС, ІІІ о. · реш. № 15106 от 10 декември 2009 г. по адм. д. № 7052/2009 г., ВАС, V о., και реш. № 10449 от 13 август 2010 г. по адм. д. № 1609/2010 г., ВАС, VІІ о.). Το ζήτημα επιλύθηκε με την υιοθέτηση της παραγράφου 5 των μεταβατικών και τελικών διατάξεων ενός νέου νόμου που τροποποιούσε τον νόμο του 1998. Το κείμενο αυτό, που τέθηκε σε ισχύ στις 10 Απριλίου 2010, προσδιόριζε ότι, εντός διαστήματος τριών μηνών από αυτή την ημερομηνία, κάθε μέτρο επιβαλλόμενο βάσει του Άρθρου 76 § 6 θα έπαυε να ισχύει.
III. ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
20. Σύμφωνα με έκθεση που δημοσίευσε το Διεθνές Γραφείο Εργασίας στη σειρά International Migration Papers (August Gächter, The Ambiguities of Emigration: Bulgaria since 1988, διαθέσιμο στη διεύθυνση – προσπελάστηκε στις 6 Νοεμβρίου 2012), από το 1989 έως το 1998 η συνολική μετανάστευση από τη Βουλγαρία ανήλθε σε 747.000 άτομα, από τα οποία 2.253 μετανάστευσαν στην Ελβετία, 124.383 στη Γερμανία, 32.978 στην Ελλάδα, 344.849 στην Τουρκία και 6.307 στις Ηνωμένες Πολιτείες.
IV. ΑΛΛΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ
21. Το Άρθρο 1 § 1 και το παράρτημα του Κανονισμού (CE) no 2317/95 του Συμβουλίου, από τις 25 Σεπτεμβρίου 1995, όριζαν ότι οι Βούλγαροι υπήκοοι όφειλαν να έχουν στην κατοχή τους θεώρηση (βίζα) όταν διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα των Κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κατάσταση αυτή ωστόσο μεταβλήθηκε με το Άρθρο 1 § 2 και το παράρτημα II του Κανονισμού (CE) no 539/2001 του Συμβουλίου, από τις 15 Μαρτίου 2001, με τα οποία οι Βούλγαροι υπήκοοι εξαιρούνται από την υποχρέωση της θεώρησης εφόσον η διάρκεια της παραμονής τους δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες.
22. Μελέτη η οποία δημοσιεύτηκε από το Κέντρο Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής (Centre for European Policy Studies, What about the Neighbours? The Impact of Schengen along the EU’s External Borders, κείμενο εργασίας του CEPS no 210/Οκτώβριος 2004, διαθέσιμο στη διεύθυνση – προσπελάστηκε στις 6 Νοεμβρίου 2012), ανέφερε τα εξής:
«Σε διάστημα έξι ετών, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρέθηκε να απαιτεί ουσιαστικές παραχωρήσεις σε ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων που σχετίζονται με τα σύνορα και την κυκλοφορία των προσώπων, ως τίμημα για την κατάργηση της υποχρέωσης της θεώρησης (βίζα). Κατά την ίδια περίοδο, η κυβέρνηση και η κοινωνία της Βουλγαρίας στο σύνολό τους άρχισαν να εργάζονται πάνω σε μια συνολική στρατηγική με απώτερο στόχο την εξαίρεση των Βούλγαρων πολιτών από την υποχρέωση της θεώρησης.» [Μετάφραση της γραμματείας]
23. Η μελέτη στη συνέχεια αναφερόταν σε μια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2001 η οποία είχε οδηγήσει στην κατάργηση της υποχρέωσης της θεώρησης για τους Βούλγαρους υπηκόους (Rapport de la Commission et du Conseil sur la Bulgarie dans la perspective de l’adoption du règlement fixant la liste des pays tiers dont les ressortissants sont soumis à l’obligation de visa pour franchir les frontières extérieures et la liste de ceux dont les ressortissants sont exemptés de cette obligation [Έκθεση της Επιτροπής και του Συμβουλίου για τη Βουλγαρία ενόψει της έγκρισης του κανονισμού που ορίζει τις τρίτες χώρες των οποίων οι υπήκοοι υποχρεούνται να διαθέτουν θεώρηση (βίζα) προκειμένου να διέλθουν τα εξωτερικά σύνορα, και εκείνες των οποίων οι υπήκοοι εξαιρούνται από την υποχρέωση αυτή] COM(2001) 61 τελικό, 2 Φεβρουαρίου 2001, Βρυξέλλες). Υπό τον τίτλο «Κυρώσεις για την παράνομη μετανάστευση προς τα Κράτη μέλη», η έκθεση επεσήμαινε ότι «βάσει του Άρθρου 76 [του νόμου του 1998] στην [τότε] εκδοχή του, επιβαλλόταν απαγόρευση εγκατάλειψης της χώρας για διάστημα ενός έτους στους Βούλγαρους υπηκόους που είχαν παραβιάσει τη μεταναστευτική νομοθεσία τρίτης χώρας ή είχαν απελαθεί από Τρίτη χώρα». Επανεξετάζοντας τα νομοθετικά μέτρα που βρίσκονταν υπό έγκριση από τις βουλγαρικές αρχές, η έκθεση επεσήμαινε ότι «μια τροπολογία του Άρθρου 76 προέβλεπε να αυξηθεί σε δύο έτη η διάρκεια της απαγόρευσης εγκατάλειψης της χώρας που επιβαλλόταν σε Βούλγαρους υπηκόους». Η έκθεση, εξετάζοντας το σύνολο των σχετικών νομοθετικών διατάξεων, κατέληγε ότι «προκύπτει ξεκάθαρα από τις πληροφορίες τις οποίες οι βουλγαρικές αρχές έδωσαν στις υπηρεσίες της Επιτροπής και από την επιτόπια αποστολή ελέγχου της ίδιας της Επιτροπής, ότι η Βουλγαρία διαθέτει τα αναγκαία νομικά μέσα που θα της επιτρέψουν να καταπολεμήσει την παράνομη μετανάστευση (...) από το έδαφός της (...)».
Ο ΝΟΜΟΣ
I. ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 2 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ No 4
24. Με βάση το Άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου no 4 της Σύμβασης, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η απαγόρευση που του επιβλήθηκε να εγκαταλείψει το βουλγαρικό έδαφος ήταν αδικαιολόγητη και δυσανάλογη.
25. Το Άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου no 4 έχει ως εξής:
« (...)
2. Καθένας είναι ελεύθερος να φύγει από οποιαδήποτε χώρα, συμπεριλαμβανομένης και της δικής του.
3. Στην άσκηση αυτών των δικαιωμάτων δεν πρέπει να τίθενται περιορισμοί άλλοι από όσους βρίσκονται σε συμφωνία με τον νόμο και είναι αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία για τα συμφέροντα της εθνικής ή δημόσιας ασφάλειας, για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης, για την πρόληψη του εγκλήματος, για την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων.
(...) »
26. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι αποφάσεις που ελήφθησαν από τις διοικητικές και δικαστικές αρχές σχετικά με την υπόθεση του προσφεύγοντος ήταν κανονικές και ορθές. Οι λόγοι που παρουσιάστηκαν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις που απορρέουν από το Άρθρο 76 § 6 του νόμου του 1998. Μια επιστολή της πρεσβείας των Ηνωμένων Πολιτειών είναι εκείνη που οδήγησε στην απόφαση της απαγόρευσης. Στο εξής οι αρχές, κατά την άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας, εκτίμησαν ορθώς ότι το επίμαχο μέτρο ήταν αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων του νόμου. Τα δικαστήρια δικαιούνταν να ελέγξουν την κανονικότητα του μέτρου αλλά όχι την αναγκαιότητά του, και εφάρμοσαν δεόντως τον νόμο. Τέλος, η Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι το Άρθρο 76 § 6 καταργήθηκε τον Οκτώβριο του 2009.
27. Ο προσφεύγων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.
28. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι η αιτίαση δεν είναι προδήλως αβάσιμη κατά το Άρθρο 35 § 3 (α) της Σύμβασης και ότι δεν προσκρούσει σε κανέναν άλλον λόγο απαραδέκτου. Πρέπει επομένως να κριθεί παραδεκτή.
29. Περί της ουσίας, το Δικαστήριο παρατηρεί πρωτίστως ότι η παρούσα υπόθεση εγείρει ένα ζήτημα αρκετά καινούργιο, καθώς δεν είχε μέχρι στιγμής την ευκαιρία να εξετάσει τις απαγορεύσεις ταξιδίου που στόχο έχουν να αποτρέψουν τις παραβιάσεις εθνικών ή ξένων νομοθεσιών σχετικά με τη μετανάστευση. Σε προηγούμενες υποθέσεις που εξετάστηκαν με βάση το Άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου no 4, το Δικαστήριο ή η παλαιότερη Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανθρωπίνων δικαιωμάτων είχαν ασχοληθεί με τέτοιες απαγορεύσεις οι οποίες είχαν επιβληθεί στο πλαίσιο μιας εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας (Schmidt κατά Αυστρίας, no 10670/83, απόφαση της Επιτροπής της 9ης Ιουλίου 1985, Αποφάσεις και εκθέσεις (DR) 44, σελ. 195· Baumann κατά Γαλλίας, no 33592/96, CEDH 2001‑V · Földes και Földesné Hajlik κατά Ουγγαρίας, no 41463/02, CEDH 2006‑XII · Sissanis κατά Ρουμανίας, no 23468/02, 25 Ιανουαρίου 2007 · Bessenyei κατά Ουγγαρίας, no 37509/06, 21 Οκτωβρίου 2008 · A. E. κατά Πολωνίας, no 14480/04, 31 Μαρτίου 2009 · Iordan Iordanov και άλλοι κατά Βουλγαρίας, no 23530/02, 2 Ιουλίου 2009 · Makedonski κατά Βουλγαρίας, no 36036/04, 20 Ιανουαρίου 2011 · Pfeifer κατά Βουλαρίας, no 24733/04, 17 Φεβρουαρίου 2011 · Prescher κατά Βουλγαρίας, no 6767/04, 7 Ιουνίου 2011, και Miażdżyk κατά Πολωνίας, no 23592/07, 24 Ιανουαρίου 2012), της εκτέλεσης μιας ποινής για ποινικό αδίκημα (M. κατά Γερμανίας, no 10307/83, απόφαση της Επιτροπής της 6ης Μαρτίου 1984, DR 37, σελ. 113), της απουσίας αποκατάστασης που συνδέεται με ποινικό αδίκημα (Nalbantski κατά Βουλγαρίας, no 30943/04, 10 Φεβρουαρίου 2011), μιας εκκρεμούς διαδικασίας πτώχευσης (Luordo κατά Ιταλίας, no 32190/96, CEDH 2003‑IX), της άρνησης πληρωμής τελωνειακού προστίμου (Napijalo κατά Κροατίας, no 66485/01, 13 Νοεμβρίου 2003), της αδυναμίας καταβολής φόρου (Riener κατά Βουλγαρίας, no 46343/99, 23 Μαΐου 2006), της αδυναμίας εξόφλησης σε ιδιώτη πιστωτή χρέους που έχει οριστεί με δικαστική απόφαση (Ignatov κατά Βουλγαρίας, no 50/02, 2 Ιουλίου 2009, και Gochev κατά Βουλγαρίας, no 34383/03, 26 Νοεμβρίου 2009), της γνώσης «κρατικών μυστικών» (Bartik κατά Ρωσίας, no 55565/00, CEDH 2006‑XV), της αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της στρατιωτικής θητείας (Peltonen κατά Φινλανδίας, no 19583/92, απόφαση της Επιτροπής της 20ής Φεβρουαρίου 1995, DR 80‑a, p. 38, και Μαραγκός κατά Κύπρου, no 31106/96, απόφαση της Επιτροπής της 20ής Μαΐου 1997, αδημοσίευτη), της ψυχικής ασθένειας που συνδέεται με την έλλειψη συστήματος που να επιτρέπει την κατάλληλη φροντίδα στο Κράτος προορισμού (Nordblad κατά Σουηδίας, no 19076/91, απόφαση της Επιτροπής της 13ης Οκτωβρίου 1993, αδημοσίευτη), ή μιας δικαστικής απόφασης που απαγορεύει τη μεταφορά ανήλικου παιδιού στο εξωτερικό (Roldan Texeira και άλλοι κατά Ιταλίας (απόφαση), no 40655/98, 26 Οκτωβρίου 2000, και Diamante και Pelliccioni κατά Αγίου Μαρίνου, no 32250/08, 27 Σεπτεμβρίου 2011). Το Δικαστήριο θεωρεί ότι, παρά τις διαφορές μεταξύ αυτών των υποθέσεων και της συγκεκριμένης, οι ίδιες αρχές είναι εφαρμόσιμες και εδώ.
30. Το Άρθρο 2 § 2 του Πρωτοκόλλου no 4 εγγυάται σε όλους το δικαίωμα να εγκαταλείψουν οποιαδήποτε χώρα για να μεταβούν σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της επιλογής τους, όπου μπορούν να γίνουν δεκτοί. Η απαγόρευση στον προσφεύγοντα να εγκαταλείψει τη Βουλγαρία συνιστά αναμφισβήτητα προσβολή αυτού του δικαιώματος. Η ταυτόχρονη κατάσχεση του διαβατηρίου του συνιστά επίσης προσβολή αυτού του δικαιώματος (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Peltonen, σελ. 43, και τις προαναφερθείσες αποφάσεις Baumann, §§ 62-63, Napijalo, §§ 69-73, και Nalbantski, § 61). Στο εξής πρέπει να προσδιοριστεί εάν η προσβολή αυτή ήταν «προβλεπόμενη από τον νόμο», κινούνταν στην κατεύθυνση της επίτευξης ενός ή περισσότερων από τους νόμιμους στόχους που ορίζονται στο Άρθρο 2 § 3 του Πρωτοκόλλου no 4, και εάν ήταν «αναγκαία εντός μια δημοκρατικής κοινωνίας» για την επίτευξη του στόχου ή των στόχων αυτών.
31. Η παρέμβαση στηριζόταν στο Άρθρο 76 § 6 του νόμου του 1998 για τα έγγραφα ταυτότητας (παράγραφοι 10 και 17 παραπάνω) και συνεπώς διέθετε ξεκάθαρα νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο. Ο προσφεύγων δεν υποστήριξε ότι η παρέμβαση δεν ήταν, για άλλους λόγους, «προβλεπόμενη από τον νόμο», και το Δικαστήριο δεν βρίσκει κανέναν λόγο να κρίνει ότι δεν συμμορφωνόταν με αυτή την απαίτηση.
32. Εξάλλου, το πλαίσιο εντός του οποίου εγκρίθηκαν και κατόπιν ενισχύθηκαν οι νομικές διατάξεις που αποτέλεσαν τη βάση για το μέτρο το οποίο ελήφθη κατά του προσφεύγοντος (παράγραφοι 21-23 παραπάνω) δείχνει ότι η συγκεκριμένη παρέμβαση στόχο είχε να αποτρέψει και να προλάβει παραβιάσεις της νομοθεσίας άλλων Κρατών σε θέματα μετανάστευσης, και έτσι να ελαττώσει τις πιθανότητες τα Κράτη αυτά να αρνηθούν την είσοδο στο έδαφός τους σε άλλους Βούλγαρους υπηκόους, ή ακόμη να κάνουν αυστηρότερο ή να μην ελαστικοποιήσουν το καθεστώς θεώρησης εισόδου (βίζα) για τους Βούλγαρους υπηκόους. Ακόμη και αν το Δικαστήριο ήταν διατεθειμένο να δεχτεί ότι η παρέμβαση πραγματοποιήθηκε για την επίτευξη νόμιμων στόχων, που είναι η διατήρηση της δημόσιας τάξης ή η προστασία των δικαιωμάτων των άλλων, δεν υπάρχει λόγος στη συγκεκριμένη περίπτωση να συνεχιστεί η εξέταση του ζητήματος αυτού, διότι εν πάση περιπτώσει, όπως εξηγήθηκε και παραπάνω, οι περιορισμοί στα ταξίδια δεν ανταποκρίνονταν στο κριτήριο της «αναγκαιότητας εντός μιας δημοκρατικής κοινωνίας» και στη ρητή της απαίτηση για αναλογικότητα.
33. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η απαγόρευση ταξιδίου που επιβλήθηκε στον ενδιαφερόμενο δεν ήταν πολύ μεγάλης διάρκειας, αφού ο νόμος προέβλεπε συγκεκριμένα διάρκεια δύο ετών (παράγραφος 17 παραπάνω). Ωστόσο η ουσία του ζητήματος δεν βρίσκεται εδώ (βλέπε, προς την αντίθετη κατεύθυνση, Nalbantski, όπ.π., § 56): το βασικό σημείο είναι να διευκρινιστεί εάν συνιστά αναλογικό μέτρο η επιβολή στον προσφεύγοντα αυτόματης απαγόρευσης να μεταβεί σε οποιοδήποτε ξένο Κράτος, για τον λόγο ότι είχε παραβιάσει τη μεταναστευτική νομοθεσία μιας συγκεκριμένης χώρας.
34. Το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να θεωρήσει αναλογικό ένα μέτρο τόσο γενικό και το οποίο δεν χαρακτηρίζεται από ορθή κρίση. Οι κανονικές συνέπειες μιας σοβαρής παραβίασης της νομοθεσίας μιας χώρας σε θέματα μετανάστευσης θα ήταν η απέλαση του παραβάτη από την εν λόγω χώρα και η απαγόρευση (βάσει των νόμων της εν λόγω χώρας) να επιστρέψει στο έδαφός της για ένα συγκεκριμένο διάστημα. Ο προσφεύγων υπέστη πράγματι τέτοιες συνέπειες όταν παραβίασε τους όρους έκδοσης της φοιτητικής του βίζας, αφού απελάθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες (παράγραφος 8 παραπάνω). Φαίνεται αρκετά υπερβολικό το μέτρο με το οποίο το Βουλγαρικό Κράτος, το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εθίγη άμεσα από την παραβίαση του προσφεύγοντος, του απαγόρευσε να μεταβεί σε οποιαδήποτε άλλη ξένη χώρα για διάστημα δύο ετών.
35. Επιπλέον, οι αρχές δεν δικαιολόγησαν καθόλου την επίδικη απόφαση, και καθώς φαίνεται δεν έκριναν απαραίτητο να εξετάσουν την προσωπική κατάσταση του ενδιαφερομένου· όσο για τα δικαστήρια, εκτίμησαν ότι δεν μπορούσαν να ελέγξουν τις αρχές στην άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας στο θέμα (σύγκρινε, τηρουμένων των αναλογιών, με τις υποθέσεις Riener, § 126, Gochev, § 54, και Nalbantski, § 66, όπ.π.). Έτσι, ακόμη και αν η σχετική διάταξη τους παρείχε τη διακριτική ευχέρεια αναφορικά με την απόφαση της επιβολής ή μη του επίδικου μέτρου, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι στην άσκηση αυτής της εξουσίας οι αρχές έλαβαν υπόψη τους παράγοντες οι οποίοι αφορούν συγκεκριμένα τον προσφεύγοντα, όπως η σοβαρότητα της παραβίασης που οδήγησε στην απέλασή του από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο κίνδυνος να παραβιάσει τους μεταναστευτικούς νόμους κάποιου άλλου Κράτους, η οικογενειακή, οικονομική και προσωπική του κατάσταση, ή το εάν είχε ποινικό μητρώο. Το Δικαστήριο σε προηγούμενες υποθέσεις έκρινε, έστω και αν το πλαίσιό τους ήταν διαφορετικό, ότι οι γενικοί και σχεδόν αυτόματοι περιορισμοί τέτοιου τύπου δεν μπορούσαν να θεωρηθούν δικαιολογημένοι, σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου no 4 (Riener, §§ 127-128 · Bartik, § 48 · Gochev, §§ 53 και 57, και Nalbantski, §§ 66‑67, όπ.π.).
36. Είναι γεγονός ότι κατά την περίοδο πριν από την έγκριση της νομικής διάταξης στην οποία βασιζόταν η απόφαση, η Βουλγαρία είχε καταστεί χώρα προέλευσης μεταναστών (παράγραφος 20 παραπάνω), και ότι υπό αυτές τις συνθήκες είναι τουλάχιστον παραδεκτό να υποστηριχθεί ότι το Βουλγαρικό Κράτος ενδεχομένως έκρινε αναγκαίο, για λόγους καλής διεθνούς συμπεριφοράς και για πρακτικούς λόγους, να βοηθήσει τα άλλα Κράτη στην εφαρμογή των νόμων και των πολιτικών τους σε θέματα μετανάστευσης (παράγραφος 32 παραπάνω). Φαίνεται επίσης ότι η εν λόγω νομική διάταξη υιοθετήθηκε και εν συνεχεία ενισχύθηκε (παράγραφος 17 παραπάνω) στο πλαίσιο ενός συνόλου μέτρων που στόχο είχαν να αμβλύνουν τους φόβους που ενδεχομένως είχαν τα τότε Κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με την παράνομη μετανάστευση από τη Βουλγαρία, και ότι η συγκεκριμένη διάταξη συνέβαλε στην απόφαση της Ένωσης, που ελήφθη τον Μάρτιο του 2001, να εξαιρέσει τους Βούλγαρους υπηκόους από την υποχρέωση θεώρησης για παραμονή βραχείας διάρκειας (παράγραφος 21-23 παραπάνω). Οκτώ έτη αργότερα, το 2009, όταν η αναγκαιότητα μιας τέτοιας διάταξης είχε προφανώς ελαττωθεί, η διάταξη καταργήθηκε (παράγραφος 19 παραπάνω). Ωστόσο, το γεγονός ότι ο νόμος που επέτρεπε την υιοθέτηση του επίδικου μέτρου είχε υιοθετηθεί σε αυτό το πλαίσιο δεν αποκλείει τον έλεγχο του νόμου με βάση τη Σύμβαση (βλέπε, τηρουμένων των αναλογιών, Capital Bank AD κατά Βουλγαρίας, no 49429/99, §§ 110-111, CEDH 2005‑XII). Εξάλλου, το ίδιο το μέτρο όπως εφαρμόστηκε σε βάρος του προσφεύγοντος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός και μόνο ότι ήταν ενδεχομένως επιβεβλημένο λόγω αυτής της πίεσης (παράγραφος 10 παραπάνω), και το εναγόμενο Κράτος δεν είναι δυνατόν εγκύρως να επικαλείται απλώς και μόνο τέτοιους λόγους για να το νομιμοποιήσει (βλέπε, τηρουμένων των αναλογιών, Nada κατά Ελβετίας [GC], no 10593/08, § 196, CEDH 2012). Το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να δεχτεί ότι η απαγόρευση προσώπου να εγκαταλείψει τη χώρα του, που επιβάλλεται εξαιτίας παραβίασης της μεταναστευτικής νομοθεσίας άλλου Κράτους, μπορεί ενδεχομένως να δικαιολογηθεί σε ορισμένες κρίσιμες περιστάσεις, θεωρεί όμως ότι η αυτόματη επιβολή ενός τέτοιου μέτρου, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες που αφορούν ειδικά τον ενδιαφερόμενο, δεν μπορεί να κριθεί αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία.
37. Υπήρξε επομένως παραβίαση του Άρθρου 2 του Πρωτοκόλλου no 4.
II. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
38. Υπό το πρίσμα του Άρθρου 8 της Σύμβασης, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η απαγόρευση ταξιδίου, που τον εμπόδισε να επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου διέμεναν η μητέρα και ο αδελφός του, συνιστά αδικαιολόγητη παρέμβαση στην οικογενειακή του ζωή.
39. Το Άρθρο 8 της Σύμβασης ορίζει, στα σχετικά μέρη του:
« 1. Καθένας έχει δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής (...)
2. Δεν επιτρέπεται παρέμβαση δημόσιας αρχής στην άσκηση του δικαιώματος αυτού, εκτός εάν αυτή είναι σύμφωνη με τον νόμο και αναγκαία για τα συμφέροντα της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας ασφάλειας ή της οικονομικής ευημερίας της χώρας, για την αποτροπή αναταραχής ή εγκλήματος, για την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων».
40. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η απαγόρευση ταξιδίου ήταν προβλεπόμενη από τον νόμο και επιβλήθηκε σε ενήλικα τριάντα ετών. Εξάλλου η δυνατότητα του προσφεύγοντος να συναντήσει τη μητέρα και τον αδελφό του στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν εξαρτιόταν από τις βουλγαρικές αρχές, αλλά από την πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών σε θέματα μετανάστευσης. Τέλος, τίποτε δεν εμπόδιζε τους συγγενείς του ενδιαφερομένου να τον επισκεφθούν εκείνοι στη Βουλγαρία.
41. Ο προσφεύγων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.
42. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι προδήλως αβάσιμη σύμφωνα με το Άρθρο 35 § 3 (α) της Σύμβασης και δεν προσκρούει σε κανέναν άλλον λόγο απαραδέκτου. Πρέπει επομένως να κριθεί παραδεκτή.
43. Εντούτοις, δεδομένης της διαπίστωσης παραβίασης του Άρθρου 2 του Πρωτοκόλλου no 4, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαίο να εξετάσει και υπό το πρίσμα του Άρθρου 8 της Σύμβασης την απαγόρευση ταξιδίου που επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα (Riener, § 134 · A.E. κατά Πολωνίας, §§ 53‑54, και Pfeifer, § 62, όπ.π. · βλέπε, προς την αντίθετη κατεύθυνση, İletmiş κατά Τουρκίας, no 29871/96, §§ 42-50, CEDH 2005‑XII, και Paşaoğlu κατά Τουρκίας, no 8932/03, §§ 41‑48, 8 Ιουλίου 2008, υποθέσεις στις οποίες το Δικαστήριο εξέτασε την απαγόρευση εξόδου από τη χώρα υπό το πρίσμα του Άρθρου 8 της Σύμβασης και όχι του Άρθρου 2 του Πρωτοκόλλου no 4, διότι το συγκεκριμένο Πρωτόκολλο είχε υπογραφεί αλλά δεν είχε κυρωθεί από την Τουρκία).
III. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
44. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι τα δικαστήρια, εξετάζοντας την δικαστική του προσφυγή κατά της απαγόρευσης ταξιδίου, δεν έλαβαν υπόψη τους την αναλογικότητα του μέτρου αυτού.
45. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι πρέπει να εξεταστεί η συγκεκριμένη αιτίαση υπό το πρίσμα του Άρθρου 13 της Σύμβασης, το οποίο αναφέρει τα εξής:
« Καθένας του οποίου παραβιάζονται τα δικαιώματα και οι ελευθερίες όπως αναγνωρίζονται στη (...) Σύμβαση έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίαση διαπράχθηκε από πρόσωπα που ενεργούσαν με επίσημη ιδιότητα.»
46. Οι παρατηρήσεις της Κυβέρνησης δεν περιλαμβάνουν σχόλια για τη συγκεκριμένη αιτίαση.
47. Ο προσφεύγων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.
48. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι προδήλως αβάσιμη σύμφωνα με το Άρθρο 35 § 3 (α) της Σύμβασης και ότι δεν προσκρούει σε κανέναν άλλον λόγο απαραδέκτου. Πρέπει επομένως να κριθεί παραδεκτή.
49. Εφόσον υπάρχει δικαιολογημένη αιτίαση σύμφωνα με την οποία μια ενέργεια των αρχών ενδέχεται να προσβάλλει το δικαίωμα ενός προσώπου που απορρέει από το Άρθρο 2 § 2 του πρωτοκόλλου no 4, το Άρθρο 13 της Σύμβασης απαιτεί να παρασχεθεί από την εθνική έννομη τάξη στον θιγόμενο πραγματική δυνατότητα να αμφισβητήσει το επίδικο μέτρο και να επιτύχει μια επαρκώς εμπεριστατωμένη εξέταση των σχετικών ζητημάτων η οποία να παρέχει επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις, ούτως ώστε ο ενδιαφερόμενος να έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει όλα τα επιχειρήματα που αφορούν την αναλογικότητα –με την έννοια που έχει η λέξη στη Σύμβαση– του μέτρου (Riener, §§ 138 και 142, και Pfeifer, § 67, όπ.π.).
50. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματά του αναφορικά με την απαγόρευση ταξιδίου που επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα, εκτιμά ότι ευσταθεί η αιτίαση του ενδιαφερομένου βάσει του Άρθρου 2 § 2 του Πρωτοκόλλου no 4. Κατόπιν αυτού χρειάζεται να προσδιοριστεί εάν ο προσφεύγων είχε τη δυνατότητα προσφυγής που να ανταποκρίνεται στις προαναφερθείσες απαιτήσεις.
51. Το κύριο ερώτημα που τίθεται είναι, όπως φαίνεται, εάν τα δικαστήρια εξέτασαν τις αιτήσεις και κατόπιν τις προσφυγές του προσφεύγοντος με τρόπο επαρκώς εμπεριστατωμένο και λαμβάνοντας υπόψη τους σχετικούς παράγοντες για τη δικαιολόγηση της απαγόρευσης σύμφωνα με τη Σύμβαση (Pfeifer, όπ.π., § 71). Καθώς προκύπτει από τις αποφάσεις τους, (παράγραφοι 12 και 14 παραπάνω), τα δικαστήρια έκριναν μη σχετικά τα επιχειρήματα που προέβαλε ο προσφεύγων για να αμφισβητήσει τη δικαιολόγηση του μέτρου, και ενδιαφέρθηκαν αποκλειστικά για την τυπική εγκυρότητα της απαγόρευσης, εκτιμώντας ειδικά ότι δεν μπορούσαν να ελέγξουν τη διακριτική ευχέρεια των αρχών στην απόφαση για την αναγκαιότητα ή μη της απαγόρευσης, βασικό σημείο που έθεσε ο προσφεύγων (παράγραφοι 11 και 13 παραπάνω) και ουσιώδης πλευρά της στάθμισης την οποία προϋποθέτει το Άρθρο 2 § 3 του Πρωτοκόλλου no 4. Μια διαδικασία η οποία, εξαιτίας της περιορισμένης εμβέλειας του ελέγχου, δεν προσφέρει τη δυνατότητα να εξεταστεί το περιεχόμενο μιας ευσταθούς αιτίασης βασισμένης στη Σύβαση, δεν είναι δυνατόν να πληροί τις απαιτήσεις του Άρθρου 13 (Riener, όπ.π., §§ 142-143 · βλέπε επίσης, τηρουμένων των αναλογιών, Glas Nadejda EOOD και Anatoli Elenkov κατά Βουλγαρίας, no 14134/02, §§ 69-70, 11 Οκτωβρίου 2007, και C.G. και άλλοι κατά Βουλγαρίας, no 1365/07, § 62, 24 Απριλίου 2008, με περισσότερες αναφορές).
52. Συνεπώς υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 13 της Σύμβασης.
IV. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
53. Σύμφωνα με το Άρθρο 41 της Σύμβασης,
«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της, και εάν το εθνικό δίκαιο του εμπλεκόμενου Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους επιτρέπει να γίνει μόνο μερική επανόρθωση των συνεπειών της παραβίασης, το Δικαστήριο, εάν είναι αναγκαίο, χορηγεί δίκαιη ικανοποίηση στον παθόντα ένδικο.»
54. Ο προσφεύγων δεν υπέβαλε αίτηση δίκαιης ικανοποίησης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΑ,
1. Κηρύσσει την προσφυγή παραδεκτή·
2. Κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 2 του Πρωτοκόλλου no 4 της Σύμβασης·
3. Κρίνει ότι δεν υφίσταται λόγος να εξετάσει την αιτίαση υπό το πρίσμα του Άρθρου 8 της Σύμβασης·
4. Κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 13 της Σύμβασης.
Συντάχθηκε στην αγγλική γλώσσα, και κοινοποιήθηκε γραπτώς στις 27 Νοεμβρίου 2012, σε εφαρμογή του Άρθρου 77 §§ 2 και 3 του κανονισμού.
Lawrence EarlyIneta Ziemele
ΓραμματέαςΠρόεδρος
© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013.
Οι επίσημες γλώσσες του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι η αγγλική και η γαλλική. Η παρούσα μετάφραση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, το οποίο δεν φέρει καμία ευθύνη για την ποιότητά της. Η μετάφραση είναι διαθέσιμη στη βάση νομολογίας HUDOC του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων () και σε κάθε άλλη βάση δεδομένων όπου έχει κοινοποιηθεί από το Δικαστήριο. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή της για μη εμπορικούς σκοπούς, με τον όρο να παρατίθεται ο πλήρης τίτλος της υπόθεσης και η παραπάνω ένδειξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Όποιος τυχόν επιθυμεί να χρησιμοποιήσει ολόκληρη ή μέρος της παρούσας μετάφρασης για εμπορικούς σκοπούς, καλείται να επικοινωνήσει με τη διεύθυνση: publishing@
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013.
The official languages of the European Court of Human Rights are English and French. This translation does not bind the Court, nor does the Court take any responsibility for the quality thereof. It may be downloaded from the HUDOC case-law database of the European Court of Human Rights () or from any other database with which the Court has shared it. It may be reproduced for non-commercial purposes on condition that the full title of the case is cited, together with the above copyright indication. If it is intended to use any part of this translation for commercial purposes, please contact publishing@.
© Conseil de I’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013.
Les langues officielles de la Cour européenne des droits de l’homme sont le français et l’anglais. La présente traduction ne lie pas la Cour, et celle-ci décline toute responsabilité quant à sa qualité. Elle peut être téléchargée à partir de HUDOC, la base de jurisprudence de la Cour européenne des droits de l’homme (), ou de toute autre base de données à laquelle HUDOC l’a communiquée. Elle peut être reproduite à des fins non commerciales, sous réserve que le titre de l’affaire soit cité en entier et s’accompagne de l’indication de copyright ci-dessus. Toute personne souhaitant se servir de tout ou partie de la présente traduction à des fins commerciales est invitée à le signaler à l’adresse suivante : publishing@.
Full & Egal Universal Law Academy