© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013.
Η παρούσα μετάφραση δε δεσμεύει το Δικαστήριο. Για περαιτέρω πληροφορίες ανατρέξτε στην πλήρη ένδειξη copyright/πνευματικών δικαιωμάτων στο τέλος αυτού του εγγράφου.
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013. This translation does not bind the Court. For further information see the full copyright indication at the end of this document.
© Conseil de I’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013. La présente traduction ne lie pas la Cour. Pour plus de renseignements veuillez lire l’indication de copyright/droits d’auteur à la fin du présent document.
ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ TARANTINO ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ κατά ΙΤΑΛΙΑΣ
(Αριθμοί προσφυγών 25851/09, 29284/09 και 64090/09)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
2 Απριλίου 2013
Η παρούσα υπόθεση θα καταστεί οριστική υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 44 § 2 της Σύμβασης. Δύναται να αποτελέσει αντικείμενο διόρθωσης.
Στην υπόθεση Tarantino και λοιποί κατά Ιταλίας,
το Ευρωπαικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Δεύτερο Τμήμα), με την ακόλουθη σύνθεση:
Danutė Jočienė, Πρόεδρος,
Guido Raimondi,
Peer Lorenzen,
Dragoljub Popović,
Işıl Karakaş,
Nebojša Vučinić,
Paulo Pinto de Albuquerque, δικαστές,
και and Françoise Elens-Passos, αναπληρώτρια γραμματέας του Τμήματος,
σε μη δημόσια συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στις 5 Μαρτίου 2013,
εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, που ελήφθη κατά την παραπάνω ημερομηνία:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση στηρίζεται σε τρεις προσφυγές (αριθμοί 25851/09, 29284/09 και 64090/09) κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας, που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο σύμφωνα με το Άρθρο 34 της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση»), από την κα. Claudia Tarantino, τον κ. Giuseppe Reitano, την κα. Laura Aziz, τον κ. Maurizio Brancadori, τον κ. Massimo Crosia, τον κ. Massimo Filetti, τον κ. Pasqualino La Mela και τον κ. Carmello Marcuzzo («οι προσφεύγοντες»), στις 18 Μαίου 2009 και στις 2 και 16 Νοεμβρίου 2009 αντίστοιχα.
2. Οι προσφεύγοντες εκπροσωπήθηκαν από τον κ. G. Lipari, δικηγόρο στην πόλη Misilmeri. Η ιταλική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τη συνεργάτιδά τους κα. P. Accardo.
3. Οι προσφεύγοντες διαμαρτυρήθηκαν για παραβίαση του δικαιώματός τους στην εκπαίδευση, όπως ρυθμίζεται από το άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 της Σύμβασης. Ειδικότερα, ισχυρίστηκαν ότι οι σκοποί που εξυπηρετούνται από τον Νόμο αρ. 127/1997, που προβλέπει κλειστό αριθμό, δεν ήταν νόμιμοι και το μέτρο δεν ήταν σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας.
4. Στις 21 Ιουνίου 2011 οι προσφυγές ενώθηκαν και κοινοποιήθηκαν στην Κυβέρνηση. Αποφασίστηκε επίσης το Δικαστήριο να τοποθετηθεί επί του παραδεκτού και επί της ουσίας των προσφυγών ταυτόχρονα (Άρθρο 29 παρ. 1).
ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
I. ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
5. Οι προσφεύγοντες είναι όλοι ιταλοί υπήκοοι. Κάθε σχετική πληροφορία είναι διαθέσιμη στο σχετικό παράρτημα.
A. Το ιστορικό των υποθέσεων
1. Η πρώτη προσφεύγουσα, κα. Tarantino
6. Στις 4 Σεπτεμβρίου 2007, η κα. Tarantino απέτυχε στις εισαγωγικές εξετάσεις για την Ιατρική σχολή του Παλέρμο. Το 2007, δύο χιλιάδες μαθητές συμμετείχαν στις παραπάνω εξετάσεις και διαγωνίστηκαν για διακόσιες δέκα θέσεις. Το 2008 και το 2009, η κα. Tarantino συμμετείχε ξανά, χωρίς επιτυχία, στις εξετάσεις.
7. Στις 14 Δεκεμβρίου 2007, η πρώτη προσφεύγουσα και άλλοι υποψήφιοι προσέφυγαν ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας ισχυριζόμενοι ότι ο νόμος 264/1999 και ειδικότερα τα δύο δεσμευτικά κριτήρια που χρησιμοποιεί το Υπουργείο για να καθορίσει τον αριθμό των εισακτέων στην αντίστοιχη σχολή κάθε πανεπιστημίου (βλ. Παράγραφο 17 παρακάτω) ήταν ασύμβατα με το Άρθρο 3 παρ. 2 (γ) και (ζ) της Ιδρυτικής Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, καθώς και με την οδηγία αρ. 2005/36, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, με το Άρθρο 15 της Χάρτας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΕΕ»), με το Άρθρο 6 § 2 της Συνθήκης περί της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχετικά με την αρχή της ισότητας, και με το Άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 της Σύμβασης. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα προσέφυγε κατά της απόφασης του Κράτους να επιβάλλει τους ίδιους περιορισμούς στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, καθώς και αμφισβήτησε την ακεραιότητα των εισαγωγικών εξετάσεων. Η πρώτη προσφεύγουσα ζήτησε επίσης να γίνει προσωρινά δεκτή βάσει διάταξης που έθετε προϋποθέσεις. 8. Με βάση ένα διάταγμα της 2ης Ιουλίου 2008, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο (Consiglio di Stato-Συμβούλιο της Επικρατείας) απέρριψε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που υπέβαλε. By a decree of 2 July 2008 the Supreme Administrative Court (Consiglio di Stato) rejected her request for an interim measure.
9. Στις 23 Σεπτεμβρίου 2008 η πρώτη προσφεύγουσα υπέβαλε τους περαιτέρω ισχυρισμούς της και ενίσχυσε το αίτημά της για παραπομπή της υπόθεσης στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (ΕΔ). Οι ισχυρισμοί της αυτοί παραπέμφθηκαν στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο τον Οκτώβριο του 2008.
10. Με διάταγμα της 23ης Απριλίου 2009, εκδοθέν βάσει γνωμοδότησης του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, που εκδόθηκε τη 12η Νοεμβρίου 2008 (αρ. 2256) και κοινοποιήθηκε στην πρώτη προσφεύγουσα στις 14 Μαΐου 2009, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απέρριψε την προσφυγή της. Το διάταγμα διατύπωνε ότι, δεδομένου του ανθρώπινου δυναμικού και των πόρων των πανεπιστημίων, οι αμφισβητούμενοι περιορισμοί στην πρόσβαση, που καθιστούν εφικτή την πρόσβαση αυτή μόνο στους πλέον ικανούς, ήταν εύλογοι και για το λόγο αυτό συμβατοί με τις προαναφερθείσες διατάξεις της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Επιπλέον, στο πλαίσιο των αυξανόμενων αναγκών της κοινωνίας για άρτια εκπαιδευμένους ιατρούς, οι θέσεις στις ιατρικές σχολές από το 2008 αυξήθηκαν κατά 10-20 %. Το διάταγμα υπογράμμιζε ότι η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος που αποκτάται μετά το πτυχίο δεν αποτελεί ακαδημαϊκό τίτλο από μόνη της αλλά αποτελεί κρατικό επαγγελματικό δίπλωμα που αποκτάται στα περισσότερα κράτη. Τέλος, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό περί ακαταλληλότητας των θεμάτων των εισαγωγικών εξετάσεων.
2. Οι υπόλοιποι επτά προσφεύγοντες.
11. Οι υπόλοιποι επτά προσφεύγοντες είχαν εργαστεί ή εργάζονται ακόμα ως οδοντοτεχνίτες ή ειδικοί υγειινής στόματος επί αρκετά χρόνια.
12. Στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, παρά τη σχετική επαγγελματική τους εμπειρία, οι παραπάνω επτά προσφεύγοντες απέτυχαν στις εισαγωγικές εξετάσεις για την Οδοντιατρική Σχολή. Επίσης, προγενέστερες ή μεταγενέστερες προσπάθειές τους δεν στεφθηκαν με επιτυχία.
13. Ο κύριος Marcuzzo (εφεξής : «ο όγδοος προσφεύγων») είχε αντίθετα επιτύχει στις εισαγωγικές εξετάσεις κατά το ακαδημαϊκό έτος 1999/2000. Παρ’ όλα αυτά, καθώς δεν συμμετείχε στις εξετάσεις του Πανεπιστημίου επί οκτώ συνεχόμενα έτη λόγω σοβαρών οικογενειακών προβλημάτων (όπως προβλέπεται από τον Κανονισμό των Πανεπιστημίων, Άρθρο 149 του Βασιλικού Διατάγματος αρ. 1592/1933), έχασε την ιδιότητα του φοιτητή τον Ιούλιο του 2009.
14. Οι προσφεύγοντες αυτοί υποστήριξαν ότι δεν χρησιμοποίησαν τα παρεχόμενα από το εσωτερικό δίκαιο ένδικα μέσα, καθώς κατά την άποψή τους θα ήταν αναποτελεσματικά. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, η πρόσβαση στα πανεπιστήμια υπό περιορισμούς είναι συμβατή με το Σύνταγμα και το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (μεταξύ άλλων, η προαναφερθείσα γνωμοδότηση της 12ης Νοεμβρίου 2008). Ο όγδοος προσφεύγων επίσης ισχυρίστηκε ότι το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο είχε τονίσει επανειλημμένα ότι υποκειμενικοί λόγοι όπως τα οικογενειακά προβλήματα (όπως στην περίπτωσή του) δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως εξαίρεση στον κανόνα που ευνοεί τη συνέχιση των σπουδών. Κατά συνέπεια, το αίτημά του δεν θα μπορούσε να ευοδωθεί.
II. ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ
A. Ο Νόμος αρ. 127/1997
15. Ο Νόμος αρ. 127/1997, τροποποιητικός του τμήματος 9(4) του Νόμου αρ. 341/1990, εισήγαγε για πρώτη φορά κλειστό αριθμό εισακτέων στα δημόσια και ιδιωτικά ιταλικά πανεπιστήμια. Το τμήμα 17(116) του ίδιου νόμου προέβλεπε ότι επαφίεται στο Υπουργείο Πανεπιστημίων και Επιστημονικής και Τεχνολογικής Έρευνας να καθορίσει αυτούς τους περιορισμούς. Παρ’όλα αυτά, ο νόμος δεν καθόρισε ούτε αποσαφήνισε κανένα κριτήριο για να καθοριστεί ο αριθμός των θέσεων ή η διαδικασία επιλογής.
16. Στις 27 Νοεμβρίου 1998 (απόφαση αρ. 383/1998), αφού του ζητήθηκε να εξετάσει τη συνταγματικότητα του τμήματος 17(116) του Νόμου 127/1997, το Συνταγματικό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση που υποστήριξε τη συνταγματικότητα του νόμου. Θεώρησε ότι η διάκριση που επιβάλλεται από το Υπουργείο Πανεπιστημίων και Έρευνας δεν ήταν χωρίς περιορισμούς καθώς το εν λόγω Υπουργείο οφείλει να δρα σύμφωνα με ένα ορισμένο νομικό πλαίσιο. Συνακόλουθα, σε απουσία εθνικής νομοθεσίας σχετικής με το θέμα αυτό, το Συνταγματικό Δικαστήριο αναφέρθηκε στις σχετικές οδηγίες της Ευρωπαίκής Ένωσης, που αποσκοπούσαν στη διασφάλιση ενός δέοντος επιπέδου εκπαίδευσης. Το Δικαστήριο περαιτέρω υπογράμμισε ότι επαφίετο στην αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου να νομοθετήσει επί του θέματος.
17. Μετά την απόφαση του Συνταγματικού δικαστηρίου, ψηφίστηκε ο Νόμος 264/1999. Ο Νόμος όριζε ότι το Υπουργείο Πανεπιστημίων και Έρευνας θα καθόριζε τα ποσοστά εισαγωγής φοιτητών στις Ιατρικές, Κτηνιατρικές, Οδοντιατρικές, Αρχιτεκτονικές και Νοσηλευτικές Σχολές με βάση δύο δεσμευτικά κριτήρια: το δυναμικό και τους πόρους των πανεπιστημίων και την ανάγκη της κοινωνίας για ένα συγκεκριμένο επάγγελμα (fabbisogno di professionalità del sistema sociale e produttivo). Με βάση την αξιολόγηση αυτή, το Υπουργείο θα μπορούσε να καθορίζει τον αριθμό των εισακτέων φοιτητών στην αντίστοιχη σχολή κάθε πανεπιστημίου.
18. Στις 21 Απριλίου 2009, η Διοικητική Αρχή Ανταγωνισμού εξέδωσε μια γνωμοδότηση σχετική με τα κριτήρια πρόσβασης στην οδοντιατρική σχολή. Η Αρχή υπογράμμισε ότι (α) στην πράξη τα δύο κριτήρια που κατωχυρώθηκαν από το Νόμο εφαρμόστηκαν βάσει των παρατηρήσεων του Υπουργείου Πανεπιστημίων και Έρευνας και του Υπουργείου Υγείας και (β) κάθε δεδομένο που συγκεντρώθηκε θα εξεταζόταν από ειδική ομάδα εμπειρογνωμόνων που θα αποτελείτο μεταξύ άλλων από εκπροσώπους της Εθνικής Ιατρικής Ομοσπονδίας και του Επιμελητηρίου Ιατρών και Οδοντιάτρων.
19. Κατά τη γνώμη της Διοικητικής Αρχής Ανταγωνισμού, η Ιταλική Κυβέρνηση ενέργησε κατά παράβαση της απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου (αρ. 383/1998, όπου παραπάνω) και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην έκταση που οι κείμενες διατάξεις έλαβαν υπόψη όχι μόνο το επίπεδο της εκπαίδευσης, αλλά και στοιχεία που αφορούσαν τη ζήτηση των συγκεκριμένων επαγγελμάτων. Σημειώνοντας ότι οι αξιολογήσεις είχαν γίνει αποκλειστικά σε σχέση με τη ζήτηση υπηρεσιών υγείας σε εθνικό επίπεδο, η Αρχή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι περιορισμοί στην πρόσβαση στην Οδοντιατρική Σχολή οδήγησε σε μη εύλογη παρεμπόδιση του ανταγωνισμού στον τομέα των εν λόγω επαγγελματικών υπηρεσιών. Πράγματι, λαμβάνοντας υπόψη αποκλειστικά τη ζήτηση μόνο στον δημόσιο και όχι στον ιδιωτικό τομέα, σημειώθηκε πλασματική μείωση του αριθμού των οδοντιάτρων ενώ αυξήθηκαν αδικαιολόγητα οι αμοιβές τους. Περαιτέρω, η Αρχή αποδοκίμασε τη συμμετοχή των επαγγελματικών σωματείων στην ομάδα εμπειρογνωμόνων (βλέπε παραπάνω) καθώς οι αποφάσεις τους θα μπορούσαν να επηρεάζονται σημαντικά από τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους.
20. Προκειμένου να γίνουν δεκτοί, οι υποψήφιοι έπρεπε να διαγωνιστούν σε ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής που αποτελούνταν από ογδόντα ερωτήσεις γενικών γνώσεων (μεταξύ άλλων παγκόσμιας γεωγραφίας και ιστορίας), βιολογίας, χημείας, μαθηματικών και φυσικής. Η εξέταση, βασισμένη στο πρόγραμμα και την ύλη της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, είχε στόχο την αξιολόγηση των ικανοτήτων των υποψηφίων στο αντικείμενο σπουδών της σχολής της επιλογής τους.
B. Νομολογία
21. Τα αντίστοιχα εγχώρια δικαστήρια επανειλημμένως διατύπωσαν ότι ο κλειστός αριθμός φοιτητών καθώς και ο τρόπος με τον οποίον αυτός ρυθμιζόταν από το σχετικό ιταλικό νομικό πλαίσιο ήταν σύμφωνοι με το Σύνταγμα και τη Νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αποφάσεις που υποστηρίζουν την άποψη αυτή αναφέρονται μεταξύ άλλων: η απόφαση αρ. 1931 του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της 29ης Απριλίου 2008, η απόφαση αρ. 5418 του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της 24ης Ιουνίου 2008, η απόφαση αρ. 5542 του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της 6ης Ιουνίου 2008, η απόφαση αρ. 5542 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Φλωρεντίας Τοσκάνης της 12ης Φεβρουαρίου 2007, η απόφαση αρ. 4559 του Διοικητικού Πρωτοδικείου της Νάπολι του 2008, η απόφαση αρ. 1931 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Φλωρεντίας Τοσκάνης της 17ης Απριλίου 2008, η απόφαση αρ. 145 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τριδέντου (Trento) της 11ης Ιουνίου 2008 και η απόφαση αρ. 1631 του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της 15ης Απριλίου 2010. Ειδικότερα, αναφορικά με τον ισχυρισμό των προσφευγόντων ότι το κριτήριο που σχετίζεται με τις ανάγκες της κοινωνίας για ένα συγκεκριμένο επάγγελμα δεν θα έπρεπε να περιορίζεται στα όρια της επικράτειας ενός Κράτους – αποκλείοντας με τον τρόπο αυτό την εξέταση των τρεχουσών και επειγουσών μελλοντικών αναγκών ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Κοινότητητας- το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο στην απόφασή του με αριθμό 1931 της 29ης Απριλίου 2008 διατύπωσε τα εξής:
Είναι προφανές ότι το κριτήριο που επηρέαζε περισσότερο την αξιολόγηση ήταν αυτό των πόρων και του δυναμικού των πανεπιστημίων, το οποίο και καθιστούσε δυνατή την παροχή σωστής επιστημονικής κατάρτισης, σύμφωνα με τις προδιαγραφές της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Όπως νωρίτερα είχε υποστηριχθεί από το Συνταγματικό Δικαστήριο (απόφαση αρ. 393 του 1998), το δικαίωμα πρόσβασης στις ανώτατες βαθμίδες της εκπαίδευσης, ακόμα και για τους πλέον άξιους, εξαρτάται από την διαθεσιμότητα των τεχνικών μέσων και των ανθρώπινων πόρων, ειδικότερα στον κλάδο των θετικών επιστημών, όπου οι σπουδές έχουν θετικό και θεωρητικό μέρος. Πράγματι, η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αποκλείει την επιβολή κλειστού αριθμού. Οι οδηγίες της ΕΕ ρυθμίζουν το νομικό πλαίσιο της αναγνώρισης τίτλων σπουδών και διπλωμάτων με βάση ελάχιστες προδιαγραφές σπουδών και εγγυήσεις για την πραγματική κατοχή των απαραίτητων γνώσεων για την άσκηση ενός επαγγέλματος. Παρ’ όλα αυτά, ο καθορισμός των μέσων και των μεθόδων, με βάση τα οποία καθίσταται εφικτή η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που ορίζουν οι οδηγίες αυτές, επαφίεται στα Κράτη. Το προσβαλλόμενο με τις προσφυγές κριτήριο είχε μικρότερη βαρύτητα από το κριτήριο που αναφέρθηκε παραπάνω και συνεπώς ήταν πράγματι δευτερεύον. Θα έπαιζε σημαντικότερο ρόλο στην απίθανη περίπτωση που η διαθεσιμότητα ήταν τόσο μεγάλη, ώστε να καθίσταται απαραίτητη η επιβολή περιορισμών στην πρόσβαση προς αποφυγή κορεσμού της αγοράς. Αναφερόμενο σε μία σύσταση του Υπουργείου Υγείας για τον περιορισμό των εγγεγραμμένων φοιτητών (η οποία και διαμόρφωσε τη βάση της απόφασης για τον αριθμό των κενών θέσεων για τα έτη 2006-2007), το δικαστήριο έκρινε ότι αυτό έπρεπε να θεωρηθεί ποσοτικός περιορισμός που δεν λάμβανε υπόψη τις ανάγκες της κοινωνίας, αλλά την ανάγκη της διασφάλισης ότι οι εξειδικευμένες σπουδές πληρούσαν τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Δεδομένου του ότι η σχέση ανάμεσα στο εν λόγω κριτήριο και την απόφαση για τον καθορισμό του αριθμού των εγγεγραμμένων φοιτητών δεν είχε αποδειχθεί και καθώς η ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν επέτρεπε την απεριόριστη και χωρίς προϋποθέσεις πρόσβαση των φοιτητών στην εκπαίδευση, δεν καθίστατο απαραίτητη η παραπομπή του ζητήματος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
22. Σύμφωνα με την απόφαση του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 1855 του 2005, το χρονικό όριο οκτώ ετών που αναφέρεται στο διάταγμα αρ. 1592 του 1993 δεν αποτελεί περίοδο παραγραφής που μπορεί να διακοπεί, αλλά το ανώτατο χρονικό όριο πριν από τη λήξη της δυνατότητας άσκησης του δικαιώματος (συμμετοχής στα μαθήματα).
Γ. Η σχετική νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης
23. Το Άρθρο 39 (πρώην Άρθρο 48) του τίτλου ΙΙΙ ρυθμίζει την ελεύθερη διακίνηση προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων στην Ιδρυτική Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ορίζει τα εξής:
«1. Εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας.
2. Η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων συνεπάγεται την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας
μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας.
3. Με την επιφύλαξη των περιορισμών που δικαιολογούνται για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας
ασφαλείας και δημοσίας υγείας, η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων περιλαμβάνει το δικαίωμά τους:
α) να αποδέχονται κάθε πραγματική προσφορά εργασίας·
β) να διακινούνται ελεύθερα για το σκοπό αυτό εντός της επικρατείας των κρατών μελών·
γ) να διαμένουν σε ένα από τα κράτη μέλη με το σκοπό να ασκούν εκεί ορισμένη εργασία σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που διέπουν την απασχόληση των εργαζομένων υπηκόων αυτού του κράτους μέλους·
δ) να παραμένουν στην επικράτεια ενός κράτους μέλους και μετά την άσκηση σ’ αυτό ορισμένης εργασίας, κατά τους όρους που θα αποτελέσουν αντικείμενο κανονισμών εφαρμογής που θα εκδώσει η Επιτροπή.
4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση απασχόλησης στη δημόσια διοίκηση.»
24. Άλλα νομοθετικά κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιλαμβάνουν: Την οδηγία 86/457 ΕΟΚ του Συμβουλίου της 15ης Σεπτεμβρίου 1986 για την ειδική κατάρτιση στην ιατρική πρακτική, η οδηγία 93/16 ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετική με τη διευκόλυνση της ελεύθερης διακίνησης των ιατρών και την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων εγγράφων αποδεικτικών των τυπικών τους προσόντων καθώς και η οδηγία 2005/36 ΕΚ της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 σχετικής με την αναγνώριση των επαγγελματικών τίτλων.
Ο ΝΟΜΟΣ
I. Η ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 2 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΑΡ. 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
25. Οι προσφεύγοντες διαμαρτυρήθηκαν για παραβίαση του δικαιώματός τους στην εκπαίδευση, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 της Σύμβασης, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Κανείς δεν μπορεί να στερηθεί το δικαίωμα στην εκπαίδευση. Κάθε κράτος, κατά την άσκηση των αναλαμβανόμενων από αυτό καθηκόντων στο πεδίο της παιδείας και της εκπαίδευσης, θα σέβεται το δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν τη μόρφωση και την εκπαίδευση αυτή σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις τους.»
26. Η Κυβέρνηση αμφισβήτησε το επιχείρημα αυτό.
A. Επί του παραδεκτού
27. Η Κυβέρνηση θεώρησε το έκτακτο ένδικο βοήθημα ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας ως βοήθημα το οποίο οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να ασκήσουν εναλλακτικά, αντί της διαδικασίας ενώπιον των περιφερειακών διοικητικών πρωτοδικείων (“ΠΔΠ”). Θεώρησαν ότι στην παρούσα περίπτωση όλοι οι προσφεύγοντες διέθεταν την δυνατότητα και άσκησαν το ένδικο αυτό βοήθημα για να διαμαρτυρηθούν για τις υπό κρίση παραβιάσεις του εν λόγω δικαιώματος.
28. Οι προσφεύγοντες αντιπροέβαλαν το επιχείρημα ότι τα ένδικα μέσα ενώπιον των ΠΔΠ θα ήταν αναποτελεσματικά δεδομένης της πάγιας νομολογίας που διατύπωνε ότι η υπό περιορισμούς πρόσβαση στα πανεπιστήμια ήταν σύμφωνη με το εσωτερικό, το ευρωπαϊκό δίκαιο και την Σύμβαση. Στην επιχειρηματολογία τους αυτή στηρίχθηκαν στις αποφάσεις αρ. 1931, 5418, 5542 του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου του 2008 και στην απόφαση αρ. 1931 του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της 15ης Απριλίου 2010. Αργότερα, οι προσφεύγοντες υπογράμμισαν ότι η Κυβέρνηση είχε παραδεχθεί ότι οι προσφεύγοντες είχαν εξαντλήσει τα εγχώρια ένδικα μέσα.
29. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το Άρθρο 35§1 της Σύμβασης υπαγορεύει ότι τα μόνα ένδικα μέσα που πρέπει να εξαντλούνται είναι εκείνα που είναι διαθέσιμα και ικανά να παράσχουν θεραπεία των υπό κρίση παραβιάσεων. Ο σκοπός του άρθρου 35 § 1 είναι να παράσχει την ευκαιρία στα Συμβαλλόμενα Κράτη να θεραπεύουν τις εν λόγω παραβιάσεις στο έδαφός τους προτού οι υποθέσεις παραπεμφθούν στο Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (βλ. μεταξύ άλλων Selmouni κατά Γαλλίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αρ. 25803/94, § 74, EΔΔΑ 1999-V). Παρ’ όλα αυτά, ο εκάστοτε προσφεύγων δεν υποχρεούται να προσφύγει σε μέσα ή βοηθήματα που είναι ακατάλληλα ή αναποτελεσματικά (βλ. Raninen κατά Φινλανδίας, 16 Δεκεμβρίου 1997, § 41, Εκθέσεις Αποφάσεων 1997-VIII). Συνακόλουθα, η άσκηση ένδικων μέσων τέτοιου είδους επηρεάζουν τον χαρακτηρισμό της «οριστικής απόφασης» και, αντίστοιχα, του υπολογισμό του αρχικού χρονικού σημείου από το οποίο αρχίζει η περίοδος των έξι μηνών που ορίζει η Σύμβαση (βλ.π.χ. Kucherenko κατά Ουκρανίας (απόφ.), αρ. 41974/98, 4 Μαΐου 1999, και Prystavska κατά Ουκρανίας (απόφ.), αρ. 21287/02, 17 Δεκεμβρίου 2002).
30. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι ο ισχυρισμός της Κυβέρνησης ότι όλοι οι προσφεύγοντες επέλεξαν να ασκήσουν το ένδικο βοήθημα ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι λανθασμένος, καθώς μόνον η πρώτη προσφεύγουσα άσκησε το βοήθημα αυτό. Επιπλέον, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι η διαδικασία ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας θεωρείται έκτακτο ένδικο βοήθημα, του οποίου η άσκηση δεν συνιστάται στους προσφεύγοντες προκειμένου να εκπληρωθούν οι σκοποί του άρθρου 35 της Σύμβασης (βλ. Nasalli Rocca κατά Ιταλίας (αποφ.), αρ. 8162/02, 31 Μαρτίου 2005 Kucherenko κατά Ουκρανίας (απόφ.), αρ. 41974/98, 4 Μαΐου 1999, και Prystavska κατά Ουκρανίας (απόφ.), αρ. 21287/02, 17 Δεκεμβρίου 2002).
31. Παρ’ όλα αυτά, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, όπως φαίνεται από το πλαίσιο της εσωτερικής νομολογίας (βλ. παραπάνω, σχετική εσωτερική νομοθεσία και πρακτική), τα ζητήματα που εγείρει η παρούσα υπόθεση παρουσιάστηκαν επανειλημμένα ενώπιον των εσωτερικών δικαστηρίων, τα οποία και παγίως απέρριπταν τα αιτήματα των προσφευγόντων. Υπό τις συνθήκες αυτές το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί ότι η όποια προσπάθεια προσφυγής ενώπιον των Περιφερειακών Διοικητικών Δικαστηρίων την οποία ακολουθεί έφεση ενώπιον του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου δεν είχε πιθανότητες επιτυχίας. Για το λόγο αυτό, ελλείψει σχετικής ένστασης από την πλευρά της Κυβέρνησης , το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχει λόγος απόρριψης του τμήματος αυτού της προσφυγής για λόγους έλλειψης εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων.
32. Το ίδιο ισχύει σχετικά με το επικουρικό αίτημα του όγδοου προσφεύγοντα.
33. Το Δικαστήριο περαιτέρω υπογραμμίζει ότι καθώς η πρώτη προσφεύγουσα επανέλαβε τις εξετάσεις το 2008 και το 2009 δεν προκύπτει ζήτημα αναφορικά με την 6μηνη προθεσμία από την άσκηση του προαναφερθέντος έκτακτου ένδικου βοηθήματος.
34. Τέλος, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το τμήμα αυτό της προσφυγής δεν είναι προφανώς αβάσιμη σύμφωνα με το άρθρο 35 § 3 (α) της Σύμβασης. Περαιτέρω, υπογραμμίζει ότι η προσφυγή δεν είναι απαράδεκτη για κανέναν άλλο λόγο. Για τους λόγους αυτούς πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτή.
B. Επί της ουσίας
1. Οι παρατηρήσεις των μερών
(α) Οι προσφεύγοντες
35. Οι προσφεύγοντες προέβαλαν ότι ο περιορισμός που επιβάλλεται προκειμένου να γίνει κανείς δεκτός στη σχολή της επιλογής του, δηλαδή η βάση εφαρμογής του συστήματος κλειστού αριθμού, ήταν αντίθετος με το Σύνταγμα και το Δίκαιο της ΕΕ.
36. Περαιτέρω ισχυρίστηκαν ότι οι επιδιωκόμενοι με το Νόμο σκοποί δεν ήταν σύννομοι ούτε σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, αναγνωρίζοντας την ανάγκη εξασφάλισης ενός δέοντος επιπέδου γνώσεων και ικανοτήτων των μελλοντικών επαγγελματιών, αμφισβήτησαν τα δύο κριτήρια που επιβάλλει ο Ν. 264/1999 και εφαρμόζονται εξίσου για τα δημόσια και ιδιωτικά πανεπιστήμια. Περαιτέρω ισχυρίστηκαν ότι οι ανάγκες της κοινότητας δεν θα πρέπει να αξιολογούνται μόνον με βάση το δημόσιο τομέα, δεδομένου κυρίως του ότι η πλειονότητα των επαγγελματιών ειδικά στον κλάδο της οδοντιατρικής, δραστηριοποιούνται στον ιδιωτικό τομέα. Επιπλέον, η αξιολόγηση έγινε στο σύνολό της σε τοπικό επίπεδο και δεν έλαβε υπόψη την πιθανότητα φοιτητές που σπουδάζουν στην Ιταλία να επιθυμούν να εργαστούν σε κάποια άλλη χώρα.
37. Οι προσφεύγοντες εξήγησαν ότι ο αριθμός των θέσεων ανά πανεπιστήμιο είχε οριστεί από το Υπουργείο Πανεπιστημίων σε περιφερειακή βάση ανάλογα με τις ανάγκες κατά τόπο. Πρόσφατα όμως, τα ιταλικά ιδρύματα αντιλήφθηκαν οτι η υπό περιορισμούς πρόσβαση στα πανεπιστήμια είχε οδηγήσει σε έλλειψη επαγγελματιών στην έκταση που ορισμένες περιφέρειες ανέφεραν ότι θα είχαν σύντομα ελλείψεις σε ιατρούς και οδοντιάτρους. Ανέφεραν ως παράδειγμα (όπως αυτό αναφέρθηκε στον τύπο) την περιοχή της Λομβαρδίας,η οποία σύμφωνα με υπολογισμούς θα είχε χάσει μέχρι το 2005 το 40% του δυναμικού που τότε διέθετε (ιατροί και οδοντίατροι), λόγω συνταξιοδότησης. Η περιφέρεια ζήτησε από την Κυβέρνηση να καταργήσει το υπάρχον σύστημα πρόσβασης υπό περιορισμούς, αλλά το ιταλικό Υπουργείο Υγείας θεώρησε ότι η Ιταλία διέθετε πολύ περισσότερους ιατρούς από όσους της ήταν απαραίτητοι. Οι προσφεύγοντες θεώρησαν ότι ο βαθμός κορεσμού ενός κλάδου δεν συνιστούσε νόμιμο λόγο παρεμπόδισης της πρόσβασης των επαγγελματιών στην αγορά. Οι προσφεύγοντες ισχυρίσθηκαν ότι ο πραγματικός σκοπός των περιορισμών ήταν η προστασία των συμφερόντων των ιατρών και των οδοντιάτρωνμ περιορίζοντας τον ανταγωνισμό στον κλάδο. Ο σκοπός αυτός ήταν αντίθετος με το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, αμφισβήτησαν την εφαρμογή των περιορισμών αυτών στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, τα οποία σε διαφορετική περίπτωση θα μπορούσαν να αυξήσουν τον αριθμό των εισαγομένων χωρίς να επιβαρύνουν επιπλέον οικονομικά το Κράτος. Για το λόγο αυτό το υπάρχον σύστημα στέρησε ολοκληρωτικά στους προσφεύγοντες το δικαίωμα στην εκπαίδευση σε ένα αντικείμενο της επιλογής τους, είτε, εάν ήταν απαραίτητο, σε ένα δημόσιο ίδρυμα, είτε ακόμα και έναντι πληρωμής σε ένα ιδιωτικό. Το φαινόμενο αυτό οδηγησε στον περιορισμό του δικαιώματος στην εκπαίδευση χωρίς κανένα νόμιμο λόγο. Στο σημείο αυτό οι προσφεύγοντες ανέφεραν σχετικά την υπόθεση των τμημάτων Γλωσσολογίας στο Βέλγιο και υπογράμμισαν ότι στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο έκρινε το προσβληθέν μέτρο ως σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας, καθώς δεν στερούσε από τους προσφεύγοντες το δικαίωμα εγγραφής (με δικές τους δαπάνες) σε ιδιωτικές σχολές γαλλικής γλώσσας της περιοχής.
38. Οι προσφεύγοντες υπογράμμισαν ότι το Δικαστήριο καλούνταν να τοποθετηθεί επί της συμβατότητας των μέτρων με τη Σύμβαση και όχι επί των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης που εξετάστηκε από τα εθνικά δικαστήρια. Θεώρησαν ότι το μέτρο και ειδικότερα ο συνδυασμός εισαγωγικών εξετάσεων και του περιορισμού με βάση «τις ανάγκες της κοινωνίας από ένα συγκεκριμένο επάγγελμα» (και όχι ο κλειστός αριθμός αυτός καθεαυτόν) δεν ήταν σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένων των σκοπών που εξυπηρετούνταν με αυτά.
39. Περαιτέρω υποστήριξαν ότι η καθιέρωση εξετάσεων με σκοπό την αξιολόγηση των ικανοτήτων των ιατρών και των οδοντιάτρων μετά το τέλος των σπουδών τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση καθιστούσε περιττή τη θέσπιση περιορισμών στην εισαγωγή τους στα πανεπιστήμια. Επιπλέον, οι εισαγωγικές εξετάσεις συνίσταντο σε ένα ερωτηματολόγιο πολλαπλής επιλογής και δεν ήταν κατάλληλες να αξιολογήσουν παρά μόνον τις επιφανειακές και όχι τις πραγματικές, εις βάθος γνώσεις ενός προσώπου. Υποστήριξαν ότι αυτό το ερωτηματολόγιο ήταν τυχαίο και ακατάλληλο και ότι αρκετές περιπτώσεις διαφθοράς και λαθών κρύβονταν πίσω από τη διαδικασία διαμόρφωσης των ερωτήσεων. Υποστήριξαν ότι οι περισσότεροι από τους προσφεύγοντες είχαν λάβει διακρίσεις για τα υπόλοιπα διπλώματά τους και η αποτυχία στις εισαγωγικές εξετάσεις δεν οφειλόταν στην πλημμελή προετοιμασία τους, αλλά στον μικρό αριθμό εισακτέων που είχε ορισθεί. Ως παράδειγμα, ανέφεραν τις εξετάσεις της οδοντιατρικής του 2010, όπου για κάθε θέση υπήρχαν 26 υποψήφιοι.
(β) Η Κυβέρνηση
40. Η Κυβέρνηση διατύπωσε ότι δεν ήταν κατ’αρχήν ασύμβατη με το Άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου αρ.1 της Σύμβασης η επιβολή περιορισμών στην πρόσβαση στις πανεπιστημιακές σπουδές, λαμβάνοντας υπόψη τους διαθέσιμους πόρους και τον σκοπό της εξασφάλισης υψηλών επιπέδων επαγγελματισμού ειδικότερα σε καίρια επαγγέλματα όπως αυτά του ιατρικού κλάδου. Για το λόγο αυτό η καθιέρωση κλειστού αριθμού δεν θα ήταν δυνατόν να παραβιάσει την προαναφερθείσα ρύθμιση, αν ήταν εύλογη και δικαιολογούνταν για λόγους γενικού συμφέροντος της κοινωνίας. Η κρίση του ζητήματος επαφίετο στην ευρεία διακριτική ευχέρεια του Κράτους.
41. Στην παρούσα υπόθεση το Κράτος είχε επιλέξει να ακολουθήσει διαδικασία επιλογής υποψηφίων βασισμένη σε μια αξιολόγηση ικανοτήτων που εξασφάλιζε μια αντικειμενική αξιολόγηση και επέτρεπε στους καλύτερους υποψηφίους την κατάληψη των περιορισμένων θέσεων. Περαιτέρω, η Κυβέρνηση έκρινε ότι η σύσταση της Αρχής Ανταγωνισμού δεν αφορούσε τα γενικά σημεία που δικαιολογούσαν το μέτρο. Επιπλέον, η Κυβέρνηση προέβαλε ότι δεν ήταν αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να τοποθετηθεί επί των πραγματικών περιστατικών που οδήγησαν τα εσωτερικά δικαστήρια σε μια συγκεκριμένη απόφαση σε αντίθεση με μια άλλη.
42. Η Κυβέρνηση περαιτέρω θεώρησε ότι η κατάσταση του όγδοου προσφεύγοντα ήταν σύμφωνη με τους κείμενους κανονισμούς.
2. Η αξιολόγηση του Δικαστηρίου
(α) Γενικές Αρχές
43. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι οι εγγυήσεις του Άρθρου 2 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 παρέχονται στις περιπτώσεις υπαρχόντων ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης στα Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και ότι η πρόσβαση σε οποιοδήποτε ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του δικαιώματος που προσδιορίζεται στην πρώτη πρόταση του Άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 (βλέπε Leyla Şahin κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αρ. 44774/98, §§ 134-42, ΕΔΔΑ 2005-XI, και Mürsel Eren κατά Τουρκίας, αρ. 60856/00, § 41, ΕΔΔΑ 2006‑II).
44. Ωστόσο, παρά την ιδιαίτερη σημασία του, το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο, αλλά δύναται να υπόκειται σε περιορισμούς. Οι περιορισμοί αυτοί επιτρέπονται, καθώς το προαναφερόμενο δικαίωμα πρόσβασης «από τη φύση του και μόνο χρήζει οριοθέτησης από το Κράτος» (βλέπε «Υπόθεση σχετική με ορισμένα ζητήματα που προκύπτουν από τους νόμους περί της χρήσης των γλωσσών στην εκπαίδευση στο Βέλγιο» κατά Βελγίου (επί της ουσίας), 23 Ιουλίου 1968, Σειρά Α αρ. 6). Ομολογουμένως, η νομική ρύθμιση του συστήματος των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορεί να διαφέρει κατά τόπο και χρονική στιγμή, μεταξύ άλλων και σε συνάρτηση με τις ανάγκες και τους πόρους της κοινωνίας και τα διακριτικά γνωρίσματα κάθε βαθμίδας της εκπαίδευσης.
Κατά συνέπεια, τα Συμβαλλόμενα Κράτη απολαύουν ενός ορισμένου περιθωρίου εκτίμησης στην σφαίρα αυτή, παρά το γεγονός ότι η τελική απόφαση αναφορικά με την τήρηση των προϋποθέσεων της Σύμβασης επαφίεται στο Δικαστήριο (βλέπε Leyla Şahin, [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], όπ.π. § 154 και Ali κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 40385/06, § 53, 11 Ιανουαρίου 2011).
45. Προκειμένου να διασφαλισθεί το ότι οι περιορισμοί που επιβάλλονται δεν ακρωτηριάζουν το εν λόγω δικαίωμα σε έκταση τέτοια ώστε να το απογυμνώνουν από την ουσία του και να στερούν την αποτελεσματική άσκησή του, το Δικαστήριο οφείλει να εξακριβώνει ότι οι περιορισμοί είναι προβλέψιμοι από τους άμεσα ενδιαφερόμενους και ότι εξυπηρετούν ένα νόμιμο σκοπό. Παρ’όλα αυτά, παρά την τοποθέτηση σχετικά με τα Άρθρα 8 έως 11 της Σύμβασης, δεν δεσμεύεται από καμία περιοριστική παράθεση αυτών των «νόμιμων σκοπών», σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου αρ. 1. Επιπλέον, ένας περιορισμός είναι σύμφωνος με το Άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 της Σύμβασης εάν υπάρχει εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των μέσων που χρησιμοποιούνται και του σκοπού που πρέπει να πληρωθεί (βλέπε Leyla Şahin, [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης],όπ.π., § 154).
46. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το Άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 δεν επιτρέπει σε καμία περίπτωση την παρακώλυση της πρόσβασης σε όσους έγκυρα δήλωσαν συμμετοχή και επέτυχαν στις εξετάσεις (βλ. Lukach κατά Ρωσίας (αποφ.), αρ. 48041/99, 16 Νοεμβρίου 1999).
(β) Εφαρμογή των γενικών αρχών στην παρούσα υπόθεση αναφορικά με το σύνολο των προσφευγόντων.
47. Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο δέχεται ότι οι περιορισμοί που επέλεξε το Ιταλικό Κράτος, δηλαδή οι εισαγωγικές εξετάσεις και ο κλειστός αριθμός αυτός καθεαυτόν, ήταν προβλέψιμοι βάσει του Νόμου αρ.127/1997 και του Νόμου 264/1999 που θεσπίστηκε αργότερα και προσδιόρισε λεπτομερώς το πλαίσιο εφαρμογής του κλειστού αριθμού.
48. Το Δικαστήριο περαιτέρω θεωρεί ότι οι περιορισμοί αυτοί συνάδουν με το νόμιμο σκοπό της εξασφάλισης υψηλού επιπέδου επαγγελματισμού διασφαλίζοντας το ελάχιστο κατάλληλο επίπεδο εκπαίδευσης σε πανεπιστήμια που λειτουργούν σύμφωνα με τις κατάλληλες προδιαγραφές, σκοπός που εξυπηρετείται προς το γενικό συμφέρον.
49. Αναφορικά με την συμβατότητα των περιορισμών με την αρχή της αναλογικότητας, πρώτον σε σχέση με τις εισαγωγικές εξετάσεις, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η αξιολόγηση των υποψηφίων μέσω κατάλληλων δοκιμασιών προκειμένου να αναδειχθούν οι πλέον άξιοι φοιτητές αποτελεί μέτρο σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας, με σκοπό τη διασφάλιση ενός ορισμένου επιπέδου στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Αναφορικά με το περιεχόμενο των δοκιμασιών αυτών, αν και υπό άλλες συνθήκες, το Δικαστήριο, στην υπόθεση Kjeldsen, Busk, Madsen και Pedersen κατά Δανίας (7 Δεκεμβρίου 1976, § 53, Σειρά A αρ. 23), υποστήριξε ότι η διαμόρφωση και ο σχεδιασμός του προγράμματος σπουδών αποτελούν κατ’αρχήν αρμοδιότητα των Συμβαλλόμενων Κρατών και δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να τοποθετηθεί επί αυτών των θεμάτων. Ομοίως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφασίζει επί του περιεχομένου και της καταλληλότητας των δοκιμασιών εισαγωγής στα πανεπιστήμια.
50. Σχετικά με τον κλειστό αριθμό, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι οι προσφεύγοντες έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στα δυο κριτήρια που χρησιμοποιούνται ως βάση για την εφαρμογή του κλειστού αριθμού και αναφέρονται ειδικότερα α) στο δυναμικό και τους πόρους των πανεπιστημίων και β) στις ανάγκες της κοινωνίας από ένα συγκεκριμένο επάγγελμα. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι πρέπει να εξασφαλίζεται ισορροπία ανάμεσα στο ατομικό συμφέρον των προσφευγόντων και στα συμφέροντα της κοινωνίας γενικότερα, συμπεριλαμβανομένων και των συμφερόντων άλλων υποψηφίων αναφορικά με την εισαγωγή τους στα πανεπιστήμια. Το δικαστήριο υπογραμμίζει ότι τα δύο κριτήρια είναι συμβατά με τη νομολογία του Δικαστηρίου που διατυπώνει ότι το δικαίωμα στην εκπαίδευση δύναται να διαφοροποιείται ανάλογα με τις ανάγκες και τους πόρους μιας κοινότητας ή και των φυσικών προσώπων (βλ. Υπόθεση της βελγικής σχολής γλωσσολογίας, όπ.π.). Περαιτέρω, υπογραμμίζει ότι στην παρούσα υπόθεση, τέτοιου είδους περιορισμοί οφείλουν να εξετάζονται υπό το πρίσμα του υψηλότερης βαθμίδας της εκπαίδευσης, δηλαδή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
51. Αναφορικά με το πρώτο κριτήριο, τα επιχειρήματα σχετικά με τους πόρους είναι σαφώς εύλογα και αναμφίβολα παραδεκτά – έννοια που προκύπτει λογικά από την ερμηνεία που δίδεται στη ρύθμιση, δηλαδή ότι το δικαίωμα στην εκπαίδευση εξασφαλίζει πρόσβαση σε οποιοδήποτε ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης που λειτουργεί πραγματικά κατά μια ορισμένη χρονική περίοδο (ibid.). Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι η Σύμβαση δεν προβλέπει σαφείς υποχρεώσεις σχετικές με την έκταση των μέσων εκπαίδευσης και τον τρόπο οργάνωσης κι αλληλεξάρτησής τους (βλ. X κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 8844/80, Απόφαση της Επιτροπής της 9ης Δεκεμβρίου 1980, DR 23 σελ. 228 και Γεωργίου κατά Ελλάδας, αρ. 45138/98, 13 Ιανουαρίου 2000). Αυτό συνεπάγεται ότι το δικαίωμα πρόσβασης στην εκπαίδευση υπάρχει μόνον αν υπάρχει τέτοια δυνατότητα και εντός των ορίων που αυτή προσφέρεται. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι τα όρια αυτά εξαρτώνται συχνά από τις προδιαγραφές που πρέπει να τηρούνται προκειμένου να λειτουργήσουν αυτά τα ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των ανθρώπινων, υλικών και οικονομικών πόρων, λαμβάνοντας υπόψη τα ζητήματα που σχετίζονται με τους πόρους αυτούς, όπως την ποιότητά τους. Κάτι τέτοιο ισχύει ειδικότερα στην περίπτωση των κρατικών πανεπιστημίων.
52. Καθώς οι προσφεύγοντες προέβαλαν ότι οι ίδιοι περιορισμοί εφαρμόσθηκαν και στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, και κατ’ επέκταση στις σχολές που ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν για να εισαχθούν, είναι αναμφισβήτητο ότι οι πόροι των ιδρυμάτων αυτών για την πρακτική και τη θεωρητική εκπαίδευση εξαρτώντο από το ανθρώπινο, υλικό και χρηματικό κεφάλαιό τους και κατά συνέπεια με βάση τα παραπάνω θα ήταν δυνατό να προσφέρουν υψηλότερα ποσοστά εισαγωγής φοιτητών χωρίς να επιβαρύνουν επιπλέον το Κράτος και τους Θεσμούς του. Παρ’ όλα αυτά, αναφέρεται σχετικά ότι ο ιδιωτικός τομέας στην Ιταλία υποστηρίζεται μερικώς από κρατικά κονδύλια. Κυρίως, υπό τις παρούσες συνθήκες το δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρήσει μη συμβατή με την αρχή της αναλογικότητας ή αυθαίρετη την οργάνωση του συστήματος των ιδιωτικών ιδρυμάτων από το Κράτος, στην έκταση που αυτή θεωρείται απαραίτητη προκειμένου να αποφευχθούν αυθαίρετες εισαγωγές ή αποκλεισμοί φοιτητών και να παρασχεθούν εγγυήσεις για την ίση μεταχείριση των προσώπων. Υπενθυμίζεται ότι το θεμελιώδες δικαίωμα κάθε προσώπου στην εκπαίδευση αποτελεί δικαίωμα που παρέχεται εξίσου στους μαθητές κρατικών και μη σχολείων, χωρίς διάκριση (βλ. Leyla Sahin, [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], όπ.π., § 153). Αντίστοιχα, το Κράτος έχει υποχρέωση να ρυθμίζει το πλαίσιο εξάσκησης του δικαιώματος αυτού προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τη Σύμβαση. Ειδικότερα, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η αυστηρότητα του Κράτους στη ρύθμιση και οργάνωση του κλάδου της εκπαίδευσης -και ειδικά στον συγκεκριμένο κλάδο σπουδών, όπου και ένα ορισμένο και κατάλληλο επίπεδο εκπαίδευσης έχει καίρια σημασία- είναι απαραίτητη ώστε να εξασφαλίζει ότι η πρόσβαση στα ιδιωτικά ιδρύματα δεν εξαρτάται μόνον από την οικονομική δυνατότητα των υποψηφίων, ασχέτως προσόντων και κλίσης τους για το συγκεκριμένο επάγγελμα.
53. Επιπλέον το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι οι πολυπληθείς πανεπιστημιακές αίθουσες θα έπλητταν την αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος κατά τρόπο ώστε να παρεμποδίζεται η παροχή εξειδικευμένης εκπαίδευσης.
54. Για το λόγο αυτό, λαμβάνοντας υπόψη τα αντιτιθέμενα συμφέροντα, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το πρώτο κριτήριο είναι νόμιμο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας.
55. Αναφορικά με το δεύτερο κριτήριο, δηλαδή την ανάγκη της κοινωνίας για ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, το δικαστήριο θεωρεί ότι η ερμηνεία που του δίδεται είναι πράγματι περιοριστική. Αντιμετωπίζεται υπό μια αυστηρά εθνική οπτική, η οποία περιορίζεται επιπλέον στο δημόσιο τομέα αγνοώντας έτσι κάθε σχετική ανάγκη στο ευρύτερο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή στον ιδιωτικό τομέα. Επιπλέον, θα μπορούσε να θεωρηθεί και κοντόφθαλμη, στην έκταση που δεν φαίνεται να δίδεται ιδιαίτερη σημασία σε μελλοντικές τοπικές ανάγκες.
56. Παρ’όλα αυτά, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, το μέτρο αυτό εξισορροπείται στην έκταση που η Κυβέρνηση έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να αναλαμβάνει δράση με σκοπό την αποφυγή των υπερβολικών δημόσιων δαπανών. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η εκπαίδευση σε ορισμένες κατηγορίες επαγγελματιών αποτελεί μεγάλη επένδυση. Για το λόγο αυτό είναι εύλογο το κράτος να αποσκοπεί στην ένταξη κάθε επιτυχόντος υποψηφίου στην αγορά εργασίας. Πράγματι, μια ανεπάρκεια θέσεων εργασίας στις κατηγορίες αυτές εξαιτίας κορεσμού του κλάδου θα συνιστούσε περαιτέρω δαπάνες, καθώς η ανεργία είναι αναμφισβήτητα ένα σημαντικό βάρος για την κοινωνία στο σύνολό της. Δεδομένης της αδυναμίας του Κράτους να υπολογίζει με βεβαιότητα τον αριθμό των αποφοίτων που πρόκειται να εξέλθουν από την τοπική αγορά και να αναζητήσουν εργασία στο εξωτερικό, το Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρήσει μη εύλογη την αναζήτηση εγγυήσεων από την πλευρά του Κράτους, το οποίο δικαιολογημένα βασίζει την πολιτική του στο τεκμήριο ότι ένα μεγάλο ποσοστό αποφοίτων πρόκειται να παραμείνουν στη χώρα προκειμένου να αναζητήσουν εκεί εργασία. Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο κρίνει ότι το δεύτερο κριτήριο είναι επίσης σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας.
57. Τέλος, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι οι προσφεύγοντες δεν στερήθηκαν το δικαίωμα εγγραφής τους σε οποιαδήποτε άλλη σχολή, για την οποία εξέφρασαν το ενδιαφέρον τους (βλέπε, mutatis mutandis, Lukach, (απόφ.) όπ.π.), και για την οποία διέθεταν τα απαραίτητα προσόντα. Επίσης, σε καμία περίπτωση δεν είχαν στερηθεί το δικαίωμα να ακολουθήσουν σπουδές στο εξωτερικό, που συνάδει με την πιθανή επιθυμία τους να εργασθούν στο εξωτερικό. Δεδομένου ότι δεν φαίνεται να υπάρχει περιορισμός ως προς τον αριθμό των ευκαιριών συμμετοχής κάθε υποψηφίου στις εξετάσεις οι προσφεύγοντες έχουν ακόμα την ευκαιρία να επιτύχουν και να αποκτήσουν πρόσβαση στη σχολή της πρώτης επιλογής τους.
58. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο θεωρεί ότι τα επιβαλλόμενα μέτρα δεν ήταν δυσανάλογα με τους σκοπούς που εξυπηρετούνταν με αυτά και ότι το Κράτος δεν υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας. 59. Συνακόλουθα, δεν υπάρχει παραβίαση του Άρθρου 2 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 της Σύμβασης.
(c) Εφαρμογή των γενικών αρχών στην παρούσα υπόθεση αναφορικά με τον κ. Marcuzzo
60. Στην έκταση που μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο όγδοος προσφεύγων επεκτείνεται περαιτέρω από τους παραπάνω ισχυρισμούς, καθώς αναγκάστηκε να συμμετέχει ξανά στις εισαγωγικές εξετάσεις λόγω της αποβολής του από τη σχολή μετά από οκταετή απουσία του, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι δεν μπορεί θεωρηθεί ότι το μέτρο δεν ήταν προβλέψιμο. Περαιτέρω θεωρεί ότι δεν ήταν παράλογη η αποβολή από μία πανεπιστημιακή σχολή ενός φοιτητή που δεν συμμετείχε στις εσωτερικές εξετάσεις επί οκτώ διαδοχικά έτη, ειδικότερα δεδομένου του συστήματος κλειστού αριθμού που εφαρμόζεται στην εισαγωγή των φοιτητών στην εν λόγω σχολή. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι το μέτρο εξυπηρετούσε ένα νόμιμο σκοπό και δεδομένης της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Κράτος για την οριοθετηση του δικαιώματος στην εκπαίδευση, το μέτρο ήταν σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας. Πράγματι, επέτυχε μια ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του προσφεύγοντα από τη μια πλευρά και, από την άλλη πλευρά, αυτά των άλλων προσώπων που επιθυμούσαν να εισαχθούν στην εν λόγω σχολή καθώς και αυτά του κοινωνικού συνόλου γενικότερα.
61. Κατά συνέπεια, δεν στοιχειοθετείται παραβίαση αναφορικά με το εν λόγω τμήμα της προσφυγής που σχετίζεται με τον όγδοο προσφεύγοντα.
II. Η ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
62. Η πρώτη προσφεύγουσα διαμαρτυρήθηκε για μη δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας και ειδικότερα για το μη δίκαιο αποτελέσμά της, για το γεγονός ότι το εσωτερικό δικαστήριο παρέλειψε να εισαγάγει προδικαστική ερώτηση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο προκειμένου να εξασφαλίσει τη συμβατότητα των μέτρων με το δίκαιο της ΕΕ, καθώς και για την έλλειψη των λόγων για τους οποίους η απόφαση της 28ης Απριλίου 2009 δεν παρείχε απαντήσεις σε όλα της τα επιχειρήματα. Επικαλέστηκε το Άρθρο 6§ 1 της Σύμβασης, το οποίο αναφέρει σχετικά τα εξής:
«1. Σε περιπτώσεις αμφισβήτησης των αστικών του δικαιωμάτων και υποχρεώσεων...κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί η υπόθεσή του δίκαια και δημόσια, εντός εύλογης προθεσμίας, από ένα ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα. »
63. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το γεγονός ότι η πρώτη προσφεύγουσα άσκησε το ειδικό ένδικο βοήθημα ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας το 2007, δεν συνιστά έναρξη διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίων εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 6 της Σύμβασης (βλ. Nardella κατά Ιταλίας (απόφ.), αρ. 45814/99, ΕΔΔΑ 1999‑VII, και Nasalli Rocca (απόφ.), όπ.π.) και κατά συνέπεια η διάταξη δεν είναι εφαρμοστέα.
64. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός είναι καθ’ύλην ασύμβατος με τις διατάξεις της Σύμβασης σύμφωνα με το νόημα του Άρθρου 35 § 3 και θα πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το Άρθρο 35 § 4 της Σύμβασης.
III. Η ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 14 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
65. Οι προσφεύγοντες (εκτός από την πρώτη προσφεύγουσα) διαμαρτυρήθηκαν για διάκριση σε βάρος τους κατά το Άρθρο 14, το οποίο ορίζει τα εξής:
“ Η χρήση των αναγνωριζόμενων στην παρούσα Σύμβαση δικαιωμάτων και ελευθεριών πρέπει να εξασφαλίζεται ασχέτως διάκρισης φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, σχέσης με εθνική μειονότητα, περιουσίας, γέννησης ή άλλης κατάστασης.”
66. Οι προσφεύγοντες προέβαλαν ότι οι πρόσφατοι απόφοιτοι της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είχαν περισσότερες πιθανότητες να επιτύχουν σε εξετάσεις που βασίζονται σε αξιολόγηση γνώσεων και ειδικότερα γνώσεων που βασίζονται στη διδακτέα ύλη της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι για το λόγο αυτό το σύστημα βασιζόταν σε διακρίσεις λόγω ηλικίας.
67. Το Δικαστήριο διατυπώνει ότι το πανεπιστήμιο είναι ίδρυμα που βασίζεται στη γνώση και για το λόγο αυτό δεν θα πρέπει να θεωρείται μη εύλογη ή αυθαίρετη η καθιέρωση εξετάσεων που βασίζονται στην αξιολόγηση των γνώσεων. Επιπλέον, δεν προκύπτει από πουθενά ότι πρόσωπα μιας συγκεκριμένης ηλικίας έκριναν ότι η συμμετοχή στις εξετάσεις ήταν πιο δύσκολη από ό,τι για κάποια άλλα. Ο ισχυρισμός είναι συνεπώς ανυπόστατος. Τέλος, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η υποκειμενική γνώμη που μπορεί να σχηματίσει κάποιος υποψήφιος για τις εξετάσεις δεν είναι ικανή να δημιουργήσει από μόνη της ζήτημα παραβίασης του Άρθρου 14.
68. Συνακόλουθα, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός είναι καταφανώς αβάσιμος και απορριπτέος σύμφωνα με το Άρθρο35 §§ 3 και 4 της Σύμβασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
1. Κηρύσσει ομόφωνα παραδεκτές τις προσφυγές ως προς το άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 της Σύμβασης και απαράδεκτες ως προς το υπόλοιπο μέρος τους.
2. Αποφαίνεται,με 6 ψήφους έναντι μιας, ότι δεν υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 2 του Πρωτοκόλλου 1 της Σύμβασης
3. Αποφαίνεται ομόφωνα ότι δεν υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 2 του Πρωτοκόλλου 1 της Σύμβασης αναφορικά με την προσφυγή του όγδοου προσφεύγοντα.
Συντάχθηκε στην Αγγλική γλώσα και κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 2 Απριλίου 2013, σύμφωνα με το Άρθρο 77§§ 2 και 3 του Κανονισμού του Δικαστηρίου.
Françoise Elens-PassosDanutė Jočienė Αναπληρώτρια Γραμματέας Πρόεδρος
Σύμφωνα με το Άρθρο Article 45 § 2 της Σύμβασης και το Άρθρο 74 του Κανονισμού του Δικαστηρίου, η μερικώς αποκλίνουσα γνώμη του Δικαστή Pinto de Albuquerque παρατίθεται ως παράρτημα στην παρούσα απόφαση.
D.J.
F.E.P.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Αριθμοί προσφυγών
Ημερομηνία κατάθεσης
Όνομα, ημερομηνία γέννησης, κατοικία
25851/09
18/05/2009
Claudia TARANTINO
22/07/1988
Παλέρμο
29284/09
02/11/2009
Giuseppe REITANO
30/01/1973
Κατάνια
64090/09
16/11/2009
Laura AZIZ
22/10/1985
Μιλάνο
Maurizio BRANCADORI
01/06/1966
Ματσεράτα
Massimo CROSIA
21/01/1969
Πιατσέντσα
Massimo FILETTI
11/12/1967
Κατάνια
Pasqualino LA MELA
24/04/1969
Κατάνια
Carmelo MARCUZZO
23/11/1974
Συρακούσες
© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013.
Οι επίσημες γλώσσες του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι τα αγγλικά και τα γαλλικά. Η παρούσα μετάφραση δε δεσμεύει το Δικαστήριο ούτε το Δικαστήριο φέρει ευθύνη για την ποιότητά της. Είναι διαθέσιμη στη βάση δεδομένων HUDOC της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων () ή σε οποιαδήποτε άλλη βάση δεδομένων με την οποία το Δικαστήριο την έχει μοιρασθεί. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή της για μη εμπορικούς σκοπούς υπό τον όρο ότι γίνεται αναφορά στον πλήρη τίτλο της υπόθεσης, καθώς και στην ανωτέρω ένδειξη copyright/ πνευματικών δικαιωμάτων. Για εμπορική χρήση οποιουδήποτε μέρους αυτής της μετάφρασης παρακαλώ επικοινωνήστε με το publishing@.
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013.
The official languages of the European Court of Human Rights are English and French. This translation does not bind the Court, nor does the Court take any responsibility for the quality thereof. It may be downloaded from the HUDOC case-law database of the European Court of Human Rights () or from any other database with which the Court has shared it. It may be reproduced for non-commercial purposes on condition that the full title of the case is cited, together with the above copyright indication. If it is intended to use any part of this translation for commercial purposes, please contact publishing@.
© Conseil de I’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013.
Les langues officielles de la Cour européenne des droits de l’homme sont le français et l’anglais. La présente traduction ne lie pas la Cour, et celle-ci décline toute responsabilité quant à sa qualité. Elle peut être téléchargée à partir de HUDOC, la base de jurisprudence de la Cour européenne des droits de l’homme (), ou de toute autre base de données à laquelle HUDOC l’a communiquée. Elle peut être reproduite à des fins non commerciales, sous réserve que le titre de l’affaire soit cité en entier et s’accompagne de l’indication de copyright ci-dessus. Toute personne souhaitant se servir de tout ou partie de la présente traduction à des fins commerciales est invitée à le signaler à l’adresse suivante : publishing@.
Full & Egal Universal Law Academy