Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
Υπόθεση T.T.
Κατά
Ελλάδας
(Προσφυγή υπ’αρ. 26452/11)
Απόφαση
Στρασβούργο, 31 Ιουλίου 2014
Η απόφαση αυτή θα γίνει οριστική υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 44§2 της Σύμβασης. Μπορεί να επέλθουν μερικές αλλαγές ως προς την μορφή.
Στην υπόθεση T. κατά Ελλάδας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των δικαιωμάτων του ανθρώπου (Πρώτο Τμήμα), συνεδρίασε σε Τμήμα με την ακόλουθη σύνθεση :
Isabelle Berro-Lefèvre, Πρόεδρο,
Khanlar Hajiyev,
Mirjana Lazarova Trajkovska,
Julia Laffranque,
Paulo Pinto de Albuquerque,
Λίνο Αλέξανδρο Σισιλιάνο,
Erik Møse, Δικαστές,
και με τη σύμπραξη του Søren Nielsen, Γραμματέα Τμήματος,
Αφού διασκέφθηκε σε Συμβούλιο στις 8 Ιουλίου 2014,
Εξέδωσε την ακόλουθη απόφαση που υιοθετήθηκε την ημερομηνία αυτή:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1.Η υπόθεση προέκυψε μετά από προσφυγή (αρ. προσφυγής 26452/11) που άσκησε κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας ένας Γεωργιανός υπήκοος, ο κ. T. T.(« ο προσφεύγων »), ο οποίος προσέφυγε στο Δικαστήριο στις 15 Απριλίου 2011 δυνάμει του άρθρου 34 της Σύμβασης προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών (« η Σύμβαση »).
2. Ο προσφεύγων εκπροσωπήθηκε από τον κ. Θ. Τσιάτσιο, δικηγόρο μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Η ελληνική κυβέρνηση (« η Κυβέρνηση ») εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους της, τον κ. Ι.Μπακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και τον κ. Δ. Καλόγηρο, Δικαστικό Αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Αν και ενημερώθηκε για το δικαίωμά της να συμμετέχει στη διαδικασία (άρθρα 36 § 1 της Σύμβασης και 44 § 1 του Κανονισμού) η Γεωργιανή Κυβέρνηση δεν απάντησε.
3. Ο προσφεύγων επικαλείται ειδικότερα παραβιάσεις των άρθρων 3 και 5 της Σύμβασης.
4. Στις 9 Μαΐου 2012, η προσφυγή κοινοποιήθηκε στην Κυβέρνηση.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ
I. ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
A. Η κράτηση του προσφεύγοντος ενόψει απέλασής του και οι σχετικές προσφυγές
5. Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1970 και είναι κάτοικος Θεσσαλονίκης.
6. Στις 20 Μαΐου 2004, εισήλθε στην ελληνική επικράτεια με τίτλο παραμονής ισχύος δύο μηνών (αρ. θεωρήσεως 1846356). Στις 17 Απριλίου 2006, ζήτησε από τη διοίκηση τίτλο παραμονής. Στις 16 Ιουλίου 2007 η αίτησή του απορρίφθηκε λόγω του ότι η σφραγίδα που είχε τεθεί στο διαβατήριο του προσφεύγοντος είχε κωδικό διαφορετικό από εκείνον που χρησιμοποιούσαν οι αρμόδιες αρχές κατά την είσοδό του στην ελληνική επικράτεια. Το 2009, ο προσφεύγων καταδικάστηκε για χρήση πλαστού εγγράφου σε οκτώ μήνες φυλάκισης με αναστολή (απόφαση αρ. 6118/2009). Στις 22 Ιουλίου 2009, συνελήφθη από την αστυνομία της Θεσσαλονίκης, επειδή δεν είχε έγκυρο τίτλο παραμονής.
7. Στις 25 Ιουλίου 2009, ο αρμόδιος αξιωματικός αλλοδαπών Θεσσαλονίκης διέταξε την απέλαση του προσφεύγοντος και την κράτησή του εν όψει απέλασης, βάσει του άρθρου 76 του Νόμου 3386/2005, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 48 § 2 του Νόμου 3772/2009, λόγω του ότι διέμενε στην Ελλάδα χωρίς να διαθέτει τα απαραίτητα διοικητικά έγγραφα (διάταξη αρ. 345536/2-γ). Στις 27 Ιουλίου 2009, δυνάμει της απόφασης αρ. 904/2009 της Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, διατάχθηκε η άρση της κράτησης του προσφεύγοντος και έλαβε διαταγή να εγκαταλείψει την ελληνική επικράτεια εντός προθεσμίας τριάντα ημερών.
8. Στις 10 Απριλίου 2010, ο προσφεύγων συνελήφθη και πάλι από την αστυνομία Θεσσαλονίκης επειδή δεν έφυγε από τη χώρα εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Τέθηκε σε προσωρινή κράτηση στους χώρους της Αστυνομικής Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης ενόψει της απέλασης που διατάχθηκε με τη διάταξη αρ. 345536/2-γ.
9. Στις 14 Απριλίου 2010, ο προσφεύγων υπέβαλε αντιρρήσεις ενώπιον της Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της συνέχισης της κράτησής του. Υποστήριζε ιδίως ότι δεν αποτελούσε κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και ότι δεν ήταν ύποπτος φυγής. Υποστήριζε ότι είχε μόνιμη και γνωστή κατοικία στη Θεσσαλονίκη και ότι εργαζόταν εκεί ως χτίστης. Προσέθετε ότι η απέλασή του στη Γεωργία θα είχε δυσμενείς συνέπειες στην οικογενειακή του ζωή, δεδομένου ότι ζούσε στη Θεσσαλονίκη με την οικογένειά του. Στις 19 Απριλίου 2010, η Πρόεδρος του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απέρριψε τις αντιρρήσεις του προσφεύγοντος. Ειδικότερα δέχθηκε ότι τα επιχειρήματά του δεν αρκούσαν για να αποδείξουν ότι δεν ήταν ύποπτος φυγής σε περίπτωση που θα αφηνόταν ελεύθερος. Πράγματι, μολονότι μια προθεσμία τριάντα ημερών είχε ταχθεί στον προσφεύγοντα για να φύγει από τη χώρα, αυτός δεν την τήρησε και έτσι ήταν υπεύθυνος για τη σύλληψή του (απόφαση αρ. 463/2010).
10. Στις 15 Απριλίου 2010, οι ελληνικές αρχές ζήτησαν από το Προξενείο της Γεωργίας στη Θεσσαλονίκη την έκδοση ταξιδιωτικού εγγράφου στο όνομα του προσφεύγοντος για να μπορέσουν να προβούν στην απέλασή του.
11. Στις 15 Μαΐου 2010, ο προσφεύγων κατέθεσε στη Διεύθυνση Αλλοδαπών της Θεσσαλονίκης αίτηση ασύλου που απορρίφθηκε στις 28 Μαΐου 2010 (απόφαση αρ. 345536/4-Γ’).
12. Στις 8 Ιουνίου 2010, ο προσφεύγων κατέθεσε ενώπιον της Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών νέες αντιρρήσεις κατά της κράτησής του και ζήτησε την ανάκληση της απόφασης αρ. 463/2010. Επανέλαβε τα επιχειρήματά του σχετικά με το ότι δεν υπήρχε κίνδυνος διαφυγής και πρόσθεσε επίσης ότι η απέλασή του δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί, αφού είχε καταθέσει αίτηση ασύλου. Ανέφερε επίσης ότι είχε την πρόθεση να προσφύγει κατά της απόφασης αρ. 345536/4-Γ’ ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Στις 14 Ιουνίου 2010, οι αντιρρήσεις του απορρίφθηκαν. Η πρόεδρος του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών επικύρωσε την απόφαση αρ. 463/2010 και προσέθεσε ότι η αίτηση ασύλου ήταν καταχρηστική, δεδομένου ότι αποσκοπούσε στο να παρεμποδίσει την απέλαση του προσφεύγοντος (απόφαση αρ. 723/2010).
13. Στις 4 Αυγούστου 2010, το Προξενείο της Γεωργίας εξέδωσε το αιτούμενο ταξιδιωτικό έγγραφο στο όνομα του προσφεύγοντος. Στις 6 Αυγούστου 2010, μεταφέρθηκε στους χώρους της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής (Πέτρου Ράλλη) ενόψει της απέλασή του. Στις 7 Αυγούστου 2010, ο προσφεύγων κατέθεσε νέα αίτηση ασύλου που απορρίφθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Η αρμόδια αρχή έκρινε μεταξύ άλλων ότι ο προσφεύγων είχε κάνει καταχρηστική αίτηση ασύλου με σκοπό να διευκολύνει την παραμονή του στην ελληνική επικράτεια (απόφαση αρ. 4/89008).
14. Στις 10 Οκτωβρίου 2010, δυνάμει απόφαση του Διευθυντή της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής, η διάρκεια της κράτησης του προσφεύγοντος παρατάθηκε έως δώδεκα μήνες. Στις 14 Οκτωβρίου 2010, ο προσφεύγων προσέφυγε ενώπιον του προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών με νέες αντιρρήσεις κατά της κράτησής του. Επανέλαβε τα επιχειρήματά του όσον αφορά την απουσία κινδύνου διαφυγής και παραπονέθηκε για τις άθλιες συνθήκες κράτησής του. Την ίδια ημέρα απορρίφθηκαν οι αντιρρήσεις του (απόφαση αρ. 1422/2010).
15. Στις 24 Ιανουαρίου 2011, ο προσφεύγων κατέθεσε αίτηση άρσης της κράτησής του. Στις 25 Ιανουαρίου 2011, ο Πρόεδρος του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά έκανε δεκτές τις αντιρρήσεις του και διέταξε την απόλυση του προσφεύγοντος (απόφαση αρ. 60/2011).
16. Στις 18 Φεβρουαρίου 2011, ο προσφεύγων άσκησε, δυνάμει του Προεδρικού Διατάγματος 114/2010 το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 22 Νοεμβρίου 2010, προσφυγή κατά της απόρριψης της αίτησής ασύλου του. Στις 12 Μαρτίου 2012, η αρμόδια επιτροπή έκρινε ότι ο προσφεύγων είχε παραιτηθεί σιωπηρώς από την προσφυγή του, δεδομένου ότι δεν παρουσιάστηκε την ίδια ημέρα ενώπιόν της σύμφωνα με την πρόσκληση που είχε λάβει.
17. Στις 23 Μαΐου 2012, ο προσφεύγων συνελήφθη και πάλι λόγω του ότι δεν είχε τίτλο παραμονής για την ελληνική επικράτεια. Στις 26 Μαΐου 2012 διατάχθηκε η απέλασή του και τέθηκε σε κράτηση ενόψει της απέλασής του στους χώρους της Αστυνομικής Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης.
18. Την 1η Ιουνίου 2012 ο προσφεύγων προσέφυγε στην Πρόεδρο του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αντιρρήσεις κατά της κράτησής του. Παραπονέθηκε ιδίως για τις παραλείψεις κατά τη διαδικασία εξέτασης της αίτησής ασύλου του και υποστήριξε ότι οι αρμόδιες αρχές δεν έπρεπε να θεωρήσουν ότι η αίτηση ασύλου του είχε διακοπεί. Στις 5 Ιουνίου 2012, η Πρόεδρος του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απέρριψε τις αντιρρήσεις του προσφεύγοντος κατά της κράτησής του. Δέχτηκε μεταξύ άλλων ότι στις 12 Μαρτίου 2012, η αρμόδια επιτροπή είχε εκδώσει πράξη διακοπής της εξέτασης της αίτησης ασύλου του προσφεύγοντος λόγω του ότι ο τελευταίος δεν παρουσιάστηκε ενώπιόν της. Επιπλέον, ο προσφεύγων δεν είχε ζητήσει από την επιτροπή να επαναλάβει την εξέταση του αιτήματος ασύλου του εντός προθεσμίας εξήντα ημερών που προέβλεπε η οικεία νομοθεσία. Η Πρόεδρος του Διοικητικού Πρωτοδικείου έκρινε επίσης ότι στο παρελθόν ο προσφεύγων δεν είχε συμμορφωθεί με την απόφαση της αρμόδιας δικαστικής αρχής η οποία διέταξε την απόλυσή του επιβάλλοντάς του συγχρόνως να αναχωρήσει από την ελληνική επικράτεια εντός προθεσμίας τριάντα ημερών. Στηριζόμενη στους λόγους αυτούς, η Πρόεδρος του Διοικητικού Πρωτοδικείου κατέληξε ότι ο προσφεύγων ήταν εκ νέου ύποπτος φυγής (απόφαση αρ. 269/2012).
19. Στις 29 Ιουνίου 2012, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης διέταξε την άρση της κράτησης του προσφεύγοντος (απόφαση αρ. 320/2012). Την 1η Ιανουαρίου 2013, ο προσφεύγων εγκατέλειψε την ελληνική επικράτεια και εισήλθε στην Τουρκία.
B. Οι συνθήκες κράτησης του προσφεύγοντος στους χώρους της Αστυνομικής Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης και της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής (Πέτρου Ράλλη)
1. Η εκδοχή του προσφεύγοντος
20. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι κρατήθηκε από τις 10 Απριλίου ως τις 5 Αυγούστου 2010 και από τις 26 Μαΐου ως τις 29 Ιουνίου 2012 στην Αστυνομική Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης. Κρατήθηκε επίσης από τις 6 Αυγούστου 2010 ως τις 25 Ιανουαρίου 2011 στην Αστυνομική Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών Αττικής. Υποστηρίζει μεταξύ άλλων ότι τα κελιά στα οποία κρατήθηκε δεν αερίζονταν επαρκώς και δεν είχαν αρκετό φως. Αναφέρει ότι κρατήθηκε σε μικρά κελιά μαζί με άλλους δεκαπέντε με είκοσι κρατούμενους. Ο αέρας ήταν υγρός και δυσώδης, κυρίως λόγω της παρουσίας καπνιστών. Επίσης επισημαίνει την έλλειψη χώρου για προαυλισμό και σωματική άσκηση. Οι κρατούμενοι δεν είχαν καμία δραστηριότητα αναψυχής. Υποστηρίζει ότι οι χώροι ήταν ανθυγιεινοί και ότι τα ντους και οι τουαλέτες δεν επαρκούσαν. Αναφέρει ότι δεν υπήρχε εστίαση για τους κρατούμενους από τη σωφρονιστική υπηρεσία και υποστηρίζει ότι δικαιούταν μόνο ένα ποσό που κυμαινόταν από 5,87 έως 5,95 ευρώ την ημέρα για να παραγγείλει γεύματα που ετοιμάζονταν και παραδίδονταν απ’ έξω.
2. Η εκδοχή της Κυβέρνησης
21. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, οι χώροι της Υποδιεύθυνσης αλλοδαπών Θεσσαλονίκης περιλαμβάνουν εννιά κελιά που λειτουργούν από το 2001, καθένα επιφάνειας 8,85 τ. μ. Κάθε κελί έχει δύο τουαλέτες και νιπτήρες με ζεστό νερό στους οποίους οι κρατούμενοι είχαν πρόσβαση όλη την ημέρα. Όσον αφορά την Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών Αττικής (Κέντρο Κράτησης της Πέτρου Ράλλη), η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της κράτησής του ο προσφεύγων κρατήθηκε σε ένα κελί για πέντε άτομα επιφάνειας 12 τ.μ., που είχε τουαλέτα και ντους, με τον απαιτούμενο αερισμό και φωτισμό και με σύστημα κλιματισμού ζεστού και κρύου αέρα.
II. ΤΟ ΟΙΚΕΙΟ ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ
A. Το εθνικό δίκαιο
22. Ως προς το θέμα αυτό το Δικαστήριο αναφέρεται κυρίως στις παραγράφους 27-33 της απόφασης C.D. και λοιποί κατά Ελλάδας (αρ. 33441/10, 33468/10 και 33476/10, 19 Δεκεμβρίου 2013).
B. Οι εκθέσεις διεθνών οργανισμών
1. Όσον αφορά την Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης
α) Οι διαπιστώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πρόληψης των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας (CPT) μετά την επίσκεψή της της 17-19 Σεπτεμβρίου 2009 στα αστυνομικά κρατητήρια και τα κέντρα κράτησης αλλοδαπών
23. Στην έκθεσή της της 17ης Νοεμβρίου 2010, η Επιτροπή (CPT) ανέφερε ότι οι σχετικές με τη διατροφή των κρατουμένων ρυθμίσεις εξακολουθούσαν να είναι ακατάλληλες. Με το ποσό των 5,87 ευρώ ανά ημέρα δεν μπορούσαν να αγοράσουν παρά μόνον μερικά σάντουιτς και ένα μπουκάλι νερό, πράγμα αρκετό για αυτούς που κρατούνταν για μικρό χρονικό διάστημα, αλλά που δεν αρκούσε για όσους κρατούνταν για μεγάλο χρονικό διάστημα.
β) Η Έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας του 2010
24. Στην Έκθεσή της που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2010 με τον τίτλο « Παράνομοι μετανάστες και αιτούντες άσυλο που κρατούνται συστηματικά σε ακατάλληλες συνθήκες», η Διεθνής Αμνηστία αναφέρεται στον υπερπληθυσμό, την έλλειψη κρεβατιών και την αδυναμία σωματικής άσκησης στην Αστυνομικής Διεύθυνση Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης. Η Έκθεση περιλαμβάνει επίσης συνεντεύξεις με αλλοδαπούς κρατούμενους στη Θεσσαλονίκη το 2009 και αρχές του 2010. Σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, υπήρχαν περίπου είκοσι πέντε και τριάντα άτομα ανά κελί, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα για δραστηριότητες αναψυχής ενώ η ποιότητα των γευμάτων δεν ήταν ικανοποιητική (σελίδα 37 της Έκθεσης).
2. Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών Αττικής (Κέντρο Κράτησης Πέτρου Ράλλη)
α) Οι διαπιστώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πρόληψης των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας (CPT)
25. Μετά την επίσκεψή της στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 2008, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρόληψης των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας (CPT) διαπίστωσε στην έκθεσή της που δημοσιεύθηκε το 2009 ότι, την ημερομηνία της επίσκεψής της, το κέντρο της Πέτρου Ράλλη φιλοξενούσε 173 άντρες, 65 γυναίκες και 19 ανηλίκους ενώ η δυναμικότητά του ήταν για 208 άντρες, 150 γυναίκες και 19 ανηλίκους. Σύμφωνα με την έκθεση, οι κρατούμενοι ήταν περιορισμένοι στα κελιά τους είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο λόγω του ότι ο χώρος προαυλισμού δεν πληρούσε τους κανόνες ασφαλείας. Η Επιτροπή (CPT) επεσήμανε ότι δεν υπήρχε χώρος για αναψυχή ή για δραστηριότητες, ότι το μεγαλύτερο μέρος των κλινοσκεπασμάτων ήταν βρώμικο, ότι οι νεοαφιχθέντες δεν είχαν καθαρά σεντόνια και κουβέρτες και ότι δεν υπήρχε WC στα κελιά. Πολλοί κρατούμενοι είχαν δηλώσει ότι η πρόσβαση στις τουαλέτες τη νύχτα ήταν προβληματική.
26. Μετά την επίσκεψή της στην Ελλάδα, τον Σεπτέμβριο του 2009, η Επιτροπή (CPT), στην έκθεσή της που δημοσιεύθηκε το 2010, ανέφερε τα εξής :
« (..)
68. Το κέντρο της Πέτρου Ράλλη εξακολουθεί να είναι ακατάλληλος χώρος για την κράτηση παράνομων αλλοδαπών μεταναστών για μεγάλα χρονικά διαστήματα, όπως το είχε επισημάνει η CPT πριν ακόμα ανοίξει επίσημα το 2005. Το 2009, το κέντρο φιλοξενούσε 218 άρρενες κρατούμενους, 77 ενήλικες γυναίκες και 5 ανήλικες, γεγονός που καθιστά τον άρρενα πληθυσμό ελαφρώς ανώτερο της δυναμικότητάς του που είναι για 208 άντρες· ορισμένοι από τους άρρενες κρατούμενους κοιμόντουσαν σε στρώματα στο πάτωμα. Παρόλα αυτά, η γενική κατάσταση από πλευράς υγιεινής ήταν αισθητά καλύτερη απ’ ό,τι στο παρελθόν και η πρόσβαση στις τουαλέτες, ακόμα και τη νύχτα, δεν παρουσίαζε ιδιαίτερο πρόβλημα χάρις στη συνεχή παρουσία αστυνομικών στους διαδρόμους.
Η αποστολή της CPT σημείωσε επίσης ότι ήταν τώρα δυνατός ο προαυλισμός στην εξωτερική αυλή, ακόμη και αν οι κρατούμενοι δεν είχαν πρόσβαση σε αυτή όλες τις ημέρες.
(..)
70. Ένα κοινό πρόβλημα σε όλα τα ειδικά κέντρα [κράτησης] για παράνομους αλλοδαπούς και τα κέντρα κράτησης της αστυνομίας στα οποία πραγματοποιήθηκε επίσκεψη ήταν η δυσκολία που είχαν οι κρατούμενοι να διατηρούν την καθαριότητα λόγω ανεπαρκούς ποσότητας απορρυπαντικών και ειδών ατομικής υγιεινής. Σε ορισμένα κέντρα λίγα μόνο σαπούνια, απορρυπαντικό σε σκόνη και μερικές φορές σαμπουάν σε σκόνη προσφερόταν στους κρατούμενους ενώ σε άλλα μόνον σαπούνι. Επίσης το χαρτί υγείας δεν χορηγούνταν σε τακτική βάση. Οι κρατούμενοι έπρεπε να αγοράζουν οι ίδιοι άλλα προϊόντα υγιεινής όπως οδοντόβουρτσες ή οδοντόπαστες. Τα ξυριστικά είδη δεν επιτρέπονταν και όταν μπορούσαν να τα πάρουν από το προσωπικό, οι κρατούμενοι τα χρησιμοποιούσαν από κοινού.
Ενόψει της αμφίβολης κατάστασης υγείας πολλών από τους ενδιαφερομένους, η Επιτροπή (CPT) επαναλαμβάνει στις ελληνικές αρχές ότι είναι απαραίτητο να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της προσωπικής υγιεινής κατά προτεραιότητα. »
27. Μετά την επίσκεψή της στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 2011, η Επιτροπή (CPT), στην έκθεσή της που δημοσιεύθηκε το 2012, ανέφερε τα εξής :
« 13. Η Επιτροπή (CPT) αναγνωρίζει τις δυσκολίες που συναντούν οι ελληνικές αρχές στην αντιμετώπιση της διαρκούς εισροής παράνομων μεταναστών. Ωστόσο, οι συνθήκες υπό τις οποίες κρατούνται οι παράνομοι μετανάστες φαίνεται να αποτελούν ηθελημένη πολιτική των αρχών προκειμένου να δώσουν ένα σαφές μήνυμα ότι μόνο τα άτομα που έχουν τα απαραίτητα έγγραφα ταυτότητας θα πρέπει να επιχειρούν να εισέλθουν στην Ελλάδα. Αυτή είναι η εντύπωση που έχουν σχηματίσει οι διαδοχικές αποστολές της CPT από την επίσκεψή της το 2005.
Κατ’ αρχήν, ο σχεδιασμός των χώρων κράτησης στους οποίους κρατούνται οι μετανάστες δεν είναι σύμφωνος με τις προδιαγραφές που έχει επισημάνει η Επιτροπή (CPT) από το 1997. Ο σχεδιασμός «τύπου φυλακής» νέων κέντρων κράτησης όπως αυτά του Ασπροπύργου, της Πέτρου Ράλλη και του Φυλακίου είναι απολύτως ακατάλληλος – κελιά με σίδερα από το πάτωμα έως την οροφή που δεν εξασφαλίζουν ιδιωτικότητα, αφού η επικοινωνία με το σωφρονιστικό προσωπικό γίνεται συνήθως μέσα από τα σίδερα».
β) Η δημόσια δήλωση της Επιτροπής (CPT)
28. Στη δημόσια δήλωσή της τής 15ης Μαρτίου 2011, η οποία έγινε βάσει του άρθρου 10 § 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την πρόληψη των βασανιστηρίων και των ποινών ή της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης, η Επιτροπή (CPT) ανέφερε κυρίως τα εξής :
« (..)
3. Οι εκθέσεις οι σχετικές με τις επισκέψεις του 2005, 2007, 2008 και 2009 σκιαγραφούν την ίδια κατάσταση πολύ άσχημων συνθηκών στις οποίες κρατούνταν οι παράνομοι μετανάστες στα κρατητήρια της αστυνομίας και σε άλλους ακατάλληλους χώρους, συχνά εγκαταλελειμμένες αποθήκες, για περιόδους που μπορεί να φτάσουν τους έξι μήνες, ή ακόμη και για μεγαλύτερες περιόδους, χωρίς καμία δυνατότητα για σωματική άσκηση υπαιθρίως ή δυνατότητα να επιδοθούν σε δραστηριότητες ενώ δεν λαμβάνανε τις κατάλληλες υγειονομικές φροντίδες. Οι συστάσεις για βελτίωση της κατάστασης συνέχισαν να μη λαμβάνονται υπόψη. Παρόλο που μεγάλος αριθμός παράνομων αλλοδαπών καταφτάνει στην Ελλάδα από τα ανατολικά εδαφικά και θαλάσσια σύνορα επί πολλά χρόνια, δεν έχει ληφθεί κανένα μέτρο έτσι ώστε να υιοθετηθεί μια συντονισμένη και παραδεκτή λύση σχετικά με την κράτησή τους και την ανάληψη της φροντίδας τους.
4. Η αδράνεια από πλευράς ελληνικών αρχών απέναντι στην απαραίτητη εφαρμογή των συστάσεων της Επιτροπής (CPT) σχετικά με τους παράνομους αλλοδαπούς οδήγησε την Επιτροπή (CPT) να κινήσει τον Νοέμβριο του 2008 τη διαδικασία για την υιοθέτηση δημόσιας δήλωσης. Μετά την περιοδική επίσκεψη του Σεπτεμβρίου 2009, η διαδικασία αυτή επεκτάθηκε για να καλύψει και την κατάσταση του σωφρονιστικού συστήματος. Πράγματι οι διαπιστώσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια της επίσκεψης αυτής έδειξαν ότι οι ανησυχίες που εξέφρασε η Επιτροπή (CPT) στις προηγούμενες εκθέσεις της δεν είχαν ληφθεί υπόψη και ότι στην πραγματικότητα οι συνθήκες στα σωφρονιστικά ιδρύματα είχαν επιδεινωθεί κι άλλο· πρέπει να αναφερθεί ιδιαίτερα η σοβαρότητα του υπερπληθυσμού των φυλακών, η έλλειψη προσωπικού και οι ελλείψεις στις υγειονομικές φροντίδες
(..)
6. Οι ελληνικές αρχές συνέχισαν να επαναλαμβάνουν ότι λαμβάνονταν μέτρα για τη βελτίωση της κατάστασης. Έτσι, με έγγραφό τους της 23ης Νοεμβρίου, 2009, ενημέρωσαν την Επιτροπή ( CPT) ότι έθεταν τέλος στην διοικητική κράτηση των παράνομων αλλοδαπών στα αστυνομικά κρατητήρια και στους χώρους κράτησης των συνοριακών φυλακίων και ότι στο μέλλον, τα άτομα αυτά θα τοποθετούνταν σε χώρους κράτησης ειδικά σχεδιασμένους για τον σκοπό αυτό. (..)
7. Δυστυχώς, οι διαπιστώσεις της Επιτροπής (CPT) κατά την τελευταία επίσκεψή της στην Ελλάδα, τον Ιανουάριο του 2011, έδειξαν ότι οι πληροφορίες που προσκόμισαν οι αρχές δεν ήταν αξιόπιστες. Οι Αστυνομικές Διευθύνσεις και τα Συνοριακά Φυλάκια φιλοξενούσαν ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό παράνομων μεταναστών σε ακόμη χειρότερες συνθήκες. (..) »
γ) Η έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες
29. Στην έκθεσή της του Νοεμβρίου του 2010 για την Ελλάδα, η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών ανέφερε ότι ο υπερπληθυσμός και οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης στα κέντρα κράτησης αλλοδαπών και στα συνοριακά φυλάκια είχαν επιδεινωθεί από τότε που τέθηκε σε ισχύ το 2009 ο νέος νόμος για την κράτηση των αλλοδαπών. Ο νόμος παρέτεινε την μέγιστη περίοδο κράτηση σε έξι ή ακόμη και σε δώδεκα μήνες, γεγονός που επέφερε αύξηση των κρατουμένων. Η επιδείνωση αυτή είναι ιδιαίτερα αισθητή στα κέντρα που βρίσκονται στα σύνορα (ιδίως στον Εύρο), αλλά παρόμοιες συνθήκες παρατηρήθηκαν και στις πόλεις, ιδίως στην Αθήνα (στη Διεύθυνση Αλλοδαπών -Πέτρου Ράλλη-, στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών και σε πολλές Αστυνομικές Διευθύνσεις).
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ
I. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 3 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
30. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι οι συνθήκες κράτησης στους χώρους της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης και της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής (Κέντρο Κράτησης Πέτρου Ράλλη) ήταν απάνθρωπες ή εξευτελιστικές. Αναφέρει ότι κρατήθηκε εκεί από τις 10 Απριλίου 2010 και για περίοδο περίπου δέκα μηνών και παραπονείται για παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης, το οποίο ορίζει τα εξής :
«Ουδείς επιτρέπεται να υπoβληθή εις βασάνους ούτε εις πoιvάς ή µεταχείρισιν απανθρώπoυς ή εξευτελιστικάς.»
A. Επί του παραδεκτού
31. Το Δικαστήριο θυμίζει ότι δυνάμει του άρθρου 35 § 1 της Σύμβασης, δεν μπορεί να επιληφθεί προσφυγής παρά μόνον « εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από της ημερομηνίας της τελεσιδικίας της εσωτερικής απόφασης». Στην υπό κρίση υπόθεση, ο προσφεύγων κρατήθηκε αρχικά στους χώρους κράτησης της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης από τις 10 Απριλίου ως τις 6 Αυγούστου 2010, ημερομηνία κατά την οποία μεταφέρθηκε στην Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών Αττικής (Πέτρου Ράλλη). Στους χώρους αυτούς έμεινε έως τις 25 Ιανουαρίου 2011, οπότε ο Πρόεδρος του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά διέταξε την απόλυσή του. Μετά τη νέα του κράτηση, στις 23 Μαΐου 2012, ο προσφεύγων τέθηκε υπό κράτηση ενόψει απέλασης για έναν περίπου μήνα στους χώρους της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης. Δεδομένου ότι η παρούσα προσφυγή ασκήθηκε στις 15 Απριλίου 2011, εναπόκειται στο Δικαστήριο να εξετάσει εάν η αιτίαση που αντλείται από το άρθρο 3, όσον αφορά την κράτηση του προσφεύγοντος από τις 10 Απριλίου έως τις 6 Αυγούστου 2010 στην Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης είναι εκπρόθεσμη.
32. Το Δικαστήριο επισημαίνει ως προς το θέμα αυτό ότι ο προσφεύγων παραπονείται κυρίως για τα ίδια προβλήματα όσον αφορά τις συνθήκες κράτησής του στην Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης και στο κέντρο της Πέτρου Ράλλη όπου μεταφέρθηκε εν συνεχεία. Συνεπώς, και δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τον φάκελο, δεν υπήρξε σημαντική μεταβολή στις συνθήκες κράτησης του προσφεύγοντος μετά την μεταφορά του στο κέντρο της Πέτρου Ράλλη (βλ., a contrario, Κανάκης κατά Ελλάδος (αρ 2), προσφυγή αρ. 40146/11, § 91, 12 Δεκεμβρίου 2013), το Δικαστήριο κρίνει ότι πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση για « διαρκή κατάσταση » που δικαιολογεί την εξέταση του συνόλου της περιόδου κράτησης για την οποία παραπονείται ο προσφεύγων (Novinskiy κατά Ρωσσίας (déc.), προσφυγή αρ. o 11982/02, § 96, 6 Δεκεμβρίου 2007 Maltabar και Maltabar κατά Ρωσίας, προσφυγή αρ.o 6954/02, § 83, 29 Ιανουαρίου 2009 · Ananyev και λοιποί κατά Ρωσίας, προσφυγές αρ. 42525/07 και 60800/08, § 76, 10 Ιανουαρίου 2012, και Mitrokhin κατά Ρωσίας, προσφυγή αρ. 35648/04, § 38, 24 Ιανουαρίου 2012).
33. Το Δικαστήριο διαπιστώνει, εξάλλου, ότι η αιτίαση η σχετική με τις συνθήκες κράτησης στην Αστυνομική Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης και στο κέντρο της Πέτρου Ράλλη δεν είναι προδήλως αβάσιμη υπό την έννοια του άρθρου 35 § 3 της Σύμβασης. Κρίνει επίσης ότι δεν αντίκειται σε κανένα άλλο λόγο απαραδέκτου. Επομένως θα πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτή.
B. Επί της ουσίας
1. Θέσεις των μερών
α) Η Κυβέρνηση
34. Η Κυβέρνηση παραπέμπει στη δική της εκδοχή των συνθηκών κράτησης του προσφεύγοντος. Όσον αφορά τους χώρους της Αστυνομικής Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης, προσθέτει ότι τα κελιά αεριζόντουσαν επαρκώς και είχαν αρκετό φως, ότι καθαριζόντουσαν κάθε ημέρα ενώ απολύμανση γινόταν κάθε τρεις εβδομάδες Οι κρατούμενοι είχαν στη διάθεσή τους επαρκή αριθμό τηλεοπτικών συσκευών. Όσον αφορά την εστίαση των κρατουμένων, η Κυβέρνηση αναφέρει ότι είχε ανατεθεί σε ιδιωτική εταιρεία η οποία προσέφερε γεύματα ικανοποιητικής ποιότητας. Τέλος, οι κρατούμενοι είχαν τη δυνατότητα να επικοινωνούν με τους έξω είτε με τηλέφωνο είτε με αλληλογραφία. Μπορούσαν να δεχτούν επισκέψεις από τον οικογενειακό ή κοινωνικό τους κύκλο καθώς και από τους δικηγόρους τους σε συγκεκριμένες ημέρες.
35. Όσον αφορά την Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών Αττικής, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι γενικά, οι συνθήκες υγιεινής και καθαριότητας των χώρων ήταν πολύ ικανοποιητικές. Ο αριθμός των τουαλετών και των νιπτήρων ήταν επαρκής και ήταν προσβάσιμες μία φορά κάθε ώρα, ή και πιο συχνά σε περίπτωση ανάγκης. Μια ιδιωτική εταιρεία είχε αναλάβει την καθημερινή καθαριότητα και απολύμανση των χώρων. Εξάλλου, οι κρατούμενοι δικαιούνταν καθαρά κλινοσκεπάσματα, προϊόντα σωματικής υγιεινής καθώς και κάρτες τηλεφώνου για να επικοινωνούν με τις οικογένειές τους ή τον δικηγόρο τους.
36. Κατά την εισαγωγή τους, όλοι οι κρατούμενοι υποβάλλονταν σε ιατρική εξέταση από ιατρούς συνεργαζόμενους με την Μη Κυβερνητική Οργάνωση « Ιατρική παρέμβαση ». Οι κρατούμενοι που υποφέρανε από προβλήματα τα οποία δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν στο θεραπευτήριο μεταφέρονταν στο δημόσιο νοσοκομείο. Επίσης ψυχολόγοι της ίδιας οργάνωσης αναλάμβαναν τους κρατούμενους. Οι αρχές εξασφάλιζαν τη διατροφή των κρατουμένων η οποία περιλάμβανε πρωϊνό, γεύμα και δείπνο. Τα γεύματα ετοιμαζόντουσαν στους χώρους της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής. Τέλος, οι κρατούμενοι μπορούσαν να δέχονται επισκέψεις τέσσερις φορές την εβδομάδα και μπορούσαν να δεχτούν χρήματα ή άλλα αντικείμενα από τους επισκέπτες. Όσον αφορά την επικοινωνία με τους δικηγόρους επιτρεπόταν καθόλη τη διάρκεια της ημέρας. Τέλος, οι κρατούμενοι δικαιούνταν καθημερινό προαυλισμό από ώρα 04.00μ.μ. έως 06.00μ.μ..
β) Ο προσφεύγων
37. Ο προσφεύγων αναφέρεται ιδίως στην απόφαση Bygylashvili κατά Ελλάδας (προσφυγή αρ. 58164/10, 25 Σεπτεμβρίου 2012) όσον αφορά το κέντρο κράτησης της Πέτρου Ράλλη και σε μια χρονική περίοδο κοντινή των επίμαχων πραγματικών περιστατικών και εμμένει στους ισχυρισμούς του ιδιαίτερα ως προς τον υπερπληθυσμό, την ανεπαρκή τροφή και την έλλειψη επαφής με τον εξωτερικό κόσμο (βλ. ανωτέρω παράγραφο 20).
2. Η κρίση του Δικαστηρίου
38. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει πρώτον ότι το άρθρο 3 της Σύμβασης θεσπίζει μία από τις πιο θεμελιώδεις αξίες των δημοκρατικών κοινωνιών. Απαγορεύει κατά τρόπο απόλυτο τα βασανιστήρια και τις απάνθρωπες ή εξευτελιστικές μεταχειρήσεις ή ποινές, ανεξαρτήτως των συνθηκών και των συμπεριφορών του θύματος (βλ. π.χ. Labita κατά Ιταλίας [GC], προσφυγή αρ. 26772/95, § 119, CEDH 2000‑IV).
39. Για να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 μια άσχημη μεταχείριση θα πρέπει να έχει φτάσει σε ένα ελάχιστο όριο βαρύτητας. Η εκτίμηση του ελάχιστου αυτού ορίου είναι σχετική από τη φύση της, εξαρτάται από το σύνολο των δεδομένων της συγκεκριμένης υπόθεσης, ιδίως από την διάρκεια της μεταχείρισης και τις σωματικές ή ψυχικές επιπτώσεις της, καθώς και, ορισμένες φορές από το φύλο, την ηλικία και την υγεία του θύματος (βλ., μεταξύ άλλων, Van der Ven κατά Ολλάνδίας, προσφυγή αρ.o 50901/99, § 47, CEDH 2003‑II). Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε μια μεταχείριση « απάνθρωπη » λόγω του ότι εφαρμόστηκε κατόπιν προμελέτης επί ώρες και είχε προκαλέσει είτε σωματικές βλάβες, είτε έντονες σωματικές ή ψυχικές ταλαιπωρίες · επίσης έκρινε ότι μία μεταχείριση ήταν « εξευτελιστική » επειδή ήταν ικανή να προκαλέσει στα θύματά της αισθήματα φόβου, άγχους και κατωτερότητας ικανά να τα ταπεινώσουν και να τα εξευτελίσουν (Kudła κατά Πολωνίας [GC], προσφυγή αρ. 30210/96, § 92, CEDH 2000‑XI).
40. Τα στερητικά της ελευθερίας μέτρα συνοδεύονται αναπόφευκτα από οδύνη και ταπείνωση. Πρόκειται για μία αναπόφευκτη πραγματική κατάσταση η οποία, δεν επιφέρει από μόνη της παραβίαση του άρθρου 3. Η διάταξη αυτή επιβάλλει ωστόσο στο Κράτος να διασφαλίσει ότι κάθε άτομο κρατείται υπό συνθήκες σύμφωνες με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ότι ο τρόπος κράτησής του δεν το υποβάλλει σε απόγνωση ή σε μια δοκιμασία τέτοιας έντασης που να υπερβαίνει το αναπόφευκτο επίπεδο οδύνης που είναι σύμφυτο με ένα τέτοιο μέτρο και ότι δεδομένων των πρακτικών απαιτήσεων της φυλάκισης, η υγεία του και η ποιότητα ζωής του διασφαλίζονται καταλλήλως (προαναφερθείσα Kudła, §§ 92-94, Ramirez Sanchez κατά Γαλλίας [GC], προσφυγή αρ. 59450/00, § 119, CEDH 2006‑IX).
41. Μολονότι τα Κράτη έχουν το δικαίωμα να θέτουν υπό κράτηση τους υποψήφιους μετανάστες βάσει του « αδιαμφισβήτητου δικαιώματος να ελέγχουν (..) την είσοδο και την παραμονή αλλοδαπών στην επικράτειά τους» (Amuur κατά Γαλλίας, 25 Ιουνίου 1996, § 41, Recueil des arrêts et décisions 1996‑III), το δικαίωμα αυτό πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης (Mahdid και Haddar κατά Αυστρίας (déc.), προσφυγή αρ. 74762/01, CEDH 2005-XIII). Το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του την ιδιαίτερη κατάσταση των προσώπων αυτών όταν καλείται να ελέγξει τον τρόπο εκτέλεσης του μέτρου της κράτησης υπό το πρίσμα των διατάξεων της Σύμβασης (Riad και Idiab κατά Βελγίου, προσφυγές αρ. 29787/03 και 29810/03, § 100, 24 Ιανουαρίου 2008).
42. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι έχει ήδη κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης λόγω του ακατάλληλου χαρακτήρα των συνθηκών κράτησης που επικρατούσαν στα κέντρα κράτησης που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας προσφυγής. Όσον αφορά το κέντρο κράτησης της Πέτρου Ράλλη, έχει ήδη κρίνει στην υπόθεση Bygylashvili ότι οι συνθήκες κράτησης της προσφεύγουσας, η οποία κρατήθηκε από τον Ιούλιο του 2010 έως τον Ιανουάριο του 2011, δεν ήταν σύμφωνες με το άρθρο 3 της Σύμβασης, ιδίως λόγω του υπερπληθυσμού που επικρατούσε στους χώρους κράτησης (προαναφερθείσα Bygylashvili, § 59). Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η εξεταζόμενη περίοδος κράτησης στην προαναφερθείσα απόφαση συμπίπτει εν μέρει με αυτή της κράτησης του προσφεύγοντος στην υπό κρίση υπόθεση. Επίσης, οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος ως προς το κέντρο κράτησης της Πέτρου Ράλλη, για την περίοδο από τον Αύγουστο του 2010 έως τον Ιανουάριο του 2011 καθώς και οι μεταγενέστεροι των πραγματικών περιστατικών περίοδοι, επιβεβαιώνονται από πολλές συγκλίνουσες εκθέσεις διεθνών οργάνων μετά από επισκέψεις που πραγματοποίησαν πριν και μετά την επίμαχη περίοδο.
43. Ειδικότερα, στην έκθεσή της που δημοσιεύθηκε στις 17 Νοεμβρίου 2010, μετά την από 17 έως 29 Σεπτεμβρίου 2009επίσκεψή της στην Ελλάδα, η Επιτροπή (CPT) επεσήμανε μεταξύ άλλων προβλήματα σχετικά με την προσωπική υγιεινή των κρατουμένων. Επίσης, στην έκθεσή της του 2012, η οποία δημοσιεύθηκε μετά την επίσκεψή της στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 2011, η Επιτροπή (CPT) διαπίστωσε ότι ο σχεδιασμός του κέντρου της Πέτρου Ράλλη, όπως και άλλων κέντρων κράτησης, ήταν ακατάλληλος για την κράτηση παράνομων μεταναστών (βλ. ανωτέρω παράγραφο 27). Επίσης, στην έκθεσή της του Νοεμβρίου 2010, η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών επεσήμανε, μεταξύ άλλων, χειροτέρευση των συνθηκών κράτησης στην Διεύθυνση Αλλοδαπών της Πέτρου Ράλλη μετά την έναρξη ισχύος κατά το 2009 του νέου νόμου περί κράτησης παράνομων μεταναστών (βλ. ανωτέρω παράγραφο 29). Τέλος, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η ίδια η Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι ο προσφεύγων χρειάστηκε να μοιραστεί το κελί του επιφάνειας 12 τ.μ. μαζί με άλλους πέντε κρατούμενους. Επομένως είχε στην διάθεσή του προσωπικό χώρο κάτω των 3τ.μ. πράγμα που, κατ’ αρχήν, δικαιολογεί από μόνο του, τη διαπίστωση της παραβίασης του άρθρου 3 (βλ. ανωτέρω παράγραφο 21, καθώς και Σαμαράς και λοιποί κατά Ελλάδας, αρ. 11463/09, § 58, 28 Φεβρουαρίου 2012 Aleksandr Makarov καρά Ρωσσίας, προσφυγή αρ. 15217/07, § 93, 12 Μαρτίου 2009).
44. Όσον αφορά την Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι στην υπόθεση Tabesh κατά Ελλάδας (προσφυγή αρ. 8256/07, απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2009), έκρινε ήδη ότι το γεγονός της κράτησης του ενδιαφερομένου στους χώρους αυτούς για περίοδο τριών μηνών, αρχές του 2007, αποτελούσε εξευτελιστική μεταχείριση υπό την έννοια του άρθρου 3 της Σύμβασης. Το Δικαστήριο επεσήμανε ιδίως τις ανεπάρκειες όσον αφορά τις δραστηριότητες αναψυχής και τη σίτιση του ενδιαφερομένου. Προσέθεσε ότι οι υπό κρίση χώροι κράτησης δεν ήταν χώροι κατάλληλοι για την κράτηση του προσφεύγοντος, κράτηση την οποία έπρεπε να υποστεί λόγω του ότι τέθηκε υπό κράτηση ενόψει της διοικητικής του απέλασης (προαναφερθείσα Tabesh, § 43). Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι κρίσεις του στην απόφαση Tabesh επιβεβαιώνονται όσον αφορά την μεταγενέστερη της απόφασης αυτής περίοδο, από την έκθεση της οργάνωσης «Διεθνής Αμνηστία» η οποία αναφέρεται στην αρχή του έτους αυτού στο πρόβλημα του υπερπληθυσμού, στην αδυναμία δραστηριοτήτων αναψυχής και στην ανεπάρκεια των γευμάτων (βλ. ανωτέρω παράγραφο 24). Επίσης, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι στη δημόσια δήλωσή της τον Ιανουάριο του 2011, η Επιτροπή (CPT) διαπίστωνε γενικά ότι οι Αστυνομικές Διευθύνσεις και τα συνοριακά φυλάκια φιλοξενούσαν όλο και μεγαλύτερο παράνομων αλλοδαπών υπό συνθήκες ακόμη πιο χειρότερες απ’ ό,τι στο παρελθόν (βλ. ανωτέρω παράγραφο 28).
45. Τα στοιχεία αυτά αρκούν στο Δικαστήριο για να συμπεράνει ότι στην υπό κρίση υπόθεση υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης λόγω των γενικών συνθηκών διαβίωσης που επικρατούσαν στους χώρους κράτησης της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης και στην Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών Αττικής (Κέντρο Κράτησης της Πέτρου Ράλλη) και οι οποίες αποτέλεσαν εξευτελιστική μεταχείριση έναντι του προσφεύγοντος.
II. ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΩΝ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 5 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
46. Ο προσφεύγων παραπονείται για τον παράνομο χαρακτήρα της κράτησής του στα προαναφερθέντα κέντρα κράτησης ενόψει της απέλασής του για την περίοδο την μεταγενέστερη της από 10 Απριλίου κράτησής του. Επίσης παραπονείται ότι δεν έχει στη διάθεσή του καμία πραγματική και αποτελεσματική προσφυγή για να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της κράτησής του. Επικαλείται το άρθρο 5 §§ 1 και 4 της Σύμβασης, και ειδικότερα τα τμήματα που είναι διατυπωμένα ως εξής :
« 1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν και την ασφάλειαν. Ουδείς επιτρέπεται να στερηθή της ελευθερίας του ειμή εις τας ακολούθους περιπτώσεις και συμφώνως προς την νόμιμον διαδικασίαν:
(…)
στ) εάν πρόκεται περί νομίμου συλλήψεως ή κρατήσεως ατόμου επί σκοπώ όπως εμποδισθή από του να εισέλθη παρανόμως εν τη χώρα, ή εναντίον του οποίου εκκρεμεί διαδικασία απελάσεως ή εκδόσεως.
(…)
4. Παν πρόσωπον στερούμενον της ελευθερίας του συνεπεία συλλήψεως ή κρατήσεως έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, ίνα τούτο αποφασίση εντός βραχείας προσθεσμίας επί του νομίμου της κρατήσεώς του και διατάξη την απόλυσίν του εν περιπτώσει παρανόμου κρατήσεως.
A. Επί της αντλούμενης από το άρθρο 5 § 1 αιτίασης σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα της κράτησης
1. Επί του παραδεκτού
47. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η παρούσα αιτίαση δεν είναι προδήλως αβάσιμη υπό την έννοια του άρθρου 35 § 3 (α) της Σύμβασης και δεν αντίκειται σε κανένα άλλο λόγο απαραδέκτου. Επομένως, θα πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτή.
2. Επί της ουσίας
α) Θέσεις των μερών
48. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η κράτηση του προσφεύγοντος ήταν νόμιμη, αφού αποσκοπούσε στο να καταστεί δυνατή η απέλασή του και στηριζόταν στο άρθρο 76 του Νόμου 3386/2005. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι δεν κρατήθηκε, για περίοδο που μπορεί να θεωρηθεί ως υπερβολική. Επίσης, οι εθνικές αρχές επέδειξαν ταχύτητα αφού τόσο οι αντιρρήσεις του προσφεύγοντος κατά της κράτησής του όσο και οι αιτήσεις ασύλου του εξετάστηκαν σύντομα.
49. Ο προσφεύγων απαντά ότι η κράτησή του δεν ήταν σύμφωνη με τις απαιτήσεις της Σύμβασης, ιδίως λόγω του ότι η απέλασή του δεν ήταν δυνατή και οι εθνικές αρχές δεν εξέτασαν την κατάστασή του με την απαιτούμενη επιμέλεια, με σεβασμό των δικαιωμάτων του και λαμβάνοντας υπόψη το ότι είχε ζητήσει άσυλο. Προσθέτει ότι οι συνθήκες διαβίωσης στους χώρους των προαναφερθέντων κέντρων κράτησης είναι σημαντικό στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την κρίση του για το αν η κράτησή του ήταν σύμφωνη προς το άρθρο 5 § 1 (στ) της Σύμβασης.
β) Η κρίση του Δικαστηρίου
50. Η εξέταση του σκοπού και του αντικειμένου του άρθρου 5 εντός του πλαισίου του και στο πλαίσιο των στοιχείων διεθνούς δικαίου αναδεικνύουν τη σημασία της διάταξης αυτής στο σύστημα της Σύμβασης: καθιερώνει ένα θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, την προστασία του ατόμου από τις αυθαίρετες προσβολές της ελευθερίας του από το Κράτος (βλ., ιδίως, Winterwerp κατά Ολλανδίας, 24 Οκτωβρίου 1979, § 37, σειρά A αρ. 33).
51. Εάν ο γενικός κανόνας που διατυπώνεται στο άρθρο 5 § 1 είναι ότι κάθε άτομο έχει δικαίωμα στην ελευθερία, το εδάφιο (στ) της ίδιας διάταξης προβλέπει μία εξαίρεση και επιτρέπει στα κράτη να περιορίζουν την ελευθερία των αλλοδαπών στο πλαίσιο του ελέγχου της μετανάστευσης. Όπως έχει ήδη παρατηρήσει το Δικαστήριο, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τη Σύμβασης, τα Κράτη έχουν το « αδιαμφισβήτητο δικαίωμα να ελέγχουν κυριαρχικά την είσοδο και την παραμονή των αλλοδαπών στην επικράτειά τους» (Chahal κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 15 Νοεμβρίου 1996, § 73 Recueil 1996‑V · Saadi κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], προσφυγή αρ. 13229/03, § 64, CEDH 2008).
52. Στη νομολογία του Δικαστηρίου την σχετική με τα διάφορα εδάφια του άρθρου 5 § 1 έχει παγιωθεί ότι κάθε στέρηση ελευθερίας θα πρέπει όχι μόνον να υπάγεται σε μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στα εδάφια (α) έως (στ), αλλά θα πρέπει επίσης να είναι «νόμιμη». Όσον αφορά τη «νομιμότητα» μιας κράτησης, συμπεριλαμβανομένης της τήρησης της « νόμιμης διαδικασίας », η Σύμβαση παραπέμπει ως επί το πλείστον στην εθνική νομοθεσία και καθιερώνει την υποχρέωση τήρησης τόσο των ουσιαστικών όσο και των δικονομικών κανόνων. Ωστόσο, η τήρηση του εθνικού δικαίου δεν αρκεί: το άρθρο 5 § 1 απαιτεί επίσης κάθε στέρηση της ελευθερίας να είναι σύμφωνη προς τον σκοπό της προστασίας του ατόμου από την αυθαιρεσία (βλ., μεταξύ άλλων, προαναφερθείσα Winterwerp, § 37, και Witold Litwa κατά Πολωνίας, προσφυγή αρ. 26629/95, § 78, CEDH 2000‑III). Πρόκειται για μία θεμελιώδη αρχή σύμφωνα με την οποία καμία αυθαίρετη κράτηση δεν μπορεί να είναι σύμφωνη με το άρθρο 5 § 1, και η έννοια της «αυθαιρεσίας» εκτείνεται πέρα από τη συμβατότητα προς το εθνικό δίκαιο και έτσι η στέρηση της ελευθερίας μπορεί να είναι νόμιμη σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία αλλά συγχρόνως αυθαίρετη και επομένως αντίθετη προς τη Σύμβαση.
53. Έτσι, το Δικαστήριο πρέπει να διασφαλίσει ότι το ίδιο το εθνικό δίκαιο είναι σύμφωνο προς τη Σύμβαση, συμπεριλαμβανομένων των γενικών αρχών που διατυπώνονται με τη Σύμβαση ή των αρχών που συνεπάγεται αυτή. Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, όταν πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να πληρείται η γενική αρχή της ασφάλειας δικαίου. Επομένως, είναι σημαντικό οι προϋποθέσεις στέρησης της ελευθερίας δυνάμει του εθνικού δικαίου να είναι καθορισμένες με σαφήνεια και ίδιος ο νόμος να είναι προβλέψιμος ως προς την εφαρμογή του, έτσι ώστε να πληρείται, το κριτήριο της «νομιμότητας» που προβλέπεται από τη Σύμβαση και το οποίο απαιτεί κάθε νόμος να είναι επαρκώς σαφής έτσι ώστε ο πολίτης- με τη βοήθεια ενδεχομένως– φωτισμένων συμβούλων – να μπορεί να προβλέψει, σε επαρκή βαθμό με βάση τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, τις συνέπειες που μπορεί να προκύψουν από συγκεκριμένη πράξη (Baranowski κατά Πολωνίας, προσφυγή αρ.o 28358/95, §§ 50-52, CEDH 2000-III).
54. Από την σχετική με το άρθρο 5 § 1 (στ) νομολογία απορρέει ότι για να μην χαρακτηριστεί ως αυθαίρετη, η εφαρμογή ενός μέτρου κράτησης πρέπει να γίνεται με καλή πίστη· επίσης, πρέπει να συνδέεται στενά με τον σκοπό της παρεμπόδισης της παράνομης εισόδου στην επικράτεια του εν λόγω κράτους· επίσης, οι χώροι και οι συνθήκες κράτησης πρέπει να είναι κατάλληλοι· τέλος, η διάρκεια της κράτησης δεν πρέπει να υπερβαίνει το εύλογο χρονικό διάστημα που είναι απαραίτητο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (βλ. προαναφερθείσα Saadi, § 74).
55. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο επισημαίνει, πρώτον, ότι η στέρηση της ελευθερίας του προσφεύγοντος θεμελιωνόταν στο άρθρο 76 του Νόμου 3386/2005. Επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η επίδικη κατάσταση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εδαφίου (στ) του άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης και έχει έρεισμα στο εθνικό δίκαιο. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει συναφώς, όσον αφορά το άρθρο 5 § 1 (στ), ότι όσο ένα άτομο κρατείται στο πλαίσιο διαδικασίας απέλασης, δεν απαιτούνται εύλογοι λόγοι που να καθιστούν αναγκαία την κράτηση όπως π.χ. το να αποτραπεί ο ενδιαφερόμενος να διαπράξει αδίκημα ή να διαφύγει (προαναφερθείσα Chahal, § 112). Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κράτηση του προσφεύγοντος εξυπηρετούσε το σκοπό της παρεμπόδισης της παράνομης παραμονής του στην ελληνική επικράτεια και της διασφάλισης της δυνατότητας πραγματοποίησης της απέλασής του. Συνεπώς, κρίνει ότι η καλή πίστη των αρμοδίων αρχών δεν μπορεί να αμφισβητηθεί στην υπό κρίση υπόθεση.
56. Δεύτερον, αφού συμπέρανε την παραβίαση του άρθρου 3 λόγω των συνθηκών κράτησης στους εν λόγω χώρους κράτησης, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν είναι απαραίτητο να τοποθετηθεί άλλη μία φορά για το θέμα αυτό υπό το πρίσμα του άρθρου 5 § 1 (στ) (βλ. Horshill κατά Ελλάδας, προσφυγή αρ. 70427/11, § 65, 1η Αυγούστου 2013 και C.D. και λοιποί κατά Ελλάδας, προσφυγές αρ. 33441/10, 33468/10 και 33476/10, § 74, 9 Δεκεμβρίου 2013).
57. Τρίτον, όσον αφορά τη διάρκεια της κράτησης, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι στο πλαίσιο του άρθρου 5 § 1 (στ), μόνον η διεξαγωγή της διαδικασίας απέλασης δικαιολογεί τη στέρηση της ελευθερίας η οποία θεμελιώνεται στη διάταξη αυτή, και ότι εάν η διαδικασία δεν διεξάγεται με την απαιτούμενη επιμέλεια, η κράτηση παύει να είναι δικαιολογημένη (προαναφερθείσα Chahal, § 113 · Gebremedhin [Gaberamadhien] κατά Γαλλίας, προσφυγή αρ. 25389/05, § 74, CEDH 2007‑II). Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η κράτηση του προσφεύγοντος, η οποία διατάχτηκε ενόψει της απέλασής του, δεν ήταν δυνατή άμεσα λόγω των διοικητικών ενεργειών που ήταν απαραίτητες για τη διασφάλιση της απέλασής του. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θα εξετάσει ειδικά την περίπτωσή του για να κρίνει εάν η διάρκεια της κράτησης υπερέβη την απαραίτητη εύλογη προθεσμία για την πραγματοποίηση της απέλασής του.
58. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του πρώτον ότι ο προσφεύγων αρχικά κρατήθηκε για περίοδο περίπου δέκα μηνών, ήτοι από τις 10 Απριλίου 2010 έως τις 25 Ιανουαρίου 2011, οπότε και αφέθηκε ελεύθερος δυνάμει της απόφασης αρ. 60/2011 του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου του Πειραιά. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι μία τέτοια διάρκεια δεν πρέπει να θεωρηθεί ως υπερβολική υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης για την ολοκλήρωση των διοικητικών διατυπώσεων ενόψει της πραγματοποίησης της απέλασης του προσφεύγοντος. Ειδικότερα, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η επιμέλεια των αρμοδίων αρχών αφού ήδη από τις 15 Απριλίου 2010 οι εθνικές αρχές επικοινώνησαν με της αρχές της Γεωργίας για την έκδοση των απαιτούμενων ταξιδιωτικών εγγράφων του προσφεύγοντος ·οι Γεωργιανές αρχές δεν απάντησαν στις ελληνικές αρχές παρά μόνον στις 4 Αυγούστου 2010, δηλαδή με καθυστέρηση περίπου τεσσάρων μηνών που δεν μπορεί να καταλογιστεί στις εθνικές αρχές. Επίσης, το Δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι στις 7 Αυγούστου 2010, δηλαδή μία μέρα μετά την μεταφορά του από τις αρχές στο Κέντρο Κράτησης της Πέτρου Ράλλη ενόψει της απέλασής του, ο προσφεύγων κατέθεσε νέα αίτηση ασύλου που απορρίφθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες κατατέθηκε η αίτηση ασύλου, ήτοι ακριβώς πριν την πραγματοποίηση της απέλασης του προσφεύγοντος, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει με την αρμόδια εθνική αρχή για τον καταχρηστικό χαρακτήρα αυτής, που είχε ως μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της απέλασής του.
59. Υπό τις περιστάσεις αυτές, και λόγω της προφανούς έλλειψης από πλευράς του προσφεύγοντος κάθε πρόθεσης συνεργασίας με τις εθνικές αρχές για την πραγματοποίηση της απέλασής του, η απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2010 για παράταση της απέλασής του έως δώδεκα μήνες φαίνεται εύλογη. Επισημαίνεται συναφώς ότι, δυνάμει της απόφασης αρ. 60/2011 του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, ο προσφεύγων αφέθηκε ελεύθερος πριν την παρέλευση της περιόδου αυτής.
60. Όσον αφορά τη νέα κράτησή του προσφεύγοντος στις 23 Μαΐου 2012 και την κράτησή του ενόψει απέλασης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του πρώτον, ότι, όπως έκρινε η Πρόεδρος του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στην απόφαση αρ. 269/2012, η εν λόγω κράτηση δικαιολογείται από την παράλειψη του προσφεύγοντος να προσφύγει στην Επιτροπή Ασύλου εντός της προθεσμίας που του είχε ταχθεί. Δεύτερον, ο προσφεύγων κρατήθηκε μόνον για περίοδο ενός μήνα, κάτι που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μη εύλογο δεδομένων των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης. Συνεπώς, η διάρκεια των κρατήσεων του προσφεύγοντος δεν επιδέχεται κριτική.
61. Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 (στ).
B. Επί της αντλούμενης από το άρθρο 5 § 4 αιτίασης σχετικά με τον μη αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο της κράτησης
1. Επί του παραδεκτού
62. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι αποφάσεις αρ. 463, 723 και 1422/2010 των Προέδρων των αντίστοιχων Διοικητικών Πρωτοδικείων εκδόθηκαν αντίστοιχα στις 19 Απριλίου, 14 Ιουνίου και 14 Οκτωβρίου 2010, ήτοι πάνω από έξι μήνες πριν την 15η Απριλίου 2011, ημερομηνία κατάθεσης της παρούσας προσφυγής. Κατόπιν τούτου, το τμήμα αυτό της αιτίασης είναι εκπρόθεσμο και πρέπει να απορριφθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 §§ 1 και 4 της Σύμβασης.
63. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το υπόλοιπο τμήμα της αιτίασης αυτής δεν είναι προδήλως αβάσιμο υπό την έννοια του άρθρου 35 § 3 (α) της Σύμβασης και δεν αντίκειται σε κανένα άλλο λόγο απαραδέκτου. Επομένως, θα πρέπει να κηρυχτεί παραδεκτό.
2. Επί της ουσίας
α) Θέσεις των μερών
64. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το άρθρο 76 του Νόμου 3386/2005 τροποποιήθηκε δυνάμει του νόμου 3900/2010 και ότι ο διοικητικός δικαστής έχει τώρα ρητά το δικαίωμα να ελέγχει τη νομιμότητα της κράτησης όσων κρατούνται ενόψει της απέλασής τους. Υπό την έννοια αυτή, η Κυβέρνηση υποβάλει στο Δικαστήριο αποφάσεις που εξέδωσαν οι Πρόεδροι των Διοικητικών Δικαστηρίων το 2011 και 2012 στις οποίες η κατάσταση της υγείας των ενδιαφερομένων ή το ότι ήταν ανήλικοι λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να κριθεί εάν η κράτησή τους έπρεπε να συνεχισθεί.
65. Ο προσφεύγων αναφέρεται ιδίως στην επίδικη κατάσταση έως τον Ιανουάριο του 2011 και υποστηρίζει ότι κατά την εποχή των πραγματικών περιστατικών η εθνική νομοθεσία δεν του επέτρεπε να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της κράτησής του.
β) Η κρίση του Δικαστηρίου
66. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η έννοια της «νομιμότητας» ( « lawfulness », « régularité », « légalité ») πρέπει να έχει την ίδια έννοια στις παραγράφους 4 και 1 του άρθρου 5, έτσι ώστε το άτομο που κρατείται να έχει το δικαίωμα να ελεγχθεί η κράτησή του όχι μόνο υπό το πρίσμα του εθνικού δικαίου, αλλά και υπό το πρίσμα της Σύμβασης, των γενικών αρχών που αυτή θεσπίζει και υπό το πρίσμα του σκοπού των περιορισμών που επιτρέπει η παράγραφος 1. Το άρθρο 5 § 4 εγγυάται το δικαίωμα δικαστικού ελέγχου αλλά όχι σε τέτοιο εύρος ώστε να παρέχεται το δικαίωμα στο δικαστήριο να υποκαταστήσει με την κρίση του την κρίση της Αρχής που εξέδωσε την απόφαση όσον αφορά κάθε πτυχή της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων των λόγων καθαρής σκοπιμότητας. Ούτε θέλει έναν έλεγχο τόσο ευρύ που να εκτείνεται σε καθεμία από τις προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για τη νομιμότητα της κράτησης ενός ατόμου με βάση την παράγραφο 1 (προαναφερθείσα Chahal, § 127, Dougoz κατά Ελλάδας, προσφυγή αρ. 40907/98, § 61, CEDH 2001‑II).
67. Στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του πρώτον, όσον αφορά τις αντιρρήσεις που μπορεί να ασκήσει ένας αλλοδαπός κατά απόφασης που διατάσσει την κράτησή του ενόψει απέλασης, ότι η τέταρτη παράγραφος του άρθρου 76 του νόμου αρ. 3386/2005 προέβλεπε ότι, έως την η Ιανουαρίου 2011, ο αρμόδιος δικαστής μπορούσε να εξετάσει την απόφαση της κράτησης μόνον σε σχέση με τον κίνδυνο διαφυγής ή τον κίνδυνο για τη δημόσια τάξη. Με το νόμο 3900/2010 η παράγραφος 4 του άρθρου 76 του Νόμου 3386/2005 τροποποιήθηκε και προβλέπει από την 1η Ιανουαρίου 2011, ότι ο αρμόδιος δικαστής « αποφαίνεται επίσης για τη νομιμότητα της κράτησης ή της παράτασής της». Από τη νέα αυτή διατύπωση απορρέει ότι ο αρμόδιος δικαστής μπορεί εφεξής να εξετάζει τη νομιμότητα της παραπομπής καθώς και τα ζητήματα τα σχετικά με τις πραγματικές συνθήκες της κράτησης του υπό απέλαση ατόμου, στον βαθμό που ο οικείος νόμος προβλέπει τώρα ρητά την εξέταση της νομιμότητας της κράτησης.
68. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι με τις αποφάσεις τους αρ. 60/2011 και 320/2012, οι πρόεδροι των Διοικητικών Πρωτοδικείων του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης αντίστοιχα, έκαναν δεκτές τις αντιρρήσεις του προσφεύγοντος, και διέταξαν την απόλυσή του. Όσον αφορά δεύτερον την απόφαση αρ. 269/2012 της Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, έχει απαντήσεις επαρκώς στις καταγγελίες του προσφεύγοντος σχετικά με τη νομιμότητα της κράτησής του και, ειδικότερα, για την επικαλούμενη ιδιότητά του ως αιτούντος άσυλο. Συνεπώς, η απόρριψη των αντιρρήσεων του προσφεύγοντος ήταν σύμφωνη με τις απαιτήσεις του άρθρου 5 § 4 της Σύμβασης.
69. Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 4 της Σύμβασης ως προς τις επίμαχες δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2011.
III. Ως ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
70. Σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης,
«Εάv τo Δικαστήριo κρίvει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύµβασης ή τωv Πρωτoκόλλωv της, και αv τo εσωτερικό δίκαιo τoυ Υψηλoύ Συµβαλλόµεvoυ Μέρoυς δεv επιτρέπει παρά µόvo ατελή εξάλειψη τωv συvεπειώv της παραβίασης αυτής, τo Δικαστήριo χoρηγεί, εφόσov είvαι αvαγκαίo, στov παθόvτα δίκαιη ικαvoπoίηση».
A. Ζημία
71. Ο προσφεύγων ζητεί 15 000 ευρώ (15.000€) για την ηθική βλάβη που υπέστη.
72. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το ποσό αυτό είναι υπερβολικό και δεν δικαιολογείται από τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης. Προσθέτει ότι το ποσό που θα επιδικάσει το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπερβεί το ποσό των 1 000 ευρώ (1.000€).
73. Λόγω της βαρύτητας της παραβίασης που διαπιστώθηκε στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο προσφεύγων θα πρέπει να λάβει αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστη. Αποφαινόμενο με δικαιοσύνη, σύμφωνα με το άρθρο 41, κρίνει ότι θα πρέπει να του επιδικαστεί το ποσό των 6.500 ευρώ (6.500€) λόγω ηθικής βλάβης.
B. Έξοδα και δικαστική δαπάνη
74. Ο προσφεύγων ζητεί 2 500 ευρώ για τα έξοδα και τη δικαστική δαπάνη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Δεν προσκομίζει τιμολόγιο ή απόδειξη αμοιβής. Όσον αφορά τα έξοδα και τη δικαστική δαπάνη ενώπιον του Δικαστηρίου, ο προσφεύγων υποβάλλει αντίγραφο συμφωνίας μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του, σύμφωνα με την οποία, θα πληρώσει τον δικηγόρο του μετά το τέλος της διαδικασίας.
75. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το αίτημα για καταβολή των εξόδων και της δικαστικής δαπάνης θα πρέπει να απορριφθεί.
76. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η επιδίκαση εξόδων και δικαστικής δαπάνης στον προσφεύγοντα γίνεται μόνον στο βαθμό που αυτά αποδεικνύονται πραγματικά, αναγκαία και απαραίτητα ως προς το ύψος τους (Creangă κατά Ρουμανίας [GC], προσφυγή αρ. 29226/03, § 130, 23 Φεβρουαρίου 2012). Το Δικαστήριο κρίνει ότι αποδεικνύεται ότι ο προσφεύγων υποβλήθηκε πράγματι σε έξοδα, όσον αφορά τη διαδικασία ενώπιον του, αφού ως πελάτης ανέλαβε την νομική υποχρέωση να πληρώσει τον εκπρόσωπό του ενώπιον της δικαιοσύνης σε συμφωνημένη βάση (βλ., mutatis mutandis, Sanoma Uitgevers B.V. κατά Ολλανδίας, προσφυγή αρ. 38224/03, § 110, 31 Μαρτίου 2009, και M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας [GC], προσφυγή αρ. 30696/09, § 414, CEDH 2011). Κρίνει εύλογο να επιδικάσει για την αιτία αυτή το ποσό των 850 ευρώ (850€) στον προσφεύγοντα, ποσό που κατ’ αρχήν ισοδυναμεί με το βοήθημα δικαστικής αρωγής που χορηγείται από το Συμβούλιο της Ευρώπης (βλ., μεταξύ άλλων, Nicolae Augustin Rădulescu κατά Ρουμανίας, προσφυγή αρ. 17295/10, § 60, 11 Φεβρουαρίου 2014, Tahirova κατά Αζερμπαϊτζάν, προσφυγή αρ. 47137/07, § 84, 3 Οκτωβρίου 2013), συν κάθε ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος.
Γ. Τόκοι υπερημερίας
77. Το Δικαστήριο κρίνει ότι αρμόζει να υπολογισθούν οι τόκοι υπερημερίας επί του επιτοκίου της διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης, προσαυξημένου κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΑ,
1. Κηρύσσει την προσφυγή παραδεκτή ως προς τις αντλούμενες από τα άρθρα 3, 5 § 1 και 5 § 4 παραβιάσεις όσον αφορά την μετά την 1η Ιανουαρίου 2011 περίοδο και απαράδεκτη για τα περαιτέρω,
2. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης,
3. Αποφαίνεται ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης,
4. Αποφαίνεται ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 4 της Σύμβασης όσον αφορά την μετά την 1η Ιανουαρίου 2011 περίοδο,
5. Αποφαίνεται ότι
α) το καθ’ου η προσφυγή κράτος πρέπει να καταβάλει στον προσφεύγοντα εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση θα καταστεί οριστική σύμφωνα με το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης :
i. 6 500 € (έξι χιλιάδες πεντακόσια ευρώ), συν κάθε ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος,
ii. 850 € (οχτακόσια πενήντα ευρώ) για έξοδα και δικαστικές δαπάνες, συν κάθε ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος,
β) ότι από την εκπνοή της προθεσμίας αυτής και μέχρι την καταβολή, τα ποσά αυτά θα αυξάνονται με απλό τόκο με επιτόκιο ίσο προς το ισχύον κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα επιτόκιο διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένου κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες ·
6. Απορρίπτει το αίτημα δίκαιης ικανοποίησης για τα περαιτέρω.
Συντάχτηκε στα γαλλικά, εν συνεχεία κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 31 Ιουλίου 2014, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 77 §§ 2 και 3 του Κανονισμού.
Søren NielsenIsabelle Berro-Lefèvre
ΓραμματέαςΠρόεδρος
Full & Egal Universal Law Academy