Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ Τ. ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
(Προσφυγές αρ. 45185/12, 54535/12, 69923/12, 9022/13 και 9424/13)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
24 Ιουλίου 2014
Η απόφαση αυτή είναι οριστική. Μπορεί να επέλθουν μερικές αλλαγές ως προς την μορφή.
Στην υπόθεση Τ. και λοιποί κατά Ελλάδας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Πρώτο Τμήμα) συνεδρίασε σε Επιτροπή με την ακόλουθη σύνθεση:
Mirjana Lazarova Trajkovska, Πρόεδρο,
Paulo Pinto de Albuquerque,
Λίνο-Αλέξανδρο Σισιλιάνο, δικαστές,
και με τη σύμπραξη του André Wampach, Αναπληρωτή Γραμματέα Τμήματος,
Αφού διασκέφθηκε σε Συμβούλιο την 1η Ιουλίου 2014,
Εξέδωσε την παρούσα απόφαση, που υιοθετήθηκε την ημερομηνία αυτή :
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση προέκυψε μετά από πέντε προσφυγές (προσφυγές αρ. 45185/12, 54535/12, 69923/12, 9022/13 και 9424/13) που ασκήσανε κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας πέντε πολίτες του Κράτους αυτού, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται κατωτέρω στο παράρτημα (« οι προσφεύγοντες »), οι οποίοι προσέφυγαν στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 34 Σύμβασης προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών («η Σύμβαση») .
2. Τους προσφεύγοντες εκπροσώπησαν οι δικηγόροι Αθηνών N. Αναγνωστόπουλος και Α. Ψύχα. Η ελληνική κυβέρνηση (« η Κυβέρνηση ») εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξουσίους της, την κ. Φ. Δεδούση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του κράτους, την κ. Μ. Γερμάνη, και την κ. Μ. Βέργου δικαστικές αντιπροσώπους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και τον κ. Δ. Καλόγηρο, δικαστικό αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους .
3. Οι προσφυγές κοινοποιήθηκαν στην Κυβέρνηση τις ημερομηνίες που αναφέρονται στο παράρτημα.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ
A. Το πλαίσιο των υποθέσεων
4. Οι νόμοι 2838/2000 και 3016/2002 προέβλεπαν αύξηση των μισθών των αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Λιμενικού και του Πυροσβεστικού Σώματος.
5. Οι παρούσες προσφυγές αφορούν διαδικασίες που ήγειραν οι προσφεύγοντες ή οι προκάτοχοί τους για να πετύχουν αναπροσαρμογή και αύξηση του ποσού των συντάξεών τους σύμφωνα με τους ανωτέρω νόμους .
B. Οι υπό κρίση διαδικασίες
1. Προσφυγή αρ.o 45185/12
6. Στις 20 Δεκεμβρίου2002, ο προσφεύγων προσέφυγε στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους με αίτηση για αναπροσαρμογή του ποσού της σύνταξής του 7. Στις 2 Απριλίου 2003, μετά τη σιωπηρή απόρριψη της αίτησής του άσκησε ένσταση ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
8. Θεωρώντας ότι η αίτησή του είχε απορριφθεί σιωπηρά μετά την παρέλευση τριών μηνών χωρίς απάντηση της διοίκησης, ο προσφεύγων προσέφυγε στις 11 Ιουλίου 2003, στο Ελεγκτικό Συνέδριο με προσφυγή κατά της σιωπηρής απόρριψης της διοίκησης.
9. Στις 18 Απριλίου 2008, το Ελεγκτικό Συνέδριο, με την απόφαση αρ. 883/2008, δικαίωσε τον προσφεύγοντα.
10. Στις 17 Ιουλίου 2009, το Δημόσιο άσκησε αναίρεση.
11. Στις 7 Δεκεμβρίου2011, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου απέρριψε την αναίρεση (απόφαση αρ. 3244/2011). Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 8 Μαρτίου 2012.
2. Προσφυγή αρ. 54535/12
12. Στις 20 Απριλίου 2001, ο προκάτοχος της προσφεύγουσας προσέφυγε στο 44ο Τμήμα του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με αίτηση για αναπροσαρμογή του ποσού της σύνταξής του.
13. Σε ημερομηνία που δεν προσδιορίζεται, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους απέρριψε την αίτησή του.
14. Στις 9 Μαΐου 2003, ο προκάτοχος της προσφεύγουσας άσκησε ένσταση κατά της απόφασης ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
15. Στις 17 Νοεμβρίου 2004, η εν λόγω Επιτροπή απέρριψε την ένσταση.
16. Στις 18 Οκτωβρίου 2005, ο προκάτοχος της προσφεύγουσας προσέφυγε στο Ελεγκτικό Συνέδριο με έφεση κατά την απόφασης της Επιτροπής αυτής.
17. Στις 29 Σεπτεμβρίου 2006, ζήτησε την επίσπευση της δικασίμου.
18. Στις 18 Απριλίου 2008, το Ελεγκτικό Συνέδριο τον δικαίωσε (απόφαση αρ. 888/2008).
19. Στις 24 Μαΐου 2008 ο προκάτοχος της προσφεύγουσας απεβίωσε. Στα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα τον διαδέχθηκε εν μέρει η προσφεύγουσα.
20. Στις 17 Ιουλίου 2009, το Δημόσιο άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης αρ. 888/2008 ενώπιον της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η αναίρεση στρεφόταν κατά της προσφεύγουσας.
21. Στις 7 Δεκεμβρίου2011, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου απέρριψε την αναίρεση (απόφαση αρ. 3240/2011). Η απόφαση κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 8 Μαρτίου 2012.
3. Προσφυγή αρ. 69923/12
22. Στις 3 Δεκεμβρίου 2001, ο προσφεύγων προσέφυγε στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους με αίτηση για αναπροσαρμογή του ποσού της σύνταξής του.
23. Στις 17 Δεκεμβρίου 2002, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους απέρριψε την αίτησή του.
24. Στις16 Φεβρουαρίου 2004, ο προσφεύγων άσκησε ένσταση ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
25. Θεωρώντας ότι η αίτησή του είχε απορριφθεί σιωπηρά μετά την παρέλευση τριών μηνών χωρίς απάντηση της διοίκησης, ο προσφεύγων προσέφυγε, στις 6 Ιουλίου 2004, στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
26. Στις 16 Μαΐου 2008, το Ελεγκτικό Συνέδριο, με την απόφαση αρ. 1152/2008, δικαίωσε τον προσφεύγοντα.
27. Στις 17 Ιουλίου 2009, το Δημόσιο άσκησε αναίρεση.
28. Στις 7 Δεκεμβρίου2011, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου απέρριψε την αναίρεση (απόφαση αρ. 3236/2011). Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 25 Απριλίου 2012.
4. Προσφυγή αρ. 9022/13
29. Την 1η Δεκεμβρίου 2005, ο προσφεύγων προσέφυγε στο 44ο Τμήμα του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με αίτημα αναπροσαρμογής του ποσού της σύνταξής του .
30. Στις 10 Ιανουαρίου 2006, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους απέρριψε το αίτημά του.
31. Στις 20 Μαρτίου 2006, ο προσφεύγων προσέφυγε στο Ελεγκτικό Συνέδριο με προσφυγή κατά της απόφασης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
32. Στις 7 Νοεμβρίου 2008, το Ελεγκτικό Συνέδριο δικαίωσε τον προσφεύγοντα (απόφαση αρ. 2517/2008).
33. Στις 16 Νοεμβρίου 2009, το Δημόσιο άσκησε αναίρεση ενώπιον της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά της απόφασης αρ. 2517/2008.
34. Στις 6 Ιουνίου 2012, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου απέρριψε την αναίρεση (απόφαση αρ. 1828/2012). Η απόφαση κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 3 Σεπτεμβρίου 2012.
5. Προσφυγή αρ. 9424/13
35. Σε ημερομηνία που δεν προσδιορίζεται ο προσφεύγων προσέφυγε στο 44ο Τμήμα του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με αίτημα αναπροσαρμογής του ποσού της σύνταξής του .
36. Στις 17 Δεκεμβρίου2002, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους απέρριψε το αίτημά του.
37. Στις 8 Απριλίου 2003, ο προσφεύγων άσκησε ένσταση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
38. Θεωρώντας ότι η αίτησή του είχε απορριφθεί σιωπηρά μετά την παρέλευση τριών μηνών χωρίς απάντηση της διοίκησης, ο προσφεύγων προσέφυγε στις, 4 Δεκεμβρίου2003, στο Ελεγκτικό Συνέδριο με προσφυγή κατά της σιωπηρής απόρριψης της αίτησής του.
39. Στις 6 Ιουλίου 2004, με την απόφαση αρ. 1928/2004, η Επιτροπή Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους απέρριψε την από 8 Απριλίου 2003 ένσταση του προσφεύγοντος.
40. Στις 27 Ιουνίου 2008, το Ελεγκτικό Συνέδριο έκανε δεκτή εν μέρει την προσφυγή (απόφαση αρ. 1828/2008).
41. Στις 7 Οκτωβρίου 2009, το Δημόσιο άσκησε αναίρεση ενώπιον της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά της απόφασης αρ. 1828/2008.
42. Στις 4 Απριλίου 2012, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου απέρριψε την αναίρεση (απόφαση αρ. 948/2012). Η απόφαση κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα την 1η Αυγούστου 2012.
Γ. Το οικείο εθνικό δίκαιο
Ο Νόμος 4239/2014
43. Ο Νόμος 4239/2014 με τον τίτλο «Δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης, στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και στο Ελεγκτικό Συνέδριο» τέθηκε σε ισχύ στις 20 Φεβρουαρίου 2014. Εισήγαγε, μεταξύ άλλων, μια νέα αποζημιωτική προσφυγή που προέβλεπε την επιδίκαση δίκαιης ικανοποίησης λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης μιας διαδικασίας ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το άρθρο 3 § 1 ορίζει ότι :
«Η αίτηση ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου που εκδόθηκε μετά από δίκη για την οποία ο αιτών παραπονείται ότι υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειάς της (...)»
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ
I. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ
44. Λόγω της ομοιότητας των προσφυγών ως προς τα πραγματικά περιστατικά και ως προς το ζήτημα ουσίας, το Δικαστήριο κρίνει απαραίτητο να τις συνεκδικάσει και αποφασίζει να τις εξετάσει σε μία απόφαση.
II. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 §1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
45.Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η διάρκεια της διαδικασίας παραβίασε την αρχή της « λογικής προθεσμίας » όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, το οποίο ορίζει τα εξής :
Παv πρόσωπov έχει δικαίωµα όπως η υπόθεσίς τoυ δικασθή (...) εvτός λoγικής πρoθεσµίας υπό δικαστηρίoυ, (...), τo oπoίov θα απoφασίση (...) επί τωv αµφισβητήσεωv επί τωv δικαιωµάτωv και υπoχρεώσεώv τoυ αστικής φύσεως (. ) »
A. Ως προς το παραδεκτό
46. Όσον αφορά τις προσφυγές αρ. 69923/12, 9022/13 και 9424/13, η Κυβέρνηση προβάλλει πρώτον την ένσταση της μη τήρησης της εξάμηνης προθεσμίας. Παρατηρεί ιδίως ότι οι προσφυγές κατατέθηκαν στο Δικαστήριο πάνω από έξι μήνες μετά τη δημοσίευση των εθνικών οριστικών αποφάσεων. Κατά την Κυβέρνηση μολονότι οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι υπέστησαν ψυχολογικό στρες εξαιτίας της διάρκειας των διαδικασιών φαίνεται ότι ενημερωνόντουσαν συχνά σχετικά με τη δημοσίευση των αποφάσεων και έτσι μπορούσαν να ασκήσουν την προσφυγή τους εντός έξι μηνών από τη δημοσίευση. Δεύτερον, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι προσφυγές πρέπει να κηρυχτούν απαράδεκτες λόγω της εφαρμογής του νέου κριτηρίου που προβλέπεται στο άρθρο 35§3(β) της Σύμβασης όπως τροποποιήθηκε με το Πρωτόκολλο υπ’ αρ. 14, σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να κηρύξει μια προσφυγή απαράδεκτη «εφόσον ο προσφεύγων δεν έχει υποστεί σημαντική βλάβη, εκτός εάν ο σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου, όπως αυτά ορίζονται από τη Σύμβαση και τα Πρωτοκολλά της, απαιτεί την εξέταση της προσφυγής επί της ουσίας και υπό την προϋπόθεση ότι δεν μπορεί να απορριφθεί για τον λόγο αυτό καμία υπόθεση η οποία δεν έχει εξεταστεί δεόντως από εσωτερικό δικαστήριο».
47. Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι όταν ο προσφεύγων έχει δικαίωμα να του κοινοποιηθεί αυτεπαγγέλτως αντίγραφο της οριστικής εθνικής απόφασης, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, είναι πιο σύμφωνο προς τον σκοπό της διάταξης αυτής να θεωρηθεί ότι η προθεσμία των έξι μηνών αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία κοινοποίησης του αντιγράφου της απόφασης (βλ. ιδίως, Worm c. Autriche, 29 Αυγούστου 1997, § 33, Recueil des arrêts et décisions 1997‑V, και Χαραλαμπίδης και λοιποί κατά Ελλάδας, αρ. 36706/97, § 38, 29 Μαρτίου 2001). Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι οριστικές εθνικές αποφάσεις κοινοποιήθηκαν στους προσφεύγοντες λιγότερο από έξι μήνες πριν την άσκηση των υπό κρίση προσφυγών. Επομένως, οι παρούσες προσφυγές δεν είναι εκπρόθεσμες και θα πρέπει να απορριφθεί η ένσταση της Κυβέρνησης. Όσον αφορά τη δεύτερη ένσταση της Κυβέρνησης, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι έχει ήδη απορρίψει παρόμοια με αυτή ένσταση (βλ. Γκλέτσος κατά Ελλάδας, αρ. 58572/10, § 18, 6 Φεβρουαρίου 2014). Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή η εν λόγω ένσταση πρέπει να απορριφθεί στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης.
48. Εξάλλου, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι προσφυγές δεν είναι προδήλως αβάσιμες υπό την έννοια του άρθρου 35 § 3 της Σύμβασης. Κρίνει επίσης ότι δεν αντίκεινται σε κανένα άλλο όρο απαραδέκτου. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν παραδεκτές.
B. Ως προς την ουσία
1. Οι υπό κρίση περίοδοι
49. Όσον αφορά τις προσφυγές αρ. 45185/12, 54535/12, 69923/12 και 9424/13, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι πριν προσφύγουν στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους , οι προσφεύγοντες άσκησαν προσφυγή ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων. Η εν λόγω προσφυγή ήταν απαραίτητη πράξη προκειμένου να είναι δυνατή η προσφυγή στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Συναφώς, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι όταν σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ο προσφεύγων πρέπει να εξαντλήσει μία προηγούμενη διοικητική διαδικασία πριν προσφύγει σε δικαστήριο, η διαδικασία ενώπιον του διοικητικού οργάνου πρέπει να συμπεριληφθεί στον υπολογισμό της διάρκειας της αστικής διαδικασίας για την εφαρμογή του άρθρου 6 (βλ. συναφώς, Πασχαλίδης και λοιποί κατά Ελλάδας, 19 Μαρτίου 1997, § 33, Recueil des arrêts et décisions 1997‑II, Ιχτιάρογλου κατά Ελλάδας, αρ. 12045/06, § 38, 19 Ιουνίου 2008).
50. Υπό τις συνθήκες αυτές, η διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας αναφέρεται στον ακόλουθο πίνακα :
Αρ. προσφυγής
Αρχή διαδικασίας
Τέλος διαδικασίας
Διάρκεια διαδικασίας
Βαθμοί δικαιοδοσίας
1.
45185/12
2 Απριλίου 2003
7 Δεκεμβρίου 2011
Οκτώ έτη και πάνω από οκτώ μήνες
τρεις
2.
54535/12
9 Μαΐου 2003
7 Δεκεμβρίου 2011
Οκτώ έτη και επτά μήνες περίπου
τρεις
3.
69923/12
16 Φεβρουαρίου 2004
7 Δεκεμβρίου 2011
Επτά έτη και δέκα μήνες περίπου
τρεις
4.
9022/13
20 Μαρτίου 2006
6 Ιουνίου 2012
Έξη έτη και πάνω από δύο μήνες
δύο
5.
9424/13
8 Απριλίου 2003
4 Απριλίου 2012
Εννέα έτη περίπου
τρεις
2. Λογική διάρκεια των διαδικασιών
51. Η Κυβέρνηση προβαίνει σε μία χρονολογική ανάλυση των υπό κρίση διαδικασιών και υποστηρίζει ότι το διακύβευμα της διαφοράς δεν ήταν σε θέση να προκαλέσει ηθική βλάβη στους προσφεύγοντες. Επικαλείται επίσης τον φόρτο εργασίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου την εποχή των πραγματικών περιστατικών για να δικαιολογήσει καθυστερήσεις στην διεξαγωγή της διαδικασίας.
52. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο λογικός χαρακτήρας της διαδικασίας κρίνεται σύμφωνα τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης και σύμφωνα με κριτήρια που θέσπισε η νομολογία του Δικαστηρίου και ιδίως τον περίπλοκο χαρακτήρα της υπόθεσης, τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος και των αρμοδίων αρχών καθώς και το διακύβευμα της διαφοράς για τους ενδιαφερομένους (βλ., μεταξύ πολλών άλλων, Μαυρεδάκη κατά Ελλάδας, αρ. 10966/10, 24 Οκτωβρίου 2013). Σημειώνει συναφώς ότι εναπόκειται στα συμβαλλόμενα Κράτη να οργανώσουν το δικαϊκό τους σύστημα έτσι ώστε τα δικαστήρια τους να μπορούν να εγγυώνται σε καθένα το δικαίωμα να πετύχει τελεσίδικη απόφαση επί αμφισβητήσεων σχετικών με τα αστικής φύσεως δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εντός λογικής προθεσμίας (Βασίλειος Αθανασίου και λοιποί κατά Ελλάδας, αρ. 50973/08, § 26, 21 Δεκεμβρίου 2010).
53. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει επανειλημμένως υποθέσεις που εγείρουν ζητήματα παρόμοια με αυτό της υπό κρίση υπόθεσης και έχει διαπιστώσεις την παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Μαυρεδάκη).
54. Σημειώνει ότι οι παρούσες υποθέσεις δεν παρουσιάζουν καμία δυσκολία. Επίσης, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει κανένα στοιχείο που να εγείρει την ευθύνη των προσφευγόντων ως προς τη διάρκεια της διαδικασίας. Έχοντας υπόψη τη νομολογία του επί του θέματος, κρίνει ότι στην υπό κρίση υπόθεση η διάρκεια των επίδικων διαδικασιών ήταν υπερβολική και δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση της «λογικής προθεσμίας».
55. Επομένως, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1.
III. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
56. Οι προσφεύγοντες παραπονούνται επίσης για το ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει πραγματική προσφυγή για να παραπονεθούν για την υπερβολική διάρκεια των υπό κρίση διαδικασιών. Επικαλούνται το άρθρο 13 της Σύμβασης, το οποίο ορίζει ότι :
«Παv πρόσωπov τoυ oπoίoυ τα αvαγvωριζόµεvα εv τη παρoύση Συµβάσει δικαιώµατα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαv, έχει τo δικαίωµα πραγµατικής πρoσφυγής εvώπιov εθvικής αρχής, έστω και άv η παραβίασις διεπράχθη υπό πρoσώπωv εvεργoύvτωv εv τη εκτελέσει τωv δηµoσίωv καθηκόvτωv τoυ.»
A. Ως προς το παραδεκτό
57. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι προδήλως αβάσιμη υπό την έννοια του άρθρου 35 § 3 (α) της Σύμβασης. Κρίνει επίσης ότι δεν αντίκειται σε κανένα άλλο λόγο απαραδέκτου. Επομένως θα πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτή.
B. Ως προς την ουσία
58. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 13 εγγυάται πραγματική προσφυγή ενώπιον εθνικής αρχής η οποία επιτρέπει στον ενδιαφερόμενο να παραπονεθεί για την παραβίαση της υποχρέωσης που προβλέπεται από το άρθρο 6 § 1, να δικασθεί η υπόθεσή του εντός λογικής προθεσμίας (βλ. Kudła κατά Πολωνίας [GC], αρ. 30210/96, § 156, CEDH 2000‑XI).
59. Εξάλλου, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι η ελληνική έννομη τάξη δεν προσέφερε στους ενδιαφερομένους πργαματική προσφυγή υπό την έννοια του άρθρου 13 της Σύμβασης που να τους επιτρέπει να παραπονεθούν για τη διάρκεια μιας διαδικασίας (Κόντη-Αρβανίτη κατά Ελλάδας, αρ. 53401/99, §§ 29-30, 10 Απριλίου 2003 και Τσουκαλάς κατά Ελλάδας, αρ. 12286/08, §§ 37-43, 22 Ιουλίου 2010).
60. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι στις 20 Φεβρουαρίου 2014 τέθηκε σε ισχύ ο νόμος 4239/2014, περί δίκαιης ικανοποίησης λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας ενώπιον των ποινικών, πολιτικών δικαστηρίων και ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με τον προαναφερθέντα νόμο θεσπίστηκε μια νέα προσφυγή που επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να παραπονεθούν για τη διάρκεια μιας διαδικασίας ανά βαθμό δικαιοδοσίας ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της σχετικής απόφασης (βλ. ανωτέρω παράγραφο 43). Ωστόσο, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο νόμος αυτός δεν έχει αναδρομική ισχύ. Συνεπώς δεν προβλέπει τέτοια προσφυγή για τις υποθέσεις, όπως οι παρούσες, που έχουν ολοκληρωθεί έξι μήνες πριν την έναρξη ισχύος του. Κατά συνέπεια, οι προσφεύγοντες δεν μπορούσαν να ασκήσουν την εν λόγω προσφυγή
61. Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης λόγω, της απουσίας στο εθνικό δίκαιο, κατά την εποχή των πραγματικών περιστατικών, προσφυγής που θα επέτρεπε στους προσφεύγοντες να πετύχουν την κύρωση του δικαιώματός τους να δικαστεί η υπόθεσή τους εντός λογικής προθεσμίας, υπό την έννοια του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.
IV. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΘΡΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
62. Σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης,
« Εάv τo Δικαστήριo κρίvει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύµβασης ή τωv Πρωτoκόλλωv της, και αv τo εσωτερικό δίκαιo τoυ Υψηλoύ Συµβαλλόµεvoυ Μέρoυς δεv επιτρέπει παρά µόvo ατελή εξάλειψη τωv συvεπειώv της παραβίασης αυτής, τo Δικαστήριo χoρηγεί, εφόσov είvαι αvαγκαίo, στov παθόvτα δίκαιη ικαvoπoίηση. »
A. Ζημία
63. Οι προσφεύγοντες ζητούν : 15 000 ευρώ καθένας (προσφυγές αρ. 45185/12, 54535/12, 69923/12 και 9022/13) και 20 000 ευρώ (προσφυγή αρ. 9424/13) για την ηθική βλάβη που υπέστησαν.
64. Η Κυβέρνηση αμφισβητεί τις αξιώσεις αυτές. Καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει τα αιτήματα λόγω ηθικής βλάβης και υποστηρίζει ότι, σε κάθε περίπτωση, η διαπίστωση της παραβίασης θα αποτελούσε επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για την ηθική βλάβη.
65. Το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει λόγος να επιδικάσει 3 900 ευρώ σε καθένα από τους προσφεύγοντες στις προσφυγές αρ. 45185/12, 54535/12 και 9424/13, 2 600 ευρώ στον προσφεύγοντα της προσφυγής αρ. 69923/12 και 3 250 EUR στον προσφεύγοντα της προσφυγής 9022/13 λόγω ηθικής βλάβης, συν κάθε ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος.
B. Έξοδα και δικαστική δαπάνη
66. Οι προσφεύγοντες ζητούν επίσης 1 000 ευρώ καθένας για έξοδα και δικαστική δαπάνη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, καθώς και 1 000 ευρώ καθένας για έξοδα και δικαστική δαπάνη ενώπιον του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα τελευταία οι προσφεύγοντες δεν προσκομίζουν αντίγραφα των σχετικών τιμολογίων.
67. Η Κυβέρνηση καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει τα αιτήματα για έξοδα και δικαστική δαπάνη.
68. Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των διαπιστωθεισών παραβιάσεων και των εξόδων και της δικαστικής δαπάνης που διεκδικούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και απορρίπτει το αίτημα αυτό. Όσον αφορά τα έξοδα στα οποία εξετέθησαν οι προσφεύγοντες ενόψει της εκπροσώπησής τους ενώπιον του Δικαστηρίου, λόγω απουσίας οποιουδήποτε έγκυρου δικαιολογητικού από πλευράς προσφευγόντων και λόγω της νομολογίας του επί του θέματος, το Δικαστήριο απορρίπτει το αίτημα αυτό.
Γ. Τόκοι υπερημερίας
69. Το Δικαστήριο κρίνει ότι αρμόζει να υπολογισθούν οι τόκοι υπερημερίας επί του επιτοκίου διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης, προσαυξημένου κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΑ,
1. Αποφασίζει να συνεκδικάσει τις προσφυγές και να τις εξετάσει σε μία μόνη απόφαση,
2. Κηρύσσει τις προσφυγές παραδεκτές
3. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης,
4. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης,
5. Αποφαίνεται
α) ότι το καθ’ ου η προσφυγή Κράτος πρέπει να καταβάλει σε κάθε προσφεύγοντα, εντός τριών μηνών, τα ακόλουθα ποσά λόγω ηθικής βλάβης:
i. για τις προσφυγές αρ. 45185/12, 54535/12 και 9424/13 : 3 900 ευρώ (τρεις χιλιάδες εννιακόσια ευρώ) ,
ii. για την προσφυγή αρ. 69923/12 : 2 600 ευρώ (δύο χιλιάδες εξακόσια ευρώ),
iii. για την προσφυγή αρ. 9022/13 : 3 250 ευρώ (τρεις χιλιάδες διακόσια πενήντα ευρώ)
β) ότι στα ανωτέρω επιδικασθέντα ποσά πρέπει να προστεθεί κάθε ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος ,
γ) ότι από την εκπνοή της προθεσμίας αυτής και μέχρι την καταβολή, το ποσό αυτό θα αυξάνεται με απλό τόκο με επιτόκιο ίσο προς το ισχύον κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα επιτόκιο διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες,
6. Απορρίπτει τα αιτήματα δίκαιης ικανοποίησης για τα περαιτέρω.
Συντάχτηκε στα γαλλικά και κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 24 Ιουλίου 2014, σύμφωνα με το άρθρο 77§§2 και 3 του Κανονισμού του Δικαστηρίου.
André WampachMirjana Lazarova Trajkovska
Αναπληρωτής ΓραμματέαςΠρόεδρος
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Αρ.
Αρ. προσφυγής
1. Ημερομηνία άσκησης
2. Ημερομηνία κοινοποίησης
Επώνυμο προσφεύγοντος
Ημερομηνία γεννήσεως
Τόπος κατοικίας
45185/12
1. 26/06/2012
2. 26/10/2012
Κ.Τ.
01/01/1940
Παπάγου
54535/12
1. 10/08/2012
2. 26/10/2012
Ε.Ζ.
06/12/1940
Παπάγου
69923/12
1. 24/10/2012
2. 22/01/2013
Α.Λ.
23/04/1924
Αθήνα
9022/13
1. 28/01/2013
2. 21/03/2013
Κ.Ρ.
31/12/1923
Αθήνα
9424/13
1. 30/01/2013
2. 21/03/2013
Φ.Δ.
13/03/1953
Χανιά
Full & Egal Universal Law Academy