© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013. Η παρούσα μετάφραση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. την ένδειξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο τέλος του παρόντος εγγράφου.
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013. This translation does not bind the Court. For further information see the full copyright indication at the end of this document.
© Conseil de I’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013. La présente traduction ne lie pas la Cour. Pour plus de renseignements veuillez lire l’indication de copyright/droits d’auteur à la fin du présent document.
ΤΜΗΜΑ ΕΥΡΕΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ
ΥΠΟΘΕΣΗ X ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ κατά ΑΥΣΤΡΙΑΣ
(Προσφυγή no 19010/07)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
19 Φεβρουαρίου 2013
Η παρούσα απόφαση είναι οριστική. Επιδέχεται μορφολογικές βελτιώσεις.
Στην υπόθεση X και άλλοι κατά Αυστρίας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης), που συνεδρίασε σε τμήμα συγκείμενο από τους:
Dean Spielmann, προεδρεύοντα,
Josep Casadevall,
Guido Raimondi,
Ineta Ziemele,
Nina Vajić,
Lech Garlicki,
Peer Lorenzen,
Anatoly Kovler,
Elisabeth Steiner,
Khanlar Hajiyev,
Egbert Myjer,
Danutė Jočienė,
Ján Šikuta,
Vincent A. de Gaetano,
Λίνο-Αλέξανδρο Σισιλιάνο,
Erik Møse,
André Potocki, δικαστές,
και τον Johan Callewaert, αναπληρωτή γραμματέα του Τμήματος,
Αφού συσκέφθηκε εν συμβουλίω στις 3 Οκτωβρίου 2012 και στις 9 Ιανουαρίου 2013,
Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, που υιοθετήθηκε κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση προήλθε από προσφυγή (no 19010/07) που ασκήθηκε κατά της Δημοκρατίας της Αυστρίας και την οποία τρεις υπήκοοι του Κράτους αυτού («οι προσφεύγοντες») κατέθεσαν στο Δικαστήριο στις 24 Απριλίου 2007 βάσει του άρθρου 34 της Σύμβασης για την Προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών («η Σύμβαση»).
Ο προεδρεύων του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης συγκατατέθηκε στο αίτημα το οποίο διατύπωσαν οι προσφεύγοντες να μην γνωστοποιηθεί η ταυτότητά τους (άρθρο 47 § 3 του κανονισμού του Δικαστηρίου – «ο κανονισμός»).
2. Ενώπιον του Δικαστηρίου οι προσφεύγοντες εκπροσωπήθηκαν από τον κ. H. Graupner, δικηγόρο Βιέννης. Η αυστριακή κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τον κ. H. Tichy, πρέσβη, επικεφαλής της Διεύθυνσης Διεθνούς δικαίου στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο ευρωπαϊκών και διεθνών υποθέσεων.
3. Στην προσφυγή τους οι προσφεύγοντες ισχυρίζονταν ότι υπήρξαν θύματα διάκρισης σε σύγκριση με τα ετερόφυλα ζευγάρια, καθώς η δυνατότητα σε έναν από τους δύο συντρόφους άγαμου ζευγαριού να υιοθετήσει το παιδί ή τα παιδιά του άλλου (second-parent adoption) δεν προβλέπεται από το αυστριακό δίκαιο για τα ομόφυλα ζευγάρια, ενώ προβλέπεται για τα ετερόφυλα.
4. Η προσφυγή ανατέθηκε στο πρώτο τμήμα του Δικαστηρίου (άρθρο 52 § 1 του κανονισμού). Στις 29 Ιανουαρίου 2009, το Δικαστήριο κοινοποίησε την προσφυγή στην Κυβέρνηση. Αποφάσισε εξάλλου να αποφανθεί συγχρόνως επί του παραδεκτού και του βασίμου της υπόθεσης (άρθρο 29 § 1 της Σύμβασης). Την 1η Δεκεμβρίου 2011, σύνθεση του πρώτου τμήματος πραγματοποίησε ακρόαση. Στις 5 Ιουνίου 2012, σύνθεση του ίδιου τμήματος απαρτιζόμενη από τους Nina Vajić, Anatoly Kovler, Elisabeth Steiner, Khanlar Hajiyev, Julia Laffranque, Λίνο-Αλέξανδρο Σισιλιάνο και Erik Møse, δικαστές, καθώς και τον Søren Nielsen, γραμματέα του τμήματος, παραιτήθηκε από τη δικαιοδοσία της υπέρ του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης (άρθρο 30 της Σύμβασης), καθώς κανένα από τα μέρη δεν δήλωσε την αντίρρησή του εντός της καθορισμένης προθεσμίας (άρθρο 72 του κανονισμού).
5. Η σύσταση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης αποφασίστηκε συμφώνως προς τα άρθρα 26 §§ 4 και 5 της Σύμβασης 24 του κανονισμού.
6. Τόσο οι προσφεύγοντες όσο και η Κυβέρνηση κατέθεσαν συμπληρωματικές γραπτές παρατηρήσεις επί του παραδεκτού και του βασίμου της υπόθεσης.
7. Εξάλλου, παρατηρήσεις υποβλήθηκαν από τον καθηγητή R. Wintemute εκ μέρους των ακόλουθων έξι μη κυβερνητικών οργανώσεων, στις οποίες ο προεδρεύων του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης είχε επιτρέψει να παρέμβουν στη γραπτή διαδικασία: της Διεθνούς Ομοσπονδίας συνδέσμων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (FIDH), της Διεθνούς Επιτροπής Νομικών (CIJ), του ευρωπαϊκού τμήματος της International Lesbian, Gay, Bisexual, Trans and Intersex Association (ILGA-Europe), της British Association for Adoption and Fostering (BAAF), του Network of European LGBT Families Associations (NELFA), και της European Commission on Sexual Orientation Law (ECSOL). Παρατηρήσεις κατέθεσαν επίσης το Ευρωπαϊκό Κέντρο για το δίκαιο και τη δικαιοσύνη (ECLJ), ο γενικός εισαγγελέας της Βόρειας Ιρλανδίας, η Διεθνής Αμνηστία (AI) και η Alliance Defending Freedom (ADF), που είχαν επίσης λάβει άδεια να παρέμβουν στη γραπτή διαδικασία.
8. Στις 3 Οκτωβρίου 2012 διεξήχθη δημόσια ακρόαση στο Μέγαρο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, στο Στρασβούργο (άρθρο 59 § 3 του κανονισμού).
Παρέστησαν:
– εκ μέρους της Κυβέρνησης
καB. Ohms, Ομοσπονδιακή Καγκελαρία, αναπληρώτρια εκπρόσωπος,
κοςM. Stormann, Ομοσπονδιακό Υπουργείο δικαιοσύνης,
καA. Jankovic, Ομοσπονδιακό Υπουργείο ευρωπαϊκών και διεθνών υποθέσεων, νομικοί σύμβουλοι·
– εκ μέρους των προσφευγόντων
κοςH. Graupner, σύμβουλος.
Το Δικαστήριο άκουσε τις αγορεύσεις της κας Ohms και του κου Graupner, καθώς και τις απαντήσεις τους στα ερωτήματα που τους έθεσαν οι δικαστές.
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
I. ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
9. Η πρώτη και η δεύτερη προσφεύγουσα είναι γεννημένες το 1967. Ο δεύτερος προσφεύγων είναι γεννημένος το 1995.
10. Η πρώτη και η τρίτη προσφεύγουσα διατηρούν σταθερή σχέση. Ο δεύτερος προσφεύγων, γεννημένος εκτός γάμου, είναι ο γιος της τρίτης προσφεύγουσας. Έχει αναγνωριστεί από τον πατέρα του, και έχει τεθεί υπό την αποκλειστική γονική μέριμνα της μητέρας του. Οι τρεις προσφεύγοντες ζουν μαζί, κάτω από την ίδια στέγη, από τα πέμπτα γενέθλια του δεύτερου προσφεύγοντα, τον οποίο η πρώτη και η τρίτη προσφεύγουσα φροντίζουν από κοινού.
11. Στις 17 Φεβρουαρίου 2005, η πρώτη προσφεύγουσα και ο δεύτερος προσφεύγων, εκπροσωπούμενος από τη μητέρα του, σύναψαν σύμβαση που προέβλεπε την υιοθεσία του δεύτερου από την πρώτη. Η σύμβαση αυτή πραγματοποιήθηκε με σκοπό να δημιουργηθεί ανάμεσα στην πρώτη προσφεύγουσα και τον δεύτερο προσφεύγοντα ένας νομικός δεσμός ο οποίος να αντικατοπτρίζει τις πραγματικές σχέσεις που τους συνέδεαν, χωρίς παράλληλα να διαρρηγνύεται η σχέση του παιδιού με τη μητέρα του, την τρίτη προσφεύγουσα.
12. Οι ενδιαφερόμενοι, γνωρίζοντας ότι το άρθρο 182 § 2 του αστικού κώδικα (Allgemeines Bürgerliches Gesetzbuch) μπορούσε να ερμηνευθεί με τρόπο που να αποκλείει την υιοθεσία από μέλος ομόφυλου ζευγαριού του παιδιού του συντρόφου του, χωρίς να διακοπεί ο δεσμός του παιδιού με τον τελευταίο –βιολογικό γονέα του ίδιου φύλου με τον υιοθετούντα–, αιτήθηκαν στο Συνταγματικό Δικαστήριο να κηρύξει τη συγκεκριμένη διάταξη αντισυνταγματική, διότι εξαιτίας της υφίσταντο διάκριση που βασιζόταν στον σεξουαλικό προσανατολισμό της πρώτης και της τρίτης προσφεύγουσας. Υποστήριξαν οι προσφεύγοντες ότι, στην περίπτωση των ετερόφυλων ζευγαριών, το άρθρο 182 § 2 του αστικού κώδικα επέτρεπε αυτού του τύπου την υιοθεσία, δηλαδή την υιοθεσία από το ένα μέλος του ζευγαριού του παιδιού του συντρόφου του, χωρίς αυτό να έχει επίπτωση στον νομικό δεσμό που υφίσταται μεταξύ του τελευταίου και του παιδιού.
13. Στις 14 Ιουνίου 2005, το Συνταγματικό Δικαστήριο κήρυξε την προσφυγή τους απαράδεκτη, σε εφαρμογή του άρθρου 140 του ομοσπονδιακού Συντάγματος. Σημείωσε ότι, προκειμένου να αποφανθεί σχετικά με την επικύρωση της σύμβασης υιοθεσίας, το αρμόδιο περιφερειακό (πρωτοβάθμιο) δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει το ερώτημα εάν το άρθρο 182 § 2 του αστικού κώδικα επέτρεπε ή όχι την υιοθεσία αυτού του τύπου στα ομόφυλα ζευγάρια. Προσέθεσε ότι οι προσφεύγοντες, εάν το περιφερειακό δικαστήριο τους αρνούνταν την έγκριση, θα είχαν τη δυνατότητα να προβάλλουν τις ενστάσεις τους για την αντισυνταγματικότητα της επίδικης διάταξης ενώπιον του εφετείου, το οποίο με τη σειρά του θα μπορούσε να επαναφέρει το ζήτημα στο Συνταγματικό Δικαστήριο, σε περίπτωση που συμμεριζόταν την άποψη των ενδιαφερομένων.
14. Στις 26 Σεπτεμβρίου 2005, οι προσφεύγοντες κάλεσαν το αρμόδιο περιφερειακό (πρωτοβάθμιο) δικαστήριο να επικυρώσει τη σύμβαση υιοθεσίας, σύμφωνα με τους όρους της οποίας ο δεύτερος προσφεύγων θα είχε γονείς την πρώτη και την τρίτη προσφεύγουσα. Στο αίτημά τους, ανέφεραν ότι η πρώτη προσφεύγουσα και το παιδί είχαν δημιουργήσεις στενούς δεσμούς στοργής, ότι το παιδί ανατρεφόταν σε μια οικιακή εστία όπου ζούσε μαζί με δύο ενηλίκους που ενδιαφέρονταν για την ευημερία του, ότι το αίτημά τους γινόταν προκειμένου να αναγνωριστεί και νομικά η οικογενειακή μονάδα που υπήρχε στην πράξη, και ότι θα είχε ως αποτέλεσμα να υποκαταστήσει η πρώτη προσφεύγουσα τον πατέρα του παιδιού. Επεσήμαιναν ότι ο πατέρας ήταν αντίθετος με την υιοθεσία αυτή, χωρίς να αιτιολογεί την άρνησή του. Ισχυρίζονταν ότι εκδήλωνε ακραία εχθρότητα προς την οικογένειά τους, και συνεπώς το δικαστήριο είχε λόγους να αγνοήσει την άρνηση αυτή, βασιζόμενο στο άρθρο 181 § 3 του αστικού κώδικα, εφόσον η υιοθεσία κρίνεται κατά τη γνώμη τους σύμφωνη προς το ανώτερο συμφέρον του παιδιού. Στο αίτημά τους επισυναπτόταν αναφορά της Υπηρεσίας προστασίας ανηλίκων, όπου επιβεβαιωνόταν ότι η πρώτη και η τρίτη προσφεύγουσα μοιράζονταν τα καθημερινά καθήκοντα που αφορούν τη φροντίδα του παιδιού, καθώς και την ευθύνη για την ανατροφή του· η αναφορά κατέληγε με το συμπέρασμα ότι η εκχώρηση της γονικής μέριμνας από κοινού στις δύο ενδιαφερόμενες ήταν επιθυμητή, εκφράζονταν ωστόσο αμφιβολίες για τη νομιμότητα της συγκεκριμένης λύσης.
15. Στις 10 Οκτωβρίου 2005, το περιφερειακό δικαστήριο αρνήθηκε να επικυρώσει τη σύμβαση υιοθεσίας, εκτιμώντας ότι το άρθρο 182 § 2 του αστικού κώδικα δεν προέβλεπε καμία μορφή υιοθεσίας η οποία να παράγει τα επιθυμητά από τους αιτούντες αποτελέσματα. Η απόφασή του αιτιολογήθηκε ως εξής:
«Η κα [...], η τρίτη προσφεύγουσα, κατέχει την αποκλειστική γονική μέριμνα του ανήλικου γιου της, [...], γεννημένου εκτός γάμου. Ζει στην (...) με τη σύντροφό της (...) (την πρώτη προσφεύγουσα) και (...) (τον δεύτερο προσφεύγοντα).
Η δικαστική προσφυγή που κατατέθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2001 από τη μητέρα του παιδιού και τη σύντροφό της, για μερική μεταβίβαση επιμέλειας, προκειμένου οι δύο γυναίκες να μπορούν να ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα [του παιδιού], απορρίφθηκε οριστικά.
Σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης υιοθεσίας της 17 Φεβρουαρίου 2005, της οποίας την επικύρωση ζητούν επί του παρόντος οι ενδιαφερόμενοι, η πρώτη προσφεύγουσα επισημαίνει την επιθυμία της να υιοθετήσει το παιδί με την ιδιότητα της συντρόφου της μητέρας [του].
Η σύμβαση υιοθεσίας της οποίας την επικύρωση επιθυμούν οι προσφεύγοντες, θα είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή των νομικών οικογενειακών δεσμών που υπάρχουν ανάμεσα στο παιδί και τον πατέρα του καθώς και ανάμεσα στο παιδί και την οικογένεια του πατέρα του, ενώ δεν θα μετέβαλλαν τη σχέση του παιδιού με τη μητέρα του. Οι προσφεύγοντες ζητούν επίσης από τη δικαιοσύνη να μην λάβει υπόψη της την άρνηση του πατέρα να συναινέσει στην υιοθεσία αυτή.
Το αίτημα των ενδιαφερομένων, που γίνεται προκειμένου να επιτραπεί στο ομόφυλο ζευγάρι της βιολογικής μητέρας και της θετής μητέρας να ασκήσουν από κοινού τη γονική μέριμνα του παιδιού, είναι νομικώς αβάσιμο.
Το άρθρο 179 του αστικού κώδικα αναφέρει ρητά ότι η υιοθεσία μπορεί να πραγματοποιηθεί από ένα μόνο πρόσωπο ή από συζύγους. Η υιοθεσία ενός παιδιού από ένα μόνο πρόσωπο το οποίο είναι έγγαμο, υπόκειται σε αυστηρές προϋποθέσεις. Από τη δεύτερη πρόταση του άρθρου 182 § 2 του αστικού κώδικα προκύπτει ότι, εάν το παιδί υιοθετείται μόνο από έναν άνδρα (ή μια γυναίκα), οι νομικοί οικογενειακοί δεσμοί –διαφορετικοί από τον δεσμό συγγένειας– διακόπτονται μόνο με τον βιολογικό πατέρα (ή τη βιολογική μητέρα) και την οικογένειά του (ή την οικογένειά της). Στην περίπτωση που οι δεσμοί μεταξύ του παιδιού και του άλλου γονέα παραμένουν μετά την υιοθεσία, ο δικαστής κηρύσσει την διακοπή τους, αναφορικά προς τον εν λόγω γονέα, με την προϋπόθεση ότι ο τελευταίος συναινεί.
Το άρθρο 182 του αστικού κώδικα τροποποιήθηκε τελευταία φορά το 1960 (Επίσημη Εφημερίδα no 58/1960). Με δεδομένη τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής και την πρόδηλη βούληση του τότε νομοθέτη, τεκμαίρεται ότι η υιοθεσία από ένα μόνο πρόσωπο διακόπτει τον νομικό δεσμό μεταξύ του υιοθετούμενου και του βιολογικού του γονέα του ιδίου φύλου με τον θετό γονέα, και ότι δεν αλλοιώνει την σχέση με τον γονέα του αντίθετου φύλου (βλέπε επίσης Schlemmer στο Schwimann, ABGB2 I § 182, σημείο 3). Μόνον σε αυτή την περίπτωση ο νόμος επιτρέπει στον δικαστή να διακόψει τον δεσμό αυτόν, επί του οποίου η ίδια η υιοθεσία δεν έχει κάποια συνέπεια.
Κατά συνέπεια, η σύμβαση υιοθεσίας της οποίας την επικύρωση αιτούνται οι προσφεύγοντες, και η οποία θα οδηγούσε στην υιοθεσία [του παιδιού] από μια γυναίκα και στη διακοπή των δεσμών του με τον βιολογικό του πατέρα, αλλά όχι με τη βιολογική του μητέρα, είναι παράνομη. Η ερμηνεία της επίμαχης νομικής διάταξης σύμφωνα με τη Σύμβαση, η οποία προφανώς και είναι επιβεβλημένη, δεν μεταβάλλει σε τίποτε το συμπέρασμα αυτό.
Είναι ακριβές ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τα ζητήματα που σχετίζονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό απολαμβάνουν της προστασίας την οποία το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου παρέχει στο δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή. Είναι επίσης γεγονός ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι διακρίσεις που βασίζονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό είναι αυστηρά ασύμβατες με τα άρθρα 8 και 14 της Σύμβασης. Ωστόσο, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο πάντοτε παρέχει στα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης ένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας επί του θέματος, το εύρος του οποίου είναι ανάλογο του εύρους των διαφοροποιήσεων που μπορεί να εμφανίζουν τα Κράτη στις νομοθεσίες τους. Στην παράγραφο 41 της απόφασης που εξέδωσε για την υπόθεση Fretté κατά Γαλλίας (προσφυγή no 36515/97, CEDH 2002-I), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ανέφερε ρητά ότι το δικαίωμα των ομοφυλοφίλων στην υιοθεσία φαίνεται να διέρχεται μια μεταβατική φάση, και υπάρχουν εξελίξεις στην κοινωνία οι οποίες δικαιολογούν την εκχώρηση ενός μεγάλου περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας στα Κράτη μέλη, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι το περιθώριο αυτό δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως λευκή εντολή προς τα Κράτη προκειμένου να λαμβάνουν αυθαίρετες αποφάσεις.
Εναπόκειται επομένως στα Κράτη να αποφασίζουν κατά πόσον είναι σκόπιμο να προσφέρουν σε δύο άτομα του ίδιου φύλου τη δυνατότητα να δημιουργήσουν έναν νομικό δεσμό με ένα παιδί επί ίσοις όροις, εντός των ορίων που θέτει το άρθρο 8 § 2 της Σύμβασης. Το δικαστήριο εκτιμά ότι, ακόμη και ερμηνευόμενο συμφώνως προς τη Σύμβαση, όπως και επιβάλλεται, το ισχύον αυστριακό δίκαιο αποκλείει τη συγκεκριμένη δυνατότητα. Η λύση που επιθυμούν οι προσφεύγοντες θα απαιτούσε νομοθετική αλλαγή. Δεν μπορεί να επικυρωθεί από μια απλή δικαστική απόφαση, η οποία θα ερμήνευε το άρθρο 182 του αστικού κώδικα με τρόπο αντίθετο προς τα όσα σαφώς αναφέρει.
Δεδομένων όλων των προαναφερθέντων, το δικαστήριο απορρίπτει το αίτημα επικύρωσης της σύμβασης υιοθεσίας που κατατέθηκε από τους προσφεύγοντες».
16. Οι προσφεύγοντες άσκησαν έφεση κατά της απόφασης αυτής. Επικαλούμενοι τα άρθρα 8 και 14 της Σύμβασης, υποστήριξαν στην προσφυγή τους ότι το άρθρο 182 § 2 του αστικού κώδικα εισήγε διακρίσεις, αφ’ ης στιγμής πραγματοποιούσε έναν αδικαιολόγητο διαχωρισμό ετερόφυλων και ομόφυλων ζευγαριών. Παρατηρούσαν ότι η υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα επιτρεπόταν στα ετερόφυλα ζευγάρια, έγγαμα ή μη, αλλά όχι στα ομόφυλα ζευγάρια. Επεσήμαιναν ότι η υπόθεσή τους, που αφορούσε διαφορά μεταχείρισης μεταξύ ομόφυλων και ετερόφυλων ζευγαριών, ήταν διαφορετική από την υπόθεση Fretté, όπου επρόκειτο για μια υιοθεσία από ομοφυλόφιλο χωρίς σύντροφο.
17. Εκτιμούσαν ότι η διαφορά μεταχείρισης μεταξύ των ετερόφυλων άγαμων ζευγαριών και των ομόφυλων ζευγαριών ήταν ιδιαίτερα προβληματική, με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου για την υπόθεση Karner κατά Αυστρίας (no 40016/98, CEDH 2003-IX). Υποστήριζαν ότι ελάχιστα ευρωπαϊκά Κράτη έδιναν τη δυνατότητα της υιοθεσίας από τον δεύτερο γονέα στα ομόφυλα ζευγάρια, ότι η πλειονότητα των Κρατών την επέτρεπε μόνο στα έγγαμα ζευγάρια, και ότι υπήρχε σε ευρωπαϊκό επίπεδο συναίνεση ως προς το ότι τα ετερόφυλα άγαμα ζευγάρια δεν θα πρέπει να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης από τα ομόφυλα ζευγάρια. Υπογράμμιζαν ότι η καταγγελλόμενη διαφορά μεταχείρισης δεν αποσκοπούσε σε κανέναν θεμιτό στόχο, και προσέθεταν μάλιστα ότι δεν ήταν αναγκαία για την προστασία του συμφέροντος του παιδιού. Προέβαλλαν το γεγονός ότι ορισμένες επιστημονικές μελέτες αποδεικνύουν ότι τα παιδιά αναπτύσσονται εξίσου σωστά στις οικογένειες που αποτελούνται από ομόφυλους γονείς όσο και στις οικογένειες με ετερόφυλους γονείς, και ότι σημασία δεν έχει ο σεξουαλικός προσανατολισμός των γονέων, αλλά η ικανότητά τους να δημιουργήσουν μια σταθερή και στοργική οικογένεια. Καλούσαν το εφετείο να αναιρέσει την απόφαση του περιφερειακού δικαστηρίου και να δικαιώσει το αίτημά τους της 26 Σεπτεμβρίου 2005 ή, επικουρικά, να αναπέμψει την υπόθεση στο περιφερειακό δικαστήριο προκειμένου αυτό να αποφανθεί εκ νέου.
18. Στις 21 Φεβρουαρίου 2006, το εφετείο απέρριψε το αίτημα των προσφευγόντων, χωρίς να πραγματοποιηθεί ακρόαση. Στην απόφασή του το δικαστήριο επικαλούταν συναφείς δικαστικές διαδικασίες που αφορούσαν, αφενός, το δικαίωμα επίσκεψης και την υποχρέωση διατροφής του πατέρα του δεύτερου προσφεύγοντα, και, αφετέρου, τις άκαρπες ενέργειες που επιχειρήθηκαν από την πρώτη και την τρίτη προσφεύγουσα προκειμένου να τους δοθεί από κοινού η γονική μέριμνα του δεύτερου προσφεύγοντα. Εξέφραζε αμφιβολίες κατά πόσον η τρίτη προσφεύγουσα είχε τη δυνατότητα να εκπροσωπήσει τον γιο της στη διαδικασία, εκτιμώντας ότι η κατάσταση αυτή ενδεχομένως να προκαλούσε σύγκρουση συμφερόντων. Συνέχιζε ως εξής:
«Εντούτοις, είναι στην πραγματικότητα άτοπο να σταθούμε στο ερώτημα αυτό, αφού το δικαστήριο εκτιμά, για τους λόγους που εκτίθενται ακολούθως, ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να αρνηθεί την επικύρωση της σύμβασης της επίμαχης υιοθεσίας, όπως άλλωστε έγινε και πρωτοδίκως, χωρίς να υπάρχει ανάγκη περαιτέρω εξέτασης του θέματος. Υπό αυτές τις συνθήκες, το ερώτημα εάν το παιδί εκπροσωπείται εγκύρως στη διαδικασία δεν τίθεται.
Οι αρμόδιες δικαστικές αρχές, στις αποφάσεις τους σχετικά με το αίτημα για μερική μεταβίβαση της γονικής μέριμνας [του παιδιού] υπέρ [της συντρόφου της μητέρας του], επεσήμαναν ότι, παρότι το αυστριακό οικογενειακό δίκαιο δεν ορίζει την έννοια των «γονέων», προκύπτει ωστόσο σαφέστατα από το σύνολο των διατάξεων ότι, για τον νομοθέτη, ένα γονικό ζευγάρι αποτελείται κατ’ αρχήν από δύο άτομα του αντίθετου φύλου, και για τον λόγο αυτόν ο νόμος αποδίδει τη γονική μέριμνα του παιδιού κυρίως στους δύο βιολογικούς του γονείς –ή στη βιολογική του μητέρα, σε περίπτωση γέννησης εκτός γάμου– και προβλέπει ότι το παιδί μπορεί να τεθεί υπό τη μέριμνα άλλων προσώπων μόνο στην περίπτωση κατά την οποία είναι αδύνατον να εφαρμοστεί ο παραπάνω κανονισμός. Οι αρμόδιες δικαστικές αρχές συμπέραναν εξ αυτού ότι, εφόσον υπάρχουν οι βιολογικοί γονείς (πατέρας και μητέρα), δεν ήταν δυνατόν να τεθεί το παιδί υπό τη μέριμνα τρίτων, έστω και αν, από την άποψη καθαρά των πραγματικών γεγονότων, αυτοί μπορεί να έχουν στενούς δεσμούς με το παιδί (βλ. συγκριτικά OGH, 7 Ob 144/02 f). Θεώρησαν ότι η νομική αυτή θέση δεν αποτελούσε κατά κανέναν τρόπο διάκριση έναντι των ομόφυλων ζευγαριών, εφόσον οι νόμοι που διέπουν το οικογενειακό δίκαιο είναι θεμελιωμένοι, συμφώνως προς τη βιολογική πραγματικότητα, στη βάση του ζευγαριού που αποτελείται από γονείς του αντίθετου φύλου.
Το δικαστήριο εκτιμά ότι οι ισχυρισμοί που εκτίθενται ανωτέρω ισχύουν επίσης και για το επίμαχο ερώτημα, κατά πόσον, δηλαδή, είναι σκόπιμη η επικύρωση της υιοθεσίας ενός ανήλικου παιδιού από τον ομόφυλο σύντροφο ενός εκ των γονέων του. Και σε αυτή την περίπτωση, δεδομένης της παρουσίας των δύο γονέων του αντίθετου φύλου, δεν θα είχε νόημα να προστεθεί στο παιδί ένας επιπλέον «νόμιμος γονέας». Δεν πρόκειται για διάκριση απέναντι στην ομόφυλη σύντροφο της μητέρας του παιδιού, αλλά απλώς για τη διαπίστωση ότι, εφόσον υπάρχουν οι δύο γονείς του αντίθετου φύλου, απλούστατα δεν υφίσταται λόγος να προβλεφθεί μια διάταξη η οποία θα επέτρεπε στον ομόφυλο σύντροφο του ενός εξ αυτών να υποκαταστήσει τον άλλον.
Η υιοθεσία ανηλίκου στόχο έχει επί της ουσίας να δημιουργήσει έναν δεσμό ανάλογο με εκείνον που υφίσταται μεταξύ των παιδιών και των βιολογικών τους γονέων. Από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι ο βιολογικός πατέρας του παιδιού έχει τακτική επαφή μαζί του. Το παιδί διατηρεί επομένως στέρεους δεσμούς με τους δύο γονείς του, του αντίθετου φύλου. Υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, δεν είναι σκόπιμο να υποκατασταθεί ο ένας εκ των βιολογικών γονέων από τον ομόφυλο σύντροφο του ενός εκ των δύο, όπως θα συνέβαινε εάν επιτρεπόταν η υιοθεσία του παιδιού.
Στη νομολογία σχετικά με το δικαίωμα επίσκεψης και φιλοξενίας των γονέων αναγνωρίζεται επίσης, κατά τρόπο γενικό και αναμφισβήτητο, ότι ψυχολογικές και κοινωνιολογικές μελέτες αποδεικνύουν πως είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ανάπτυξη του παιδιού να διατηρεί προσωπικές σχέσεις με τον γονέα με τον οποίο δεν ζει μαζί (βλ. κυρίως EFSlg 100.205). Για τον λόγο αυτόν η νομοθεσία δίδει το δικαίωμα στο παιδί να έχει προσωπική επαφή με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει (βλ. κυρίως OGH, 3 Ob 254/03 z). Ομοίως, ουδεμία αμφιβολία υπάρχει ότι, για τη σωστή ανάπτυξη ενός ανήλικου παιδιού, είναι ιδιαίτερα επιθυμητό να μπορεί αυτό να διατηρεί προσωπική επαφή με τους δύο γονείς του αντίθετου φύλου, δηλαδή με μια γυναίκα (την μητέρα του) και έναν άνδρα (τον πατέρα του), που είναι υπεύθυνοι για την ανατροφή του, και ότι θα πρέπει να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια προς τον σκοπό αυτόν (σύγκρινε κυρίως με το EFSlg 89.668). Υπό αυτές τις συνθήκες, η διατήρηση προσωπικών σχέσεων, έστω των ελάχιστων, μεταξύ του παιδιού και των δύο γονέων του συστήνεται ιδιαιτέρως, και κατά κανόνα απαιτείται, προς το συμφέρον της ανάπτυξής του (σύγκρινε με το OGH, 7 Ob 234/99 h). Οι ίδιοι αυτοί ισχυρισμοί έρχονται σε σαφή αντίθεση με την υιοθεσία παιδιού από τον ομόφυλο σύντροφο ενός εκ των γονέων του, καθώς κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα να διακοπούν οι οικογενειακοί δεσμοί του παιδιού με τον άλλο γονέα του.
Όπως επισημαίνεται και παραπάνω, η νομική αυτή θέση δεν θα πρέπει να θεωρηθεί διάκριση απέναντι στα ομόφυλα ζευγάρια. Από την άποψη αυτή, η αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης παραπέμπει –ορθώς– στη διαρκή νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπου αναγνωρίζεται ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός υπάγεται στην προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής (άρθρο 8 της Σύμβασης), και κατά συνέπεια κρίνονται αυστηρώς ασύμβατες με τα άρθρα 8 και 14 της Σύμβασης οι διακρίσεις οι οποίες βασίζονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό. Ωστόσο, στην απόφαση που ελήφθη υπογραμμίζεται επίσης ορθώς ότι, όταν νομοθετεί σχετικά με ζητήματα για τα οποία δεν υπάρχει σαφής ομοφωνία στις νομοθεσίες των Κρατών μελών, ο νομοθέτης οφείλει να παρέχει ένα διευρυμένο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας. Ο πρώτος δικαστής, τονίζοντας ότι το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως λευκή εντολή προς τα Κράτη ώστε να λαμβάνουν αυθαίρετες αποφάσεις, εκτίμησε ότι η ερμηνεία του εν λόγω περιθωρίου θα πρέπει να είναι πολύ ευρεία όταν πρόκειται για το δικαίωμα των ομοφυλοφίλων στην υιοθεσία, δεδομένων των εξελίξεων που γνωρίζει το θέμα αυτό στην κοινωνία. Στο πλαίσιο αυτό, η αυστριακή νομοθεσία δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη η οποία να προβλέπει την υιοθεσία παιδιού από τον ομόφυλο σύντροφο ενός εκ των γονέων του.
Οι ενάγοντες δεν προέβαλλαν κανένα πειστικό επιχείρημα προς υποστήριξη της θέσεώς τους, σύμφωνα με την οποία οι ισχύουσες διατάξεις συνιστούν διάκριση έναντι των ομόφυλων ζευγαριών. Ακόμη και στην περίπτωση ενός ετερόφυλου ζευγαριού, ο μόνος νομικός δεσμός που μπορεί να διακοπεί σε περίπτωση υιοθεσίας παιδιού από το ένα μέλος του ζευγαριού, είναι εκείνος που υπάρχει μεταξύ του παιδιού και του γονέα του ίδιου φύλου με τον θετό γονέα. Σε τέτοια περίπτωση, το παιδί παραμένει υπό την ευθύνη δύο γονέων του αντίθετου φύλου. Η προϋπόθεση αυτή, σημαντική για την ανάπτυξη του παιδιού, δεν τηρείται στην περίπτωση υιοθεσίας παιδιού από τον ομόφυλο σύντροφο του ενός εκ των γονέων του. Υπό αυτά τα δεδομένα, δεν θεμελιώνεται ότι μια τέτοια κατάσταση συνιστά αδικαιολόγητη διακριτική μεταχείριση. Εξάλλου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επεσήμανε, στην απόφαση που παρατίθεται από τους ενάγοντες (Karner κατά Αυστρίας, 24 Ιουλίου 2003), ότι μια διαφορά μεταχείρισης ανθρώπων οι οποίοι διατηρούν ομοφυλοφιλική σχέση συνιστά διάκριση μόνον εφόσον δεν βασίζεται σε αντικειμενική και λογική δικαιολόγηση, δηλαδή εάν δεν έχει θεμιτό σκοπό ή εάν δεν υφίσταται εύλογη σχέση αναλογικότητας ανάμεσα στα χρησιμοποιούμενα μέσα και τον επιδιωκόμενο σκοπό, ότι μόνο πολύ ισχυρά επιχειρήματα μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο να θεωρήσει μια διαφορά μεταχείρισης συμβατή με τη Σύμβαση, και ότι οι διαφορές που βασίζονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό οφείλουν να είναι αιτιολογημένες με ιδιαίτερα σοβαρούς λόγους. Το Δικαστήριο, ωστόσο, αναγνώρισε επίσης ρητώς στην απόφαση Karner ότι η προστασία της «παραδοσιακής οικογένειας» συνιστά κατ’ αρχήν έναν σημαντικό και θεμιτό λόγο ικανό να δικαιολογήσει μια διαφορά μεταχείρισης από τον εθνικό νομοθέτη, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι ο σκοπός της προστασίας της οικογένειας με την παραδοσιακή έννοια του όρου είναι αρκετά αφηρημένος, και ότι ένα ευρύ φάσμα συγκεκριμένων μέτρων μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή για την πραγματοποίησή του. Αφού επεσήμανε ότι ο αποκλεισμός ανθρώπων που διατηρούν ομοφυλοφιλική σχέση από το πεδίο εφαρμογής ορισμένων νομικών διατάξεων θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο από λόγους επιτακτικής ανάγκης, το Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι κανένας τέτοιος λόγος δεν αναφέρθηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση, όπου αμφισβητούνταν το δικαίωμα του επιζώντος συντρόφου ομόφυλου ζευγαριού να του μεταβιβαστεί μισθωτική σχέση που είχε συναφθεί από τον θανόντα σύντροφό του.
Ωστόσο, η θέση των εναγόντων δεν βρίσκει καμία υποστήριξη στην εν λόγω απόφαση. Καθώς το Δικαστήριο αναγνώριζε στα Κράτη το δικαίωμα να εισάγουν στη νομοθεσία τους μέτρα προστασίας της «παραδοσιακής οικογένειας», οφείλει να γίνει σεβαστή η θέση της αυστριακής νομοθεσίας ότι, συμφώνως και προς τη βιολογική πραγματικότητα, ένα ανήλικο παιδί πρέπει κατ’ αρχήν να έχει για γονείς δύο άτομα του αντίθετου φύλου. Κατά συνέπεια, το δικαστήριο εκτιμά ότι ο νομοθέτης, μην προβλέποντας την υιοθεσία παιδιού από τον ομόφυλο σύντροφο ενός εκ των γονέων του, γεγονός που θα διέκοπτε τον δεσμό του παιδιού με τον γονέα του αντίθετου φύλου, επεδίωκε αναμφισβήτητα έναν «θεμιτό σκοπό». Ομοίως, δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι δεν υφίσταται «εύλογη σχέση αναλογικότητας» μεταξύ του σκοπού αυτού και των χρησιμοποιούμενων για την επίτευξή του μέσων. Αντίθετα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, η νομική αυτή θέση δεν βασίζεται στις «προκαταλήψεις της ετεροφυλόφιλης πλειονότητας έναντι της μειονότητας των ομοφυλοφίλων», αλλά στόχο έχει απλώς να εξασφαλίσει ότι τα ανήλικα παιδιά μεγαλώνουν έχοντας τακτική επαφή και με τους δύο γονείς, και των δύο φύλων. Ο στόχος αυτός είναι εξίσου σεβαστός με την απόφαση της μητέρας του παιδιού να συνάψει μια ομοφυλοφιλική σχέση. Υπό τις συνθήκες αυτές, τίποτε προφανώς δεν θα δικαιολογούσε τη στέρηση του παιδιού από τους οικογενειακούς του δεσμούς με τον γονέα του άλλου φύλου. Αυτό ακριβώς, όμως, η μητέρα του παιδιού και η σύντροφός της προσπάθησαν να επιτύχουν στην προκειμένη περίπτωση, και εξακολουθούν να το διεκδικούν με την άσκηση έφεσης.
Συνεπώς, δεδομένου του συνόλου των ανωτέρω ισχυρισμών, η παρούσα έφεση οφείλει να απορριφθεί.
Το παραδεκτό μιας αίτησης αναιρέσεως διέπεται από τα άρθρα 59 §§ 1 και 2 και 62 § 1 του νόμου για την εκούσια δικαιοδοσία. Εάν είναι ακριβές ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί για την παρούσα υπόθεση, η απόφασή του αφορούσε τη νομιμότητα της (μερικής) μεταβίβασης της γονικής μέριμνας του παιδιού υπέρ της συντρόφου της μητέρας του. Αντιθέτως, εξ όσων γνωρίζει το δικαστήριο, το Ανώτατο Δικαστήριο ποτέ δεν απεφάνθη συγκεκριμένα και ρητώς σχετικά με το ζήτημα που ανακύπτει εδώ, δηλαδή τη νομιμότητα της υιοθεσίας παιδιού από τον ομόφυλο σύντροφο ενός εκ των γονέων του. Για τον λόγο αυτόν, η παρούσα απόφαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία από την άποψη της ενότητας δικαίου, της ασφάλειας δικαίου και της εξέλιξής του.»
19. Οι προσφεύγοντες κατέθεσαν αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενοι ότι η εφαρμογή του άρθρου 182 § 2 του αστικού κώδικα από τα δικαστήρια κατέληγε σε διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των ετερόφυλων και των ομόφυλων ζευγαριών, των οποίων το ένα μέλος επιθυμούσε να υιοθετήσει το βιολογικό παιδί του συντρόφου του. Στην προσφυγή τους ανέφεραν ότι, ενώ ήταν νόμιμο για τα ετερόφυλα ζευγάρια –ακόμη και άγαμα– να δημιουργήσουν έναν επιπρόσθετο δεσμό συγγένειας μεταξύ του παιδιού και του συντρόφου ενός εκ των γονέων, η δυνατότητα αυτή δεν προσφερόταν στα ομόφυλα ζευγάρια, επειδή είχε ως αποτέλεσμα την υποκατάσταση του ενός εκ των βιολογικών γονέων από τον ομόφυλο σύντροφο, και κατά συνέπεια αποκλειόταν στην περίπτωση αυτή κάθε πραγματική δυνατότητα να πραγματοποιηθεί ο συγκεκριμένος τύπος υιοθεσίας. Υποστήριζαν ότι το εφετείο είχε προσπαθήσει να δικαιολογήσει την εν λόγω διαφορά μεταχείρισης επικαλούμενο τους σκοπούς της προστασίας της οικογένειας –με την παραδοσιακή έννοια του όρου– και της δυνατότητας του παιδιού να ανατραφεί υπό την ευθύνη ενός άνδρα και μιας γυναίκας, αλλά δεν είχε τεκμηριώσει την άποψη ότι η άρνηση να προσφέρεται η δυνατότητα του συγκεκριμένου τύπου υιοθεσίας στις οικογένειες ομοφυλοφίλων ήταν αναγκαία για την υλοποίηση των ανωτέρω σκοπών. Ισχυρίζονταν ότι πρόσφατες μελέτες αποδείκνυαν πως τα ομόφυλα ζευγάρια ήταν εξίσου ικανά με τα ετερόφυλα να αναθρέψουν παιδιά, και ότι το ζήτημα που ετίθετο στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν εάν το παιδί έπρεπε ή όχι να ανατραφεί μέσα σε μια οικογένεια ομοφυλοφίλων, εφόσον το παιδί ήδη αποτελούσε εκ των πραγμάτων μέρος μια τέτοιας οικογένειας, αλλά εάν ήταν δικαιολογημένη η άρνηση να αναγνωριστεί νομικά ο δεσμός που το συνέδεε με την πρώτη προσφεύγουσα. Θεωρούσαν ότι δεν είχε αποδειχθεί η αναγκαιότητα της διάκρισης μεταξύ ετερόφυλων άγαμων ζευγαριών και ομόφυλων ζευγαριών. Τέλος, δεχόμενοι ότι σε πολλά ευρωπαϊκά Κράτη ο συγκεκριμένος τύπος υιοθεσίας επιτρεπόταν μόνο στα έγγαμα ζευγάρια, υποστήριζαν ότι οι χώρες οι οποίες, όπως η Αυστρία, είχαν αποφασίσει να προσφέρουν τη δυνατότητα αυτή και στα άγαμα ζευγάρια, δεν ήταν δυνατόν να βασίζονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό και να κάνουν διακρίσεις στο θέμα αυτό.
20. Στις 27 Σεπτεμβρίου 2006, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναίρεσης των προσφευγόντων. Ανέφερε κυρίως τα εξής:
«[Ο ανήλικος] είναι το βιολογικό παιδί της τρίτης αιτούσας, κας (...), και του κου (...)· είναι γεννημένο την (...). Έχει τεθεί υπό την αποκλειστική γονική μέριμνα της μητέρας του, η οποία ζει στην (...) μαζί με την σύντροφό της (την πρώτη αιτούσα) και [το παιδί]. Οι αιτούντες ζήτησαν τη δικαστική επικύρωση μιας σύμβασης υιοθεσίας η οποία είχε συναφθεί στις 17 Φεβρουαρίου 2005 μεταξύ της πρώτης αιτούσας και του παιδιού, εκπροσωπούμενου από τη μητέρα του, και όπου η πρώτη αιτούσα δήλωνε τη βούλησή της να υιοθετήσει το παιδί. Εντούτοις, η εν λόγω σύμβαση προέβλεπε ότι η πρώτη αιτούσα θα υποκαθιστούσε τον βιολογικό πατέρα του παιδιού, και όχι τη μητέρα του. Οι αιτούντες επιθυμούσαν, ως αποτέλεσμα της δικαστικής επικύρωσης της σύμβασής τους, τη διακοπή των υφιστάμενων νομικών οικογενειακών δεσμών μεταξύ του παιδιού και του βιολογικού του πατέρα, καθώς και μεταξύ του παιδιού και της οικογένειας του βιολογικού του πατέρα, και παράλληλα τη διατήρηση του συνόλου των δεσμών μεταξύ του παιδιού και της βιολογικής του μητέρας. Εξάλλου, κάλεσαν τα δικαστήρια να μην λάβουν υπόψη τους την άρνηση του πατέρα του παιδιού να συναινέσει στο μέτρο αυτό.
Το περιφερειακό δικαστήριο αρνήθηκε να επικυρώσει τη σύμβαση, εκτιμώντας ότι προέκυπτε από το άρθρο 182 του αστικού κώδικα ότι ο νομοθέτης είχε σαφώς προβλέψει πως με τη μονογονεϊκή υιοθεσία διακόπτεται τον νομικό δεσμό μεταξύ του υιοθετούμενου και του γονέα του ιδίου φύλου με τον θετό γονέα, αλλά διατηρείται ο νομικός δεσμός με τον [βιολογικό] γονέα του αντίθετου φύλου [από τον θετό γονέα]. Επεσήμανε το δικαστήριο ότι ο νόμος δεν επέτρεπε στον δικαστή να διαπιστώσει τη διακοπή του τελευταίου αυτού δεσμού, ο οποίος δεν επηρεάζεται από την ίδια την υιοθεσία, παρά μόνο σε αυτή την περίπτωση. Κατέληξε στο συμπέρασμα της μη νομιμότητας της σύμβασης της οποίας την επικύρωση επιθυμούσαν οι αιτούντες, και η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα την υιοθεσία [του παιδιού] από μια γυναίκα και τη διακοπή των δεσμών του με τον βιολογικό του πατέρα, αλλά όχι με τη βιολογική του μητέρα, προσθέτοντας ότι το συμπέρασμα αυτό ήταν σύμφωνο προς τη Σύμβαση, και συγκεκριμένα προς τα άρθρα 8 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Επεσήμανε ότι η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, θεωρώντας ότι το ζήτημα της υιοθεσίας από ομοφυλοφίλους βρισκόταν σε μια φάση μεταβατική, υπό την επίδραση μιας διενεργούμενης αλλαγής της νοοτροπίας στο θέμα αυτό, εκχωρούσε στα Κράτη μέλη ένα ιδιαίτερα μεγάλο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στο συγκεκριμένο ζήτημα. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι εναπόκειται στα Κράτη και μόνο να αποφασίζουν κατά πόσον είναι σκόπιμο να προσφέρεται σε δύο άτομα του ιδίου φύλου η δυνατότητα να δημιουργούν έναν νομικό δεσμό με ένα παιδί, σε βάση ισότητας, εντός των ορίων που θέτει το άρθρο 8 § 2 της Σύμβασης, και ότι το αυστριακό δίκαιο απέκλειε το μέτρο το οποίο επιθυμούσαν οι αιτούντες.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (εφετείο) επικύρωσε την παραπάνω απόφαση, εκτιμώντας ότι ο νόμος βασιζόταν προδήλως στην παραδοχή ότι ο όρος «γονείς» δηλώνει αναγκαστικά δύο άτομα του αντίθετου φύλου, πράγμα το οποίο επιβεβαίωνε, κατά το δικαστήριο, και η προτεραιότητα την οποία έχουν κατ’ αρχήν οι βιολογικοί γονείς έναντι άλλων ατόμων όσον αφορά τη γονική μέριμνα. Έκρινε ότι το ίδιο ισχύει και στον τομέα του δικαίου της υιοθεσίας, του οποίου οι κανόνες θεωρεί ότι επίσης στηρίζονται στη βάση του ζευγαριού γονέων του αντίθετου φύλου, συμφώνως προς τη βιολογική πραγματικότητα. Εκτίμησε ότι, εφόσον υπάρχουν οι δύο γονείς του αντίθετου φύλου, δεν υφίσταται λόγος να προβλεφθεί διάταξη η οποία να επιτρέπει στον ομόφυλο σύντροφο του ενός εξ αυτών να υποκαταστήσει τον άλλον, και ότι δεν υπάρχει εδώ καμία πρόθεση διάκρισης έναντι των ομόφυλων ζευγαριών. Προσέθεσε ότι, και όσον αφορά το δικαίωμα επίσκεψης και φιλοξενίας, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι η προσωπική επαφή του ανηλίκου και με τους δύο του γονείς, του αντίθετου φύλου, δηλαδή με μια γυναίκα (τη μητέρα του) και έναν άνδρα (τον πατέρα του) που έχουν την ευθύνη του, είναι άκρως απαραίτητη για τη σωστή του ανάπτυξη, ενώ η διατήρηση προσωπικής σχέσης, έστω της ελάχιστης, μεταξύ του παιδιού και των δύο (βιολογικών) γονέων του συνίσταται ιδιαίτερα, και συνήθως απαιτείται, προς το συμφέρον της ανάπτυξης του παιδιού. Έκρινε ότι οι ανωτέρω διαπιστώσεις ισχύουν επίσης και όσον αφορά την υιοθεσία. Εξάλλου, κατέληξε, όπως και το περιφερειακό δικαστήριο, ότι δεν υφίσταται διάκριση έναντι των ομόφυλων ζευγαριών με την έννοια της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Υπενθύμισε σχετικά ότι, σύμφωνα με το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, μια διαφορά μεταχείρισης ατόμων που διατηρούν ομοφυλοφιλική σχέση συνιστά διάκριση μόνον εφόσον δεν βασίζεται σε μια αντικειμενική και εύλογη δικαιολόγηση, εάν δηλαδή δεν επιδιώκεται θεμιτός σκοπός ή εάν δεν υπάρχει μια εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού, και ότι μια διαφορά μεταχείρισης μπορεί να θεωρηθεί συμβατή προς τη Σύμβαση, εφόσον υπάρχουν ισχυρά στοιχεία που να δικαιολογούν παρόμοια εκτίμηση. Το εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα της νομιμότητας του επιδιωκόμενου από τον Αυστριακό νομοθέτη σκοπού, να διασφαλιστεί, δηλαδή, ότι τα παιδιά μεγαλώνοντας θα έχουν την αναγκαία για την ανάπτυξή τους τακτική επαφή με τους γονείς τους και των δύο φύλων. Προσέθεσε ότι ο σκοπός αυτός ήταν εξίσου σεβαστός με την επιλογή της μητέρας του παιδιού να συνάψει ομοφυλοφιλική σχέση, και εκτίμησε ότι δεν δικαιολογείται η στέρηση του παιδιού από τους οικογενειακούς δεσμούς με τον γονέα του αντίθετου φύλου.
Διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρχε νομολογία σχετικά με τη νομιμότητα της υιοθεσίας ενός παιδιού από τον ομόφυλο σύντροφο ενός εκ των βιολογικών γονέων του, το δικαστήριο εκτίμησε ότι θα έπρεπε να επιτραπεί στους ενάγοντες να ασκήσουν αίτηση αναιρέσεως.
Η αίτηση αναιρέσεως των ενδιαφερομένων είναι παραδεκτή για τους λόγους τους οποίους εξέθεσε το δικαστήριο, αλλά αβάσιμη.
Το άρθρο 179 § 2 του αστικού κώδικα αναφέρει ότι ουδείς δύναται να υιοθετηθεί από περισσότερα του ενός άτομα, εκτός εάν πρόκειται για συζύγους. Η νομική θεωρία ερμηνεύει τη συγκεκριμένη διάταξη ως απαγόρευση της υιοθεσίας –ταυτόχρονης ή διαδοχικής– από περισσότερα του ενός άτομα του ιδίου φύλου (βλ. Schwimann στο Schwimann, αστικός κώδικας § 179, σημείο 6, και Hopf στο Koziol/Bydlinksi/Bollenberger, § 179, σημείο 2, όπως παρατίθενται σε απόφαση του εφετείου της Βιέννης της 27 Αυγούστου 2001 – EFSlg 96.699).
Η δεύτερη πρόταση του άρθρου 182 § 2 του αστικού κώδικα αναφέρεται στα αποτελέσματα της μονογονεϊκής υιοθεσίας. Εάν το παιδί υιοθετείται μόνο από έναν θετό γονέα, άνδρα ή γυναίκα, διακόπτονται μόνο οι οικογενειακοί δεσμοί που το συνδέουν με τον βιολογικό του πατέρα (ή τη βιολογική του μητέρα) και τους γονείς του πατέρα (ή της μητέρας). Προκύπτει σαφώς από τη νομολογία (ErlBem RV 107 BlgNR IX. GP, 21) ότι η ερμηνεία που πρέπει να δίδεται στη συγκεκριμένη διάταξη είναι ότι οι μη περιουσιακοί νομικοί δεσμοί διακόπτονται μόνο με τον βιολογικό γονέα τον οποίο υποκαθιστά θετός γονέας του ιδίου φύλου με αυτόν. Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει ότι η υιοθεσία ενός παιδιού από μια γυναίκα δεν μπορεί να το στερήσει από τον βιολογικό του πατέρα (βλ. επίσης: Schwimann στο Schwimann, όπ. παραπάνω, § 182, υποπαράγραφος 3· Stabentheiner στο Rummel I § 182, υποπαράγραφος 2).
Η ανωτέρω διάταξη δεν μπορεί να δεχθεί την ευρεία ερμηνεία που υποστηρίζουν οι αιτούντες την αναίρεση, και δεν υπάρχει τυχαίο νομοθετικό κενό το οποίο να πρέπει να θεραπευθεί με αναλογία. Σύμφωνα με τη νομολογία (όπ. παραπάνω, 11), η υιοθεσία στόχο έχει πρωτίστως να εγγυηθεί την ευημερία του ανήλικου παιδιού (αρχή της προστασίας). Η υιοθεσία πρέπει να εκλαμβάνεται ως ένα κατάλληλο μέσο ανάθεσης σε άτομα ικανά και υπεύθυνα της προστασίας και της ανατροφής παιδιών που στερούνται γονέων, παιδιών που προέρχονται από διαλυμένες οικογένειες, ή παιδιών τα οποία, για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορούν να λάβουν την κατάλληλη ανατροφή από τους γονείς τους ή αυτοί τα έχουν εγκαταλείψει. Ο σκοπός αυτός, ωστόσο, μπορεί να επιτευχθεί μόνον εφόσον η υιοθεσία επιτρέπει να αναδημιουργηθεί κατά το δυνατόν η κατάσταση που υπάρχει σε μια βιολογική οικογένεια.
Εξίσου σαφώς προκύπτει από τη νομολογία (6 Ob 179/05z) ότι ο δεσμός μεταξύ παιδιού και θετού του γονέα πρέπει να εξομοιώνεται, από κοινωνικής και ψυχολογικής απόψεως, με τον δεσμό μεταξύ των βιολογικών γονέων και των παιδιών τους. Το πρότυπο των σχέσεων μεταξύ γονέων και παιδιών που ισχύει στα θέματα υιοθεσίας ανηλίκων, είναι βασισμένο στους ιδιαίτερους κοινωνικούς και ψυχολογικούς δεσμούς που υπάρχουν ανάμεσα στους γονείς και τους εφήβους που πλησιάζουν την ενηλικίωση. Οι δεσμοί αυτοί, πέρα από τους κλασικούς κοινωνικούς δεσμούς φυσικής και συναισθηματικής εγγύτητας (συγκατοίκηση, ικανοποίηση των φυσικών και ψυχολογικών αναγκών του παιδιού από τους γονείς), περιλαμβάνουν και συναισθηματικούς δεσμούς ανάλογους με την αγάπη που δείχνουν μεταξύ τους οι γονείς και τα παιδιά τους, και προσδίδουν στους γονείς έναν ιδιαίτερο ρόλο μέντορα και σημείου αναφοράς.
Το άρθρο 182 § 2 του αστικού κώδικα απαγορεύει γενικά (και όχι μόνο στα ομόφυλα ζευγάρια) τόσο την υιοθεσία παιδιού από άνδρα για όσο διάστημα υπάρχει η γονική σχέση μεταξύ του προς υιοθεσία παιδιού και του βιολογικού του πατέρα, όσο και την υιοθεσία παιδιού από γυναίκα για όσο διάστημα υπάρχει η γονική σχέση μεταξύ αυτού και της βιολογικής του μητέρας. Προκύπτει επομένως από το άρθρο 182 § 2 ότι το πρόσωπο που υιοθετεί μόνο του ένα παιδί δεν υποκαθιστά αδιακρίτως τον έναν ή τον άλλον γονέα, αλλά τον γονέα του ίδιου φύλου. Αυτό συνεπάγεται ότι η υιοθεσία παιδιού από τη σύντροφο της μητέρας του είναι νομικώς αδύνατη.
Αντιθέτως με ό,τι υποστηρίζουν οι αιτούντες, η συγκεκριμένη διάταξη ικανοποιεί επίσης το κριτήριο της συμβατότητας με το Σύνταγμα (αναφορικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα). Στην απόφαση που εξέδωσε στις 26 Φεβρουαρίου 2002 στην υπόθεση Fretté κατά Γαλλίας, όπου είχε κληθεί να εξετάσει εάν συνιστούσε διάκριση η άρνηση των αρχών να επιτρέψουν την υιοθεσία παιδιού από ομοφυλόφιλο άνδρα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι υιοθεσία σημαίνει «να δίδεται μια οικογένεια σε ένα παιδί, και όχι ένα παιδί σε μια οικογένεια», και δήλωσε ότι το Κράτος οφείλει να διασφαλίζει ότι τα πρόσωπα τα οποία επιλέγονται ως θετοί γονείς μπορούν να προσφέρουν στο παιδί, σε όλα τα επίπεδα, τις πλέον ευνοϊκές συνθήκες αναδοχής. Αφού αναφέρθηκε κυρίως στις βαθιές διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται στην κοινή γνώμη σε εθνικό και διεθνές επίπεδο σχετικά με το ζήτημα των ενδεχόμενων συνεπειών της αναδοχής παιδιού από γονέα ή γονείς ομοφυλοφίλους, και διαπίστωσε τον μικρό αριθμό παιδιών διαθέσιμων προς υιοθεσία σε σχέση με τις αιτήσεις, το Δικαστήριο εκτίμησε ότι θα πρέπει να εκχωρείται στα Κράτη ένα ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας επί του θέματος. Έκρινε ότι η άρνηση να επιτραπεί υιοθεσία από ομοφυλόφιλο δεν αντέβαινε στο άρθρο 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 8, αφ’ ης στιγμής επιδιώκεται θεμιτός σκοπός, εν προκειμένω η προστασία του ανώτερου συμφέροντος του παιδιού, και ότι δεν παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού.
Οι αιτούντες δεν απέδειξαν ότι οι διατάξεις του άρθρου 182 § 2 του αυστριακού αστικού κώδικα υπερβαίνουν το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας το οποίο αναγνωρίζεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ούτε ότι παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, και δεν υπάρχει κανένα άλλο στοιχείο που να οδηγεί σε παρόμοιο συμπέρασμα. Με αυτά τα δεδομένα, το Ανώτατο Δικαστήριο ουδεμία αμφιβολία έχει περί της συμβατότητας της συγκεκριμένης διάταξης με το Σύνταγμα, γεγονός που αμφισβητούν οι προσφεύγοντες.
Εφόσον η υιοθεσία που επιθυμούν οι αιτούντες είναι νομικώς αδύνατη, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προκειμένου το δικαστήριο να μην λάβει υπόψη του την απουσία συγκατάθεσης του πατέρα, όπως κατ’ εξαίρεση προβλέπει το άρθρο 181 § 3 του αστικού κώδικα.»
Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου κοινοποιήθηκε στον δικηγόρο των προσφευγόντων στις 24 Οκτωβρίου 2006.
II. ΣΧΕΤΙΚΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ
A. Διατάξεις που αφορούν την υιοθεσία
21. Ο αστικός κώδικας (Allgemeines Bürgerliches Gesetzbuch) περιλαμβάνει διατάξεις στις οποίες ορίζονται οι όροι «μητέρα» και «πατέρας».
Το άρθρο 137b αναφέρει τα εξής:
«Η μητέρα ενός παιδιού είναι η γυναίκα που το γέννησε.»
Το άρθρο 138 αναφέρει:
« 1) Ο πατέρας ενός παιδιού είναι
1. ο άνδρας που ήταν σύζυγος της μητέρας του παιδιού τη στιγμή της γέννησης ή ήταν σύζυγός της όταν πέθανε, με την προϋπόθεση ότι ο θάνατός του επήλθε το πολύ 300 ημέρες πριν από τη γέννηση του παιδιού, ή
2. ο άνδρας που έχει αναγνωρίσει την πατρότητα του παιδιού, ή
3. ο άνδρας του οποίου η πατρότητα έχει αποδειχθεί δικαστικώς.»
22. Οι ακόλουθες διατάξεις του αστικού κώδικα που αφορούν την υιοθεσία είναι σχετικές με την προκειμένη περίπτωση.
Το άρθρο 179, στα σχετικά του χωρία, αναφέρει τα εξής:
« 1) Τα πρόσωπα που έχουν την απαιτούμενη ηλικία και την πλήρη νομική ικανότητα (...) μπορούν να υιοθετήσουν. Η υιοθεσία έχει αποτέλεσμα τη δημιουργία γονικού δεσμού μεταξύ του θετού γονέα και του θετού παιδιού.
2) Η υιοθεσία παιδιού από περισσότερα του ενός πρόσωπα, είτε ταυτοχρόνως είτε διαδοχικά, και με δεδομένο ότι, στη δεύτερη περίπτωση, παραμένει ο πρώτος δεσμός υιοθεσίας, επιτρέπεται μόνον εφόσον οι θετοί γονείς αποτελούν έγγαμο ζευγάρι. Κατ’ αρχήν, η υιοθεσία από έγγαμο ζευγάρι πρέπει να γίνεται συναινετικά. Κατ’ εξαίρεση, ο ένας σύζυγος δύναται να προβεί μόνος του σε υιοθεσία εάν το προς υιοθεσία παιδί είναι βιολογικό παιδί του άλλου συζύγου, εάν ο άλλος σύζυγος δεν έχει την απαιτούμενη ηλικία ή την απαιτούμενη διαφορά ηλικίας με το θετό παιδί, εάν ο τόπος διαμονής του άλλου συζύγου είναι άγνωστος επί ένα έτος τουλάχιστον, εάν οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση για τουλάχιστον τρία έτη, ή εάν αντίστοιχοι και ιδιαιτέρως σημαντικοί λόγοι δικαιολογούν την υιοθεσία από τον έναν μόνο εκ των συζύγων.»
23. Σύμφωνα με το άρθρο 179a του αστικού κώδικα, για την υιοθεσία απαιτείται γραπτή σύμβαση μεταξύ του υιοθετούντος και του υιοθετουμένου (ο οποίος πρέπει να εκπροσωπείται από τον νόμιμο εκπρόσωπό του εάν είναι ανήλικος) και επικύρωση της σύμβασης αυτής από το αρμόδιο δικαστήριο.
24. Το δικαστήριο επικυρώνει τη σύμβαση, αφού επιβεβαιώσει ότι ανταποκρίνεται στο ανώτερο συμφέρον του παιδιού και ότι μεταξύ των προσώπων τα οποία αφορά υπάρχει δεσμός ισοδύναμος με τον δεσμό ενός γονέα με το βιολογικό του παιδί, ή ότι τα μέρη προτίθενται να δημιουργήσουν έναν τέτοιο δεσμό (άρθρο 180a του αστικού κώδικα).
25. Οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 181 του αστικού κώδικα, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο για την υπόθεση χρόνο, ανέφεραν τα εξής:
« 1) Η επικύρωση της σύμβασης υιοθεσίας μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον εφόσον συναινούν τα ακόλουθα πρόσωπα:
1. οι γονείς του προς υιοθεσία ανήλικου παιδιού·
2. ο/η σύζυγος του υιοθετούντος·
3. ο/η σύζυγος του προς υιοθεσία προσώπου·
4. το προς υιοθεσία παιδί, εφόσον έχει συμπληρώσει την ηλικία των δεκατεσσάρων ετών.
(...)
3) Εάν ένα από τα μέρη καταθέσει σχετικό αίτημα, ο δικαστής δεν λαμβάνει υπόψη του την άρνηση ενός από τα πρόσωπα που αναφέρονται στα σημεία 1 έως 3 της πρώτης παραγράφου, εφόσον η άρνηση αυτή δεν είναι αιτιολογημένη με θεμιτούς λόγους.»
26. Σύμφωνα με τη νομολογία των αυστριακών δικαστηρίων, το μέτρο που προβλέπεται από το άρθρο 181 § 3 του αστικού κώδικα, το οποίο επιτρέπει στον δικαστή να μην λάβει υπόψη του την άρνηση ενός εκ των μερών να συναινέσει στην υιοθεσία, έχει χαρακτήρα εξαίρεσης και μπορεί να εφαρμοστεί μόνο στην περίπτωση που το συμφέρον του προς υιοθεσία παιδιού υπερισχύει σαφώς των συμφερόντων εκείνου εκ των βιολογικών γονέων ο οποίος αντιτίθεται στην υιοθεσία, και κυρίως του συμφέροντός του να διατηρήσει σχέσεις με το παιδί. Μπορεί επίσης να εξεταστεί η εφαρμογή του άρθρου εφόσον η άρνηση δεν είναι αιτιολογημένη σε ηθικό επίπεδο. Αυτό ισχύει κυρίως όταν ο αντιτιθέμενος στην υιοθεσία γονέας εκδηλώνει έντονη εχθρότητα έναντι της θετής οικογένειας, ή όταν κατάφωρη παραβίαση των νομικών του υποχρεώσεων έναντι του παιδιού θέτει διαρκώς σε κίνδυνο την ανάπτυξη του τελευταίου, ή θα την έθετε διαρκώς σε κίνδυνο εάν δεν παρενέβαινε τρίτος.
27. Το άρθρο 182 του αστικού κώδικα, που αφορά τα αποτελέσματα της υιοθεσίας, αναφέρει τα ακόλουθα:
« 1) Η υιοθεσία δημιουργεί τα ίδια δικαιώματα με εκείνα που προκύπτουν από τη νόμιμη σχέση συγγένειας μεταξύ του προσώπου που υιοθετεί και των κατιόντων του από τη μια πλευρά, και του υιοθετούμενου και όσων εκ των κατιόντων του είναι ανήλικοι τη στιγμή που τίθεται σε ισχύ η υιοθεσία, από την άλλη πλευρά.
2) Σε περίπτωση υιοθεσίας παιδιού από έγγαμο ζευγάρι, οι νομικοί οικογενειακοί δεσμοί –διαφορετικοί από τον δεσμό συγγένειας (άρθρο 40)– που υφίστανται μεταξύ, αφενός, των βιολογικών γονέων και των μελών της οικογένειάς τους, και, αφετέρου, του υιοθετούμενου παιδιού και όσων εκ των κατιόντων του είναι ανήλικοι τη στιγμή που τίθεται σε ισχύ η υιοθεσία, διακόπτονται την ίδια στιγμή, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 182a. Στην περίπτωση που το παιδί υιοθετείται μόνον από θετό πατέρα (ή θετή μητέρα), διακόπτονται μόνο οι οικογενειακοί του δεσμοί με τον βιολογικό του πατέρα (ή τη βιολογική του μητέρα) και την οικογένεια αυτού (ή αυτής). Στην περίπτωση που οι δεσμοί με τον άλλον γονέα παραμένουν ύστερα από την υιοθεσία, ο δικαστής κηρύσσει τη διακοπή τους εάν συναινεί ο ενδιαφερόμενος γονέας. Η διακοπή των δεσμών επέρχεται την ημερομηνία κατά την οποία δηλώνεται η συναίνεση, και η οποία δεν μπορεί να είναι προγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία τίθεται σε ισχύ η υιοθεσία.»
Από την απόφαση που εξέδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο για την παρούσα υπόθεση, προκύπτει ότι σύμφωνα με την ερμηνεία του άρθρου 182 § 2 αποκλείεται η υιοθεσία από μέλος ομόφυλου ζευγαριού του παιδιού του συντρόφου του.
28. Η υιοθεσία έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή όλων των οικογενειακών δεσμών, εκτός από τον δεσμό συγγένειας, μεταξύ του υιοθετούμενου παιδιού και του βιολογικού του γονέα ή των βιολογικών του γονέων. Κύρια συνέπεια αυτού είναι ότι οι βιολογικοί γονείς εκπίπτουν από όλα τα γονικά τους δικαιώματα, κυρίως το δικαίωμα μέριμνας, το δικαίωμα επίσκεψης και ενημέρωσης και το δικαίωμα να εκφέρουν γνώμη σχετικά με το παιδί (βλέπε παρακάτω).
29. Ωστόσο, ο βιολογικός γονέας ή οι βιολογικοί γονείς του υιοθετούμενου παιδιού εξακολουθούν να έχουν μια επικουρική υποχρέωση διατροφής απέναντί του (άρθρο 182a του αστικού κώδικα). Εξάλλου, το άρθρο 182b προβλέπει τη διατήρηση ενός δεσμού σε θέματα κληρονομιάς: το υιοθετημένο παιδί διατηρεί κληρονομικά δικαιώματα απέναντι στον βιολογικό του γονέα ή τους βιολογικούς του γονείς, και εκείνοι, καθώς και οι κατιόντες τους, έχουν δευτερεύοντα κληρονομικά δικαιώματα απέναντι στο υιοθετημένο παιδί, καθώς υπερισχύουν τα κληρονομικά δικαιώματα των θετών γονέων και των κατιόντων τους.
30. Προκύπτει από τις διατάξεις του αστικού κώδικα που εκτίθενται ανωτέρω ότι η υιοθεσία στο αυστριακό δίκαιο μπορεί να λάβει δύο μορφές: της συναινετικής υιοθεσίας από ένα ζευγάρι, που αφορά τα έγγαμα ζευγάρια, και της μονογονεϊκής υιοθεσίας. Η τελευταία μορφή υιοθεσίας επιτρέπεται τόσο στους ετεροφυλόφιλους όσο και στους ομοφυλόφιλους, είτε ζουν, στην περίπτωση των πρώτων, στο πλαίσιο έγγαμου ζευγαριού (τότε όμως είναι εξαιρετικά περιορισμένες οι πιθανότητες που έχουν να τους επιτραπεί να υιοθετήσουν μόνοι ένα παιδί), σε ελεύθερη συμβίωση, ή χωρίς σύντροφο, είτε, ζουν στη δεύτερη περίπτωση, στο πλαίσιο μιας καταχωρισμένης συμβίωσης, σε ελεύθερη σχέση, ή χωρίς σύντροφο.
31. Η υιοθεσία από ένα πρόσωπο του βιολογικού παιδιού του συντρόφου του επιτρέπεται στα ετερόφυλα ζευγάρια (έγγαμα ή μη), αλλά όχι στα ομόφυλα ζευγάρια.
32. Εξετάζεται επί του παρόντος ένα σχέδιο νόμου το οποίο τροποποιεί τις διατάξεις του αστικού κώδικα που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ γονέων και παιδιών καθώς και το δικαίωμα του ονόματος, και αναδιαμορφώνει ορισμένα άλλα κείμενα (Kindschaftsrechts- und Namensrechtsänderungs-gesetz). Στο εν λόγω σχέδιο νόμου δεν περιλαμβάνεται καμία πρόταση τροποποίησης των διατάξεων οι οποίες συζητούνται στην προκειμένη υπόθεση, συγκεκριμένα των άρθρων 179 έως 182 του αστικού κώδικα. Με τις τροπολογίες που προτείνονται, πρόκειται να αλλάξει η αρίθμησή τους, όμως η διατύπωσή τους θα παραμείνει ως έχει.
B. Διατάξεις που αφορούν τα ομόφυλα ζευγάρια
33. Προκύπτει από το άρθρο 44 του αστικού κώδικα ότι στα ομόφυλα ζευγάρια δεν επιτρέπεται ο γάμος (βλέπε σχετικά, Schalk και Kopf κατά Αυστρίας, no 30141/04, CEDH 2010). Η σχετική διάταξη αναφέρει τα εξής:
«Η σύναψη γάμου αποτελεί τη βάση των οικογενειακών σχέσεων. Με τον τρόπο αυτόν, δύο άτομα του αντίθετου φύλου δηλώνουν την νόμιμη πρόθεσή τους να ζήσουν μαζί και να ενωθούν με τα αδιάρρηκτα δεσμά του γάμου, να τεκνοποιήσουν και να αναθρέψουν παιδιά, και να προσφέρουν αμοιβαία βοήθεια και συνδρομή.»
34. Ο νόμος για την καταχωρισμένη συμβίωση, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2010, προσφέρει στα ομόφυλα ζευγάρια τη δυνατότητα να συνάψουν μια καταχωρισμένη (επίσημη) συμβίωση.
35. Το άρθρο 2 του νόμου αναφέρει:
«Καταχωρισμένη συμβίωση μπορεί να συναφθεί μόνο από δύο άτομα του ιδίου φύλου (καταχωρισμένοι σύντροφοι). Τα άτομα αυτά δεσμεύονται έτσι να συνάψουν μια διαρκή σχέση, που περιλαμβάνει αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις.»
36. Οι κανονισμοί σχετικά με τη σύναψη καταχωρισμένης συμβίωσης, με τα αποτελέσματά της και τη διάλυσή της, δεν διαφέρουν πολύ από εκείνους που διέπουν τον γάμο (για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. Schalk και Kopf, όπ. παραπάνω, §§ 16-23). Όπως ακριβώς και τα έγγαμα ζευγάρια, οι καταχωρισμένοι σύντροφοι οφείλουν από όλες τις απόψεις να ζουν σαν σύζυγοι, να μοιράζονται κοινό τόπο διαμονής και να επιδεικνύουν αμοιβαίο σεβασμό και αμοιβαία βοήθεια (άρθρο 8 §§ 2 και 3). Έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις διατροφής με τους συζύγους (άρθρο 12). Ο νόμος για την καταχωρισμένη συμβίωση επιφέρει επίσης στην ισχύουσα νομοθεσία μια ολόκληρη σειρά τροποποιήσεων, προκειμένου να προσφέρεται στους καταχωρισμένους συντρόφους το ίδιο καθεστώς με τους συζύγους σε διάφορους άλλους τομείς του δικαίου, όπως το κληρονομικό δίκαιο, το εργατικό δίκαιο, το κοινωνικό δίκαιο και η κοινωνική ασφάλιση, το φορολογικό δίκαιο, το δίκαιο για την προστασία δεδομένων και τις δημόσιες υπηρεσίες, τα ζητήματα διαβατηρίου και δήλωσης διεύθυνσης καθώς και το δίκαιο περί αλλοδαπών.
37. Εντούτοις, υπάρχουν ορισμένες διαφορές μεταξύ του γάμου και της καταχωρισμένης συμβίωσης, η σημαντικότερη από τις οποίες αφορά τα γονικά δικαιώματα. Για παράδειγμα, η ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή επιτρέπεται μόνο στα ετερόφυλα ζευγάρια, έγγαμα ή όχι (άρθρο 2 § 1 του νόμου περί τεχνητής αναπαραγωγής – Fortpflanzungsmedizingesetz).
38. Εξάλλου, οι καταχωρισμένοι σύντροφοι δεν επιτρέπεται να προβούν σε υιοθεσία από κοινού, ούτε να υιοθετήσει ο ένας το παιδί του άλλου.
39. Σύμφωνα με το άρθρο 8 § 4 του νόμου για την καταχωρισμένη συμβίωση,
«Ένας καταχωρισμένος σύντροφος δεν δύναται να υιοθετήσει παιδί από κοινού με τον σύντροφό του, ούτε να υιοθετήσει το παιδί του τελευταίου.»
40. Αντιθέτως, ένας καταχωρισμένος σύντροφος έχει τη δυνατότητα να υιοθετήσει παιδί μόνος του. Τροπολογία που κατατέθηκε στο άρθρο 181 § 1 υποπαράγραφος 2 του αστικού κώδικα κατά τη διαδικασία έγκρισης του νόμου για την καταχωρισμένη συμβίωση, αναφέρει ότι καταχωρισμένος σύντροφος ο οποίος επιθυμεί να υιοθετήσει παιδί, οφείλει να έχει την συγκατάθεση του συντρόφου του.
41. Στο γενικό μέρος της επεξηγηματικής αναφοράς για το σχέδιο νόμου (Erläuterungen zur Regierungsvorlage, παράρτημα no 485 στα πρακτικά του Εθνικού Συμβουλίου, XXIV GP) τονίζεται ότι ο νόμος για την καταχωρισμένη συμβίωση στόχο έχει να προσφέρει στα ομόφυλα ζευγάρια έναν επίσημο μηχανισμό που να αναγνωρίζει τη σχέση τους και να της προσδίδει νομική ισχύ, και αυτό κυρίως προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις που έχουν σημειωθεί σε άλλα ευρωπαϊκά Κράτη. Φαίνεται, ωστόσο, ότι ο νομοθέτης δεν θέλησε να εισαγάγει νέες διατάξεις σχετικά με τα παιδιά, ή να τροποποιήσει την ισχύουσα επί του θέματος νομοθεσία. Σε αυτό το πλαίσιο, στην αναφορά επισημαίνεται ότι η από κοινού υιοθεσία ενός παιδιού από καταχωρισμένους συντρόφους αποκλείεται, όπως και η υιοθεσία από έναν καταχωρισμένο σύντροφο του παιδιού του άλλου.
42. Στον σχολιασμό σχετικά με το άρθρο 8 § 4 του νόμου για την καταχωρισμένη συμβίωση αναφέρεται ότι η απαγόρευση υιοθεσίας στην περίπτωση που προβλέπει η συγκεκριμένη διάταξη, είχε ζητηθεί κατ’ επανάληψη κατά τη διαδικασία διαβούλευσης. Εξάλλου, στον εν λόγω σχολιασμό υπογραμμίζεται ότι οι αποφάσεις οι οποίες έχουν εκδοθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τις υποθέσεις E.B. κατά Γαλλίας ([GC], no 43546/02, 22 Ιανουαρίου 2008) και Fretté (όπ. παραπάνω) δεν είναι σχετικές όσον αφορά το συγκεκριμένο κείμενο, αφ’ ης στιγμής αφορούν μόνο το ζήτημα της ικανότητας των προσφευγόντων για ανατροφή παιδιών, και ότι, στο θέμα το οποίο διέπεται από το εν λόγω κείμενο, ο νομοθέτης διαθέτει πλήρη ελευθερία. Εξάλλου επισημαίνεται ότι, στην περίπτωση καταχωρισμένης συμβίωσης, η υιοθεσία από τον έναν σύντροφο του παιδιού του άλλου και η από κοινού υιοθεσία πάντοτε αποκλείονται, εφόσον το αυστριακό δίκαιο περί υιοθεσιών απαγορεύει να έχει ένα παιδί, από νομικής απόψεως, δύο πατέρες ή δύο μητέρες.
43. Στον σχολιασμό σχετικά με την τροποποίηση του άρθρου 181 § 1, υποπαράγραφος 2, του αστικού κώδικα, αναφέρεται απλώς ότι, λόγω παράλειψης, το σχέδιο νόμου δεν πρότεινε τροποποίηση της διάταξης αυτής, αβλεψία που κατόπιν διορθώθηκε.
Γ. Διατάξεις που αφορούν τα γεννημένα εκτός γάμου παιδιά
44. Σε εφαρμογή του άρθρου 166 του αστικού κώδικα, ένα παιδί γεννημένο εκτός γάμου τίθεται υπό την αποκλειστική γονική μέριμνα της μητέρας του (πράγμα που σημαίνει ότι η μητέρα έχει την επιμέλειά του, οφείλει να εξασφαλίζει την ευημερία του και την ανατροφή του, είναι η νόμιμη εκπρόσωπός του και διαχειρίζεται την περιουσία του).
45. Με βάση το άρθρο 167 του ίδιου κώδικα, όταν οι γονείς ενός παιδιού γεννημένου εκτός γάμου συζούν, μπορούν να αποφασίσουν να ασκήσουν από κοινού τη γονική μέριμνα του παιδιού τους. Με μια τροπολογία που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2001, η δυνατότητα αυτή επεκτάθηκε και στους γονείς που δεν συζούν. Κάθε σύμβαση για την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να επικυρωθεί από το δικαστήριο, που θα εξετάσει εάν αυτή εξυπηρετεί το ανώτερο συμφέρον του παιδιού.
46. Οι δύο γονείς υποχρεούνται να παρέχουν τα αναγκαία για τη συντήρηση του παιδιού (άρθρο 140 § 1 του αστικού κώδικα). Η υποχρέωση αυτή εκτελείται κατ’ αρχήν σε είδος. Ωστόσο, ο γονέας που δεν διαμένει με το παιδί οφείλει να εκτελεί την υποχρέωσή του με τη μορφή επιδόματος διατροφής.
47. Το άρθρο 148 § 1 του αστικού κώδικα παρέχει το δικαίωμα επίσκεψης και φιλοξενίας στον γονέα που δεν διαμένει με το παιδί. Από την 1η Ιουλίου 2001, το προνόμιο αυτό δεν ανήκει πλέον μόνο στον γονέα, αλλά και στο ίδιο το παιδί. Επαφίεται στον γονέα και στο παιδί να ρυθμίσουν τις λεπτομέρειες της άσκησης του δικαιώματος επίσκεψης και φιλοξενίας. Εάν δεν κατορθώσουν να συμφωνήσουν, είναι αρμόδιος ο δικαστής, κατόπιν αιτήσεως ενός από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, να διευθετήσει το δικαίωμα επίσκεψης και φιλοξενίας ανάλογα με τις ανάγκες και τις επιθυμίες του παιδιού, σύμφωνα με το ανώτερο συμφέρον του.
48. Εξάλλου, βάσει του άρθρου 178 § 1 του αστικού κώδικα, ο γονέας που δεν έχει τη γονική μέριμνα έχει το δικαίωμα να ενημερώνεται σχετικά με διάφορα σημαντικά ζητήματα που αφορούν το παιδί, και μάλιστα ορισμένες αποφάσεις που αφορούν τα ζητήματα αυτά δεν μπορούν να ληφθούν χωρίς την έγκρισή του.
III. ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ και ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της ΕΥΡΩΠΗς
A. Η Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού
49. Η Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού, που εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 20 Νοεμβρίου 1989 και τέθηκε σε ισχύ στις 2 Σεπτεμβρίου 1990, επικυρώθηκε από όλα τα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Οι σχετικές με τη συγκεκριμένη περίπτωση διατάξεις της αναφέρουν τα εξής:
Άρθρο 3
« 1. Σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά, είτε εκδίδονται από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς κοινωνικής προστασίας, είτε από δικαστήρια, διοικητικές αρχές ή νομοθετικά όργανα, πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το ανώτερο συμφέρον του παιδιού.
2. Τα συμβαλλόμενα Κράτη υποχρεούνται να εξασφαλίζουν στο παιδί την αναγκαία για την ευημερία του προστασία και φροντίδα, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των γονέων του, των επιτρόπων του ή των άλλων προσώπων που είναι νόμιμα υπεύθυνα γι’ αυτό, και λαμβάνουν για τον σκοπό αυτόν όλα τα κατάλληλα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα.
3. Τα συμβαλλόμενα Κράτη μεριμνούν ώστε η λειτουργία των οργανισμών, των υπηρεσιών και των ιδρυμάτων που αναλαμβάνουν παιδιά και που είναι υπεύθυνα για την προστασία τους να είναι σύμφωνη με τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί από τις αρμόδιες αρχές, ιδιαίτερα στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας και σε ό,τι αφορά τον αριθμό και την αρμοδιότητα του προσωπικού τους, καθώς και την ύπαρξη κατάλληλης εποπτείας.»
Άρθρο 21
«Τα συμβαλλόμενα Κράτη τα οποία αναγνωρίζουν ή/και επιτρέπουν την υιοθεσία, διασφαλίζουν ότι εκείνο που λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη στην προκειμένη περίπτωση είναι το συμφέρον του παιδιού, και:
α) Μεριμνούν ώστε η υιοθεσία ενός παιδιού να μην επιτρέπεται παρά μόνο από τις αρμόδιες αρχές, οι οποίες αποφαίνονται, σύμφωνα με τον νόμο και με τις ισχύουσες διαδικασίες, και επί τη βάσει όλων των αξιόπιστων σχετικών πληροφοριών, εάν η υιοθεσία είναι δυνατή εν όψει της κατάστασης του παιδιού σε σχέση με τον πατέρα και τη μητέρα του, τους συγγενείς του και τους νόμιμους εκπροσώπους του, και εάν, εφόσον αυτό απαιτείται, τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα έδωσαν τη συναίνεση τους για την υιοθεσία, έχοντας γνώση των πραγμάτων και μετά από την αναγκαία παροχή συμβουλών·
(...) »
B. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την υιοθεσία παιδιών (αναθεώρηση του 2008)
50. Η (αναθεωρημένη) Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την υιοθεσία παιδιών, η οποία άνοιξε προς υπογραφή στις 27 Νοεμβρίου 2008, τέθηκε σε ισχύ την 1η Σεπτεμβρίου 2011. Επικυρώθηκε από επτά Κράτη: Δανία, Ισπανία, Κάτω Χώρες, Νορβηγία, Ουκρανία, Ρουμανία και Φινλανδία. Η Αυστρία δεν την επικύρωσε ούτε την υπέγραψε.
51. Στο προοίμιο του εν λόγω κειμένου, αναφέρεται ότι ορισμένες διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την υιοθεσία παιδιών του 1967 αναθεωρήθηκαν, κυρίως διότι ήταν πια ξεπερασμένες και ασύμβατες με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Τα σχετικά χωρία της Σύμβασης του 2008 αναφέρουν τα εξής:
Άρθρο 4 – Έγκριση της υιοθεσίας
« 1. Η αρμόδια αρχή δεν εγκρίνει την υιοθεσία παρά μόνον εάν είναι πεπεισμένη ότι η υιοθεσία είναι σύμφωνη με το ανώτερο συμφέρον του παιδιού.
2. Σε κάθε περίπτωση, η αρμόδια αρχή μεριμνά ιδιαιτέρως προκειμένου η υιοθεσία να προσφέρει στο παιδί μια σταθερή και αρμονική εστία.»
Άρθρο 7 – Προϋποθέσεις της υιοθεσίας
« 1. Η νομοθεσία επιτρέπει την υιοθεσία ενός παιδιού:
α. από δύο πρόσωπα του αντίθετου φύλου
i. που βρίσκονται σε έγγαμη σχέση μεταξύ τους ή,
ii. που έχουν συνάψει καταχωρισμένη συμβίωση, εφόσον ο συγκεκριμένος θεσμός υφίσταται·
β. από ένα μόνο πρόσωπο.
2. Τα Κράτη έχουν τη δυνατότητα να επεκτείνουν το πεδίο ισχύος της παρούσας Σύμβασης στα έγγαμα ομόφυλα ζευγάρια ή στα ομόφυλα ζευγάρια που έχουν συνάψει μεταξύ τους καταχωρισμένη συμβίωση. Έχουν επίσης τη δυνατότητα να επεκτείνουν την ισχύ της παρούσας Σύμβασης στα ετερόφυλα και ομόφυλα ζευγάρια που ζουν μαζί στο πλαίσιο μας σταθερής σχέσης.»
Άρθρο 11 – Αποτελέσματα της υιοθεσίας
« 1. Με την υιοθεσία, το παιδί καθίσταται πλήρες μέλος της οικογένειας του υιοθετούντος ή των υιοθετούντων, και έχει, απέναντι σε αυτόν ή αυτούς και στην οικογένειά τους, τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με ένα παιδί του υιοθετούντος ή των υιοθετούντων του οποίου η συγγενική σχέση είναι νομικά εδραιωμένη. Ο υιοθετών ή οι υιοθετούντες αναλαμβάνουν τη γονική ευθύνη έναντι του παιδιού. Η υιοθεσία θέτει τέλος στον υφιστάμενο νομικό δεσμό μεταξύ του παιδιού και του πατέρα, της μητέρας και της οικογένειας απ’ όπου προέρχεται.
2. Ωστόσο, ο σύζυγος, ο καταχωρισμένος σύντροφος ή ο σύντροφος του υιοθετούντος διατηρεί τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του απέναντι στο θετό παιδί εάν είναι δικό του, εκτός εάν απαιτείται διαφορετικά από τη νομοθεσία.
(...) »
52. Η επεξηγηματική αναφορά για τη Σύμβαση του 2008, στην ενότητα «Γενικά ζητήματα», αναφέρει τα ακόλουθα:
« 14. Από μια ορισμένη άποψη, η ορθή πρακτική της υιοθεσίας περιλαμβάνει μία και μόνο θεμελιώδη αρχή, ότι δηλαδή σκοπός της πρέπει να είναι το ανώτερο συμφέρον του παιδιού, όπως ορίζει η παράγραφος 1 του άρθρου 4 της Σύμβασης (...) »
53. Στα σχετικά με την υπόθεση χωρία των παρατηρήσεων της εν λόγω αναφοράς, αναφέρονται τα εξής:
« 42. Το παρόν άρθρο προβλέπει την υιοθεσία είτε από ζευγάρι, είτε από ένα μόνον άτομο.
43. Ενώ το πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης του 1967 περιορίζεται στα έγγαμα ετερόφυλα ζευγάρια, το πεδίο εφαρμογής της αναθεωρημένης Σύμβασης επεκτείνεται και στα άγαμα ετερόφυλα ζευγάρια που έχουν συνάψει καταχωρισμένη συμβίωση, στα Κράτη όπου ο συγκεκριμένος θεσμός αναγνωρίζεται. Η διάταξη αυτή λαμβάνει υπόψη της την εξέλιξη που παρατηρείται σε μεγάλο αριθμό Κρατών.
(...)
45. Όσον αφορά την παράγραφο 2, επισημάνθηκε ότι δύο Κράτη μέλη (η Σουηδία το 2002 και το Ηνωμένο Βασίλειο το 2005) κατήγγειλαν τη Σύμβαση, με το αιτιολογικό ότι οι καταχωρισμένοι σύντροφοι του ιδίου φύλου, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία, μπορούσαν να καταθέσουν αίτηση από κοινού για να γίνουν θετοί γονείς, κάτι που αντέβαινε στη Σύμβαση. Ανάλογες καταστάσεις σε άλλες χώρες θα μπορούσαν επίσης να καταλήξουν στην καταγγελία της Σύμβασης του 1967. Ωστόσο, σημειώθηκε επίσης ότι το δικαίωμα των καταχωρισμένων συντρόφων του ιδίου φύλου να υιοθετούν από κοινού ένα παιδί, δεν αποτελούσε λύση την οποία θα ήταν έτοιμα να δεχθούν αυτήν τη στιγμή πολλά Κράτη μέλη.
46. Υπό αυτές τις συνθήκες, η παράγραφος 2 επιτρέπει στα Κράτη που το επιθυμούν να επεκτείνουν την εφαρμογή της αναθεωρημένης Σύμβασης στην υιοθεσία από ζευγάρια του ιδίου φύλου, είτε είναι έγγαμα είτε καταχωρισμένοι σύντροφοι. Σχετικά με αυτό, δεν είναι σπάνιο να εισάγουν τα όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης καινοτόμες διατάξεις, αφήνοντας στα Κράτη μέλη την ελευθερία να αποφασίσουν για την εφαρμογή τους (...).
47. Τα Κράτη έχουν επίσης κάθε ευχέρεια να επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης στα ζευγάρια αντίθετου ή ίδιου φύλου που ζουν μαζί σε σταθερή σχέση. Εναπόκειται στα Κράτη μέλη να θεσπίσουν τα κριτήρια αξιολόγησης της σταθερότητας μιας τέτοιας σχέσης.»
Γ. Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών
54. Η Σύσταση CM/Rec(2010)5 της Επιτροπής Υπουργών, που εγκρίθηκε στις 31 Μαρτίου 2010, προς τα Κράτη μέλη σχετικά με μέτρα για την καταπολέμηση των διακρίσεων που βασίζονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα του φύλου, αφορά ένα ευρύ φάσμα τομέων στους οποίους οι γυναίκες και άνδρες ομοφυλόφιλοι, οι αμφιφυλόφιλοι και οι διαφυλικοί ενδέχεται να έρθουν αντιμέτωποι με διακρίσεις. Σε ό,τι αφορά το «δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής», η σύσταση αναφέρει τα εξής:
« 23. Εφόσον η εθνική νομοθεσία παρέχει δικαιώματα και υποχρεώσεις στα άγαμα ζευγάρια, τα Κράτη μέλη οφείλουν να εγγυώνται την εφαρμογή της χωρίς καμία διάκριση προς τα ζευγάρια του ίδιου φύλου και τα ζευγάρια αντίθετου φύλου, όσον αφορά και τις συνταξιοδοτικές παροχές προς τον επιζώντα ύστερα από τον θάνατο ενός μέλους του ζευγαριού και τα δικαιώματα μισθώσεων.
24. Εφόσον η εθνική νομοθεσία αναγνωρίζει την καταχωρισμένη συμβίωση μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου, τα Κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν προκειμένου το νομικό τους καθεστώς, καθώς και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους, να είναι ισότιμα με αυτά των ετερόφυλων ζευγαριών σε ανάλογη κατάσταση.
25. Εφόσον η εθνική νομοθεσία δεν αναγνωρίζει ούτε παραχωρεί δικαιώματα ή υποχρεώσεις στην καταχωρισμένη συμβίωση μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου και στα άγαμα ζευγάρια, τα Κράτη μέλη καλούνται να μελετήσουν την πιθανότητα να παρέχονται στα ζευγάρια του ιδίου φύλου χωρίς καμία διάκριση, ούτε και έναντι των ζευγαριών αντίθετου φύλου, τα νομικά ή άλλα μέσα που απαιτούνται προκειμένου να ανταποκρίνονται στα πρακτικά προβλήματα που συνδέονται με την κοινωνική πραγματικότητα στην οποία ζουν.
(...)
27. Με δεδομένο το γεγονός ότι το ανώτερο συμφέρον του παιδιού θα πρέπει να είναι η πρώτη προτεραιότητα στις αποφάσεις που αφορούν την υιοθεσία ενός παιδιού, τα Κράτη μέλη των οποίων η εθνική νομοθεσία επιτρέπει σε άγαμα και χωρίς σύντροφο άτομα να υιοθετούν παιδιά, οφείλουν να εγγυώνται την εφαρμογή της άνευ διακρίσεων βάσει του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας του φύλου.»
IV. ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
A. Η μελέτη του Επιτρόπου για τα ανθρώπινα δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης
55. Πρόσφατη μελέτη του Επιτρόπου για τα ανθρώπινα δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης, που επιγράφεται «Η διάκριση με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα του φύλου στην Ευρώπη» (εκδόσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης, Ιούνιος 2011) περιλαμβάνει τα ακόλουθα χωρία:
«Τρεις δυνατότητες προσφέρονται στα άτομα LGBT [γυναίκες και άνδρες ομοφυλοφίλους, αμφιφυλοφίλους ή διαφυλικούς] που επιθυμούν να υιοθετήσουν παιδί. Πρώτον, μια ομοφυλόφιλη γυναίκα ή ένας ομοφυλόφιλος άνδρας χωρίς σύντροφο, μπορεί να καταθέσει αίτημα για να γίνει θετός γονέας (υιοθεσία από άτομο χωρίς σύντροφο). Δεύτερη δυνατότητα, ένα άτομο μπορεί να υιοθετήσει τα βιολογικά ή θετά παιδιά του/της συντρόφου του του ιδίου φύλου, χωρίς ο πρώτος γονέας να εκπέσει από τα νόμιμα δικαιώματά του. Η διαδικασία αυτή, που ονομάζεται «υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα», δίνει στο παιδί δύο νόμιμους εκπροσώπους. Η υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα προστατεύει επίσης τους γονείς, καθώς προσφέρει και στους δύο το καθεστώς του αναγνωρισμένου από τον νόμο γονέα. Σε περίπτωση μη υιοθεσίας από τον δεύτερο γονέα, το παιδί και ο μη βιολογικός γονέας στερούνται ορισμένα δικαιώματα εάν ο βιολογικός γονέας πεθάνει ή σε περίπτωση διαζυγίου, διάστασης ή άλλων συνθηκών οι οποίες να εμποδίζουν τον γονέα να ασκήσει τις γονικές του ευθύνες. Το παιδί επίσης, σε αυτή την περίπτωση, δεν έχει το δικαίωμα να κληρονομήσει τον μη βιολογικό γονέα. Εξάλλου, σε πρακτικό επίπεδο, το δικαίωμα της γονικής άδειας αποκλείεται σε περίπτωση μη υιοθεσίας από τον δεύτερο γονέα, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει οικονομική ζημία στις οικογένειες LGBT. Η τρίτη δυνατή διαδικασία, είναι η από κοινού υιοθεσία ενός παιδιού από ζευγάρι του ιδίου φύλου.
Δέκα Κράτη μέλη επιτρέπουν την υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα για τα ζευγάρια του ιδίου φύλου (Βέλγιο, Γερμανία, Δανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισλανδία, Ισπανία, Κάτω Χώρες, Νορβηγία, Σουηδία και Φινλανδία). Με εξαίρεση τη Γερμανία και τη Φινλανδία, τα παραπάνω Κράτη μέλη επιτρέπουν επίσης την από κοινού υιοθεσία από ζευγάρια του ιδίου φύλου. Στην Αυστρία και τη Γαλλία, η υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα δεν είναι δυνατή, αλλά εάν τα ζευγάρια του ιδίου φύλου έχουν συνάψει καταχωρισμένη συμβίωση, μπορούν να αποκτήσουν ως έναν ορισμένο βαθμό τη γονική μέριμνα και τις γονικές ευθύνες. Τριάντα πέντε Κράτη μέλη δεν επιτρέπουν την από κοινού υιοθεσία ούτε την υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα: Άγιος Μαρίνος, Αζερμπαϊτζάν, Αλβανία, Ανδόρα, Αρμενία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, Γεωργία, πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, Ελβετία, Ελλάδα, Εσθονία, Ιρλανδία, Ιταλία, Κροατία, Κύπρος, Λετονία, Λιθουανία, Λιχτενστάιν, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Μαυροβούνιο, Μολδαβία, Μονακό, Ομοσπονδία της Ρωσίας, Ουγγαρία, Ουκρανία, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σερβία, Σλοβακία, Σλοβενία, Τουρκία και Τσεχική Δημοκρατία (...)»
B. Άλλα στοιχεία συγκριτικού δικαίου
56. Τα δεδομένα τα οποία έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, κυρίως όσα περιλαμβάνονται σε μελέτη που αφορά τριάντα εννέα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, δείχνουν ότι στις δέκα χώρες που επιτρέπουν την υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα στα ομόφυλα ζευγάρια, οι οποίες αναφέρονται στη μελέτη του Επιτρόπου για τα ανθρώπινα δικαιώματα –Βέλγιο, Γερμανία, Δανία, Ηνωμένο Βασίλειο (εκτός της Βόρειας Ιρλανδίας), Ισλανδία, Ισπανία, Κάτω Χώρες, Νορβηγία, Σουηδία και Φινλανδία– προστίθεται και η Σλοβενία, της οποίας τα δικαστήρια προσφάτως επέτρεψαν τον συγκεκριμένο τύπο υιοθεσίας.
57. Τα περισσότερα (είκοσι τέσσερα) από τα τριάντα εννέα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης που μελετήθηκαν, επιτρέπουν την υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα αποκλειστικά στα έγγαμα ζευγάρια. Δέκα Κράτη μέλη –Βέλγιο, Ισπανία, Ισλανδία, Κάτω Χώρες, Πορτογαλία, Ρουμανία, Ηνωμένο Βασίλειο (εκτός της Βόρειας Ιρλανδίας), Ρωσία, Σλοβενία και Ουκρανία– επεκτείνουν τη συγκεκριμένη μορφή υιοθεσίας και στα άγαμα ζευγάρια, όμως μόνον έξι από τα Κράτη αυτά δεν κάνουν διάκριση μεταξύ ετερόφυλων και ομόφυλων ζευγαριών στην περίπτωση αυτή, ενώ τα άλλα τέσσερα (Πορτογαλία, Ρουμανία, Ρωσία και Ουκρανία) –όπως ακριβώς και η Αυστρία– επιτρέπουν αυτή τη μορφή υιοθεσίας στα ετερόφυλα άγαμα ζευγάρια, αλλά την απαγορεύουν στα ομόφυλα άγαμα ζευγάρια.
Από τα υπόλοιπα Κράτη που μελετήθηκαν, προέκυψαν διάφοροι τρόποι απάντησης στο ζήτημα της υιοθεσίας από τον δεύτερο γονέα, όπως το να προσφέρεται αυτή η δυνατότητα στα έγγαμα ζευγάρια καθώς και στους καταχωρισμένους συντρόφους (λύση την οποία προέκριναν κυρίως η Γερμανία και η Φινλανδία) και να απαγορεύεται στα άγαμα ζευγάρια, είτε ετερόφυλα είτε ομόφυλα.
Ο ΝΟΜΟΣ
I. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 14 της ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 8
58. Οι προσφεύγοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 8, ισχυρίζονται ότι καταπατήθηκε το δικαίωμά τους στον σεβασμό της οικογενειακής τους ζωής και ότι είναι θύματα διάκρισης βάσει του σεξουαλικού προσανατολισμού της πρώτης και της τρίτης προσφεύγουσας. Σύμφωνα με τους ίδιους, δεν υφίσταται λογική και αντικειμενική αιτία ικανή να δικαιολογήσει το γεγονός ότι η υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα επιτρέπεται στα ετερόφυλα ζευγάρια –έγγαμα ή όχι– αλλά απαγορεύεται στα ομόφυλα ζευγάρια.
Το άρθρο 8 της Σύμβασης έχει ως εξής:
« 1. Καθένας έχει δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.
2. Δεν επιτρέπεται παρέμβαση δημόσιας αρχής στην άσκηση του δικαιώματος αυτού, εκτός εάν αυτή είναι σύμφωνη με τον νόμο και αναγκαία για τα συμφέροντα της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας ασφάλειας ή της οικονομικής ευημερίας της χώρας, για την αποτροπή αναταραχής ή εγκλήματος, για την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών άλλων.»
Το άρθρο 14 της Σύμβασης αναφέρει:
« Η απόλαυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στην (...) Σύμβαση πρέπει να εξασφαλίζεται χωρίς καμία διάκριση σε κανένα επίπεδο όπως το φύλο, η φυλή, το χρώμα, η γλώσσα, η θρησκεία, οι πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις, η εθνική ή κοινωνική προέλευση, η συμμετοχή σε εθνική μειονότητα, η περιουσία, η γέννηση ή άλλη κατάσταση.»
A. Περί του παραδεκτού
59. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι κανένα ζήτημα διάκρισης δεν τίθεται στην συγκεκριμένη περίπτωση, και ότι η προσφυγή πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί μη παραδεκτή ως προδήλως αβάσιμη. Προβάλλει σχετικά το γεγονός ότι οι εθνικές δικαστικές αρχές αρνήθηκαν να επιτρέψουν την υιοθεσία του δεύτερου προσφεύγοντος, διότι ο πατέρας του εναντιωνόταν και επειδή η υιοθεσία δεν ήταν προς το συμφέρον του παιδιού. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι η υιοθεσία από έναν ομοφυλόφιλο του παιδιού του συντρόφου του είναι νομικώς αδύνατη βάσει του άρθρου 182 § 2 του αστικού κώδικα, δεν θεωρήθηκε κρίσιμης σημασίας. Επομένως, αυτό που ζητούν οι προσφεύγοντες από το Δικαστήριο είναι ουσιαστικά να διενεργήσει έναν γενικού χαρακτήρα έλεγχο της εν λόγω διάταξης.
60. Φαίνεται επομένως ότι η Κυβέρνηση υποστηρίζει πως οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι υπήρξαν θύματα της εικαζόμενης παραβίασης, σύμφωνα με το άρθρο 34 της Σύμβασης, εφόσον δεν τους έθιξε άμεσα η νομοθεσία στην οποία ασκείται κριτική στην συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο, ωστόσο, επισημαίνει ότι η Κυβέρνηση δεν κατέθεσε επισήμως ένσταση απαραδέκτου. Εκτιμά ότι τα ανωτέρω επιχειρήματα θα πρέπει να μελετηθούν στο πλαίσιο της εξέτασης του βασίμου της υποθέσεως.
61. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η προσφυγή δεν είναι προδήλως αβάσιμη, σύμφωνα με το άρθρο 35 § 3 α) της Σύμβασης, και δεν προσκρούει σε κανέναν άλλον λόγο απαραδέκτου. Την κηρύσσει επομένως παραδεκτή.
B. Περί του βασίμου
1. Θέσεις των αντιδίκων
α) Οι προσφεύγοντες
62. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η κατάστασή τους είναι συγκρίσιμη με ενός ετερόφυλου ζευγαριού που αναθρέφει παιδιά. Στηρίζονται σε πολυάριθμές επιστημονικές μελέτες, οι οποίες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα παιδιά αναπτύσσονται εξίσου σωστά σε οικογένειες με ομόφυλους γονείς, όπως και σε οικογένειες με ετερόφυλους γονείς.
63. Στο αυστριακό δίκαιο, η υιοθεσία παιδιού από τον δεύτερο γονέα επιτρέπεται στα έγγαμα ζευγάρια, αλλά στα ομόφυλα ζευγάρια δεν επιτρέπεται ο γάμος, και, ακόμη και στην περίπτωση σύναψης καταχωρισμένης συμβίωσης, ο συγκεκριμένος τύπος υιοθεσίας τους απαγορεύεται ρητώς από το άρθρο 8 § 4 του νόμου για την καταχωρισμένη συμβίωση. Ωστόσο, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι δεν διεκδικούν ένα δικαίωμα που παρέχεται μόνο σε οικογένειες βασισμένες στον γάμο.
64. Το κύριο πρόβλημα στην προκειμένη περίπτωση είναι η ανισότητα μεταχείρισης μεταξύ των ετερόφυλων άγαμων ζευγαριών και των ομόφυλων άγαμων ζευγαριών. Το αυστριακό δίκαιο επιτρέπει την υιοθεσία παιδιού από τον δεύτερο γονέα στα ετερόφυλα άγαμα ζευγάρια, αλλά την απαγορεύσει στα ομόφυλα άγαμα ζευγάρια. Υπάρχει εδώ μια καίρια διαφορά με την υπόθεση Gas και Dubois κατά Γαλλίας (no 25951/07, 15 Μαρτίου 2012), εφόσον το γαλλικό δίκαιο επιτρέπει αυτόν τον τύπο υιοθεσίας μόνο στα έγγαμα ζευγάρια. Το ζήτημα που εγείρει η παρούσα υπόθεση είναι συνεπώς ανάλογο με εκείνο που ετίθετο στην υπόθεση Karner κατά Αυστρίας (no 40016/98, CEDH 2003-IX), όπου η αυστριακή νομοθεσία δεν παρείχε στα ομόφυλα ζευγάρια ένα δικαίωμα αναγνωρισμένο στα ετερόφυλα άγαμα ζευγάρια. Άλλωστε, μόνο τέσσερα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης είχαν υιοθετήσει την ίδια θέση με την Αυστρία, να επιτρέπουν δηλαδή την υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα στα ετερόφυλα άγαμα ζευγάρια ενώ την απαγορεύουν στα ομόφυλα ζευγάρια. Στην πλειονότητά τους τα Κράτη μέλη επέτρεπαν την υιοθεσία του συγκεκριμένου τύπου στα έγγαμα ζευγάρια, ή την επέκτειναν και στα άγαμα ζευγάρια ανεξαρτήτως του σεξουαλικού τους προσανατολισμού.
65. Οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι αναμφίβολα υπέστησαν διακριτική μεταχείριση κατά τη διαδικασία την οποία αμφισβητούν. Ενώπιον των εθνικών δικαστικών αρχών, υποστήριξαν ότι η άρνηση του πατέρα του δεύτερου προσφεύγοντα να συναινέσει στην υιοθεσία ήταν αδικαιολόγητη, καθότι αντίθετη με το συμφέρον του παιδιού, ότι το συμφέρον του παιδιού να υιοθετηθεί έπρεπε να υπερισχύσει της άρνησης του πατέρα του, και ότι, συνεπώς, το περιφερειακό δικαστήριο όφειλε να μην λάβει υπόψη του την άρνηση αυτή, όπως επέτρεπε το άρθρο 181 § 3 του αστικού κώδικα. Σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, εάν το δικαστήριο είχε μια ίδια αίτηση από ένα ετερόφυλο ζευγάρι, θα την είχε εξετάσει λεπτομερώς και θα εξέδιδε ξεχωριστή απόφαση σχετικά με την άρνηση του πατέρα του παιδιού. Όμως, η συγκεκριμένη δικαστική αρχή απέρριψε την αίτηση των ενδιαφερομένων, για τον λόγο ότι η υιοθεσία που επιθυμούσαν ήταν σε κάθε περίπτωση αδύνατη με βάση το αυστριακό δίκαιο. Το Ανώτατο Δικαστήριο ενέκρινε ρητώς την θέση αυτή.
66. Οι προσφεύγοντες υπογραμμίζουν ότι στο επίκεντρο της αιτιάσεώς τους βρίσκεται η απόλυτη αδυναμία στην περίπτωσή τους να προβούν σε υιοθεσία. Η παρούσα υπόθεση προσομοιάζει με την υπόθεση E.B. κατά Γαλλίας ([GC], no 43546/02, 22 Ιανουαρίου 2008), ως προς το ότι η πρώτη και η τρίτη προσφεύγουσα, εξαιτίας του σεξουαλικού τους προσανατολισμού, στερούνται κάθε πραγματική δυνατότητα να υιοθετήσουν.
67. Σύμφωνα με τη θέση των προσφευγόντων, αφ’ ης στιγμής η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το αυστριακό δίκαιο της υιοθεσίας στόχο έχει να προασπίσει το συμφέρον του παιδιού, οφείλει, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, να αποδείξει ότι ο αποκλεισμός των ομόφυλων ζευγαριών από το πεδίο της υιοθεσίας είναι αναγκαίος για την επίτευξη του παραπάνω στόχου. Διότι στην επιστημονική κοινότητα υπάρχει ευρεία συναίνεση στην άποψη ότι τα ομόφυλα ζευγάρια είναι εξίσου ικανά με τα ετερόφυλα να εξασφαλίσουν στα παιδιά μια αρμονική ανάπτυξη. Οι προσφεύγοντες έχουν παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου μια ολόκληρη σειρά δημοσιεύσεων προς υποστήριξη της θέσης τους. Στην ακροαματική διαδικασία, αναφέρθηκαν κυρίως σε μια εκτενή μελέτη με τίτλο «Η ζωή των παιδιών που ανατρέφονται από ομόφυλους συντρόφους» (Rupp Martina (επιμ.), Die Lebenssituation von Kindern in gleichgeschlechtlichen Partnerschaften, Κολωνία, 2009), η οποία είχε εκπονηθεί με παραγγελία του γερμανικού Υπουργείου δικαιοσύνης.
68. Όσον αφορά το επιχείρημα της Κυβέρνησης σύμφωνα με το οποίο το αυστριακό δίκαιο επεδίωκε να αποφύγει το γεγονός να έχει ένα παιδί, από νομικής απόψεως, δύο πατέρες ή δύο μητέρες, οι προσφεύγοντες επισημαίνουν ότι, παρόλο που αποτελούν επί μακρό χρονικό διάστημα οικογένεια εκ των πραγμάτων, εξακολουθούν να μην μπορούν να επιτύχουν την νομική αναγνώριση της οικογενειακής τους ζωής. Εξάλλου, δεν είναι σπάνιο να έχει ένα θετό παιδί δύο πατέρες ή δύο μητέρες με βάση το αυστριακό δίκαιο. Σύμφωνα με το άρθρο 182 § 2 του αστικού κώδικα, η υιοθεσία διακόπτει τους υφιστάμενους οικογενειακούς δεσμούς μεταξύ του θετού παιδιού και του βιολογικού του γονέα ή των βιολογικών του γονέων, όμως παραμένουν μεταξύ τους υποχρεώσεις διατροφής και αμοιβαία κληρονομικά δικαιώματα, αν και δευτερεύοντα σε σχέση με των θετών γονέων.
69. Από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τις υιοθεσίες παιδιών του 2008, από τη Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών της 31ης Μαρτίου 2010 και από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού, προκύπτει ότι η θεμελιώδης αρχή στα θέματα υιοθεσίας είναι το ανώτερο συμφέρον του παιδιού, και όχι το φύλο ή ο σεξουαλικός προσανατολισμός των γονέων. Τέλος, αντίθετα με τη θέση της Κυβέρνησης, το αυστριακό δίκαιο δεν προσφέρει άλλους τρόπους νομικής αναγνώρισης των δεσμών μεταξύ ενός παιδιού και του ομόφυλου συντρόφου ενός εκ των γονέων του.
β) Η Κυβέρνηση
70. Η Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι το άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση, και παραδέχεται ότι οι σχέσεις που συνδέουν τους τρεις προσφεύγοντες εμπίπτουν στην έννοια της οικογενειακής ζωής. Εντούτοις, εκτιμά ότι τα γεγονότα της προκειμένης υπόθεσης διαφέρουν από τα γεγονότα της υπόθεσης Gas και Dubois (όπ. παραπάνω), ως προς το ότι ο δεύτερος προσφεύγων έχει έναν πατέρα με τον οποίο διατηρεί επίσης οικογενειακές σχέσεις.
71. Κρίνοντας, εξάλλου, ότι η κατάσταση των προσφευγόντων δεν είναι συγκρίσιμη με ενός έγγαμου ζευγαριού το ένα μέλος του οποίου θα επιθυμούσε να υιοθετήσει το παιδί του άλλου, η Κυβέρνηση καλεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε στην υπόθεση Gas και Dubois (όπ. παραπάνω, §§ 66-68).
72. Αναγνωρίζει, αντιθέτως, ότι η πρώτη και η τρίτη προσφεύγουσα βρίσκονται σε κατάσταση συγκρίσιμη με ενός άγαμου ετερόφυλου ζευγαριού, παραδεχόμενη ότι, σε όρους προσώπων, τα ομόφυλα και τα ετερόφυλα ζευγάρια μπορούν θεωρητικά να είναι εξίσου κατάλληλα ή ακατάλληλα τα μεν με τα δε για την υιοθεσία γενικώς και για την υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα ειδικότερα. Αποδέχεται επιπλέον ότι οι δύο καταστάσεις είναι συγκρίσιμες ως προς το ότι για κάθε υιοθεσία απαιτείται η συναίνεση των δύο βιολογικών γονέων.
73. Η Κυβέρνηση, στηριζόμενη στις αποφάσεις Emonet και άλλοι κατά Ελβετίας (no 39051/03, 13 Δεκεμβρίου 2007) και Eski κατά Αυστρίας (no 21949/03, 25 Ιανουαρίου 2007), προσθέτει ότι η διακοπή του γονικού δεσμού με την υιοθεσία ανηλίκου έχει κριθεί συμβατή με το άρθρο 8, και ότι τα Κράτη διαθέτουν ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στον τομέα του δικαίου της υιοθεσίας. Σημειώνει ότι το σχετικό αυστριακό δίκαιο δίνει την προτεραιότητα στους βιολογικούς γονείς σε ό,τι αφορά τη γονική μέριμνα, και ότι η υιοθεσία πρέπει να επιτρέπεται μόνον όταν εξυπηρετεί προδήλως το συμφέρον του παιδιού. Η υιοθεσία έχει ως αποτέλεσμα να εκπέσει ο ενδιαφερόμενος βιολογικός γονέας από τα γονικά του δικαιώματα, και η δική του συναίνεση, καθώς μάλιστα οι δεσμοί του με το παιδί προστατεύονται επίσης από το άρθρο 8, αποτελεί προϋπόθεση για την υιοθεσία. Το αυστριακό δίκαιο διευθετεί με τον τρόπο αυτόν μια εύλογη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων όλων των ενδιαφερόμενων μερών.
74. Κανένα ζήτημα διάκρισης δεν τίθεται στην προκειμένη περίπτωση, καθώς η πρώτη και η τρίτη προσφεύγουσα δεν αντιμετωπίστηκαν διαφορετικά από ένα άγαμο ετερόφυλο ζευγάρι. Αφού εξετάστηκε προσεκτικά το ζήτημα του συμφέροντος του δεύτερου προσφεύγοντα να υιοθετηθεί, οι δικαστικές αρχές, κυρίως το εφετείο, επεσήμαναν ότι το παιδί είχε δεσμούς με τον πατέρα του, και κατέληξαν για τον λόγο αυτόν στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν σκόπιμο να υποκατασταθεί ο πατέρας από έναν θετό γονέα. Η προηγούμενη συναίνεση των δύο βιολογικών γονέων αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για κάθε υιοθεσία. Η Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, δεδομένης της αντίθεσης του πατέρα του δεύτερου προσφεύγοντος, τα εθνικά δικαστήρια δεν θα μπορούσαν να έχουν επικυρώσει την σύμβαση υιοθεσίας, ακόμη και αν η αίτηση γινόταν από σύντροφο του αντίθετου φύλου της τρίτης προσφεύγουσας που δεν ήταν παντρεμένος μαζί της. Εκτιμά εξάλλου ότι οι ενδιαφερόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν ότι υπήρχαν λόγοι να μην ληφθεί υπόψη η άρνηση του πατέρα του παιδιού να συναινέσει στην υιοθεσία, και προσθέτει ότι δεν αιτήθηκαν στα δικαστήρια να αποφανθούν ρητώς επ’ αυτού.
75. Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται επιπλέον ότι σκοπός του αστικού κώδικα δεν είναι ο αποκλεισμός των ομόφυλων ζευγαριών. Κατά την ίδια, το γεγονός ότι είναι αδύνατον για μια γυναίκα να υιοθετήσει το παιδί μιας άλλης γυναίκας, θα ίσχυε εξίσου και στην περίπτωση που μια θεία επιθυμούσε να υιοθετήσει τον ανιψιό της, ενώ παρέμεναν οι δεσμοί μεταξύ αυτού και της μητέρας του. Η ρητή απαγόρευση της υιοθεσίας από τον δεύτερο γονέα, που αφορά τα ομόφυλα ζευγάρια, εισήχθη μόλις το 2010 από τον νόμο για την καταχωρισμένη συμβίωση, ο οποίος δεν βρισκόταν ακόμη σε ισχύ όταν οι εθνικές δικαστικές αρχές απεφάνθησαν σχετικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση, και επομένως δεν είναι σχετική.
76. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο κατέληγε ότι υπήρξε διαφορά μεταχείρισης και εξέταζε τη νομιμότητα του αποκλεισμού των ομόφυλων ζευγαριών από την υιοθεσία του συγκεκριμένου τύπου, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο εν λόγω αποκλεισμός δικαιολογείται από τους θεμιτούς σκοπούς της ανασύστασης μιας βιολογικής οικογένειας και της προάσπισης της ευημερίας του παιδιού. Το αυστριακό δίκαιο της υιοθεσίας δεν είχε στόχο να αποκλείσει τα ομόφυλα ζευγάρια, αλλά επεδίωκε γενικώς να εμποδίσει το γεγονός να έχει ένα παιδί, από νομικής απόψεως, δύο πατέρες ή δύο μητέρες. Η επίτευξη του σκοπού αυτού επιδιωκόταν με τη λήψη των κατάλληλων μέτρων, και παράλληλα γινόταν σεβαστή η αναγκαιότητα να λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα άλλων εμπλεκόμενων ατόμων· τα συμφέροντα του συντρόφου του γονέα προστατεύονταν με άλλους τρόπους.
77. Τέλος, η Κυβέρνηση θεωρεί ότι τα Κράτη θα πρέπει να διαθέτουν ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στο θέμα της υιοθεσίας του συγκεκριμένου τύπου από ομόφυλα ζευγάρια. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της, μόνον δέκα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης επιτρέπουν αυτή τη μορφή υιοθεσίας. Με αυτά τα δεδομένα, δεν υπάρχει ευρωπαϊκό πρότυπο, ούτε καν κάποια τάση ή προσανατολισμός επί του θέματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
γ) Οι παρεμβαίνοντες
i. Η FIDH, η CIJ, η ILGA-Europe, η BAAF, το NELFA και η ECSOL
78. Στις κοινές τους παρατηρήσεις, οι έξι αυτές μη κυβερνητικές οργανώσεις επισημαίνουν ότι, όπως και η υπόθεση Karner (όπ. παραπάνω), η προκειμένη υπόθεση αποκαλύπτει μια διαφορά μεταχείρισης, ως προς το ότι ένα δικαίωμα αναγνωρισμένο στα ετερόφυλα άγαμα ζευγάρια δεν παραχωρήθηκε σε ένα ομόφυλο άγαμο ζευγάρι. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να εφαρμοστούν στην υπόθεση αυτή τα κριτήρια στα οποία είχε καταλήξει το Δικαστήριο στην απόφαση Karner. Εξάλλου, στις αποφάσεις Salgueiro da Silva Mouta κατά Πορτογαλίας (no 33290/96, CEDH 1999‑IX) και E.B. κατά Γαλλίας (όπ. παραπάνω), το Δικαστήριο είχε εμμέσως αναγνωρίσει ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να μην ανατραφεί ένα παιδί από ένα άτομο ομοφυλόφιλο που ζει με σύντροφο του ιδίου φύλου. Το Παναμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είχε καταλήξει προσφάτως σε ανάλογο συμπέρασμα, στην υπόθεση Atala Riffo και θυγατέρες κατά Χιλής (απόφαση της 24 Φεβρουαρίου 2012).
79. Εξάλλου, όσον αφορά το ζήτημα της ευρωπαϊκής συναίνεσης επί του θέματος, αξίζει να σημειωθεί ότι τα περισσότερα από τα σαράντα επτά Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης επιτρέπουν την υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα μόνο στα έγγαμα ετερόφυλα ζευγάρια. Τα μόνα Κράτη που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως σημείο σύγκρισης στην συγκεκριμένη περίπτωση, είναι εκείνα τα οποία επιτρέπουν αυτόν τον τύπο υιοθεσίας και σε άλλα ζευγάρια, κυρίως στα ομόφυλα (έγγαμα, σε καταχωρισμένη συμβίωση ή απλή συμβίωση) ή στα άγαμα ετερόφυλα ζευγάρια. Από αυτά τα Κράτη, δεκατέσσερα έχουν επεκτείνει την υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα στα ομόφυλα ζευγάρια ή σχεδιάζουν να το κάνουν, και μόλις πέντε (ανάμεσά τους και η Αυστρία) επιτρέπουν αυτή τη μορφή υιοθεσίας στα άγαμα ετερόφυλα ζευγάρια ενώ την απαγορεύουν στα ομόφυλα ζευγάρια.
80. Τέλος, το άρθρο 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την υιοθεσία παιδιών του 2008 αναγνωρίζει την διαφοροποίηση των εθνικών νομοθεσιών σχετικά με την υιοθεσία, όμως τα άρθρα 14 και 8 της Σύμβασης απαγορεύουν στα Κράτη μέλη να βασίζονται σε αιτιολόγηση με χαρακτήρα διάκρισης προκειμένου να επεκτείνουν το δικαίωμα υιοθεσίας σε μια κατηγορία ατόμων, αλλά όχι σε μια άλλη.
ii. Το Ευρωπαϊκό Κέντρο για το δίκαιο και τη δικαιοσύνη (ECLJ)
81. Το ECLJ εκτιμά ότι δεν υπήρξε παρέμβαση στην εκ των πραγμάτων οικογενειακή ζωή των προσφευγόντων, και συνεπώς το άρθρο 8 δεν μπορεί να εφαρμοστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση. Υποστηρίζει εξάλλου ότι δεν υφίσταται δικαίωμα στην υιοθεσία, ούτε δικαίωμα στο να υιοθετηθεί κανείς. Σύμφωνα με το Κέντρο, οι ενδιαφερόμενοι διεκδικούν ουσιαστικά ένα δικαίωμα στην αναγνώριση της οικογενειακής τους ζωής. Όμως, όπως και το δικαίωμα στον γάμο, το δικαίωμα της δημιουργίας οικογένειας που θεσπίζεται με το άρθρο 12 της Σύμβασης αφορά αποκλειστικά τα ετερόφυλα ζευγάρια.
82. Σε περίπτωση που η υπόθεση εξεταστεί με βάση το άρθρο 8, το ECLJ υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υπήρξε παρέμβαση στην άσκηση εκ μέρους των προσφευγόντων του δικαιώματός τους στον σεβασμό της οικογενειακής τους ζωής, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η παρέμβαση αυτή ήταν προβλεπόμενη από τον νόμο, και συγκεκριμένα από το άρθρο 182 § 2 του αστικού κώδικα, και ότι είχε θεμιτό σκοπό, δηλαδή την προστασία των σχέσεων του δεύτερου προσφεύγοντα με τον πατέρα του, ο οποίος ήταν αντίθετος με την υιοθεσία που επιθυμούσαν οι προσφεύγοντες. Η άρνηση των εθνικών δικαστικών αρχών να επιτρέψουν την εν λόγω υιοθεσία είχε επίσης και τον εξίσου θεμιτό σκοπό της προάσπισης της φυσικής οικογένειας και τη διασφάλιση της νομικής ασφάλειας των παιδιών. Η βιολογική πραγματικότητα αποτελεί αντικειμενικό στοιχείο, και συνιστά επομένως εύλογη δικαιολόγηση.
83. Αναφορικά με το άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8, το ECLJ αναφέρει ότι η πρώτη και η τρίτη προσφεύγουσα δεν έχουν τη βιολογική ικανότητα να δημιουργήσουν οικογένεια, και ότι συνεπώς η κατάστασή τους δεν είναι συγκρίσιμη με ενός ετερόφυλου ζευγαριού. Το άρθρο 182 § 2 του αστικού κώδικα ισχύει για όλα τα ζευγάρια, ετερόφυλα και ομόφυλα, και καμία διαφορά μεταχείρισης δεν υπήρξε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Το γεγονός ότι η εν λόγω διάταξη παράγει διαφορετικά αποτελέσματα, αναλόγως εάν εφαρμόζεται σε ένα ομόφυλο ή σε ένα ετερόφυλο ζευγάρι, δεν συνιστά διάκριση.
iii. Ο γενικός εισαγγελέας της Βόρειας Ιρλανδίας
84. Ο γενικός εισαγγελέας της Βόρειας Ιρλανδίας επισημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την υιοθεσία παιδιών του 2008 θα μπορούσε να χρησιμεύσει για να προσδιοριστεί σε ποιον βαθμό υφίσταται ευρωπαϊκή συναίνεση στον τομέα αυτόν. Παρατηρεί κυρίως ότι το άρθρο 4 της εν λόγω Σύμβασης ανάγει το ανώτερο συμφέρον του παιδιού σε κατευθυντήρια αρχή κάθε υιοθεσίας, και σημειώνει ότι απορρέει σαφώς από το άρθρο 7 ότι δεν υπάρχει καμία συναίνεση στην Ευρώπη αναφορικά με την υιοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια.
85. Επισημαίνει ότι η συμβατότητα με τη Σύμβαση των άρθρων 14 και 15 § 1 της διάταξης του 1987 για την υιοθεσία η οποία ισχύει στην Βόρεια Ιρλανδία, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο για την ελεύθερη συμβίωση, αποτελεί επί του παρόντος αντικείμενο προσφυγής στη δικαιοσύνη στη χώρα του, διότι οι εν λόγω διατάξεις στερούν τα ομόφυλα ζευγάρια, είτε βρίσκονται σε καταχωρισμένη συμβίωση είτε όχι, από κάθε δυνατότητα να υιοθετήσουν, και απαγορεύουν τη μονογονεϊκή υιοθεσία στους ομοφυλοφίλους που έχουν συνάψει καταχωρισμένη συμβίωση, ενώ ένα άτομο που δεν έχει συνάψει καταχωρισμένη συμβίωση μπορεί να υιοθετήσει μόνο του, ανεξαρτήτως του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Σημειώνει συγκεκριμένα ότι στο πλαίσιο της προσφυγής στην οποία αναφέρεται, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι οι σωρευτικές επιπτώσεις των εν λόγω διατάξεων αντιβαίνουν στο άρθρο 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 8.
86. Ο γενικός εισαγγελέας της Βόρειας Ιρλανδίας, αναφέροντας ότι η Σύμβαση δεν εγγυάται κάποιο δικαίωμα στην υιοθεσία, και βασιζόμενος στην πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου (E.B. κατά Γαλλίας, Gas και Dubois, Schalk και Kopf, όπ. παραπάνω· και S.H. και άλλοι κατά Αυστρίας [GC], no 57813/00, 3 Νοεμβρίου 2011), επισημαίνει ότι το Δικαστήριο έχει μέχρι στιγμής επιδείξει δικαστική αυτοσυγκράτηση, αναγνωρίζοντας ότι ο εθνικός νομοθέτης είναι περισσότερο αρμόδιος από τον Ευρωπαίο δικαστή για να εκτιμήσει τα ζητήματα τα οποία θέτουν οι έννοιες της οικογένειας και του γάμου και οι σχέσεις μεταξύ παιδιών και γονέων.
iv. Η Διεθνής Αμνηστία
87. Οι παρατηρήσεις της Διεθνούς Αμνηστίας περιλαμβάνουν μια επισκόπηση για τις ρήτρες κατά των διακρίσεων στις περιφερειακές και διεθνείς συνθήκες για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και για τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού και του Παναμερικανικού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αναφέρονται επίσης στην ερμηνεία την οποία δίδουν στις εν λόγω ρήτρες τα όργανα παρακολούθησης των συνθηκών του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών – κυρίως η Επιτροπή για τα ανθρώπινα δικαιώματα και η Επιτροπή για τα δικαιώματα του παιδιού.
88. Η Διεθνής Αμνηστία επισημαίνει ότι οποιαδήποτε διαφορά μεταχείρισης βασισμένη στον σεξουαλικό προσανατολισμό οφείλει να αιτιολογείται με τρόπο ιδιαίτερα στέρεο και πειστικό. Παραπέμπει σχετικά με αυτό σε πρόσφατη απόφαση του Παναμερικανικού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Atala Riffo και θυγατέρες κατά Χιλής), όπου σημειώνεται ότι «ο σεξουαλικός προσανατολισμός συνιστά μέρος της προσωπικής ζωής ενός ανθρώπου, και δεν πρέπει να αξιολογείται όταν πρόκειται να κριθεί εάν ένα άτομο διαθέτει τις απαιτούμενες ικανότητες για να είναι γονέας».
89. Η Διεθνής Αμνηστία παρατηρεί εξάλλου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού, το συμφέρον του παιδιού οφείλει να είναι «πρωταρχική μέριμνα» σε όλες τις αποφάσεις οι οποίες αφορούν τα παιδιά. Σημειώνει ότι το άρθρο 21 της ίδιας Σύμβασης ανάγει επίσης το ανώτερο συμφέρον του παιδιού σε «πρωταρχική μέριμνα» σε θέματα υιοθεσίας. Η συγκεκριμένη Σύμβαση, επομένως, θέτει σημαντικούς περιορισμούς στο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας των Κρατών, εφόσον τους απαγορεύει κυρίως να εφαρμόζουν κανονισμούς διαφορετικούς ανάλογα με τη σύνθεση των οικογενειών ή με τον σεξουαλικό προσανατολισμό ενός γονέα. Με αυτά τα δεδομένα, για κάθε μορφής υιοθεσία τα δικαστήρια και οι άλλες αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν την ευχέρεια να βασίζονται πρωτίστως στο ανώτερο συμφέρον του παιδιού, για να αποφανθούν επί των αιτήσεων υιοθεσίας.
v. Η Alliance Defending Freedom
90. Η Alliance Defending Freedom παρατηρεί ότι ούτε η Σύμβαση ούτε η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 8 της Σύμβασης αναγνωρίζουν κάποιο δικαίωμα στην υιοθεσία. Αντιθέτως, το Δικαστήριο έχει καταλήξει ότι ισχύει το άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 στις υποθέσεις οι οποίες αφορούν ισχυρισμούς για διακρίσεις σε θέματα υιοθεσίας, και έχει εξετάσει έναν μικρό αριθμό υποθέσεων αυτού του τύπου (Fretté κατά Γαλλίας, no 36515/97, CEDH 2002-I· και τις προαναφερθείσες υποθέσεις E.B. κατά Γαλλίας και Gas και Dubois). Στην απόφαση E.B. κατά Γαλλίας, το Δικαστήριο προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα κυρίως στο γεγονός ότι το γαλλικό δίκαιο επέτρεπε την υιοθεσία παιδιού από άτομο που ζούσε μόνο του, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο στην υιοθεσία από ομοφυλόφιλο άτομο χωρίς σύντροφο. Η προκειμένη περίπτωση διακρίνεται από την εν λόγω υπόθεση, και για την Alliance Defending Freedom μια διαπίστωση παραβίασης θα ισοδυναμούσε με απόπειρα να ξαναγραφεί το δίκαιο των Κρατών εκείνων που επιτρέπουν την υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα στα ετερόφυλα ζευγάρια. Επιπροσθέτως, στο ζήτημα αυτό δεν υπάρχει συναίνεση στην Ευρώπη.
91. Εξάλλου, η διαδεδομένη θέση της «μη διαφοροποίησης», δηλαδή ο ισχυρισμός ο οποίος προβάλλεται σε διάφορες μελέτες, σύμφωνα με τον οποίο τα παιδιά που μεγαλώνουν σε οικογένειες με ομόφυλους γονείς δεν βρίσκονται σε μειονεκτική κατάσταση εν συγκρίσει με τα παιδιά που ανατρέφονται από οικογένειες με ετερόφυλους γονείς, έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση από κοινωνιολογικές εργασίες που διεξήχθησαν πρόσφατα κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με δεδομένο τον αρκετά επιφυλακτικό χαρακτήρα των επιστημονικών μελετών που έχουν διεξαχθεί επί του θέματος, και του μεγάλου περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας που έχουν τα Κράτη στη διάθεσή τους στον τομέα του οικογενειακού δικαίου, το συμφέρον του παιδιού θα δικαιολογούσε το να επιτρέπεται η υιοθεσία γενικώς, όπως και η υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα, μόνο στα ετερόφυλα ζευγάρια.
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
α) Εφαρμογή του άρθρου 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 8
92. Το Δικαστήριο έχει ασχοληθεί με πολλές υποθέσεις όπου υπήρχε ο ισχυρισμός της διάκρισης βάσει του σεξουαλικού προσανατολισμού, στον τομέα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Εξέτασε ορισμένες από αυτές στο πλαίσιο του άρθρου 8 μεμονωμένα. Οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν την απαγόρευση των ομοφυλοφιλικών σχέσεων μεταξύ ενηλίκων βάσει του ποινικού δικαίου (Dudgeon κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 22 Οκτωβρίου 1981, σειρά A no 45· Norris κατά Ιρλανδίας, 26 Οκτωβρίου 1988, σειρά A no 142, και Μοδινός κατά Κύπρου, 22 Απριλίου 1993, σειρά A no 259), ή την απόταξη ομοφυλοφίλων από τις ένοπλες δυνάμεις (Smith και Grady κατά Ηνωμένου Βασιλείου, nos 33985/96 και 33986/96, CEDH 1999‑VI). Άλλες υποθέσεις εξέτασε το Δικαστήριο με βάση το άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8. Αυτές σχετίζονταν με τον καθορισμό, βάσει του ποινικού δικαίου, μιας ηλικίας συναίνεσης διαφορετικής για τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις αφενός και τις ετεροφυλοφιλικές αφετέρου (L. και V. κατά Αυστρίας, nos 39392/98 και 39829/98, CEDH 2003‑I), με την παραχώρηση της γονικής μέριμνας (Salgueiro da Silva Mouta, όπ. παραπάνω), με τη χορήγηση άδειας για υιοθεσία παιδιού (Fretté, E.B. κατά Γαλλίας και Gas και Dubois, όπ. παραπάνω), με το δικαίωμα του επιζώντος συντρόφου για τη μεταβίβαση μισθωτικής πράξης που έχει συναφθεί από τον θανόντα σύντροφο (Karner, όπ. παραπάνω, και Kozak κατά Πολωνίας, no 13102/02, 2 Μαρτίου 2010 ), με το δικαίωμα κοινωνικής κάλυψης (P.B. και J.S. κατά Αυστρίας, no 18984/02, 22 Ιουλίου 2010), ή με το δικαίωμα των ομόφυλων ζευγαριών στον γάμο ή σε άλλη μορφή νομικής αναγνώρισης της σχέσης τους (Schalk και Kopf, όπ. παραπάνω).
93. Στην προκειμένη περίπτωση, οι προσφεύγοντες επικαλούνται το άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 και υποστηρίζουν ότι ζουν μαζί οικογενειακή ζωή. Η Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι το άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 ισχύει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο δεν βρίσκει κανέναν λόγο να διαφωνήσει με τη γνώμη των αντιδίκων στο σημείο αυτό, για τους λόγους που εκτίθενται ακολούθως.
94. Σύμφωνα με τη διαρκή νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 14 συμπληρώνει τις άλλες κανονιστικές διατάξεις της Σύμβασης και των Πρωτοκόλλων της. Δεν έχει ανεξάρτητη ύπαρξη, αφού ισχύει αποκλειστικά για την «απόλαυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών» που οι διατάξεις αυτές εγγυώνται. Παρότι η εφαρμογή του άρθρου 14 δεν προϋποθέτει παραβίαση των εν λόγω διατάξεων –και σε αυτόν τον βαθμό είναι αυτόνομο–, δεν μπορεί να υπάρξει περιθώριο για την εφαρμογή του εκτός εάν τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά εμπίπτουν στο πεδίο μιας ή περισσοτέρων από τις διατάξεις αυτές (βλ. λόγου χάρη, Schalk και Kopf, όπ. παραπάνω, § 89· E.B. κατά Γαλλίας, όπ. παραπάνω, § 47· Karner, όπ. παραπάνω, § 32, και Petrovic κατά Αυστρίας, 27 Μαρτίου 1998, § 22, Συγκεντρωτικός κατάλογος αποφάσεων 1998‑II).
95. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η σχέση που διατηρεί ένα ομόφυλο ζευγάρι το οποίο συζεί εκ των πραγμάτων με τρόπο σταθερό, εμπίπτει στην έννοια της «οικογενειακής ζωής», ακριβώς όπως και η σχέση ενός ετερόφυλου ζευγαριού στην ίδια κατάσταση (Schalk και Kopf, όπ. παραπάνω, § 94). Εξάλλου, στην απόφαση επί του παραδεκτού που εξέδωσε στην υπόθεση Gas και Dubois κατά Γαλλίας (no 25951/07, 31 Αυγούστου 2010), το Δικαστήριο δήλωσε ότι η σχέση μεταξύ δύο γυναικών που ζουν μαζί υπό το καθεστώς του «αστικού συμφώνου αλληλεγγύης» (PACS) και το παιδί που η δεύτερη εξ αυτών είχε συλλάβει μέσω ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και το οποίο ανέτρεφε από κοινού με τη σύντροφό της, αποτελούσε «οικογενειακή ζωή» σύμφωνα με το άρθρο 8 της Σύμβασης.
96. Στην προκειμένη υπόθεση, η πρώτη και η τρίτη προσφεύγουσα αποτελούν σταθερό ομόφυλο ζευγάρι, που ζει κοινή ζωή εδώ και πολλά χρόνια. Ο δεύτερος προσφεύγων, τον οποίον φροντίζουν και οι δύο, διαμένει μαζί τους. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η σχέση που ενώνει τους τρεις προσφεύγοντες υπάγεται στην έννοια της «οικογενειακής ζωής» σύμφωνα με το άρθρο 8 της Σύμβασης.
97. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 8 ισχύει στην προκειμένη περίπτωση.
β) Εξέταση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8
i. Οι αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου
98. Σύμφωνα με τη διαρκή νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου ένα ζήτημα να τεθεί με βάσει το άρθρο 14, πρέπει να υπάρχει διαφορά μεταχείρισης ατόμων που βρίσκονται σε συγκρίσιμες καταστάσεις. Μια τέτοια διαφορά μεταχείρισης συνιστά διάκριση εάν δεν βασίζεται σε αντικειμενική και λογική δικαιολόγηση, εάν δηλαδή δεν επιδιώκεται θεμιτός σκοπός ή εάν δεν υπάρχει εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού. Τα συμβαλλόμενα Κράτη διαθέτουν ένα ορισμένο περιθώριο διακριτικής ευχέρειες για να ορίσουν εάν και σε ποιον βαθμό οι διαφορές ανάμεσα σε καταστάσεις ανάλογες από άλλες απόψεις, δικαιολογούν διακρίσεις στη μεταχείριση (Schalk και Kopf, όπ. παραπάνω, § 96, και Burden κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], no 13378/05, § 60, CEDH 2008- ).
99. Ο σεξουαλικός προσανατολισμός υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 14. Το Δικαστήριο έχει κατ’ επανάληψη δηλώσει ότι, όπως και οι διαφορές που βασίζονται στο φύλο, οι διαφορές που βασίζονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό οφείλουν να αιτιολογούνται από επιτακτικούς λόγους, ή, όπως άλλοτε διατυπώνεται, από «λόγους ιδιαιτέρως στέρεους και πειστικούς» (βλ. λόγου χάρη, E.B. κατά Γαλλίας, όπ. παραπάνω, § 91· Kozak, όπ. παραπάνω, § 92· Karner, όπ. παραπάνω, §§ 37 και 42· L. και V. κατά Αυστρίας, όπ. παραπάνω, § 45, και Smith και Grady, όπ. παραπάνω, § 90). Όταν πρόκειται για διαφορές μεταχείρισης βασισμένες στο φύλο ή στον σεξουαλικό προσανατολισμό, το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας των Κρατών είναι στενό (Kozak, όπ. παραπάνω, § 92, και Karner, όπ. παραπάνω, § 41). Οι διαφορές μεταχείρισης με αποκλειστικό λόγο τις αντιλήψεις που αφορούν τον σεξουαλικό προσανατολισμό, είναι απαράδεκτες βάσει της Σύμβασης (E.B. κατά Γαλλίας, όπ. παραπάνω, §§ 93 και 96, και Salgueiro da Silva Mouta, όπ. παραπάνω, § 36).
100. Το Δικαστήριο, προτού περάσει στην εξέταση των αιτιάσεων των προσφευγόντων, σημειώνει ότι, γενικά, η υιοθέτηση ενός παιδιού από ομοφυλοφίλους μπορεί να λάβει τρεις διαφορετικές μορφές. Η πρώτη είναι η υιοθεσία από ένα μόνο άτομο (μονογονεϊκή υιοθεσία)· η δεύτερη είναι η υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα, με την οποία το ένα μέλος του ζευγαριού υιοθετεί το παιδί του άλλου, και σκοπός είναι να αποκτήσουν το καθεστώς του νόμιμου γονέα και τα δύο μέλη του ζευγαριού· και η τρίτη είναι η από κοινού υιοθεσία από τα δύο μέλη του ζευγαριού (βλ. τη μελέτη του Επιτρόπου για τα ανθρώπινα δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης, που παρατίθεται στην § 55 παραπάνω, και την υπόθεση E.B. κατά Γαλλίας, όπ. παραπάνω, § 33).
101. Μέχρι στιγμής, το Δικαστήριο έχει ασχοληθεί με δύο υποθέσεις που αφορούσαν αιτήσεις μονογονεϊκής υιοθεσίας από ομοφυλοφίλους (Fretté και E.B. κατά Γαλλίας, όπ. παραπάνω) και με μία υπόθεση που αφορούσε αίτηση υιοθεσίας από τον δεύτερο γονέα, από ομόφυλο ζευγάρι (Gas και Dubois, όπ. παραπάνω).
102. Στην υπόθεση Fretté κατά Γαλλίας, οι γαλλικές αρχές είχαν απορρίψει την αίτηση για έγκριση ενός αιτήματος υιοθεσίας, για τον λόγο ότι οι «επιλογές ζωής» (με άλλα λόγια η ομοφυλοφιλία) του ενδιαφερομένου δεν παρείχαν επαρκείς εγγυήσεις για την υιοθέτηση ενός παιδιού. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας την υπόθεση με βάση το άρθρο 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 8, επεσήμανε ότι η γαλλική νομοθεσία αναγνώριζε σε κάθε άτομο χωρίς σύντροφο –άνδρα ή γυναίκα– το δικαίωμα να καταθέσει αίτημα υιοθεσίας, και ότι οι γαλλικές αρχές είχαν απορρίψει την προηγούμενη αίτηση έγκρισης που είχε καταθέσει ο προσφεύγων βασιζόμενες –ασφαλώς εμμέσως– στον σεξουαλικό του προσανατολισμό, και συνεπώς κατέληξε ότι υπήρξε διαφορά μεταχείρισης βασισμένη στον σεξουαλικό προσανατολισμό (Fretté, όπ. παραπάνω, § 32). Εντούτοις, εκτίμησε ότι οι αποφάσεις οι οποίες είχαν υιοθετηθεί από τις εθνικές αρχές επεδίωκαν έναν θεμιτό σκοπό: να προστατεύσουν την υγεία και τα δικαιώματα των παιδιών που μπορεί να εμπλέκονταν σε μια διαδικασία υιοθεσίας. Όσο για το εάν ήταν δικαιολογημένη η εν λόγω διαφορά μεταχείρισης, το Δικαστήριο σημείωσε κυρίως ότι δεν υπήρχαν καθόλου κοινές απόψεις μεταξύ των Κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης στον τομέα αυτόν, όπου το δίκαιο φαινόταν να διανύει μια μεταβατική φάση, και έκρινε ότι θα έπρεπε να αναγνωριστεί στις εθνικές αρχές ένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας για να αποφανθούν επί του θέματος. Όσον αφορά τα αντίθετα συμφέροντα του προσφεύγοντος και των παιδιών που μπορεί να επιλέγονταν για υιοθεσία, το Δικαστήριο ανέφερε ότι η επιστημονική κοινότητα ήταν διαιρεμένη αναφορικά με τις ενδεχόμενες συνέπειες της υιοθεσίας ενός παιδιού από γονέα ή γονείς ομοφυλοφίλους, δεδομένου κυρίως του περιορισμένου αριθμού επιστημονικών μελετών που ήταν διαθέσιμες την εποχή εκείνη. Τελικά, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η άρνηση έγκρισης της υιοθεσίας δεν είχε προσβάλει την αρχή της αναλογικότητας, και ότι η καταγγελλόμενη διαφορά μεταχείρισης δεν συνιστούσε επομένως διάκριση βάσει του άρθρου 14 της Σύμβασης (§§ 37-43).
103. Στην απόφαση που εκδόθηκε από το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης για την υπόθεση E.B. κατά Γαλλίας (όπ. παραπάνω), η οποία επίσης εξετάστηκε με βάση το άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8, το Δικαστήριο επανήλθε στην ίδια θέση. Αφού προχώρησε σε μια εις βάθος ανάλυση των λόγων τους οποίους επικαλέστηκαν οι γαλλικές αρχές προκειμένου να αιτιολογήσουν την άρνησή τους να επιτρέψουν την υιοθεσία που επιθυμούσε η προσφεύγουσα, η οποία ζούσε σε σταθερή σχέση με μια άλλη γυναίκα, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι οι αρχές είχαν βασιστεί σε δύο κυρίως λόγους, δηλαδή την απουσία «πατρικής αναφοράς» στην εστία της προσφεύγουσας ή στον στενό της κύκλο, και την έλλειψη δέσμευσης από πλευράς της συντρόφου της προσφεύγουσας. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι οι δύο αυτοί λόγοι είχαν προκύψει στο πλαίσιο μιας συνολικής αξιολόγησης της κατάστασης της προσφεύγουσας, και ότι ο αθέμιτος χαρακτήρας του ενός εκ των δύο είχε ως αποτέλεσμα να επηρεαστεί αρνητικά συνολικά η απόφαση. Εκτίμησε ότι η επίκληση του δεύτερου λόγου δεν ήταν παράλογη, όμως ο πρώτος λόγος συνδεόταν εμμέσως με την ομοφυλοφιλία της προσφεύγουσας, και ότι οι αρχές τον είχαν επικαλεστεί καταχρηστικά, σε ένα πλαίσιο όπου το αίτημα για την έγκριση της υιοθεσίας γινόταν από ένα μόνο πρόσωπο. Εντέλει, το Δικαστήριο θεώρησε ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός της προσφεύγουσας βρισκόταν διαρκώς στο επίκεντρο της διαμάχης που την αφορούσε, και ότι είχε λάβει αποφασιστικό χαρακτήρα, ο οποίος και οδήγησε στην απόφαση της άρνησης έγκρισης (E.B. κατά Γαλλίας, όπ. παραπάνω, §§ 72-89). Επεσήμανε ότι, όταν μια διαφορά μεταχείρισης αιτιολογείται αποκλειστικά με ισχυρισμούς που σχετίζονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό του ενδιαφερομένου, πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά διάκριση σύμφωνα με τη Σύμβαση (στο ίδιο, § 93). Ανέφερε εν συνεχεία ότι το γαλλικό δίκαιο επέτρεπε την υιοθεσία παιδιού από πρόσωπο που ζει μόνο του, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο στην υιοθεσία από ομοφυλόφιλο (άνδρα ή γυναίκα) που ζει χωρίς σύντροφο, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείτο. Με βάση την ανάλυσή του για τους λόγους που προέβαλαν οι γαλλικές αρχές, το Δικαστήριο έκρινε ότι, για να απορρίψουν την αίτηση έγκρισης υιοθεσίας την οποία κατέθεσε η προσφεύγουσα, είχαν κάνει διάκριση επί τη βάσει ισχυρισμών σχετικά με τον σεξουαλικό προσανατολισμό της ενδιαφερομένης, διάκριση η οποία δεν ήταν ανεκτή σύμφωνα με τη Σύμβαση. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κατέληξε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 (στο ίδιο, §§ 94-98).
104. Η υπόθεση Gas και Dubois (όπ. παραπάνω) αφορούσε δύο γυναίκες που ζούσαν ως ζευγάρι υπό το καθεστώς του «αστικού συμφώνου αλληλεγγύης» (PACS) του γαλλικού δικαίου. Η μία από τις δύο προσφεύγουσες ήταν μητέρα ενός παιδιού το οποίο είχε συλληφθεί με ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Με βάση το γαλλικό δίκαιο, εκείνη ήταν ο μοναδικός γονέας του παιδιού. Οι ενδιαφερόμενες κατήγγελλαν, βάσει του άρθρου 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 8, το γεγονός ότι το παιδί της μιας δεν μπορούσε να υιοθετηθεί από την άλλη. Πιο συγκεκριμένα, επιθυμούσαν να τους επιτραπεί να υιοθετήσουν το παιδί υπό το καθεστώς της απλής υιοθεσίας, προκειμένου να δημιουργηθεί δεσμός συγγένειας μεταξύ του παιδιού και της συντρόφου της μητέρας του, πράγμα που θα τους επέτρεπε να ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα του παιδιού. Οι εθνικές αρχές είχαν αρνηθεί να δώσουν την έγκρισή τους στο εν λόγω σχέδιο υιοθεσίας, με το σκεπτικό ότι η υιοθεσία αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση δικαιωμάτων γονικής μέριμνας στη σύντροφο της μητέρας του παιδιού και αυτό δεν θα ήταν σύμφωνο με το συμφέρον του παιδιού (Gas και Dubois, όπ. παραπάνω, § 62). Το Δικαστήριο εξέτασε την κατάσταση των ενδιαφερομένων εν συγκρίσει με την κατάσταση ενός έγγαμου ζευγαριού. Επεσήμανε ότι στο γαλλικό δίκαιο μόνο τα έγγαμα ζευγάρια μπορούσαν να ασκούν την από κοινού γονική μέριμνα σε περίπτωση απλής υιοθεσίας. Παρατηρώντας ότι τα συμβαλλόμενα Κράτη δεν ήταν υποχρεωμένα να επιτρέψουν τον γάμο στα ομόφυλα ζευγάρια, και ότι ο γάμος προσφέρει ένα ιδιαίτερο καθεστώς σε εκείνους που τον συνάπτουν, έκρινε ότι οι προσφεύγουσες δεν βρίσκονταν σε συγκρίσιμη από νομικής απόψεως κατάσταση με τα έγγαμα ζευγάρια (στο ίδιο, § 68). Σημειώνοντας ότι η υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα επίσης δεν επιτρεπόταν στα ετερόφυλα άγαμα ζευγάρια τα οποία, όπως και οι προσφεύγουσες, είχαν συνάψει αστικό σύμφωνο αλληλεγγύης (στο ίδιο, § 69), το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν υπήρχε διαφορά μεταχείρισης βασισμένη στον σεξουαλικό προσανατολισμό, ούτε παραβίαση του άρθρου 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 8.
ii. Εφαρμογή στη συγκεκριμένη υπόθεση των αρχών που αναφέρθηκαν ανωτέρω
α) Σύγκριση της κατάστασης των προσφευγόντων με ενός έγγαμου ζευγαριού, το ένα μέλος του οποίου θα επιθυμούσε να υιοθετήσει το παιδί του άλλου
105. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται στο Δικαστήριο είναι εάν η κατάσταση των προσφευγόντων –της πρώτης και της τρίτης προσφεύγουσας, που αποτελούν ομόφυλο ζευγάρι, και του γιου της τελευταίας– ήταν συγκρίσιμη με ενός έγγαμου ετερόφυλου ζευγαριού, το ένα μέλος του οποίου θα επιθυμούσε να υιοθετήσει το παιδί του άλλου.
106. Το Δικαστήριο προσφάτως απάντησε αρνητικά σε αυτό το ερώτημα, στην υπόθεση Gas και Dubois, για λόγους τους οποίους κρίνει σκόπιμο να υπενθυμίσει και να επιβεβαιώσει και εδώ. Πρέπει κατ’ αρχάς να σημειωθεί ότι το άρθρο 12 της Σύμβασης δεν επιβάλλει στα συμβαλλόμενα Κράτη την υποχρέωση να επιτρέψουν τον γάμο στα ομόφυλα ζευγάρια (Schalk και Kopf, όπ. παραπάνω, §§ 54-64), ότι το δικαίωμα στον γάμο μεταξύ ομοφύλων δεν συνάγεται ούτε από το άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 (στο ίδιο, § 101), και ότι, εφόσον τα Κράτη αποφασίζουν να προσφέρουν στα ομόφυλα ζευγάρια έναν άλλον τρόπο νομικής αναγνώρισης, έχουν στη διάθεσή τους ένα ορισμένο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας για να αποφασίσουν την ακριβή φύση του καθεστώτος που θα προσφέρεται (στο ίδιο, § 108). Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κατ’ επανάληψη δηλώσει ότι ο γάμος προσφέρει ένα ιδιαίτερο καθεστώς σε εκείνους που τον συνάπτουν, ότι η άσκηση του δικαιώματος στον γάμο προασπίζεται από το άρθρο 12 της Σύμβασης, και ότι οδηγεί σε κοινωνικά, προσωπικά και νομικά αποτελέσματα (βλέπε, μεταξύ άλλων, Gas και Dubois, όπ. παραπάνω, § 68, και Burden, όπ. παραπάνω, § 63).
107. Το αυστριακό δίκαιο της υιοθεσίας προβλέπει ένα ειδικό καθεστώς για τα έγγαμα ζευγάρια. Το άρθρο 179 § 2 του αστικού κώδικα αναφέρει συγκεκριμένα ότι η από κοινού υιοθεσία επιτρέπεται μόνο στα έγγαμα ζευγάρια, και ότι είναι κατ’ αρχήν η μοναδική μορφή υιοθεσίας που τους επιτρέπεται. Κατ’ εξαίρεση σε αυτήν την αρχή, η ίδια διάταξη επιτρέπει σε έναν/μια σύζυγο να υιοθετήσει το παιδί της/του συζύγου του/της (υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα).
108. Η Κυβέρνηση, βασιζόμενη στην απόφαση Gas και Dubois, υποστηρίζει ότι η κατάσταση της πρώτης και της τρίτης προσφεύγουσας δεν είναι συγκρίσιμη με ενός έγγαμου ζευγαριού. Οι προσφεύγουσες από την πλευρά τους υπογραμμίζουν ότι δεν επιθυμούν να διεκδικήσουν ένα δικαίωμα το οποίο προσφέρεται αποκλειστικά στα έγγαμα ζευγάρια. Το Δικαστήριο δεν βρίσκει κάποιον λόγο να απομακρυνθεί από τη νομολογία του στο σημείο αυτό.
109. Με βάση τα παραπάνω, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κατάσταση της πρώτης και της τρίτης προσφεύγουσας ως προς την υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα δεν είναι συγκρίσιμη με ενός έγγαμου ζευγαριού.
110. Κατά συνέπεια, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 8 από την πλευρά των ενδιαφερομένων, συγκρίνοντας την κατάστασή τους με ενός έγγαμου ζευγαριού, το ένα μέλος του οποίου θα επιθυμούσε να υιοθετήσει το παιδί του άλλου.
β) Σύγκριση της κατάστασης των προσφευγόντων με ενός ετερόφυλου άγαμου ζευγαριού, το ένα μέλος του οποίου θα επιθυμούσε να υιοθετήσει το παιδί του άλλου
111. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι παρατηρήσεις των προσφευγόντων αφορούν κυρίως τη σύγκριση της κατάστασής τους με ενός ετερόφυλου άγαμου ζευγαριού. Οι ενδιαφερόμενοι υπογραμμίζουν ότι στο αυστριακό δίκαιο η υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα επιτρέπεται όχι μόνο στα έγγαμα ζευγάρια, αλλά και στα ετερόφυλα άγαμα ζευγάρια, ενώ είναι νομικώς αδύνατη για τα ομόφυλα ζευγάρια.
Συγκρίσιμη κατάσταση
112. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι κανένα από τα αντίδικα μέρη δεν υποστηρίζει ότι ο νόμος διακρίνει τα ομόφυλα ζευγάρια από τα ετερόφυλα άγαμα ζευγάρια με κάποιο ιδιαίτερο νομικό καθεστώς, ανάλογο με εκείνο που διαφοροποιεί τα πρώτα και τα δεύτερα από τα έγγαμα ζευγάρια. Εξάλλου, η Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι η κατάσταση των ετερόφυλων άγαμων ζευγαριών είναι συγκρίσιμη με των ομόφυλων ζευγαριών, δεχόμενη ότι, σε προσωπικούς όρους, τα ομόφυλα και τα ετερόφυλα ζευγάρια μπορεί θεωρητικά να είναι εξίσου κατάλληλα ή ακατάλληλα τα μεν με τα δε για την υιοθεσία γενικά και για την υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα ειδικότερα. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η κατάσταση των προσφευγόντων, που επιθυμούν να δημιουργήσουν έναν νομικό δεσμό μεταξύ της πρώτης προσφεύγουσας και του δεύτερου προσφεύγοντα, είναι συγκρίσιμη με ενός ετερόφυλου ζευγαριού, το ένα μέλος του οποίου θα επιθυμούσε να υιοθετήσει το παιδί του άλλου.
Διαφορά μεταχείρισης
113. Το Δικαστήριο οφείλει τώρα να εξετάσει εάν υπάρχει διαφορά μεταχείρισης βασισμένη στον σεξουαλικό προσανατολισμό της πρώτης και της τρίτης προσφεύγουσας.
114. Το αυστριακό δίκαιο επιτρέπει την υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα στα ετερόφυλα άγαμα ζευγάρια. Το άρθρο 179 του αστικού κώδικα επιτρέπει γενικά τη μονογονεϊκή υιοθεσία, και καμία διάταξη του άρθρου 182 § 2 του ίδιου κώδικα, που διέπει τα αποτελέσματα της υιοθεσίας, δεν αντιτίθεται στην υιοθεσία από το ένα μέλος ετερόφυλου άγαμου ζευγαριού του παιδιού του άλλου, χωρίς να διακοπούν οι δεσμοί του δεύτερου αυτού μέλους με το παιδί του. Αντιθέτως, είναι νομικώς αδύνατο για ένα ομόφυλο ζευγάρι να προβεί σε υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα, καθώς το ίδιο το άρθρο 182 § 2 αναφέρει ότι ο υιοθετών υποκαθιστά τον βιολογικό γονέα του ιδίου φύλου με αυτόν. Στην προκειμένη υπόθεση, όπου η πρώτη προσφεύγουσα είναι γυναίκα, σε περίπτωση που αυτή θα υιοθετούσε τον δεύτερο προσφεύγοντα, θα διακόπτονταν οι δεσμοί του τελευταίου με τη μητέρα του, σύντροφο της πρώτης προσφεύγουσας. Οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν συνεπώς να καταφύγουν στην υιοθεσία προκειμένου να δημιουργήσουν μεταξύ της πρώτης προσφεύγουσας και του δεύτερου προσφεύγοντα έναν δεσμό συγγένειας, ο οποίος θα προσετίθετο στον υφιστάμενο δεσμό μεταξύ του δεύτερου προσφεύγοντα και της μητέρας του. Αν και ουδέτερο εκ πρώτης όψεως, το άρθρο 182 § 2 αποκλείει τελικά τα ομόφυλα ζευγάρια από την υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα.
115. Για λόγους πληρότητας, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι από την 1η Ιανουαρίου 2010, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ ο νόμος για την καταχωρισμένη συμβίωση, τα ομόφυλα ζευγάρια έχουν τη δυνατότητα να συνάψουν ένα καταχωρισμένο σύμφωνο συμβίωσης. Η πρώτη και η τρίτη προσφεύγουσα δεν εκμεταλλεύτηκαν αυτήν τη δυνατότητα. Σε κάθε περίπτωση, η σύναψη ενός τέτοιου συμφώνου δεν θα τους είχε επιτρέψει να προχωρήσουν στη συγκεκριμένη υιοθεσία, καθώς το άρθρο 8 § 4 του εν λόγω νόμου απαγορεύει ρητώς την υιοθεσία από έναν εκ των συντρόφων του παιδιού του άλλου.
116. Επομένως, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ισχύουσα νομοθεσία κάνει διάκριση ανάμεσα στα ετερόφυλα άγαμα ζευγάρια και στα ομόφυλα ζευγάρια στο θέμα της υιοθεσίας από τον δεύτερο γονέα. Όπως έχει επί του παρόντος το αυστριακό δίκαιο, η υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα δεν επιτρέπεται στους προσφεύγοντες, και το ίδιο θα ίσχυε και εάν ο βιολογικός πατέρας του δεύτερου προσφεύγοντα είχε αποβιώσει ή ήταν άγνωστος, ή εάν υπήρχαν λόγοι να μην ληφθεί υπόψη η άρνησή του να συναινέσει στην υιοθεσία. Η Κυβέρνηση δεν το αμφισβητεί.
117. Εντούτοις, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης δεν υποδεικνύουν καμία μορφή διάκρισης. Ως προς αυτό, διαβεβαιώνει ότι η αίτηση έγκρισης της σύμβασης υιοθεσίας που παρουσίασαν οι ενδιαφερόμενοι απορρίφθηκε για λόγους ξένους προς τον σεξουαλικό προσανατολισμό της πρώτης και της τρίτης προσφεύγουσας. Επισημαίνει πρώτον ότι τα δικαστήρια, και ιδιαίτερα το εφετείο, αντιτέθηκαν στην υιοθεσία διότι δεν εξυπηρετούσε το συμφέρον του παιδιού. Τονίζει εν συνεχεία ότι κάθε υιοθεσία απαιτεί τη συναίνεση των βιολογικών γονέων του προς υιοθεσία παιδιού. Παρατηρώντας ότι ο πατέρας του δεύτερου προσφεύγοντα δεν είχε δώσει την συγκατάθεσή του, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα δικαστήρια δεν είχαν άλλη επιλογή από την απόρριψη της αίτησης υιοθεσίας, και ότι θα είχαν αποφανθεί ακριβώς κατά τον ίδιο τρόπο εάν η πρώτη προσφεύγουσα ήταν ο άνδρας σύντροφος της τρίτης προσφεύγουσας. Με άλλα λόγια, η νομική διάκριση που γίνεται από το άρθρο 182 § 2 του αστικού κώδικα δεν ελήφθη υπόψη στην παρούσα υπόθεση. Επομένως, αυτό που οι προσφεύγοντες καλούν το Δικαστήριο να κάνει είναι ένας αφηρημένος γενικός έλεγχος της ισχύουσας νομοθεσίας.
118. Δεδομένων των αποφάσεων που εξέδωσαν οι εθνικές δικαστικές αρχές (παράγραφοι 15, 18 και 20 ανωτέρω), το Δικαστήριο δεν δηλώνει πεπεισμένο από τη θέση της Κυβέρνησης. Παρατηρεί κατ’ αρχάς ότι οι εν λόγω αρχές δήλωσαν σαφώς ότι το άρθρο 182 § 2 του αστικού κώδικα ήταν αντίθετο σε κάθε περίπτωση με μια υιοθεσία η οποία θα είχε τα αποτελέσματα που επιθυμούσαν οι ενδιαφερόμενοι, δηλαδή τη δημιουργία μεταξύ της πρώτης προσφεύγουσας και του δεύτερου προσφεύγοντα ενός συγγενικού δεσμού, ο οποίος θα προσετίθετο στον υφιστάμενο δεσμό μεταξύ του τελευταίου και της μητέρας του.
119. Σε αυτόν και μόνο τον λόγο βάσισε την απόφασή του το περιφερειακό δικαστήριο. Δεν εξέτασε τις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης, και δεν έθεσε σε καμία στιγμή το ερώτημα εάν ο πατέρας του δεύτερου προσφεύγοντα συναινούσε ή όχι στην υιοθεσία, ή εάν υπήρχαν λόγοι να μην ληφθεί υπόψη η αντίθεσή του όπως ισχυρίζονταν οι ενδιαφερόμενοι.
120. Το εφετείο κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι η υιοθεσία που επιθυμούσαν οι προσφεύγοντες ήταν νομικώς αδύνατη, αναφέρθηκε όμως σε άλλες πλευρές της υπόθεσης. Εξέφρασε αμφιβολίες κατά πόσον ήταν ικανή η τρίτη προσφεύγουσα να εκπροσωπήσει τον γιο της στη διαδικασία της υιοθεσίας, εκτιμώντας ότι η κατάσταση αυτή ενδεχομένως να δημιουργούσε σύγκρουση συμφερόντων. Δεν έκρινε, εντούτοις, σκόπιμο να αποφανθεί επ’ αυτού του ζητήματος, με το σκεπτικό ότι το περιφερειακό δικαστήριο είχε ορθώς απορρίψει την αίτηση υιοθεσίας. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, φαίνεται ότι το εφετείο δεν προέβη σε ακρόαση των εμπλεκομένων, δηλαδή των τριών προσφευγόντων και του πατέρα του δεύτερου προσφεύγοντα. Όσον αφορά τον πατέρα του παιδιού και τον ρόλο του, το δικαστήριο περιορίστηκε στη διαπίστωση, με βάση τον φάκελο της υπόθεσης, ότι διατηρούσε τακτική επαφή με τον γιο του. Δεν διερεύνησε εάν υπήρχαν λόγοι, όπως υποστήριζαν οι ενδιαφερόμενοι, που να δικαιολογούν την εφαρμογή του άρθρου 181 § 3 του αστικού κώδικα, προκειμένου να μην ληφθεί υπόψη η άρνησή του να συναινέσει στην υιοθεσία. Αντιθέτως, το δικαστήριο στάθηκε επισταμένως στο γεγονός ότι η έννοια των «γονέων» όπως ορίζεται στο αυστριακό οικογενειακό δίκαιο παραπέμπει σε δύο πρόσωπα του αντίθετου φύλου. Έλαβε επίσης υπόψη του το συμφέρον του παιδιού να διατηρεί σχέσεις με τους δύο γονείς του αντίθετου φύλου, κάτι που, κατά την άποψη του δικαστηρίου, απέκλειε σαφώς την υιοθεσία ενός παιδιού από τον ομόφυλο σύντροφο ενός εκ των γονέων του. Εξάλλου, εξέτασε, με βάσει την απόφαση που έχει εκδοθεί από το Δικαστήριο στην υπόθεση Karner (όπ. παραπάνω), εάν το δίκαιο της υιοθεσίας που ίσχυε την εποχή εκείνη έκανε διάκριση έναντι των ομόφυλων ζευγαριών.
121. Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι το εφετείο έκρινε παραδεκτή την αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου με το αιτιολογικό ότι δεν υπήρχε νομολογία σχετική με «το επίμαχο (...) ζήτημα, δηλαδή τη νομιμότητα της υιοθεσίας ενός παιδιού από τον ομόφυλο σύντροφο του ενός εκ των γονέων του». Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, αυτό έρχεται κατηγορηματικά σε αντίθεση με τη θέση της Κυβέρνησης ότι το γεγονός πως είναι νομικώς αδύνατο για τα ομόφυλα ζευγάρια να προβούν σε υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα δεν έπαιξε κανέναν ρόλο στη λύση η οποία δόθηκε στην παρούσα υπόθεση.
122. Από πλευράς του, το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η υιοθεσία ενός παιδιού από τη σύντροφο της βιολογικής του μητέρας ήταν νομικώς αδύνατη βάσει του άρθρου 182 § 2 του αστικού κώδικα, και εκτίμησε ότι η συγκεκριμένη διάταξη δεν υπερέβαινε το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που αναγνωρίζεται στα Κράτη, και επομένως δεν αντέβαινε στο άρθρο 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 8. Τέλος, έκρινε επίσης ότι το συμπέρασμά του σύμφωνα με το οποίο η συγκεκριμένη υιοθεσία ήταν νομικώς αδύνατη το απάλλασσε από την υποχρέωση να εξετάσει εάν συνέτρεχαν οι συνθήκες για να μην ληφθεί υπόψη η άρνηση συγκατάθεσης του πατέρα του παιδιού, όπως κατ’ εξαίρεση προβλέπει το άρθρο 181 § 3 του αστικού κώδικα.
123. Με βάση τα παραπάνω, το Δικαστήριο απορρίπτει τη θέση της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες δεν επηρεάστηκαν από τη διαφορά του νομικού καθεστώτος που απορρέει από το άρθρο 182 § 2 του αστικού κώδικα. Εκτιμά ότι το γεγονός πως η υιοθεσία που επιθυμούσαν οι ενδιαφερόμενοι ήταν νομικώς αδύνατη βρισκόταν διαρκώς στο επίκεντρο της εξέτασης της υπόθεσης από τις εθνικές δικαστικές αρχές (βλέπε, τηρουμένων των αναλογιών, E.B. κατά Γαλλίας, όπ. παραπάνω, § 88).
124. Πράγματι, αυτό ακριβώς το νομικό κώλυμα εμπόδισε τις εθνικές δικαστικές αρχές να εξετάσουν συγκεκριμένα, σε εφαρμογή του άρθρου 180a του αστικού κώδικα, εάν η συγκεκριμένη υιοθεσία ήταν προς το συμφέρον του δεύτερου προσφεύγοντα. Έτσι, δεν εξέτασαν λεπτομερώς τις περιστάσεις της υπόθεσης. Δεν εξακρίβωσαν, επιπλέον, εάν υπήρχαν λόγοι να μην ληφθεί υπόψη η άρνηση του πατέρα να συναινέσει στην υιοθεσία, όπως επέτρεπε το άρθρο 181 § 3 του αστικού κώδικα. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν τεκμηρίωσαν επαρκώς τη θέση τους ότι υπήρχαν τέτοιοι λόγοι, και δεν αιτήθηκαν στα δικαστήρια να αποφανθούν ρητώς επ’ αυτού. Το Δικαστήριο θα περιοριστεί στη διαπίστωση ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν βασίστηκαν σε κανέναν από αυτούς τους δύο λόγους για να απορρίψουν την αίτηση των προσφευγόντων. Όπως σημειώθηκε παραπάνω, το περιφερειακό δικαστήριο και το εφετείο δεν έθιξαν αυτό το ζήτημα, και το Ανώτατο Δικαστήριο δήλωσε ρητώς ότι δεν υπήρχε λόγος να αποφανθεί επ’ αυτού, δεδομένου του απόλυτου νομικού κωλύματος στο οποίο προσέκρουε η συγκεκριμένη υιοθεσία.
125. Εάν η αίτηση υιοθεσίας που κατέθεσαν η πρώτη και η τρίτη προσφεύγουσα είχε γίνει από ένα ετερόφυλο άγαμο ζευγάρι, τα δικαστήρια δεν θα μπορούσαν να την απορρίψουν. Αντιθέτως, θα ήταν υποχρεωμένα να εξετάσουν, σύμφωνα με το άρθρο 180a του αστικού κώδικα, εάν η υιοθεσία αυτή ανταποκρινόταν στο συμφέρον του δεύτερου προσφεύγοντα. Και εάν ο πατέρας του παιδιού είχε αρνηθεί να συναινέσει στην υιοθεσία, θα όφειλαν να εξετάσουν εάν συνέτρεχαν εξαιρετικές συνθήκες που να δικαιολογούν να μην ληφθεί υπόψη αυτή η άρνηση, όπως τους επιτρέπει το άρθρο 181 § 3 του αστικού κώδικα (για ένα παράδειγμα εφαρμογής αυτής της διαδικασίας, βλέπε την απόφαση Eski, όπ. παραπάνω, §§ 39‑42, που εκδόθηκε σε μια υπόθεση η οποία αφορούσε υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα από ετερόφυλο έγγαμο ζευγάρι, και στην οποία οι αυστριακές δικαστικές αρχές είχαν αναλύσει διεξοδικά το ζήτημα αυτό, σταθμίζοντας το συμφέρον όλων των εμπλεκόμενων ατόμων –του ζευγαριού, του παιδιού και του βιολογικού του πατέρα–, ύστερα από ακρόαση όλων των παραπάνω και αφού διαπιστώθηκαν τα σχετικά με την υπόθεση γεγονότα).
126. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η αιτίαση των ενδιαφερομένων δεν εμπίπτει κατά καμία έννοια στη λαϊκή αγωγή (actio popularis). Όπως επεσήμανε και στην παράγραφο 123 παραπάνω, οι προσφεύγοντες εθίγησαν άμεσα από την επίμαχη νομοθεσία, καθώς, απαγορεύοντας κατά τρόπο απόλυτο την υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα στα ομόφυλα ζευγάρια, το άρθρο 182 § 2 του αστικού κώδικα αφαιρεί κάθε χρησιμότητα και κάθε σχετικότητα από την εξέταση των ιδιαίτερων συνθηκών της υπόθεσής τους, και υποχρεώνει τις εθνικές δικαστικές αρχές να απορρίψουν αυτομάτως την αίτηση υιοθεσίας. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει in abstracto την επίμαχη νομοθεσία: από την ίδια τη φύση της, η απόλυτη απαγόρευση για την οποία γίνεται λόγος εδώ αφαιρεί τις πραγματικές συνθήκες της υπόθεσης από τη δικαιοδοσία τόσο των εθνικών δικαστηρίων όσο και του παρόντος Δικαστηρίου (βλέπε, τηρουμένων των αναλογιών, Hirst κατά Ηνωμένου Βασιλείου (no 2) [GC], no 74025/01, § 72, CEDH 2005‑IX).
127. Επιπροσθέτως, παρότι εκ πρώτης όψεως φαίνεται ενδεχομένως ότι η επίδικη διαφορά μεταχείρισης αφορά κυρίως την πρώτη προσφεύγουσα, η οποία δεν αντιμετωπίστηκε όπως ένα μέλος ετερόφυλου άγαμου ζευγαριού που θα επιθυμούσε να υιοθετήσει το παιδί του άλλου μέλους, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι τρεις προσφεύγοντες ζουν μαζί μια οικογενειακή ζωή (παράγραφος 96 παραπάνω) και κατέθεσαν την αίτηση υιοθεσίας προκειμένου να επιτύχουν τη νομική αναγνώριση αυτής ακριβώς της οικογενειακής ζωής. Με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο εκτιμά ότι οι τρεις προσφεύγοντες επηρεάστηκαν άμεσα από την εν λόγω διαφορά μεταχείρισης, και ότι μπορούν επομένως να ισχυριστούν και οι τρεις ότι υπήρξαν θύματα της εικαζόμενης παραβίασης.
128. Η Κυβέρνηση, τέλος, υποστηρίζει ότι το νομικό κώλυμα που αντιτίθεται στην αίτηση υιοθεσίας την οποία κατέθεσαν οι ενδιαφερόμενοι δεν ήταν βασισμένο στον σεξουαλικό προσανατολισμό της πρώτης και της τρίτης προσφεύγουσας, και συνεπώς δεν συνιστούσε διάκριση. Επισημαίνει ότι τι άρθρο 182 § 2 του αστικού κώδικα, που απαγορεύει σε μια γυναίκα να υιοθετήσει ένα παιδί εφόσον παραμένουν νομικοί δεσμοί μεταξύ αυτού και της μητέρας του, είναι μια διάταξη γενικής ισχύος, με βάση την οποία δεν θα μπορούσε ούτε μια θεία να υιοθετήσει τον ανιψιό της εφόσον παρέμεναν οι δεσμοί του τελευταίου με τη μητέρα του.
129. Το εν λόγω επιχείρημα δεν πείθει το Δικαστήριο. Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι δεν αντιμετωπίστηκαν όπως ένα ετερόφυλο άγαμο ζευγάρι, ως προς το ότι δεν κατόρθωσαν να επιτύχουν τη νομική αναγνώριση της οικογενειακής τους ζωής μέσω μιας υιοθεσίας από τον δεύτερο γονέα. Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι δεσμοί τους οποίους διατηρούν δύο ενήλικες αδελφές ή μια θεία με τον ανιψιό της δεν υπάγονται στην έννοια της «οικογενειακής ζωής» βάσει του άρθρου 8 της Σύμβασης. Δεύτερον, ακόμη και αν οι δεσμοί αυτοί ενέπιπταν στη συγκεκριμένη έννοια, το Δικαστήριο υπενθυμίζει πως έχει ήδη κρίνει ότι, ποιοτικά, η σχέση μεταξύ δύο αδελφών που ζουν μαζί είναι εκ φύσεως διαφορετική από τη σχέση που συνδέει τα δύο μέλη ενός ζευγαριού, ομόφυλου ή μη (βλέπε, τηρουμένων των αναλογιών, Burden, όπ. παραπάνω, § 62). Συνάγεται ότι το άρθρο 182 § 2 του αστικού κώδικα δεν έχει τα ίδια αποτελέσματα σε άλλα άτομα με αυτά που έχει στους προσφεύγοντες, η οικογενειακή ζωή των οποίων είναι δομημένη γύρω από ένα ομόφυλο ζευγάρι.
130. Με βάση το σύνολο των παραπάνω ισχυρισμών, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι προσφεύγοντες δεν αντιμετωπίστηκαν όπως ένα ετερόφυλο άγαμο ζευγάρι, το ένα μέλος του οποίου θα επιθυμούσε να υιοθετήσει το παιδί του άλλου. Αφ’ ης στιγμής η μεταχείριση που τους επιφυλάχθηκε ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το γεγονός ότι η πρώτη και η τρίτη προσφεύγουσα αποτελούσαν ομόφυλο ζευγάρι, ήταν βασισμένη στον σεξουαλικό προσανατολισμό των ενδιαφερομένων.
131. Πρέπει επομένως να διακριθεί η παρούσα υπόθεση από την υπόθεση Gas και Dubois (όπ. παραπάνω, § 69), στην οποία το Δικαστήριο είχε καταλήξει ότι δεν υπήρξε διαφορά μεταχείρισης, βασισμένη στον σεξουαλικό προσανατολισμό, ανάμεσα στα ετερόφυλα άγαμα ζευγάρια και στα ομόφυλα ζευγάρια, με το σκεπτικό ότι στο γαλλικό δίκαιο η απαγόρευση της υιοθεσίας από τον δεύτερο γονέα αφορούσε τόσο τα μεν όσο και τα δε.
Θεμιτός σκοπός και αναλογικότητα
132. Το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να επισημάνει, παρότι αυτό απορρέει από όσα προαναφέρθηκαν (βλέπε, κυρίως, τις παραγράφους 116 και 126 παραπάνω), ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορά το ερώτημα εάν, δεδομένων των περιστάσεων, η αίτηση υιοθεσίας που έγινε από τους προσφεύγοντες έπρεπε ή όχι να εγκριθεί. Το Δικαστήριο συνεπώς δεν οφείλει να εξετάσει τον ρόλο του πατέρα του δεύτερου προσφεύγοντα, ούτε εάν υπήρχαν ή όχι λόγοι να μην ληφθεί υπόψη η άρνησή του να συναινέσει στην υιοθεσία. Θα ήταν αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων να αποφανθούν εφ’ όλων αυτών των θεμάτων, εάν ήταν σε θέση να εξετάσουν την ουσία της αίτησης υιοθεσίας.
133. Το ζήτημα το οποίο τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ακριβώς το γεγονός ότι οι εν λόγω δικαστικές αρχές δεν είχαν καν τη δυνατότητα να προβούν σε μια τέτοια εξέταση, αφ’ ης στιγμής η υιοθεσία του δεύτερου προσφεύγοντα από τη σύντροφο της μητέρας του ήταν σε κάθε περίπτωση αδύνατη βάσει του άρθρου 182 § 2 του αστικού κώδικα. Εάν, αντιθέτως, μια ίδια αίτηση υιοθεσίας είχε κατατεθεί από ένα ετερόφυλο άγαμο ζευγάρι, τα αυστριακά δικαστήρια θα όφειλαν να εξετάσουν την ουσία της υπόθεσης.
134. Παρότι η παρούσα υπόθεση μπορεί να εγγραφεί στο πλαίσιο της γενικότερης προβληματικής για τα γονικά δικαιώματα των ομόφυλων ζευγαριών, το Δικαστήριο δεν καλείται να αποφανθεί σχετικά με το ζήτημα καθ’ αυτό της υιοθεσίας από τον δεύτερο γονέα από ομόφυλα ζευγάρια, ούτε, ακόμα λιγότερο, σχετικά με το ζήτημα της υιοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια γενικώς. Ζητούμενο για το Δικαστήριο είναι να αποφανθεί σχετικά με ένα στενά προσδιορισμένο πρόβλημα, εάν δηλαδή οι προσφεύγοντες στην προκειμένη περίπτωση υπήρξαν ή όχι θύματα διάκρισης μεταξύ ετερόφυλων άγαμων ζευγαριών και ομόφυλων ζευγαριών, όσον αφορά την υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα.
135. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η απαγόρευση της διάκρισης η οποία θεσπίζεται από το άρθρο 14 υπερβαίνει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που η Σύμβαση και τα Πρωτόκολλά της επιβάλλουν σε κάθε Κράτος να εγγυάται. Η συγκεκριμένη απαγόρευση ισχύει επίσης για πρόσθετα δικαιώματα, εφόσον αυτά εμπίπτουν στο γενικό πεδίο εφαρμογής ενός εκ των άρθρων της Σύμβασης, που το Κράτος έχει εκουσίως αποφασίσει να προασπίζει. Εάν το άρθρο 8 δεν εγγυάται το δικαίωμα στην υιοθεσία, το Δικαστήριο έχει ήδη δηλώσει, αναφερόμενο στην περίπτωση μιας υιοθεσίας από ομοφυλόφιλο άτομο που ζούσε χωρίς σύντροφο, ότι ένα Κράτος το οποίο προχώρησε παραπέρα από τις υποχρεώσεις του βάσει του άρθρου 8 και δημιούργησε ένα δικαίωμα, δεν μπορεί, κατά την εφαρμογή του δικαιώματος αυτού, να λαμβάνει μέτρα που συνιστούν διάκριση βάσει του άρθρου 14 (E.B. κατά Γαλλίας, όπ. παραπάνω, § 49).
136. Εστιάζοντας στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το άρθρο 8 της Σύμβασης δεν επιβάλλει στα συμβαλλόμενα Κράτη να επεκτείνουν το δικαίωμα της υιοθεσίας από τον δεύτερο γονέα στα άγαμα ζευγάρια (Gas και Dubois, όπ. παραπάνω, §§ 66-69, και Emonet και άλλοι, όπ. παραπάνω, §§ 79-88). Εντούτοις, η αυστριακή νομοθεσία επιτρέπει αυτήν τη μορφή υιοθεσίας στα ετερόφυλα άγαμα ζευγάρια. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει εάν η άρνηση να παραχωρηθεί το συγκεκριμένο δικαίωμα και στα ομόφυλα (άγαμα) ζευγάρια διακρίνεται από θεμιτό σκοπό και είναι αναλογική προς τον σκοπό αυτόν.
137. Προκύπτει, από τις αποφάσεις που εκδόθηκαν από τις εθνικές δικαστικές αρχές και από τις παρατηρήσεις της Κυβέρνησης, ότι το αυστριακό δίκαιο της υιοθεσίας στόχο έχει την αναδημιουργία της κατάστασης που υπάρχει σε μια βιολογική οικογένεια. Στην απόφασή του της 21 Φεβρουαρίου 2006, το εφετείο επεσήμανε ότι οι επίμαχες διατάξεις σκοπό είχαν να προστατεύσουν την «παραδοσιακή οικογένεια», και ότι το αυστριακό δίκαιο στηριζόταν στην αρχή σύμφωνα με την οποία ένα ανήλικο παιδί πρέπει να έχει για γονείς δύο άτομα του αντίθετου φύλου, συμφώνως προς τη βιολογική πραγματικότητα. Έκρινε ότι η απόφαση του νομοθέτη να μην προβλέψει την υιοθεσία ενός παιδιού από τον ομόφυλο σύντροφο ενός εκ των γονέων του, γεγονός που θα διέκοπτε τον δεσμό του παιδιού με τον γονέα του αντίθετου φύλου, επεδίωκε έναν θεμιτό σκοπό. Ομοίως, το Ανώτατο Δικαστήριο δήλωσε, στην απόφασή του της 27 Σεπτεμβρίου 2006, ότι η υιοθεσία είχε ως πρωταρχικό σκοπό να ανατεθεί σε κατάλληλα και υπεύθυνα άτομα η ανατροφή παιδιών χωρίς γονείς ή χωρίς δυνατότητα να λάβουν σωστή ανατροφή από τους γονείς τους. Έκρινε ότι ο σκοπός αυτός μπορούσε να επιτευχθεί μόνον εφόσον η υιοθεσία επέτρεπε την αναδημιουργία της κατάστασης που υπάρχει σε μια βιολογική οικογένεια. Εν κατακλείδι, οι εθνικές δικαστικές αρχές και η Κυβέρνηση έθεσαν ως πρωταρχική μέριμνα την προστασία της παραδοσιακής οικογένειας, που και η ίδια βασίζεται στη σιωπηρή παραδοχή ότι μόνον οι οικογένειες που αποτελούνται από γονείς του αντίθετου φύλου είναι ικανές για τη σωστή ανατροφή παιδιών.
138. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η μέριμνα για την προστασία της οικογένειας με την παραδοσιακή έννοια του όρου συνιστά κατ’ αρχήν έναν σημαντικό και θεμιτό λόγο, ικανό να δικαιολογήσει μια διαφορά μεταχείρισης (Karner, όπ. παραπάνω, § 40, και Kozak, όπ. παραπάνω, § 98). Εξυπακούεται ότι η προστασία του συμφέροντος του παιδιού είναι επίσης θεμιτός σκοπός. Πρέπει ακόμη να εξεταστεί εάν η αρχή της αναλογικότητας έγινε σεβαστή στη συγκεκριμένη υπόθεση.
139. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει τις αρχές που εξάγονται από τη νομολογία του. Ο σκοπός της προστασίας της οικογένειας με την παραδοσιακή έννοια του όρου είναι αρκετά αφηρημένος, και ένα ευρύ φάσμα συγκεκριμένων μέτρων μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την πραγματοποίησή του (Karner, όπ. παραπάνω, § 41, και Kozak, όπ. παραπάνω, § 98). Εξάλλου, δεδομένου ότι η Σύμβαση είναι ένα ζωντανό όργανο που πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως των εκάστοτε συνθηκών, το Κράτος οφείλει να επιλέγει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν βάσει του άρθρου 8 για την προστασία της οικογένειας και την προάσπιση του σεβασμού στην οικογενειακή ζωή, λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη της κοινωνίας, καθώς και τις μεταβολές που σημειώνονται στον τρόπο αντιμετώπισης των κοινωνικών ζητημάτων, των ζητημάτων σχετικά με την προσωπική κατάσταση και τις προσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, και κυρίως της ιδέας ότι πλέον δεν υπάρχει μόνο μία δυνατή κατεύθυνση ή μία δυνατή επιλογή όσον αφορά την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή (Kozak, όπ. παραπάνω, § 98).
140. Όταν το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που παραχωρείται στα Κράτη είναι στενό, στην περίπτωση για παράδειγμα μιας διαφοράς μεταχείρισης που βασίζεται στο φύλο ή στον σεξουαλικό προσανατολισμό, η αρχή της αναλογικότητας όχι μόνον απαιτεί το μέτρο που λαμβάνεται να είναι τέτοιο ώστε να επιτρέπει την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού, αλλά και επιβάλλει να αποδειχθεί ότι είναι αναγκαίο, για την επίτευξη του σκοπού, να αποκλειστούν ορισμένα άτομα –στην προκειμένη περίπτωση τα άτομα που διατηρούν μια ομοφυλοφιλική σχέση– από το πεδίο ισχύος του εν λόγω μέτρου (Karner, όπ. παραπάνω, § 41, και Kozak, όπ. παραπάνω, § 99).
141. Βάσει της προαναφερθείσας νομολογίας, την ευθύνη για την απόδειξη αυτή έχει η εναγόμενη κυβέρνηση. Στην προκειμένη περίπτωση, επομένως, είναι ευθύνη της αυστριακής κυβέρνησης να αποδείξει ότι η προστασία της παραδοσιακής οικογένειας, και ειδικότερα η προστασία του συμφέροντος του παιδιού, απαιτεί την απαγόρευση στα ομόφυλα ζευγάρια της υιοθεσίας από τον δεύτερο γονέα, η οποία επιτρέπεται στα ετερόφυλα άγαμα ζευγάρια.
142. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 182 § 2 του αστικού κώδικα απαγορεύει απολύτως –παρότι εμμέσως– την υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα στα ομόφυλα ζευγάρια. Η Κυβέρνηση δεν προέβαλε συγκεκριμένα επιχειρήματα, επιστημονικές μελέτες ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία ικανά να τεκμηριώσουν ότι οι οικογένειες με γονείς του ιδίου φύλου δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να αναλάβουν σωστά την ανατροφή ενός παιδιού. Αντιθέτως, παραδέχεται ότι, σε όρους προσώπων, τα ομόφυλα ζευγάρια μπορεί θεωρητικά να είναι εξίσου κατάλληλα ή ακατάλληλα για θετοί γονείς με τα ετερόφυλα ζευγάρια. Εξάλλου, δηλώνει ότι ο αστικός κώδικας δεν έχει στόχο να στερήσει τα ομόφυλα ζευγάρια από κάθε δυνατότητα υιοθεσίας αυτού του τύπου, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα ότι ο νομοθέτης θέλησε να αποτρέψει το γεγονός να έχει ένα παιδί, από νομικής απόψεως, δύο πατέρες ή δύο μητέρες. Σημειώνει ότι η ρητή απαγόρευση προς τα ομόφυλα ζευγάρια να προβαίνουν σε υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα εισήχθη μόλις το 2010, οπότε και τέθηκε σε ισχύ ο νόμος για την καταχωρισμένη συμβίωση, προσθέτοντας ότι η εν λόγω απαγόρευση δεν είναι σχετική με την συγκεκριμένη υπόθεση εφόσον δεν ίσχυε όταν το θέμα εξεταζόταν από τις εθνικές δικαστικές αρχές.
143. Το Δικαστήριο έχει ήδη απαντήσει στο επιχείρημα ότι ο αστικός κώδικας δεν έχει στόχο ειδικά να αποκλείσει τους ομοφυλοφίλους (παράγραφοι 128 και 129 ανωτέρω). Εξάλλου, αναγνωρίζει ότι ο νόμος για την καταχωρισμένη συμβίωση δεν αμφισβητείται άμεσα στην προκειμένη περίπτωση, αλλά εκτιμά ότι το εν λόγω κείμενο μπορεί να βοηθήσει να γίνει κατανοητό για ποιον λόγο απαγορεύεται η υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα στα ομόφυλα ζευγάρια. Ωστόσο, η επεξηγηματική έκθεση του νομοσχεδίου (παράγραφος 42 παραπάνω) περιορίζεται να αναφέρει ότι το άρθρο 8 § 4 εισήχθη στον νόμο ως απάντηση σε αιτήματα που διατυπώθηκαν κατ’ επανάληψη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαβούλευσης. Με άλλα λόγια, η διάταξη αυτή απλώς αντικατοπτρίζει τη θέση ορισμένων τμημάτων της κοινωνίας που αντιτίθενται στην ιδέα να επιτραπεί η υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα στα ομόφυλα ζευγάρια.
144. Εξάλλου, το αυστριακό δίκαιο μοιάζει να στερείται συνοχής. Επιτρέπει την υιοθεσία από ένα μόνο άτομο, έστω και ομοφυλόφιλο. Εάν το άτομο αυτό ζει με καταχωρισμένο σύντροφο, η έγκριση του τελευταίου απαιτείται, σύμφωνα με την υποπαράγραφο 2 του άρθρου 181 § 1 του αστικού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο για την καταχωρισμένη συμβίωση (παράγραφος 40 παραπάνω). Κατά συνέπεια, ο νομοθέτης παραδέχεται ότι ένα παιδί μπορεί να μεγαλώσει σε μια οικογένεια βασισμένη σε ένα ομόφυλο ζευγάρι, αναγνωρίζοντας έτσι ότι η κατάσταση αυτή δεν είναι επιζήμια για το παιδί. Εντούτοις, το αυστριακό δίκαιο προβλέπει ρητώς ότι ένα παιδί δεν πρέπει να έχει δύο μητέρες ή δύο πατέρες (βλέπε, τηρουμένων των αναλογιών, Christine Goodwin κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], no 28957/95, § 78, CEDH 2002‑VI, όπου το Δικαστήριο επίσης έλαβε υπόψη του την έλλειψη συνοχής της εθνικής έννομης τάξης).
145. Το Δικαστήριο κρίνει σχετική τη θέση των προσφευγόντων σύμφωνα με την οποία οι εκ των πραγμάτων οικογένειες που βασίζονται σε ένα ομόφυλο ζευγάρι αποτελούν μια πραγματικότητα, την οποία το δίκαιο δεν αναγνωρίζει και δεν προασπίζει. Διαπιστώνει ότι, αντιθέτως με τη μονογονεϊκή υιοθεσία και την από κοινού υιοθεσία, που συνήθως στόχο έχουν να δημιουργήσουν δεσμούς ανάμεσα σε ένα παιδί και έναν θετό γονέα ξένους μεταξύ τους, η υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα στόχο έχει να προσφέρει στον σύντροφο του ενός εκ των γονέων του παιδιού δικαιώματα απέναντι στο τελευταίο. Το ίδιο το Δικαστήριο έχει συχνά υπογραμμίσει τη σημασία που έχει η νομική αναγνώριση των εκ των πραγμάτων οικογενειών (Wagner και J.M.W.L. κατά Λουξεμβούργου, no 76240/01, § 119, 28 Ιουνίου 2007· βλέπε επίσης, για το θέμα της υιοθεσίας από τον δεύτερο γονέα, Eski, όπ. παραπάνω, § 39, και Emonet και άλλοι, όπ. παραπάνω, §§ 63-64).
146. Το σύνολο των ισχυρισμών που εκτέθηκαν παραπάνω –η ύπαρξη της εκ των πραγμάτων οικογένειας που αποτελούν οι ενδιαφερόμενοι, η σημασία που έχει γι’ αυτούς να επιτύχουν τη νομική αναγνώριση, η αδυναμία της Κυβέρνησης να αποδείξει ότι θα ήταν επιζήμιο για ένα παιδί να αναθρέφεται από ένα ομόφυλο ζευγάρι ή να έχει νομικώς δύο μητέρες ή δύο πατέρες, και κυρίως το γεγονός πως η Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι τα ομόφυλα ζευγάρια είναι εξίσου κατάλληλα με τα ετερόφυλα για την υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα– εγείρουν σοβαρές αμφιβολίες όσον αφορά την αναλογικότητα της απόλυτης απαγόρευσης της υιοθεσίας αυτού του τύπου για τα ομόφυλα ζευγάρια, που απορρέει από το άρθρο 182 § 2 του αστικού κώδικα. Ελλείψει άλλων ισχυρών και πειστικών λόγων που να συνηγορούν υπέρ μιας τέτοιας απόλυτης απαγόρευσης, οι ισχυρισμοί που παρουσιάστηκαν έως εδώ οδηγούν, αντιθέτως, στη σκέψη ότι τα δικαστήρια θα έπρεπε να έχουν τη δυνατότητα να εξετάζουν κάθε κατάσταση κατά περίπτωση. Κάτι τέτοιο άλλωστε φαίνεται ότι θα ήταν και σε μεγαλύτερο βαθμό σύμφωνο με το ανώτερο συμφέρον του παιδιού, έννοια κομβική στις σχετικές διεθνείς συμβάσεις (βλέπε ιδίως την παράγραφο 49 παραπάνω και την απόφαση E.B. κατά Γαλλίας, όπ. παραπάνω, § 95).
147. Για να δικαιολογήσει την επίδικη διαφορά μεταχείρισης, η Κυβέρνηση προβάλλει και ένα άλλο επιχείρημα. Βασιζόμενη στο άρθρο 8 της Σύμβασης, υποστηρίζει ότι τα Κράτη διαθέτουν ένα ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στον τομέα του δικαίου της υιοθεσίας, όπου η αναζήτηση μιας ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων όλων των εμπλεκόμενων ατόμων είναι, κατά την ίδια, ένα πολύ λεπτό εγχείρημα. Το περιθώριο αυτό είναι ακόμη μεγαλύτερο στην προκειμένη περίπτωση, καθώς το ζήτημα της υιοθεσίας από τον δεύτερο γονέα για τα ομόφυλα ζευγάρια δεν έχει κοινή αντιμετώπιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
148. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το εύρος του περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν τα Κράτη βάσει του άρθρου 8 της Σύμβασης εξαρτάται από έναν αριθμό παραγόντων. Όταν διακυβεύεται μια ιδιαίτερα σημαντική πλευρά της ζωής ή της ταυτότητας ενός ατόμου, το περιθώριο που έχει στη διάθεσή του το Κράτος είναι συνήθως στενό. Αντιθέτως, όταν δεν υπάρχει ομοφωνία στους κόλπους των Κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, είτε πρόκειται για τη σχετική σημασία του συμφέροντος που διακυβεύεται είτε για τους καλύτερους τρόπους προάσπισής του, ιδιαίτερα όταν η υπόθεση εγείρει λεπτά ηθικά ζητήματα, το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας είναι ευρύτερο (βλέπε, για πρόσφατα παραδείγματα, S. H. Και άλλοι κατά Αυστρίας, όπ. παραπάνω, § 94, και A, B και C κατά Ιρλανδίας [GC], no 25579/05, § 232, CEDH 2010- ). Εντούτοις, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, στην περίπτωση ισχυρισμού για διάκριση βασισμένη στο φύλο ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό που πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του άρθρου 14, το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας των Κρατών είναι στενό (παράγραφος 99 παραπάνω).
149. Εξάλλου, και για να απαντηθεί ο ισχυρισμός της Κυβέρνησης ότι δεν υπάρχει ευρωπαϊκή συναίνεση στο θέμα, πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο δεν καλείται να αποφανθεί επί του γενικού ζητήματος της πρόσβασης των ομοφυλοφίλων στην υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα, αλλά επί του ζητήματος της εικαζόμενης διαφοράς μεταχείρισης μεταξύ των ετερόφυλων άγαμων ζευγαριών και των ομόφυλων ζευγαριών στον τομέα αυτόν (παράγραφος 134 παραπάνω). Υπό αυτές τις συνθήκες, μόνο τα δέκα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης που επιτρέπουν την υιοθεσία από τον δεύτερο γονέα στα άγαμα ζευγάρια μπορούν να χρησιμεύσουν ως σημείο σύγκρισης. Έξι από αυτά αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο στο συγκεκριμένο θέμα τα ετερόφυλα και τα ομόφυλα ζευγάρια. Τέσσερα έχουν υιοθετήσει την ίδια θέση με την Αυστρία (βλέπε τα στοιχεία συγκριτικού δικαίου που παρατίθενται στην παράγραφο 57 παραπάνω). Το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι το μικρό μέγεθος του δείγματος δεν επιτρέπει να συναχθεί κανένα συμπέρασμα για μια ενδεχόμενη συναίνεση μεταξύ των Κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης.
150. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι ούτε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την υιοθεσία παιδιών του 2008 μπορεί να σταθεί χρήσιμη προς αυτήν την κατεύθυνση, πρώτον διότι δεν έχει κυρωθεί από την Αυστρία, και έπειτα επειδή είναι αμφίβολο εάν αντικατοπτρίζει μια τρέχουσα ομοφωνία μεταξύ των ευρωπαϊκών Κρατών, δεδομένου του πολύ μικρού αριθμού κυρώσεων που έχει λάβει έως τώρα. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 § 1 της εν λόγω Σύμβασης, τα Κράτη οφείλουν να επιτρέπουν την υιοθεσία από δύο άτομα του αντίθετου φύλου (που είναι σύζυγοι μεταξύ τους ή, εφόσον υπάρχει τέτοιος θεσμός, που έχουν συνάψει μεταξύ τους καταχωρισμένη συμβίωση) ή από ένα μόνο άτομο. Το άρθρο 7 § 2 ορίζει ότι τα Κράτη έχουν τη δυνατότητα να επεκτείνουν την ισχύ της σύμβασης αυτής στα ομόφυλα ζευγάρια, έγγαμα ή που έχουν συνάψει καταχωρισμένη συμβίωση, καθώς και στα «ετερόφυλα και ομόφυλα ζευγάρια που ζουν μαζί στο πλαίσιο σταθερής σχέσης». Δεν προκύπτει επομένως από τη διάταξη αυτή ότι τα Κράτη είναι ελεύθερα να αντιμετωπίζουν διαφορετικά τα ετερόφυλα ζευγάρια και τα ομόφυλα ζευγάρια που ζουν μαζί στο πλαίσιο σταθερής σχέσης. Φαίνεται ότι και η Σύσταση CM/Rec(2010)5 που εγκρίθηκε στις 31 Μαρτίου 2010 από την Επιτροπή Υπουργών κινείται στην ίδια κατεύθυνση, καθώς στην παράγραφο 23 καλεί τα Κράτη μέλη να εγγυηθούν την εφαρμογή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που παρέχονται στα άγαμα ζευγάρια, χωρίς καμία διάκριση, στα ζευγάρια του ιδίου φύλου και τα ζευγάρια του αντίθετου φύλου. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν η ερμηνεία του άρθρου 7 § 2 της Σύμβασης του 2008 οδηγούσε σε ένα διαφορετικό αποτέλεσμα, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι τα Κράτη παραμένουν υπεύθυνα βάσει της Σύμβασης για τις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει βάσει συνθηκών οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ σε μεταγενέστερο χρόνο από τη Σύμβαση (Al-Saadoon και Mufdhi κατά Ηνωμένου Βασιλείου, no 61498/08, § 128, CEDH 2010 (αποσπάσματα)).
151. Είναι εν γνώσει του Δικαστηρίου ότι η αναζήτηση μιας ισορροπίας μεταξύ της προάσπισης της παραδοσιακής οικογένειας και των δικαιωμάτων των σεξουαλικών μειονοτήτων τα οποία απορρέουν από τη Σύμβαση είναι ένα εγχείρημα από τη φύση του δύσκολο και λεπτό, και μπορεί να υποχρεώσει τα Κράτη να συμβιβάσουν αντίθετες απόψεις και συμφέροντα, που θεωρούνται από τα εμπλεκόμενα μέρη ότι είναι θεμελιωδώς αντικρουόμενα (Kozak, όπ. παραπάνω, § 99). Εντούτοις, με βάση τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η Κυβέρνηση δεν υπέβαλε ιδιαίτερα ισχυρούς και πειστικούς λόγους, ικανούς να δικαιολογήσουν ότι ο αποκλεισμός των ομόφυλων ζευγαριών από το πεδίο της υιοθεσίας από τον δεύτερο γονέα, η οποία επιτρέπεται στα ετερόφυλα άγαμα ζευγάρια, ήταν αναγκαίος για την προάσπιση της παραδοσιακής οικογένειας ή για την προστασία των συμφερόντων του παιδιού. Ως εκ τούτου, η διάκριση που γίνεται από το αυστριακό δίκαιο αντιβαίνει στη Σύμβαση.
152. Το Δικαστήριο επισημαίνει εκ νέου ότι δεν έχει κληθεί, στη συγκεκριμένη υπόθεση, να αποφανθεί εάν η αίτηση υιοθεσίας που κατατέθηκε από τους ενάγοντες έπρεπε ή όχι να έχει εγκριθεί. Η διαφορά που κλήθηκε να εξετάσει, αφορά το εάν οι ενδιαφερόμενοι υπήρξαν θύματα διάκρισης, εκ του γεγονότος ότι, καθώς η υιοθεσία που επιθυμούσαν προσέκρουε σε απόλυτο νομικό κώλυμα, τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν τη δυνατότητα να εξετάσουν συγκεκριμένα εάν αυτή εξυπηρετούσε ή όχι το συμφέρον του δεύτερου προσφεύγοντα. Το Δικαστήριο παραπέμπει σχετικά σε δύο πρόσφατες αποφάσεις, όπου κατέληξε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8, με το σκεπτικό ότι οι προσφεύγοντες, πατέρες παιδιών γεννημένων εκτός γάμου, δεν είχαν επιτύχει να εξεταστεί από τις εθνικές δικαστικές αρχές εάν το συμφέρον των παιδιών απαιτούσε την παραχώρηση της αποκλειστικής γονικής μέριμνας στον πατέρα ή την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας και από τους δύο γονείς (Zaunegger κατά Γερμανίας, no 22028/04, §§ 61-63, 3 Δεκεμβρίου 2009, και Sporer κατά Αυστρίας, no 35637/03, §§ 88-90, 3 Φεβρουαρίου 2011).
153. Συμπερασματικά, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 8, εφόσον συγκριθεί η κατάσταση των προσφευγόντων με ενός ετερόφυλου άγαμου ζευγαριού, το ένα μέλος του οποίου θα επιθυμούσε να υιοθετήσει το παιδί του άλλου.
II. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
154. Σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης,
«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της, και εάν το εθνικό δίκαιο του εμπλεκόμενου Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους επιτρέπει να γίνει μόνο μερική αποκατάσταση των συνεπειών της παραβίασης, το Δικαστήριο, εάν είναι αναγκαίο, χορηγεί δίκαιη ικανοποίηση στον παθόντα ένδικο.»
A. Αποζημίωση
155. Οι προσφεύγοντες απαιτούν έκαστος 50.000 EUR για την ηθική βλάβη που θεωρούν ότι υπέστησαν.
156. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν δικαιολογείται η καταβολή αποζημίωσης στους ενδιαφερομένους για ηθική βλάβη, κυρίως επειδή δεν παρεμποδίστηκαν να ζήσουν όπως επιθυμούσαν. Σε κάθε περίπτωση, τα ποσά που απαιτούν οι προσφεύγοντες δεν αντιστοιχούν στα ποσά που έχουν καταβληθεί σε ανάλογες περιπτώσεις.
157. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι οι προσφεύγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, που δεν αποκαθίσταται επαρκώς από τη διαπίστωση και μόνο ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8. Θεωρώντας, εξάλλου, ότι από την εν λόγω παραβίαση επηρεάστηκε στο σύνολό της η οικογένεια την οποία αποτελούν οι προσφεύγοντες, κρίνει σκόπιμο να τους επιδικάσει από κοινού το ποσό για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης. Κρίνοντας δίκαια και βασιζόμενο στο ποσό που επιδικάστηκε σε ανάλογη υπόθεση (E.B. κατά Γαλλίας, όπ. παραπάνω, § 102), το Δικαστήριο επιδικάζει από κοινού στους ενδιαφερομένους 10.000 EUR για ηθική βλάβη.
B. Δικαστικά έξοδα
158. Οι προσφεύγοντες απαιτούν 49.680,94 EUR συνολικά ως αποζημίωση για τα δικαστικά τους έξοδα, δηλαδή 6.156,59 EUR για τα έξοδα στα εθνικά δικαστήρια και 43.524,35 EUR για τα έξοδα στο Δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ.
159. Επισημαίνουν ότι τα έξοδα που προέκυψαν στο πλαίσιο της διαδικασίας η οποία ακολουθήθηκε ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου αφενός και των πολιτικών δικαστηρίων αφετέρου ανέρχονται αντίστοιχα σε 2.735,71 EUR και 3.420, 88 EUR. Υποστηρίζουν ότι η προσφυγή στο Συνταγματικό Δικαστήριο ήταν απαραίτητη, εξηγώντας ότι ακριβώς η απόφαση που εκδόθηκε από το συγκεκριμένο δικαστήριο τους επέτρεψε να βεβαιωθούν ότι η κατάθεση αίτησης έγκρισης της σύμβασης υιοθεσίας ενώπιον των δικαστηρίων δεν θα οδηγούσε στην απώλεια των γονικών δικαιωμάτων της τρίτης προσφεύγουσας.
160. Σημειώνουν ότι τα έξοδα που απαιτήθηκαν για τις ανάγκες της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου περιλαμβάνουν τα έξοδα μετακίνησης και διαμονής που πραγματοποίησε ο δικηγόρος τους, προκειμένου να παραστεί στην ακροαματική διαδικασία που διενεργήθηκε από το πρώτο τμήμα, δηλαδή 889,08 EUR, και κατόπιν στην ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, δηλαδή 913,22 EUR, στα οποία θα πρέπει σύμφωνα με τους ίδιους να προστεθεί και αποζημίωση ύψους 1.832,30 EUR για την κάλυψη των διαφυγόντων κερδών του δικηγόρου τους λόγω των μετακινήσεών του και της παρουσίας του στο Στρασβούργο, προκειμένου να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Επισημαίνουν ότι το υπόλοιπο του ποσού που απαιτούν να τους καταβληθεί αντιστοιχεί στην αμοιβή του δικηγόρου τους. Θεωρούν ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης δεν συνιστά απλή επανάληψη της διαδικασίας ενώπιον του πρώτου τμήματος, καθώς το Δικαστήριο έθεσε συμπληρωματικές ερωτήσεις στους αντιδίκους, και ορισμένες από τις παρατηρήσεις των τρίτων που παρενέβησαν χρειάστηκε να αναλυθούν προτού γίνει αναφορά σε αυτές κατά την ακροαματική διαδικασία.
161. Η Κυβέρνηση εκτιμά ότι τα δικαστικά έξοδα που πραγματοποιήθηκαν για τις ανάγκες της διαδικασίας ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν ήταν αναγκαία. Υποστηρίζει σχετικά με αυτό ότι, σύμφωνα με τη νομολογία της συγκεκριμένης δικαστικής αρχής αναφορικά με το άρθρο 140 του Ομοσπονδιακού Συντάγματος, ένας διάδικος μπορεί να προσφύγει απευθείας στο Συνταγματικό Δικαστήριο μόνο εάν η παραβίαση την οποία καταγγέλλει είναι αποτέλεσμα της άμεσης εφαρμογής του νόμου, και ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι προσφεύγοντες είχαν τη δυνατότητα να αποταθούν στα πολιτικά δικαστήρια.
162. Όσον αφορά τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στο Στρασβούργο, η Κυβέρνηση θεωρεί ότι τα έξοδα που αιτείται να καταβληθούν είναι στο σύνολό τους υπερβολικά. Θεωρεί εξάλλου ότι οι προσφεύγοντες μπορούσαν σε μεγάλο βαθμό να βασιστούν σε επιχειρήματα που είχαν ήδη χρησιμοποιήσει στο πλαίσιο της διαδικασίας στα εθνικά δικαστήρια, και, ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, στις παρατηρήσεις που είχαν υποβάλει στο πρώτο τμήμα.
163. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένας προσφεύγων μπορεί να επιτύχει την αποζημίωση για τα δικαστικά του έξοδα μόνο στον βαθμό που αποδεικνύει ότι ήταν πραγματικά, αναγκαία, και λογικού ύψους. Όσον αφορά την εθνική δικαστική διαδικασία, το Δικαστήριο θεωρεί ότι τα έξοδα που έγιναν για τις ανάγκες της διαδικασίας ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν ήταν αναγκαία, επισημαίνοντας συγκεκριμένα ότι η προσφυγή των ενδιαφερομένων δεν έγινε δεκτή από την εν λόγω δικαστική αρχή. Κατά συνέπεια, μόνο τα έξοδα που αφορούν τη διαδικασία που ακολουθήθηκε ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, δηλαδή 3.420,88 EUR, μπορούν να καταβληθούν ως αποζημίωση στους προσφεύγοντες. Όσο για τα έξοδα που έγιναν στο πλαίσιο της διαδικασίας η οποία ακολουθήθηκε στο Στρασβούργο, το Δικαστήριο εκτιμά, με βάση τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του και τα προαναφερθέντα κριτήρια, ότι πρέπει να καταβληθούν 25.000 EUR στους ενδιαφερομένους. Συνολικά, το Δικαστήριο επιδικάζει επομένως 28.420,88 EUR στους προσφεύγοντες για δικαστικά έξοδα.
Γ. Τόκοι υπερημερίας
164. Το Δικαστήριο κρίνει ορθό να ορίσει τον δείκτη των τόκων υπερημερίας με βάση το επιτόκιο της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
1. Κηρύσσει, ομοφώνως, παραδεκτή την προσφυγή·
2. Αποφασίζει, ομοφώνως, ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 8, συγκρίνοντας την κατάσταση των προσφευγόντων με ενός έγγαμου ζευγαριού, το ένα μέλος του οποίου θα επιθυμούσε να υιοθετήσει το παιδί του άλλου·
3. Αποφασίζει, με δέκα ψήφους έναντι επτά, ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 8, συγκρίνοντας την κατάσταση των προσφευγόντων με ενός ετερόφυλου άγαμου ζευγαριού, το ένα μέλος του οποίου θα επιθυμούσε να υιοθετήσει το παιδί του άλλου·
4. Αποφασίζει, με έντεκα ψήφους έναντι έξι,
α) ότι το εναγόμενο Κράτος οφείλει να καταβάλει, εντός τριών μηνών, τα ακόλουθα ποσά:
i) 10.000 EUR (δέκα χιλιάδες ευρώ) από κοινού στους προσφεύγοντες, συν όποιο ποσό μπορεί να απαιτηθεί από αυτούς ως φόρος, για ηθική βλάβη·
ii) 28.420,88 EUR (είκοσι οκτώ χιλιάδες τετρακόσια είκοσι ευρώ και ογδόντα οκτώ λεπτά) στους προσφεύγοντες, συν όποιο ποσό μπορεί να απαιτηθεί από αυτούς ως φόρος, για δικαστικά έξοδα·
β) ότι από την εκπνοή της προαναφερθείσας προθεσμίας και μέχρι την καταβολή τους, στα ποσά αυτά θα προστίθεται τόκος υπερημερίας ίσος με τον ισχύοντα την περίοδο εκείνη δείκτη της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες·
5. Απορρίπτει, ομοφώνως, το επιπλέον αίτημα για δίκαιη ικανοποίηση.
Συντάχθηκε στη γαλλική και την αγγλική γλώσσα, εκφωνήθηκε σε δημόσια ακρόαση στο Μέγαρο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο Στρασβούργο, στις 19 Φεβρουαρίου 2013, σε εφαρμογή του άρθρου 77 §§ 2 και 3 του κανονισμού.
Johan CallewaertDean Spielmann
Αναπληρωτής ΓραμματέαςΠροεδρεύων
Στην παρούσα απόφαση επισυνάπτονται, σύμφωνα με τα άρθρα 45 § 2 της Σύμβασης και 74 § 2 του κανονισμού:
– η σύμφωνη γνώμη του δικαστή Spielmann·
– η κοινή μερικώς αποκλίνουσα γνώμη των δικαστών Casadevall, Ziemele, Kovler, Jočienė, Šikuta, de Gaetano και Σισιλιάνου.
D.S.
J.C.
© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013.
Οι επίσημες γλώσσες του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι η αγγλική και η γαλλική. Η παρούσα μετάφραση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, το οποίο δεν φέρει καμία ευθύνη για την ποιότητά της. Η μετάφραση είναι διαθέσιμη στη βάση νομολογίας HUDOC του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων () και σε κάθε άλλη βάση δεδομένων όπου έχει κοινοποιηθεί από το Δικαστήριο. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή της για μη εμπορικούς σκοπούς, με τον όρο να παρατίθεται ο πλήρης τίτλος της υπόθεσης και η παραπάνω ένδειξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Όποιος τυχόν επιθυμεί να χρησιμοποιήσει ολόκληρη ή μέρος της παρούσας μετάφρασης για εμπορικούς σκοπούς, καλείται να επικοινωνήσει με τη διεύθυνση: publishing@.
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013.
The official languages of the European Court of Human Rights are English and French. This translation does not bind the Court, nor does the Court take any responsibility for the quality thereof. It may be downloaded from the HUDOC case-law database of the European Court of Human Rights () or from any other database with which the Court has shared it. It may be reproduced for non-commercial purposes on condition that the full title of the case is cited, together with the above copyright indication. If it is intended to use any part of this translation for commercial purposes, please contact publishing@.
© Conseil de l’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013.
Les langues officielles de la Cour européenne des droits de l’homme sont le français et l’anglais. La présente traduction ne lie pas la Cour, et celle-ci décline toute responsabilité quant à sa qualité. Elle peut être téléchargée à partir de HUDOC, la base de jurisprudence de la Cour européenne des droits de l’homme (), ou de toute autre base de données à laquelle HUDOC l’a communiquée. Elle peut être reproduite à des fins non commerciales, sous réserve que le titre de l’affaire soit cité en entier et s’accompagne de l’indication de copyright ci-dessus. Toute personne souhaitant se servir de tout ou partie de la présente traduction à des fins commerciales est invitée à le signaler à l’adresse suivante : publishing@.
Full & Egal Universal Law Academy