Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ Κ. Z. κατά ΕΛΛΑΔΑΣ
(Προσφυγές αριθ. 32247/10)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
19 Ιουνίου 2014
Η απόφαση αυτή είναι οριστική. Μπορεί να υποστεί τυπικές μικροαλλαγές
Στην υπόθεση Ζ. κατά Ελλάδας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (πρώτο τμήμα), συνεδριάζοντας σε Επιτροπή, η σύνθεση της οποίας έχει ως εξής:
Mirjana Lazarova Trajkovska, πρόεδρος
Paulo Pinto de Albuquerque,
Λίνος-Αλέξανδρος Σισιλιάνος, δικαστές,
και André Wampach, αναπληρωτής γραμματέας τμήματος,
Αφού διασκέφθηκε σε δικαστικό συμβούλιο στις 27 Μαΐου 2014,
Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, η οποία ελήφθη την ημερομηνία αυτή.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση έχει εισαχθεί με μία προσφυγή (αριθ. 32247/10) στρεφόμενη κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, με την οποία μία υπηκόος του Κράτους αυτού προσέφυγε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 10 Μαΐου 2010 δυνάμει του άρθρου 34 της Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση»).
2. Η προσφεύγουσα εκπροσωπείται από τον κύριο Γ. Νικόπουλο, δικηγόρο του συλλόγου της Θεσσαλονίκης. Η Ελληνική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπείται από την απεσταλμένη του αντιπροσώπου της, κυρία Μ. Γερμάνη, δικαστική αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
3. Στις 8 Σεπτεμβρίου 2011, η προσφυγή κοινοποιήθηκαν στην Κυβέρνηση.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Α. Οι συνθήκες της υπόθεσης
4. Η προσφεύγουσα γεννήθηκε το 1944 και κατοικεί στην Θεσσαλονίκη. Είναι κυρία ενός οικοπέδου που βρίσκεται στην περιοχή του Έβρου.
5. Στις 12 Μαρτίου 2001, η προσφεύγουσα κατέθεσε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αίτηση ακυρώσεως μιας διοικητικής πρτάξης με την οποία ένα τμήμα της ιδιοκτησίας της κηρύχθηκε τμήμα της παραλίας. Στις 13 Οκτωβρίου 2006, συμπλήρωσε την αίτησή της με δικόγραφο προσθέτων λόγων.
6. Μετά από πολλές αναβολές της υπόθεσης μεταξύ του 2002 και του 2007, και ειδικότερα στις 13 Σεπτεμβρίου 2006 και στις 6 Ιουνίου 2007, η συζλητηση έλαβε χώρα στις 27 Σεπτεμβρίου 2007.
7. Την 1η Απριλίου 2009, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκανε δεκτή την αίτηση και ακύρωσε την προσβληθείσα πράξη (απόφαση αριθ. 1159/2009). Η απόφαση αυτή καθαρογράφηκε και θεωρήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2009.
Β. Το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο
Ο νόμος 4055/2012
8. Ο νόμος 4055/2012 που φέρει τον τίτλο «δίκαιη δίκη και εύλογης διάρκεια» τέθηκε σε ισχύ στις 2 Απριλίου 2012. Τα άρθρα 53 έως 58 του πιο πάνω νόμου εισάγουν μία νέα αίτηση αποζημίωσης που αποβλέπει στην επιδίκαση δίκαιης ικανοποίησης εξαιτίας της αδικαιολόγητης παράτασης μιας διοικητικής διαδικασίας. Το άρθρο 55 § 1 ορίζει:
«Η αίτηση ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου που εκδόθηκε μετά από δίκη για την οποία ο αιτών παραπονείται ότι υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειάς της (...)».
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Ι. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
9. Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι διάρκεια της διαδικασίας παραγνώρισε την αρχή της «λογικής προθεσμίας», όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, το οποίο έχει ως εξής:
«1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή .... (...) εντός λογικής προθεσμίας υπό (...) δικαστηρίου (...), το οποίον θα αποφασίση (...) επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως (...)»
Α. Επί του παραδεκτού
10. Η Κυβέρνηση προβάλλει την μη τήρηση της προθεσμίας των έξι μηνών, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι η προσφυγή εισήχθη την 1η Ιουνίου 2010, ημερομηνία η οποία η οποία αναγράφεται στην σφραγίδα της απόδειξης παραλαβής που έχει τεθεί από την γραμματεία του Δικαστηρίου, ήτοι περισσότερο από έξι μήνες μετά την καθαρογραφή της απόφασης αριθ. 1159/2009 του Συμβουλίου της Επικρατείας.
11. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του κατά την ημερομηνία κατάθεσης της παρούσας προσφυγής, αν δεν υπάρχουν συνθήκες που να δικαιολογούν διαφορετική απόφαση, η ημερομηνία που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό του χρόνου κατά τον οποίο επιλήφθηκε το Δικαστήριο με την έννοια του άρθρου 34 της Σύμβασης, ήταν η ημερομηνία της κοινοποίησης της πρώτης επιστολής του προσφεύγοντος με την οποία εκτίθεται – έστω και περιληπτικά – το αντικείμενο των αιτιάσεων που επιθυμούσε να προβάλει (άρθρο 48 § 5 του κανονισμού του Δικαστηρίου – βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Richard Roy Allan κατά Ηνωμένου Βασιλείου (déc.), αριθ. 48539/99, 28 Αυγούστου 2001), και όχι η ημερομηνία η οποία αναγράφεται στην σφραγίδα της απόδειξης παραλαβής που έχει τεθεί από την γραμματεία του Δικαστηρίου (Korkmaz κατά Τουρκίας (déc.), αριθ. 42589/98, 5 Σεπτεμβρίου 2002).
12. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η απόφαση αριθ. 1159/2009 του Συμβουλίου της Επικρατείας, τελεσίδικη εθνική απόφαση με την έννοια του άρθρου 35 § 1 της Σύμβασης, καθαρογράφηκε και θεωρήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2009, ημερομηνία μετά την οποία η προσφεύγουσα μπορούσε να λάβει αντίγραφό της. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η σφραγίδα του ταχυδρομείου που έχει τεθεί πάνω στον φάκελο που περιήχε το έντυπο της προσφυγής φέρει την ημερομηνία της 10 Μαΐου 2010 και η σφραγίδα της απόδειξης παραλαβής την ημερομηνία της 1ης Ιουνίου 2010. Έπεται ότι η προσφυγή, η οποία κατατέθηκε στις 10 Μαΐου 2010, δεν είναι εκπρόθεσμη. Συνεπώς, η ένσταση της Κυβέρνησης πρέπει να απορριφθεί.
13. Το Δικαστήριο διαπιστώνει, επίσης, ότι η προσφυγή δεν είναι προδήλως αβάσιμη με την έννοια του άρθρου 35 § 3 της Σύμβασης. Σημειώνει εξάλλου ότι αυτή δεν προσκρούει σε οποιονδήποτε λόγο απαραδέκτου. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί παραδεκτή.
Β. Επί της ουσίας
1. Περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη
14. Η περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη άρχισε στις 12 Μαρτίου 2001, με την κατάθεση της αίτησης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και έληξε στις 11 Νοεμβρίου 2009, ημερομηνίες κατά την οποία η απόφαση αριθ. 1159/2009 καθαρογράφηκε και θεωρήθηκε. Επομένως, διήρκεσε οκτώ χρόνια και οκτώ για έναν βαθμό δικαιοδοσίας.
2. Εύλογος χαρακτήρας της διαδικασίας
15. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα είναι υπεύθυνη για καθυστερήσεις κατά την διεξαγωγή της διαδικασίας. Ειδικότερα, επικαλείται το γεγονός ότι η προσφεύγουσα κατέθεσε ένα δικόγραφο προσθέτων λόγων ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας στις 13 Οκτωβρίου 2006, ήτοι περισσότερο από πέντε χρόνια μετά τις 12 Μαρτίου 2001, ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης ακυρώσεώς της ενώπιον του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου. Εξάλλου, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ο δικηγόρος της προσφεύγουσας ζήτησε την αναβολή της συζήτησης δύο φορές, ήτοι στις 13 Σεπτεμβρίου 2006 και στις 6 Ιουνίου 2007.
16. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας εκτιμάται σύμφωνα με τις συνθήκες της υπόθεσης και λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων που έχουν καθιερωθεί από την νομολογία του και ειδικότερα της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, της συμπεριφοράς του προσφεύγοντος και εκείνης των αρμοδίων αρχών, καθώς και του διακυβεύματος της διαφοράς για τους ενδιαφερόμενους (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Βασίλειος Αθανασίου και λοιποί κατά Ελλάδας, αριθ. 50973/08, 21 Δεκεμβρίου 2010).
17. Το Δικαστήριο έχει χειριστεί πολλές φορές υποθέσεις που θέτουν ζητήματα παρόμοια με αυτά της προκείμενης υπόθεσης και έχει διαπιστώσει την παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης (βλέπε την προαναφερόμενη απόφαση Βασίλειος Αθανασίου και λοιποί).
18. Σημειώνει ότι το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της 12 Μαρτίου 2001 και της 13 Οκτωβρίου 2006 δεν μπορεί να καταλογιστεί στην προσφεύγουσα. Πράγματι, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τίποτε δεν εμπόδιζε το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο να εξετάσει την υπόθεση χωρίς να περιμένει την κατάθεση του εν λόγω δικογράφου. Σε ό,τι αφορά τις δύο προαναφερθείσες αναβολές της υπόθεσης, κρίνει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτές μπορούν να καταλογιστούν στην προσφεύγουσα, παραμένει γεγονός λότι, ακόμη και αν τις αφαιρέσουμε από την συνοική διάρκεια της διαδικασίας, το υπόλοιπο χρονικό διάστημα παραμένει υπερβολικό. Λαμβανομένης υπόψη της σχετικής νομολογίας του, κρίνει ότι εν προκειμένω η διάρκεια της επίδικης διαδικασίας ήταν υπερβολική και δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση της «λογικής προθεσμίας».
19. Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1.
ΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
20. Η προσφεύγουσα παραπονείται επίσης για το γεγονός ότι δεν υφίσταται στην Ελλάδα κάποια πραγματική προσφυγή για να παραπονεθεί για την υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας. Επικαλείται το άρθρο 13 της Σύμβασης, το οποίο έχει ως εξής:
«Παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη (...) Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των.»
Α. Επί του παραδεκτού
21. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι προδήλως αβάσιμη με την έννοια του άρθρου 35 § 3 της Σύμβασης. Σημειώνει εξάλλου ότι αυτή δεν προσκρούει σε οποιονδήποτε λόγο απαραδέκτου. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί παραδεκτή.
Β. Επί της ουσίας
22. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 13 εγγυάται μία πραγματική προσφυγή ενώπιον μιας εθνικής αρχής η οποία επιτρέπει να παραπονεθεί κανείς κατά της αθέτησης της επιβαλλόμενης από το άρθρο 6 § 1 υποχρέωσης να εκδικάζονται οι υποθέσεις εντός λογικής προθεσμίας (βλέπε Kudla κατά Πολωνίας [GC], αριθ. 30210/96, § 156, CEDH 2000-XI).
23. Εξάλλου, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι η ελληνική έννομη τάξη δεν προσέφερε στους ενδιαφερόμενους μία πραγματική προσφυγή με την έννοια του άρθρου 13 της Σύμβασης που να τους επιτρέπει να παραπονεθούν για την διάρκεια μιας διαδικασίας (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, την προαναφερόμενη απόφαση Βασίλειος Αθανασίου και λοιποί, §§ 33-35).
24. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι στις 12 Μαρτίου 2014 δημοσιεύθηκε ο νόμος 4055/2012, ο οποίος αναφέρεται στο δίκαιο και στην εύλογη διάρκεια της δικαστικήγς διαδικασίας και ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 2 Απριλίου 2012. Δυνάμει των άρθρων 53 επ. του πιο πάνω αναφερομένου νόμου, θεσπίστηκε μία νέα προσφυγή που επιτρέπει στους ενδιαφερόμενους να παραπονεθούν για την διάρκεια κάθε βαθμού δικαιοδοσίας μιας διοικητικής διαδικασίας μέσα σε μία προθεσμία έξι μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της σχετικής απόφασης (βλέπε πιο πάνω παράγραφο 9). Εν τούτοις, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο νόμος αυτός δεν έχει αναδρομική ισχύ. Κατά συνέπεια, αυτός δεν προβλέπει μία τέτοια προσφυγή για υποθέσεις που έχουν ήδη λήξει έξι μήνες πριν από την έναρξη ισχύος του.
25. Εν προκειμένω, η απόφαση αριθ. 1159/2009 του Συμβουλίου της Επικρατείας δημοσιεύθηκε την 1η Απριλίου 2009, ήτοι περισσότερο από έξι μήνες πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου 4055/2012. Συνεπώς, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να ασκήσει την εν λόγω προσφυγή. Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, το Δικαστήριο εκτιμά ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης, εξαιτίας της απουσίας στο εθνικό δίκαιο, την εποχή των γεγονότων, μιας προσφυγής που θα είχε επιτρέψει στην προσφεύγουσα να επιτύχει την κύρωση του δικαιώματός της να εκδικαστεί η υπόθεσή της μέσα σε λογική προθεσμία, με την έννοια του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.
III. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΑΡΙΘ. 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
26. Επικαλούμενη το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, η προσφεύγουσα παραπονείται για μια παραβίαση του δικαιώματός της για σεβασμό της περιουσίας της, εξαιτίας της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας.
27. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του, ο αρνητικός περιουσιακός αντίκτυπος που ενδεχομένως προκαλείται από την υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας αναλύεται ως η συνέπεια της παραβίασης του εγγυημένου από το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης δικαιώματος και δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη παρά μόνον για την δίκαιη ικανοποίηση που η ενδιαφερομένη θα μπορούσε τυχόν να λάβει συνεπεία της διαπίστωσης της παραβίασης αυτής (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Μιχαηλίδου και λοιποί κατά Ελλάδας, αριθ. 21091/07, § 12, 12 Μαρτίου 2009).
28. Εν προκειμένω, υπενθυμίζοντας το συμπέρασμά του σχετικά με το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης (βλέπε πιο πάνω παράγραφο 20), το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι αυτό το τμήμα της προσφυγής είναι προδήλως αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί κατ’εφαρμογήν του άρθρου 35 §§ 3 και 4 της Σύμβασης.
IV. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
29. Σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης,
«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και εάν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλομένου Μέρους επιτρέπει την ατελή μόνον επανόρθωση των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο επιδικάζει στον ζημιωθέντα διάδικο, εφόσον συντρέχει λόγος, μία δίκαιη ικανοποίηση.»
Α. Ζημία
30. Η προσφεύγουσα αξιώνει 20.000 ευρώ (EUR) για την ηθική βλάβη που υποστηρίζει ότι υπέστη.
31. Η Κυβέρνηση αμφισβητεί τις αξιώσεις αυτές.
32. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι συντρέχει λόγος επιδίκασης 6.500 EUR στην προσφεύγουσα για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη, πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται για τον φόρο.
Β. Έξοδα και δικαστική δαπάνη
33. Η προσφεύγουσα αξιώνει επίσης, επικαλούμενη σχετικό τιμολόγιο, 1.000 EUR για τα έξοδα και την δικαστική δαπάνη στα οποία υποβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
34. Η Κυβέρνηση δεν λαμβάνει θέση ως προς το ζήτημα αυτό.
35. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η επιδίκαση εξόδων και δικαστικής δαπάνης στην βάση του άρθρου 41 προϋποθέτει την απόδειξη του πραγματικού, του αναγκαίου και, επιπλέον, του εύλογου χαρακτήρα του ύψους τους (Ιατρίδης κατά Ελλάδας (δίκαιη ικανοποίηση) [GC], αριθ. 31107/96, § 54, CEDH 2000-XI).
36. Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που έχει στην διάθεσή του και των πιο πάνω αναφερομένων κριτηρίων, το Δικαστήριο εκτιμά εύλογο να επιδικάσει στην προσφεύγουσα 500 EUR για την αιτία αυτή, πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται από την ίδια για τον φόρο.
Γ. Τόκοι υπερημερίας
37. Το Δικαστήριο κρίνει προσήκον να βασίσει το επιτόκιο των τόκων υπερημερίας στο επιτόκιο διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΑ,
1. Κηρύσσει την προσφυγή παραδεκτή, ως προς τις αιτιάσεις τις ελκόμενες από την υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας και την απουσία εθνικής πραγματρικής προσφυγής προς τούτο, και απαράδεκτη κατά τα λοιπά.
2. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.
3. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης.
4. Αποφαίνεται ότι
α) το εναγόμενο Κράτος οφείλει να καταβάλει στην προσφεύγουσα, εντός τριών μηνών, τα ακόλουθα ποσά:
i) 6.500 EUR (έξι χιλιάδες πεντακόσια ευρώ), πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται για τον φόρο, για ηθική βλάβη,
ii) 500 EUR (πεντακόσια ευρώ), πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται για τον φόρο, για έξοδα και δικαστική δαπάνη,
β) από τη λήξη της προθεσμίας αυτής και μέχρι την καταβολή, τα ποσά αυτά θα προσαυξάνονται με τόκους υπολογιζόμενους με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο θα ισχύει κατά την εν λόγω περίοδο, προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.
5. Απορρίπτει το αίτημα δίκαιης ικανοποίησης κατά τα λοιπά.
Συντάχθηκε στη γαλλική γλώσσα και στη συνέχεια κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 19 Ιουνίου 2014 κατ’εφαρμογήν του άρθρου 77 §§ 2 και 3 του κανονισμού.
(υπογραφή)(υπογραφή)
André WampachMirjana Lazarova Trajkovska
Αναπληρωτής ΓραμματέαςΠρόεδρος
Full & Egal Universal Law Academy