ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 14ης Νοεμβρίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι οικασνές,
1.
Η σχετική με τις ποσοστώσεις γάλακτος κοινοτική νομοθεσία έχει αποτελέσει την αιτία αρκετών δικών ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά, συχνά, τον προσδιορισμό του έτους αναφοράς και τις δυνατότητες παρεκκλίσεων που προβλέπονται εν προκειμένω υπέρ των παραγωγών. Μια τέτοια ακριβώς δυσχέρεια θέτει και η υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
2.
Οι ολλανδικές αρχές όρισαν, για την περίοδο 1981-1983 ως έτος αναφοράς το 1983, ενώ οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης ζητούν να ληφθεί υπόψη ως τέτοιο έτος, το 1982, επικαλούμενοι προς τούτο το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84 ( 1 ), ήδη κανονισμού 1546/88, του οποίου ζητείται, εν προκειμένω, η ερμηνεία. Η διάταξη αυτή επιτρέπει στους παραγωγούς να επιλέγουν άλλο έτος αναφοράς, εντός της περιόδου 1981-1983, όταν « η απαλλοτρίωση σημαντικού μέρους της χρησιμοποιούμενης γεωργικής εκμετάλλευσης του παραγωγού (έχει) προκαλέσει προσωρινή μείωση της κτηνοτροφικής έκτασης της εκμετάλλευσης ».
3.
Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης, οι οποίοι εκμεταλλεύονται έκταση 19 περίπου εκταρίων, παραχώρησαν στη NV Nederlandse Gasunie το δικαίωμα εγκαταστάσεως, χρήσεως και συντηρήσεως ενός αγωγού αερίου επί και υπό την επιφάνεια του εδάφους της εκμεταλλεύσεως τους. Για την παραχώρηση αυτή έλαβαν αποζημίωση. Η NV Nederlandse Gasunie χρησιμοποίησε, κατά την περίοδο μεταξύ Απριλίου 1983 και Οκτωβρίου 1984, 7 περίπου εκτάρια καλλιεργήσιμης εκτάσεως.
4.
Με βασιλικό διάταγμα του 1963, χορηγήθηκε άδεια για την εγκατάσταση και συντήρηση αυτού του αγωγού αερίου, το σχετικό με τον οποίο δημόσιο συμφέρον διαπιστώθηκε με βασιλικό διάταγμα του 1964 εκδοθέν βάσει του « Belemmeringenwet Privaatrecht ». Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, ο νόμος αυτός επιβάλλει στον ιδιοκτήτη την υποχρέωση να ανέχεται την κατασκευή ορισμένων έργων στο ακίνητο του παρέχοντας του δικαίωμα προς αποζημίωση. Το άρθρο 2 του εν λόγω νόμου προβλέπει τη δυνατότητα συνάψεως συμφωνίας όσον αφορά το σχετικό ακίνητο, προκειμένου να αποφευχθεί η επιβολή της υποχρεώσεως ανοχής των έργων. Προφανώς, η σύμβαση που συνήφθη μεταξύ του λαβόντος τη σχετική άδεια και των προσφευγόντων εμπίπτει στην τελευταία αυτή κατηγορία.
5.
Κατά τις ολλανδικές αρχές, η κατάσταση των προσφευγόντων της κύριας δίκης δεν τους επιτρέπει να υπαχθούν στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 3 του κανονισμού 1371/84, διότι η χρησιμοποίηση ενός αγρού για την εγκατάσταση αγωγού αερίου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απαλλοτρίωση σημαντικού μέρους της γεωργικής εκτάσεως της εκμεταλλεύσεως ενός παραγωγού κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου.
6.
Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ' ουσίαν, να διασαφηνιστεί αν στις διατάξεις του άρθρου 3 του κανονισμού 1371/84 εμπίπτει και η περίπτωση κατά την οποία ο ιδιοκτήτης γεωργικής εκμεταλλεύσεως συνάπτει συμφωνία του είδους που αναφέρεται στο άρθρο 2 του « Belemmeringenwet Privaatrecht », συμφωνία που έχει ως αποτέλεσμα την προσωρινή απώλεια της δυνατότητας χρήσεως σημαντικού μέρους της χρησιμοποιούμενης γεωργικής εκτάσεως της εκμεταλλεύσεως και προσωρινή μείωση της σχετικής κτηνοτροφικής εκτάσεως, αποτέλεσμα το οποίο θα επήρχετο και στην περίπτωση που θα του είχε υποβληθεί η εν λόγω υποχρέωση.
7.
Προσωπικώς, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής κατά την οποία το ερώτημα αυτό γεννά δυο διαδοχικές δυσχέρειες.
8.
Η πρώτη αφορά το ζήτημα αν η έννοια της απαλλοτριώσεως πρέπει να ερμηνευθεί ως καλύπτουσα και την επιβολή υποχρεώσεως ανοχής κατά την έννοια της ολλανδικής νομοθεσίας.
9.
Θα ήθελα, καταρχάς, να παρατηρήσω ότι ο λόγος υπάρξεως της επίμαχης διατάξεως είναι η προστασία του παραγωγού από το εξαιρετικό γεγονός που αποτελεί η παρέμβαση της δημοσίας αρχής στον χώρο των προνομιών του ιδιοκτήτη. Σε περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο στερηθεί της δυνατότητας εκμεταλλεύσεως της κτηνοτροφικής του εκτάσεως λόγω ενεργειών της δημοσίας αρχής, το γεγονός αυτό πρέπει να έχει ως συνέπεια την παροχή στο πρόσωπο αυτό της δυνατότητας να επιλέξει έτος αναφοράς διαφορετικό από αυτό κατά το οποίο συντελέστηκε η απαλλοτρίωση.
10.
Συναφώς, τίποτα δεν επιτρέπει τη διάκριση μεταξύ της απαλλοτριώσεως stricto sensu και της υποχρεώσεως ανοχής, έστω και προσωρινής, που προβλέπεται από την ολλανδική νομοθεσία. Προκειμένου για έναν παραγωγό, και τα δύο ενδεχόμενα έχουν τις ίδιες ακριβώς συνέπειες: ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί να παραγάγει χορτονομή στην αποτελέσασα το αντικείμενο της σχετικής επιβαρύνσεως έκταση.
11.
Κατά τα λοιπά, όπως επισημαίνει και η Επιτροπή, ο περιορισμός της δυνατότητας ορισμού άλλου έτους μόνο στις περιπτώσεις της stricto sensu απαλλοτριώσεως θα είχε ως συνέπεια την εισαγωγή διακρίσεως σε βάρος των παραγωγών των οποίων το δικαίωμα κυριότητας υπέστη άλλου είδους περιορισμό, ενώ και οι δυό περιπτώσεις είναι καταφανώς όμοιες ως προς τη συγκεκριμένη κατάσταση των ιδιοκτητών κατά το σχετικό έτος.
12.
Τέλος, είναι άνευ σημασίας το επιχείρημα της Ολλανδικής Κυβερνήσεως ότι, ληφθέντος υπόψη ότι το δικαίωμα αποζημιώσεως επιτρέπει στον παραγωγό να διατηρήσει το επίπεδο παραγωγής του, ουδείς λόγος συντρέχει ώστε να επιτρέπεται στον ενδιαφερόμενο να επιλέγει άλλο έτος αναφοράς. Αρκεί να αναγνωριστεί εν προκειμένω ότι η αρχή της αποζημιώσεως σε περίπτωση απαλλοτριώσεως προβλέπεται πάντοτε και σε όλες τις εθνικές νομοθεσίες. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αποζημίωση για την υποχρέωση ανοχής δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό του οικείου παραγωγού από το ευεργέτημα της επίμαχης ρυθμίσεως εφόσον και η stricto sensu απαλλοτρίωση, περί της οποίας αναμφισβήτητα γίνεται μνεία στο σχετικό κείμενο, προϋποθέτει ακριβώς αποζημίωση.
13.
Η δεύτερη δυσχέρεια ωθεί το Δικαστήριο στο να διασαφηνίσει αν στις διατάξεις της προς εξέταση ρυθμίσεως εμπίπτει και η κατάσταση κατά την οποία μεταξύ του λαβόντος τη σχετική άδεια και του ιδιοκτήτη συνάπτεται συμφωνία βάσει της οποίας καθορίζονται οι λεπτομέρειες χρήσεως μιας γεωργικής εκτάσεως προκειμένου να αποφευχθεί όπως κάτι τέτοιο επιβληθεί από την αρμόδια αρχή.
14.
Η απάντηση που προτείνω όσον αφορά το ζήτημα αυτό είναι σαφώς καταφατική. Πράγματι, η ίδια η αρχή της παραχωρήσεως της άδειας χρήσεως ορισμένης γεωργικής εκτάσεως απορρέει από μονομερή απόφαση της δημοσίας αρχής, απόφαση που επιβάλλεται στον ιδιώτη ιδιοκτήτη. Έτσι, ο τελευταίος βλέπει να περιορίζεται η έκταση των προνομίων του επ' ονόματι του δημοσίου συμφέροντος. Κατ' ουδένα τρόπο μπορεί να θεωρηθεί ότι η βούληση του παίζει οποιονδήποτε ρόλο όσον αφορά τα aína του περιορισμού αυτού του δικαιώματος του κυριότητας, που μπορεί άλλωστε, ελλείψει συμφωνίας, να του επιβληθεί. Είτε ο εν λόγω ιδιοκτήτης επιλέγει μεταγενέστερα την οδό της συμφωνίας με τον λαβόντα την άδεια προκειμένου να καθοριστούν οι αφορώσες τη σχετική παραχώρηση λεπτομέρειες είτε οι λεπτομέρειες αυτές καθορίζονται από τη δημόσια αρχή, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία ότι πρόκειται ασφαλώς για μονομερή πράξη της δημοσίας αρχής η οποία έλαβε καταρχήν την απόφαση σχετικά με την επιβάρυνση της σχετικής ιδιοκτησίας. Το γεγονός αυτό εμποδίζει να θεωρηθεί η σύμβαση μεταξύ του ιδιοκτήτη και του λαβόντος τη σχετική άδεια ως συνήθης σύμβαση ιδιωτικού δικαίου και να αγνοηθεί η αλληλουχία στο πλαίσιο της οποίας η δημόσια διοίκηση θα μπορούσε πάντοτε να επιβάλει ένα μονομερές μέτρο με το οποίο θα καθορίζονταν οι αφορούσες τη σχετική παραχώρηση λεπτομέρειες.
15.
Κατά τα λοιπά, η μη αναγνώριση της εν λόγω πράξεως ως απαλλοτριώσεως κατά την έννοια της εξεταζόμενης κοινοτικής νομοθεσίας καταλήγει στον αδικαιολόγητο κολασμό εκείνου που ζητεί να προασπίσει τις προνομίες του έναντι ενός « συμβαλλομένου », ο οποίος του έχει επιβληθεί άνωθεν, προβαίνοντας σε διαπραγματεύσεις με τον τελευταίο αντί να μείνει αδρανής και να επιτρέψει στη διοίκηση να επιβάλει τις αφορώσες τη σχετική παραχώρηση λεπτομέρειες.
16.
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
« Πρέπει να θεωρηθεί ως αντίστοιχη με απαλλοτρίωση, κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984 [που καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1546/88 της Επιτροπής της 3ης Ιουνίου 1988], η κατάσταση ιδιοκτήτη ο οποίος συνήψε συμφωνία με επιχείρηση κατασκευής δημοσίων έργων προκειμένου να αποφύγει τη μονομερή επιβολή της υποχρεώσεως να ανεχθεί την εκτέλεση δημοσίων έργων επί του σχετικού ακινήτου εφόσον η συμφωνία αυτή αφορά σημαντικό μέρος της χρησιμοποιούμενης γεωργικής εκτάσεως της εκμεταλλεύσεως του οικείου παραγωγού και έχει προκαλέσει προσωρινή μείωση της κτηνοτροφικής εκτάσεως της εκμεταλλεύσεως. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Κανονισμός που καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1546/88 της Επιτροπής της 3ης Ιουνίου 1988 σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68 (EEL 139, σ. 12).
Top