ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
M. DARMON
της 9ης Ιανουαρίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεορε,
Κύριοι δικαονές,
1.
Με την παρούσα προσφυγή, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, απαιτώντας από κάθε επιχείρηση χωριστά την καταβολή δυσανάλογης αμοιβής σε σχέση με το κόστος των παρεχομένων υπηρεσιών, όταν οι υπηρεσίες παρέχονται συγχρόνως σε περισσότερες επιχειρήσεις, κατά τη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων στο πλαίσιο των ενδοκοινοτικών συναλλαγών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9, 12, 13 και 16 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2.
Υπενθυμίζω καταρχάς ότι οι σχετικές ιταλικές διατάξεις αφορούν τα τέλη που οφείλουν οι επιχειρήσεις όταν οι τελωνειακές διατυπώσεις διεκπεραιώνονται εκτός τελωνείου ή πέραν του κανονικού ωραρίου εργασίας.
3.
Η εν λόγω ρύθμιση προβλέπει ότι, όταν οι υπηρεσίες παρέχονται σε διάφορες επιχειρήσεις συγχρόνως, «το προσωπικό δικαιούται μία εφάπαξ αμοιβή ανάλογη προς τη φύση και τη διάρκεια της παρασχεθείσας υπηρεσίας για την οποία προβλέπεται η μεγαλύτερη αμοιβή », ενώ κάθε επιχείρηση υποχρεούται «να καταβάλει ξεχωριστά το τέλος που αντιστοιχεί στις υπηρεσίες τις οποίες ζήτησε, ανεξάρτητα από τα καταβαλλόμενα από τις άλλες επιχειρήσεις τέλη ». Συνεπώς, στην περίπτωση κατά την οποία, για παράδειγμα, μία υπηρεσία παρέχεται συγχρόνως σε πέντε επιχειρήσεις για 50 λεπτά της ώρας, κάθε μία από αυτές βαρύνεται με τέλος αντιστοιχούν σε μία ώρα, δεδομένου ότι το τέλος αυτό δεν μπορεί να διαιρεθεί σε κλάσματα.
4.
Κατά την Επιτροπή, αυτή η μέθοδος υπολογισμού αντίκειται στην αρχή της απαγορεύσεως των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς, διότι αγνοεί πλήρως τον χρόνο τον οποίο πράγματι χρειάζεται το προσωπικό για την παροχή της υπηρεσίας στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις.
5.
Η Ιταλική Δημοκρατία αμφισβητεί την άποψη αυτή, διατεινόμενη, καταρχάς, ότι τα συνολικά ετήσια έσοδα, από τα καταβαλλόμενα από τους επιχειρηματίες τέλη, είναι λιγότερα από το κόστος που συνεπάγονται για το Δημόσιο Ταμείο οι υπηρεσίες που παρέχονται στις επιχειρήσεις. Συναφώς, δεν υπάρχει άλλο δυνατό εναλλακτικό σύστημα. Η « κατάτμηση » του διανυομένου χρόνου σε κλάσματα θα είχε ως αποτέλεσμα τη διαίρεση του ωριαίου τέλους σε υπερβολικώς μικρά ποσά, τα οποία θα υπερκαλύπτονταν από τα διοικητικά έξοδα που θα συνεπαγόταν ένας τέτοιος υπολογισμός. Εξάλλου, δεν είναι δυνατό να ζητείται η καταβολή του σχετικού τέλους από μία μόνο επιχείρηση. Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως της, η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας ισχυρίστηκε ότι το ωριαίο τέλος με το οποίο επιβαρύνονται οι επιχειρήσεις αντιπροσωπεύει περίπου το ένα τρίτο της αποζημιώσεως που καταβάλλεται στο προσωπικό για μία ώρα εργασίας, οπότε τα βαρύνοντα τις επιχειρήσεις τέλη αντιστοιχούν στην πραγματικότητα σε εφάπαξ τέλος για είκοσι λεπτά εργασίας. Λαμβανομένης υπόψη της μέσης διάρκειας κάθε εργασίας, η μέθοδος αυτή είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας.
6.
Καταρχάς διαπιστώνω ότι η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει στο υπόμνημα αντικρούσεως της ότι οι περιπτώσεις κατά τις οποίες για μία υπηρεσία, που παρέχεται συγχρόνως σε διάφορες επιχειρήσεις, καταβάλλονται περισσότερα του ενός τέλη είναι πολύ συγκεκριμένες και αφορούν πολλά μικρά μεμονωμένα κιβώτια που αποστέλλονται μαζί ή αναμένουν τη φόρτωση τους για τις περιπτώσεις αυτές, επί πλέον, δεν είναι δυνατό να υπάρξουν λόγοι επείγοντος δικαιολογούντες την παροχή τελωνειακών υπηρεσιών πέραν του κανονικού ωραρίου εργασίας ή εκτός τελωνείων. Πράγματι, εκτός από τις περιπτώσεις αυτές, το σύνολο σχεδόν των εργασιών που εκτελούνται εκτός τελωνείων ή πέραν του ωραρίου εργασίας αφορά κιβώτια εμπορευμάτων που ανήκουν σε διάφορες επιχειρήσεις και ταξιδεύουν υπό καθεστώς « μαζικής αποστολής », οπότε ο μεταφορέας θεωρείται βάσει της ιταλικής ρυθμίσεως ως μία μόνη επιχείρηση και, συνεπώς, βαρύνεται με ένα μόνο τέλος. Επομένως, καθώς φαίνεται, η Ιταλική Δημοκρατία τονίζει το γεγονός ότι οι επίδικες καταστάσεις έχουν εξαιρετικό χαρακτήρα και περιορισμένη σημασία.
7.
Η Επιτροπή αμφισβητεί τον ισχυρισμό ότι οι περιπτώσεις αυτές έχουν περιθωριακό χαρακτήρα, φρονεί δε ότι η παράβαση υφίσταται έστω και αν πρόκειται για όχι συνήθεις περιπτώσεις.
8.
Συμμερίζομαι πλήρως την άποψη αυτή και προτείνω στο Δικαστήριο να μην ακολουθήσει το γνωμικό de minimis non curat praetor, ώστε να μην περιοριστεί το περιεχόμενο της απαγορεύσεως των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος.
9.
Στη συνέχεια σημειώνω ότι, κατά την προφορική διαδικασία, εκτέθηκε με σαφήνεια η περίπτωση κατά την οποία μία υπηρεσία μπορεί να παρέχεται « συγχρόνως » σε διάφορες επιχειρήσεις. Όντως, η Επιτροπή εξήγησε ότι τούτο συμβαίνει όταν τις σχετικές εργασίες αναλαμβάνουν επιχειρήσεις εκτελωνισμού που διεκπεραιώνουν συγχρόνως τις απαραίτητες τελωνειακές διατυπώσεις για λογαριασμό περισσοτέρων επιχειρήσεων.
10.
Μπορεί, σ' αυτές τις περιπτώσεις, να ζητείται απ' όλες τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις η καταβολή ολοκλήρου του ωριαίου τέλους; Με τη νομολογία του ( 1 ) το Δικαστήριο έχει δεχθεί ήδη από πολύ καιρό ότι από την απαγόρευση των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς εξαιρούνται μόνο τα ποσά τα οποία καταβάλλουν οι επιχειρηματίες έναντι της υπηρεσίας που τους παρέχεται. Στην προκειμένη περίπτωση δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι παρέχεται υπηρεσία στις επιχειρήσεις, αλλά η νομιμότητα του τρόπου υπολογισμού που χρησιμοποιεί η ιταλική τελωνειακή υπηρεσία.
11.
Υπενθυμίζω ότι η νομολογία του Δικαστηρίου ( 2 ) έχει δεχθεί τον κατ' αποκοπή υπολογισμό του κόστους των σχετικών ελέγχων, πράγμα το οποίο συμβαίνει στην περίπτωση υπάρξεως σταθερού ωριαίου τέλους. Εντούτοις, η αποδοχή του κατ' αποκοπή καθορισμού του ωριαίου τέλους ασφαλώς δεν σημαίνει ότι το αντιστοιχούν σε μία ώρα παροχής υπηρεσιών τέλος μπορεί να επιβάλλεται κατ' αποκοπή, ανεξάρτητα από το χρονικό διάστημα που πράγματι χρειάζονται οι υπηρεσίες του οικείου κράτους για τη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων. Όμως, η ισχύουσα στην Ιταλία μέθοδος υπολογισμού μπορεί, για παράδειγμα, να έχει ως αποτέλεσμα τη χρέωση 15 ωριαίων τελών σε 15 επιχειρήσεις για παροχή υπηρεσιών συνολικής διάρκειας μισής ώρας. Σε μια τέτοια περίπτωση το εν λόγω σύστημα υπολογισμού είναι προδήλως αυθαίρετο, καθόσον δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη τον χρόνο κατά τον οποίο απασχολείται στην πραγματικότητα το προσωπικό προς όφελος των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων. Υπό τις συνθήκες αυτές, το ποσό με το οποίο επιβαρύνονται οι επιχειρήσεις αυτές ουδόλως συνδέεται με το κόστος που συνεπάγεται για το Ιταλικό Δημόσιο η παροχή των σχετικών υπηρεσιών.
12.
Όπως όμως προανέφερα, η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το ωριαίο τέλος αντιπροσωπεύει στην πραγματικότητα το ένα τρίτο του ποσού που καταβάλλει η υπηρεσία στο προσωπικό της προς αμοιβή των υπερωριών.
13.
Βάσει ποιων στοιχείων καταλήγει σ' αυτή τη διαπίστωση; Μετά από μελέτη των αριθμητικών στοιχείων που προσκόμισε η καθής διαπιστώνω ότι, ναι μεν το ωριαίο τέλος που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις αντιστοιχεί πράγματι στο ένα τρίτο των αποζημιώσεων για τις υπερωρίες ( 3 ) όταν η υπηρεσία παρέχεται πέραν του κανονικού ωραρίου εντός των τελωνειακών εγκαταστάσεων, ( 4 ) αντίθετα όμως αντιπροσωπεύει τα δύο τρίτα των αμοιβών για υπερωρίες όταν οι τελωνειακοί υπάλληλοι μεταβαίνουν στους χώρους των επιχειρήσεων ( 5 ). Πιθανότατα οι αμοιβές είναι μικρότερες όταν οι σχετικές εργασίες εκτελούνται από τα στελέχη της Guardia di Finanza, στα οποία εξάλλου καταβάλλονται και άλλα ποσά ως αμοιβές. Εν πάση περιπτώσει όμως, ο ισχυρισμός ότι το ωριαίο τέλος αντιστοιχεί μόνο σε είκοσι λεπτών αμοιβή στους τελωνειακούςυπαλλήλους έπρεπε να θεμελιωθεί σοβαρά από την Ιταλική Δημοκρατία.
14.
Μετά από αυτή την παρατήρηση πρέπει να υπογραμμίσω την πλήρη έλλειψη διαφάνειας που χαρακτηρίζει το ακολουθούμενο από την Ιταλία σύστημα και τα δυσανάλογα υψηλά τέλη στα οποία καταλήγει σε ορισμένες περιπτώσεις εις βάρος των επιχειρήσεων, όπως φαίνεται από το προαναφερθέν παράδειγμα. Υπογραμμίζω συναφώς ότι, έστω και αν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ότι το τέλος αυτό καλύπτει μόνο το ένα τρίτο του ωριαίου κόστους των υπηρεσιών που παρέχουν οι ιταλικές τελωνειακές υπηρεσίες, τα ποσά που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις υπερβαίνουν το πραγματικό κόστος κάθε φορά που πρόκειται για περισσότερες από τρεις επιχειρήσεις, πράγμα το οποίο δεν αμφισβήτησε η καθής.
15.
Ασφαλώς, το Δικαστήριο δεν πρέπει να αφήσει να εννοηθεί ότι θα έπρεπε να εφαρμόζεται ένα υπερβολικό σύστημα υπολογισμού, βάσει του οποίου θα λαμβάνεται υπόψη κάθε λεπτό και κάθε δευτερόλεπτο του χρόνου που πράγματι αφιερώνεται σε κάθε επιχείρηση. Όμως, δεν είναι καθόλου παράλογο να επιμεριστεί το ωριαίο τέλος μεταξύ των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων. Δεν νομίζω ότι η απλή αριθμητική πράξη της διαιρέσεως συνιστά υπερβολική επιβάρυνση της διοικήσεως. Η καθής διατείνεται ότι, με τον τρόπο αυτό, θα μπορεί να ζητείται η καταβολή μηδαμινών ποσών. Το επιχείρημα αυτό δεν είναι υποστηρίξιμο. Αφενός μεν, με τον τρόπο αυτό οι επιχειρήσεις υφίστανται όλες τις παρενέργειες του ισχύοντος συστήματος διότι τους επιβάλλεται, ενδεχομένως, δυσανάλογα υψηλό τέλος σε σχέση με το κόστος της παρεχομένης υπηρεσίας, αφετέρου δε και κυρίως, το Ιταλικό Κράτος έχει ασφαλώς τη δυνατότητα να αναπροσαρμόσει το ύψος του ωριαίου τέλους εάν τούτο δεν καλύπτει, όπως διατείνεται, το πραγματικό κόστος μιας ώρας παροχής των σχετικών υπηρεσιών. Εν πάση περιπτώσει, είναι πρόδηλον ότι η επίδικη ρύθμιση είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον προβλέπει την καταβολή του σχετικού τέλους από κάθε επιχείρηση ανεξάρτητα από τα ποσά που καταβάλλουν οι άλλες επιχειρήσεις.
16.
Συνεπώς προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η καθής τέλεσε την προσαπτόμενη παράβαση και να την καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα tou πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Αποφάσεις της 25ης Ιανουαρίου 1977, 47/76, Bauhuis (Rec. 1277, σ. 5), της 31ης Μαΐου 1979, 132/78, Denkavit (Rec. 1979, σ. 1923), και της 17ης Μαΐου 1983, 132/82, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1983, σ. 1643).
( 2 ) Απόφαση της 2ής Μαΐου 1990, C-11/89, Bakker (Συλλογή 1990, σ. I-1735).
( 3 ) 15000 LIT κατά μέσο όρο, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, βλ. σ. 3 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 4 ) 5200 LIT, βλ. σ. 2 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 5 ) 10200 LIT αυτόθι, σ. 2.
Top