ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ JEAN-PIERRE WARNER
της 22ας Ιανουαρίου 1974 ( *1 )
Περιεχόμενα
Εισαγωγή
Αρμοδιότητα της Επιτροπής
1. Οι CSC και ICI αποτελούν μία και μόνο επιχείρηση;
2. Η «θεωρία των αποτελεσμάτων»
Ο όμιλος CSC-ICI κατείχε «δεσπόζουσα θέση» στην αγορά που πρέπει να ληφθεί υπόψη;
1. Η αγορά που πρέπει να ληφθεί υπόψη
2. Ο όμιλος CSC-ICI είχε μονοπώλιο παραγωγής και πωλήσεως 1-νιτροπροπανίου και αμι-νοβουτανόλης;
3. Το 1-νιτροπροπάνιο και η αμινοβουτανόλη ήταν οι κύριες πρώτες ύλες για την παραγωγή αιθαμβουτόλης σε βιομηχανική κλίμακα;
Ο όμιλος CSC-ICI έκανε κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του;
Η κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης των CSC-ICI επηρέασε το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών;
Η Επιτροπή είχε εξουσία να επιβάλει στον όμιλο CSC-ICI συγκεκριμένη υποχρέωση για τον εφοδιασμό της Zoja;
Η εξουσία αυτή ασκήθηκε σύννομα από την Επιτροπή;
Το πρόστιμο
Διαδικαστικές πλημμέλειες στη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Εισαγωγή
Με τις προσφυγές αυτές, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν απόφαση της Επιτροπής της 14ης Δεκεμβρίου 1972 που τους είχε απευθυνθεί. Η απόφαση αυτή βασίζεται, ή θεωρείται ότι βασίζεται, στο άρθρο 86 της Συνθήκης και στον κανονισμό 17 του Συμβουλίου της 6ης Φεβρουαρίου 1962.
Τα πραγματικά περιστατικά, όπως εκτίθενται από την Επιτροπή, συνοψίζονται ως εξής.
Ένας όμιλος εταιριών με επικεφαλής την προσφεύγουσα της υποθέσεως 7/73, δηλαδή την Commercial Solvents Corporation της Νέας Υόρκης, την οποία θα αναφέρω ως «CSC», κατέχει αυτή τη στιγμή το παγκόσμιο μονοπώλιο στην παραγωγή σε βιομηχανική κλίμακα προϊόντων που παράγονται με τη νίτρωση της παραφίνης. Στα προϊόντα αυτά περιλαμβάνεται το 1-νιτρο-προπάνιο, το οποίο είναι η πρώτη ύλη για την παραγωγή αμινοβουτανόλης σε βιομηχανική κλίμακα. Η αμινοβουτανόλη, πέρα από την περιορισμένης εκτάσεως χρήση της ως χρωστική ουσία, είναι με τη σειρά της η πρώτη ύλη για τη βιομηχανική παραγωγή αιθαμβουτόλης, χημικής ένωσης που χρησιμοποιείται στη θεραπεία της φυματίωσης των πνευμόνων.
Αν και η διάρκεια των κυριότερων δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας, αφορώντων τη μέθοδο παραγωγής του 1-νιτροπροπανίου, έχει λήξει, ο όμιλος CSC είναι σε θέση να διατηρεί το μονοπώλιό του εξαιτίας της τεχνογνωσίας που κατέχει και επειδή, κάθε ένας που θα ήθελε να αναπτύξει δραστηριότητες για πρώτη φορά στη βιομηχανία αυτή, θα έπρεπε να αντιμετωπίσει εμπόδια, όπως το υψηλό κόστος και την πολυσύνθετη φύση του απαραίτητου εξοπλισμού και της δυσκολίας εύρεσης αγορών για τα άλλα υποπροϊόντα της νίτρωσης της παραφίνης εκτός από το 1-νιτροπροπάνιο, δηλαδή το 2-νιτροπροπάνιο, το νιτρομεθάνιο και το νιτροαιθάνιο.
Μέχρι την αρχή του 1970, ο όμιλος CSC προμήθευε αμινοβουτανόλη στους πελάτες του στην ΕΟΚ μέσω θυγατρικών εταιριών και μέσω ανεξαρτήτων μεταπωλητών. Ειδικότερα, εφοδίαζε την ιταλική αγορά μέσω της προσφεύγουσας της υπόθεσης 6/73, Istituto Chimioterapico Italiano του Μιλάνου, την οποία, όπως και η Επιτροπή, θα αναφέρω ως «ICI», χωρίς, ελπίζω, να γίνεται σύγχυση με μίαν άλλη γνωστότερη επιχείρηση χημικών προϊόντων. Η ICI είναι ιταλική ανώνυμη εταιρία, της οποίας η CSC κατέχει το 51 % των μετοχών. Αυτό παρέχει, μεταξύ άλλων, την εξουσία στην CSC να διορίζει τη διοίκηση της ICI και να καθορίζει την πολιτική της. Η ICI έχει ένα διοικητικό συμβούλιο, απαρτιζόμενο από δέκα συμβούλους, πέντε από τους οποίους είναι διευθύνοντα στελέχη της CSC. Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου είναι ο πρόεδρος της CSC. Αν και αυτό δεν αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτό κατά τη διαδικασία ότι, σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του προέδρου. Η εκτελεστική επιτροπή της ICI έχει έξι μέλη, τρία από τα οποία είναι εκπρόσωποι της CSC. Στην έκθεση του έτους 1972 η CSC αναφέρει την ICI ως θυγατρική. Σε προηγούμενη έκθεση ανέφερε ότι τα εργαστήρια της ICI ήταν η βάση για τις έρευνες της CSC στην Ευρώπη. Τρεις είναι οι κύριοι προμηθευτές αιθαμβουτόλης στην ΕΟΚ. Οι προμηθευτές αυτοί χρησιμοποιούν ένα μέρος από την παραγωγή αυτή για την παρασκευή των δικών τους φαρμακευτικών «ιδιοσκευασμάτων», το δε υπόλοιπο το πωλούν.
Αυτοί είναι:
1)
ο όμιλος CSC, μέσω της ICI,
2)
η Cyanamid Italia της Κατάνης, η οποία είναι θυγατρική της American Cyanamid Company του New Jersey και
3)
μία άλλη ιταλική επιχείρηση, η «Laboratorio Chimico Farmaceutico Giorgio Zoja S.p.A.» , την οποία θα αναφέρω στη συνέχεια ως «Zoja». Η εταιρία αυτή κίνησε την παρούσα διαδικασία υποβάλλοντας στην Επιτροπή αίτηση κατά των CSC και ICI, κατ' εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 17. Η Zoja ήταν από το 1966 ο κύριος πελάτης της ICI όσον αφορά την αμινοβουτανόλη. Κατά τη διάρκεια των ετών 1968 και 1969 διεξήχθησαν ανεπιτυχώς διαπραγματεύσεις για τη συγχώνευση μεταξύ της ICI και της Zoja.
Το Μάιο του 1969, η ICI ειδοποίησε τη Zoja ότι η CSC αποφάσισε να αυξήσει την τιμή της αμινοβουτανόλης. Η Zoja δέχθηκε την αύξηση, αν και δεν προβλεπόταν στο ισχύον συμβόλαιό της με την ICI. Το Νοέμβριο του 1969, εντούτοις, η Zoja ανακάλυψε ότι μπορούσε να προμηθευτεί αμινοβουτανόλη σε φθηνότερες τιμές από άλλες πηγές και προμηθευόταν από αυτές μέχρι τα μέσα του 1970, ακυρώνοντας, με τη συναίνεση της ICI, ουσιώδες μέρος του συμβολαίου της με την εταιρία αυτή.
Κατά το δεύτερο ήμισυ του 1970, οι προμήθειες αμινοβουτανόλης και 1-νιτροπροπα-νίου στην αγορά άρχισαν ξαφνικά να εξαντλούνται και να μην ανευρίσκονται. Η Zoja αναζήτησε να τα προμηθευτεί από άλλες πηγές, τόσο εντός όσο και εκτός Κοινότητας, χωρίς όμως επιτυχία. Μερικές από τις επιχειρήσεις στις οποίες απευθύνθηκε είπαν ότι δεν είχαν καθόλου, διότι η CSC είχε παύσει να τις εφοδιάζει, άλλες ότι τους είχε απαγορευτεί να πωλούν τα εν λόγω προϊόντα για φαρμακευτική χρήση.
Τον Ιούλιο και τον Οκτώβριο του 1970 η ICI αγόρασε από ένα μικρό παραγωγό αιθαμ-βουτόλης, την Bulciago του Como, περίπου 35000 χλγ. 1-νιτροπροπανίου, που μεταπώλησε ως γαλακτοματοποιητή σε διάφορες μικρές επιχειρήσεις παρασκευής χρωμάτων, επιβάλλοντάς τους την υποχρέωση να μην τα πωλήσουν περαιτέρω για φαρμακευτική χρήση.
Κύριοι δικαστές, σε αυτό το σημείο θα αναφέρω παρενθετικά ότι η ICI υποστηρίζει ότι αυτή η διαπίστωση οφείλεται σε μία παρεξήγηση από μέρους της Επιτροπής, η οποία ερμήνευσε λανθασμένα πληροφορία που της δόθηκε υπέρ της ICI κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής. Κατά την ICI, η υποχρέωση αυτή συνίστατο στο να μην εξάγεται το εν λόγω 1-νιτροπροπάνιο εκτός της ΕΟΚ. Όπως θα φανεί, κύριοι δικαστές, δεν πιστεύω ότι αυτό έχει οποιαδήποτε σημασία στην παρούσα δίκη.
Το Νοέμβριο του 1970, η Zoja ζήτησε από την ICI να της προμηθεύσει 120000 χλγ. αμινοβουτανόλης για το 1971. Τον Ιανουάριο του 1971 η ICI πληροφόρησε τη Zoja ότι η CSC της ανακοίνωσε ότι δεν είχε πλέον διαθέσιμη αμινοβουτανόλη προς πώληση.
Οι επανειλημμένες προσπάθειες της Zoja το 1971 να προμηθευτεί αμινοβουτανόλη από πηγές στην ΕΟΚ και αλλού κατέληξαν στο ίδιο αρνητικό αποτέλεσμα. Οι έρευνες, σε άλλους εμπόρους και μέσω ορισμένων ιταλικών πρεσβειών, καθώς και μέσω του «Istituto per il commercio estero» κατέληξαν σε όλες τις περιπτώσεις σε μία και μόνη πηγή εφοδιασμού, την CSC.
Στις 8 Απριλίου 1971 η Zoja υπέβαλε την αί-τησή της, δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 17, στην Επιτροπή. Τον Οκτώβριο του 1971 ζήτησε για τελευταία φορά να προμηθευτεί απο την ICI αμινοβουτανόλη ή 1-νιτροπροπάνιο. Η ICI της απάντησε ότι ο προμηθευτής της, η CSC, την είχε ειδοποιήσει πριν λίγο καιρό ότι δεν διέθετε πλέον τα προϊόντα αυτά για την ICI.
Η κατάσταση, έτσι όπως παρουσιαζόταν κατά το χρόνο κατά τον οποίο η Επιτροπή εξέδωσε την απόφασή της, ήταν ότι η Zoja ήταν μέχρι τότε σε θέση να συνεχίσει την παραγωγή της αιθαμβουτόλης με μειωμένο ρυθμό, αλλά θα έπρεπε να σταματήσει την παραγωγή της όταν θα εξαντλούνταν τα αποθέματά της πρώτων υλών, εκτός αν μπορούσε στο μεταξύ να εξασφαλίσει κανονικό εφοδιασμό.
Η Επιτροπή αποφάσισε:
Α —
ότι η CSC ήταν σε θέση να ασκήσει τέτοιον έλεγχο στην ICI, και πράγματι τον ασκούσε, έτσι ώστε οι δύο εταιρίες θα έπρεπε να θεωρηθούν ότι αποτελούν μία και μόνη επιχείρηση στις σχέσεις τους με τη Zoja ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 86,
Β —
ότι αυτή η ενιαία επιχείρηση, την οποία η Επιτροπή ονομάζει «όμιλο CSC —ICI» , κατέχει δεσπόζουσα θέση, δηλαδή το παγκόσμιο μονοπώλιο της προμήθειας 1-νιτροπροπανίου και αμι-νοβουτανόλης, προϊόντων που αποτελούν την κύρια πρώτη ύλη για την πα ραγωγή αιθαμβουτόλης σε βιομηχανική κλίμακα,
Γ —
ότι ο όμιλος CSC-ICI έκανε κατάχρηση αυτής της δεσπόζουσας θέσης, διακόπτοντας την προμήθεια πρώτων υλών σε έναν από τους κυριότερους παραγωγούς αιθαμβουτανόλης εντός της ΕΟΚ, αυτή δε η συμπεριφορά του θα οδηγούσε στην εξαφάνιση του παραγωγού αυτού και, επομένως, σε περιορισμό του ανταγωνισμού,
Δ —
ότι η κατάχρηση αυτή επηρέασε το εμπόριο αιθαμβουτόλης μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως δε λόγω του ότι η Zoja έκανε εξαγωγές στη Γαλλία και τη Γερμανία.
Στην απόφασή της η Επιτροπή:
(στο άρθρο 1)
—
ανέφερε ότι η από το Νοέμβριο του 1970 διακοπή της προμήθειας στη Zoja πρώτων υλών για την παραγωγή αιθαμβου-τόλης συνιστούσε παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης από τη CSC και την ICI,
(Στο άρθρο 2)
—
κάλεσε τη CSC και την ICI να θέσουν τέρμα σε αυτή την παράβαση και ειδικότερα:
α)
να παραδώσουν αμέσως στη Zoja 60000 χλγ. 1-νιτροπροπανίου ή 30000 χλγ. αμινοβουτανόλης σε τιμή όχι μεγαλύτερη από την υψηλότερη τιμή που καθόριζαν για τα προϊόντα αυτά, και
β)
να υποβάλουν εντός δύο μηνών προς έγκριση στην Επιτροπή προτάσεις για το μεταγενέστερο εφοδιασμό της Zoja,
(Στο άρθρο 3)
—
καταδίκασε τις CSC και ICI αλληλεγγύως και εις ολόκληρον σε πρόστιμο 200000 λ.μ., πληρωτέο σε τρεις μήνες,
(Στο άρθρο 4)
—
τους επέβαλε αλληλεγγύως και εις ολόκληρον χρηματική ποινή 1000 λ.μ. ανά ημέρα καθυστέρησης εκτελέσεως των δύο υποχρεώσεων σχετικά με τον εφοδιασμό της Zoja.
Λίγο μετά την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής η CSC συμμορφώθηκε, όχι χωρίς να διαμαρτυρηθεί, προς την υποχρέωση άμεσου εφοδιασμού της Zoja με 60000 χλγ. 1-νιτροπροπανίου ή 30000 χλγ. αμινοβουτα-νόλης.
Τα εισαγωγικά της δίκης αυτής δικόγραφα πρωτοκολλήθηκαν στο Δικαστήριο στις 17 Φεβρουαρίου 1973 και συνοδεύονταν από αιτήσεις αναστολής εκτελέσεως της απόφασης της Επιτροπής, όσο θα διαρκούσε η δίκη, όσον αφορά την υποχρέωση βάσει της απόφασης να υποβληθούν προτάσεις για τον περαιτέρω εφοδιασμό της Zoja και την καταβολή του προστίμου. Λίγο μετά την έναρξη της διαδικασίας, η Zoja άσκησε παρέμβαση, η οποία επετράπη. Δεν είναι ανάγκη να απασχολήσω το Δικαστήριο εξιστορώντας τη μετέπειτα πορεία της διαδικασίας, πρέπει όμως να υπενθυμίσω ότι ένα από τα αποτελέσματά της ήταν η υπογραφή στο Μιλάνο, στις 10 Απριλίου 1973, σύμβασης περί της προμήθειας αμι-νοβουτανόλης στη Zoja από την CSC. Η σύμβαση αυτή είναι διάρκειας δύο ετών, αρχομένων την 1η Ιανουαρίου 1973, ανα-νεούμενη κατά τη λήξη αυτής της διαρκείας από έτος σε έτος μέχρις ότου καταγγελθεί από ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη. Η Zoja ικανοποιήθηκε από τους όρους αυτής της σύμβασης όσον αφορά τις ποσότητες, την τιμή κ.λπ. Εξάλλου η σύμβαση εγκρίθηκε από την Επιτροπή ως σύμφωνη προς τις επιταγές της απόφασής της. Μετά την υπογραφή της η Zoja ζήτησε να παραιτηθεί από την παρέμβασή της, πράγμα που της επέτρεψε το Δικαστήριο, ελλείψει οιασδήποτε αντίρρησης.
Κύριοι δικαστές, την απόφαση της Επιτροπής προσβάλλουν η CSC και η ICI για πολλούς λόγους, και αντιλαμβάνομαι ότι είναι καθήκον μου να τους εξετάσω ένα προς ένα.
Αρμοδιότητα της Επιτροπής
1. Είναι η CSC και η ICI μία και μόνη «επιχείρηση» ;
Η CSC υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν είχε ως προς αυτήν αρμοδιότητα επί του θέματος, διότι είναι εταιρία διεπόμενη από το δίκαιο της Πολιτείας του Maryland και έχει την κύρια εγκατάστασή της στη Νέα Υόρκη. Η μόνη σχέση της με την ΕΟΚ, κατ' αυτήν, που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη, είναι ότι είχε κάποτε πωλήσει νιτροπροπάνιο και αμινοβουτανόλη στην ΕΟΚ, FOB σε λιμάνι των Ηνωμένων Πολιτειών και, αργότερα, έλαβε την απόφαση εμπορικής πολιτικής να διακόψει τις πωλήσεις αυτές. Η CSC αρνείται ότι είχε ποτέ εξουσία ελέγχου επί της ICI που να επέτρεπε να θεωρηθούν, αυτή και η ICI, ως μία επιχείρηση. Σχετικά, η CSC επικαλείται τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση 22/71, Beguelin Import Co. κατά S.A.G.L. Import Export (ECR 1971, σ. 949), στις λεγόμενες υποθέσεις των «χρωστικών ουσιών» , —υποθέσεις 48/69, Imperial Chemical Industrie κατά Επιτροπής (ECR 1972, σ. 619 52/69 J. R. Geigy AG κατά Επιτροπής (ο.π, σ. 787) και υπόθεση 53/69, Sandoz AG κατά Επιτροπής (ο.π. σ. 845) — και στην υπόθεση 6/72 Europembal-lage Corporation and Continental Can Company Inc κατά Επιτροπής (ECR 1973, σ. 215).
Αυτό το οποίο δείχνει η νομολογία αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι μόνο το γεγονός ότι η μητρική εταιρία και η θυγατρική της είναι ξεχωριστά νομικά πρόσωπα δεν σημαίνει ότι είναι ξεχωριστές «επιχειρήσεις» για την εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης. Έτσι, μία συμφωνία μεταξύ τους δεν εμπίπτει κατά γενικό τρόπο στην απαγόρευση που προβλέπεται στο άρθρο 85 (τέτοια ήταν η απόφαση στην υπόθεση Beguelin). Αντίθετα, η μητρική εταιρία δεν μπορεί να αποφύγει την εφαρμογή των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 85 και 86, διατεινόμενη ότι μόνο η θυγατρική της άσκησε δραστηριότητες εντός της Κοινότητας. Στις αποφάσεις επί των υποθέσεων αυτών υπάρχουν στοιχεία που επιτρέπουν να υποτεθεί ότι η κατάσταση είναι διαφορετική όταν επιτρέπεται στη θυγατρική να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της αυτόνομα, η δε επιχειρηματολογία της CSC βασίζεται ακριβώς σε αυτά τα στοιχεία. Η επιχειρηματολογία αυτή είναι η εξής: Για να μπορούν να θεωρηθούν, η μητρική εταιρία και η θυγατρική της εταιρία, ως μία και μόνο επιχείρηση «πρέπει α) να υπάρχει εξουσία της μητρικής εταιρίας να διευθύνει τη θυγατρική και β) να ασκείται έλεγχος της μητρικής κατά τρόπον ώστε η θυγατρική να μην καθορίζει αυτόνομα τη συμπεριφορά της στην αγορά, αλλά ουσιαστικά να εκτελεί τις οδηγίες που της δίδονται από τη μητρική εταιρία». Αναφέρεται ακόμα ότι «το κριτήριο είναι η πλήρης έλλειψη εξουσίας της θυγατρικής να καθορίζει την ιδική της συμπεριφορά στην αγορά. Η μόνη δυνατότητα ελέγχου από τη μητρική δεν αρκεί. Αυτό που απαιτείται είναι να ασκείται πράγματι ο έλεγχος αυτός μέχρι σημείου να χάνει η θυγατρική την αυτονομία της στην αγορά». Και, κατά την επιχειρηματολογία αυτή, η Επιτροπή φέρει το βάρος της απόδειξης ότι συντρέχουν αυτές οι προϋποθέσεις. Κύριοι δικαστές, μπορώ να αντιληφθώ ότι οι αποφάσεις στις προαναφερθείσες υποθέσεις θα μπορούσαν να ερμηνευτούν κατ' αυτό τον τρόπο. Όμως, κατά τη γνώμη μου, μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν εσφαλμένη.
Καταρχήν, αυτό που με ξενίζει είναι ότι ούτε το άρθρο 85, ούτε το άρθρο 86 αναφέρεται σε «πρόσωπα». Και στα δύο άρθρα οι σχετικές απαγορεύσεις απευθύνονται σε «επιχειρήσεις», έννοια πολύ ευρύτερη και πιο αόριστη. Τούτο είναι πράγματι αυτό που θα έπρεπε να αναμένεται, διότι δεν θα ήταν ορθό να εφαρμοστεί αυστηρά στο χώρο του δικαίου του ανταγωνισμού η θεωρία που οι άγγλοι νομικοί αναφέρουν ως νομολογία Salomon ν Salomon & Co Ltd (1897) AC 22-, δηλαδή η θεωρία ότι κάθε εταιρία έχει χωριστή νομική προσωπικότητα και δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση μεταξύ αυτής και των μελών της. Ο βασικός σκοπός της θεωρίας αυτής είναι να διαφυλάξει την αρχή της περιορισμένης ευθύνης. Αφορά τα δικαιώματα των δανειστών στο γενικό πλαίσιο του δικαίου των εταιριών. Έχει εφαρμοστεί, με περισσότερο ή λιγότερα ευχάριστα αποτελέσματα, σε άλλους τομείς, όπως στη μεταβίβαση της κυριότητας, στις συμβάσεις και στην εξωσυμβατι-κή ευθύνη. Αλλά η τυφλή μεταφύτευσή της σε τομείς του δικαίου με τους οποίους έχει μικρή μόνο συνάφεια θα κατέληγε, κατά τη γνώμη μου, μόνο στην απομάκρυνση του δικαίου από την πραγματικότητα.
Ας υποτεθεί, κύριοι δικαστές, ότι η CSC είχε ασκήσει εμπορία στην Ιταλία μέσω υποκαταστήματος. Τότε δεν θα υπήρχε καμία αμφιβολία ότι η εν λόγω εταιρία θα υπαγόταν στην αρμοδιότητα της Επιτροπής και του Δικαστηρίου. Η κατάσταση θα ήταν άραγε διαφορετική αν η CSC επέλεγε να ασκήσει εμπορία στην Ιταλία μέσω θυγατρικής, της οποίας θα είχε την πλήρη κυριότητα; Η μόνη διαφορά θα υπήρχε στη νομική μορφή και όχι στην πραγματική κατάσταση. Γιατί τότε θα έπρεπε να έχει διαφορά το ότι επέλεξε να ασκήσει εμπορία στην Ιταλία μέσω θυγατρικής, την οποία ήλεγχε κατέχοντας το 51 % των μετοχών της, και όχι μέσω θυγατρικής της οποίας θα κατείχε το 100 % των μετοχών; Εκείνο που ενδιαφέρει σ' αυτό τον τομέα, κατά τη γνώμη μου, είναι ο έλεγχος και όχι το μέγεθος της συμμετοχής.
Κύριοι δικαστές, επιτρέψατέ μου να παραθέσω τα λόγια του Λόρδου Denning Μ. R. στην υπόθεση Littlewoods Mail Order Stores/C.I.R (1969) 1 W.L.R. σ. 1258:
«Η θεωρία η οποία καθορίστηκε με τη νομολογία “Salomon/Salomon & Co” (1897) A.C. 22, πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα. Έχει υποστηριχθεί πολλές φορές ότι καλύπτει την εμπορική εταιρία με ένα πέπλο, αδιαπέραστο από το δικαστήριο. Όμως αυτό δεν είναι αληθές. Τα δικαστήρια μπορούν να σηκώσουν το πέπλο αυτό, και συχνά το πράττουν. Μπορούν, και συχνά το πράττουν, να αφαιρέσουν την προσωπίδα, βλέποντας αυτό που κρύβεται πίσω από αυτήν. Ο νομοθέτης έχει δείξει την οδό που πρέπει να ακολουθηθεί με τους λογαριασμούς των ομίλων και τα λοιπά. Και τα δικαστήρια τον ακολούθησαν.»
Αναφερόμενος στους «group accounts and the test» ο Λόρδος Denning περιέγραφε ασφαλώς, με τον χαρακτηριστικό του τρόπο, συνοπτικά όλες τις αντιδράσεις του νομοθέτη του εικοστού αιώνα, κατά των συνεπειών της αχαλίνωτης και απερίσκεπτης επέκτασης της θεωρίας που καθορί στηκε στην απόφαση «Salomon/Salomon & Co» σε τομείς, όπου δεν θα έπρεπε να εφαρμόζεται παρά μόνο με προσοχή και εφόσον η εφαρμογή της ενδείκνυται. Σχετικά ο τομέας του δημοσιονομικού δικαίου είναι ένα πολύ γνωστό παράδειγμα. Το ίδιο ισχύει σχετικά με το δίκαιο του ανταγωνισμού. Έτσι, για παράδειγμα, η «Fair Trading Act 1973» που θεσπίστηκε πρόσφατα στο Ηνωμένο Βασίλειο, περιέχει διατάξεις που προβλέπουν ότι «τα μέλη ομίλου εταιριών στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους» θεωρούνται ως «ένα πρόσωπο». Η τεχνική διατύπωση αυτού του νομοθετικού κειμένου είναι πολύ διαφορετική από αυτήν της Συνθήκης, αλλά στο βάθος η ιδέα είναι προφανώς η ίδια.
Κύριοι δικαστές, ο νόμος, για να γίνεται σεβαστός, πρέπει να είναι σύμφωνος με την κοινή λογική και την πραγματικότητα. Δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να επιτρέπει την εσφαλμένη εφαρμογή των αρχών του μέχρι σημείου να προσφέρονται ευκαιρίες για την επινόηση τεχνασμάτων που ματαιώνουν τους ίδιους τους σκοπούς του.
Έχοντας αυτές τις παρατηρήσεις κατά νου, κύριοι δικαστές, θα εξετάσω το επιχείρημα της CSC στην παρούσα υπόθεση. Κατά τη γνώμη μου, οι παρατηρήσεις αυτές σημαίνουν τουλάχιστον:
1)
ότι υφίσταται τεκμήριο ότι μια θυγατρική δρα σύμφωνα με τις επιθυμίες της μητρικής εταιρίας, δεδομένου ότι η πείρα διδάσκει ότι οι θυγατρικές δρουν συνήθως κατ' αυτόν τον τρόπο,
2)
ότι, εκτός αν το τεκμήριο αυτό ανατραπεί, πρέπει η μητρική εταιρία και η θυγατρική της να θεωρούνται ως μία επιχείρηση για την εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ, και
3)
ότι το τεκμήριο αυτό δεν μπορεί να ανατραπεί, παρά μόνο αν αποδειχθεί από τους ενδιαφερόμενους ότι πράγματι η θυγατρική διηύθυνε τις εμπορικές υποθέσεις της αυτόνομα. Ομολογώ ότι, κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδειχθεί. Μπορώ να φανταστώ ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση που μια ασφαλιστική εταιρία, ή μια εταιρία που διαχειρίζεται ένα ταμείο συντάξεων, πραγματοποιεί μίαν επένδυση αποκτώντας τον έλεγχο μιας εμπορικής εταιρίας, ή στην περίπτωση κατά την οποία αυτό που εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι είναι η θυγατρική μιας εταιρίας, αποδεικνύεται ότι είναι στην πραγματικότητα μία ένωση μεταξύ αυτής και μιας άλλης εταιρίας, με άνιση κατανομή της συμμετοχής. Όμως θεωρώ ότι είναι σχεδόν αδύνατο να ανατραπεί αυτό το τεκμήριο στη συνήθη περίπτωση μίας μητρικής και μίας θυγατρικής που ασκούν συγγενείς εμπορικές δραστηριότητες.
Το επιχείρημα της CSC και της ICI, όπως αναπτύσσεται στην προφορική διαδικασία, συνίσταται κυρίως στην προβολή του μη αποδεικνυόμενου ισχυρισμού ότι η CSC δεν ήλεγχε τη «συμπεριφορά στην αγορά» της ICI. Η CSC αφιερώνει επίσης μερικές σελίδες του υπομνήματος απαντήσεώς της στην προβολή του επιχειρήματος ότι δεν προβλέπεται από το δίκαιο κανενός κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένης της Ιταλίας, ότι ο έλεγχος της πλειοψηφίας των μετοχών μίας εταιρίας συνεπάγεται τον έλεγχο της εταιρίας αυτής. Αυτό είναι απλώς λανθασμένο.
Η CSC υπογραμμίζει ότι πλέον του 75 % του κύκλου εργασιών της ICI προέρχεται από την πώληση προϊόντων, τα οποία ούτε παράγονται από την CSC, ούτε κατασκευάζονται με πρώτες ύλες που παράγονται από την CSC-για να στηρίξει δε τον ισχυρισμό της αυτό, προσκομίζει πιστοποιητικό εκδοθέν από την «Arthur Young & Company». Αυτό μου φαίνεται, με όλο το σεβασμό, ότι δεν πείθει. Και ακόμη λιγότερο πειστικό είναι το γεγονός στο οποίο στηρίζεται η CSC, ότι δηλαδή οι διευθυντές της ICI δεν έχουν αλλάξει από το 1962, οπότε η CSC απέκτησε το 51 % των μετοχών της ICI. Πουθενά δεν βρίσκω την παραμικρή ένδειξη ότι η ICI μπορούσε ή θέλησε ποτέ να διαπραγματευτεί με την CSC με ίσους όρους, όπως θα έκανε ένας ανεξάρτητος έμπορος. Υπάρχει μάλιστα στην περίληψη των πραγματικών περιστατικών που περιέχεται στο δικόγραφο της CSC (στη σ. 4) ένα χωρίο, το οποίο μου φαίνεται σημαντικό ως προς αυτό το θέμα, έστω και αν αυτές οι δηλώσεις έγιναν αθέλητα. Αυτό το χωρίο έχει ως εξής: «Στις αρχές του 1970 η CSC αποφάσισε, για τεχνικούς λόγους και για λόγους εμπορικής πολιτικής, ότι καταρχήν δεν θα εφοδίαζε πλέον την ΕΟΚ με νιτρο-προπάνιο και αμινοβουτανόλη, αλλά αντ' αυτού θα προμήθευε δεξτρο-αμινοβουτανό-λη, ένα ενδιάμεσο προϊόν περισσότερο κατεργασμένο, το οποίο (η ΙΟ) θα μπορούσε να μετατρέψει σε αιθαμβουτόλη χύμα, προς πώληση στην ΕΟΚ και καθώς και για την παρασκευή των δικών της ιδιοσκευασμάτων»
Στην επ' συζήτηση, ο δικηγόρος της ICI, ενεργώντας ασφαλώς κατόπιν οδηγιών, ανέφερε ότι τη στιγμή κατά την οποία η CSC αγόρασε το 51 % των μετοχών της ICI συνήφθη συμφωνία, σκοπός της οποίας ήταν να εγγυηθεί ότι η ICI «δεν θα έχανε την οικονομική της ανεξαρτησία». Μπορείτε να βρείτε, κύριοι δικαστές, το κείμενο της υποτιθέμενης αυτής συμφωνίας στη σελίδα 5 των πρακτικών της επ' ακροατηρίω συζητήσεως. Δεν θεωρώ σωστό να χρονοτριβήσω διαβάζοντάς το. Καμία αναφορά δεν γίνεται αυτής της συμφωνίας στα υπομνήματα των διαδίκων κι ούτε προσκομίζονται αποδεικτικά στοιχεία γι' αυτήν. Δεν είναι καν γνωστό αν ήταν προφορική ή γραπτή, ούτε ποια ήταν η διάρκειά της. Ούτε και η Επιτροπή είχε την ευκαιρία να μας εκθέσει τις απόψεις της σχετικά με τη σημασία της. Πιστεύω, κύριοι δικαστές, ότι σε μία τέτοια περίπτωση δεν μπορεί να αναμένεται από το Δικαστήριο να στηρίξει την απόφασή του σε ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από έναν δικηγόρο, που δεν ανευρίσκονται στα διαδικαστικά έγγραφα, ούτε στηρίζονται σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Επομένως, θεωρώ ότι οι αιτιάσεις της CSC σχετικά με την αρμοδιότητα της Επιτροπής και αυτήν του Δικαστηρίου πρέπει να απορριφθούν.
2. Η «θεωρία των αποτελεσμάτων»
Εφόσον η κατάσταση είναι αυτή, πιστεύω ότι δεν είναι αναγκαίο να εκφέρω γνώμη σχετικά με ισχυρισμό που προβλήθηκε επικουρικώς από την Επιτροπή στο υπό-μνημά της, αν και όχι στην απόφασή της, ως προς το θέμα της αρμοδιότητάς της. Η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι, ακόμη κι αν θεωρούνταν η CSC και η ICI σαν ανεξάρτητες επιχειρήσεις, η CSC θα εξακολουθούσε να υπάγεται στην αρμοδιότητά της Επιτροπής, δεδομένου ότι «η εν λόγω συμπεριφορά (δηλαδή το ότι περιόρισε τον εφοδιασμό της ιταλικής αγοράς σε νιτροπροπάνιο, αμινοβουτανόλη και δεξτρο-αμινοβουτανόλη μόνο στις ποσότητες που ήταν αναγκαίες για την παραγωγή της ICI και ότι εμπόδισε συγχρόνως τη Zoja να τα προμηθευτεί από άλλες αγορές) έχει στο έδαφος της Κοινής Αγοράς αποτελέσματα, τα οποία είναι άμεσα, λογικώς προβλεπτά και ουσιώδη». Πρόκειται βέβαια εδώ για μία αναφορά στη «θεωρία των αποτελεσμάτων», που υιοθέτησε το Δικαστήριο στην υπόθεση Béguelin και αναπτύχθηκε από το γενικό εισαγγελέα Mayras στις προτάσεις του στις υποθέσεις των χρωστικών ουσιών (ECR 1972, σ. 692-702).
Επίσης η Επιτροπή παραθέτει σχετικά ένα χωρίο από απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Continental Can (ECR 1973, σ. 242-243), αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι αναφέρεται επί του θέματος αυτού.
Η CSC επιδιώκει να γίνει διαχωρισμός από την υπόθεση Béguelin, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η υπόθεση αυτή αφορούσε το κύρος μιας σύμβασης, ζήτημα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, ενώ η παρούσα υπόθεση αφορά ζητήματα δημοσίου διεθνούς δικαίου. Ομολογώ ότι δεν βρίσκω ικανοποιητικό το διαχωρισμό. Τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης δεν είναι διατυπωμένα έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι οι απαγορεύσεις που αυτές οι διατάξεις περιέχουν προβαίνουν σε τέτοια διάκριση. Ως προς τα λοιπά, τα επιχειρήματα της CSC είναι κατά κύριο λόγο επανάληψη αυτών τα οποία εξέτασε σε βάθος ο γενικός εισαγγελέας Mayras, με την προσθήκη, ίσως, της αναφοράς της αποφάσεως του Εφετείου του Παρισιού στην υπόθεση «Société la Technique Minière κατά Maschinenbau GmbH (Rec. Dalloz, Jurispr. 1967, σ. 681). Η απόφαση αυτή αναφέρεται, όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, στην ερμηνεία του άρθρου 37, 1, α του γαλλικού διατάγματος 45-1423 της 30ής Ιουνίου 1945 περί «άρνησης πωλήσεως» και υφίσταται, χωρίς αμφιβολία, μεγάλη αναλογία μεταξύ αυτής και της υπό κρίση υποθέσεως, όπως προτείνει και η CSC. Αλλά, αυτό δεν σημαίνει ότι το άρθρο 86 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνευθεί με τον ίδιο τρόπο όπως το άρθρο 37, 1, α του προαναφερθέντος διατάγματος.
Για τους λόγους που ανέφερα δεν θα αναφέρω περισσότερα σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής της «θεωρίας των αποτελεσμάτων» στην υπό κρίση υπόθεση.
Κατείχε ο «όμιλος CSC-ICI»«δεσπόζουσα θέση» στην αγορά που πρέπει να ληφθεί υπόψη;
1. Η αγορά που πρέπει να ληφθεί υπόψη
Το Δικαστήριο έχει υπόψη του ότι σε τρεις υποθέσεις, δηλαδή στην υπόθεση 40/70 Sirena SRL κατά Eda SRL (ECR 1971, σ. 69, στη σ. 84), στην υπόθεση 78/70 Deutsche Grammophon Gesellschaft mbH κατά Metro-SB-Großmärkte GmbH & Co KG (ό.π. σ. 487, στη σ. 501) και στην υπόθεση Continental Can (ECR 1973, σ. 249-252), το Δικαστήριο αποφάσισε ότι μία θέση μπορεί να είναι «δεσπόζουσα», κατά την έννοια του άρθρου 86, εάν είναι δεσπόζουσα στην αγορά που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Πιστεύω ότι από αυτή τη νομολογία πρέπει να θεωρηθεί ότι η αγορά που πρέπει να ληφθεί υπόψη στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία τα διαθέσιμα προϊόντα είναι ουσιαστικά εναλλάξιμα.
Κύριοι δικαστές, αν και έχει επανειλημμένα υποστηριχθεί, για λογαριασμό της CSC και της ICI, ότι η Επιτροπή μετέβαλε ως προς αυτό το σημείο κατά καιρούς τη νομική της βάση, από την προσεκτική ανάγνωση α) της ανακοίνωσης των αιτιάσεων της 25ης Απριλίου 1972, που κοινοποιήθηκε στην CSC σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 99/63/ΕΟΚ, β) της αμφισβητου-μένης εν λόγω αποφάσεως και γ) των υπομνημάτων της Επιτροπής, μου φαίνεται ότι αυτή υποστήριξε σταθερά — όπως υποστήριξε και στην προφορική διαδικασία με τις παρατηρήσεις που έγιναν από τον εκπρόσωπό της — ότι η αγορά που πρέπει να ληφθεί υπόψη και στην οποία, κατά την άποψή της, η CSC και η ICI κατείχαν δεσπόζουσα θέση, ήταν η αγορά του 1-νι-τροπροπάνιου και της αμινοβουτανόλης, λαμβανομένων υπόψη ως πρώτων υλών για την παραγωγή αιθαμβουτόλης. Είναι δυνατόν, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, οι δικηγόροι της CSC και της ICI να πλανήθηκαν σχετικά με τη στάση της Επιτροπής ως προς αυτό το σημείο, εξαιτίας ανακριβειών μιας ανεπίσημης μετάφρασης της απόφασης στα αγγλικά. Εν πάση περιπτώσει, δεν νομίζω ότι το ερώτημα αν, για την εφαρμογή των άρθρων 85 και 86, η αγορά των πρώτων υλών για την παραγωγή μιας ιδιαίτερης χημικής ενώσεως συνιστά ή όχι αγορά που πρέπει να ληφθεί υπόψη μπορεί λογικά να διαχωριστεί από το ερώτημα αν η χημική αυτή ένωση αποτελεί επίσης μια τέτοια αγορά. Εξάλλου ο καταναλωτής εν διαφέρεται μόνο για το τελικό προϊόν, το δε άρθρο 86 αφορά την άμεση ή έμμεση ζημία του καταναλωτή —βλέπε την απόφαση του δικαστηρίου στην υπόθεση Continental Can (ECR 1973, σ. 247). Έτσι ήταν θεμιτό, κατά τη γνώμη μου, να επιδιώξει η CSC, όπως και το έπραξε, τόσο κατά τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής όσο και κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, να αποδείξει ότι η αγορά της αιθαμβουτόλης δεν είναι αγορά που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή των άρθρων 85 και 86, δεδομένου ότι, κατά την CSC, η αιθαμβου-τόλη δεν είναι παρά μόνο ένα φάρμακο κατά της φυματίωσης, μεταξύ άλλων.
Η Επιτροπή έκρινε στην απόφασή της ότι δεν συνέβαινε αυτό. Σε μία προσεκτικά διατυπωμένη παράγραφο (της οποίας έγινε η ανακριβής μετάφραση που προανέφερα), είπε ότι, για τον καθορισμό των αποτελεσμάτων της συμπεριφοράς της CSC και της ICI, η αγορά της αιθαμβουτόλης μπορούσε να θεωρηθεί ως αγορά αυτή καθαυτή, διότι, μεταξύ άλλων, η αιθαμβουτόλη χρησιμοποιείτο σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα κατά της φυματίωσης και είναι περισσότερο συμπληρωματικό παρά ανταγωνιστικό προϊόν.
Προς αντίκρουση του συμπεράσματος αυτού προσκομίστηκαν αποδείξεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Αλλά οι αποδείξεις αυτές, κατά τη γνώμη μου, στο μέτρο που αφορούν το συμπέρασμα αυτό, το επιβεβαιώνουν αντί να το κλονίζουν. Έτσι, σε άρθρο του Δρος Virchow, Ιατρικού διευθυντή μιας κλινικής κατά της φυματίωσης στο Davos (παράρτημα IX του δικογράφου της προσφυγής της CSC), ο συγγραφέας υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα της συνδυασμένης χρησιμοποίησης των φαρμάκων κατά της φυματίωσης και εκθέτει τους πιθανούς συνδυασμούς φαρμάκων που μπορούν να χορηγηθούν σε έναν ασθενή, εξετάζοντας «τον τρόπο επενέργειας, την αμοιβαία αντίστασή τους, τις παρενέργειες και το αν συμβιβάζονται μεταξύ τους». Αναφέρει συνδυασμούς που περιλαμβάνουν την αιθαμβουτόλη, οι οποίοι είναι, κατ' αυτόν, οι «πιο ενδεδειγμένοι». Αυτό κάθε άλλο παρά δείχνει ότι τα φάρμακα αυτά μπορούν να αντικαθιστούν το ένα το άλλο. Δείχνει μάλλον ότι καθένα έχει τις δικές του ιδιότητες, τις οποίες πρέπει να λαμβάνει υπόψη ο ιατρός όταν χορηγεί συνταγές.
Το ίδιο ισχύει για το παράρτημα Χ του δικογράφου της προσφυγής της CSC, δηλαδή ανακοίνωση του American Medical Association's Council on Drugs, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό του ιατρικού αυτού συλλόγου της 17ης Απριλίου 1972. Η ανακοίνωση αυτή τιτλοφορείται «Εκτίμηση των αποτελεσμάτων της νέας φαρμακευτικής ουσίας κατά της φυματίωσης: Rifampin (Rifadin, Rimactane).» Η αποδεικτική της αξία αποδυναμώνεται κάπως από το γεγονός ότι περιέχει την προειδοποίηση ότι «Η ανακοίνωση αυτή είναι μία προκαταρκτική εκτίμηση της νέας φαρμακευτικής ουσίας και στηρίζεται στις υπάρχουσες ενδείξεις. Δεν εκφράζει κατ' ανάγκη την τελική γνώμη του Συμβουλίου Φαρμάκων, ούτε σημαίνει παραδοχή ή έγκριση της ουσίας αυτής.» Εν πάση περιπτώσει η ανακοίνωση αυτή εκφράζει και την εξής γνώμη: «Το Rifampin πρέπει να χορηγείται συγχρόνως με μία ή προτιμότερα δύο άλλες φαρμακευτικές ουσίες κατά της φυματίωσης (π.χ. isoniazid, αιθαμβουτόλη, στρεπτομυκίνη)· η επιλογή τους θα πρέπει να γίνεται βάσει εξετάσεων σχετικά με την ευαισθησία στα βακτηρίδια και σε συνάρτηση με το γεγονός ότι δεν έχουν χορηγηθεί στο παρελθόν τέτοιες ουσίες στον ασθενή.»
Η CSC και η ICI στηρίζονται επίσης σε ορισμένες στατιστικές (που αναφέρονται στο παράρτημα XI του δικογράφου της προσφυγής της CSC) με τις οποίες επιδιώκεται ν' αποδειχθεί ότι τα ιδιοσκευάσματα με βάση την αιθαμβουτόλη δεν είναι τα πλέον χρησιμοποιούμενα από τα φάρμακα κατά της φυματίωσης. Αυτό πράγματι αποδεικνύουν οι στατιστικές αυτές. Αλλά δείχνουν επίσης ότι τα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται σε σημαντικό βαθμό.
Γι' αυτό κρίνω, κύριοι δικαστές, ότι οι αιτιάσεις της CSC και της ICI κατά του κύρους της απόφασης της Επιτροπής είναι αβάσιμες, στο μέτρο που στηρίζονται στον ισχυρισμό ότι η αγορά που πρέπει να ληφθεί υπόψη στην περίπτωση αυτή είναι εκείνη του συνόλου των φαρμάκων κατά της φυματίωσης.
2. Είχε ο όμιλος CSC-ICI μονοπώλιο παραγωγής και πωλήσεως 1-νιτροπροπανίου και αμινοβουτανόλης;
Η CSC και η ICI αμφισβητούν στη συνέχεια το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι και οι δύο μαζί κατέχουν το διεθνές μονοπώλιο παραγωγής και πωλήσεως 1-νιτροπροπανίου και αμινοβουτανόλης. Κύριο επιχείρη-μά τους είναι ότι η Επιτροπή κατέληξε σ' αυτό το συμπέρασμα χωρίς την ενδεικνυόμενη έρευνα των γεγονότων. Στη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής, η CSC και η ICI αμφισβήτησαν ότι κατείχαν ένα τέτοιο μονοπώλιο, αλλά δεν προσκόμισαν κανένα αποδεικτικό στοιχείο επί του θέματος αυτού. Αυτό μπορεί να συνέβη εξαιτίας του λίγου χρόνου που τους παραχώρησε η Επιτροπή για την υποστήριξη των απόψεών τους, ζήτημα στο οποίο θα επανέλθω. Εν πάση περιπτώσει, το συμπέρασμα της Επιτροπής βασίστηκε, απ' ό, τι αντιλαμβάνομαι, στα στοιχεία που προσκόμισε η Zoja, σχετικά με τα αποτελέσματα των ερευνών της σε παγκόσμια κλίμακα για την προμήθεια 1-νιτροπροπανίου ή αμινοβουτανόλης.
Η σχετική αλληλογραφία της Zoja είναι προσαρτημένη στο υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής στην υπόθεση 7/73 (παράρτημα 2) και είναι πολύ πειστική. Θα ήταν δύσκολο υπό τις συνθήκες αυτές να καταλήξει η Επιτροπή σε άλλο συμπέρασμα εκτός από αυτό στο οποίο κατέληξε. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου η CSC και η ICI προσκόμισαν εκθέσεις εμπειρογνωμόνων που συνέταξαν οι καθηγητές Pietra, Corbellini και Macchioni και ο τεχνικός σύμβουλος της ίδιας της CSC, Δρ Martin, για να αποδείξουν ότι είναι δυνατή η παραγωγή αμινοβουτανόλης και με άλλες μεθόδους, εκτός από αυτήν που βασίζεται στο 1-νιτροπροπάνιο (βλέπε παραρτήματα VI, Χ και XI του δικογράφου της προσφυγής της ICI και παράρτημα XV του υπομνήματος απαντήσεως της CSC). Αλλά όλα αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία αναφέρονται μόνο στη δυνατότητα εργαστηριακής παρασκευής. Παρά την υποστήριξη του αντιθέτου από την CSC και την ICI στα υπομνή-ματά τους, κανείς από αυτούς τους εμπειρογνώμονες δεν αναφέρει ότι η αμινοβουτανόλη παράγεται πράγματι σε βιομηχανική κλίμακα με κάποια από αυτές τις μεθόδους. Η CSC και η ICI προσκόμισαν επίσης ένα έγγραφο (παράρτημα VIII του δικογράφου της προσφυγής της CSC) οργανισμού που ονομάζεται «International Business & Research» του Coral Gables της Florida, το οποίο αναφέρει ότι ο οργανισμός αυτός «πειραματίζεται μία νέα μέθοδο παρασκευής» της αμινοβουτανόλης. Το έγγραφο εκφράζει «τη βεβαιότητα ότι όταν τελειοποιηθεί η μέθοδος αυτή, θα είναι κατά πάσα πιθανότητα η πιο οικονομική της αγοράς» και συμπεραίνει ότι η CSC «μπορεί να ωφεληθεί πολύ συνεργαζόμενη» με την International Business & Research «για την περαιτέρω βελτίωση του συστήματος αυτού». Δεν νομίζω, κύριοι δικαστές, ότι χρειάζεται οποιοδήποτε σχόλιο για αυτό το αποδεικτικό στοιχείο.
Μεγαλύτερη σημασία έχει το γεγονός που επικαλείται η CSC και η ICI ότι η αμινοβουτανόλη παράγεται βιομηχανικά από μία ιταλική εταιρία, την Polifarm SpA. Φαίνεται ωστόσο ότι η εταιρία αυτή δεν εμπορεύεται σημαντικές ποσότητες αμινοβου-τανόλης, διότι η παραγωγή της είναι μικρή και προορίζεται κυρίως για μία άλλη εταιρία του ίδιου ομίλου, η οποία είναι παραγωγός αιθαμβουτόλης.
Στα υπομνήματα απαντήσεώς τους, η CSC και η ICI μνημόνευσαν για πρώτη φορά έναν άλλο παραγωγό 1-νιτροπροπανίου και αμινοβουτανόλης της ΕΟΚ, δηλαδή την «Societé Chimique de la Grande Paroisse» του Παρισιού. Αλλά, εκτός από το ότι δεν προσκομίζουν κανένα αποδεικτικό στοιχείο, δεν αναφέρουν τίποτε ούτε σχετικά με το μέγεθος της παραγωγής της, ούτε περί του χρόνου ενάρξεως της. Η Επιτροπή υποστηρίζει στο υπόμνημα αυταπαντήσεώς της ότι, από τις έρευνες που διενήργησε, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η «Societé Chimique de la Grande Paroisse» δεν έχει κατασκευάσει παρά μία πειραματική βιομηχανική μονάδα παρασκευής νιτροπροπα-νίου, η οποία της παρέχει τη δυνατότητα παρασκευής λίγων χιλιόγραμμων κάθε φορά, και αυτό μόνο πρόσφατα. Η Επιτροπή αναφέρει ότι έχει έκθεση που το αποδεικνύει και η οποία είναι στη διάθεση του Δικαστηρίου, αλλά αυτή περιλαμβάνει επίσης στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να αποκαλύψουν εμπορικά μυστικά. Δεν νομίζω, κύριοι Δικαστές, ότι χρειάζεται να ζητηθεί να προσκομισθεί η έκθεση αυτή. Κρίνω ότι τα επιχειρήματα και τα αποδεικτικά στοιχεία της CSC και της ICI σ' αυτό το σημείο της υποθέσεως δεν είναι στο σύνολό τους πειστικά.
3. Αποτελούσαν το 1-νιτροπροπάνιο και η αμινοβουτανόλη τις κύριες πρώτες ύλες για την παραγωγή αιθαμβουτόλης σε βιομηχανική κλίμακα;
Ένα αποφασιστικό συμπέρασμα στην απόφαση της Επιτροπής ήταν ότι η αιθαμβουτόλη, για να μπορεί να διατίθεται ανταγωνιστικά στην αγορά, δεν μπορούσε να παρασκευαστεί σε βιομηχανική κλίμακα από οποιαδήποτε άλλη πρώτη ύλη, εκτός από 1-νιτροπροπάνιο και αμινοβουτανόλη. Και αυτό το συμπέρασμα αμφισβητείται από την CSC και την ICI, λόγω του ότι η Επιτροπή κατέληξε σε αυτό χωρίς επαρκή έρευνα.
Και σε αυτό το σημείο η CSC και η ICI στηρίζονται στις εκθέσεις των εμπειρογνωμόνων που προανέφερα. Στηρίζονται επίσης σε δήλωση που περιέχεται σε επιστολή, απευθυνόμενη στην ICI από μία εταιρία που ονομάζεται «Fallek Petrochemical (Europe) CV» του Αμστερνταμ, η οποία αναφέρει ότι στην Ανατολική Ευρώπη χρησιμοποιείται η θειοφαινόλη σαν ενδιάμεσο προϊόν για την παραγωγή αιθαμβουτόλης (παράρτημα VIII του δικογράφου της προσφυγής της ICI)· επικαλούνται επίσης το γεγονός ότι η Polifarm SpA παρασκευάζει αμινοβουτανόλη με μία μέθοδο που βασίζεται στη μεθυλ-αιθυλ-κετόνη και εκφράζουν την άποψη ότι πιθανώς η Bulciago χρησιμοποιεί την ίδια μέθοδο.
Η Επιτροπή αντιτείνει σ' αυτό ότι, καταρχάς, η έκθεση του πραγματογνώμονα καθηγητή Cardani αναφέρει ότι η παραγωγή της αμινοβουτανόλης από τη μεθυλ-αιθυλ-κετόνη είναι πολύ πιο δαπανηρή από ό, τι η παραγωγή της από το 1-νιτροπροπάνιο (παραρτήματα 3 και 4 του υπομνήματος αντικρούσεως της Επιτροπής στην υπόθεση 7/73). Επίσης ότι, αφού ρωτήθηκε, η Bulciago αρνήθηκε να αποκαλύψει τη φύση της μεθόδου της, επιβεβαίωσε όμως ότι δεν ήταν ακόμη ανταγωνιστική. Τέλος παρουσιάζει ορισμένα στοιχεία από την αλληλογραφία που αντάλλαξε η Zoja με την Fallek Petrochemical (Europe), με ημερομηνία μεταγενέστερη από αυτήν της επιστολής της τελευταίας προς την ICI, τα οποία αναιρούν την εντύπωση που σχηματίζει κανείς από την ανάγνωση της επιστολής αυτής (παράρτημα 5).
Η πληρέστερη ίσως απόδειξη υπέρ της Επιτροπής, σχετικά με το σημείο αυτό, είναι το γεγονός ότι, αναντίρρητα, οι τρεις κύριοι παραγωγοί αιθαμβουτόλης στην Κοινότητα, την παρασκευάζουν από αμινοβουτανόλη ή δεξτρο-αμινοβουτανόλη, παράγωγο του 1-νιτροπροπάνιου. Εν πάση περιπτώσει σταθμίζοντας τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κατέληξα, όχι χωρίς δισταγμούς, στο συμπέρασμα ότι, και ως προς αυτό το σημείο, η αιτίαση της CSC και της ΙΟ κατά της απόφασης της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
Έκανε ο όμιλος CSC-ICI κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του;
Το Δικαστήριο θα έχει υπόψη του ότι η Επιτροπή ανέφερε στην απόφασή της ότι η κατάχρηση από τον όμιλο CSC-ICI της δεσπόζουσας θέσης του συνίστατο στο ότι έπαυσε να προμηθεύει τις πρώτες ύλες, των οποίων κατείχε το μονοπώλιο, σε έναν από τους κυριότερους παραγωγούς αιθαμβου-τόλης στην ΕΟΚ, δηλαδή τη Zoja, αυτή δε η συμπεριφορά θα οδηγούσε στον αποκλεισμό της Zoja από την παραγωγή αιθαμβου-τόλης και, συνεπώς, σε περιορισμό του ανταγωνισμού. Εννοείται, νομίζω, από αυτή τη διατύπωση της κατηγορίας, το συμπέρασμα ότι υπήρχε δυσμενής διάκριση σε βάρος της Zoja. Δεν έχω καμία αμφιβολία, κύριοι δικαστές, ότι, αν μία επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά μίας πρώτης ύλης, η επιχείρηση αυτή κάνει κατάχρηση της θέσης αυτής, αν αρνείται χωρίς εύλογη δικαιολογία να προμηθεύσει αυτήν την πρώτη ύλη σε συγκεκριμένο χρήστη της. Η κατάσταση θα μπορούσε, νομίζω, να είναι διαφορετική, αν η ίδια η πρώτη ύλη ήταν ένα παρασκευαζόμενο προϊόν που να υπήρχε μόνο χάρη στις έρευνες και την τεχνολογική ανάπτυξη της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχείρησης και αν η επιχείρηση αυτή αποφάσιζε να μην την πωλεί σε άλλους, αλλά να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της, καλύπτοντας μόνη της όλη τη ζήτηση του τελικού προϊόντος, ή του προϊόντος το οποίο αναφέρεται στην υπόθεση αυτή ως «ημικατεργασμένο προϊόν». Κάποια στιγμή μου φάνηκε ότι η CSC και η ICI θα μπορούσαν να στηρίξουν της υπεράσπισή τους σε μία τέτοια αρχή. Μετά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας, το Δικαστήριο τους έθεσε ορισμένες ερωτήσεις, ώστε να αποσαφηνιστεί το αληθινό περιεχόμενο και η φύση της απόφασης, την οποία η CSC ισχυρίζεται ότι έλαβε στις αρχές του 1970, καθώς και οι βαθύτεροι εμπορικοί και τεχνικοί λόγοι που την οδήγησαν στη λήψη της απόφασης αυτής· και, στο τέλος της προφορικής διαδικασίας, ζήτησα περισσότερες πληροφορίες από την CSC επ' αυτού του θέματος, αποβλέποντας ιδιαίτερα στο να εξακριβώσω αν όλοι οι πελάτες της CSC και της ICI αντιμετώπισαν την ίδια συμπεριφορά, ή αν έναντι της Zoja η συμπεριφορά τους ήταν διαφορετική.
Κατά τη γνώμη μου, οι απαντήσεις που έδωσαν η CSC και η ICI στις ερωτήσεις αυτές κάθε άλλο παρά δείχνουν ότι δεν υπήρξε δυσμενής διάκριση έναντι της Zoja. Αφήνουν, για παράδειγμα, να εννοηθεί σαφώς ότι η CSC προμηθεύει δεξτρο-αμινο-βουτανόλη στην «Cyanamid Italia», πράγμα το οποίο η Επιτροπή αναφέρει ως γεγονός. Υποστηρίχθηκε στην προφορική διαδικασία υπέρ της CSC και της ICI ότι ο λόγος θα μπορούσε να είναι το ότι η Zoja ποτέ δεν ζήτησε να προμηθευτεί δεξτρο-αμινοβουτα-νόλη. Όμως είχε γίνει δεκτό ότι ούτε χύμα αιθαμβουτόλη είχε ποτέ ζητήσει η Zoja, και όμως αυτό το προϊόν της προσφέρθηκε προς πώληση (βλέπε τα πρακτικά της προφορικής διαδικασίας σ. 44-46).
Το μόνο πραγματικό επιχείρημα που πρότειναν η CSC και η ICI για την υπεράσπισή τους, σε αυτό το σημείο της υπόθεσης, ήταν, στην ουσία, ότι δεν έκαναν κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης τους, διότι η Zoja ήταν απλώς ένας παραγωγός «ιδιο σκευασμάτων» με βάση την αιθαμβουτόλη και ότι αυτές ήταν έτοιμες και πρόθυμες να την εφοδιάσουν με όσες ποσότητες χύμα αιθαμβουτόλης ήθελε για την παραγωγή των ιδιοσκευασμάτων αυτών.
Η CSC και η ICI, αφενός και η Επιτροπή, αφετέρου, εκφράζουν αντίθετες απόψεις για το αν η Zoja πωλεί στην πραγματικότητα μόνο ιδιοσκευάσματα με βάση την αιθαμβουτόλη, ή αν πωλεί επίσης χύμα αιθαμβουτόλη. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Zoja πωλεί αιθαμβουτόλη χύμα και αυτό έχει διαπιστώσει στην απόφασή της. Η CSC και η ICI αρνούνται αυτό το γεγονός. Κανένας από τους δύο διαδίκους δεν προσκόμισε το παραμικρό αποδεικτικό στοιχείο επ' αυτού του σημείου. Το Δικαστήριο θα μπορούσε, βέβαια, ακομη και σ' αυτό το τελευταίο στάδιο, να καλέσει τους διαδίκους να προσκομίσουν αποδείξεις επ' αυτού: βλέπε άρθρα 60 και 61 του κανονισμού διαδικασίας.
Όμως, δεν το θεωρώ απαραίτητο για δύο λόγους. Πρώτον, πιστεύω ότι το πρόβλημα θα μπορούσε να επιλυθεί σύμφωνα με τους κανόνες περί του ποιος φέρει το βάρος της αποδείξεως. Πιστεύω, όπως έκρινε το Δικαστήριο στις υποθέσεις 8 έως 11/66 των «τσιμεντοβιομηχανιών» (ECR 1967, σ. 117), ότι, στις διοικητικές διαδικασίες ενώπιον της Επιτροπής, κατά το άρθρο 85 ή το άρθρο 86, το βάρος της αποδείξεως φέρει η Επιτροπή, υπό την έννοια ότι είναι καθήκον της Επιτροπής να βεβαιωθεί ότι αποδεικνύονται όλα τα πραγματικά περιστατικά που πρέπει να υφίστανται για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου. Όμως πιστεύω ότι ο ασκών προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 173, φέρει εκείνος το βάρος της αποδείξεως ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν είναι σωστά θεμελιωμένη. Αν υποστηρίζει ότι η διαπίστωση από την Επιτροπή ενός πραγματικού περιστατικού στην υπό-θεσή του είναι λανθασμένη, αυτός οφείλει, κατά τη γνώμη μου, να προσκομίσει αποδείξεις γι' αυτό το ζήτημα, ή να αποδείξει ότι η διαπίστωση δεν βασιζόταν σε αποδεικτικά στοιχεία, ή ότι αυτά ήταν ανεπαρκή ή άσχετα ή ότι βασιζόταν σε στοιχεία που η Επιτροπή παρερμήνευσε, που είναι ίσως το ίδιο πράγμα. Ασφαλώς, αν ένα πραγματικό περιστατικό είναι τέτοιας φύσεως ώστε να πρέπει να το γνωρίζει η Επιτροπή μάλλον παρά ο προσφεύγων, δεν απαιτούνται πολλά για να μεταφερθεί το βάρος στην Επιτροπή. Αλλά στην υπό κρίση υπόθεση, ούτε η CSC, ούτε η ICI έκαναν την παραμικρή απόπειρα να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους κατά τον οποίο, αντίθετα προς τη διαπίστωση της Επιτροπής, η Zoja πωλούσε μόνο ιδιοσκευάσματα.
Δεύτερον, δεν πιστεύω ότι το ζήτημα αν η Zoja πωλούσε ή όχι χύμα αιθαμβουτόλη είναι πράγματι ουσιαστικό. Το κύριο σημείο της υπόθεσης είναι ότι ήταν παραγωγός αι-θαμβουτόλης και ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, ήταν παράνομη η άρνηση του κατέχοντος το μονοπώλιο στην προμήθεια πρώτων υλών για την παραγωγή αιθαμβου-τόλης να προμηθεύσει στην επιχείρηση αυτή κάθε πρώτη ύλη απαραίτητη γι' αυτήν την παραγωγή.
Δεν έχω την πρόθεση, κύριοι δικαστές, να σας απασχολήσω επί μακρόν αρχίζοντας μία συζήτηση σχετικά με τη νομολογία και τη θεωρία γι' αυτό το θέμα. Η συγκεκριμένη περίπτωση αφορά ουσιαστικά την ερμηνεία του άρθρου 86. Η άρνηση εφοδιασμού δεν αναφέρεται ρητά στο άρθρο αυτό, αλλά, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο στην απόφαση Continental Can (ECR, 1973, σ. 245-247), οι καταχρηστικές συμπεριφορές που παρατίθενται στο άρθρο αυτό αποτελούν μόνο παραδείγματα. Η έννοια της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης πρέπει να ερμηνευτεί υπό το φως του άρθρου 3, στ της Συνθήκης το οποίο απαιτεί ρητά να μη νοθεύεται ο ανταγωνισμός στην Κοινή Αγορά, και συνεπώς πολύ περισσότερο εννοείται ότι δεν πρέπει να εξαλείφεται.
Επιπλέον το άρθρο 86, στοιχείο γ προβλέπει ότι μία τέτοια κατάχρηση μπορεί να συνίσταται ιδιαίτερα στην «εφαρμογή ανίσων όρων επί ισοδυνάμων παροχών έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό». Πολύ περισσότερο μπορεί να θεωρηθεί ως κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης για μία επιχείρηση η άρ-νησή της να προμηθεύσει σε έναν εμπορικώς συναλλασσόμενο πρώτες ύλες, τις οποίες η δεσπόζουσα επιχείρηση προμηθεύει σε άλλους που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, με αποτέλεσμα αυτός να περιέρχεται σε μειονεκτική θέση.
Η CSC και η ICI δεν ανέφεραν καμία πηγή δικαίου προς υποστήριξη των επιχειρημάτων τους επ' αυτού του σημείου της υπόθεσης. Η Επιτροπή ορθώς αναφέρει μία έκθεση επί της «άρνησης πωλήσεως», που συντάχθηκε το 1969 από την επιτροπή εμπειρογνωμόνων των περιοριστικών πρακτικών του ΟΟΣΑ. Η έκθεση αυτή δείχνει ότι στη Γαλλία κάθε άρνηση πωλήσεως είναι παράνομη, εκτός αν δικαιολογείται από ειδικούς λόγους που αναγνωρίζονται από το νόμο. Κανείς από αυτούς τους λόγους δεν αντιστοιχεί με αυτούς που εξέθεσαν η CSC και η ICI στην υπό κρίση υπόθεση.
Σε άλλα κράτη μέλη του ΟΟΣΑ υπάρχουν νομοθετικές ρυθμίσεις διαφόρων ειδών, που επιτρέπουν την ανάληψη δράσεως σε περίπτωση άρνησης πωλήσεως εκ μέρους μιας επιχείρησης που κατέχει μονοπώλιο ή δεσπόζουσα θέση, όταν μια τέτοια άρνηση είναι αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον. Στις χώρες αυτές περιλαμβάνεται το Βέλγιο, η Γερμανία, η Δανία, οι Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι στην παράγραφο 33 της Έκθεσης επί της «άρνησης πωλήσεως», που συντάχθηκε από την United Kingdom Monopolies Commission το 1970 (CMND 4372), η επιτροπή αυτή αναφέρει την περίπτωση ενός καθέτως οργανωμένου προμηθευτή, ο οποίος δεν ασκεί εμπορία κάτω από λογικά ανταγωνιστικές συνθήκες και ο οποίος αρνείται να εφοδιάσει τους ανταγωνιστές του, παρουσιάζοντάς την ως υπόθεση που απαιτεί να ερευνηθεί περαιτέρω. Πέρα από αυτό το νομικό υπόβαθρο, δεν θεωρώ αναγκαίο, κύριοι δικαστές, να αναφέρω πηγές από άλλες χώρες, όπως οι ΗΠΑ, για να δικαιολογήσω την άποψη ότι δεν θα είναι καθόλου εντυπωσιακό αν το Δικαστήριο επικυρώσει την ερμηνεία του άρθρου 86, στην οποία η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της στην υπό κρίση υπόθεση.
Επηρέασε η κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης των CSC-ICI το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών;
Η CSC και η ICI προσβάλλουν τη διαπίστωση της Επιτροπής ότι η δράση τους επηρέασε το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, προβάλλοντας δύο επιχειρήματα. Πρώτον, αναφέρουν (και παραθέτω από το κείμενο της προσφυγής της CSC τη σ. 21):
«Στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, η φυματίωση έχει καταλήξει να είναι σπάνια ασθένεια. Οι πραγματικές αγορές για τα φάρμακα κατά της φυματίωσης είναι οι υπό ανάπτυξη χώρες, όπου η φυματίωση είναι ακόμη διαδεδομένη. Σύμφωνα με τις καλύτερες εκτιμήσεις της CSC, η Zoja πωλεί μικρό μόνο μέρος της παραγωγής της εντός της ΕΟΚ.»
Μου φαίνεται, κύριοι δικαστές, ότι αυτή η δήλωση αναφέρεται περισσότερο στο βαθμό στον οποίο επηρεάστηκε το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, παρά στο αν αυτό επηρεάστηκε καθόλου. Προτείνω τούτο να εξεταστεί, όταν θα φθάσω στο πρόβλημα της ορθότητας της αποφάσεως της Επιτροπής, όσον αφορά τα πρόστιμα που επέβαλε στην CSC και την ICI και την υποχρέωση που τους επιβλήθηκε να αρχίσουν να εφοδιάζουν πάλι τη Zoja.
Ο άλλος ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζονται η CSC και η ICI για να προσβάλουν τη διαπίστωση της Επιτροπής σχετικά με το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, αναφέρεται στο δικόγραφο της προσφυγής της CSC (επίσης στη σελίδα 21) ως εξής: «Το εμπόριο μεταξύ της Ιταλίας και των άλλων κρατών μελών της ΕΟΚ παρεμποδίζεται από δικαιώματα ευρεσιτεχνίας που κατέχει η American Cyanamid σε αυτά τα κράτη… Τα δικαιώματα αυτά της American Cyanamid υπάρχουν παντού στην ΕΟΚ, εκτός από την Ιταλία — όπου δεν είναι δυνατή η ύπαρξη δικαιώματος ευρεσιτεχνίας σχετικά με τα φαρμακευτικά προϊόντα — και στο Λουξεμβούργο — για το οποίο δεν υπάρχει εμπορικό ενδιαφέρον, αφού αποτελεί από οικονομική άποψη μέρος της βελγικής αγοράς.»
θα απέρριπτα αυτό τον ισχυρισμό, για δύο λόγους. Πρώτον, νομίζω ότι είναι εσφαλμένη η αρχή στην οποία στηρίζεται. Το γεγονός απλώς και μόνον ότι μία επιχείρηση δικαιούται να περιορίζει το εμπόριο μιας άλλης, ασκώντας τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας της, δεν σημαίνει ότι μια τρίτη είναι επίσης ελεύθερη να το περιορίζει, κάνοντας κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της. Το γεγονός ότι κάποιος πνίγεται δεν δίνει σε κάποιον άλλο το δικαίωμα να τον πυροβολήσει. Επιπλέον, η ύπαρξη δι-καιωμάτων ευρεσιτεχνίας δεν οδηγεί αναγκαστικά στην έλλειψη ανταγωνισμού. Μια έντονη επεξήγηση αυτού περιέχεται στην υπόθεση «Pfizer Corporation/Ministry of Health» (1965) A.C. 512, όπου η Βουλή των Λόρδων έκρινε ότι, δυνάμει του άρθρου 46 του Patents Act 1949 του Ηνωμένου Βασιλείου, ο εφοδιασμός σε φάρμακα του «National Health Service» στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν μπορεί να περιοριστεί με την άσκηση δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας. Ακόμη και στις χώρες όπου δεν υπάρχει παρόμοια νομοθεσία, προβλέπεται συνήθως από το νόμο υποχρεωτική παραχώρηση δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως σε ορισμένες περιπτώσεις. Πράγματι, δεν είναι άγνωστη η περίπτωση όπου ένας κάτοχος δικαιώματος ευρεσιτεχνίας βρίσκει οικονομικά συμφέρουσα την παραχώρηση δικαιώματος εκμετάλλευσης σε κάποιον ανταγωνιστή του, με αποτέλεσμα τα προϊόντα του δικαιούχου και εκείνου στον οποίο παραχωρήθηκε η άδεια εκμεταλλεύσεως να ανταγωνίζονται το ένα το άλλο στην αγορά.
Δεύτερον, τα πραγματικά περιστατικά, όπως έχουν εκτεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου — και από τα οποία τα περισσότερα δεν αμφισβητούνται — απλώς δεν στηρίζουν τον ισχυρισμό ότι το εμπόριο στο εσωτερικό της Κοινής Αγοράς παρεμποδίζεται από τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας της American Cyanamid. Αποδεικνύουν μόνον ότι η Zoja και η American Cyanamid έχουν εμπλακεί σε δικαστικές διαφορές σε παγκόσμια κλίμακα, σχετικά με τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας τους, η κατάληξη των οποίων είναι αβέβαιη. Στη Γαλλία, κατά μιας ευνοϊκής για τη Zoja απόφασης του Cour d'appel του Παρισιού έχει ασκηθεί αναίρεση ενώπιον του Cour de cassation.
Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ποια θα είναι η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου. Στη Γερμανία φαίνεται ότι εκκρεμούν πολλές δίκες, από τις οποίες καμία δεν έχει καταλήξει σε απόφαση, αν και φαίνεται ότι η Zoja πέτυχε ορισμένες ευνοϊκές γι' αυτήν παρεμπίπτουσες αποφάσεις. Στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν παραχωρηθεί διπλώματα ευρεσιτεχνίας στη American Cyanamid, και στις δύο περιπτώσεις κατόπιν αιτήσεως όπου κάθε μια είχε αντιταχθεί στην άλλη. Κάθε μία από τις επιχειρήσεις ζήτησε από το δικαστήριο την ανάκληση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας που είχε παραχωρηθεί στην άλλη. Και στις δύο περιπτώσεις οι αιτήσεις βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της προδικαστικής απόφασης με την οποία διατάχτηκαν αποδείξεις. Διεξάγονται επίσης δίκες στην Ιαπωνία και στην Κορέα, στις οποίες φαίνεται ότι η Zoja είχε κάποια αρχική επιτυχία. Η CSC και η ICI ισχυρίζονται ότι δεν πρέπει να δοθεί καμία σημασία στην κατάσταση των υποθέσεων οι οποίες εκκρεμούσαν σε χώρες άλλες εκτός από αυτές που ήταν μέλη της ΕΟΚ κατά το χρόνο της υποτιθέμενης παράβασης του άρθρου 86.
Όμως δεν νομίζω ότι είναι έτσι, διότι η κατάσταση των υποθέσεων αυτών επιβεβαιώνει την εντύπωση ότι τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας της American Cyanamid είναι κάθε άλλο παρά απρόσβλητα.
Είχε η Επιτροπή εξουσία να επιβάλει στον όμιλο CSC-ICI συγκεκριμένη υποχρέωση για τον εφοδιασμό της Zoja;
Η CSC και η ICI υποστηρίζουν οτι η Επιτροπή δεν είχε εξουσία να τους επιβάλει να προμηθεύσουν, μέσα σε ορισμένο χρονικό διάστημα, μία καθορισμένη ποσότητα ορισμένου προϊόντος και σε τιμή όχι μεγαλύτερη από την καθορισμένη. Παραδέχονται ότι μία τέτοια εξουσία επιβολής συγκεκριμένης υποχρέωσης αυτού τους είδους σε υποθέσεις ανταγωνισμού δεν είναι άγνωστη στις νομοθεσίες των κρατών μελών — αναφέρουν για παράδειγμα το άρθρο 24 του ολλανδικού νόμου περί του «οικονομικού ανταγωνισμού» — αλλά ισχυρίζονται ότι, για να απονεμηθεί στην Επιτροπή μία τέτοια εξουσία, θα ήταν απαραίτητο αυτό να αναφέρεται ρητά σε έναν από τους κανονισμούς που εκδίδει το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 87 της Συνθήκης.
Αναφέρουν ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1 του κανονισμού 17, στον οποίο στηρίζεται η Επιτροπή, απλώς παρέχει την εξουσία στην Επιτροπή να διατάσσει την παύση ορισμένης συμπεριφοράς, με γενική διατύπωση και ότι, αν ήταν διαφορετικά, πολλές από τις άλλες διατάξεις του κανονισμού 17 δεν θα ήταν αναγκαίες. Δεν μπορώ να δεχτώ, κύριοι δικαστές, αυτό το επιχείρημα. Το άρθρο 3, παράγραφος 1 αναφέρει τα εξής:
«Αν η Επιτροπή διαπιστώσει, κατόπιν αιτήσεως ή αυτεπαγγέλτως, παράβαση των διατάξεων του άρθρου 85 ή του άρθρου 86 της συνθήκης, δύναται να υποχρεώσει με απόφαση τις συμμετέχουσες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων να παύσουν τη διαπιστωθείσα παράβαση.»
Κατά τη γνώμη μου θεωρώ χρήσιμο για την ερμηνεία της διάταξης αυτής να ληφθεί επίσης υπόψη η παράγραφος 3 του ιδίου άρθρου. Αυτή έχει ως εξής:
«Υπό την επιφύλαξη των άλλων διατάξεων του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή δύναται, προ της εκδόσεως αποφάσεως κατά την παράγραφο 1, να απευθύνει στις συμμετέχουσες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων συστάσεις για την παύση της παραβάσεως.»
Μου φαίνεται προφανές ότι οι συστάσεις που γίνονται βάσει της παραγράφου 3 πρέπει να είναι συγκεκριμένες. Μία σύσταση για την παύση της παράβασης, διατυπωμένη γενικά, δεν θα είχε αποτέλεσμα. Θα ήταν πράγματι περίεργο, αν, μετά τις βάσει της παραγράφου 3 συγκεκριμένες συστάσεις, δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν, όπου υπήρχε ανάγκη, συγκεκριμένες επιταγές βάσει του άρθρου 1.
Δέχομαι το επιχείρημα της Επιτροπής ότι, ο λόγος για τον οποίο το άρθρο 3, παράγραφος 1 διατυπώθηκε με γενικούς όρους ήταν το ότι οι παραβάσεις των άρθρων 85 και 86 μπορούν να γίνουν με τόσο πολλούς διαφορετικούς τρόπους, ώστε θα ήταν αδύνατο για τους συντάκτες του κανονισμού να δώσουν έναν κατάλογο των μέτρων που θα μπορούσε να διατάξει η Επιτροπή, με σκοπό να παύσουν οι παραβάσεις αυτές.
Ακόμη νομίζω ότι δεν πρέπει να παραβλέπεται το ότι, όπως σημειώθηκε από τον Λόρδο Upjohn στην υπόθεση Morris/Redland Bricks Ltd (1970) AC 652, σ. 666-667, είναι γενικά άδικο για ένα άτομο να υποχρεώνεται να προβεί σε μία πράξη, χωρίς να προσδιορίζεται ακριβώς τι πρέπει να κάνει για να συμμορφωθεί προς την επιταγή αυτή. Αν στην υπό κρίση υπόθεση η Επιτροπή είχε απευθύνει διαταγή με γενική διατύπωση, με την οποία να ζητούσε από την CSC και την ICI να παύσουν την παράβαση, αυτό θα σήμαινε ασφαλώς ότι αυτές θα έπρεπε να ξαναρχίσουν να εφοδιάζουν τη Zoja. Αλλά αυτές δεν θα μπορούσαν να συμπεράνουν από αυτό ούτε ποιες ποσότητες, ούτε ποιο προϊόν έπρεπε να προμηθεύσουν στη Zoja, ούτε σε ποια τιμή, έτσι ώστε να συμμορφωθούν προς τη διαταγή αυτή. Καθώς η χρηματική ποινή της μη συμμόρφωσης ανερχόταν σε 1000 λ.μ. την ημέρα, μία τέτοια διαταγή θα είχε σαν αποτέλεσμα να περιέλθουν αυτές σε απαράδεκτη θέση. Δεν νομίζω ότι θα έπρεπε να αποδοθεί στους συντάκτες του κανονισμού 17 η πρόθεση να επιβάλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να περιάγει τις επιχειρήσεις σε μία τέτοια θέση.
Ασκήθηκε η εν λόγω εξουσία σύννομα από την Επιτροπή;
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 86, η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης συνιστά παράβαση του άρθρου αυτού μόνο «κατά το μέτρο που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών». Έπεται ότι η Επιτροπή είχε εξουσία να διατάξει τη CSC και την ICI να επαναλάβουν τον εφοδιασμό της Zoja, μόνο κατά το μέτρο που η παύση αυτή του εφοδιασμού θα μπορούσε να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Η CSC και η ICI παραπονούνται ότι η Επιτροπή παρέβλεψε αυτό το σημείο κατά τη λήψη της απόφασής της. Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα, κύριοι δικαστές, ότι το παράπονο αυτό είναι θεμελιωμένο.
Η Επιτροπή θεώρησε ως αποδεδειγμένο το ότι η Zoja πωλούσε τα προϊόντα της και στην ΕΟΚ και σε τρίτες χώρες, αλλά δεν διαπίστωσε ποια ποσότητα από τις πωλήσεις αφορούσε την ΕΟΚ και ποια προοριζόταν για τρίτες χώρες. Η CSC και η ICI λέγουν ότι, σύμφωνα με τις καλύτερες εκτιμήσεις που μπορούν να κάνουν, όχι πάνω από 10 % των πωλήσεων της Zoja αφορούν την ΕΟΚ, ενώ τουλάχιστον 90 % της παραγωγής της προοριζόταν για τρίτες χώρες. Υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να τις διατάξει να εφοδιάσουν τη Zoja με περισσότερες πρώτες ύλες από αυτές που ήταν αναγκαίες για να διατηρήσει την εμπορική της δραστηριότητα στην ΕΟΚ. Αναφέρουν πράγματι — και η Επιτροπή δεν το αμφισβητεί — ότι, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής, έκαναν επανειλημμένα προσφορές της Zoja να την εφοδιάσουν με αρκετή γι' αυτό τον σκοπό αμινοβουτανόλη, αλλά οι προσφορές τους είχαν απορριφθεί από την Επιτροπή.
Η Επιτροπή παραδέχεται ότι παρέβλεψε αυτό το σημείο. Η μόνη παράγραφος στην απόφασή της, στην οποία επιχείρησε να δικαιολογήσει τη διαταγή αυτή περί του εφοδιασμού της Zoja, είναι η εξής:
«Δεδομένου ότι, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να παύσει η παράβαση, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί ο άμεσος εφοδιασμός της Zoja με ορισμένη ποσότητα πρώτων υλών, που να μπορεί, υπό το φως της τελευταίας αίτησης που έκανε η Zoja, να ικανοποιήσει τις πιο επείγουσες ανάγκες της. Πρέπει επίσης, για να διατηρηθούν οι συνθήκες ενός πραγματικού ανταγωνισμού, η Zoja να είναι σε θέση να εξασφαλίσει πιο μακροπρόθεσμες προμήθειες.»
Στο υπόμνημα αντικρούσεως στην υπόθεση 7/73, η Επιτροπή εξηγεί ότι εξέδωσε αυτή τη διαταγή λαμβάνοντας υπόψη δύο παράγοντες.
Ο πρώτος ήταν ότι υπήρχε επείγουσα ανάγκη να δοθεί στη Zoja «σωσίβιο» με τη μορφή του άμεσου εφοδιασμού, οι ποσότητες του οποίου δεν θα μπορούσαν να συζητηθούν.
Ο δεύτερος ήταν, και παραθέτω το κείμενο (από τη σ. 38 του υπομνήματος), ότι ήταν στην ουσία αδύνατο για την Επιτροπή — ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι ήταν νόμιμο από μέρους της να το κάνει — να αναμιχθεί στις λεπτομέρειες της διαχείρισης της Zoja, ώστε να μπορέσει να εκτιμήσει εκείνη, αντί της επιχείρησης, τον όγκο του εφοδιασμού που της ήταν απαραίτητος για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα αυτής της ενέργειας. Εξαιτίας αυτών των παραγόντων, συνεχίζει η Επιτροπή, αυτή καθόρισε τον όγκο του «σωσίβιου» εφοδιασμού με βάση το μέσο όρο των τελευταίων ετήσιων προμηθειών που έλαβε η Zoja από την ICI (δηλ. 80000 χλγ. για το 1969) και της ετήσιας ζήτησης της Zoja για το 1971 (δηλ. 120000 χλγ), μειωμένο στην απαραίτητη ποσότητα για περίοδο τριών έως τεσσάρων μηνών. Έχοντας έτσι εξασφαλίσει την επιβίωση της Zoja, η Επιτροπή περιορίστηκε να ζητήσει, για το μακροπρόθεσμο εφοδιασμό της Zoja, να της κατατεθούν προτάσεις που θα μπορούσαν να συζητηθούν.
Θα έλεγα παρεμπιπτόντως, κύριοι δικαστές, ότι υπό το φως αυτής της εξήγησης, αμφιβάλλω αν η απόφαση της Επιτροπής είναι απολύτως σύμφωνη με τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης, κατά το οποίο οι αποφάσεις της Επιτροπής πρέπει να αναφέρουν τους λόγους στους οποίους βασίζονται. Η επιταγή αυτή έχει ερμηνευτεί από το Δικαστήριο ότι σημαίνει πως η Επιτροπή πρέπει να εκθέτει με σαφήνεια στην απόφασή της τα πραγματικά περιστατικά και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η διαταγή της, έτσι ώστε και οι διάδικοι και το Δικαστήριο να μπορούν να εξακριβώσουν τα κύρια σημεία της συλλογιστικής της Επιτροπής: βλέπε υπόθεση 41/69, AFC Chemiefarma NV κατά Επιτροπής (ECR 1970, σ. 692), και υπόθεση 55/69, Cassella Farbwerke Mainkur AG κατά Επιτροπής (ECR 1972, σ. 914-915). Εν πάση περιπτώσει το κύριο σημείο βρίσκεται στην ακόλουθη παράγραφο του υπομνήματος αντικρούσεως Επιτροπής στην υπόθεση 7/73 (σ. 39):
«Όμως, και αυτό είναι το ουσιώδες, το κριτήριο δεν μπορεί να βασίζεται, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, στη διάκριση μεταξύ των τωρινών πωλήσεων της Zoja που προορίζονται για την Κοινή Αγορά και αυτών που προορίζονται για τρίτες χώρες, διότι αυτό θα παρέβλεπε την ανάγκη να παρασχεθεί εγγύηση ότι η Zoja θα συνεχίσει να είναι βιώσιμη επιχείρηση. Και αυτό γιατί μία σοβαρή μείωση του κύκλου εργασιών της Zoja δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς να επηρεάσει σοβαρά την ανταγωνιστι-κότητά της.»
Κύριοι δικαστές, είναι καλά γνωστό το είδος αυτό των υποθέσεων, όπου προβάλλεται υπέρ μιας επιχειρήσεως ότι το εξαγωγικό της εμπόριο είναι ουσιώδες για τη διατήρηση της εμπορικής της δραστηριότητας στο εσωτερικό της χώρας και αντιστρόφως, διότι η απώλεια είτε του ενός, είτε της άλλης θα μείωνε τον κύκλο εργασιών της μέχρι του σημείου να χάσει την ανταγωνιστι-κότητά της.
Και αν η Επιτροπή είχε κρίνει ως δεδομένο, αποδεικνυόμενο από επαρκή στοιχεία, ότι αυτό συνέβαινε στην περίπτωση της Zoja, και αν το είχε αναφέρει στην απόφασή της, τότε η διαταγή που εξέδωσε θα ήταν υποστηρίξιμη. Όμως η απουσία αυτής της ζωτικής διαπίστωσης ανισχυροποιεί, κατά τη γνώμη μου, τη διαταγή αυτή. Δεν μπορώ να δεχτώ τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι δεν ήταν δυνατό γι' αυτήν να λάβει τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία από τη Zoja.
Θα έλεγα επομένως, έκτός από μία περίπτωση, ότι τα άρθρα 2 και 4 της απόφασης της Επιτροπής πρέπει να ακυρωθούν. Η περίπτωση αυτή είναι ασφαλώς το ότι η CSC συμμορφώθηκε πλήρως προς το άρθρο 2. Κατά συνέπεια, η Zoja έλαβε προμήθειες, οι οποίες δεν είναι δυνατό να της ζητηθεί να επιστραφούν και απέκτησε, όσον αφορά το μεταγενέστερο εφοδιασμό της, συμβατικά δικαιώματα που το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξαφανίσει. Υπ' αυτές τις συνθήκες, το να ακυρωθούν τώρα τα άρθρα 2 και 4 θα ισοδυναμούσε με το κλείσιμο της πόρτας του σταύλου αφού ήδη το άλογο έφυγε.
Επί του προστίμου
Υπ' αυτές τις συνθήκες για να δικαιωθούν η CSC και η ICI νομίζω ότι πρέπει το Δικαστήριο να ακυρώσει το πρόστιμο που τους επιβλήθηκε με το άρθρο 3 της απόφασης. Αμφιβάλλω αν η διαταγή να καταβληθεί αυτό το πρόστιμο θα μπορούσε να διατηρηθεί σε οποιαδήποτε περίπτωση. Το άρθρο 15, παράγραφος 2 του κανονισμού 17 προβλέπει ότι η Επιτροπή, όταν προσδιορίζει το ύψος του προστίμου, πρέπει να λαμβάνει υπόψη «εκτός από τη σοβαρότητα της παραβάσεως και την διάρκειά της». Βρίσκω δύσκολο για την Επιτροπή να μπορεί να εκτιμήσει τη «σοβαρότητα» της παραβάσεως του άρθρου 86, χωρίς προηγούμενο προσδιορισμό της έκτασης κατά την οποία μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών η συμπεριφορά που στοιχειοθετεί αυτή την παράβαση — και αυτό είναι το πράγμα που, αν δεν σφάλλω, η Επιτροπή παρέλειψε να πράξει στην υπό κρίση υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει το άρθρο 17 του κανονισμού 17 παρέχει στο Δικαστήριο πλήρη δικαιοδοσία να αναθεωρήσει μίαν απόφαση της Επιτροπής που επιβάλλει πρόστιμο: το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει, να μειώσει ή να αυξήσει το πρόστιμο, όπως αυτό κρίνει ότι αρμόζει. Δεν αμφιβάλλω ότι, ασκώντας αυτή την αρμοδιότητα, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη και σκέψεις απλής δικαιοσύνης.
Επί των διαδικαστικών πλημμελειών της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής
Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν θεωρώ απαραίτητο να εξετάσω λεπτομερώς τα παράπονα της CSC και της ICI σχετικά με τη διαδικασία που επέλεξε η Επιτροπή. Πράγματι, τα περισσότερα από αυτά τα έχω ήδη εξετάσει, ρητά ή σιωπηρά, μαζί με όσα είπα επί της ουσίας της υποθέσεως.
Εντούτοις, υπάρχει ένα θέμα που χρειάζεται επεξήγηση, και αυτό είναι το χρονοδιάγραμμα που υιοθέτησε η Επιτροπή. Το Δικαστήριο έχει υπόψη του, ότι η αίτηση της Zoja κατ' εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 κατατέθηκε στην Επιτροπή στις 8 Απριλίου 1971. Μόνο μετά παρέλευση έτους, δηλαδή στις 24 Απριλίου 1972, η Επιτροπή γνωστοποίησε τις αιτιάσεις της στη CSC και την ICI. Όμως, σε αυτή τη γνωστοποίηση των αιτιάσεων, η Επιτροπή έδινε προθεσμία στην CSC και την ΙΟ μόνο δεκαπέντε ημερών για να απαντήσουν. Μία ακρόαση έλαβε χώρα στις 15 Μαΐου 1972 και τελικά η Επι τροπή εξέδωσε την απόφασή της στις 14 Δεκεμβρίου 1972. Μεταξύ αυτών των δύο τελευταίων ημερομηνιών αντηλλάγη έντονη αλληλογραφία μεταξύ, αφενός, της CSC και της ΙΟ, και, αφετέρου, της Επιτροπής. Εντούτοις υπάρχει κατάφωρη δυσαναλογία μεταξύ του χρόνου που χρειάστηκε η Επιτροπή για να εκτελέσει τα καθήκοντα της και του χρονικού διαστήματος που παραχωρήθηκε στην CSC και την ΙΟ για να προετοιμάσουν την υπεράσπισή τους.
Το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 99/63/ΕΟΚ απαιτεί από την Επιτροπή, όταν αυτή ανακοινώνει γραπτώς αιτιάσεις της, να τάξει προθεσμία, εντός της οποίας οι επιχειρήσεις στις οποίες απευθύνεται η ανακοίνωση «δύνανται να της καταστήσουν γνωστή την άποψή τους». Το άρθρο 3 επιτρέπει στις επιχειρήσεις αυτές να εκθέσουν στις παρατηρήσεις τους «όλα τα σχετικά με την υπεράσπισή τους στοιχεία»· ακόμη «για την απόδειξη των επικαλουμένων γεγονότων δύνανται να επισυνάπτουν τα αναγκαία έγγραφα» και «να προτείνουν να εξετάσει η Επιτροπή τα πρόσωπα που είναι δυνατόν να βεβαιώσουν τα επικαλούμενα γεγονότα». Είναι προφανές ότι το άρθρο 2, παράγραφος 4, προβλέπει σιωπηρά ότι η Επιτροπή πρέπει να τάξει εύλογη προθεσμία, που να παρέχει τη δυνατότητα στις καθών επιχειρήσεις να ασκήσουν πλήρως και πραγματικά τα δικαιώματα που τους παρέχει το άρθρο 3. Όταν σε μία τόσο περίπλοκη υπόθεση δίδεται μόνο ένα δεκαπενθήμερο προς το σκοπό αυτό σε επιχειρήσεις, η μία από τις οποίες έχει την κεντρική εγκατάστασή της στη Νέα Υόρκη και η άλλη στο Μιλάνο, τούτο είναι κατά τη γνώμη μου πρόδηλα παράλογο. Το θέμα αυτό χειροτέρεψε ακόμη περισσότερο με την απόφαση της Επιτροπής να προσδιορίσει την ακρόαση μετά από τρεις μόνο εβδομάδες ύστερα από την ανακοίνωση των αιτιάσεων.
Η Επιτροπή δεν έχει επιχειρήσει στην πραγματικότητα να δικαιολογήσει το καταπιεστικό αυτό χρονοδιάγραμμα, παρά μόνο ισχυριζόμενη ότι, πρώτον, η κατάσταση ήταν επείγουσα, διότι οι προμήθειες της Zoja είχαν διακοπεί και, δεύτερον, ότι η CSC και η ICI είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν γραπτές παρατηρήσεις επί περίοδο έξι μηνών μετά από την ημέρα της ακρόασης. Καμία από τις δύο αυτές παρατηρήσεις δεν δικαιολογούσε, κατά τη γνώμη μου, κύριοι δικαστές, την άρνηση έναντι της CSC και της ICI να γίνει σεβαστό το δικαίωμά τους να παρουσιάσουν την υπεράσπισή τους κατά τον τρόπο που αναφέρεται στον κανονισμό 99/63/ΕΟΚ. Αν η κατάσταση ήταν επείγουσα, τότε η Επιτροπή έπρεπε να εξετάσει ταχύτερα την υπόθεση και όχι να ακολουθήσει μη ενδεδειγμένη διαδικασία. Η κατάσταση εδώ είναι πολύ διαφορετική από αυτή της υπόθεσης 51/59 Farbenfabriken Bayer AG κατά Επιτροπής, όπου το Δικαστήριο απέρριψε μία φαινομενικά παρόμοια αιτίαση (βλέπε ECR 1972, σ. 772-773), διότι σ' εκείνη την υπόθεση μεσολάβησε περίπου ένα έτος μεταξύ της γραπτής ανακοίνωσης των αιτιάσεων και της ακρόασης.
Εξέτασα αν η διαδικαστική αυτή πλημμέλεια θα πρέπει να κριθεί ότι επιφέρει την ακύρωση του άρθρου 1 της απόφασης της Επιτροπής. Κρίνοντας το σύνολο της υπόθεσης, δεν νομίζω, δεδομένου ότι το άρθρο αυτό είναι καθαρά δηλωτικό και, αφού το θέμα αυτό εξετάστηκε τώρα πλήρως, φαίνεται ότι η δήλωση που περιέχει είναι ορθή.
(το μέρος που αναφέρεται στα δικαστικά έξοδα παραλείπεται)
Επομένως καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 3 της απόφασης της Επιτροπής πρέπει να ακυρωθεί, αλλά κατά τα λοιπά η απόφαση πρέπει να διατηρηθεί.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy